Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Οἱ ἄλλοι (Λουκ. η΄ 41-56)



«Ἔτσι κάνουν ὅλοι», «Ἐγώ γιατί νά διαφέρω ἀπό τούς ἄλλους;», «Ποῦ ζεῖς; Δέν βλέπεις τί γίνεται γύρω σου» καί πολλές ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις ἔχουν ἐπινοηθεῖ γιά νά κατοχυρώσουν ὡς κυρίαρχη τήν τάση νά μή διακρίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τούς ὑπόλοιπους, ἀλλά νά ὑποτάσσεται στά κελεύσματα καί τήν ἡγεμονεύουσα νοοτροπία τῆς κοινωνίας στήν ὁποία ἀνήκει. Πρόκειται οὐσιαστικά γιά μιά διαστροφή, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό κάτι τό ὑγιές, τήν ἀνάγκη γιά κοινωνικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί ἔνταξή του σέ κάποιο σύνολο, ἐξελίσσεται ὅμως ἀρρωστημένα, ὅταν ἡ μοναδικότητα τῆς προσωπικότητας καταργεῖται, χάριν τοῦ μιμητισμοῦ καί τῆς προσαρμογῆς στά συλλογικά στερεότυπα πού κυριαρχοῦν.

Κι αὐτό ἐνέχει πολλούς πνευματικούς κινδύνους, ἰδίως γιά τούς νεώτερους, οἱ ὁποῖοι καθώς ἀναζητοῦν τόν προορισμό τῆς ζωῆς τους, ἀντιγράφουν, ταυτίζονται, μιμοῦνται, καθώς ἐντυπωσιάζονται, ἐπηρεάζονται, παθιάζονται καί τελικά ἀκολουθοῦν ἀδιάκριτα καί ἀπερίσκεπτα ὅ,τι ἐκθαμβωτικά λάμπει, πιστεύοντας τό γιά χρυσό, χωρίς νά κατανοοῦν ὅτι εἶναι δόλωμα, χωρίς νά βλέπουν τήν παγίδα ἀπό πίσω.


Οἱ συμπνίγοντες ὄχλοι

Χιλιάδες λαοῦ ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, καθώς πορευόταν πρός τό σπίτι, ὅπου τόν εἶχε καλέσει ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος γιά νά θεραπεύσει τή βαριά ἀσθενοῦσα, μονάκριβη κόρη του. Καί μάλιστα «συνέπνιγον αὐτόν», δηλαδή εἶχαν κολλήσει ἐπάνω του, ὥστε νά δημιουργεῖται ἕνα κινούμενο ἀνθρώπινο τεῖχος. Μοναδική εὐλογία νά μπορεῖς ν’ ἀκουμπήσεις τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κι ὅμως, οἱ ὄχλοι συνωθοῦνται ἀσυγκίνητοι, κυριευμένοι ἀπό ἐπιπόλαιη περιέργεια καί ἔξαψη νά δοῦν τόν Χριστό νά θαυματοποιεῖ, χωρίς νά τούς ἀγγίζει τό «θέαμα» βαθύτερα, ἀδιάφοροι γιά ὁτιδήποτε πνευματικό.

Καί μέσα σέ ὅλους αὐτούς, μόνη μία γυναίκα, ταλαιπωρημένη ἀπό τό πρόβλημά της, ἔχοντας χάσει ὅλη της τήν περιουσία, ψάχνοντας τήν ἴαση καί ἀπελπισμένη ἀπό τούς ἀνθρώπους, προσέρχεται γεμάτη πίστη, δηλαδή ὁλοκληρωτική ἐξάρτηση ἀπό τό θεῖο ἔλεος. Καί ἔρχεται μήν τολμώντας νά διεκδικήσει, χωρίς ν’ ἀνοίξει τό στόμα της, πιστεύοντας ὅτι δέν εἶναι ἄξια ν’ ἀπασχοληθεῖ μαζί της ὁ Διδάσκαλος. Τό μόνο πού θέλει εἶναι ἁπλῶς νά τόν ἀκουμπήσει. Κι αὐτή ἡ ἐπαφή, πού γίνεται χωρίς ἐξωτερικά νά διαφέρει ἀπό τά ἀκουμπίσματα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων στόν Χριστό, ἐπιφέρει τέτοια ἀνατροπή καί ἀποκάλυψη πού τήν καθιστᾶ ἄξια μνείας ἀνά τούς αἰῶνες ὅπου κηρύσσεται τό Εὐαγγέλιο.

«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;» ρωτᾶ ὁ Χριστός ὅταν οἱ ὄχλοι τόν συνθλίβουν, γιά νά καταδείξει τή διαφορά τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού διέκριναν τή συγκεκριμένη ψυχή ἀπό ὅλες τίς ἄλλες. Κι ἐνῶ καί ἄλλοι ἐνδεχομένως ἀπό τούς παρόντες νά εἶχαν ἀνάγκη θαυμαστῆς θεραπείας, αὐτή ἐνεργεῖται μόνο στή γυναίκα πού τή λαμβάνει, ἀκριβῶς γιατί διέφερε ἀπό ὅλους τους ἄλλους. Ἡ μόνη πού δέν ἔκανε «ὅ,τι ὅλοι οἱ ἄλλοι», εἶναι καί ἡ μόνη πού εὐεργετεῖται. Ὄχι μόνο γιατί λαμβάνει τή θεραπεία. Ἀλλά γιατί ἐπιβραβεύεται μέ κάτι πολύ ἀνώτερο: «Πορεύου εἰς εἰρήνην». Δηλαδή, ὁ Χριστός μας τήν ἐπιβραβεύει γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς της, γιά τό γεγονός ὅτι πορεύεται μέ ἐνσυνείδητα πιστεύματα καί ξεκάθαρη στάση ἀπέναντί του, χωρίς νά συναγελάζεται, νά συμμορφώνεται καί νά ὑποτάσσεται καιροσκοπικά, γι’ αὐτό καί τῆς παραγγέλλει νά συνεχίσει νά ζεῖ ἔτσι. Νά μήν ἔχει ἀμφιβολίες γιά τό ὅτι αὐτό πού ἔκανε ἦταν τό σωστό καί νά ἀναπαύεται πνευματικά μέ τόν δρόμο τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού ἔχει ἐπιλέξει.


Πρόσωπα κι ὄχι μάζα

Πόσοι καί πόσοι δέν συνωθοῦνται μέσα στούς Ναούς μας, ἰδίως στίς μεγάλες ἑορτές καί τίς πανηγύρεις Ἁγίων. Πόσο ὅμως, ὅλοι αὐτοί εἶναι λαός τοῦ Θεοῦ διακρινόμενοι ἀπό πίστη καί ἀρετή, καί πόσο εἶναι ὄχλος πού, ὅπως τότε, ἔρχεται καί συνθλίβει καί συνθλίβεται χωρίς νά ὠφελεῖται, ἀκριβῶς διότι δέν ἐνεργεῖ ἐνσυνείδητα καί δέν πορεύεται μέ γνώμονα τήν πίστη. Ἀκόμη, χειρότερα, πόσοι καί πόσοι δέν προσέρχονται στό «ποτήριον τῆς ζωῆς» καί δέν ἀκουμποῦν ἁπλῶς, ἀλλά μεταλαμβάνουν τόν ὅλο Χριστό, γιατί «εἶναι ἔθιμο», «γιά τό καλό», «ἔτσι ἀπό συνήθεια», χωρίς τήν προετοιμασία τῆς ἐξομολόγησης, τῆς νηστείας, τῆς ἐλεημοσύνης… Πόσο ὅμοιες εἶναι οἱ καταστάσεις τότε καί τώρα. Ἄραγε πόσοι τώρα διακρίνονται, ὠφελοῦνται καί σώζονται;

Κι ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὡς Μητέρα τούς δέχεται ὅλους, χωρίς διακρίσεις καί ἀποκλεισμούς, ταυτόχρονα προειδοποιεῖ. Πόσοι προσέχουμε τή λειτουργική αἴτηση: «Ὑπέρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καί τῶν μετά πίστεως, εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῶ»; Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μας ὄχι γιά ὅλους ὅσοι σωματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό, ἀλλά μόνο γιά ὅσους μέ πίστη, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ πνευματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό. Καλεῖ «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» νά κοινωνήσουμε. Μέ ἄλλα λόγια θέτει προϋποθέσεις. Ποῦ στοχεύουν αὐτές; Ὄχι στό νά μᾶς δυσκολέψουν, ἀλλά νά μᾶς διευκολύνουν στήν ἐνσυνείδητη λήψη ἀποφάσεων, ὥστε νά μήν ὑπάρχουμε οἱ Χριστιανοί ὡς μάζα, ἀλλά ὡς σύνολο συνειδητοποιημένων προσώπων, ἀγωνιζόμενων γιά τήν κατάκτηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ὁ Χριστός μᾶς θέλει ξεκάθαρους καί ἀποφασισμένους στή σχέση μας μαζί του καί αὐτό σημαίνει, προσωπικότητες μέ ἀρχές καί ἀξίες πού δέν τίς προδίδουν κατά τίς περιστάσεις, ἐπειδή «ἔτσι κάνουν οἱ ἄλλοι», ἀλλά τίς ἐγκολπώνονται καί μένουν σταθεροί σ’ αὐτές μέ ὅποιο κόστος καί τίμημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου