Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου (Γοντικάκη) Ἰβηρίτου

Ἡ Ἐκκλησία μιλᾶ ὅλες τίς γλῶσσες καί μεταδίδει τό ἔνα Πνεῦμα, τήν ἀλήθεια καί παράκλησι,
ὅπως συνέβη κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὁ Λόγος ἔγινε σάρξ καί μίλησε μέ τήν παρουσία καί τήν διαγωγή Του.
Διῆλθε ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί εὐεργετῶν πάντα ἄνθρωπον.
Μίλησε διά τῶν πραγμάτων τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης, τήν κατανοητή ἀπό κάθε ἄνθρωπο.
Καί ἔφερε τό εὐαγγέλιο τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑγείας, τῆς χαρᾶς καί τῆς σωτηρίας.

Ἐνῶ ὅμως ὅλους ἐθεράπευσε καί εὐεργέτησε, δέν Τόν δέχθηκαν ὅλοι.
Ἀλλά σ’αὐτούς πού Τόν δέχθηκαν ἔδωσε ἐξουσία νά γίνουν τέκνα Θεοῦ.
Νά γίνουν Χριστοί κατά χάριν. Νά συνεχίσουν τό κήρυγμα, τό ἔργο καί τήν εὐεργεσία Του πρός ὅλους.
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, συνεχίζει καί μιλᾶ διά τῶν τέκνων Της ὅλες τίς γλῶσσες,
δίδοντας τό ἕνα μήνυμα τῆς σωτηρίας.
Καί οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς». Θά μιλήσουν καινούργιες γλῶσσες.
Καί οἱ καινούργιες γλῶσσες εἶναι οἱ προσωπικές.
Καθένας πρέπει νά βρεῖ τό δικό του ρυθμό.
Νά κινηθῆ ἐλεύθερα.
Νά κάμη τά πάντα ὥστε νά ἀξιωθῆ συνειδητά νά βρῆ καί νά ζήση τό Χριστό ὡς σωτήρα, λυτρωτή καί εὐεργέτη.
Τότε μιλᾶ τή δική του γλῶσσα, τήν προσωπική καί μοναδική.
Καί συνεχίζεται ἡ Πεντηκοστή διά τῆς προσωπικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Μέ τό νά ἀκούση ὁ καθένας τόν Καλό ποιμένα νά τόν καλῆ μέ τό ὄνομά του.
Μέ τό νά παίρνη ὑπόστασι τό εἶναι του.
Μέ τό νά βρῆ ἐν Χριστῷ τόν ἑαυτό του· καί νά βγῆ ἀπό μέσα του ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Τότε καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι καλά λίαν ἐποίησεν ὁ Θεός τά πάντα.
Καλά λίαν γίνονται τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Θεοῦ τά πάντα.
Ὅλα μᾶς κάνουν καλό. «Τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν».
Καί αὐτή τήν εὐεργεσία τῆς σωτηρίας τήν ἐκφράζει ὁ κάθε εὐεργετημένος καί σωσμένος προσωπικά,
μέ χίλιους τρόπους: μέ τόν λόγο, τή σιωπή, τή διαγωγή, τήν παρουσία, τά ἔργα τῶν χειρῶν καί τοῦ νοός του.
Ἔτσι ὅλα μιλοῦν στήν Ἐκκλησία καί μεταδίδουν τόν ἕνα Λόγο.
Καί ἀληθινά μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος πού σιωπᾶ καί δι’αὐτοῦ μιλᾶ ὁ Θεός.
Ἐάν περιοριζόμαστε στό νά λέμε τίς δικές μας μόνον ἀπόψεις· 
ἄν ξεκινᾶμε ἀπό τόν ἑαυτό μας καί τήν προβολή τῆς ἐφήμερης ἐπιτυχίας μας, 
τότε δέν φανερώνομε τό πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, 
ὅσο θεολογικά καί ἄν φαίνεται ὅτι μιλᾶμε, 
ἀλλά ἐπεκτείνομε τήν σύγχυσι καί τήν ὀχλαγωγία τῆς Βαβέλ.
Ὅταν μιλᾶ ὁ νεκρός ἑαυτός μας, κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε εἴμαστε ζωντανοί.
Μιλᾶ ὁ Θεός, μιλᾶ ὁ ἑαυτός μας ὁ ἀληθινός.
Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ζητοῦν τήν ἀλήθεια ἀκοῦνε τό λόγο μας,
γιατί δι’αὐτοῦ ἀκοῦνε τόν ἕνα Λόγο.
Καί ὁ νεκρός γιά τόν ἑαυτό του ἄνθρωπος καί ζῶν ἐν τῷ Θεῷ ἀκούει καί σέβεται τό λόγο ὅλων τῶν ἀνθρώπων,
ἀκούει τό λόγο τῶν ὄντων καί δι’αὐτῶν ἀκούει τόν ἕνα Λόγο,
διά τοῦ ὁποίου ἐγένετο τά πάντα καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε.
Καταλαβαίνει, δέχεται, καί ταυτόχρονα διά τῆς αὐτῆς πράξεως κοινοποιεῖ τό λόγο γιά τόν ὁποῖο ἔγιναν τά πάντα.
Καί αὐτός ὁ λόγος εἶναι νά συμμετάσχουν στόν παράδεισο τῆς λογικῆς λατρείας,
τῆς μιᾶς συμπαντικῆς Λειτουργίας, ὅπου ὁ εἷς σαρκωθείς Θεός Λόγος, ὁ ἐκ σιγῆς προελθών,
εἶναι ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος.
Τότε, ὅταν ὅλα Ἐκεῖνος τά πράττη, 
δίδει τήν δυνατότητα καί παρέχει τήν τιμή καί σέ μᾶς τούς μηδαμινούς
νά μποῦμε στό συλλείτουργο καί νά λειτουργήσωμε
προσφέροντας τήν ἐλάχιστη συμβολή μας μέ τό λόγο, τή σιωπή, τήν πρᾶξι καί τήν ἡσυχία μας. 
Ὁ Λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό συλλείτουργο
ὅπου ἐναρμονίως συνάδουν ὅλοι οἱ λόγοι τῶν προσώπων καί τῶν ὄντων.
Τίποτε δέν ὑπάρχει ἀληθινά ἔξω ἀπό αὐτό τό συλλείτουργο,
τή μία Λειτουργία πού λογοποιεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν καθιστᾶ λόγο Θεοῦ καί εὐλογία γιά ὅλη τή δημιουργία.
Μέ αὐτό τόν τρόπο κάθε πιστός, ὁ πιό ἐλάχιστος καί μικρός,
δέν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ἀλλά ἀνακεφαλαιώνει τό ὅλον.
Εἶναι ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία. Εἶναι ἐν σμικρῷ ὁλόκληρος ὁ κόσμος.
Συχνά λέγεται ὅτι πρέπει νά προσφέρωμε στόν κόσμο τόν θεολογικό λόγο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλά δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε ὅτι θεολογικός λόγος δέν εἶναι ἡ μεταπρατική χρῆσι τῶν πατερικῶν ρήσεων καί ἡ μηχανική ἐπανάληψη κάποιας θεολογικῆς ὁρολογίας.
Θεολογία εἶναι ἡ σάρκωσι τῆς ἀλήθειας ἄθελά μας.
Ἡ φανέρωσι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ πού γίνεται χωρίς καμμιά προσπάθεια ἀπό τούς συντετριμμένους.
Τό ἀληθινό γίνεται καί διατυπώνεται ἀκόπως. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ ἀκόπως βαστάσασα Χριστόν.
Καί γιά νά φθάσης σ’αὐτό τό «ἀκόπως», τό ἀληθινό καί αὐθόρμητο,
πού εἶναι δῶρο Θεοῦ καί ἄνωθεν προσφερόμενο χάρισμα,
πρέπει πολύ νά κουρασθῆς, νά κλάψης, νά ἀσκηθῆς, νά ἀπαλλαγῆς ἀπό ὅλα.
Νά ξεπεράσης τά πάθη σου μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ.
Νά ξεπεράσης τίς ἀρετές σου, ὅπως θέλει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής.
Νά μήν ἔχεις καμμιά ἰδέα γιά τίς ἀρετές, τίς ἱκανότητες ἤ τήν ἁγιότητά σου. 
Νά φθάσης στό μή ὄν. 
Τότε ὁ Θεός ἔρχεται καί χαρίζει δωρεάν τά ὑπέρ φύσιν καί αἴσθησιν.
Καί τά χαρίζει στούς ταπεινούς, τά μωρά, τά ἀσθενῆ, τά ἀγενῆ, τά ἐξουθενημένα καί τά μή ὄντα. 
Γιατί τά μή ὄντα, ὡς μή ἔχοντα καμμιά ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους, δέν νοθεύουν τά ἅγια, ἄσπιλα καί τίμια.
Ἐνῶ oἱ «ἐνάρετοι», αὐτοί πού παρ’ ὅλες τίς ἀρετές ἤ τίς γνώσεις τους 
ἤ ἐξ αἰτίας αὐτῶν καί τῆς μεγάλης ἰδέας πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους 
(καί ἡ οποία ὑπογραμμίζεται καί φαίνεται εὐκρινέστερα μέ τήν δῆθεν προσπάθεια νά τήν ἀποκρύψουν)
γιά ὅλα αὐτά καί μέ ὅλα αὐτά μολύνουν καί νοθεύουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ· 
τόν ἀνακατεύουν μέ τίς δικές τους τοξίνες καί τόν κάνουν ἀχώνευτο 
καί ἀπορριπτέο ἀπό τό στομάχι τοῦ πεινασμένου ἀνθρώπου.
Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς ἀναπαύσεως καί τῆς παρακλήσεως τοῦ Πνεύματος,
πού προσφέρεται δωρεάν ἀπό τούς ταπεινούς καί κεκαθαρμένους, πού δέν ὑπολήπτονται τόν ἑαυτό τους.
Ἔτσι δωρεάν προσφέρουν τά τίμια, ἐπειδή τά ἔλαβαν.
Καί τούς εἶναι ὁ κόσμος εὐγνώμων, ἐνῶ αὐτοί ἐλεεινολογοῦν ἔσωθεν τόν ἑαυτό τους.
Τόν βλέπουν ὑπό κάτω πάσης κτίσεως, χειρότερο πάντων τῶν ἀνθρώπων
καί κατώτερο ὅλων τῶν κτηνῶν καί τῶν ἑρπετῶν.
Καί θαυμάζουν μόνο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τή σοφία καί τήν ἄρρητή Του πρόνοια γιά ὅλη τή δημιουργία
καί γι’ αὐτούς τούς ἴδιους καί ἄξιους πάσης καταδίκης.
Τελικά φαίνεται ὅτι κάνουν θεολογία οἱ μή θεολόγοι,
οἱ ἀληθινοί, οἱ ταπεινοί καί γνήσιοι ἄνθρωποι (πού ἐνίοτε μπορεῖ νά εἶναι καί θεολόγοι).
Αὐτοί πού μέσα ἀπό ὅλα τά βάσανα, τούς κόπους καί τίς δοκιμασίες,
φθάνουν σέ ἕνα ἐκ βαθέων «δόξα τῷ Θεῷ».
Καί αὐτό ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους καί τήν ἀνωστική δύναμι 
πού συνέχεια τούς φέρνει πρός τόν Θεό καί καθιστᾶ τό λόγο καί τήν παρουσία τους εὐλογία γιά τόν κόσμο καί τούς ἀδελφούς τους.
ΥΓ. Τό κείμενο ἔχει δημοσιευθεῑ στό τεῦχος 66 ( ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 1998) τοῦ περιοδικοῦ «ΣΥΝΑΞΗ».
Μόνη παρέμβαση εἶναι ἡ ὑπογράμμιση κάποιων προτάσεων πού χτύπησαν καμπανάκι στήν συνειδητότητά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου