Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 41-56)



 

 
7 Νοεμβρίου 1965


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Γιὰ δυὸ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς λέγει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία μιᾶς γυναίκας ἀπὸ ἀρρώστια ποὺ τὴν βασάνιζε δώδεκα χρόνια. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀνάσταση ἑνὸς κοριτσιοῦ. Καὶ τὰ δυὸ εἶναι θαύματα τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ἔχει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τῆς θεϊκῆς του παντοδυναμίας.

Ἂς ἀκούσουμε στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα πῶς τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ τὰ δυὸ ἐτοῦτα θαύματα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ· τὸν ἔλεγαν Ἰάειρο κι αὐτὸς ἦταν προϊστάμενος τῆς συναγωγῆς· ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μπῆ στὸ σπίτι του, γιατ' εἶχε μία μοναχοκόρη ὡς δώδεκα χρονῶν κι αὐτὴ ἀπ' ὥρα σὲ ὥρα ἦταν νὰ πεθάνη. Κι ἐκεῖ ποὺ πήγαινε ὁ Ἰησοῦς ὁ πολὺς κόσμος τὸν ἔπνιγαν. Καὶ μία γυναίκα, ποὺ εἶχε αἱμορραγία ἐδῶ καὶ δώδεκα χρόνια κι εἶχε ξοδέψει σὲ γιατροὺς ὅλο της τὸ βίο κι ἀπὸ κανένα δὲν εἶδε γιατρειά, πλησίασε ξωπίσω καὶ ἄγγιξε τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ φόρεμα τοῦ Ἰησοῦ κι ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Κι εἶπε ὁ Ἰησοῦς· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Κι ἐνῶ ἀρνιοῦνταν ὅλοι, εἶπε ὁ Πέτρος κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν μαζί του. Κύριε, ὁ κόσμος σὲ σπρώχνουν καὶ πέφτουν ἐπάνω σου καὶ λές· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· κάποιος μὲ ἄγγιξε· γιατί ἐγὼ κατάλαβα πὼς βγῆκε δύναμη ἀπὸ πάνω μου. Κι ὅταν εἶδε ἡ γυναίκα πὼς δὲ μπόρεσε νὰ τοῦ κρυφτῆ, ἦλθε τρέμοντας, γονάτισε μπρός του καὶ τοῦ ξωμολογήθηκε μπροστὰ σ' ὅλο τὸν κόσμο γιὰ τὴν αἰτία ποὺ τὸν ἄγγιξε καὶ πὼς γιατρεύτηκε ἀμέσως. Κι ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε· ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε, πήγαινε στὸ καλό. Ἐνῶ ἀκόμα μιλοῦσε, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυνάγωγου καὶ τοῦ λέγει· πέθανε ἡ θυγατέρα σου, μὴν ἐνοχλεῖς τὸ διδάσκαλο. Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ τὸ ἄκουσε ἀποκρίθηκε στὸν ἀρχισυνάγωγο καὶ τοῦ λέγει· μὴ φοβάσαι· μόνο νὰ πιστεύης καὶ θὰ σωθῆ. Κι ὅταν μπῆκε στὸ σπίτι δὲν ἀφῆκε νὰ μπῆ κανένας παρὰ μόνο ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης κι ὁ πατέρας τοῦ κοριτσιοῦ κι ἡ μητέρα. Ἔκλαιαν ὅλοι καὶ θρηνοῦσαν τὸ παιδί. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν γελοῦσαν, γιατ' ἤξεραν πὼς πέθανε. Κι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, κράτησε ἀπὸ τὸ χέρι τὸ κορίτσι, τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε· παιδί μου, σηκώσου. Καὶ ξαναγύρισε τὸ πνεῦμα τοῦ παιδιοῦ κι ἀναστήθηκε ἀμέσως κι ὁ Ἰησοῦς διάταξε νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάγη. Οἱ γονιοὶ του τὰ 'χασαν· κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς παράγγειλε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν ἐτοῦτο ποὺ γίνηκε.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶν' ὁ γιατρός μας· ὁ μεγάλος καὶ πρῶτος μας γιατρός. Ἔχει δυὸ μοναδικὰ προσόντα ὁ γιατρὸς μας Ἰησοῦς Χριστός· πρῶτα μᾶς ἀγαπάει ὅσο δὲν τὸ βάζει ὁ νοῦς μας κι ὕστερα ἔχει δύναμη ποὺ νὰ μπορῆ τὰ πάντα. Γιατί τὰ θαύματα ποὺ βλέπουμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνει ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πράξεις μόνο τῆς παντοδυναμίας του, μὰ καὶ τῆς ἀγάπης του· πρῶτα τῆς ἀγάπης του κι ὕστερα τῆς παντοδυναμίας του.

Μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεὸς κι ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπάει γι' αὐτὸ δείχνει τὴ δύναμή του στὸν κόσμο. Καὶ δὲν εἶν’ ἄλλο πράγμα, χριστιανοί μου, ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ μάλιστα στὴν ἀρρώστια. Εἶναι βέβαια καὶ ἡ Ἐπιστήμη. Ποιὸς τὸ λέει πὼς δὲν εἶναι ἡ Ἐπιστήμη; Μὰ ὁ καλύτερος ἐπιστήμονας γιατρός, ἂν δὲν ἀγαπάη τὸν ἄνθρωπο ποὺ 'χει στὰ χέρια του, ἀλήμονο στὸν ἄρρωστο. Μὰ νὰ μὴ μᾶς περάση ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι γιατρὸς ἐπιστήμονας. Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεός. Οἱ θεραπεῖες ποὺ κάνει εἶναι θαύματα τῆς θεϊκῆς του δυνάμεως. Δὲν κάνει διάγνωση, δὲν γράφει συνταγές, δὲν ὁρίζει θεραπεία, μὰ δίνει δύναμη στὸν ἄρρωστο ἀπὸ τὴ δύναμή του· «ἐγὼ κατάλαβα πὼς βγῆκε δύναμη ἀπὸ πάνω μου», τὸν ἀκοῦμε νὰ λέγη σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο.

Χριστιανέ μου, στὴν ἀρρώστια σου φώναξε τὸ γιατρό, ρώτησε τὴν Ἐπιστήμη, μὰ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ζήτησε τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ δῶρο σὲ μᾶς εἶναι καὶ ἡ Ἐπιστήμη, δικός του ἄνθρωπος εἶναι κι ὁ γιατρός· ὁ καλὸς γιατρός, ὄχι μόνο ποὺ ξέρει τὴν Ἐπιστήμη του, μὰ καὶ ποὺ ἀγαπάει τοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δὲν εἶναι μόνο ὁ γιατρός μας, εἶναι κι ἡ ζωή μας. Καὶ πεθαμένοι νὰ 'μαστε ἐκεῖνος μᾶς ἀνασταίνει, ὅπως τὸ εἴδαμε καὶ τοῦτο στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Κι ὁ νοῦς μας τώρα πάει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἐκείνων ποὺ ἀνάστησε ὁ Χριστός, καθὼς μᾶς λένε τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ἐκείνων ποὺ θ' ἀναστήση στὴ δευτέρα παρουσία. Νὰ μὴν τρομάξη κανένας, ἂν ποῦμε πὼς ἐτοῦτο εἶναι τὸ λιγώτερο. Αὐτὲς εἶναι ἀναστάσεις τῶν σωμάτων· μὰ τὶς πνευματικὲς ἀναστάσεις ποιὸς τὶς βλέπει καὶ ποιὸς τὶς λογαριάζει; Ἤμαστε νεκροὶ ἀπὸ τὰ παραπτώματα καὶ μᾶς ἀνάστησε καὶ μᾶς ἔδωκε ζωὴ ὁ Χριστός, λέει ὁ Ἀπόστολος. Ἐτούτη εἶναι ἡ ζωὴ κι ἐτούτη εἶναι ἡ ἀνάσταση, ὄχι μόνο ἡ σωματική, μὰ καὶ ἡ πνευματική· πρῶτα ἡ πνευματικὴ κι ὕστερα ἡ σωματική, γιατί ἡ ψυχὴ κινάει τὸ σῶμα, κι ἂν εἶναι πεθαμένη ἡ ψυχή, νεκρὸ εἶναι καὶ τὸ σῶμα κι ἂς φαίνεται πὼς ἔχει ὑγεία καὶ ζωή. Τρῶς ἐσὺ καὶ πίνεις καὶ κάνεις ὅ,τι σοῦ λένε οἱ ἐπιθυμίες σου, καὶ θαρρεῖς πὼς εἶσαι γερὸς καὶ ζωντανός, καὶ δὲν τὸ λογιάζεις πὼς ἡ ψυχή σου εἶναι πεθαμένη. Ποιὸς θὰ τῆς δώση ζωὴ καὶ ποιὸς θὰ τὴν ἀναστήση; Ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση. Ἂν μείνης ἔτσι μὲ πεθαμένη τὴν ψυχή σου κι ἔρθη ἡ μέρα νὰ πεθάνη καὶ τὸ σῶμα σου, θὰ πᾶς στὸν ἄλλον κόσμο πεθαμένος δυὸ φορές, καὶ στὴ δευτέρα παρουσία θ' ἀναστηθῆς «εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» κι ὄχι «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς». Ἡ ψυχή σου θὰ πάη τότε νὰ βρῆ τὸ σῶμα, ὄχι γιὰ νὰ ζήση, μὰ γιὰ νὰ κολαστῆ μαζί του.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἂν τύχη κι ἀρρωστήσουμε, ἔχουμε γιατρό μας τὸ Χριστό. Κι ἂν τύχη καὶ μᾶς εὕρη ὁ θάνατος, ἔχουμε ζωή μας τὸ Χριστό. Ἂς φοβούμαστε πιότερο νὰ μὴν ἀρρωστήση καὶ νὰ μὴν πεθάνη ἡ ψυχή μας. Κι ἂς φροντίζουμε, ὅταν φεύγουμε ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, μετανοιωμένοι καὶ ξωμολογημένοι, νὰ 'ναι ἡ ψυχὴ μας ζωντανή. Γιὰ νὰ βρίσκη ἐκεῖ ποὺ πάει ἀνάπαυση καὶ νὰ περιμένη ἀνάσταση ζωῆς. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου