Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η σφαγή των «αετών» στην Κεφαλονιά του 1943


Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε δώσει τη διαταγή να χτυπήσουν τους Ιταλούς χωρίς οίκτο


Η σφαγή χιλιάδων Ιταλών αιχμαλώτων πολέμου στην Κεφαλονιά αποτελεί ένα από ταμεγαλύτερα εγκλήματα της γερμανικής Βέρμαχτ στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα νέο βιβλίο φέρνει στο φως μαρτυρίες και άγνωστες λεπτομέρειες από το γεγονός αυτό μέσα από το οποίο σκιαγραφείται και η πραγματική ιστορία του «λοχαγού Κορέλι». 
Το 1940 ο Μπενίτο Μουσολίνι έστειλε τη Μεραρχία Άκουι στο αλβανικό μέτωπο όπου ενεπλάκη σε σφοδρότατες μάχες με τον Ελληνικό Στρατό. Αμέσως μετά τη νίκη των Γερμανών επί της Ελλάδας, μέλη της ιταλικής μεραρχίας αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα, ενώ Ιταλοί αλεξιπτωτιστές έπεσαν στην Κεφαλονιά και κατέλαβαν το δημαρχείο στο Αργοστόλι. Ήταν 29 Απριλίου του 1941. Ο ιταλικός στρατός κατοχής δεν έτυχε φιλικής υποδοχής, καθώς οι κάτοικοι του Αργοστολίου δεν είχαν ξεχάσει στους σφοδρούς βομβαρδισμούς που είχε υποστεί η πόλη τους τον Νοέμβριο του 1940. 

Στα τέλη του 1942 στην Κεφαλονιά στάλθηκαν περίπου 12.000 αξιωματικοί και στρατιώτες της μεραρχίας Άκουι, ενώ το καλοκαίρι του 1943 μετέβησαν στο νησί και δυνάμεις της Βέρμαχτ. Τον Σεπτέμβριο δόθηκε η εντολή στα γερμανικά στρατεύματα να αφοπλίσουν τα ιταλικά. Διοικητής της Μεραρχίας Άκουι ήταν ο 52χρονος στρατηγός Αντόνιο Γκαντίν, ο οποίος αφότου εξέτασε όλα τα ενδεχόμενα αποφάσισε ότι «δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα από την ειρηνική παράδοση των όπλων προκειμένου να αποφευχθεί η ανώφελη αιματοχυσία». 

Τότε, μέλη της ΕΠΟΝ σκόρπισαν στους δρόμους του Αργοστολίου φυλλάδια που απευθύνονταν στους Ιταλούς στρατιώτες και έγραφαν: «Μην παραδώσετε τα όπλα σας στους Γερμανούς που θέλουν να συνεχίσουν τη σφαγή της ανθρωπότητας. Αντισταθείτε στους ανωτέρους σας αν σας ζητήσουν να τα παραδώσετε». Όπως σημείωσε ο χρονογράφος Τζουζέπε Μοσκαρντέλι, «η διανομή των φυλλαδίων αυτών σήμανε την αρχή της ρήξης μεταξύ του στρατηγού Γκαντίν και των στρατιωτών του». 

Ο «Κορέλι». Στις εξελίξεις σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο λοχαγός Άμος Παμπαλόνι, ο άνθρωπος ο οποίος αποτέλεσε την έμπνευση για τη δημιουργία του λογοτεχνικού ήρωα του Λούι Μπερνιέρ, λοχαγού Κορέλι. Ο 32χρονος αντιφασίστας διοικούσε την 1η Πυροβολαρχία του 33ου Συντάγματος Πυροβολικού που απετελείτο από 150 άνδρες και είχε στρατοπεδεύσει στο λιμάνι του Αργοστολίου. Ο Ιταλός λοχαγός είχε καλλιεργήσει από νωρίς επαφές με ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ. 

Ο ίδιος ο Παμπαλόνι σε ηλικία 95 ετών, τον Ιανουάριο του 2005, διηγήθηκε στον συγγραφέα του βιβλίου: «Μετά τις σκληρές μάχες στο ελληνο-αλβανικό Μέτωπο, εμείς οι αξιωματικοί περνούσαμε ξεκούραστα στα νησιά. Το καθημερινό μας πρόγραμμα ήταν καθισιό και ιππασία. Μετά τις 25 Ιουλίου ήμασταν πλέον όλοι εναντίον του Μουσολίνι. Το μόνο που θέλαμε ήταν να επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Τα βράδια, όταν ίππευα προς το Αργοστόλι για να πάρω εκεί το απεριτίφ μου, συναντιόμουν στα καφενεία με τους ντόπιους Έλληνες. Μετά τις 9 Σεπτεμβρίου διεπίστωσα ξαφνικά ότι όλοι τους ήταν με κάποιον τρόπο αναμεμειγμένοι στην Αντίσταση. Συναδελφωθήκαμε. Κυριαρχούσε ομόνοια και απερίγραπτη χαρά, επειδή το τέλος του πολέμου έμοιαζε να είναι κοντά. Ούτε οι ΄Ελληνες φίλοι μου, ούτε εγώ, ούτε οι σύντροφοί μου στο στράτευμα θέλαμε να πατήσουν οι Γερμανοί στο νησί». Οι πρώτες συγκρούσεις. Το απόγευμα της 12ης Σεπτεμβρίου ο Παμπαλόνι και άλλοι αξιωματικοί συναντήθηκαν με τον Γκαντίν και τον ενημέρωσαν ότι δεν δέχονται να παραδώσουν τα όπλα τους στους Γερμανούς. Οι στασιαστές Ιταλοί αξιωματικοί μάλιστα άνοιξαν τις αποθήκες και μοίρασαν όπλα και πυρομαχικά στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. 

Όταν έγινε γνωστό ότι ο αφοπλισμός των Ιταλών στην Κέρκυρα απέτυχε, οι συμπατριώτες τους στην Κεφαλονιά αναθάρρησαν και άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ γερμανικών και ιταλικών δυνάμεων στο Αργοστόλι. Όλη πλέον η μεραρχία Άκουι αποφασίζει να αντισταθεί. Δύο ημέρες μετά, γερμανικές δυνάμεις θα αποβιβασθούν στις ακτές του νησιού υπό την κάλυψη των Στούκας. Οι βομβαρδισμοί θα προκαλέσουν στο Αργοστόλι μεγάλες καταστροφές καθώς η πόλη βομβαρδιζόταν ασταμάτητα από το ξημέρωμα μέχρι τη δύση του ηλίου. Οι κάτοικοι έφευγαν «με τορβάδες στους ώμους, καρατώντας μικρά παιδιά από το χέρι ή στην αγκαλιά, (...) κυρίως από τους δρόμους εξόδου προς την κατεύθυνση της Κρανιάς και του Λάσσιου», όπως έγραψε ο αυτόπτης μάρτυρας Λουκάτος. Βρήκαν καταφύγιο σε σπηλιές, σε απομακρυσμένα χωριά, ακόμα και μέσα στους μυκηναϊκούς τάφους στα Μαζαρακάτα. Όποιος δεν κατάφερε να εγκαταλείψει την πόλη «βίωσε στις 16 Σε πτεμβρίου ώρες βιβλικής καταστροφής». «Τους χτυπήσαμε αλύπητα». Ο Γερμανός στρατηγός Φον Μπούτλαρ-Μπράντενφελς κατέθεσε ότι η εγκληματική διαταγή για τη δολοφονία των Ιταλών στην Κεφαλονιά δόθηκε από τον Χίτλερ αυτοπροσώπως: «Ο Φύρερ ήταν εξαιρετικά αναστατωμένος και έδωσε την εντολή να μεταχειριστούν τους Ιταλούς αιχμαλώτους σαν να ήταν αντάρτες». Τα ξημερώματα της 17ης Σεπτεμβρίου έγινε η πρώτη μάχη μεταξύ Γερμανών και Ιταλών κοντά στο χωριό Αγκώνας. Ο διοικητής του 11ου γερμανικού λόχου υπολοχαγός Ζίγκβαρτ Γκέλερ σε μια από τις «επιστολές του από το μέτωπο», σαφώς υπονόησε αυτό που έχει καταγραφεί ιστορικά, δηλαδή τις δολοφονίες των Ιταλών αιχμαλώτων: «Στα νησιά της Κεφαλονιάς και της Κέρκυρας οι Ιταλοί αντιστάθηκαν και πίστεψαν μέσα στην παράλογη τύφλωσή τους και στην τόσο χαρακτηριστική τους αλαζονεία των ηλιθίων, ότι επρόκειτο να αλλαξουν τον ρου της Ιστορίας. Όσα αναγκάστηκαν να υποφέρουν οι συμπολεμιστές μας πέρα στην Αφρική και τη Σικελία εξαιτίας της προδοσίας τους μας έκαιγαν τα σωθικά. Και τους χτυπήσαμε, τους χτυπήσαμε έτσι όπως δεν χτυπήσαμε ποτέ κανέναν άλλον σε αυτόν τον πόλεμο». 


Το απόγευμα της 18ης Σεπτεμβρίου ο 15χρονος Παναγής Παπαδάτος επέστρεφε στο ορεινό χωριό του Κουρουκλάτα, όταν όπως διηγείται «είδα κοντά σε ένα εικονοστάσι πολλά σακίδια. Στη συνέχεια άκουσα πυροβολισμούς. Μόλις έστριψα, αντίκρυσα 5 ή 6 Γερμανούς να παίρνουν δύο άνδρες από μια ομάδα Ιταλών που ήταν ζαρωμένοι στο χώμα. Μόλις που μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους. Τους έσυραν μέχρι την άκρη του δρόμου, μπροστά στους θάμνους και τους πυροβόλησαν. Κατρακύλησαν στην απότομη πλαγιά. Εκεί βρισκόταν ήδη ένας σωρός από πτώματα». 

Ο Γερμανός διερμηνέας Βάλερτ θυμόταν πως είχε δει μια ομάδα Ιταλών αξιωματικών που είχαν παραδοθεί στις 20 Σεπτεμβρίου και φρουρούνταν στον σταθμό διοίκησης της ομάδας μάχης. Αφού τους αφαίρεσαν τα όπλα τους, τους προειδοποίησαν ότι θα τους εκτελούσαν «εάν έβρισκαν επάνω τους και άλλα όπλα». Όταν «το βράδυ ανακαλύφθηκε σε κάποιον από τους αξιωματικούς μια σφαίρα», έγραψε ο Βάλερτ, «οι αξιωματικοί εκτελέστηκαν, παρά τις διαμαρτυρίες τους, και παρά τις εκκλήσεις όσων κατάγονταν από το Νότιο Τιρόλο ότι ήταν και αυτοί Γερμανοί». 

Ο μόνος επιζών. Η 1η Πυροβολαρχία του 33ου ιταλικού Συντάγματος υπό τη διοίκηση του λοχαγού Άμος Παμπαλόνι μετακινήθηκε στο χωριό Διλινάτα τη νύχτα προς την 21η Σεπτεμβρίου και εκεί αιχμαλωτίστηκαν από Γερμανούς. Ο Παμπαλόνι έλαβε διαταγή να παρατάξει τους άνδρες του σε φάλαγγα για να ξεκινήσουν πορεία. Αφηγήθηκε στον συγγραφέα: «Προχωρούσα δίπλα στον Γερμανό αξιωματικό, στην κεφαλή της μονάδας μου. Ξαφνικά ο υπολοχαγός Τονιάτο άρχισε να απαγγέλλει βροντόφωνα τη νεκρώσιμη ακολουθία. Ήθελα να τον επιπλήξω, γιατί πίστευα ότι αποκαρδίωνε τους άνδρες. Δεν πρόλαβα όμως, γιατί τη στιγμή εκείνη ο Γερμανός αξιωματικός με πυροβόλησε στον σβέρκο. Έπεσα με το κεφάλι στο έδαφος. Δεν έχασα τις αισθήσεις μου και δεν ένιωθα πόνο. Τα πόδια μου ήταν πάνω στο κεφάλι του δύσμοιρου Τονιάτο. Αυτός είχε πεθάνει ακαριαία. Άκουσα ριπές από πολυβόλα, τις κραυγές των στρατιωτών μου και μεμονωμένους πυροβολισμούς, μάλλον για να αποτελειώσουν τους τραυματίες». 

Ο Άμος Παμπαλόνι ήταν ο μόνος που επέζησε από τη μονάδα του. Η σφαίρα διαπέρασε τον λαιμό του, χωρίς να χτυπήσει κάποιο ζωτικό σημείο. ΄Ελληνες αντάρτες βρήκαν τον Παμπαλόνι γύρω στο μεσημέρι. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του, «εκτελέστηκαν περίπου 80 άνδρες». Τον φρόντισαν στο σπίτι του ιερέα στα Φαρακλάτα και αργότερα φυγαδεύτηκε από το νησί. Κοντά στο Αγρίνιο εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ.
Εκτελούνται όλοι, μέχρι και τραυματιοφορείς και ιερείς. Κωμικοτραγική φιγούρα ένας αιχμάλωτος που προσπάθησε να σώσει τη ζωή του  τραγουδώντας άριες
Ορισμένοι αξιωματικοί αρνήθηκαν να παραδοθούν και μοίρασαν μάλιστα όπλα στον ΕΛΑΣ



Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1943 οι επιχειρήσεις αφοπλισμού των Ιταλών στην ηπειρωτική Ελλάδα προχωρούσαν κανονικά. Όμως στην Κεφαλονιά και την Κέρκυρα εμφανίστηκαν προβλήματα που γρήγορα κλιμακώθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και κατέληξαν στη σφαγή χιλιάδων Ιταλών στρατιωτών. Με βάση τον αριθμό των θυμάτων, που ανήκαν στην ιταλική Μεραρχία Άκουι («Αετοί») και υπολογίζονται σε 2.500, πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διέπραξε ποτέ η γερμανική Βέρμαχτ. 

Ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ πραγματοποίησε έρευνα 15 ετών σε αρχεία και πήρε δεκάδες συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες θέλοντας να καταγράψει την πορεία της 1ης Ορεινής Μεραρχίας της Βέρμαχτ που είχε σύμβολο το λουλούδι εντελβάις. 


«Το αίμα τους σχημάτιζε χείμαρρο» 

Στις 21 Σεπτεμβρίου, αφού η μονάδα του μπήκε στα Φραγκάτα, ο Γερμανός αξιωματικός Άλφρεντ Ρίχτερ σημείωσε στο ημερολόγιό του: 

«Δύο λόχοι αλπινιστών παραδίδονται χωρίς να ρίξουν έστω και μία σφαίρα. Είναι όλοι ήρεμοι και χαλαροί γιατί πιστεύουν ότι έσωσαν τη ζωή τους επειδή παραδόθηκαν οικειοθελώς. Μπαίνουμε στα Φραγκάτα και παραδίδουμε τους αιχμαλώτους μας. Εδώ έρχονται αντιμέτωποι με την τραγική τους μοίρα. Σε διμοιρίες, σύρονται στα κοντινά λατομεία και στα γύρω περιβόλια και θερίζονται από τα πολυβόλα του 98. Μένουμε στο χωριό δύο ώρες και όλο αυτό το διάστημα τα αυτόματα και τα πολυβόλα δεν σταματούν να σφυροκοπούν. Οι κραυγές φτάνουν μέχρι και μέσα στα σπίτια των Ελλήνων. Χωρίς να ληφθεί υπόψη η υπηρεσία του κάθε στρατιώτη εκτελούνται όλοι, μέχρι και τραυματιοφορείς και ιερείς. 

Κωμικοτραγική φιγούρα ήταν ένας αιχμάλωτος που προσπάθησε να σώσει τη ζωή του ανεβαίνοντας σ΄ ένα βάθρο και τραγουδώντας άριες όπερας με ωραία φωνή, παίρνοντας μια πραγματικά ιταλική πόζα». 

Λίγο αργότερα στο χωριό Τρωιανάτα 470 Γερμανοί της ομάδας μάχης Φάουτ που κρατούνταν αιχμάλωτοι από τους Ιταλούς εξεγείρονται και τους αιχμαλωτίζουν. Όπως διηγείται ο 16χρονος τότε Σπύρος Βαγγελάτος, οι Ιταλοί «ήταν γεμάτοι χαρά, κάποιος μάλιστα έπαιζε φυσαρμόνικα. Μου είναι κολλημένο στη μνήμη το τραγούδι “Μama, sono tanto felice perche ritorno da te” (Μητέρα, είμαι ευτυχισμένος, γιατί επιστρέφω κοντά σου). 

Ακολουθεί η σφαγή τους». 

«Από τα σώματά τους ξεπηδούσαν ρυάκια αίματος», αφηγείται ο στρατιωτικός ιερέας Φορμάτο. 

«Έτρεχαν στην πλαγιά και ενώνονταν σε έναν κατακόκκινο χείμαρρο. Κραυγές γέμιζαν τους αιθέρες. Και μετά ακουγόταν μόνο ένας ρόγχος, έως ότου ο σωρός των 900 μαρτυρικών σωμάτων σώπασε. Οι Γερμανοί σκαρφάλωσαν στους σωρούς των πτωμάτων και άρχισαν να πυροβολούν με τα αυτόματα όπλα τους προς τα κάτω. Αλλά ούτε με τον τρόπο αυτόν βρήκαν όλοι τον θάνατο. Οι σφαίρες δεν έφτασαν σε όσους είχαν σκεπαστεί από τα πολλά πτώματα. Ακούγονταν ακόμα ρόγχοι και βογκητά. Οι Γερμανοί σκαρφίστηκαν ένα άσπλαχνο τέχνασμα. Φώναξαν: «Ήρθαν τραυματιοφορείς. Όποιος ζει ακόμα να φανερωθεί. Θα του χαριστεί η ζωή και θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο». Έπειτα από λίγο, περίπου 20 άνθρωποι σύρθηκαν έξω με μεγάλη δυσκολία, αιμόφυρτοι, τραυματισμένοι, τρομοκρατημένοι. Οι δολοφόνοι έσκασαν στα γέλια και τους σκότωσαν με μια τελευταία ριπή του πολυβόλου». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου