Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Πρωτείο και αυθεντία πάπα Ρώμης κατά τον Άγιο Νικόδημο

 πηγή

Αιδεσιμολογιώτατος πρεσβύτερος
π.  Άγγελος  Αγγελακόπουλος
ΠΡΩΤΕΙΟ ΚΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ
Εξέχουσα θέση ανάμεσα στον υμνογραφικό πλούτο της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας μας κατέχει, εκτός των άλλων, και το απολυτίκιο της εορτής των αγίων Πατέρων: «Υπερδεδοξασμένος ει Χριστέ ο Θεός ημών, ο φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας και δι’ αυτών προς την αληθινήν πίστιν πάντας ημάς οδηγήσας, πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι». Δεν γνωρίζουμε, αν όλοι μας, είτε λαϊκοί είτε θεολόγοι είτε κληρικοί, έχουμε συλλάβει το βαθύτερο νόημα, την σημασία και την βαρύτητα αυτού του τροπαρίου, που εκφράζει μια πρώτιστη θεολογική πτυχή της  Ορθοδόξου  Εκκλησιολογίας. Η πτυχή αυτή, που μαρτυρείται από το ανωτέρω τροπάριο, είναι ότι η  Ορθόδοξος  Εκκλησία, εκτός από Μία, Αγία, Καθολική και  Αποστολική, είναι κατεξοχήν και Πατερική. Θα μπορούσαμε κάλλιστα οι  Ορθόδοξοι, δίπλα από τα τέσσερα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της  Εκκλησίας, να προσθέταμε και την Πατερικότητα και να ομολογούσαμε στο Σύμβολο της Πίστεως την πίστη μας «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν,  Αποστολικήν και Πατερικήν  Εκκλησίαν». Η προσθήκη, όμως, αυτή, όπως και κάθε άλλη προσθήκη ή αφαίρεση στο Σύμβολο της Πίστεως, απαγορεύεται ρητώς από τον 7ο  Ιερό Κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Εντούτοις, η  Εκκλησία μας παραμένει κατεξοχήν Πατερική, «επομένη τοις αγίοις πατράσιν», κι ας μην το ενστερνίζονται αυτό οι οικουμενιστές θεολόγοι και κληρικοί. «Ας εισαι υπερδεδοξασμένος, Χριστέ ο Θεός μας», λέει ο υμνογράφος, «επειδή θεμελίωσες στη γη τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες ως φωστήρες και διά μέσου αυτών μάς οδήγησες όλους στην αληθινή πίστη». Αυτή η φράση «δι’ αυτών» είναι μεγίστης σημασίας, γιατί μας δείχνει ότι μόνο μέσω των αγίων Πατέρων οδηγούμασθε στην αληθινή πίστη. Έχουμε, βέβαια, σε πρώτη θέση την  Αγία Γραφή, αλλά, επειδή αυτή σε αρκετά σημεια είναι ασαφής και δυσνόητη, χρησιμοποιούμε τους αγίους Πατέρες, με τα συγγράμματα και τους λόγους των οποίων ερμηνεύουμε την  Αγία Γραφή σωστά και ορθόδοξα. Να, λοιπόν, και μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ  Ορθοδόξου  Εκκλησίας και της αιρέσεως του προτεσταντισμού, ότι δηλαδή, εμείς, οι  Ορθόδοξοι, στηριζόμασθε στην  Ιερά Παράδοση, την  Αγία Γραφή, τους αγίους Πατέρες και τις Οικουμενικές Συνόδους, ενω αυτοί, οι προτεστάντες, στηρίζονται μόνο στην  Αγία Γραφή (sola scriptura).
Ανάμεσα στη χορεία των οσίων και θεοφόρων Πατέρων της  Εκκλησίας μας ως αστήρ φαεινός και ως ανέσπερος ήλιος ανατέλλει ο όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Νικόδημος ο  Αγιορείτης, αυτή η μεγάλη μορφή της φιλοκαλικής, νηπτικής και ασκητικής θεολογίας του 18ου αιώνος.
Θα παρουσιάσουμε, λοιπόν, τον δογματικό και αντιαιρετικό λόγο του οσίου Πατρός και συγκεκριμένως τον αντιπαπικό του λόγο. Σπανίως ακούγεται σήμερα στην εποχή μας δογματικός και αντιαιρετικός λόγος. Ασχολούμασθε συνήθως με κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά και εθνικά θέματα και έχουμε ξεχάσει την πίστη και τα δόγματα. Θα παρουσιάσουμε εν συνόψει την διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου περί της αιρέσεως του Παπισμού και συγκεκριμένα περί των θεμάτων, που απασχόλησαν τις τελευταίες συναντήσεις της Μικτής επιτροπής του διαλόγου μεταξύ  Ορθοδόξων και Παπικών στην Ραβέννα τον  Οκτώβριο του 2007, στην Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 2009 όπου, δυστυχώς, για μία ακόμη φορά κυριάρχησαν και επιβλήθηκαν οι παπικές θέσεις, ενώ παραλλήλως περιθωριοποιήθηκε η  Ορθόδοξος διδασκαλία. Στην Πάφο της Κύπρου τον  Οκτώβριο του 2009 η Μικτή θεολογική επιτροπή διαλόγου  Ορθοδόξων και Παπικών δεν έλαβε κάποια απόφαση, λόγω της αντιδράσεως παραδοσιακών  Ορθοδόξων θεολόγων, οι οποίοι συνέταξαν την γνωστή «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού» και της  Ιεράς Κοινότητος του  Αγίου  Όρους. Αδιέξοδο επίσης υπήρξε και το 2010 στη συνάντηση της Βιέννης. Ποια είναι, λοιπόν, η θέση του αγίου Νικοδήμου για τα παραπάνω θέματα;

A)  Περί πρεσβείων τιμής   Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως
Σύμφωνα με τον στ΄ Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, πρέπει να φυλάττονται τα παλαιά έθη των τριών Πατριαρχών, του  Αλεξανδρείας μεν κυρίως και κατά πρώτο λόγο, του  Αντιοχείας δε, κατά δεύτερο λόγο, και του  Ρώμης συνεπτυγμένως και περιληπτικώς, (περί δε του  Ιεροσολύμων ιδιαιτέρως και ξεχωριστά λέει η παρούσα Σύνοδος στον ζ΄ Κανόνα της και περί του Κωνσταντινουπόλεως λέει η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος στον γ΄ Κανόνα της), ώστε ο μεν Πατριάρχης (τον οποίο  Επίσκοπο ονομάζει εδώ, επειδή δεν ήταν ακόμη συνήθεια να ονομάζεται κάποιος με το όνομα του Πατριάρχου) της  Αλεξανδρείας να έχει την εξουσία των  Επισκόπων και Μητροπολιτών της Αιγύπτου, Λιβύης και Πενταπόλεως. Καθώς και στον Πατριάρχη  Ρώμης επικράτησε να έχει την εξουσία και προεδρία όλων των εσπερίων  Επισκόπων και Πατριαρχών.
Στο σημειο αυτό ο  Όσιος Νικόδημος μας πληροφορεί ότι οι ορμώμενοι από της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν ερμηνεύουν ορθώς τον παρόντα Κανόνα. Ο Πάπας Φίληξ, έχοντας διαφορές προς τον Κωνσταντινουπόλεως  Ακάκιο και αφού διέφθειρε τον παρόντα Κανόνα, είπε ότι ο  Επίσκοπος   Ρώμης έχει το κύρος σε κάθε σύνοδο, όπως θέλει ο παρών Κανόνας της εν Νικαία Συνόδου. Και πριν από αυτόν ο τοποτηρητής του Λέοντος Πασχασινός αντεστραμμένως προέφερε αυτόν τον Κανόνα στην Δ΄ Σύνοδο. Ο  Όσιος, όμως, από αυτά τα ρήματα του Κανόνος βρίσκει αληθινό το νόημα αυτής της Συνόδου. Λέει, λοιπόν, ότι, επειδή ο Μελέτιος παρέτρεψε τα δίκαια του  Επισκόπου  Αλεξανδρείας, έδωσε αιτία στην σύνοδο αυτή να εκθέσουν τον παρόντα Κανόνα και να διορίσουν όχι κάποιο νέο, αλλά μόνο να επικυρώσουν τις τάξεις, που σώζονταν από παλαιά συνήθεια, όχι μόνο στους Πατριάρχες, αλλά και στους Μητροπολίτες και όχι μόνο στις χειροτονίες, τις οποίες ο Μελέτιος παρέτρεπε, αλλά και σε κάθε άλλο δικαίωμα, που ανήκει στους Πατριάρχες και τους Μητροπολίτες κατά τις  Εκκλησίες, που υπόκεινται σ’αυτούς. Αφού, λοιπόν, έβαλε τα παραπάνω ως προϋποθέσεις, λέει ο Κανόνας˙ «Τα αρχαία έθη κρατείτω, τα εν Αιγύπτω και Λιβύη και Πενταπόλει, ώστε τον εν  Αλεξανδρεία  Επίσκοπον πάντων τούτων έχειν την εξουσίαν, επειδή και τω εν  Ρώμη  Επισκόπω τούτο σύνηθές εστι». Εδώ, σύμφωνα με τον  Όσιο, πρέπει να σημειωθεί ότι η αντωνυμία «τούτο» δεν αναφέρεται σε άλλο, παρά στο έθος, που θα πει Κοινότερο. Καθώς και στον  Επίσκοπο  Ρώμης επικράτησε αυτή η συνήθεια. Ποια συνήθεια; Το να έχει την εξουσία όλων αυτών, που υπόκεινται σ’αυτόν. Καθώς έχει την ίδια συνήθεια ο  Ρώμης με τον  Αλεξανδρείας, έτσι έχει και την ίδια εξουσία μ’ εκείνον.
Ότι αυτό είναι το νόημα του Κανόνος, συμμαρτυρεί η  Αραβική μετάφραση αυτών των Κανόνων, δηλαδή η  Αλεξανδρινή έκδοση, ο Αιγύπτιος  Ιωσήφ ο αρχαίος ερμηνευτής των Κανόνων αυτής της Συνόδου, η μετάφραση του Διονυσίου του μικρού στο Λατινικό, η έκδοση του  Ισιδώρου Μερκάντορος και τέλος η μετάφραση του Ρουφίνου Πρεσβυτέρου  Ακυληΐας. Επειδή, λοιπόν, έτσι έχει το αληθές και η διοίκηση της  Ρώμης είναι περιορισμένη, όπως και του  Αλεξανδρείας, μάτην φαντάζονται οι  Ρωμάνοι από αυτόν τον Κανόνα ότι έχουν απεριόριστη εξουσία σε όλο τον κόσμο. Σημειώνει, τέλος, ο  Όσιος ότι ο παρών Κανόνας δεν ανακαίνισε τα πρεσβεία της  Ρώμης, επειδή ήταν ακέραια. Αν, όμως, δεν ήταν το ίδιο, που είπε περί του  Αλεξανδρείας, θα έλεγε και για τον   Ρώμης[1].
Ο γ΄ Κανόνας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου διορίζει ιδιαιτέρως περί του Κωνσταντινουπόλεως και λέει ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως να έχει τα προνόμια της τιμής μετά τον Πάπα και Πατριάρχη της  Ρώμης, επειδή και αυτή η Κωνσταντινούπολις δηλαδή είναι και ονομάζεται Νέα Ρώμη. Η πρόθεση «μετά» εδώ δεν δηλώνει το ύστερο του χρόνου, καθώς λένε μερικοί μαζί με τον  Αριστηνό, αλλά ούτε υποβιβασμό και ελάττωση, καθώς λανθασμένα ερμηνεύει ο Ζωναράς (επειδή με το να είναι μετά τον Κωνσταντινουπόλεως ο  Αλεξανδρείας, μετά τον  Αλεξανδρείας ο  Αντιοχείας και μετά τον  Αντιοχείας ο  Ιεροσολύμων, κατά τον λστ΄ της ΣΤ΄, υπάρχουν τέσσερα είδη υποβιβασμού τιμής και ακολούθως πέντε διάφορες τιμές η μία ανώτερη της άλλης, το οποίο είναι ενάντιο σε όλη την καθολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία και δεκτό μόνο από τους Λατίνους και τους Λατινόφρονες), αλλά δηλώνει ισότητα τιμής και τάξη, κατά την οποία ο μεν είναι πρώτος, ο δε δεύτερος. Ισότητα μεν τιμής δηλώνει, επειδή και οι εν Χαλκηδόνι Πατέρες στον κη΄ Κανόνα λένε ότι οι ρν΄ αυτοί  Επίσκοποι έδωσαν τα ίσα πρεσβεία της παλαιάς  Ρώμης και στην νέα  Ρώμη και οι εν Τρούλλω Πατέρες στον λστ΄ Κανόνα λένε ότι ο Κωνσταντινουπόλεως απολαμβάνει τα ίσια πρεσβεία με τον  Ρώμης. Τάξη δε δηλώνει, επειδή και αυτοί και εκείνοι στους Κανόνες τους λένε δεύτερο τον Κωνσταντινουπόλεως μετά τον Ρώμης, όχι ως προς την τιμή, αλλά ως προς την τάξη της τιμής. Γιατί, κατά την φύση των πραγμάτων, είναι αδύνατο να βρεθούν δύο ίσα και να λέγονται πρώτα και δεύτερα μεταξύ τους χωρίς τάξη[2].
Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, ανανεώνοντας με τον κη΄ Κανόνα της τον γ΄ της Β΄, έδωσε στον Κωνσταντινουπόλεως και τα ίσα προνόμια της τιμής του  Ρώμης, τα οποία είναι οι χειροτονίες των τριών διοικήσεων των Μητροπολιτών  Ασίας, Πόντου και Θράκης, οι οποίες επικυρώθησαν και με Κανόνα και όχι μόνο με έθος, επειδή είναι γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Γιατί, όπως ο  Ρώμης έχει τα πρεσβεία τιμής και εξουσίας, δηλαδή το Πατριαρχικό αξίωμα και το άρχειν της ιδίας ενορίας των  Εσπερίων, έτσι και ο Κωνσταντινουπόλεως έχει τα ίδια πρεσβεία, δηλαδή το Πατριαρχικό αξίωμα, και το άρχειν των ανωτέρω Μητροπολιτών, επειδή είναι από την ίδια ενορία. Αυτά είναι τα εκκλησιαστικά πράγματα, που αναφέρει εδώ ο Κανόνας, στα οποία, καθώς μεγαλύνεται ο  Ρώμης, έτσι μεγαλύνεται και ο Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς καμμία διαφορά, εκτός από την εξής: ότι ο μεν  Ρώμης είναι πρώτος ως προς την τάξη, ο δε Κωνσταντινουπόλεως δεύτερος ως προς την τάξη. Αυτά τα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως επεκύρωσαν και επεσφράγισαν όχι μόνο οι Πατέρες της Συνόδου, αλλά και όλη η Σύγκλητος των αρχόντων, αν και οι λεγάτοι του Πάπα, βλέποντας να πλατύνονται τα όρια του Κωνσταντινουπόλεως, σχεδόν λιποθύμησαν, έναντιούμενοι σ’αυτά. Γι’αυτό προφανώς ψεύδονται οι παπολάτρες, λέγοντας ότι τα πρωτεία και πρεσβεία του  Ρώμης και το να μεγαλύνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα προσμαρτυρούν σ’αυτόν ειδικό προνόμιο εξουσίας στην καθόλου Εκκλησία, δηλαδή μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα. Αν τα πράγματα φανέρωναν κάτι τέτοιο, αυτό επρεπε να έχει και ο Κωνσταντινουπόλεως, επειδή ο Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους Κανόνες, είναι ίσο και απαράλλακτο μέτρο της τιμής της εξουσίας και του μεγαλείου της  Ρώμης. Αλλά, αφού ποτέ δεν έλαβε κάτι τέτοιο ο Κωνσταντινουπόλεως από τους Κανόνες, άρα ούτε ο   Ρώμης.
Αλλά ούτε τα πρεσβεία του  Ρώμης είναι αυτά, που δόθηκαν από το θρυλλούμενο θέσπισμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τον Σίλβεστρο  Ρώμης, όπως αυτοί λένε, δηλαδή το να περπατά με τα παράσημα της βασιλικής μεγαλειότητος, κατά μίμηση του βασιλέως, το να έχει στο κεφάλι του, αντί στεφάνου, υπέρλαμπρο λώρο, το να φορά Βασιλικό ωμοφόριο, πορφυρά χλαμύδα και κόκκινο χιτώνα, το να έχει τον ίππο του στρωμένο βασιλικώς με όλα τα βασιλικά σημεία, το να κρατά ο Βασιλεύς, σαν στράτωρ, το χαλινάρι του ίππου του και το να μεγαλύνεται ο Κλήρος της  Εκκλησίας του, καθώς και η Σύγκλητος, τόσο στα φορέματα, όσο και στα υποδήματα και στην καββαλαρία. Δέν είναι αυτές οι εξωτερικές λαμπρότητες και περιφάνειες τα πρεσβεία και αξιώματα, που δόθηκαν από τους Κανόνες στον  Ρώμης, Α΄ γιατί, αν ήταν, έπρεπε να δοθούν παρομοίως και ίσως και στον Κωνσταντινουπόλεως και Β΄ γιατί, κατά τον ιστ΄ της Ζ΄ και τον κζ΄ της ΣΤ΄, οι λαμπρές και περιφανείς εσθήτες και κάθε βλακεία και καλλωπισμός του σώματος είναι αλλότρια των Κληρικών και της ιερατικής τάξεως και γιατί ο καπνώδης τύφος της κοσμικής εξουσίας πρέπει να είναι μακρυά από τους ιερείς του Θεού, κατά την επιστολή της εν Καρθαγένη Συνόδου προς τον Πάπα Κελεστίνο. Ο πγ΄ αποστολικός καθαίρει εκείνους, που θέλουν να έχουν και  Ρωμαϊκή αρχή και ιερατική διοίκηση. Και ο Κύριος στα Ευαγγέλια προστάζει να φυλαγόμασθε από εκείνους, που θέλουν να περπατούν εν στολαίς. Γι’ αυτό, το μάτην θρυλλούμενο θέσπισμα κρίνεται νόθο και πεπλασμένο. Αν καθ’ υπόθεσιν συγχωρήσουμε ότι είναι αληθές, αλλ’ όμως, επειδή και έναντιώνεται προφανώς στους ιερούς Κανόνες, είναι αργό και άκυρο. Οι πραγματικοί τύποι, που έναντιώνονται στους Κανόνες, είναι άκυροι. Πρεσβεία, λοιπόν, και πρωτεία του  Ρώμης είναι το να έχει την εξουσία όλων των  Επισκόπων και Μητροπολιτών στην Διοίκηση της  Ρώμης, ώστε να τους χειροτονεί μαζί με τους  Επισκόπους της Διοικήσεως, και το να είναι πρώτος ως προς την τάξη των υπολοίπων Πατριαρχών. Αυτά τα προνόμια τα έλαβε όχι επειδή η  Ρώμη είναι καθέδρα του  Αποστόλου Πέτρου, όχι επειδή ο  Ρώμης είναι βικάριος του Χριστού, καθώς ματαιολογούν οι Παπιστές, αλλά προκαταρκτικώς μεν επειδή η  Ρώμη ήταν τιμημένη με βασιλεία. Ο κη΄ Κανών της Δ΄ λέει˙ «Τω θρόνω της πρεσβυτέρας  Ρώμης, διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, εικότως οι Πατέρες αποδεδώκασι τα πρεσβεία». Επομένως δε και για το αρχαίο έθος, που ακολούθησε, καθώς ήταν πρωτεύουσα πόλη η  Ρώμη, έτσι να είναι πρώτος και ο  Επίσκοπός της. Συνεπομένως δε, επειδή οι Κανόνες του έδωσαν αυτό το προνόμιο, καθώς παρομοίως το ίδιο προνόμιο δόθηκε στον Κωνσταντινουπόλεως, γιατί η Κωνσταντινούπολη στάθηκε Βασιλεύουσα και νέα  Ρώμη, έγινε αρχαίο έθος να χειροτονεί τους  Επισκόπους στην  Ασία, τον Πόντο και την Θράκη, και επειδή έγινε έθος, εξεδόθηκαν οι Κανόνες και επισφράγισαν το αρχαίο έθος[3].      
Ο λστ΄ Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου ανακαινίζει τον γ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και τον κη΄ της Δ΄, που αναφέρονται στα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως, ορίζοντας ότι αυτός να απολαμβάνει τα ίσα και τα αυτά προνόμια με τον  Ρώμης και να μεγαλύνεται στα  Εκκλησιαστικά πράγματα παρομοίως καθώς εκείνος, δεύτερος υπάρχοντας κατά τάξιν μετά από εκείνον, τρίτος δε ο  Αλεξανδρείας, τέταρτος ο  Αντιοχείας και πέμπτος ο  Ιεροσολύμων μόνο κατά την τάξη της προαριθμήσεως και αριθμήσεως.
Παρατηρεί ο  Όσιος ότι, επειδή τα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως είναι επίφθονα, αθετήθηκαν από πολλούς κατά καιρούς, και επειδή είναι και κανονικά, ανακαινίσθηκαν από πολλούς κατά διαφόρους καιρούς. Π.χ. ο Διόσκορος έταξε τον Κωνσταντινουπόλεως πέμπτο, αθετώντας τον γ΄ Κανόνα της Β΄, αλλά πάλι τον ανεκαίνησε η Δ΄. Έπειτα, ο τύραννος Βασιλίσκος τα αθέτησε με Χρυσόβουλλο, αλλά ο  Ιουστινιανός τα ανεκαίνισε, (αν και ο ίδιος ο Βασιλίσκος τα διόρθωσε με αντεγκύκλια γράμματα). Μετά, ο τύραννος Φωκάς έδωσε πρωτείο στον  Ρώμης, (το οποίο αν και ο  Ηράκλειος ανέτρεψε), αλλά η εν Τρούλλω Σύνοδος, έχοντας αξίωμα Οικουμενικής Συνόδου, πάλι τα ανεκαίνισε. Δεν αμάρτησε η Σύνοδος, κάνοντας αυτό, όπως φλυαρούν από φθόνο οι Παπιστές, γιατί δεν το έκανε αφ’ εαυτής, αλλά ακολουθώντας τις προ αυτής Συνόδους[4].
Σχολιάζοντας ο  Όσιος Νικόδημος τον α΄ Κανόνα της εν τη αγία Σοφία συνόδου, διευκρινίζει ότι τα προνόμια της  Ρωμαίων  Εκκλησίας και του Πάπα της  Ρώμης, δηλαδή το να είναι πρώτος ως προς την τάξη της τιμής από τους υπόλοιπους τέσσερεις Πατριάρχες, ίσχυαν τότε, όταν η  Εκκλησία των  Ρωμαίων ούτε έσφαλλε στην πίστη, ούτε είχε διαφορές μ’εμάς τους Γραικούς (Ρωμιούς). Τώρα, όμως, εμείς δεν έχουμε καμμία ένωση και κοινωνία μ’αυτήν, εξαιτίας των αιρετικών δογμάτων, στα οποία αυτή υπέπεσε[5].

Β) Περί κοσμικής και πνευματικής εξουσίας Πάπα
Σύμφωνα με τον πγ΄  Αποστολικό Κανόνα, οι Θείοι  Απόστολοι εμποδίζουν τους ιερωμένους να διοικούν τα δημόσια πράγματα και να δέχονται κοσμικές φροντίδες. Γι’ αυτό λένε ότι όποιος  Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος καταγίνεται σε στρατεία, δηλαδή όχι σε μεταχείρηση όπλων και πολέμων, αλλά σε διοίκηση στρατιωτικών πραγμάτων, όπως διανομή στρατιωτικών σιτηρεσίων, υποδοχή αυτών των τροφών και άλλες τέτοιες κυβερνήσεις, τις οποίες οι πολιτικοί ονομάζουν στρατείες˙ όποιος, λοιπόν, καταγίνεται σε τέτοια και θέλει να έχει και τα δύο και εξουσία  Ρωμαϊκή βασιλική και διοίκηση ιερατική και  Εκκλησιαστική, δηλαδή εξουσία εξωτερική και εσωτερική, αυτός, αν δεν παύσει από αυτά, ας καθαίρεται, διότι τα πράγματα και οι εξουσίες του Καίσαρος και βασιλέως, στον Καίσαρα πρέπει να δίνονται, δηλαδή σε ανθρώπους εξωτερικούς και βασιλικούς. Τα δε πράγματα και οι εξουσίες του Θεού, στον Θεό παρομοίως πρέπει να δίδονται, δηλαδή σε ανθρώπους θείους και εσωτερικούς, οι οποίοι είναι οι  Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι.
Σημειώνει ο  Όσιος Νικόδημος ότι η εξουσία και η αρχή διαιρείται σε δύο. Άλλη μεν είναι κοσμική, την οποία εμπιστεύθηκε ο Θεός στους Βασιλείς και τους άρχοντες, άλλη δε είναι πνευματική, την οποία ενεχείρισε ο Θεός στους  Αρχιερείς και τους οικονόμους των ψυχών. Η μία είναι ενάντια στην άλλη. Γιατί, η μεν είναι επίγειος, η δε Ουράνιος. Η μεν φορεί μάχαιρα και θανατώνει, η δε πράως συγχωρεί και ζωοποιεί. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος λέει˙ «άλλοι όροι βασιλείας και άλλοι όροι ιερωσύνης. Ο βασιλεύς τα ενταύθα πεπίστευται, εγώ τα Ουράνια˙ (εγώ όταν είπω, τον ιερέα λέγω)˙ ο βασιλεύς σώματα εμπιστεύεται, ο δε ιερεύς ψυχήν. Ο βασιλεύς λοιπάδας χρημάτων αφίησιν, ο δε ιερεύς λοιπάδας αμαρτημάτων. Εκείνος αναγκάζει, ούτος παρακαλεί. Εκείνος όπλα έχει αισθητά, ούτος όπλα Πνευματικά»[6]. Το ίδιο άτοπο ακολουθεί ανίσως ή ο βασιλεύς τολμήσει να επιβαίνει του βήματος ή ο  Αρχιερεύς να βασιλεύει και να ζώννυται μάχαιρα, καθώς το έπαθε ο Δίκερως Γίγας της   Ρώμης, ο Πάπας, ο οποίος εκτός του ότι είναι εσωτερικός και κατά πνεύμα  Αρχιερεύς, θέλει να είναι εξωτερικός και κατά σώμα βασιλεύς˙ να ευλογεί και να θανατώνει, να κρατά την ποιμαντική βακτηρία και μάχαιρα την φονευτρία. Μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον! αναφωνεί ο  Όσιος Νικόδημος. Ας δει, λοιπόν, ότι βρίσκεται παραβάτης του παρόντος πγ΄  Αποστολικού Κανόνος και υπόκειται σε καθαίρεση, θέλοντας να έχει και τα δύο και  Ρωμαϊκή αρχή και ιερατική διοίκηση. Χρησιμώτατα είναι τα λόγια του  Οσίου  Επισκόπου Κουδρούβης προς τον Μεγάλο Κωνσταντίνο˙ «Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της  Εκκλησίας επίστευσε˙ και ώσπερ ο την σην αρχήν υποκλέπτων, αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεώ, ούτω φοβήθητι μη και συ τα της  Εκκλησίας εις σεαυτόν έλκων, υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. Απόδοτε, γέγραπται, τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Ούτε τοίνυν ημίν άρχειν επί της γης έξεστι, (τι αν είποι προς ταύτα ο διαρχών Πάπας;) ούτε συ του θυμιάν εξουσίαν έχεις ω Βασιλεύ»[7]. 

Γ) Περί Πάπα ως εσχάτου κριτή της  Εκκλησίας
Σύμφωνα με τον  Όσιο Νικόδημο τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά ιδιώματα των Οικουμενικών Συνόδων. Πρώτο ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι το να συναθροίζονται με προσταγές, όχι του Πάπα ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά με βασιλικές προσταγές. Δεύτερο, το να γίνεται συζήτηση περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός σε κάθε μία από τις Οικουμενικές. Τρίτο, το να είναι όλα τα δόγματα και οι Κανόνες, που εκτίθενται απ’αυτές, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα με τις θείες Γραφές ή τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Τέταρτο και τελευταίο, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα διορισθέντα και κανονισθέντα από τις Οικουμενικές Συνόδους όλοι οι ορθόδοξοι Πατριάρχες και  Αρχιερείς της καθολικής (Ορθόδοξης) Εκκλησίας, είτε με της αυτοπροσώπου παρουσίας τους, είτε με τοποτηρητές τους ή με γράμματά τους. Αυτή η συμφωνία των Πατριαρχών και  Αρχιερέων της Οικουμένης είναι ο συστατικός και διακριτικός χαρακτήρας των Οικουμενικών συνόδων. Η συμφωνία και η αποδοχή όλων των Πατριαρχών συνιστά τις Οικουμενικές συνόδους και όχι μόνο η αυτοπρόσωπη παρουσία τους ή η διά τοποτηρητών. Γιατί, σε όλες τις επτά Οικουμενικές συνόδους, κανένας Πάπας δεν ήταν παρών αυτοπροσώπως. Στην δε Β΄ και Ε΄ οι Πάπες Δάμασος και Βιγίλιος δεν ήταν παρόντες ούτε αυτοπροσώπως ούτε διά τοποτηρητών, αλλά οι Οικουμενικές παρέμειναν Οικουμενικές, διότι οι Πάπες συμφώνησαν με αυτά, που είχαν ορισθεί, και τα αποδέχθηκαν με γράμματα και υπογραφές.
Κατά τον  Όσιο Νικόδημο, η Οικουμενική Σύνοδος ανακηρύττεται ο έσχατος κριτής των Εκκλησιαστικών υποθέσεων, κατά τον στ΄ Κανόνα της Β΄, και όχι η θεία Γραφή, καθώς λένε οι Λουθηροκαλβίνοι, ή ο Πάπας, καθώς λένε οι Λατίνοι. Επειδή η αγία Γραφή σε πολλά μέρη μιλά ασαφώς και καθένας αιρετικός μπορεί να διαστρεβλώσει το ασαφές νόημα των Γραφών προς την αίρεσή του, γι’ αυτό χρειάζεται ερμηνεία για να εξηγήσει το αληθές νόημά της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την Οικουμενική σύνοδο. Επίσης, επειδή οι αιρετικοί μαζί με τα γνήσια και καθολικά βιβλία της Γραφής τόλμησαν να επιγράψουν ως Κανονικά και τα νόθα και αιρετικά βιβλία τους, γι’αυτό η Οικουμενική σύνοδος εγκρίνει μεν τα γνήσια, αποβάλλει δε τα νόθα και απόκρυφα, όπως έκανε η ΣΤ΄ για τις  Αποστολικές διαταγές και η Α΄. Γι’ αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος, γνωρίζοντας αυτό, κομψώς γνωμάτευσε˙ «Εις το Ευαγγέλιον δεν ήθελα πιστεύση, αν δεν με έπειθεν η αξιοπιστία της  Εκκλησίας»[8]. Άρα συμπεραίνεται από αυτά, που ειπώθηκαν, ότι κανείς δεν μπορεί να έναντιωθεί στις Οικουμενικές συνόδους, μένοντας ευσεβής και ορθόδοξος, αλλά απλώς και αδιορίστως ο καθένας χρωστά να πείθεται σ’αυτές. Γιατί, αυτός, που αντιφέρεται και αντιπίπτει σ’αυτές, αντιφέρεται και αντιπίπτει στο ίδιο το άγιο Πνεύμα, που λαλεί μέσω των Οικουμενικών συνόδων και γίνεται αιρετικός και αναθεματισμένος, καθώς και ο Πάπας Δάμασος αναθεματίζει εκείνους, που δεν πείθονται στις Οικουμενικές συνόδους. Αλλά και αυτές οι ίδιες οι σύνοδοι αναθεματίζουν αυτούς, που δεν πείθονται σ’αυτές. Οχι μόνο ως αιρετικός, αλλά ως εθνικός και ασεβής λογίζεται αυτός, που παρακούει της  Εκκλησίας, το πρόσωπο της οποίας επέχει η Οικουμενική σύνοδος. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Κύριος λέει «εάν και της  Εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης»[9], επειδή η ύστατη ψήφος και κρίση της  Εκκλησίας είναι η Οικουμενική σύνοδος. Αυτό το ίδιο είναι και εκείνο, που πρόσταξε ο Θεός να φυλάττεται και στη σύνοδο των ιερέων του παλαιού Νόμου[10].
Στα προλεγόμενα της εν Καρθαγένη τοπικής αγίας Συνόδου, ο  Όσιος Νικόδημος παρατηρεί ότι παρ’ όλο που στην Σύνοδο αυτή ήταν παρόντες οι τοποτηρητές του Πάπα, εντούτοις πάλι η τοπική έμεινε τοπική και δεν έγινε Οικουμενική, επειδή δεν ήταν παρόντες ή αυτοί ή οι τοποτηρητές τους και οι Πατριάρχες της  Ανατολής. Ώστε και ο Πάπας είναι μόνο μέρος των Οικουμενικών Συνόδων, όπως και οι υπόλοιποι Πατριάρχες και όχι πάνω από τις Συνόδους, όπως φαντάζονται οι σημερινοί ποντίφηκες της   Ρώμης[11]. 

Δ) Περί αυθεντίας Παπών
Στα προλεγόμενα της Β΄ αγίας και Οικουμενικής Συνόδου ο  Όσιος Νικόδημος σημειώνει το εξής αξιόλογο, που ακολούθησε σ’αυτή τη Σύνοδο, επειδή είναι αναιρετικό του φανταστικού προνομίου των σημερινών Παπών της  Ρώμης, ότι δηλαδή οι Πάπες αθροίζουν αυθεντικώς τις οικουμενικές Συνόδους. Την παρούσα Β΄ Οικουμενική Σύνοδο όχι μόνο δεν ήθροισε ο Πάπας Δάμασος, αλλά ήταν τελείως απών και δεν εκπροσωπούταν ούτε αυτοπροσώπως, ούτε με τοποτηρητές, ούτε με την συνήθη συνοδική επιστολή, παρ’ όλο που όλοι οι Δυτικοί και τότε συνομολόγησαν και τώρα συνομολογούν αυτή ως αληθώς οικουμενική[12].

Ε) Περί μοναρχικού αξιώματος, εκκλήτου και αναμαρτησίας Πάπα
Αναφερόμενος ο  Όσιος Νικόδημος στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και συγκεκριμένα στον Τόμο του Λέοντος, λέει ότι την επιστολή αυτή έστειλε ο άγιος Λέων (του οποίου η  Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του στις 18 Φεβρουαρίου) προς τον άγιο Φλαυϊανό Κωνσταντινουπόλεως κατά των Μονοφυσιτών. Λένε ότι, αφού την έγραψε, την έβαλε στον τάφο του αγίου  Αποστόλου Πέτρου και με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή τον παρακαλούσε, αν έχει κάποιο λάθος, να την διορθώσει. Η περικοπή, που ακριβώς και υψηλώς θεολογεί για τις δύο φύσεις του Χριστού και την μία υπόσταση, έχει επί λέξει ως εξής˙ « Ενεργεί γαρ εκατέρα μορφή μετά της θατέρου κοινωνίας, όπερ ίδιον έσχηκε, του μεν Λόγου, του δε σώματος εκτελούντος, όπερ εστί του σώματος. Και το μεν αυτών, διαλάμπει τοις θαύμασι, το δε, ταις ύβρεσι υποπέπτωκε. Και καθάπερ ο Λόγος από της Πατρός δόξης εστίν αχώριστος, ούτω το σώμα την φύσιν του ημετέρου γένους ουκ απολέλοιπεν. Εις γαρ και ο αυτός αληθώς τε Υιός Θεού και αληθώς υιός ανθρώπου τυγχάνει. Θεός μεν κατά τούτο, καθ’ο εν αρχη ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος, ανθρωπος δε κατά τούτο, καθ’ ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Αφού, λοιπόν, αναγνώσθηκε η επιστολή στην παρούσα σύνοδο, οι Πατέρες βόησαν˙ «Αύτη η Πίστις των Πατέρων. Αύτη η Πίστις των  Αποστόλων. Πέτρος διά Λέοντος ταύτα εφώνησε». Γι’ αυτό και ονομάσθηκε αυτή η επιστολή Στήλη της ορθοδοξίας. Ο Σωφρόνιος  Ιεροσολύμων[13] γράφει γι’αυτή την επιστολή ότι ο Θεόδωρος  Επίσκοπος Λιβύης, που ήταν Κουβικουλάριος του Πατριάρχου  Αλεξανδρείας Ευλογίου, είδε στον ύπνο του ένα ψηλό άνθρωπο, άξιο πολλής τιμής και ευλαβείας, και του είπε να μηνύσει στον Πατριάρχη Ευλόγιο ότι ήλθε ο Πάπας της  Ρώμης Λέων για να τον ανταμώσει. Ο Θεόδωρος έδραμε παρευθύς στον Πατριάρχη και του είπε τα ρηθέντα. Και, λοιπόν, αφού ανταμώθηκαν, χαιρέτισαν ο ένας τον άλλο και μετά από λίγο είπε ο Λέων στον Ευλόγιο˙ «Ξέρεις γιατί ήλθα; Ήλθα για να σε ευχαριστήσω, επειδή εννόησες πολύ καλά την επιστολή μου. Να ξέρεις ότι έκανες μεγάλη χάρη, όχι μόνο σ’εμένα, αλλά και στον κορυφαίο Πέτρο». Αφού είπε αυτά, έγινε άφαντος. Το πρωί ο Θεόδωρος το διηγήθηκε στον Ευλόγιο κι εκείνος, κλαίγοντας, ευχαρίστησε τον Θεό, που τον έκανε κήρυκα της αληθείας. Αυτός ο Ευλόγιος ήταν επί Μαυρικίου βασιλέως.
Επειδή οι Παπιστές  κακώς συμπεραίνουν από αυτή την επιστολή ότι ο Πάπας είναι μονάρχης της οικουμένης και πάνω από τις Συνόδους, αποκρίνεται ο  Όσιος Νικόδημος, λέγοντας˙ πρώτον, ότι, αν και η επιστολή αυτή είναι στ’αλήθεια ορθοδοξότατη, δεν έγινε δεκτή από την Σύνοδο απλώς και ως έτυχε, αλλά εξετάσθηκε πρώτον αν είναι σύμφωνη με το Σύμβολο της Α΄ και Β΄ Συνόδου και με τα πραχθέντα επί αγίου Κυρίλλου από την Γ΄ Σύνοδο, και έτσι, αφού βρέθηκε σύμφωνη, υπογράφθηκε από τους  Αρχιερείς στην δ΄ πράξη της Δ΄ Συνόδου. Δεύτερον, ότι, καθώς η επιστολή αυτή ονομάσθηκε Στήλη της ορθοδοξίας στην Δ΄ Σύνοδο, έτσι και στην Ζ΄ Σύνοδο τα μεν γράμματα, που στάλθηκαν από τους  Αρχιερείς της  Ανατολής προς τον αγιο Ταράσιο, ονομάσθηκαν Στύλος ευσεβείας, η δε επιστολή του αγίου Ταρασίου προς τους ανατολικούς ονομάσθηκε  Όρος ορθοδοξίας˙ στήλη δε ορθοδοξίας, στύλος ευσεβείας και όρος ορθοδοξίας τα ίδια είναι. Η μεν επιστολή του αγίου Λέοντος δεν ονομάσθηκε στήλη απλώς, αλλά κάποια στήλη της ορθοδοξίας, επειδή είναι κι άλλες στήλες της ορθοδοξίας. Η δε επιστολή του αγίου Ταρασίου απλώς όρος της ορθοδοξίας και τα γράμματα των ανατολικών απλώς στύλος της ευσεβείας ονομάσθηκαν. Τρίτον, ότι, καθώς, μετά την ανάγνωση της επιστολής του Λέοντος, η Σύνοδος είπε˙ «Αύτη η Πίστις των Πατέρων», έτσι και μετά την ανάγνωση των πρακτικών της Α΄ και Β΄ βόησε˙ «Αύτη  η πίστις των ορθοδόξων, ούτω πιστεύομεν πάντες». Και όταν αναγνώσθηκε η επιστολή του αγίου Κυρίλλου, η Σύνοδος είπε˙ «Λέων και  Ανατόλιος ούτω πιστεύουσι και ημείς ούτω πιστεύομεν. Κύριλλος ούτω πιστεύει, αιωνία η μνήμη Κυρίλλου». Προσθέτει ο  Όσιος Νικόδημος ότι, μετά την ανάγνωση της επιστολής του Λέοντος, η Σύνοδος πρόσθεσε και τα εξής˙ «Κύριλλος ούτω επίστευσεν. Ο Πάπας ούτως ηρμήνευσε». Και πάλι˙ «Λέων εδίδαξε. Κύριλλος ούτως εδίδαξε. Λέων και Κύριλλος όμοια εδίδαξαν». Τέταρτον και τελευταίο, ότι η μεν Γ΄ Σύνοδος έκανε την επιστολή του αγίου Κυρίλλου προς τον Νεστόριο ίδιο όρο. Η δε Δ΄ Σύνοδος δεν έκανε ίδιο όρο την επιστολή του Λέοντος, παρ’όλο που πάσχισαν πολύ γι’αυτό οι τοποτηρητές του  Ρώμης, αλλά είπε ότι άλλος όρος δεν γίνεται. Ο όρος βεβαίωσε την επιστολή. Από την επιστολή μόνο αυτό τέθηκε στον όρο, ότι δηλαδή οι δύο φύσεις είναι ενωμένες αμερίστως και ασυγχύτως στον Χριστό. Γι’ αυτό απ’ ολ’ αυτά κατακρημνίζεται το φανταστικό μοναρχικό αξίωμα του Πάπα και αποδεικνύεται ότι και ο Πάπας, και όταν φρονεί ορθόδοξα, κρίνεται και εξετάζεται από την Οικουμενική Σύνοδο, η οποία είναι ο έσχατος Κριτής στην   Εκκλησία[14].
Σύμφωνα με τον λστ΄ Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι και όλοι οι κατώτεροι Κληρικοί να θεωρούν τις κρίσεις τους στον ίδιο τους  Επίσκοπο. Αν μέμφονται την κρίση και απόφαση του  Επισκόπου τους, πρέπει να προσκαλούν τους πλησιοχώρους και γείτονες  Επισκόπους, ώστε αυτοί και ο  Επίσκοπος, που τους έκρινε, να θεωρήσουν τις διαφορές τους. Αν δεν στέρξουν ούτε στην κρίση των πλησιοχώρων και προσκαλεσθέντων  Επισκόπων, να αναβιβάζουν και να εκκαλούν την κρίση τους στον Μητροπολίτη της επαρχίας τους. Όσοι εκκαλέσουν την κρίση στα κριτήρια, που βρίσκονται πέρα από την θάλασσα, δηλαδή στα κριτήρια της  Ιταλίας και του  Ρώμης, και γενικά σε μακρυνά και υπερόρια κριτήρια, αυτοί να γίνονται ακοινώνητοι από όλους τους   Επισκόπους της  Αφρικής.
Σύμφωνα με τον  Όσιο Νικόδημο, από τον παρόντα Κανόνα α΄. μεν καταβάλλεται από τα θεμέλια η οφρύς και το γαυρίαμα της μοναρχίας του Πάπα, ο οποίος καυχάται και φαντάζεται ότι δόθηκαν σ’αυτόν όλες οι έκκλητες των  Εκκλησιών της οικουμένης. Διότι, ανίσως ο παρών Κανόνας εμποδίζει το να εκκαλούνται οι  Επίσκοποι της  Αφρικής στα αντίπερα της θαλάσσης και σχεδόν γειτονικά της  Ιταλίας και του  Ρώμης κριτήρια, πόσο μάλλον εμποδίζει να εκκαλούνται στον  Ρώμης αυτοί, που βρίσκονται σε μακρυνότερους τόπους; β΄. Αποδεικνύεται φανερώς ότι οι γ΄, δ΄, και ε΄ Κανόνες της εν Σαρδική, που διαλαμβάνουν περί της εκκλήτου του  Ρώμης, δεν ενοούνται για τους  Επισκόπους, που δεν υπόκεινται στον  Ρώμης, αλλά μόνο γι’αυτούς, που υπόκεινται σ’αυτόν. Και γ΄. ότι ο Κανόνας, που διαλαμβάνει για την έκκλητο του  Ρώμης, τον οποίο προέβαλαν στις αρχές της εν Καρθαγένη Συνόδου οι λεγάτοι του Πάπα, ήταν ψευδεπίπλαστος και όχι της Α΄ εν Νικαία Συνόδου, καθώς εκείνοι ψεύδονταν, όπως απέδειξαν και τα αυθεντικά ίσα του Κωνσταντινουπόλεως και  Αλεξανδρείας. Γιατί, αν ήταν της Α΄ Συνόδου, αναγκαίως έπρεπε να τον φυλάξει και η εν Καρθαγένη Σύνοδος, καθώς υπόσχεται στον α΄ Κανόνα της[15].
Η εν Καρθαγένη Σύνοδος έστειλε δύο επιστολές, μία προς τον Βονιφάτιο τον  Επίσκοπο της  Εκκλησίας των  Ρωμαίων και μία προς τον Πάπα Κελεστίνο. Αιτία και των δύο αυτών επιστολών στάθηκε ο Πρεσβύτερος Σίκκης  Απιάριος. Σύμφωνα με τον  Όσιο Νικόδημο, η υπόθεση του  Απιαρίου οικονομικώς ακολούθησε, ώστε να στηλιτευθούν από την παρούσα Σύνοδο τα υπερήφανα νεωτερίσματα, που επρόκειτο να επινοήσουν οι Πάπες της  Ρώμης. Δηλαδή η αναμαρτησία, η μοναρχία, η θρυλλουμένη έκκλητος και η νοθεία και διαφθορά μεν, την οποία από τότε επιχείρησαν να κάνουν οι Δυτικοί στα βιβλία των ιερών Συνόδων και των κατά μέρος Πατέρων, εκ του έναντίου δε, η ανόθευτη φύλαξη από τους Γραικούς (Ρωμιούς) και τους  Ανατολικούς αυτών των βιβλίων, τα οποία αποδεικνύονται από τις δύο αυτές επιστολές της παρούσης Συνόδου.
Σχολιάζοντας ο  Όσιος Νικόδημος την πρώτη επιστολή, λέει ότι αυτός ο Πρεσβύτερος  Απιάριος, ο οποίος ανήκε στην  Επισκοπή της Σίκκης της  Αφρικής, αφού ελέγχθηκε συνοδικώς για κανονικά εγκλήματα, που έκανε, χωρίσθηκε από την κοινωνία των συμπρεσβυτέρων του και των  Επισκόπων και Κληρικών. Αφού πήγε δύο φορές στη  Ρώμη, και στον καιρό του Ζωσίμου και στον καιρό του Κελεστίνου, όχι μόνο έγινε δεκτός σε κοινωνία απ’αυτούς, αλλά και, αφού εφοδιάσθηκε με συστατικά γράμματα απ’ αυτούς, επέστρεψε στην  Αφρική με τον  Επίσκοπο Φαυστινο, τον τοποτηρητή αυτών των Παπών, ο οποίος, παρ’ όλο που έβαλε όλες του τις δυνάμεις για ν’ αθωώσει τον  Απιάριο από τα κανονικά εγκλήματά του, γενόμενος προστάτης μάλλον παρά κριτής και έκδικος παρά διαγνώστης, εις μάτην εκοπίασε. Διότι, ο  Απιάριος, ελεγχόμενος από την συνείδησή του, ομολόγησε φανερά ότι αληθώς ήταν υπόδικος στα εγκλήματα, για τα οποία κατηγορούνταν, όπως αυτό αποδεικνύεται από την δεύτερη επιστολή προς τον Κελεστίνο, η οποία φαίνεται να στηλιτεύει την αναμαρτησία του Πάπα. Γιατί, δύο Πάπες και ο τοποτηρητής τους τρεις, φάνηκαν να συγκοινωνούν παρανόμως με τον ακοινώνητο και ακολούθως να αμαρτάνουν. Η Σύνοδος ελέγχει τον Κελεστίνο, λέγοντας ότι κανείς δεν πιστεύει ότι ο Θεός μπορεί να δώσει όλη την δικαιοκρισία σε ένα μόνο  Επίσκοπο, τον  Ρώμης δηλαδή και όχι σε τόσους  Επισκόπους, που συναθροίζονται σε Σύνοδο. «Ουδείς εστιν, όστις πιστεύσει ενί ω τινι δήποτε δύνασθαι τον Θεόν ημών εμπνεύσαι την δικαιοσύνην, τοις δε αναριθμήτοις εις Σύνοδον συνηθροισμένοις Ιερεύσιν, αρνείσθαι». Να που η μοναρχία του Πάπα κατακριμνίζεται. Ο Πάπας Ζώσιμος δίνει κομμονιτώριο γράμμα, δηλαδή ενταλτήριο και προστακτήριο, στον Φαυστίνο τον τοποτηρητή, μέσα στο οποίο γράφει τον ε΄ Κανόνα της Σαρδικής, ο οποίος διορίζει ότι, εάν κατηγορηθεί ένας  Επίσκοπος και τον κρίνουν οι  Επίσκοποι της επαρχίας, αυτός να εγκαλεί την κρίση του στον  Ρώμης, ο οποίος να στέλνει κριτές από το μέρος του για να κρίνουν τον  Επίσκοπο. Ομοίως γράφει και τον ιδ΄ της Σαρδικής, ο οποίος διορίζει ότι οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι, που θα αφορισθούν από οργίλο  Επίσκοπο, να έχουν την εξουσία να πηγαίνουν στους πλησιοχώρους για να κρίνονται. Και τους δύο αυτούς Κανόνες επιγράφει ψευδώς ότι είναι της εν Νικαία Συνόδου. Αλλά αυτή η Σύνοδος, και με τα αντίγραφα ίσα των Κανόνων, τα οποία έφερε πρώτον ο Καικιλιανός, και με τα αυθεντικά και αληθέστατα ίσα των αυτών Κανόνων της εν Νικαία, που στάλθηκαν ύστερα τόσο από τον  Αττικό Κωνσταντινουπόλεως, όσο και από τον Κύριλλο  Αλεξανδρείας, με τον Πρεσβύτερο  Ιννοκέντιο και τον Υποδιάκονο Μάρκελλο (διά μέσου των οποίων στάλησαν τα αυτά και στον Βονιφάτιο  Ρώμης από αυτή την Σύνοδο), παραβάλλοντας αυτούς τους δύο Κανόνες και μη βρίσκοντας κάτι τέτοιο να διορίζουν οι Κανόνες της εν Νικαία, απέδειξε ψευδόμενο τον Ζώσιμο και ακολούθως ψευδεπίπλαστη την έκκλητο, που ζητούσε, των  Επισκόπων, Πρεσβυτέρων και Διακόνων, που δεν υπόκεινταν σ’αυτόν. Γι’ αυτό, για να αποβάλλει κατά κράτος εις το εξής αυτή την έκκλητο στον  Ρώμης, όχι μόνο επίτηδες εξέδωσε τους δύο Κανόνες, τον λστ΄ και το ρλδ΄, αλλά και στον Κελεστίνο γράφει προστακτικώς˙ «Εκβιαστάς τοίνυν Κληρικούς υμών, τινών αιτούντων μη θέλετε αποστέλλειν, μήτε παραχωρείν, ίνα μη τον καπνώδη τύφον του κόσμου δόξωμεν εισάγειν τη του Χριστού  Εκκλησία, ήτις το φως της απλότητος και της ταπεινοφροσύνης την ημέραν, τοις τον Θεόν ιδείν επιθυμούσι προσφέρει». Και πάλι˙ «Τους εντεύθεν παραγινομένους ευχερώς μη προσδέχεσθε, μηδέ τους παρ’ ημών αποκοινωνητέους εις κοινωνίαν του λοιπού θελήσετε δέξασθαι». Περί του  Απιαρίου γράφει ότι, αν και ο Πάπας θέλει να τον αθωώσει, όμως η  Αφρική δεν τον υπομένει στο εξής, αλλά θα τον καταφρονήσει ως παράνομο. Επίσης, η παρούσα Σύνοδος απέδειξε τους Δυτικούς και διαφθορείς  των βιβλίων, τους δε  Ανατολικούς αληθείς. Γιατί, στην επιστολή προς τον Βονιφάτιο λέει˙ «Τις γαρ αμφιβάλλει τα ίσα αληθέστατα είναι εν Γραικοίς (Ρωμιοίς), της εν Νικαία συναθροισθείσης Συνόδου; άτινα από ούτω διαφόρων τόπων και επισήμων Γραικών (Ρωμιών) προσενεχθέντα και συγκριθέντα, ομονοούσιν»[16].
Επίσης, από την κανονική και εγκύλιο επιστολή του αγίου Γενναδίου Κωνσταντινουπόλεως και της συν αυτώ Συνόδου προς άπαντας τους  Οσιωτάτους Μητροπολίτες και προς τον Πάπα  Ρώμης, αποδεικνύεται πως η  Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως διορθώνει και βοηθά την  Εκκλησία της  Ρώμης, που ενεργούσε την σιμωνία. Η μία αδελφή διορθώνει και βοηθά την άλλη όμοια αδελφή της. Πού είναι, λοιπόν, η τωρινή φανταζομένη μοναρχία του  Ρώμης επί των Συνόδων; ρωτάει ο  Όσιος Νικόδημος[17].  
Η εν Σαρδική σύνοδος, αν και ονομάσθηκε τόσο από τον Σωκράτη[18] όσο και από τον Μ. Αθανάσιο[19] Οικουμενική, ονομάσθηκε έτσι μόνο κατά το κάλεσμα, κατά την άθροιση και κατά την αρχή. Κατά δε την απόβαση και το τέλος της, μόνο τοπική είναι τη αληθεία. Διότι, οι ανατολικοί και δυτικοί  Επίσκοποι, που συνήλθαν, σχίσθηκαν σε δύο μέρη και αφόριζαν αλλήλους. Ο Σωζόμενος λέει˙ «Μετά δε ταύτην την Σύνοδον ουκ έτι αλλήλοις ως ορθοδόξοις επεμίγνυντο ουδέ εκοινώνουν». Και πάλι˙ «Τα δε των  Εκκλησιών, ως εικός, διχονοίαις συγκέχυτο και εν διαβολαίς ην»[20]. (Γιατί, η συμφωνία των απανταχού  Επισκόπων  είναι ο χαρακτήρας και η συστατική διαφορά των Οικουμενικών Συνόδων). Επειδή, λοιπόν, οι ανατολικοί δεν συμφώνησαν με τους δυτικούς, γι’ αυτό η Β΄ Οικουμενική στον ε΄ Κανόνα της την περί πίστεως βεβαίωση αυτή της Συνόδου ονόμασε τόμο μόνο των δυτικών. Γι’αυτό και ο Μάξιμος ο Μαργούνιος στον  Αντιρρητικό περί του αγίου Μάρκου  Εφέσου λέει γι’αυτήν˙ «Τοπική εστί και ουκ Οικουμενική, η εν Σαρδική αγία Σύνοδος˙ διότι, αν ήτο Οικουμενική, πώς η εν Κωνσταντινουπόλει πρώτη Σύνοδος ωνομάσθη και είναι Δευτέρα Οικουμενική, εις καιρόν όπου η εν Σαρδική αύτη έπρεπεν έτσι να ονομασθή;»[21]. Ως τοπική την δέχθηκαν και όλοι οι εξηγητές των Κανόνων και όλη η καθολική (Ορθόδοξος)  Εκκλησία. Αλλά ούτε αυτή η Σύνοδος είναι ένα με την εν Νικαία πρώτη, ούτε συναριθμείται με την εν Νικαία, όπως φλυαρούν οι  Ιησουΐτες, θέλοντας να αποδείξουν ότι η παρούσα Σύνοδος είναι ίση με την εν Νικαία και ακολούθως ότι η έκκλητος, που δίνει στον Πάπα, κατά τον γ΄, δ΄ και ε΄ Κανόνα της, είναι καθολική και Οικουμενική κατά πάσης  Εκκλησίας. α΄. Η παρούσα σύνοδος δεν είναι η ίδια με την εν Νικαία, γιατί και ο χρόνος και ο τόπος και οι  Επίσκοποι, που συνάχθηκαν, και η υπόθεση και ο σκοπός και όλα τα περιστατικά, που συνέβησαν σ’αυτή και την εν Νικαία είναι τελείως διαφορετικά και όχι τα ίδια. β΄. Ότι η παρούσα Σύνοδος δεν είναι η ίδια με την εν Νικαία αποδεικνύει η φιλονεικία, που ακολούθησε μεταξύ των Πατέρων της εν Καρθαγένη Συνόδου και των παπών της  Ρώμης Ζωσίμου, Βονιφατίου και Κελεστίνου σχετικά με τους Κανόνες αυτής της Συνόδου. Και γ΄. γιατί, αν η παρούσα ήταν η ίδια με την εν Νικαία, έπρεπε να την θυμηθούν οι μετέπειτα Οικουμενικές Σύνοδοι στους ιδίους όρους τους, καθώς αναφέρουν και την εν Νικαία, και οι εξηγητές των Κανόνων και οι ιστορικοί έπρεπε να την αναφέρουν σε κάποιο μέρος. Επειδή, λοιπόν, ολ’ αυτά αντίκεινται στην γνώμη των  Ιησουϊτών, άρα είναι ψεύδος ότι η Σύνοδος αυτή είναι ίδια με την εν Νικαία[22].
Οι Πάπες της  Ρώμης και παλαιά και τώρα σπουδάζουν να αποδείξουν από τους γ΄, δ΄, ε΄ και ιδ΄ Κανόνες της εν Σαρδική ότι σ’αυτούς δόθηκε η καθ’ όλου έκκλητος απάσης της  Εκκλησίας, δηλαδή όσοι  Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι από όλα τα μέρη της οικουμένης έχουν κρίση να αναβιβάζουν αυτή την κρίση στον Πάπα. Για να κερδίσουν αυτή την πολυθρύλλητη έκκλητο, τι δεν μεταχειρίσθηκαν και ποια ψεύδη δεν έπλασαν; Όσα έκαναν στην εν Καρθαγένη τα διηγηθήκαμε παραπάνω. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν παύουν οι Παπιστές να προβάλλουν ότι ο γ΄, δ΄ και μάλιστα ο ε΄ Κανόνας της εν Σαρδική διορίζουν για την καθόλου έκκλητο του Πάπα. Ότι δε οι ανωτέρω Κανόνες διορίζουν για την έκκλητο μόνο αυτών, που υπόκεινται στον  Ρώμης, είναι φανερό από τα ακόλουθα επιχειρήματα. α΄. Επειδή ο υπερφυής  Ιωάννης ο Ζωναράς, εξηγώντας τον ε΄ Κανόνα, λέει ότι αυτόν τον Κανόνα προβάλλουν οι  Ρωμάνοι για την έκκλητό τους, ελέγχθηκε όμως στην εν Καρθαγένη Σύνοδο ότι δεν είναι της εν Νικαία, αλλά ούτε αναθέτει στον  Ρώμης όλες τις εκκλήτους των  Επισκόπων, αλλά μόνο αυτών, που υπόκεινται σ’αυτόν. Αυτό το ίδιο λέει και ο Βαλσαμών. β΄. Επειδή το παλαιό σχόλιο, που βρίσκεται σ’αυτούς τους Κανόνες, λέει˙ «Βλέπε πώς όλοι σχεδόν οι Κανόνες της εν Σαρδική ταύτης Συνόδου μερικάς και όχι καθολικάς κανονίζουσι πράξεις και μόνας εκείνας όπου ανήκουσιν εις την ενορίαν του θρόνου της  Ρώμης. Ώστε όποιος θέλει να σώζωνται και να τιμώνται οι Κανόνες ούτοι, δεν θέλει τους βιάσει να τους κάμη καθολικούς και οικουμενικούς, διά τι ουδέ αυτά τα πράγματα συγχωρούσι τούτο να γένη. Αλλά καθώς περί του  Ρώμης οι Κανόνες ούτοι διορίζουσιν, έτσι παρομοίως και περί των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών και ο καθείς εξ αυτών ημπορεί να τους μεταχειρισθή διά τα ανήκοντα πράγματα και τας εκκλήτους των υποκειμένων εις την εδικήν του Πατριαρχίαν, επειδή οι Κανόνες ούτοι δεν αναφέρουσιν όλας τας εκκλήτους και διοικήσεις των  Εκκλησιών εις τον  Ρωμαϊκόν θρόνον˙ τούτο γαρ είναι πράγμα και αδύνατον και αλλότριον της  Εκκλησίας». γ΄. Διότι και η εν Βενεθαλία τοπική Σύνοδος απαραλλάκτως κατά το ανωτέρω σχόλιο εννόησε αυτόν τον Κανόνα της εν Σαρδική, ώστε δηλαδή οι μεν  Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι, που υπόκεινται στον  Ρώμης, να υποτάσσονται στις ψήφους και την κρίση του  Ρώμης, αυτοί δε, που υπόκεινται στον  Αλεξανδρείας και στους άλλους Πατριάρχες, να υποτάσσονται στις κρίσεις και αποφάσεις εκείνων, καθώς μαρτυρεί ο  Αέων  Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας περί της εν Βενεθαλία Συνόδου, στους Κανόνες της οποίας βρίσκεται και το ρηθέν σχόλιο. δ΄. Επειδή, αν οι Κανόνες αυτοί εννοηθούν ότι δίδουν στον  Ρώμης τις εκκλήτους όλης της Εκκλησίας, φανερώς βρίσκονται ενάντιοι όχι μόνο με τους ιβ΄, ιστ΄ και λβ΄  Αποστολικούς, αλλά και με τον ε΄ Κανόνα της εν Νικαία, με την οποία σπουδάζουν οι παπιστές να αποδείξουν ίση την εν Σαρδική και στο όνομα της οποίας ψευδώς επιγράφουν τους Κανόνες της εν Σαρδική. Πώς, λοιπόν, κατ’αυτούς μπορεί η εν Σαρδική να είναι μία και η αυτή με την εν Νικαία, αφού οι Κανόνες της, όπως εννοούνται κατ’αυτούς, είναι εναντιώτατοι με τους Κανόνες της εν Νικαία; ε΄. Επειδή η φιλονεικία, που ακολούθησε μεταξύ των Πατέρων της εν Καρθαγένη και των παπών, απέδειξε βεβαιότατα ότι οι παρόντες Κανόνες δίδουν στον  Ρώμης την έκκλητο μόνο στην ενορία και επαρχία του. Οι θείοι εκείνοι Πατέρες λένε στην προς Κελεστίνον επιστολή ότι δεν απαγορεύεται στην  Εκκλησία της  Αφρικής με κάποιον όρο των Πατέρων να ζητά κανείς να μεταθεωρεί τις κρίσεις των εν  Αφρική, δηλαδή παρ’ ενορίαν. Και πάλι, «περί γαρ του τινάς ωσανεί εκ του πλευρού της σης αγιωσύνης πέμπεσθαι εν ουδεμία των Πατέρων Συνόδω ορισθέν ευρίσκομεν». Οι εν Καρθαγένη Πατέρες είπαν αυτά τα λόγια, όχι επειδή δεν ήξεραν τελείως την εν Σαρδική Σύνοδο (γιατί πώς ήταν δυνατόν να μην την ξέρουν, αφού 36  Επίσκοποι, κατά τον Δοσίθεο, από την  Αφρική ήταν παρόντες στην εν Σαρδική;), όχι επειδή δεν ήξεραν ότι το να αποστέλλονται κριτές από την πλευρά του  Ρώμης είναι λόγια του ε΄ Κανόνος της εν Σαρδική (γιατί είναι απίθανο οι  Αφρικανοί  Επίσκοποι να μην πήραν μαζί τους τους Κανόνες της στην  Αφρική), αλλά τα είπαν αυτά, γιατί αυτοί οι Κανόνες δεν εννοούνται γι’αυτούς, που δεν υπόκεινται στον  Ρώμης, καθώς τους εννοούν οι Πάπες, αλλά μόνο γι’αυτούς, που υπόκεινται σ’αυτόν. Η Σύνοδος λέει ότι αυτό κανένας όρος ή Κανόνας των Πατέρων δεν διορίζει, ούτε βρίσκεται σε καμμία Σύνοδο των Πατέρων (άλλοι δε είπαν ότι το «εν ουδεμία των Πατέρων Συνόδω ορισθέν ευρίσκομεν» εννοείται αντί του σε καμμία συνέλευση των Πατέρων της Α΄ Συνόδου δεν βρίσκεται. Γιατί, η εν Καρθαγένη Σύνοδος συνηθίζει να ονομάζει Συνόδους τις συνελεύσεις και τις πράξεις των Πατέρων των Συνόδων. Ή εννοείται ότι σε καμμιά Οικουμενική Σύνοδο δεν βρίσκεται. Ο δε Δοσίθεος λέει ότι με το να ήταν οι Κανόνες της εν Σαρδική μερικοί και τοπικοί, δεν τους γνώριζαν οι εν Καρθαγένη, επειδή δεν ήταν ευθύς παραδεδομένοι σε όλη την  Εκκλησία).
Αυτό είναι το αληθές νόημα των Κανόνων αυτών και ψευδής, λοιπόν, είναι η ζητουμένη έκκλητος του Πάπα και εδώ φάνηκε τελείως ανίσχυρη. Αν και οι Λατίνοι προβάλλουν τον  Αρμενόπουλο, επειδή δέχεται την καθολική έκκλητο του Πάπα, πρέπει να λεχθεί ότι ο λόγος του  Αρμενόπουλου και άλλων ομοίων λογίζεται σαν ένα τίποτα μπροστά σε τόσο και τέτοιο νέφος μαρτύρων, που ανέφερε ο  Όσιος Νικόδημος. Ούτε πάλι οι ανωτέρω Κανόνες της εν Σαρδική ανανεώνουν και βεβαιώνουν την έκκλητο, που δόθηκε στον Πάπα από την εν Νικαία Σύνοδο. Γιατί, γίνεται φανερό ότι δεν ανανεώνουν, αλλά δίνουν στον  Ρώμης αυτή την έκκλητο, η οποία δεν υπήρχε εξ αρχής, από αγάπη και σχέση, που είχε ο  Όσιος προς τον  Ρώμης, ως τοποτηρητής του. Γι’ αυτό και η Σύνοδος δεν αποκρίθηκε τίποτα προς μεν τον γ΄ και δ΄ Κανόνα, μόνο δε στον ε΄ είπε ότι αρέσκεται[23]. 

ΣΤ) Περί Πάπα ως άκρου  Αρχιερέως
Προς αναίρεση της αλαζονίας και του τύφου διορίζει ο μστ΄ Κανόνας της εν Καρθαγένη συνόδου ότι ο πρώτος  Επίσκοπος της καθέδρας να μην ονομάζεται  Έξαρχος των  Ιερέων ή άκρος  Ιερεύς ή με κάποιο άλλο παρόμοιο υψηλό και υπερήφανο όνομα, γιατί αυτό είναι αλλότριο των  Επισκόπων, που είναι μαθητές του ταπεινού στην καρδιά  Ιησού. Αλλά, να ονομάζεται μόνο  Επίσκοπος της πρώτης καθέδρας. Ας αισχυνθεί από τον παρόντα Κανόνα, επισημαίνει ο  Όσιος Νικόδημος, ο Ποντίφηξ της  Ρώμης, ο οποίος θέλει να ονομάζεται άκρος  Αρχιερεύς και άλλα υπερήφανα και ισόθεα ονόματα, και ας γνωρίζει ότι εναντιώνεται σ’αυτή την Σύνοδο, στην οποία ήταν παρόντες και οι τοποτηρητές του. Δηλαδή ας γνωρίζει ότι αυτός εναντιώνεται στον εαυτό του[24].

Επίλογος
Πάγια θέση του  Οσίου Νικοδήμου, όσον αφορά το πρωτείο εξουσίας του Πάπα, αποτελεί ότι τα πρεσβεία και πρωτεία του  Ρώμης, όταν αυτός ήταν ορθόδοξος και δεν είχε αποκοπεί από την Εκκλησία, είναι δύο πράγματα: α) το να έχει την εξουσία όλων των  Επισκόπων και Μητροπολιτών στη διοίκηση της  Ρώμης, ώστε να τους χειροτονεί μαζί με τους επισκόπους της διοικήσεως, και β) το να είναι πρώτος ως προς την τάξη των υπολοίπων Πατριαρχών. Αυτά τα προνόμια τα έλαβε, όχι επειδή η  Ρώμη είναι καθέδρα του  Αποστόλου Πέτρου, ούτε επειδή ο  Ρώμης είναι βικάριος του Χριστού, καθώς ματαιολογούν οι Παπιστές, ούτε εξαιτίας της ψευδοκωνσταντίνειας δωρεάς, αλλά προκαταρκτικώς μεν επειδή η  Ρώμη ήταν τιμημένη με βασιλεία, επομένως δε εξαιτίας του αρχαίου έθους, που ακολούθησε, ότι δηλαδή καθώς η  Ρώμη ήταν πρωτεύουσα, έτσι να ήταν πρώτος και ο  Επίσκοπός της.
Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι η διοίκηση του  Ρώμης είναι περιορισμένη, όπως και των άλλων Πατριαρχών. Γι’αυτό μάτην φαντάζονται οι Παπολάτρες ότι έχουν απεριόριστη εξουσία σε όλο τον κόσμο και ψεύδονται, λέγοντας ότι τα πρεσβεία και πρωτεία του  Ρώμης και το να μεγαλύνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα, προσμαρτυρούν σ’αυτόν ειδικό προνόμια εξουσίας στην καθόλου  Εκκλησία, δηλαδή μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα. Αν τα πράγματα φανέρωναν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε και ο Κων/λεως να έχει αυτό το προνόμιο εξουσίας και το αξίωμα, επειδή ο Κων/λεως, σύμφωνα με τους  Ιερούς Κανόνες, είναι ίσο και απαράλλακτο μέτρο τιμής, εξουσίας και μεγαλείου του  Ρώμης. Αλλά, αφού ποτέ δεν έλαβε κάτι τέτοιο ο Κων/λεως από τους  Ιερούς Κανόνες, άρα ούτε και ο  Ρώμης.
Διευκρινίζει ο  Όσιος ότι τα προνόμια του Πάπα  Ρώμης και  Ρωμαίων ίσχυαν μόνο τότε, όταν αυτή ούτε έσφαλλε στην πίστη ούτε είχε διαφορές μ’ εμάς τους Γραικούς (Ρωμιούς). Τώρα, όμως, εμείς δεν έχουμε καμμία ένωση και κοινωνία μ’αυτή, εξαιτίας των αιρετικών δογμάτων, στα οποία αυτή υπέπεσε.
Το παπικό δόγμα περί πρωτείου εξουσίας είναι αβάσιμο τόσο αγιογραφικώς όσο και ιεροκανονικώς και στηρίζεται μόνο στην οφρύ και το γαυρίαμα του Πάπα. Κινούμενος από εγωισμό και φιλαρχία, ο Πάπας παρερμήνευσε τον λόγο του ιδίου του Χριστού προς τον  Απόστολο Πέτρο, κατά τον οποίο λόγο ο Χριστός μακάρισε τον  Απόστολο μετά την άνωθεν αποκάλυψη και ομολογία του ότι Αυτός (ο Χριστός) είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος. «Μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». Και στη συνέχεια του λέει: «Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την  Εκκλησίαν και πύλαι  Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»[25]. Κατά τους Παπικούς «πέτρα» είναι ο  Απόστολος Πέτρος, στον οποίο στηρίζεται η  Εκκλησία και τον οποίο άφησε ο Χριστός ως αντιπρόσωπό Του στη γη. Ο δε  Απόστολος Πέτρος, με τη σειρά του, άφησε τον Πάπα ως αντιπρόσωπό Του στη γη. Έχουμε δηλαδή στον Παπισμό το εξής σχήμα:Χριστός→ Απόστολος Πέτρος→Πάπας. Η ερμηνεία, όμως, αυτή είναι αυθαίρετη.
Η ορθόδοξη ερμηνεία αυτού του χωρίου είναι ότι «πέτρα» δεν είναι ο  Απόστολος Πέτρος, αλλά η άνωθεν αποκαλυφθείσα ομολογία και πίστη του ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος. Άλλωστε ολόκληρη η  Ιερά Παράδοση βοά ότι «πέτρα της πίστεως» και «λίθος ακρογωνιαίος» δεν είναι άλλος από τον  Ίδιο τον Θεάνθρωπο  Ιησού Χριστό. Στην  Ορθοδοξία πιστεύουμε ότι ο Χριστός έδωσε το  Άγιον Πνεύμα όχι σ’ ένα μόνο  Απόστολο, τον  Απόστολο Πέτρο, αλλά σε όλους τους  Αποστόλους ισάξια. Επομένως, δεν δικαιολογείται το πρωτείο και το αλάθητο του Πάπα, διότι κεφαλή της  Εκκλησίας είναι ο Χριστός και ψυχή της το  Άγιον Πνεύμα. Έχουμε δηλαδή το σχήμα: Χριστός→ Άγιον Πνεύμα→ Απόστολοι.
Σχετικά με το θέμα της αυθεντίας, κατά τον  Όσιο Νικόδημο, έσχατος κριτής των εκκλησιαστικών υποθέσεων και αυθεντία της  Εκκλησίας δεν είναι η θεία Γραφή, καθώς λένε οι Λουθηροκαλβίνοι, ούτε ο Πάπας, καθώς λένε οι Λατίνοι, αλλά η Οικουμενική Σύνοδος. Αυτή είναι η ύστατη ψήφος και κρίση της  Εκκλησίας. Γιατί, αυτός, που αντιφέρεται και αντιπίπτει σ’ αυτές, αντιφέρεται και αντιπίπτει στο ίδιο το  Άγιο Πνεύμα, που λαλεί μέσω των Οικουμενικών Συνόδων και γίνεται αιρετικός, αναθεματισμένος, εθνικός και ασεβής.
Επιπροσθέτως, και η εν Καρθαγένη τοπική αγία Σύνοδος παρέμεινε τοπική και δεν έγινε Οικουμενική, παρ’ όλο που ήταν παρόντες σ’αυτή οι τοποτηρητές του Πάπα. Επομένως, και ο Πάπας, όπως και οι υπόλοιποι Πατριάρχες, είναι μέρος μόνο των Οικουμενικών Συνόδων και όχι πάνω απ’ αυτές, όπως φαντάζονται οι σημερινοί ποντήφικες της  Ρώμης.
Τέλος, αναιρετικό του φανταστικού προνομίου των Παπών, ότι δηλαδή οι Πάπες συναθροίζουν αυθεντικώς τις Οικουμενικές Συνόδους, αποτελεί και το γεγονός ότι την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο όχι δεν συνήθροισε ο Πάπας, αλλά ήταν τελείως απών και δεν εκπροσωπούνταν ούτε αυτοπροσώπως, ούτε με τοποτηρητή, ούτε με την συνήθη συνοδική επιστολή, παρ’ όλο που οι Δυτικοί την συνομολογούν ως αληθώς Οικουμενική.
Από τα κατατεθέντα μπορεί εύκολα κανείς να εικάσει ποια ήταν η θέση  του Πάπα  Ρώμης στην αρχαία  Εκκλησία πριν το σχίσμα και ποια μετά απ’αυτό εως και σήμερα. Ο Πάπας στην αρχαία  Εκκλησία, όταν ορθοδοξούσε, ήταν ένας από τους πέντε Πατριάρχες της  Εκκλησίας, χωρίς καμμία διαφορά απ’αυτούς, εκτός από τα πρεσβεία τιμής στην τάξη των Πατριαρχών. Η εξουσία του ήταν περιορισμένη, εκτεινόμενη μόνο μέσα στα γεωγραφικά όρια του Πατριαρχείου  Ρώμης. Δεν είχε καμμία αυθεντία, αλλά έκανε υπακοή στις Οικουμενικές Συνόδους, την  Αγία Γραφή, τους  Ιερούς Κανόνες και γενικά την  Ιερά Παράδοση.
Δυστυχώς, όμως, από τον 8ο και 9ο αιω. παρεισέφρυσαν και εγκαταστάθηκαν στον Παπισμό τα πάθη του εωσφορικού εγωισμού, της κενοδοξίας, της φιλαρχίας και της φιλοδοξίας, με αποτέλεσμα την ανυπακοή, την εισαγωγή κενοφανών αιρέσεων, τη νόθευση και παραχάραξη του Χριστιανισμού. Έκτοτε παραμένει προκλητικά αμετανόητος. Έχει καταστεί αιρετικός και ως εκ τούτου βρίσκεται εκτός Εκκλησίας, όσο κι αν προσπαθούν οι οικουμενιστές να μας πείσουν ότι και ο Πάπας είναι «εκκλησία», έχει «μυστήρια», έχει «ιερωσύνη», έχει «θεία Χάρη».
Ευχή και προσευχή όλων μας αποτελεί να φωτίσει ο  Άγιος Τριαδικός Θεός, με τις πρεσβείες του  Αγίου Νικοδήμου, τον Πάπα, τους Δυτικούς και τους ορθοδόξους οικουμενιστές, οι οποίοι (οικουμενιστές) δεν έχουν αποβληθεί ακόμη από  Ορθόδοξη Σύνοδο εκτός  Εκκλησίας, να δείξουν καλή διάθεση, προαίρεση και πνευματική διάκριση, να μετανοήσουν, να αποκηρύξουν τις πλάνες και τις αιρέσεις τους και να ομολογήσουν την ορθόδοξη πίστη, έτσι ώστε να επανέλθουν στους κόλπους της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας και να λάβουν την θέση, που είχαν. Τότε, μεγίστη χαρά και πανήγυρις θα γίνει στους αγγέλους και τους ουρανούς για τις μετανοημένες ψυχές. «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»[26]. Ο Θεός να φωτίσει κι εμάς τους  Ορθοδόξους να ορθοδοξούμε αλιευτικώς και όχι αριστοτελικώς. Ας προσέξουμε, τέλος, να μην φθάσουμε στο άλλο άκρο, τον Παλαιοημερολογιτισμό – Ζηλωτισμό, ο οποίος είναι σχίσμα και οδηγεί στον Προτεσταντισμό. 
 
Αιδεσιμολογιώτατος πρεσβύτερος
π.  Άγγελος  Αγγελακόπουλος

Εφημέριος Ι.Ν.Ζωοδόχου Πηγής
 Χατζηκυριακείου Πειραιώς
( - Πνευματικό τέκνο του πανοσιολογιωτάτου αρχιμανδρίτου και καθηγουμένου της  Ι.Μ. Αγίας Τριάδος  Άνω Γατζέας Βόλου πατρός Γρηγορίου Χατζηνικολάου.

- Μαθητής και συνεργάτης του αιδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου πατρός Θεοδώρου Ζήση.
(σύμβουλος καθηγητής εις την διπλωματικήν εργασίαν με θέμα « Η αίρεσις του Παπισμού κατά τον άγιο Νικόδημο τον  Αγιορείτη» και εις την διδακτορικήν διατριβήν με θέμα «Ο Πατριάρχης  Ιεροσολύμων Δοσίθεος και η Χριστιανική Δύση»).

- Μαθητής και συνεργάτης της  Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου  Αγίου  Όρους και του πανοσιολογιωτάτου αρχιμανδρίτου και καθηγουμένου πατρός Γεωργίου Καψάνη.

- Μέλος της γνωστής συνάξεως Κληρικών και Μοναχών). 

[1] Σχ.βλ.  ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 129-130.
[2]  Ο.π., σσ. 157-158.
[3] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 207-208.
[4] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σ. 252.
[5]  Ο. π., σ. 364.
[6] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος δ΄ εις τόν  Οζίαν, τ. Ε΄, σ. 149.
[7] Σχ.βλ. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ,  Επιστολή προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων  παρά των  Αρειανών επί Κωνσταντίου, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, ΕΠΕ, τ.9, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 3027-14 και ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 109- 110.
[8] Σχ.βλ. ΙΕΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ,  Επιστολή 154η, PL 32-47.
[9] Ματθ. 18, 17.
[10] Δευτερ. 17, 2-8. Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 118-120, 193.
[11]  Ο. π., σ. 462.
[12]  Ο. π., σ. 153.
[13] Σχ.βλ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, σ. 527.
[14] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 182-183.
[15] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον , σ. 482.
[16] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 541-542.
[17]  Ο. π., σ. 693.
[18] Σχ.βλ. ΣΩΚΡΑΤΗΣ,  Εκκλησιαστική ιστορία, βιβλίο 2ο, κεφ. 20ο, PG 67, 236 A.
[19] Σχ.βλ. Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Απολογητικός κατά Αρειανών {η απολογητικός δεύτερος, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, ΕΠΕ, τ.8, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 3222, 12612.
[20] Σχ.βλ. ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ,  Εκκλησιαστική ιστορία, βιβλίο 3ο, κεφ. 13ο, PG 67, 1065 C.
[21] Σχ.βλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΑΡΓΟΥΝΙΟΣ, Αντιρρητικός περί αγίου Μάρκου   Εφέσου.
[22] Σχ.βλ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σ. 443.
[23] Σχ.βλ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, σσ. 146-159 και  ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 445-446.
[24] Σχ.βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σ. 487.
[25] Μτθ 16, 17-18.  
[26] Λκ. 15, 10.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου