Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιμαντική Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιμαντική Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2017

Ἁγιότητα καὶ ἐνηλικίωση

Ψυχολογικὴ καὶ Ποιμαντικὴ προσέγγιση


Κάθε ἀπόπειρα προσέγγισης αὐτοῦ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζουμε πορεία πρὸς τὴν ἁγιότητα πρέπει νὰ διέπεται ἐκ προοιμίου ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἀποφυγῆς μερικῶν θεμελιωδῶν λαθῶν. Τέτοια λάθη μπορεῖ νὰ γίνουν ὑπὸ τὴν ἐπήρεια μιᾶς νοοτροπίας ποὺ στηρίζει τὶς ἀξιολογήσεις της στὴν ἀπόλυτη διάκριση μεταξὺ «Ἱεροῦ» καὶ «βέβηλου» μεταξὺ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου. Τοῦτο συνεπάγεται τὴν ἀποδοχὴ ὡς αὐτονόητου τοῦ διαχωρισμοῦ μεταξὺ ὅσων πιστεύουμε πὼς καθορίζουν τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἁγιότητα καὶ ὅλων ὅσα διέπουν τὴν καθημερινότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Πρέπει, ἐπίσης, νὰ θυμόμαστε πὼς ἡ θρησκευτικότητα ποὺ ἀναπτύσσει ἕνας νέος δὲν εἶναι «αὐτοφυής». Ὁ τρόπος ποὺ βιώνεται ἡ θρησκευτικὴ πίστη καὶ καλλιεργεῖται ἡ ἐπιθυμία ἐκζήτησης τῆς ἁγιότητας διαμορφώνεται μέσα στὸ οἰκογενειακό, στὸ κοινωνικό. στὸ πολιτισμικό, στὸ ἐκπαιδευτικὸ καὶ στὸ ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὅποιο ζεῖ καὶ ἠλικιώνεται αὐτὸς ὁ νέος.

Τὸ παιδὶ ποὺ θέλει -ἢ θέλουμε- νὰ πορευτεῖ πρὸς τὴν ἁγιότητα ἔχει ἤδη τὸν ψυχισμό του, τὴ δομὴ τῆς προσωπικότητάς του, τὴ βιολογικὴ καὶ τὴν ψυχολογική του κληρονομιὰ πάνω στὰ ὁποῖα ἐπιδροῦν καταλυτικὰ οἱ ἐμπειρίες ποὺ ἀποκτᾶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὸν περιβάλλοντα κόσμο.

Εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν πορεία πρὸς τὴν ἁγιότητα ἀγνοώντας ἢ παραγνωρίζοντας αὐτὴν τὴ δεδομένη πραγματικότητα, ἀφοῦ αὐτὴ προσδιορίζει προκαταβολικὰ ὅ,τι καλεῖται ἁγιαζόμενο νὰ μεταμορφωθεῖ;

Οἱ ἐπιστήμονες τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, οἱ ὁποῖοι μελετοῦν τὶς ψυχολογικὲς διεργασίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες περνᾶ ὁ νέος ἄνθρωπος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὴν ἐνηλικίωση, καταγράφουν πολύτιμες παρατηρήσεις, καὶ μᾶς τροφοδοτοῦν μὲ γνώσεις ἀξιοποιήσιμες πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς καλύτερης κατανόησης ὅσων προαναφέρθηκαν. Οἱ γνώσεις αὐτὲς φωτίζουν ἐπίσης τὸν προβληματισμὸ σχετικὰ μὲ τὰ πιθανὰ λάθη ποὺ μπορεῖ νὰ γίνουν, ὅταν «πιέζουμε» πρὸς μιὰ μορφὴ ἁγιότητας μὲ προδιαγραφές, ἀσύμβατες μὲ τὴν ἰδιοσυστασία καὶ τὶς δυνατότητες τοῦ ἀναπτυσσόμενου παιδιοῦ.

Ἀπὸ τὴν τεράστια δεξαμενὴ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν ἐπιλέγουμε νὰ ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας στὴν προσέγγιση μερικῶν ἀπὸ τὶς πιὸ τυπικὲς διεργασίες ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν πορεία πρὸς τὴν ἐνηλικίωση.

Μεγάλο μέρος τῆς ψυχολογικῆς ἀναστάτωσης ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐφηβεία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐπαναδιαπραγμάτευση τῶν παιδικῶν ψυχοσυγκρούσεων. Ὁ ὅρος ἀναφέρεται κυρίως σὲ ψυχολογικὲς συγκρουσιακὲς καταστάσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴ σεξουαλικότητα.

Κατὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία θὰ ὑπάρξουν, ἀναπόφευκτα, μεταξὺ γονέων καὶ παιδιῶν «ἐμπόλεμες» καταστάσεις. Στὸ πλαίσιο τῆς διαπαιδαγώγησης θὰ ἐπιβληθοῦν τιμωρίες, ἐνδεχομένως χειροδικίες ἢ ἄλλες ἄμεσες ἢ ἔμμεσες «παιδαγωγικὲς» παρεμβάσεις, οἱ ὁποῖες εἰσπράττονται ὡς ἐπιθετικὲς πράξεις. Ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθετικότητα ποὺ διακινοῦν στὸ παιδὶ εἶναι δυσανάλογα πρὸς τὶς σωματικές του δυνάμεις καὶ τὸ δέος μπροστὰ στὸν παντοδύναμο γονέα. Αὐτὲς οἱ ψυχολογικὲς ἐντάσεις βρίσκουν διέξοδο εἴτε μέσω συμβολικῶν πράξεων (βλέπε κατεστραμμένα παιγνίδια ἢ τὸ παιγνίδι-πόλεμος) εἴτε μέσῳ τῆς φαντασίας (βλέπε παραμύθια μὲ «κοντορεβιθούληδες» ποὺ νικοῦν δράκους καὶ γίγαντες κλπ.). Στὴν ἐφηβεία, ὅμως, οἱ σωματικὲς δυνάμεις καθιστοῦν δυνητικὰ ἐφικτὴ τὴν ἄμεση ἔκφραση τοῦ θυμοῦ. Κατὰ συνέπεια, οἱ ἐπιθετικὲς διαθέσεις συνιστοῦν τόσο ἐσωτερικὴ ψυχολογικὴ ἀπειλὴ ὅσο καὶ ἔντονα ἐνοχοποιητικὴ κατάσταση στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἐφήβου.

Ἀνάλογα ἰσχύουν καὶ στὸν τομέα τῆς σεξουαλικότητας. Ξαφνικά, ἡ φυσικὴ παρουσία τῶν πιὸ ἀγαπημένων καὶ οἰκείων προσώπων προκαλεῖ ἄγχος καὶ ἀνάγκη ἀποστασιοποίησης. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι οἱ πιὸ ἁπλὲς καὶ τρυφερὲς ἐκδηλώσεις, ὅπως τὸ χάδι, ἡ ἀγκαλιά. τὸ φιλὶ κ.λπ., τρομάζουν τὸν ἔφηβο καὶ δημιουργοῦν ψυχολογικὴ σύγχυση, καθὼς τὸ σῶμα βρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀπειλητικὴ φόρτιση τῆς ἀφυπνιζόμενης σεξουαλικότητας.

Τόσο ἡ ἐπιθετικότητα ὅσο καὶ ἡ σεξουαλικότητα ἀπαιτοῦν τὴν τακτοποίηση τῶν συσσωρευμένων ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ψυχολογικῶν ἐκκρεμοτήτων, ὥστε νὰ γίνουν ἐφικτὲς οἱ ὥριμες, ὑπεύθυνες καὶ μὴ συγκρουσιακὲς ἀνάλογες σχέσεις στὸν ἐνήλικο βίο. Ἐὰν αὐτὴ ἡ πραγματικότητα δὲν ἀναγνωριστεῖ, ἐὰν ὁ τρόπος παιδαγωγικῆς καὶ πνευματικῆς ἀντιμετώπισης αὐτῶν τῶν φαινομένων στηριχθεῖ στὴν ἄρνηση παραδοχῆς τῆς ὕπαρξής τους, στὴν ἀπαξίωση, στὴν ἐνοχοποίηση ἢ στὴ δαιμονοποίηση, τότε εἶναι πιθανὸν οἱ ἐπιπτώσεις νὰ εἶναι σοβαρές. Ἡ μὴ κατὰ μέτωπο καὶ ἡ χωρὶς ρεαλισμὸ ἀντιμετώπιση αὐτῶν τῶν φυσιολογικῶν καταστάσεων μὲ σκοπὸ τὴν ἀνάπτυξη στὸν νέο ἄνθρωπο ἀγωνιστικοῦ φρονήματος καὶ νηφάλιας καὶ ὑπεύθυνης στάσης ὁδηγεῖ κάποτε στὴν ὀργάνωση νευρωτικῶν προσωπικοτήτων. Ἐδῶ ἐντάσσεται καὶ ἡ παθολογικὴ κατάσταση ποὺ στεγάζεται ὑπὸ τὸν ἐπιστημονικὸ ὅρο ψευδὴς ἑαυτός.

Στὴν ψυχιατρικὴ βιβλιογραφία συναντᾶμε τὴν καταγραφὴ περιπτώσεων, στὶς ὁποῖες ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ ἐμφανίζεται κυριαρχούμενη ἀπὸ τὴ θρησκευτικότητα, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὑποκρύπτει ἔντονες ἀσυνείδητες συγκρουσιακὲς καταστάσεις. Τέτοιο παράδειγμα εἶναι ὁ λεγόμενος ἀσκητικὸς ἔφηβος. Ἡ ἀναφορὰ δὲν παραπέμπει στὴν ἀσκητικὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ σὲ μιὰ ἐγωκεντρική, ὑπερβολικὰ αὐστηρὴ (ὑπερεγωτικὴ) στάση τοῦ ἴδιου τοῦ παιδιοῦ πρὸς τὸν ἑαυτό του. Πρόκειται γιὰ κατάσταση, ὅπου ἡ προηγηθεῖσα ψυχολογικὴ συγκρότηση καὶ ἀνάπτυξη ἐμπεριέχει πολλὰ στοιχεῖα ἐνοχοποίησης καὶ συγκρούσεων, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἔφηβος νὰ τρομάζει μὲ τὶς ἴδιες του τὶς ἐπιθυμίες. Ἡ αἴσθηση ἀδυναμίας νὰ ἐπεξεργαστεῖ καὶ νὰ διαπραγματευτεῖ τὶς ἐνορμήσεις του μέσα στὸ πλαίσιο τῶν περιορισμῶν ποὺ ἐπιβάλλει ἡ πραγματικότητα, ὁδηγεῖ σὲ λύσεις ποὺ μοιάζουν μὲ κήρυξη πολέμου ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του.

Παρὰ τὸν ἔντονα νευρωτικὸ χαρακτήρα αὐτῆς τῆς κατάστασης, ἐνδέχεται τὸ περιβάλλον νὰ ἐκλάβει τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις σὰν σημάδια πρώιμων ἐκδηλώσεων τῆς κλίσης γιὰ ἀφιέρωση σὲ πνευματικότερους τρόπους ζωῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἡ εὐόδωση πρόωρων καὶ ἄκαιρων ἐπιλογῶν εἴτε αὐτὲς ἀφοροῦν τὸν μοναχισμὸ εἴτε ἄλλου τύπου ἀφιερώσεις εἴτε συνεπάγονται τὴν πίεση γιὰ ἐξαναγκασμὸ στὸ ἀντίθετο, ὅπως πρόωροι καὶ βεβιασμένοι γάμοι ἢ δεσμεύσεις γιὰ ἔγγαμη ἱεροσύνη. Εἶναι προφανὲς ὅτι κάθε ἐπιλογὴ ποὺ στηρίζεται σὲ ψυχολογικὰ ἀδιέξοδα καὶ ὄχι σὲ ἑκούσιες, ὥριμες ἐπιλογὲς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔχει ὀδυνηρὲς ἐπιπτώσεις τόσο στὸν ἀτομικὸ ὅσο καὶ στὸν κοινωνικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ βίο.

Ὑπὸ τὸ κράτος παρόμοιων ψυχολογικῶν μηχανισμῶν μπορεῖ νὰ συναντήσουμε καὶ τὴν ἄλλη ὄψη τοῦ ἰδίου νομίσματος, Πρόκειται γιὰ τὸν λεγόμενο ἀσυμβίβαστο ἔφηβο, ὁ ὁποῖος δίνει τὴν ἐντύπωση τοῦ προκλητικοῦ ἐπαναστάτη. Ἡ προκλητικὴ συμπεριφορὰ παρουσιάζεται μερικὲς φορὲς σὰν υἱοθέτηση στάσεων ποὺ κατακρίνουν καὶ ἀμφισβητοῦν τὰ «παραδεδομένα» στὸ ὄνομα μιᾶς αὐθεντικότερης ἔκφρασης τῆς πίστης. Στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ προσπάθεια ἀποφυγῆς τοῦ ἄγχους προσαρμογῆς στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐνηλικίωσης καὶ ἐκφράζει μεγάλη δυσκολία ἀντιμετώπισής τους εἰσπράττοντας πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς ὄχι ὡς ἀπαιτήσεις ὡρίμανσης ἀλλὰ σὰν ψυχολογικὴ ἀπειλή.

Τελικά, καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη καθὼς καὶ στὶς πολλὲς ἐνδιάμεσες καταστάσεις, μπορεῖ νὰ ἐπικρατεῖ μιὰ μορφὴ θρησκευτικότητας ποὺ δημιουργεῖ ἕνα εἶδος ἀπατηλῆς αἴσθησης διεκδίκησης ἢ ἀκόμη καὶ κατάκτησης τῆς ἁγιότητας. Πρέπει νὰ τονιστεῖ μὲ ἔμφαση ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ ὑποκρισία ἀλλὰ γιὰ τὸν ἐγκλωβισμὸ τοῦ ἐφήβου πίσω ἀπὸ ἕνα προσωπεῖο ἁγιότητας. Αὐτὸ ποὺ συμβαίνει εἶναι ἡ καταδυνάστευση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ἀπὸ νευρωτικοὺς ψυχολογικοὺς μηχανισμοὺς ἄμυνας, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν στὸν σχηματισμὸ αὐτοῦ ποὺ στὴν ψυχολογικὴ γλώσσα -ὅπως προαναφέραμε- ὁρίζεται ὡς «ψευδὴς ἑαυτός».

Μορφοποιεῖται ἔτσι μία κατάσταση, ἡ ὁποία ἀφενὸς δὲν εἶναι γνήσια -ἑπομένως δὲν ἀντέχει στὶς πραγματικὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς-, ἀφετέρου συνεπάγεται πολλαπλὲς δυσπροσαρμοστικὲς -ἑπομένως ὀδυνοποιὲς- ἐπιπλοκὲς στὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς τοῦ ὑποκειμένου. Τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ συγκρότηση ἑνὸς προσωπείου ἁγιότητας, τὸ ὁποῖο θὰ καταρρεύσει μόλις ἡ ζωὴ δοκιμάσει τὴν ἀντοχή του, ἀνοίγοντας τὸν δρόμο στὴν πιθανὴ ἀνάπτυξη ψυχοπαθολογικῶν ἐκτροπῶν.

Τὸ ἐξ ὁρισμοῦ δύσκολο ἔργο τῆς ἐπαναδιαπραγμάτευσης τῶν παιδικῶν ψυχοσυγκρούσεων γίνεται ἀκόμη δυσκολότερο καὶ περιπλοκότερο καθὼς συναντᾶται ἀναπότρεπτα μὲ τὴν ἀπαίτηση διεκπεραίωσης μιᾶς ἄλλης, ἐξίσου δύσκολης καὶ ἀπαιτητικῆς, ψυχολογικῆς διαδικασίας. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ νέου ἀνθρώπου νὰ ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν πυρηνικὴ οἰκογένεια, νὰ αὐτονομηθεῖ καὶ νὰ κοινωνικοποιηθεῖ.

Συνέπεια αὐτῶν τῶν διεργασιῶν εἶναι νὰ ἐμφανιστοῦν στὸ προσκήνιο τὰ φαινόμενα ποὺ χαρακτηρίζουν τὶς ψυχολογικὲς διαδικασίες τοῦ ἀποχωρισμοῦ, ὅπως εἶναι τὸ πένθος, ἡ ἀνάγκη ἀποεξιδανίκευσης τῶν γονέων, ἡ ἀμφισβήτηση ὅσων μέχρι τότε ἔμοιαζαν αὐτονόητες ἀρχὲς καὶ ἀξίες, κ.ο.κ. Καθώς, λοιπόν, ἀμφισβητοῦνται ὅλα τὰ «παραδεδομένα» καὶ ἡ ἐνοχικὴ ἐπιθετικότητα δηλητηριάζει τὶς σχέσεις, μοιάζει παράδοξο νὰ μιλοῦμε γιὰ ἁγιότητα.

Ἂν δὲν κατανοήσουμε, ὡστόσο, ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ μέσα στὸ στενὸ πλαίσιο τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ἂν ἐγκλωβιστοῦμε στὴ φαινομενολογία ποὺ καθορίζουν τὰ στερεότυπα ποὺ ἔχει κάθε γενιὰ στὸ μυαλό της, κινδυνεύουμε νὰ βαθύνουμε πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ἀσφαλείας τὴν ἀρνητικὴ καὶ ἀπορριπτικὴ στάση ἀπέναντι στὴν προκλητικότητα τῆς ἐφηβικῆς ἀμφισβήτησης καὶ ἐπικριτικότητας.

Ἡ χρήση τοῦ ὅρου «κινδυνεύουμε» δὲν εἶναι ρητορική. Ἡ διακινδύνευση μετατροπῆς τοῦ φυσιολογικοῦ πένθους σὲ κατάθλιψη καὶ ἡ υἱοθέτηση συμπεριφορῶν αὐτοκαταστροφικῶν ἢ αὐτοερεθιστικῶν εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν. Βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἐπικίνδυνη ἐξελικτικὴ ψυχολογικὴ φάση. Ἐδῶ ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς ἁγιότητας ὡς συμμόρφωσης πρὸς τὶς γονικὲς ἀπαιτήσεις, χωρὶς συναίσθηση τῶν δυσκολιῶν ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ νέος ἄνθρωπος, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν ἐποχή μας, μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀντίθετα, ἴσως ὀλέθρια, ἀποτελέσματα.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ χριστιανικὲς οἰκογένειες δὲν ὑστεροῦν ἀπὸ τὶς μὴ χριστιανικὲς σὲ ταλαιπωρίες μὲ τὰ παιδιά τους. Βάσανα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ χρήση ναρκωτικῶν οὐσιῶν, μὲ ἀντικοινωνικὲς συμπεριφορὲς ἢ μὲ ἐρωτικὲς ἐλευθεριότητες. Δὲν εἶναι, ἐπίσης, τυχαῖο, ὅτι τὸ φαινόμενο τῆς ἔξαρσης τῶν λεγόμενων παραθρησκειῶν (cults) συνεχῶς διογκώνεται τόσο διεθνῶς ὅσο καὶ στὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ πιὰ πεδίο ἐνδιαφέροντος μόνο τῆς θεολογίας ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχιατρικῆς ἐπιστήμης.

Ἡ εὐκολία καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς μὲ τὸν ὁποῖο οἱ νέοι στρατεύονται ἰδεολογικὰ ἢ γίνονται θύματα παραθρησκευτικῶν ἢ ἄλλων περιθωριακῶν ὀργανώσεων σχετίζονται ἄμεσα ὄχι μόνο μὲ ὅσα προαναφέρθηκαν ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἄλλη βασικὴ ψυχολογικὴ διεργασία ποὺ χαρακτηρίζει, ἐπίσης, τὴν πορεία πρὸς τὴν ἐνηλικίωση. Ἀναφερόμαστε στὴ διαδικασία ὡρίμανσης καὶ ὁλοκλήρωσης τῆς προσωπικῆς ταυτότητας. Δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς ὅτι σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία ἡ ἰδεολογία καὶ ἡ συγκρότηση τῆς ταυτότητας παρουσιάζονται σχεδὸν σὰν δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἐφηβεία συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἀφηρημένης σκέψης, τὴ φιλοσοφικὴ ἐνασχόληση, τοὺς ἔντονους ὑπαρξιακοὺς προβληματισμοὺς καὶ τὴν ἀμφισβήτηση ὅσων ἰδεῶν, πεποιθήσεων, ἀξιῶν καὶ παραδόσεων θεωροῦνταν μέχρι τότε αὐτονόητα.

Εἶναι προφανὲς ὅτι ὅσο ὑγιέστερη εἶναι ἡ περιβάλλουσα θρησκευτικὴ ἄλλα καὶ κοινωνικοπολιτιστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὅσο λιγότερο συγκρουσιακὸς καὶ ὑποκριτικὸς εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖο τὸ περιβάλλον ζεῖ καὶ ἐκφράζει τὴν πίστη καὶ τὴν ἐκζήτηση τῆς ἁγιότητας, τόσο πιθανότερο εἶναι ὁ νέος ἄνθρωπος νὰ ἐνσωματώσει στὴν ταυτότητά του ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ ἐγγυῶνται τὴν ἐνσυνείδητη ἀναζήτηση μιᾶς αὐθεντικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ σχέση εἶναι ποὺ καθορίζει καὶ τὰ δυναμικά της πορείας πρὸς τὴν ἁγιότητα.

Φθάνουμε ἔτσι σὲ ἕνα ζωτικῆς σημασίας κομβικὸ σημεῖο, ὅπου ὅσα προαναφέρθηκαν ὡς φυσιολογικὲς ψυχολογικὲς λειτουργίες τῆς ἐνηλικιωτικῆς διαδικασίας πρέπει νὰ συναντηθοῦν μὲ τὴν ἀγωνία καὶ τὸν προβληματισμὸ σχετικὰ μὲ τὸ πῶς μποροῦμε νὰ μιλήσουμε περὶ ἁγιότητας στὴ σύγχρονη νεολαία. Ἴσως εἶναι σκόπιμο νὰ ξεκινήσουμε θέτοντας, στοὺς ἑαυτοὺς μας πρῶτα, τὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὸ πῶς δὲν πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ἴσως χρειάζεται νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἀφετηριακὰ πόσο στρεβλὴ καὶ ἀλλοτριωμένη ἀντίληψη περὶ ἁγιότητας ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Πόσο εὔκολα συγχέουμε τὸ «εἶναι» -τὴν ὀντολογικὴ διάσταση τῆς ἁγιότητας- μὲ τὸ «φαίνεσθαι» -τὴ συμπεριφορικὴ της διάσταση-, ἡ ὁποία συχνὰ παρουσιάζεται δέσμια ἑνὸς ἰδιότυπου εὐσεβισμοῦ ἢ ἑνὸς ἐκκοσμικευμένου ἠθικισμοῦ. Πρὶν ἀπὸ κάθε προσπάθεια ἀνοίγματος πρὸς τοὺς νέους, ἴσως χρειάζεται νὰ ἐπανεξετάσουμε τὶς συντεταγμένες ποὺ προσδιορίζουν τὸν σύνολο βίο μας ὡς ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς καὶ ὄχι ὡς ἀποσπασματική, ἐκκοσμικευμένη ἢ ἰδεολογικοποιημένη θρησκευτικότητα.

Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι κάθε προσπάθεια δυναστευτικῆς ἐπικυριαρχίας μας ἐπὶ τῶν νεότερων γενεῶν μὲ ὅπλο τὴν προσπάθεια ἐπιβολῆς μιᾶς ἁγιότητας τῆς ὁποίας ἐμεῖς δὲν εἴμαστε μέτοχοι καὶ βιωματικοὶ ἐκφραστές, θὰ ὁδηγήσει σὲ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μετά, ὁ δρόμος πρὸς ψυχοπαθολογικὲς ἐκτροπὲς ἢ ἀπόρριψη τῆς παραδεδομένης πίστης εἶναι ἀνοικτός.

Τὸ ζητούμενο θὰ εἶναι πάντοτε ἂν ἡ ἐκζήτηση τῆς ἁγιότητας θὰ συνιστᾶ τὸν φυσιολογικὸ τρόπο νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἀναπτύσσεται ὁ ἄνθρωπος ἢ θὰ διαστρεβλώνεται μέσα ἀπὸ τὰ πρίσματα τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ -οὕτως ἢ ἄλλως- χαρακτηρίζει τὴν πεπτωκυία μας πραγματικότητα.


 πηγή

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2015

Χάπια, ἠλεκτροσόκ καί ψυχιατρεῖο ἤ Ἐξομολόγηση, Πνευματικός ὁδηγός καί ἐκκλησιαστική ζωή.


                                               xapia


«Τί θά πεῖ ἄγχος, νεῦρα, ψυχασθένειες;» ἐρωτοῦσε ὁ π. Πορφύριος. Καί ἀπαντοῦσε: «Ἐγώ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει διάβολος σ’ ὅλα αὐτά. Δέν ὑποτασσόμεθα στό Χριστό μέ ἀγάπη. Μπαίνει ὁ διάβολος καί μᾶς ἀνακατεύει»[1].
Αὐτά βέβαια (τά πάθη καί οἱ δαίμονες) δέν ἀπομακρύνονται μέ χάπια οὔτε μέ ἠλεκτροσόκ, ἀλλά μέ τό μυστήριο τῆς Γενικῆς Ἐξομολόγησης. Ὁ ἄνθρώπος θά πρέπει νά ἐξομολογηθεῖ μέ εἰλικρίνεια τά ἁμαρτήματα ὅλης του τῆς ζωῆς, τά κύρια γεγονότα πού τήν σημάδεψαν, καθώς καί τό πῶς ἐκεῖνος τά ἀντιμετώπισε ὅπως δίδασκε ὁ θεοφώτιστος Γέροντας Πορφύριος[2].
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐπίσης «ἐνῶ συνιστοῦσε στοὺς ἀσθενεῖς νὰ συμβουλεύωνται χριστιανοὺς ἰατροὺς -«διότι τοὺς φωτίζει ὁ Θεὸς» κατὰ τὸ λόγιό του- εἶχε ἐκφράσει ἐπανειλημμένως τὴν ἀπαρέσκειά του πρὸς τὰ «ψυχολογικὰ» βιβλία, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν «ψυχολογία» καὶ τὴν «ψυχιατρικὴ», ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ ἐπιστήμονες καὶ ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅπως δέχεται αὐτὴν ἡ θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ὄντας ὁ ἴδιος βαθὺς γνώστης, Χάριτι Θεοῦ, τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνοικούσης στὸν ἄνθρωπο λογικῆς καὶ νοερᾶς ψυχῆς, τῶν φυσιολογικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν παθολογικῶν ἐκδηλώσεών της, στενοχωριόταν καὶ ὑπέφερε πολύ, ὅταν ἔβλεπε τὶς βαριὲς ἀστοχίες καὶ τὰ λάθη στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν, τὰ ὁποία εἶχαν σοβαρότατες συνέπειες γιὰ τὸν ἀσθενῆ καὶ τὸ περιβάλλον του.
Δεδομένου δὲ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἀκαδημαϊκοὶ δάσκαλοι τῆς ψυχιατρικῆς θεωροῦν ὅτι τὰ «ψυχικὰ φαινόμενα» ἔχουν μόνον βιολογικὸ ὑπόβαθρο –θεώρηση, ἡ ὁποία συνιστᾶ ἄρνηση τῆς ὕπαρξης ἄυλης, νοερῆς καὶ λογικῆς ψυχῆς στὸν ἄνθρωπο- ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικὸς ἢ ἀρνητικὸς γιὰ πολλὲς «θεραπεῖες» ποὺ ἐφάρμοζαν οἱ προαναφερθέντες ψυχίατροι.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος, συμφωνόντας μὲ τὸν Γέροντα Πορφύριο θεωροῦσε ὅτι τὰ αἴτια τῶν περισσοτέρων ψυχικῶν ἀσθενειῶν εἶναι πνευματικὰ καὶ ὅτι τὰ «ψυχοφάρμακα» δὲν θεραπεύουν, ἀλλὰ ἔχουν μόνον κατασταλτικὸ χαρακτήρα, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιοῦνται μὲ φειδὼ σὲ περιπτώσεις πασχόντων «ψυχασθενῶν», ἕως ὅτου καταστῆ ἐφικτὴ ἡ ἐπικοινωνία μὲ αὐτοὺς»[3].
Κατόπιν ἡ συμβολή τοῦ μυστηρίου τῆς Γενικῆς Ἐξομολόγησης εἶναι καθοριστική γιά τήν ὁριστική καί ὁλοκληρωτική ψυχική-πνευματική θεραπεία μέ τήν Θεία Χάρη.
Εἴθε νά παύσει ὁ ἀποπροσανατολισμός τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, πού τείνει νά ὑποκαταστήσει τόν Πνευματικό μέ τόν ψυχολόγο ἤ τόν ψυχίατρο καί ὁ ὁποῖος  μάταια ἀναζητεῖ τήν ψυχική του θεραπεία ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει.« Πᾶνε νά ἡρεμήσουν οἱ ἄνθρωποι» παρατηρεῖ ὁ Γέρων Παΐσιος «εἴτε μὲ ἡρεμιστικὰ εἴτε μὲ θεωρίες γιόγκα, καὶ τὴν πραγματικὴ ἡρεμία, ποὺ ἔρχεται, ὅταν ταπεινωθῆ ὁ ἄνθρωπος, δέν τὴν ἐπιδιώκουν, γιά νά ἔρθη ἡ θεία παρηγορία μέσα τους»[4].
Ἡ ἀληθινή ἡρεμία ἔρχεται μέ τήν Θεία Χάρη ἡ ὁποία προσλαμβάνεται ἀπό τούς ταπεινούς. «Ἡ ἐξωτερικὴ μόρφωση μὲ τὸ ἄγχος» ἐπίσημαίνει πάλι ὁ σοφός Γέροντας «ὁδηγεῖ καθημερινῶς ἑκατοντάδες ἀνθρώπων (ἀκόμη καὶ μικρὰ παιδιὰ μὲ ἄγχος) στίς ψυχαναλύσεις καὶ στούς ψυχιάτρους καὶ κτίζει συνεχῶς Ψυχιατρεῖα καὶ μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ἐνῶ πολλοὶ ψυχίατροι οὔτε Θεὸ πιστεύουν οὔτε ψυχὴ παραδέχονται. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νά βοηθήσουν ψυχές, ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος νά παρηγορηθῆ ἀληθινά, ἂν δέν πιστέψη στόν Θεὸ καὶ στήν ἀληθινὴ ζωή, τὴν μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνια; Ὅταν συλλάβῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ βαθυτερο νόημα τῆς ζωῆς τῆς ἀληθινῆς, τότε φεύγει ὅλο τὸ ἄγχος του καὶ ἔρχεται ἡ θεία παρηγορία, καὶ θεραπεύεται. Ἂν πήγαινε κανεὶς στό Ψυχιατρεῖο καὶ διαβαζε στούς ἀσθενεῖς τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ, θὰ γίνονταν καλὰ ὅσοι πιστεύουν στόν Θεό, γιατὶ θὰ γνώριζαν τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς»[5].
Ἡ θεραπεία ὑπάρχει μόνο στό ἀληθινό Ψυχ-ιατρεῖο, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί παρέχεται δωρεάν ἀπό τόν Ἰατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας τόν Κύριο Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
το είδαμε εδώ

Τρίτη, Ιουνίου 16, 2015

Ποιμαντική Ψυχολογία και Ορθόδοξη Θεολογία

Many the isolated portraits of people
Στην Πατερική Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να μην βρήκαμε πουθενά τον όρο «Ποιμαντική Ψυχολογία» αλλά όλη η Ποιμαντική των Πατέρων είναι Ποιμαντικής Ψυχολογίας Ποιμαντική.
  • Συνέντευξη με τον π. Αντώνιο Ρωμαίο (απόσπασμα)
  • Περιοδικό ‘Ψυχής δρόμοι’, τεύχος 1, 2011, εκδόσεις Αρμός.
Θα θέλατε να εξηγήσετε λίγο περισσότερο τι εννοείτε με την φράση ότι δεν μπορούμε να απολυτοποιήσουμε ούτε την Ορθόδοξη Θεολογία; Μάλιστα δε, θα παρακαλούσα να το κάνετε αυτό με την προοπτική και εν όψει του επιχειρήματος (θέλω να τα συνδέσω αυτά τα δύο) που ακούγεται από ορισμένους πως η Ποιμαντική Ψυχολογία είναι κλάδος που δημιούργησαν οι ετερόδοξοι και πως η Ορθόδοξη Θεολογία έχει κάτι το ιδιάζον και επομένως δεν χρειάζεται την Ψυχολογία, επειδή υπάρχει όλη αυτή η παρακαταθήκη των Πατέρων κτλ.
Εγώ νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι που μιλάνε έτσι και παίρνουν τέτοιες θέσεις, ουσιαστικά είναι σαν να παίζουν στρατιωτάκια και να νομίζουν ότι με το παιχνίδι που κάνουν με τα στρατιωτάκια μπορούν να ρυθμίσουν την ζωή και δράση των πραγματικών στρατευμάτων των διαφόρων χωρών. Δηλαδή, δουλεύουν με τίτλους, δουλεύουν με καλουπωμένες έννοιες και αποσπασματικά καλουπωμένες ιστορικές πραγματικότητες τις οποίες κάνουν ταμπού και λησμονούν να κάνουν την διάκριση μεταξύ τύπου και ουσίας, μεταξύ ονόματος και πραγματικότητος, θεωρίας και πράξης.
Στην Πατερική Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να μην βρήκαμε πουθενά τον όρο «Ποιμαντική Ψυχολογία» αλλά όλη η Ποιμαντική των Πατέρων είναι Ποιμαντικής Ψυχολογίας Ποιμαντική. Δηλαδή όταν ο Χρυσόστομος αναλύει τον μεθυσμένο ή τον οργίλο, όταν οι Πατέρες παίρνουν την θέση ότι «τα ακούσια εκ των εκουσίων έχουν την πηγήν και την προαίρεσιν» ή ότι «εν άλλοις πταίομεν και εν άλλοις απολαμβάνομεν» και χίλιες-δύο άλλες θέσεις, όταν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης προτεινει τα επιτίμια να εξατομικεύονται ανάλογα με τον χαρακτήρα του ανθρώπου και τόσα άλλα, ουσιαστικά οι Πατέρες εργάστηκαν ποιμαντικοψυχολογικά μόνο που δεν είχαν τον όρο. Την πράξη την είχαν. Δηλαδή μέσα στην Ποιμαντική προσέγγιση και την Ποιμαντική αντιμετώπιση των πιστών ασκούσαν Ποιμαντική Ψυχολογία.
Το θέμα είναι ότι στο σύγχρονο επιστητό, εμείς αναγκαστήκαμε να φτιάξουμε αυτόν τον νέο όρο και να εναρμονίσουμε τις δύο πραγματικότητες, οι οποίες δεν ήταν τότε από πλευράς επιστημολογίας ξεχωριστές, όπως είναι σήμερα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ενωμένες και ζούσαν μέσα στην πράξη της Εκκλησίας θαυμάσια, λειτουργούμενες ως Ποιμαντική Ψυχολογία από τους Πατέρες. Οπότε για μένα αυτά είναι παραμύθια, τα περί προτεσταντικής προελεύσεως. Δηλαδή είναι όσο θα λέγαμε ότι και η ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι προτεσταντικής προελεύσεως, επειδή έχουμε και υπομνήματα ή ερμηνείες της Αγίας Γραφής και εκ μέρους προτεσταντών. Δηλαδή είναι αστείο πράγμα, δεν με αγγίζει καθόλου. Αυτή τη θέση τη θεωρώ σαφώς εξωπραγματική. Εκτός αν κρατηθώ σε αυτά τα αποσπασματικά ταμπού τα οποία έχουν υιοθετήσει άλλοι.
Σε κάθε περίπτωση εγώ πιστεύω ότι τίποτα ανθρώπινο δεν μπορεί να απολυτοποιηθή αλλά και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι αυτή καθεαυτήν η θεολογική γνώση είναι απόλυτη, δεν υπάρχει περίπτωση ένας και ο αυτός άνθρωπος, στο κλάσμα του χρόνου που ζει πάνω στην γη, να μπορέσει να προσλάβει όλη τη θεολογική παραγωγή, να προσεγγίσει, να κατανοήσει όλη την ορθόδοξη θεολογική παραγωγή και να μπορέσει να ταυτίσει τον εαυτό του με την Θεολογία. Είναι σα να λέει κανείς ότι εκπροσωπεί όλη την θάλασσα γιατί κάποτε κατάπιε μια κουταλιά θαλασσόνερο.
Τώρα, αν περάσουμε στην ποιμαντική πράξη, εσείς από τη μακρά εμπειρία που έχετε μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο πώς νομίζετε ότι η ποιμαντική πράξη σήμερα πληρώνει αυτό το σφάλμα που γίνεται, της παραγνωρίσεως της Ψυχολογίας; Πώς ασκείται και με ποιες συνέπειες στους χριστιανούς και πώς θα έπρεπε να ασκείται; Δηλαδή, θα ήθελα να καταλήξω στο τι κάνετε εσείς. Ποια είναι τα κριτήρια, οι άξονες με τους οποίους λειτουργείτε ποιμαντικά.
Εγώ νομίζω ότι το βασικό στοιχείο που λείπει από την σύγχρονη Ποιμαντική, είναι ότι θέλουμε να έχουμε τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα με την μέγιστη δυνατή μείωση των προσπαθειών. Και ειδικότερα θέλουμε να μην δίνουμε χρόνο στους ποιμαινόμενους και θέλουμε να βρίσκουμε τρόπο που να τους βοηθάμε χωρίς να μας αφαιρούν τα προσωπικά μας αγαθά του χρόνου, του χρήματος, της ελευθερίας κτλ. Τελικά για να κάνει κανείς Ποιμαντική πρέπει να έχει την θέση του ποιμένος και για να έχει την θέση του ποιμένος δεν μπορεί παρά να έχει την θέση της αγάπης. Δηλαδή μια αγάπη όπως την σάρκωσε ο ενανθρωπήσας Κύριος Ιησούς Χριστός, που σημαίνει βασικά ότι ηγεμονία πνευματική δεν μπορεί να υπάρξει με άλλα σκήπτρα παρά μόνο με τον σταυρό και το λέντιο. Εμείς θέλουμε να κάνουμε Ποιμαντική χωρίς σταυρό και χωρίς λέντιο.
Με αυτή την έννοια λοιπόν εγώ από μικρός αποφάσισα, εφόσον δόθηκα στους ανθρώπους και στην Εκκλησία, να διαθέτω τον χρόνο μου και τον δυναμισμό μου στους ανθρώπους. Να τον διαθέτω για κατανόηση πρώτον και για υποβοήθηση πλέον της σχέσεως τους με τον Θεό. Δεν θέλω να πιστεύω ότι ουσιαστικά τη σχέση του κάθε ανθρώπου με τον Θεό την ρυθμίζει ο πνευματικός. Την ρυθμίζει ο ενδιαφερόμενος ποιμαινόμενος άνθρωπος και ο Θεός. Εγώ αισθάνομαι ότι ο πνευματικός πρέπει να είναι ένας παράγων εξομαλύνσεως της σχέσης του ποιμαινόμενου προς τον Θεό, τότε που αυτή η σχέση δεν λειτουργεί ή δυσλειτουργεί.
Και από αυτής της πλευράς μέσα στην σημασία της εξομαλύνσεως της σχέσεως του ποιμαινομένου με τον Θεό, διαβλέπω ακριβώς, ότι την εξομάλυνση την βοηθάει και ο παράγοντας της Ψυχολογίας. Δεν φτάνει να είναι μόνο η «παπαδική θεολογία», γιατί δυστυχώς κάθε παπάς, ο καθένας από μας έχει και την θεολογία του- και μάλιστα απολυτοποιημένη – και εκεί χρειάζεται πολλή προσοχή.

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015

Αξία και απαξία των ψυχολογικών θέσεων

psixisdromoi01_UP
Πιστεύω πως οι παρερμηνείες και οι παρεξηγήσεις των φαινομένων της ζωής ή οι ψευδείς προσδοκίες δεν αφήνουν την ελευθερία, την θέληση του ανθρώπου να συνεργαστεί με την θέληση του Θεού. Η δεισιδαιμονία, η θρησκοληψία, η παρερμηνεία, όλα αυτά, νομίζω πως είναι τροχοπέδη στην βούληση του ανθρώπου. Αντιστρόφως, όσο αποκαθαίρεται από αυτά ο άνθρωπος ελευθερώνεται η βούληση του και μπορεί να την κάνει αυτό που θέλει, πολύ δε περισσότερο, μπορεί να θαυματουργήσει, όταν ενώσει την βούληση του με την βούληση του Θεού.
  • Συνέντευξη με τον π. Αντώνιο Ρωμαίο (απόσπασμα)
  • Περιοδικό ‘Ψυχής δρόμοι’, τεύχος 1, 2011, εκδόσεις Αρμός.
Μέσα στο μοναστήρι είχα αυτή την ευκαιρία, να ζήσω πλέον πολύ στενά με πολλές ψυχές, να μάθω την ιστορία τους, να ζω τα σύγχρονα και τρέχοντα προβλήματά τους, την συγκρουσιακή σχέση τους μέσα στο κοινόβιο και, εκτός από την αυτοπαρατήρηση, είχα και την ετεροπαρατήρηση και αποκτούσα έτσι συγχρόνως την δυνατότητα να βλέπω την αξία ή την απαξία των ψυχολογικών θέσεων. Να κάνω δηλαδή μια δουλειά εκτεταμένη αλλά σιωπηλά και αθόρυβα.
Τι εννοείτε με την αξία και απαξία των ψυχολογικών θέσεων;
Δηλαδή μπορεί να υπάρχουν και θέσεις ψυχολογικές οι οποίες να είναι είτε εσφαλμένες είτε παρατραβηγμένες. Δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν λαθεμένες θέσεις σε κάποια συγγράμματα. Λέει κάποιος ότι η θρησκευτικότητα – για να πάρουμε την φροϋδική θέση – είναι μια εξιδανίκευση της άλφα ή βήτα ορμής. Σε σχέση με την οντολογία του ανθρώπου όμως, η θρησκευτικότητα είναι πολύ πιο υπαρκτικά ριζωμένη μέσα στα ενδότερα του ανθρώπου.
Μια άλλη ψυχολογική θέση που είχα διαβάσει έλεγε για τούς λειτουργούς του δημόσιου προφορικού ή γραπτού λόγου, ότι μερικοί από αυτούς που επιτίθενται λάβροι εναντίων άλλων για κάποια πάθη ή αμαρτήματα, φανερώνουν πως οι ίδιοι υπόκεινται σε αυτά και με την επιθετικότητά τους, αυταπατώμενοι, απωθούν το ενδεχόμενο της βίωσης της ενοχής τους ή της ενοχοποίησής τους εκ μέρους των άλλων. Μπορούσα να ξεχωρίσω την θρησκοληψία από την γνήσια θρησκευτικότητα. Βαθμηδόν και πληρέστερα, μπορούσα να γνωρίσω, ας πούμε, ποιος καταλαβαίνει σωστά τους Πατέρες και ποιος δεν τους καταλαβαίνει σωστά. Μπορούσα να έχω τέτοια ερεθίσματα και προκλήσεις, διαρκώς να δουλεύω πάνω σε αυτά τα θέματα, σιωπηρά μέσα μου.
Στην πορεία, με τις θεολογικές σας γνώσεις και τις μελέτες σας και με τα χρόνια που πέρασαν, ποια άλλη μορφή έχει πάρει, αν πήρε και αν εξελίχθηκε, αυτή η θεολογική τεκμηρίωση της Ψυχολογίας;
Φυσικά. Τριάντα τριών  ετών, βρέθηκα στην Αγγλία, στις μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, που είδα πια τον συνδυασμό των επιστημονικών κλάδων της Ψυχιατρικής, της Κοινωνιολογίας και της Θεολογίας, από κοινού πλέον, στα ανθρώπινα προβλήματα, στην ανθρώπινη πραγματικότητα. Και από εκεί και πέρα αισθάνθηκα πως η κατάφαση της Θεολογίας για την λειτουργία της Ποιμαντικής Ψυχολογίας είναι ξεκάθαρος δρόμος και κατοχυρωμένος και στρωμένος,  πάνω στον οποίο και προσπάθησα αλλά και θέλησα να δουλέψω, χωρίς όμως να αποκτήσω τις επιστημονικές επενδύσεις που ήθελα να έχω. Δηλαδή δεν είμαι επιστημονικά και αυθεντικά καταρτισμένος, αλλά οπωσδήποτε νομίζω ότι όσο μπόρεσα, είτε με προσωπική μελέτη, είτε με βοήθεια άλλων προσώπων, έχω προσπαθήσει πλέον να ζω μέσα σε αυτό το πλέγμα των δύο-τριών βασικών αυτών θέσεων. Αναφέρω με ειλικρινή ευγνωμοσύνη την σημαντική βοήθεια που πήρα από τις επί δέκα και πλέον έτη μηνιαίες συναντήσεις μιας ομάδος (ψυχιάτρων, ψυχολόγων, θεολόγων) επί όλων αυτών των θεμάτων.
Δηλαδή, δέχομαι γενικώτερα κάθε ανθρωπολογική επιστήμη που βοηθάει την ανθρωπογνωσία, διότι ουσιαστικά βοηθάει πάρα πολύ το έργο της Ποιμαντικής Θεολογίας, επειδή δημιουργεί την ορθότερη δυναμική της προσλήψεως της Θεολογίας, της θρησκευτικής εμπειρίας, της χάριτος του Θεού. Δεν πιστεύω ποτέ ότι πρέπει να υπάρχει μια προκατάληψη του τύπου εκείνου που υπάρχει σε μερικούς αγαπητούς αδελφούς κληρικούς, οι οποίοι, για λόγους αρχών πίστεως, αρνούνται την σημαντική συμβολή της Ψυχολογίας ή της Ψυχιατρικής, χωρίς βέβαια να δέχομαι ή να αποδέχομαι ή να αμνηστεύω τα ενδεχόμενα γνωστικά/θεωρητικά, κλινικά και πρακτικά λάθη των επιστημών αυτών.
Θυμάμαι τώρα ότι ως φοιτητής είχα και ευχαριστηθή και ξαφνιαστή όταν έμαθα για τα πρώτα έργα του κ. Κορναράκη που ήταν τότε στην Θεσσαλονίκη και νομίζω έκτοτε τα πράγματα έχουν πάρει μια  αρκετά ανεπτυγμένη έκταση και νομιμότητα. Δεν βλέπω δηλαδή η αυθεντική θεολογική επιστήμη να παραγνωρίζει την ψυχολογική διάσταση. Αλλά στην ποιμαντική πράξη υπάρχουν πολλοί φορείς της ποιμαντικής ευθύνης οι οποίοι για άλλους λόγους, τους οποίους πάλι με βοηθάει η Ψυχολογία ενδεχομένως να τους εξηγώ, αρνούνται την αρμονική αυτή σύζευξη. Νομίζω όμως ότι ακριβώς αυτό οφείλεται στο ότι οι  άνθρωποι αυτοί έχουν επενδύσει την άποψή τους με ζήλο και πίστη και καρδιακή μεν αφοσίωση στον Κύριο, η οποία όμως δεν τους αφήνει να υποψιασθούν ότι υπάρχουν λόγοι, τους οποίους ερμηνεύει η Ψυχολογία και τους οποίους αυτοί αρνούνται να δεχθούν ή ουσιαστικά αρνούνται να προχωρήσουν στην αυτογνωσία τους.
Θα θέλατε να γίνετε εδώ πιο σαφής και πιο συγκεκριμένος για το ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι λόγοι;
Νομίζω ένας βασικός λόγος είναι η φυγή από τον εαυτό μας. Η Ψυχολογία μάς υποχρεώνει να στρέφουμε πολύ ερευνητικά τα μάτια μας μέσα μας και να είμαστε πολύ ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Αντιστρόφως οι άνθρωποι αυτοί, ίσως έχουν την τάση, με το πρόσχημα μιας θρησκευτικής αυθεντικότητας, να επικαλύπτουν τα κακώς κείμενα και να περιμένουν από τον Θεό να δράσει μαγικά εκεί που πρέπει να δράσουν οι ίδιοι. Έχουμε την τάση, οι θρησκευόμενοι, να αναθέτουμε στον Θεό τις διακονίες μας. Έτσι πιστεύω. Κάτι  τέτοιες βασικές διακονίες, όπως είναι η αυτογνωσία, τις ανάγουμε στο μυστήριο, στην μαγεία, στο κρυφτό με τον εαυτό μας. Ας το πω έτσι, έχουμε κάνει ιδιαίτερο «μυστήριο» την άγνοια και την δυσλειτουργία του ψυχισμού μας. Πολύ σκληρό, αλλά πολλές φορές έτσι βλέπω να γίνεται.
Οι σχολές της Ψυχολογίας παρουσιάζουν αποκλίσεις, οι οποίες εμένα πάλι δεν με φοβίζουν, διότι μπορώ να ωφεληθώ και από αυτούς οι οποίοι έχουν διαφωνίες, δηλαδή και από τον Φρόιντ μπορεί να ωφεληθώ και από τον Άντλερ και από τον Γιουγκ. Αλλά δεν δέχομαι ότι μπορούμε να απολυτοποιήσουμε ούτε την Ορθόδοξη Θεολογία, πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να απολυτοποιήσουμε τίποτα άλλο. Θεωρητικά δέχομαι πως  θα έπρεπε να είναι απολυτοποιημένη και ταυτισμένη με τον Θεό η Θεολογία άλλα πρακτικά και ανθρώπινα δεν μπορεί να γίνει αυτό ποτέ. Όλα είναι σχετικά. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να απολυτοποιηθούν κάποιες πλευρές επιστημόνων  της Ψυχολογίας οι οποίοι εκφράζονται αυθεντικά και απολυτοποιημένα για κάποιες θέσεις τους. Αυτό είναι άλλο θέμα. Αλλά εμένα με βοηθούν. Και υπάρχουν περιπτώσεις που οι θεωρίες τους δεν εφαρμόζονται επί όλων των ανθρώπων αλλά επί κάποιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ιστορίας μπορεί να εφαρμόζονται. Οπότε εγώ είμαι ανοικτός και διατεθειμένος να πάρω κάθε άποψη και φυσικά ως ποιμένας δεν δυσκολεύομαι, έχοντας υπόψη μου όλες αυτές τις πλευρές, να βοηθηθώ στο έργο μου και της γνώσεως του προσώπου του άλλου και της δικής μου παρακολουθήσεως την ώρα που συνεργάζομαι με το άλλο πρόσωπο. Αισθάνομαι πολύ όμορφα όταν μπορώ να το κάνω.

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2014

Πῶς μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ τὸ ἄγχος 'Ιωάννης Κορναράκης

Τὸ ἄγχος εἶναι ἀναμφιβόλως ἕνα πληθωρικὸ ψυχολογικὸ χαρακτηριστικό τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ χαρακτηρισμοί: ἀγχώδης ἀντίδραση, ἀγχογόνος κατάσταση ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀγχωτικὸς τύπος καὶ ἄλλοι παρόμοιοι καὶ σχετικοὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἄγχους χαρακτηρισμοί, ἀκούγονται συχνὰ στὴν καθημερινή μας ζωή.

Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπιστημονικῆς ψυχολογικῆς ἔρευνας τὸ ἄγχος ἐντοπίσθηκε ὡς νοσογόνο σύμπτωμα ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνος, στὸ πλαίσιο τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων θεωριῶν τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους (τοῦ ἀσυνειδήτου).

Ἀλλὰ τὸ ἄγχος ὑπῆρχε πάντοτε στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ἀπὸ κάποια χρονικὴ στιγμὴ καὶ ἑξῆς, ὡς λανθάνον αἴτιο ἐνδεχόμενης ψυχικῆς διαταραχῆς, μικρῆς ἢ μεγάλης ἐκτάσεως. Ἁπλῶς κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος οἱ συνεχεῖς, μεγάλες καὶ συχνὰ ἐκπληκτικὲς ἀλλαγὲς συνθηκῶν καὶ ὅρων ἀνθρώπινης ζωῆς, ὀφειλόμενες στὴν ταχεία ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν καὶ μάλιστα τῆς τεχνολογίας, ὅπως καὶ στὴ σχετικὴ συνεργία λοιπῶν κοινωνικῶν, ἰδεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν παραγόντων, συνετέλεσαν στὴν ἔντονη διέγερση τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ, μὲ συνέπεια τὴν ἐκδήλωση ψυχολογικῶν προβλημάτων ἀλλὰ καὶ ψυχοπαθολογικῶν συμπτωμάτων μὲ κορυφαῖο, συχνά, χαρακτηριστικὸ τὸ ἄγχος.

Τὸ ἄγχος γεννήθηκε στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸν παράδεισο ἀμέσως μὲ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία. Ἡ παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ θανατηφόρο παρακοὴ τοῦ Ἀδάμ, βιώθηκε καὶ ἐκδηλώθηκε ἤδη μέσα στὸν παράδεισο ὡς ἀγχογόνος ἀντίδραση στὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ ψυχοσωματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀγχωτικὴ ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους σχετίζεται μὲ τὴν μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τοῦ ζεύγους αὐτοῦ· «καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γεν. γ’ 7).

Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τοῦ στίχου αὐτοῦ δείχνει ὅτι οἱ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, μόλις ἔφαγαν τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους, τόσον ἀποκρουστικὴ στὰ μάτια τῆς αὐτοσυνειδησίας τους, ὥστε ἀμέσως, χωρὶς τὴν παραμικρὴ χρονοτριβή, προσπάθησαν νὰ καλύψουν τὴν ἀσχημοσύνη τῆς ψυχικῆς, ἀπαράδεκτης γι’ αὐτούς, εἰκόνας τους.

Ἔτσι στὸ Γεν. 3,7 ἔχουμε δύο σημαντικὰ ὑπαρξιακὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τῶν παραβατῶν αὐτῶν τὴν ἀπαράδεκτη γι’ αὐτοὺς μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν κάλυψη τῆς εἰκόνας τῆς αὐτοσυνειδησίας τους αὐτῆς, μὲ τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἐντυπωσιακὰ ὁ ἀγχώδης χαρακτήρας τῆς ἀμεσότητος μὲ τὴν ὁποία ἔσπευσαν, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν κάλυψη αὐτή, τῆς κακοποιημένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία προσωπικῆς τους εἰκόνας.

Ἐξάλλου ἡ δεύτερη ἀγχώδης ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους στὴν ἀποτρόπαια αὐτὴ εἰκόνα τους, ἦταν ἡ ἄμεση, ἐσπευσμένη, ἀπόκρυψή τους πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου, ὅταν «ἤκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινὸν» (Γεν. 3, 8). Τὸ ἠχητικὸ ἐρέθισμα τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ τοὺς προκάλεσε ἔντρομη φυγὴ καὶ κρύψιμο. Ἔτσι «ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου».

Ὅταν ὅμως ὁ Θεὸς ἐκάλεσε ὀνομαστικῶς τὸν Ἀδάμ, μὲ τὴν ἐρώτηση· «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;», ἐκεῖνος ἀπήντησε ὁμολογώντας καὶ δικαιολογώντας συγχρόνως τὸ κρύψιμό του πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου· «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνὸς εἰμί, καὶ ἐκρύβην». Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς γυμνότητος τῆς εἰκόνας τους ἀπὸ τὰ θεουργὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» λειτούργησε μὲ ἔντρομη ἀμεσότητα, γιὰ τὴν ἀπόκρυψή τους ἀπὸ τὴν ἐλεγκτικὴ παρουσία τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. «Ἐφοβήθην» καὶ «ἐκρύβην»! Φόβος καὶ κρύψιμο, πρὸ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ!

Ἂν θὰ θέλαμε νὰ συσχετίσουμε τὶς δύο αὐτὲς λέξεις ἢ ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου, φόβο καὶ κρύψιμο, μὲ βασικὲς ἔννοιες τῆς Ψυχολογίας τοῦ ἀσυνειδήτου (τοῦ Βάθους), θὰ διαπιστώναμε χωρὶς δυσκολία τὴ σύμπτωση τοῦ ἀδαμικοῦ φόβου μὲ τὸ ἄγχος, ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐννοεῖ ἡ σύγχρονη Ψυχολογία στὴν ψυχοδυναμική του λειτουργία. Ἀλλὰ καὶ τὸ κρύψιμο θὰ μπορούσαμε ἄνετα νὰ τὸ παραλληλίσουμε καὶ μᾶλλον νὰ τὸ ταυτίσουμε μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπωθήσεως τοῦ ἑαυτοῦ στὸ ἀσυνείδητό του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἔννοια αὐτή, στὴ σχέση της μὲ τὸ ἄγχος, ἡ ἴδια Ψυχολογία.

Σύμφωνα μὲ τέτοιες συσχετίσεις μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία ἐπεσκότισε πράγματι καὶ ἀχρείωσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ χαρισματικὴ (θεουργὸ) δυναμική τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν πρωτόπλαστο, βυθίστηκε στὸ σκότος μιᾶς ψυχικῆς πραγματικότητας, ἄγνωστης πλέον καὶ ἀπρόσιτης στὸ σκοτισμένο λογικό του ἀνθρώπου. Θὰ λέγαμε μὲ τὴ γλώσσα τῆς σύγχρονης ψυχολογίας στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του.

Ἔτσι, στὸ ἑξῆς, οἱ ψυχικὲς ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου εἶχαν πλέον ἀσυνείδητες ἀφετηρίες, ἐφόσον ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, βυθισμένος στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ κατόπτευση φωτιστικὰ τὸ ἀπύθμενο βάθος τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς, στὴν ὁποία εἶχε ἤδη δουλωθῆ.

Ἑπομένως ὄχι μόνο τὸ ἄγχος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπώθηση τοῦ ἑαυτοῦ στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του, εἶναι συμπτώματα τῆς διαβρώσεως τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὴν ἁμαρτία, μὲ κοινὴ ὅμως ἐσωτερικὴ ἁμαρτητικὴ σχέση, ποὺ οὐσιώνεται στὴ βίωση τῆς ἐνοχῆς γιὰ τὴν παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ἄγχος ἔχει σαφῶς ἐνοχικὴ ἀφετηρία. Ἐκφράσθηκε ὡς φόβος μπροστὰ στὴν ἀπειλὴ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.

Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεκτο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύγχρονη Ψυχολογία τοῦ ἀσυνειδήτου, κατανοεῖ τὸ ἄγχος ἐπίσης ὡς ἀσυνείδητη καὶ διάχυτη στὴ συνολικὴ ὕπαρξη τοῦ ἄνθρωπου ἐνοχικὴ ἀγωνία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὸ ἰσχυρότερο πάθος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς· τὸ βίωμα ἢ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, ποὺ ἐξάλλου ἀποτελεῖ καὶ τὸν πυρήνα τοῦ νευρωτικοῦ γενικὰ φαινομένου.
 
*
 
Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὸ ἄγχος ὑποδηλώνει τὴν ἀόριστη, μὴ δυνάμενη νὰ προσδιορισθεῖ ἐξ ἀντικειμένου ἀγωνία ἐνώπιον κάποιας ἀπειλῆς κινδύνου. Τὸ δὲ ἔντονο κινητικὸ – ψυχοδυναμικὸ στοιχεῖο του, ποὺ προεκτείνεται συχνὰ στὴ συμπεριφορὰ τῆς ἀγχωτικῆς ἀντιδράσεως, μὲ μορφὴ ἐπιθετικότητος, ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μαρτυρία τῆς ἐνοχικῆς ἀφετηρίας του.
 
*
 
Ἀλλὰ τὸ ἄγχος, ὡς παθογόνος παράγοντας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὡς πάθος, εἶναι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, ἐπιδεκτικὸ μιᾶς ἀξιοποιήσεώς του ὡς ἐργαλείου πνευματικῆς καὶ μάλιστα νηπτικῆς προκοπῆς. Κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, τὰ πάθη, ἂν καὶ δὲν «συνεκτίσθησαν προηγουμένως» στὴν ἀνθρώπινη φύση, εἶναι καλὰ γιὰ τοὺς προχωρημένους στὴν πνευματικὴ ζωή. Γιατί αὐτοὶ μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐμπειρία τῶν παθῶν ποὺ εἶχαν (καὶ τὰ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὴ σαρκική τους ἀφετηρία) γιὰ τὴν ἀπόκτηση οὐρανίων ἀρετῶν. Ὅπως τὸ φόβο ὡς μέσο προφυλάξεως ἀπὸ τὴ μέλλουσα τιμωρία ἀλλὰ καὶ τὴ λύπη, ὡς διορθωτικὴ διάθεση, κατὰ τὴ μεταμέλεια γιὰ κάποιο κακό, ποὺ διαπράχθηκε κατὰ τὸν παρόντα βίο.

Πρόκειται ἐδῶ γιὰ μία μεταποιητικὴ «κατεργασία» τῆς δυναμικῆς ἑνὸς πάθους σὲ πνευματικὴ λειτουργία ἀρετῆς. Τὴ μεταποιητικὴ αὐτὴ μέθοδο μεταβολῆς μιᾶς ἀρνητικῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας σὲ θετικὴ καὶ ἐποικοδομητικὴ ἐνέργεια ἀνωτέρου ἐπιπέδου πνευματικῆς ζωῆς, ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου.

Ἐφόσον· «Πᾶν πάθος κατὰ συμπλοκὴν πάντως αἰσθητοῦ τινός, καὶ αἰσθήσεως καὶ «φυσικῆς δυνάμεως», θυμοῦ λέγω τυχόν, ἢ ἐπιθυμίας, ἢ λόγου παρατραπέντος τοῦ κατὰ φύσιν συνίσταται», εἶναι δυνατὸν ἕνας «σπουδαῖος» πνευματικὸς ἀγωνιστής, κατὰ τὴν ἐπιδίωξη κάποιας ἀρετῆς νὰ «μεταποίησῃ ἢ νὰ «μεθορμήσῃ» ἢ νὰ «μετεργασθῇ» ἢ νὰ «ἐπαναγάγῃ» τὴ φυσικὴ αὐτὴ δυναμική τοῦ πάθους σὲ βιωματικὴ ποιότητα ἀρετῆς.

Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἕνας ἀγωνιζόμενος χριστιανός, ποὺ ἀνήκει σ’ ἕνα ἀγχώδη τύπο, νὰ προσπαθήσει νὰ «μεθορμήσῃ» τὴν ἀγχωτική του δυναμικὴ σὲ ὑψηλὰ πεδία πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ νήψη, ἡ ἐγρήγορση, ἡ πατερικὴ προσοχὴ καὶ ἄλλες παρόμοιες πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ ἐνέργειες. Στὴν ἁγιογραφικὴ ἀλλὰ καὶ στὴν πατερικὴ διδαχὴ συναντοῦμε προτροπὲς ποὺ μᾶς προσανατολίζουν στὴν πνευματικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς «ἀγχωτικῆς» ἢ «φοβικῆς» δυναμικῆς. Ὅπως ἐνδεικτικῶς•

α) Στὴν Π. Δ. «δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιάσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ» (Ψαλμ β’ 11).

β) Στὴν Κ.Δ. «Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». «Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται… μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας».

«Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε». «Νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίη.

γ) Κατὰ τὸν ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, αὐτὸς ποὺ θέλει πραγματικὰ νὰ εὐχαρίστησει τὸ Θεὸ καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ… ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ προσπαθεῖ νὰ μάθει τὴν εὐχὴ καὶ «βιάζεται καὶ ἄγχει». Κι’ αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ ἐφαρμόσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ «βιάζεται καὶ ἄγχει καὶ ἐθίζει ἔθος ἀγαθόν… Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν κατόρθωσιν τῶν ἀρετῶν».

Ὁ ἴδιος ἅγιος συνιστᾶ «Πάντοτε ο»=υν ἐν τῇ συνειδήσει ὀφείλεις ἔχειν τὴν μέριμναν καὶ τὸν φόβον…. τὸν φόβον καὶ τὸν πόνον, ὡς φυσικὸν καὶ ἄτρεπτον, τὸν συντριμμὸν τῆς καρδίας πάντοτε πεπηγμένον».

Ἐπίσης, κατὰ τὸν ἀββᾶ Δωρόθεο, ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος ἄνθρωπος, ἂν ἀξιωθεῖ νὰ ἀπόκτησει κάποιο χάρισμα γνωρίζει πῶς τὸ κατόρθωσε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερηφανευθεῖ γιὰ τὸ χάρισμα αὐτό, ὅτι μὲ τὴ δική του δύναμη τὸ ἀπέκτησε ἀλλὰ τὸ ἀποδίδει στὸ Θεὸ καὶ συνεχῶς τὸν παρακαλεῖ «τρέμων» νὰ μὴ ἀποδειχθεῖ ἀνάξιος αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος καὶ στερηθεῖ τῆς βοηθείας του καὶ ἀποκαλυφθεῖ ἔτσι ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ ἀδυναμία του.

Ἡ ἀνάδυση τοῦ ἄγχους ἀπὸ ἀσυνείδητες, ἄγνωστες καὶ ἀπρόσιτες ἀπὸ τὸ λογικὸ ἐνδοψυχικὲς ἀφετηρίες, κάνουν πολὺ δύσκολη, ἂν μὴ ἀδύνατη, τὴν κατὰ μέτωπο καταπολέμησή του. Γεγονὸς ποὺ ἀφορᾶ σ’ ὅλα τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ πατερικὴ ἐμπειρία ποὺ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς δὲν εἶναι ἐκριζωτὴς τῶν παθῶν ἀλλὰ ἀνταγωνιστής, δείχνει ὅτι ἡ μέθοδος τῆς μετοχετεύσεως τῆς ψυχικῆς δυναμικῆς τοῦ πάθους σὲ στόχους πνευματικῆς ζωῆς, δημιουργεῖ ἐλπίδες μιᾶς θεοφιλοῦς ἀξιοποιήσεως τοῦ ἄγχους, σὲ νηπτικοὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες φωτιστικῆς αὐτογνωσίας, στὸ κλίμα τῆς ἀδιάλειπτης μνήμης τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς παρουσίας τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ στὴ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ.

Ἂν τὸ ἄγχος βιώνεται ὡς ἕνας ἀνεπιθύμητος ψυχικὸς ἀναγκασμός, σὰν μία πιεστικὴ βία στὸν πυρήνα τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀνταγωνιστεῖ κανεὶς τὸ ἄγχος εἶναι ἡ ἄσκηση βίας στὴ βία τοῦ πάθους αὐτοῦ. Στὸ σημεῖο τοῦτο εἶναι χρήσιμη ἡ προτροπὴ τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ ἀσκητοῦ· «Θέλησον τῇ βίᾳ τῆς φιλόθεου σπουδῆς ἐκνικῆσαι καὶ λῦσαι τὴν βίαν (τοῦ ἄγχους)! «Ἡμεῖς τῇ βίᾳ τὴν βίαν καταγωνισώμεθα».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Στὸ ἐρώτημα «πῶς μπορεῖ ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετώπισει καὶ νὰ ἀξιοποίηση τὸ ἄγχος ὡς ἐργαλεῖο πνευματικῆς προκοπῆς;» μία ἐπιγραμματικὴ – συνοπτικὴ ἀπάντηση θὰ ἦταν, στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἡ ἑξῆς·

- Νὰ παραδώσει τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ τὸ συνοδεύει στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

- Νὰ προσπαθήσει νὰ τὸ ἰδεῖ καὶ νὰ τὸ κατανοήσει στὴν ψυχοδυναμική του ἰδιαιτερότητα ὡς φοβίας ἢ ἀόριστης ἀγωνίας ἢ ἀναιτιολόγητης ἐπιθετικῆς παρορμήσεως ἢ τέλος ὡς ἐνοχικῆς φοβικῆς εὐαισθησίας, ὡς παράγοντα τῆς παιδείας τοῦ Κυρίου!

- Νὰ ἐντοπίσει ἐνδεχομένως τὸ ἐνοχικὸ ὑπόστρωμα τοῦ ἄγχους, ποὺ συνήθως ἀποτελεῖ τὴν κυρία ψυχοδυναμική του ἀφετηρία. Ἀπωθημένες ἁμαρτητικὲς ἐμπειρίες, δηλ. ἀνεξομολόγητες ἐνοχές, ἐκδικοῦνται μὲ ἀσυνείδητη ἀγχώδη ἀντίδραση.

- Νὰ συλλάβει τὴν ἀφυπνιστικὴ πνευματικὴ σημασία τοῦ ἄγχους, ὡς ἐρεθίσματος μιᾶς ἐργασίας αὐτογνωσίας μὲ κριτήρια ἀντικειμενικὰ καὶ ὄχι αὐτοδικαιωτικά.

- Νὰ μεταποιήσει τὴ δυναμική τῆς ἀγχωτικῆς ἀγωνίας σὲ νηπτικὸ τρόπο βιώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὴν μνημονευθεῖσα προτροπὴ τοῦ ἄγ. Μακαρίου του Αἰγυπτίου· «Καὶ ἡμεῖς τοίνυν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνην, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πραότητα., ἵνα ἀποστείλῃ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν ὁ Θεός»!

Ὄντως τὰ ἀντίρροπα τοῦ ἄγχους εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πραότητα!

Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2014

Βία καὶ ἔφηβοι π. Βασίλειος Θέρμος



π. Σ.Β.: Ἕνας χῶρος ὅπου κατ’ ἐξοχὴν ἀσκεῖται βία ἀπὸ παιδιὰ καὶ ἐφήβους εἶναι τὸ σχολεῖο. Γιατί αὐτὸ ἄραγε; Σημαίνει κάτι γιὰ τὴν ἐκπαίδευση; Ἔχουμε κάνει κάπου λάθος;

π. Β.Θ.: Πράγματι, ἂς προσέξουμε πὼς ἡ βία ἔχει «κατέβη» καὶ σὲ ἡλικίες δημοτικοῦ. Βέβαια ἡ κορύφωσή της ποσοτικὰ λαμβάνει χώρα στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, ὅπου ἔχουν τὴν δυνατότητα οἱ ἔφηβοι νὰ συμπήξουν καὶ συμμορίες καὶ νὰ κάνουν κάτι πιὸ ὀργανωμένο δηλαδή, ἐπειδὴ βοηθάει καὶ ἡ σωματικὴ διάπλαση. Νὰ διευκρινίσουμε ἐδῶ μόνο ὅτι στὸ θέμα ποὺ συζητοῦμε σήμερα δὲν περιλαμβάνουμε τὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ὅπου ἕνα παιδάκι ἐμφανίζει βίαιη συμπεριφορὰ γιὰ λόγους ἀναπτυξιακούς, ποὺ ἔχουν καθαρὰ νὰ κάνουν μὲ τὸ ἴδιο τὸ παιδί, ἢ τὴν προσωπικότητά του, ἢ πράγματα ποὺ βλέπει στὴν οἰκογένειά του.

Ἂν ἕνα παιδάκι στὸ νηπιαγωγεῖο, γιὰ παράδειγμα, χτυπήσει ἕνα ἄλλο παιδάκι, δὲν τὸ ἐντάσσουμε αὐτὸ μέσα στὸ φαινόμενο τῆς παιδικῆς βίας, αὐτὸ ἀνέκαθεν συνέβαινε. Ἔχει νὰ κάνει πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ λόγου, ὅτι ἂν ὁ λόγος ἔχει μείνει πίσω, μπορεῖ τὸ παιδὶ νὰ χρησιμοποιεῖ περισσότερο τὴν βία γιὰ νὰ «πεῖ» κάτι ποὺ ἀλλιῶς θὰ τὸ ἔλεγε μὲ λόγια, νὰ ἐκφράσει κάποια συναισθήματα ἢ κάποιες ἐπιθυμίες. Δὲν μιλοῦμε γι’ αὐτά. Μιλοῦμε γιὰ φαινόμενα πλέον πιὸ συστηματικὰ φραστικῆς-λεκτικῆς ἢ καὶ σωματικῆς βίας, ἐκβιασμῶν, κλοπῶν, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν νὰ συμβαίνουν πιὰ ἀπὸ τὴν Δ’-Ε’ τάξη τοῦ δημοτικοῦ καὶ πάνω.

Ἔχω ὅμως ἀρχίσει καὶ ἀνησυχῶ σοβαρὰ μήπως πιὰ τὸ σημερινὸ σχολεῖο, δηλαδὴ τὸ σημερινὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ποὺ φτιάξαμε σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες, ἔχει ἀρχίσει καὶ λειτουργεῖ ἀντίστροφα. Μήπως ἔχει ἀρχίσει καὶ ἐπιτελεῖ τέτοια ζημιὰ στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν καὶ τῶν ἐφήβων, ὥστε ἀποτελεῖ ἐνδεχομένως ἕναν σοβαρὸ παράγοντα γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς βίας τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα νοσηρὰ φαινόμενα, ὅπως τῆς κατάθλιψης ποὺ παρουσιάζουν ἀρκετοὶ ἔφηβοι, καὶ μετέπειτα τῆς παθολογίας ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ συνεχίζεται στὴν ζωή τους.

Τί θέλω νὰ πῶ μ’ αὐτό; Αὐτὸ τὸ ὁποῖο κατεξοχὴν θὰ ἀναδείκνυε τὸ σχολεῖο ὡς παράγοντα διαμόρφωσης προσωπικότητας θὰ ἦταν ἡ συμμετοχικότητα. Δηλαδὴ τὸ παιδὶ νὰ συμμετέχει στὴν μαθησιακὴ διαδικασία, θὰ ἦταν ἡ δημιουργικότητα, νὰ αἰσθάνεται δημιουργικὸ ἕνα παιδί, νὰ χαίρεται τὴν διαδικασία τῆς μάθησης καὶ ἀνακάλυψης. Ἡ χαρὰ τῆς μάθησης, ἡ ἀνάδειξη τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, αὐτοὶ εἶναι παράγοντες ποὺ θὰ συνέβαλλαν οὐσιαστικά. Πόσο αὐτοὶ οἱ παράγοντες λειτουργοῦν στὴν πράξη;

Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ τελευταῖο: ἡ χαρὰ τῆς κοινωνικῆς καὶ συλλογικῆς ζωῆς ὑπονομεύεται σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ἐπικρατοῦν τελικὰ ὡς ἡγέτες στὶς ὁμάδες τῶν παιδιῶν, κυρίως στὸ λύκειο, οἱ πιὸ προβληματικὲς περιπτώσεις.

Τὸ ξέρουμε ἀπὸ τὸ ποιοὶ ἀναδεικνύονται ὡς πρόεδροι καὶ ἀρχηγοί. Δὲν εἶναι βέβαιο δηλαδὴ ὅτι ἡ κοινωνικοποίηση τῶν παιδιῶν καὶ ἡ ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν προάγονται.

Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ἔμενα περισσότερο στὸ θέμα τῆς μαθησιακῆς διαδικασίας, Ποιὰ πλευρὰ τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ ἐφήβου βγάζει στὴν ἐπιφάνεια τὸ σημερινὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα; Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι βγάζει τὴν χειρότερη πλευρά του. Γιατί; Διότι ἔχουμε ἕνα ἐκπαιδευτικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν μάθηση. Ὅλοι ἔχουμε ἐπισημάνει τὸ γεγονὸς ὅτι στηρίζεται κυρίως στὴν ἀπομνημόνευση.

Ἐπιπλέον ἔχουμε ἕνα ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τὸ ὁποῖο εἶναι πάρα πολὺ ἐγκεφαλικό. Δηλαδὴ δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἐποπτεία, τὸ πείραμα, τὴν δοκιμασία, τὴν συμμετοχή, αὐτὸ ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγκες ἑνὸς παιδιοῦ καὶ ἑνὸς ἐφήβου. Δὲ μπορεῖ ἕνα παιδὶ ἢ ἕνας ἔφηβος ν’ ἀρχίσει ἀπὸ τὴν θεωρία καὶ νὰ πάει στὴν πράξη, πρέπει ν’ ἀρχίσει ἀπ’ τὴν ἐμπειρία καὶ νὰ πάει στὴν θεωρία. Ἔχουμε, μὲ ἄλλα λόγια δηλαδή, ἕνα μαθησιακὸ σύστημα τὸ ὁποῖο εὐνοεῖ μία ὁρισμένη κατηγορία παιδιῶν καὶ ἐφήβων. Μία μικρὴ μερίδα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνηθίσει νὰ ἐργάζονται ἐγκεφαλικά, «τοὺς πηγαίνει» ἡ ἀπομνημόνευση, θὰ λέγαμε, καὶ τὰ παιδιὰ αὐτὰ παίρνουν καλοὺς βαθμοὺς καὶ προκόβουν στὴν συνέχεια.

Ἀναγνωρίζω ὅτι γίνεται πολὺ καλὴ δουλειὰ ἀπὸ ὁρισμένους ἐκπαιδευτικούς, χρησιμοποιοῦν καὶ ἄλλες μεθόδους, ἐνδιαφέρονται, ἀγωνίζονται, ἀνανεώνονται. Εἶμαι πολὺ συνδεδεμένος μὲ τὸν κλάδο, καὶ ἐγὼ παιδὶ ἐκπαιδευτικῶν εἶμαι. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μερίδα τῶν ἐκπαιδευτικῶν ποὺ ἐνισχύουν τὸ παιδί, ἀσκοῦν ἔπαινο καὶ ἐνθάρρυνση. Ἄς μου ἐπιτρέψουν ὅμως οἱ ἀγαπητοὶ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ πιστεύω ὅτι πρόκειται γιὰ μειοψηφία πλέον.

Κατ’ ἀρχὴν προσέξτε τὴν ὁρολογία ποὺ χρησιμοποίησα. Μίλησα γιὰ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα. Δηλαδὴ τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα εἶναι τὸ παθογόνο, αὐτὸ ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα, μὲ τὴν κατανομὴ τῶν ὡρῶν, μὲ τὸ πῶς ἔρχεται ἡ πολιτεία νὰ προτείνει τὴν μάθηση. Ἐκεῖ μέσα ὑπάρχουν κάποια ἐλάχιστα περιθώρια πρωτοβουλιῶν ἀπὸ τοὺς καλοὺς ἐκπαιδευτικούς. Σίγουρα εἶναι ἡ μειοψηφία καὶ γι’ αὐτὸ θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικό μας σύστημα εἶναι τόσο νοσηρό, ὥστε πετάει ἔξω καὶ τοὺς καλοὺς ἐκπαιδευτικούς. Βλέπουμε σιγὰ-σιγὰ πὼς οἱ πιὸ ἀξιόλογοι ἐκπαιδευτικοὶ κουράζονται, παραιτοῦνται (σὲ εἰσαγωγικὰ ἢ χωρὶς εἰσαγωγικὰ) καὶ φεύγουν ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση. Αὐτὸ εἶναι ἕνα φαινόμενο ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἐπισημάνουμε καὶ νὰ τὸ διερευνήσουμε. Καὶ ἀντίθετα παραμένουν καὶ ἀποκτοῦν ἡγετικὸ ρόλο μέσα στὴν ἐκπαίδευση ἐκπαιδευτικοὶ ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν καὶ ἐπιλογὴ τους αὐτὸ ποὺ κάνουν.

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ εὐθύνη τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ὅτι ἔχει κρατήσει τὸν ἐκπαιδευτικὸ στὸ περιθώριο, καὶ μὲ τὶς ἀποδοχὲς ποὺ εἶναι χαμηλὲς καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους. Δὲν τὸν τιμᾶ, δὲν τὸν κάνει ἕνα ἀπ’ τὰ ἐξέχοντα ἐπαγγέλματα, τὰ ἰδιαίτερα τιμητικὰ δηλαδή, προκειμένου νὰ προσελκύσει καὶ ἀνθρώπους πιὸ ἀξιόλογους. Λοιπὸν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὠθοῦνται στὸ περιθώριο ἐκπαιδευτικοὶ ἀξιόλογοι, ὠθοῦνται καὶ μαθητές.

Τὸ νοσηρό τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη γιὰ μάθηση τὴν ὁποία ἔχει ἔμφυτη ὁ ἄνθρωπος• ἀλλὰ ἁπλῶς, ἐπειδὴ γιὰ κάποιους λόγους δὲν τρέχουν ὅλα τὰ παιδιὰ μὲ τὸν ἴδιο ρυθμὸ στὴν μάθηση, τὸ σχολεῖο δουλεύει μὲ μία μειοψηφία παιδιῶν ποὺ τοὺς ταιριάζει αὐτὸ τὸ σύστημα, δηλαδὴ τὸ ἐγκεφαλικὸ καὶ τῆς ἀπομνημόνευσης, καὶ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ πετάγονται ἔξω. Δὲν θὰ καταλήξουν ὅλα νὰ γίνουν βίαια, ἐννοεῖται. Κάποια παιδιὰ ποὺ εἶναι πιὸ ἐνδοστρεφῆ θὰ χάσουν τὴν αὐτοεκτίμησή τους πιὰ καὶ οὐδέποτε θὰ συνέλθουν ἀπ’ αὐτὸ ἢ θὰ περάσουν στὴν μελαγχολία. Βλέπουμε καὶ τέτοια παιδιὰ καὶ ἐφήβους ποὺ τὰ ἔχει θίξει ἀνεπανόρθωτα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα, ἀλλὰ ποὺ δὲν διαθέτουν τὴν ἐξωστρέφεια στὰ συμπτώματά τους, ὥστε νὰ ἐνοχλοῦν ἄλλους.

Γιὰ μιὰ μερίδα ὅμως παιδιῶν ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐξωστρέφεια, τὸ ὅτι πετάγονται ἔξω ἀπὸ τὴν μάθηση καὶ ἁπλῶς «σέρνονται» ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια μέχρι τὰ δεκαοχτὼ σ’ ἕνα ὑποχρεωτικὸ σύστημα, αὐτὸ παίρνει ἕνα συμβολικὸ χαρακτήρα γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτά. Αἰσθάνονται πὼς ἡ κοινωνία τὰ ἔχει πετάξει ἔξω. Διότι ἡ κοινωνία γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς ἐφήβους ποιὰ εἶναι; Τὸ σχολεῖο. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση τους μέσα στὴν κοινωνία. Δεῖτε το καὶ στοὺς ἐνήλικες: ἐὰν κάποιος ἐνήλικας αἰσθάνεται πὼς ἡ κοινωνία τὸν ἔχει πετάξει ἔξω, ἀμέσως ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ θυμό, βία καὶ παραβατικότητα. Εἶναι ἡ ἀντίδραση στὴν ἀπόρριψη τῆς κοινωνίας. Καὶ αὐτὸ τὸ βλέπουμε καὶ σὲ μεγαλύτερους, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ἕνα σφάλμα, ἔμειναν στὴν φυλακὴ ἕνα διάστημα καί, ἂν ἡ κοινωνία δὲν τοὺς ξαναεντάξει μέσα της, θὰ ἐπιστρέψουν στὴν παραβατικότητα.

Λοιπὸν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο βλέπει κανεὶς ὅτι ἕνα παιδὶ κάνει ἕνα παράπτωμα. Ἂν αὐτὸ τὸ παράπτωμα τὸ πληρώσει πάρα πολὺ ἀκριβά, ἂν αὐτὸ τὸ παράπτωμα τὸν φέρει στὸ περιθώριο, μένει γιὰ πάντα στὸ περιθώριο καὶ ἀρχίζει πιὰ νὰ ἐρωτοτροπεῖ μὲ τὴν παραβατικότητα. Ἀρχίζει νὰ γίνεται ὁ χῶρος του, ὁ φυσικός του χῶρος. Ἀφοῦ δὲν παίρνει καμιὰ αὐτοεκτίμηση (ποὺ τὴν ἔχει ἀπόλυτη ἀνάγκη ὁ ἔφηβος) ἀπὸ τὴν μαθησιακὴ διαδικασία, θὰ κοιτάξει νὰ τὴν πάρει ἀπὸ τὴν παρέα. Θὰ κοιτάξει νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν παρέα σὰν ἡγέτης μὲ τὴν βία, ποὺ δῆθεν εἶναι ἀνδρισμός, εἶναι παλικαριά, ὁπότε νὰ ἔχει ἀπὸ ἐκεῖ τουλάχιστον μία αὐτοεκτίμηση.

Ἔτσι καὶ οἱ ἔφηβοι ποὺ σπρώχνονται στὸ περιθώριο τῆς μάθησης: εἶναι σὰν νὰ τοὺς στέλνει ἡ κοινωνία τὸ μήνυμα, «προχωροῦμε χωρὶς ἐσένα». «Δὲν ὑπάρχει κάτι στὴν ζωὴ γιὰ σένα, γιὰ νὰ σοῦ δώσει νόημα», θέλει πολὺ γιὰ νὰ ἐπανακτήσει κάποιος ἀπέναντι σὲ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο;

Δηλαδὴ αὐτοὶ οἱ νέοι τελικὰ οἱ ὁποῖοι φτιάχνουν συμμορίες, εἴτε τῶν γηπέδων, εἴτε ἁπλῶς καὶ μόνο γιὰ νὰ κλέβουν, οὐσιαστικὰ σὲ αὐτὲς τὶς συμμορίες βρίσκουν κάτι πολὺ βασικὸ ποὺ δὲν βρῆκαν ἀλλοῦ. Δηλαδὴ χρειάζονται ἀπὸ κάπου μίαν αὐτοεκτίμηση. Χρειάζονται ἀπὸ κάπου νὰ παίρνουν τὴν ἐκτίμηση τῶν ἄλλων ἐπίσης. Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσει χωρὶς ἐκτίμηση σ’ αὐτὲς τὶς ἡλικίες, θὰ καταρρεύσει. Καὶ τὴν παίρνει μ’ αὐτὸ τὸν ἀρνητικὸ τρόπο.

Ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω αὐτὸ τὸ γεγονός, δηλαδὴ ὅτι ἔχουμε παιδιὰ καὶ ἐφήβους τὰ ὁποῖα δὲν συμμετέχουν στὴν μαθησιακὴ διαδικασία, διότι αὐτὴ δὲν μπόρεσε νὰ τὰ ἐνσωματώσει. Εἶναι ἀποτυχία τοῦ συστήματος τὸ ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ ἐνσωματώσει αὐτὰ τὰ παιδιὰ στὴν μάθηση, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὸ νὰ δημιουργεῖ θυμό, νὰ δημιουργεῖ ἀντιδραστικότητα, καὶ γιὰ ὁρισμένα ἀπὸ αὐτὰ ὁ θυμὸς θὰ πάρει καὶ τὴν μορφὴ τῆς βίας πιά. Δηλαδὴ ἕνα θυμωμένο παιδί, ἕνα δυστυχισμένο παιδί, τὸ ὁποῖο δὲν παίρνει χαρὰ ἀπὸ πουθενά, δὲν παίρνει ἀναγνώριση καὶ ἔπαινο, θὰ ταυτιστεῖ πλέον μὲ αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ πλευρά, ὥστε νὰ πάρει ἕναν ἔπαινο ἀπ’ τοὺς ὁμοφρονοῦντες, θὰ λέγαμε, τῆς παρέας.

Πιστεύω ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς παιδικῆς καὶ ἐφηβικῆς βίας καὶ ἐγκληματικότητας ἔχει ἀπὸ πίσω τὴν σχολικὴ ἀποτυχία καὶ νομίζω ὅτι καὶ οἱ στατιστικὲς συμφωνοῦν σ’ αὐτό. Διότι κατ’ ἐξοχὴν στὰ παιδιὰ αὐτὰ καὶ στοὺς ἐφήβους ποὺ συμμετέχουν σὲ ὀργανωμένη βία βλέπει κανεὶς μέσα ἀπὸ τὶς στατιστικὲς πολὺ χαμηλὴ σχολικὴ ἐπίδοση. Δὲν ἔχει λόγο, δηλαδή, ἕνας μαθητὴς ποὺ αἰσθάνεται ὅτι τὰ καταφέρνει, ποὺ παίρνει ἱκανοποίηση ἀπ’ τὴν μάθηση, νὰ καταφύγει στὴν βία.

Αὐτὸ τὸ θέμα νομίζω πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε πάρα πολύ• καὶ ἀνησυχῶ, διότι σήμερα οἱ συζητήσεις ποὺ γίνονται γιὰ τὴν ἐκπαίδευση ἀναφέρονται μόνο σ’ ἐπιφανειακὲς ρυθμίσεις. Δηλαδὴ κάθε κυβέρνηση διαφημίζει πόσες νέες σχολικὲς αἴθουσες ἔχει κάνει, πόσο αὔξησε τὰ κονδύλια γιὰ τὴν παιδεία, ἡ ἀντιπολίτευση λέει δὲν εἶναι ἀρκετά, ἢ μιλοῦν γιὰ μετατροπὲς σὲ κάποιες σχολικὲς ὧρες, ἀφαιροῦν ἀπὸ ἕνα μάθημα καὶ προσθέτουν σ’ ἕνα ἄλλο. Καὶ δὲν ἀσχολεῖται κανεὶς πῶς διδάσκονται τὰ μαθήματα, τί εἴδους ἐκπαιδευτικοὺς ἔχουμε, τί ἐκπαιδευτικοὺς θέλουμε ν’ ἀποκτήσουμε, μήπως πρέπει νὰ μπεῖ ἕνα φρένο νωρίτερα, ἕνας ἔλεγχος, μήπως πρέπει νὰ γίνεται μία ἐξέταση τῶν ἀνθρώπων καὶ μία ἐπιλογή, μήπως πρέπει νὰ ὑπάρξει φαντασία μέσα στὸ σχολικὸ πρόγραμμα, δηλαδὴ πέρα ἀπ’ τὸ καθιερωμένο μάθημα νὰ ὑπάρξουν διαδικασίες συμμετοχῆς καὶ δημιουργίας τῶν ἴδιων τῶν παιδιῶν. 

Ἂν τὰ κάναμε αὐτὰ τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι θὰ ζωντάνευε τὸ σχολεῖο, ἡ σχολικὴ ζωή, ἡ σχολικὴ κοινότητα, καὶ θὰ ἐνσωματώναμε στὴν μάθηση καὶ ἄλλα παιδιά. Ὅποιο παιδὶ δὲν ἐνσωματωθεῖ στὴν μάθηση, στὴν σχολικὴ διαδικασία, θὰ εἶναι πρόβλημα γιὰ τὴν κοινωνία ὁλόκληρη ἐπὶ δεκαετίες. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ δώσουμε ἀπόλυτη προτεραιότητα στὸ θέμα τοῦ σχολείου.Ὁ ἐκπαιδευτικός, νομίζω, θὰ πρέπει νὰ ἀκούσει περισσότερο τὴν καρδιά του καὶ νὰ τολμήσει. Χρειαζόμαστε τόλμη καὶ φαντασία, ἀγάπη, φροντίδα, ἱκανότητα νὰ μπαίνει στὴν θέση τοῦ μαθητῆ, ἰσότητα καὶ δικαιοσύνη (διότι ἐξοργίζουν πάρα πολύ τοὺς ἐφήβους οἱ ἀδικίες ποὺ γίνονται στὰ σχολεῖα, ἄθελά μας βέβαια). 

Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κάνει ὡς ἄτομο ὁ ἐκπαιδευτικός, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐξακολουθῶ νὰ λέω ὅτι πέρα ἀπὸ τὸν ἀγώνα ποὺ θὰ δώσουν τὰ συγκεκριμένα ἄτομα, εἶναι θέμα γενικότερης σύλληψης τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Νὰ ἀποκτήσουμε ἕνα ἐκπαιδευτικὸ σύστημα περιεκτικό, ὅπως λέγεται, δηλαδὴ τὸ ὁποῖο νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει καὶ διαφορετικοὺς χαρακτῆρες παιδιῶν, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ δώσει μία ποικιλία στοὺς τρόπους μάθησης. Γιατί δὲν μαθαίνουν ὅλα τὰ παιδιὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Καὶ βεβαίως νὰ ἔχουμε ἕνα ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιτρέπει, μὲ ξεχωριστὰ κίνητρα καὶ αὐστηρὰ κριτήρια ταυτόχρονα, νὰ ἀποκτήσουμε καλύτερους ἐκπαιδευτικούς, τοὺς ἄριστους τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, προκειμένου νὰ χτίσουμε ἕνα αὔριο καλύτερο.
πηγή

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2014

Η χρήση της Ποιμαντικής Ψυχολογίας στη Νηπτική Παράδοση – Επιλογικά


poim2
Τέλος, η χρεία μιας λεπτής εργασίας στην οποία πρέπει να προβεί ο ποιμένας έγκειται στην ανίχνευση εξιδανικεύσεων που σχετίζονται με το πρόσωπό του και αφορούν σε θετικά ή αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να αναπτύξει ο συνομιλητής απέναντί του. Στην πρώτη περίπτωση η αιτία εντοπίζεται στο ότι η επαφή δεν έχει το χαρακτήρα της επιβολής απόψεων ή του εγχειρήματος να τεθεί υπό τον έλεγχο του ποιμένα-θεραπευτή ο συνομιλητής. Τουναντίον ο δεύτερος εισπράττει την πρόθεση που δείχνει ο ποιμένας να τον καταλάβει, ενώ ταυτόχρονα ο διάλογος δεν υπονομεύεται από μία υφέρπουσα διάθεση επικρίσεως ή νουθεσίας. Σε ότι αφορά τα αρνητικά συναισθήματα αυτά γίνονται δυσκολότερα αντιληπτά ένεκα των κανόνων καλής συμπεριφοράς. Και στις δύο περιπτώσεις η εικόνα που έχει σχηματίσει ο συνομιλητής για τον ποιμένα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά οφείλεται στην ανάγκη του να αποδώσει κάποια χαρακτηριστικά σε αυτόν για να ισορροπήσει έτσι προσωπικές του ανησυχίες.
Το πρόβλημα όπως υποστηρίζει ο π. Φάρος είναι ότι συνήθως ο ποιμένας δεν έχει γνώση των συναισθημάτων της εξιδανίκευσης για να είναι σε θέση να τα αμβλύνει. Επιπλέον αναφέρει πως ο «ποιμένας ή ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η ανάπτυξη μιας σχέσης με συναισθήματα αρνητικά ή θετικά μεταξύ αυτού και του συνομιλητή του είναι αναπότρεπτη και δε θα πρέπει να προσπαθήσει να διακόψει τη σχέση, αλλά να ελέγχει τη φύση και την έντασή της.».[129]Επίσης η ισορροπητική διαχείριση αυτών των συναισθημάτων θα αποτρέψει τόσο τη συναισθηματική εξάρτιση όσο και τον κίνδυνο να τον εκλάβει ο συνομιλητής ως ανεπαρκή, αδιάφορο, ή και άγονο ακροατή. Αυτό που εν κατακλείδι προτείνεται ως ουσία της ποιμαντικής επαφής είναι η ανάπτυξη και συντήρηση εκ μέρους του ποιμένα μιας σχετικής διαφάνειας «ώστε ο συνομιλητής να μην εμποδίζεται απ αυτόν να δει το Χριστό.».[130]
Σταθήκαμε στα έξι σημεία της ποιμαντικής πείρας που επέχουν θέση πρώτης ύλης για οποιονδήποτε πνευματικό λειτουργό θέλει να δομήσει έναν ψυχολογικό εξοπλισμό που θα του επιτρέψει να υπηρετήσει το ποιμαντικό του έργο εκκινώντας από τη σωστή βάση. Φυσικά δεν εξαντλείται το θέμα της άσκησης και δημιουργικής διαχείρισης ενός ποιμαντικού και θεραπευτικού διαλόγου στις επισημάνσεις τις οποίες εκθέσαμε. Άλλωστε αποτελούν ένα μέρος από το σώμα των βασικών οδηγιών τις οποίες καλείται να ακολουθήσει ένας ποιμένας. Είναι ευνόητο ότι πέρα από την απαραίτητη ωριμότητα και επαγγελματική κατάρτιση που απαιτείται να κατέχει, ο ποιμένας πολλές φορές θα χρειαστεί να προσαρμόσει τις τεχνικές του και να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ξεχωριστού προσώπου.
Ολοκληρώνοντας αυτή την εργασία θα θέλαμε να σημειώσουμε την ώριμη και ομαλή προσαρμογή της νηπτικής διδασκαλίας που διακρίνουμε στη θεματολογία της τελευταίας ενότητας σε ότι αφορά την άσκηση της Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Επιπλέον θα θέλαμε να τονίσουμε τη σπουδαιότητα που έχει για την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής Πράξης η σύζευξη των δύο περιοχών, ιδιαίτερα στην εποχή μας, καθώς η ανάγκη να ακουστεί ένας αγαπητικός και ανθρώπινος λόγος από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας προβάλλει όλο και πιο απαιτητική.

Επίλογος

Μετά τα όσα καταγράφηκαν, το αίσθημα ότι τα κείμενα της νηπτικής διδασκαλίας συνιστούν πολύτιμο θησαυρό για την Ποιμαντική Ψυχολογία είναι προφανές. Επίσης το ότι αποτελούν ένα τεράστιο αρχείο ενδοσκοπήσεων και ψυχολογικών παρατηρήσεων όπου προβάλλονται οι ποικιλόμορφες εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι πρόδηλο. Η διείσδυση στο ανθρωπολογικό σύμπαν των νηπτικών μας οδηγεί στα άδυτα της καθόλου υπάρξεως ανοίγοντας μια νέα προοπτική στο πεδίο της ανθρωπογνωσίας. Ή μάλλον ορθότερα μας επαναφέρει αντιμέτωπους με την αρχέγονη φάση της.
Μέσα από τη μάχη κατά των παθών και των αγώνα για την απόκτηση των αρετών οι νηπτικοί καταθέτουν τη μαρτυρία της πνευματικής τους εμπειρίας που είναι δωρεά της Χάρης του θεού, απάντηση σε όσους έχουν το σθένος να παλέψουν για το «κατά φύσιν» της ανθρώπινης ζωής τηρώντας τις Θείες εντολές. Ταυτόχρονα είναι και κάτι ευρύτερο, είναι παραμυθία για όσους αποζητούν να μάθουν το γιατί του ανθρώπινου δράματος και πληροφόρηση για όσους αναρωτιούνται για το τι του είναι της ανθρώπινης ύπαρξης μαχόμενοι να το αποκαλύψουν. Συγχρόνως όμως αποτελούν και φρένο σε όσους συγκατανεύουν στις κολακείες της ανθρώπινης λογικής και υπερεκτιμούν τις δυνατότητές της.
Η ψυχολογική εμβάθυνση που προσφέρεται από τα νηπτικά κείμενα για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, συμπυκνώνει την καλή ανησυχία των πατέρων για την επανασύνδεση του ανθρώπου με την αρχική πηγή που είναι ο Θεός. Αυτή η οντολογική προοπτική είναι το επιστέγασμα της νηπτικής υπαρξιακής πρότασης και γίνεται εφικτή μόνο όταν ο άνθρωπος στρέψει όλες του τις δυνάμεις αγαπητικά προς το Θεό ζητώντας να λάβει το έλεός του ως αντίδοση αυτής της κίνησης. Κατ’ επέκταση το ψυχολογικό δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός της πατερικής αναζήτησης(παρότι διαπιστώθηκαν οι συγγενικοί δεσμοί που διέπουν τη σχέση της με την επιστημονική όψη της ψυχολογικής σκέψης) αλλά το μέσον για να αναδειχθεί το πνευματικό. Αυτή η υπαρξιακή διάσταση που κομίζουν οι πατέρες δεν αποτελεί μια στοχαστική περιπλάνηση, αλλά είναι μια ολική επαναφορά των πραγμάτων στην ορθή τους βάση που μας υπενθυμίζει το οντολογικό μας χρέος να επιστρέψουμε στον τόπο καταγωγής μας.
Είναι αναμφισβήτητο και δεδομένο ότι ακόμα και στην πιο απόμακρη τοποθέτηση έναντι της πίστης απέναντι στο Θεό, ακόμα και στην πιο ακραία απόρριψή της, εάν υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ των δύο στάσεων αυτό συνίσταται στη βίωση κάθε μορφής προβλημάτων. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξή τους και κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι έχει αποφασίσει να μην τον αγγίξει κανένα από αυτά, ή ότι έχει τη δύναμη να τα αποφύγει. Και κανείς βεβαίως δεν μπορεί να εγγυηθεί για τις ικανότητές του να πράξει κάτι τέτοιο.
Συνοψίζοντας τη σκέψη μας θέλουμε να τονίσουμε ότι ο παραπάνω προβληματισμός είναι ένα νεύμα σε όσους δεν είχαν την τύχη να έρθουν σε επαφή με τη νηπτική παράδοση, ή είναι δύσπιστοι απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Σε όσους κρατούν ακόμα ένα ζωηρό ενδιαφέρουν να συλλάβουν το νόημα τη ύπαρξης. Σε όλους αυτούς ταπεινά διαγγέλλουμε ότι οι απαντήσεις της ψυχολογίας δεν εξαντλούν το ζήτημα της υπαρξιακής πραγματικότητας. Εάν στρέψουν το βλέμμα στην άλλη πλευρά του δρόμου θα αντικρίσουν την απρόσμενη δυνατότητα που τους προσφέρει η νηπτική διδασκαλία να ικανοποιηθεί το αίτημά τους.
[129]Ο.π., σ.43
[130]Ο.π., σ.44

Βιβλιογραφία

Πηγές
Αθανάσιος Άγιος, Διάλογος Γ΄ περί της αγίας Τριάδος, εν ω αιρετικού φρονούντος τα του Πνευματομάχου Μακεδονίου αντίθεσις προς Ορθόδοξον (93),PG28 1228 C.D.
Γρηγόριος Νύσσης, Άπαντα τα Έργα τομ. 10 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»,Θεσσαλονίκη, 1990
Γρηγόριος Νύσσης, Εις τον Εκκλησιαστήν, PG44,725B
Γρηγόριος Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός, PG 45,25C
Γρηγόριος Παλαμάς, PG 150,1361C
Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 16, PG 151,196A
Ευάγριος Ασκητής, Κς΄Κεφάλαια Πρακτικά προς Ανατόλιον τον Μοναχόν, ΕΠΕ τομ. 11Α, Θεσσαλονίκη, 1997
Ισαάκ ο Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί. Λόγος 67, 2-4. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητών 8Γ, εκδοτικός οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον» Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1991
Ισίδωρος Πηλουσιώτης Άγιος, Επιστολές, βιβλίο 4, επιστολή 125, PG 78, 1201A
Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος Περί υπερηφανείας ΚΒ΄,28, έκδοση δεκάτη πρώτη, Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής, 2009
Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία V εις Ρωμαίους, Migne 60,440
Μακάριος Αιγύπτιος, Ομιλία Ζ΄, PG 34, 528Β
Μάξιμος Ομολογητής, Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών, PG 90,893C
Μάξιμος Ομολογητής, Προς θαλάσσιον, περί απόρων. Βλ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητών 14Β, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1992
Νείλος Πρεσβύτερος, Προς Αγάθιον τον Μονάζοντα. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών, Ευαγρίου του Ασκητού, Νείλου του Μοναχού Άπαντα τα Έργα 11Α Λόγοι, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1997
Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Βίβλος των Ηθικών, Ηθικός Λόγος ΙΑ΄, 4 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών 19Γ
Συμεών Του Νέου Θεολόγου Βίβλος των Ηθικών, Ηθικός Λόγος ΙΑ΄, 16 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών 19Γ
Φιλοκαλία τομ. Β΄, Β΄ εκατοντάς κεφαλαίων περί αγάπης, ΕΠΕ τομ. 14 Θεσσαλονίκη, 1985
Βοηθήματα
Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης Αρχ., Λόγος Περί Νήψεως Ερμηνεία στον Άγιο Ησύχιο, εκδ. Ίνδικτος Αθήνα 2007
Αυγουστίδης Αδαμάντιος Γ. π., Ποιμένας και θεραπευτής: Ζητήματα ποιμαντικής ψυχολογίας και ποιμαντικής πρακτικής εκδ. Ακρίτας 1999
Bourdin Dominique,Η ψυχανάλυση από τον Φρόυντ ως τις μέρες μας, Ιστορία, έννοιες, πρακτικές.Μτφ. Αναστασία Καραστάθη, Εκδ. Κριτική Αθήνα 2005
Εφραίμ Σύρος, Προς διόρθωσιν των εμπαθώς διαγόντων και τιμάς απαιτούντων, εκδ. ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, Θεσσαλονίκη, 1979
Θερμός Βασίλειος π., Άνθρωπος στον ορίζοντα! Προσεγγίζοντας τη συνάντηση Ορθόδοξης Θεολογίας και επιστημών του ψυχισμού. εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2006
Ισαάκ Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί, Επιστολή Δ΄,26, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς» θεσσαλονίκη 1991
Καλαντζάκης Σταύρος Ε., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…, εκδ. Παν. Σ. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 2001
Καλλιακμάνης Βασίλειος Ι. Πρωτοπρεσβύτερος, Ο εκκλησιολογικός χαρακτήρας της ποιμαντικής, Λεντίω ζωννύμενοι ΙΙ, εκδ. Μυγδονία Θεσσαλονίκη 2005
 Καλλιακμάνης Βασίλειος Ι. Πρωτοπρεσβύτερος, Μεθοδολογικά πρότερα της ποιμαντικής, Λεντίω ζωννύμενοι Ι,  εκδ. Μυγδονία Β΄έκδοση,  θεσσαλονίκη, 2005
Κόϊος Νικόλαος Γ., Θεολογία και Εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου Άγιον Όρος Ά εκδ. 2007
Κόϊος Νικόλαος Γ.,Ηθική Θεώρηση Των Τεχνικών Παρεμβάσεων Στο Ανθρώπινο γονιδίωμα, εκδ. Σταμούλη Α.Ε. Αθήνα 2003
Κορναράκης Ιωάννης Κ., Βιβλικά Ψυχογραφήματα, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986
Κορναράκης Ιωάννης Κ., Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας ΙΙΙεκδ. οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε. Θεσσαλονίκη, 1998
Λουδοβίκος Νικόλαος π., ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ Βυζαντινή Εξατομίκευση, Κράτος και Ιστορία, στην προοπτική του ευρωπαϊκού μέλλοντος, Έκδοση δεύτερη, εκδ. Αρμός,2006
Μαντζαρίδης Γεώργιος Ι., Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Άνθρωπος και Θεός άνθρωπος και συνάνθρωπος υπαρξιακές και βιοηθικές θέσεις και προοπτικές, β΄εκδ. Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη, 2009
Μπαλατσούκας Σωτήριος Ι., Σπουδή Πνευματικής Τελειώσεως Προσέγγιση στα αγιολογικά κείμενα,εκδ. Μυγδονία θεσσαλονίκη, 1998
Μπέγζος Μάριος Π., Ψυχολογία και Θρησκεία, εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2011
Παΐσιος Αγιορείτης Γέρων, ΛΟΓΟΙ Α΄ ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, Ιερόν Ησυχαστήριον ‘’Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος’’ Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002
Παραβάντσος Αθανάσιος π., Οι ψυχές των άλλων, Αναζητώντας το Μεταμοντέρνο Εαυτό, εκδ. Αρμός 2010
Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης Γέρων, Βίος και Λόγοι, Ι΄ έκδοση, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2009
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Αγώνας Θεογνωσίας εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Μετάφρασις εκ του ρωσικού και γαλλικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1996
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Το Μυστήριο της Χριστιανικής Ζωής, εκδ. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2010
Tsakiridis George, Evagrius Ponticus and Cognitive Scieence, A Look at Moral Evil and Thoughts, Eugene 2010
Larchet Jean Claude, Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων-Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. Αποστολική Διακονία Μτφρ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ
Φάρος Φιλόθεος π., Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ Αρχές και Μέθοδοι, εκδ. Ακρίτας, β΄έκδ. Αθήνα,1983
Φλωρόφσκυ Γεώργιος, Περιοδικό «The Orthodox Church» Vol. 43 No 2-3/2007 1973

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...