Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Νικολόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Νικολόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2020

Τὸ σκάνδαλο τῆς ἀσθένειας

 


Ἀκούγοντας πολλές φορές τά αἰτήματα τῶν χριστιανῶν μας καί τούς λόγους γιά τούς ὁποίους προσεύχονται, διακρίνει κανείς νά κυριαρχεῖ τό αἴτημα ὑπέρ ὑγείας. Χιλιάδες χαρτάκια ἔρχονται στήν Ἁγία Πρόθεση ὅλων τῶν Ναῶν μέ δεδηλωμένο τό αἴτημα αὐτό. Ἀλλά καί στήν καθημερινότητά μας, στήν ἀποστροφή τοῦ λόγου γιά ὅσα συμβαίνουν γύρω μας, συνήθης εἶναι ἡ κατακλείδα « τήν ὑγειά μας νά ’χουμε, νά μποροῦμε νά τά βγάλουμε πέρα». Ἰσχυρό πρόταγμα τό αἴτημα τῆς ὑγείας. Καί πολλοί, ἰδίως ἀπό ὅσους ἔχουν συγκεχυμένη ἀντίληψη περί Ἐκκλησίας καί τήν ἀντιμετωπίζουν μέ μιά διάσταση μαγείας, τό δηλώνουν ξεκάθαρα ὅτι πάνε Ἐκκλησία γιά νά τούς ἔχει ὁ Θεός «γερούς», θεωρώντας τή Θεία Χάρη ὡς μορφή ἀσπίδας ἐναντίον τῆς ὅποιας ἀσθένειας.

Κι ἐκεῖ ἀρχίζει τό σκάνδαλο. Φαίνεται τό αἴτημα νά μήν εἰσακούεται, καθώς καί οἱ Ναοί εἶναι γεμάτοι ἀσθενεῖς, καί οἱ Χριστιανοί ἀρρωσταίνουν καί τελικά τόσες παρακλήσεις καί προσευχές ὑπέρ ὑγείας φαίνεται νά μήν εἰσακούονται, καθώς τά ἀντίστοιχα αἰτήματα δέν ἐκπληρώνονται πάντα. Γιατί λοιπόν, ἐνῶ ἀπό τή μιά ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τά πολλά θαύματα τοῦ Χριστοῦ μας, πού χάρισαν τήν ὑγεία σέ ὅσους τά ἀπόλαυσαν, ἀπό τήν ἄλλη σήμερα φαίνεται σάν νά μή γίνονται θαύματα, ἤ τουλάχιστον σάν νά μήν προστατεύει ὁ Ἅγιος Θεός τούς δικούς του ἐπαρκῶς; Ἡ ἀπάντηση θά μποροῦσε νά εἶναι πολύ εὔκολη. Πῶς ζητᾶμε τά ἴσα μέ παλαιότερες ἐποχές, τότε πού ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων, γνήσια καί ἄδολη, κόχλαζε στίς καρδίες καί τούς ὁδηγοῦσε σέ ὁμολογίες «μέχρις αἵματος»; Γιατί ζητᾶμε θαύματα ὅταν ὁ τρόπος τῆς ζωῆς μας καί ἡ ποιότητα τῶν ἠθῶν μας, τά ἀποκλείει; Μήν ξεχνᾶμε ὅτι τό θαῦμα, ἐκτός ἀπό πίστη, χρειάζεται καί ἀρετή.


Ἡ θεραπεία τῆς «συγκύπτουσας» γυναίκας

Στό σημερινό Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός μᾶς δίνει ἀνάγλυφα μιά διαφορετική καί πρωτότυπη ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού παραπάνω διατυπώσαμε. Περιγράφεται ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτουσας, δηλαδή τῆς γυναίκας ἐκείνης πού δέν μποροῦσε καθόλου νά σηκώσει τό κεφάλι της πρός τά ἐπάνω, καθώς τό κυρτωμένο ἀπό τήν ἀσθένεια σῶμα τήν ὑποχρέωνε νά εἶναι διαρκῶς σκυμμένη. Ἡ ὁποιαδήποτε τάση γιά ἀνόρθωση ἐπέφερε φοβερούς πόνους, οἱ ὁποῖοι περιόριζαν τό εὖρος τῶν δραστηριοτήτων της. Κι ὅμως, αὐτή ἡ γυναίκα δέν ντρεπόταν στήν κατάστασή της νά κυκλοφορεῖ. Δέν δίσταζε νά ταλαιπωρηθεῖ. Καί μάλιστα κυρίως πηγαίνοντας στή Συναγωγή γιά ν’ ἀκούει τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἑρμηνεία του.

Πολλές φορές κάποια ἀσθένεια καί οἱ συνέπειές της δημιουργοῦν ἄσχημη ψυχολογία στόν ἀσθενῆ καί τόν ὁδηγοῦν στό νά ντρέπεται γιά τό σῶμα του ἤ τοῦ ἀποστεροῦν τήν ὄρεξη γιά τή ζωή. Ἐάν ὁ ἀσθενής δέν ἔχει ψυχικά ἀποθέματα ἀντοχῆς, τά ὁποῖα κυρίως ἐπαυξάνει ἡ πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, συνήθως ὁδηγεῖται σέ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἀκόμη καί ἀκραῖες, μέ συνέπεια νά καθιστᾶ τή ζωή ἀκόμη πιό μαρτυρική καί γιά τόν ἴδιο καί γιά τούς δικούς του. Συνήθως τίς σχετικές ἀπαισιόδοξες σκέψεις τίς καλλιεργεῖ ἡ ἴδια ἡ κοινωνία ὅταν ἐμφορεῖται ἀπό ἀπαράδεκτα πιστεύματα λατρείας τοῦ νιτσεϊκοῦ ὑπερανθρώπου, ὅταν γεμάτη μικροψυχία ἀντιμετωπίζει τούς ἀσθενεῖς ὡς ὑποδεέστερους καί βάρος, ὅταν ὑποκριτικά κλείνει τά ματιά στόν πόνο ἀρνούμενη νά ἑτοιμάσει τά μέλη της γιά τήν ἀντιμετώπισή του, προπαγανδίζοντας ἀντ’ αὐτοῦ, τό μάταιο κυνήγι τῆς φρούδας ἐλπίδας τῆς ἀπόλυτης εὐτυχίας ἐπί γῆς.

Ἡ συγκυπτουσα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ὅμως δέν συμπεριφέρεται ἔτσι. Ὁμολογεῖ τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα της στόν Θεό, κυρίως μέ αὐτό πού κάνει, νά πηγαίνει δηλαδή μέ κόπο καί πόνο στή λατρεία τοῦ Θεοῦ, νά συμμετέχει καί νά ἀντλεῖ ἀπό ἐκεῖ δύναμη. Δέν μιλᾶ καθόλου γιά νά ξέρουμε τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς της, τό εἶδος τῶν αἰτημάτων της, ἡ ἀκόμη καί τά παράπονά της. Σπάνιο πράγμα ἄρρωστος ἄνθρωπος νά σιωπᾶ. Συνήθως σημαίνει ἀποθέματα ψυχικῆς δύναμης καί ὑπομονῆς, πού τοῦ ὑπαγορεύουν νά μήν κουράζει ἄλλους, ἀλλά νά βαστάζει μόνος μέ θάρρος τόν σταυρό τῆς ὅποιας ἀσθένειας.


Ἰησοῦς Χριστός, ὁ «ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων»

Καί ὁ Χριστός μας ἀπό τήν ἄλλη, δρᾶ πρωτότυπα. Βλέπει τή συγκυπτουσα καί διακόπτει τό κήρυγμά του, ἀποδείξη τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη γιά τό πλάσμα του. Χωρίς ἡ γυναίκα νά τοῦ μιλήσει ἤ νά τοῦ ζητήσει τίποτε, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀκουμπώντας τό κεφάλι της ἀμέσως τῆς λέει: γυναίκα εἶσαι λυμένη καί ἐλευθερωμένη ἀπό τήν ἀρρώστια σου. Κανείς δέν τοῦ ζήτησε τίποτε κι ὅμως ὁ Χριστός ἐνεργεῖ εὐεργετικά. Εἶναι ὁ τρόπος πού μέχρι σήμερα ἐνεργοῦν οἱ Ἅγιοί μας, ἀκόμη καί σέ ὅσους δέν τούς γνωρίζουν, ἀκόμη καί σέ ὅσους δέν τούς ἔχουν ζητήσει τίποτε.

Σέ ἄλλες περιπτώσεις ὁ Χριστός διεκδίκει νά διαπιστώσει τήν πίστη ὅποιου τοῦ ζητᾶ ἕνα θαῦμα. Ἐδῶ, δέν τό κάνει, γιατί δέν χρειάζεται νά διαπιστώσει τίποτε. Ἡ ὑπομονή στήν ἀσθένεια καί τό συνακόλουθο σμίλεμα τῆς ψυχῆς, εἶναι ὑπεραρκετά γιά νά μαρτυρήσουν τήν ὁλοκληρωτική ἐξάρτηση ἀπό τόν Ἅγιο Θεό, ὡς τόν μόνον ἱκανό ὄχι ἁπλῶς νά παραχωρήσει τήν ἴαση τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἐπιπλέον καί τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτό καί Ἐκεῖνος πού γνωρίζει καλά τά μύχια τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων καί μπορεῖ νά διαπιστώσει τή γνήσια καί ἀνιδιοτελῆ τους ἀγάπη πρός Αὐτόν, ξέρει νά διακριβώνει ὄχι μόνο τήν κάθε ἀνάγκη τοῦ πλάσματός του, ἀλλά καί νά ἐπεμβαίνει κατά τό πνευματικῶς συμφέρον καί νά ἀποδίδει στόν καθένα ὅ,τι τοῦ χρειάζεται.

Ἀδελφοί μου, πολλές φορές οἱ Ἅγιοι τῆς πίστης μας ἀντιμετώπιζαν τήν ἀσθένεια στή ζωή τους ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ, ὡς ἀφορμή ἐντονότερης καί θερμοτερης προσευχῆς, ὡς αἰτία ὑπομονῆς καί συνακόλουθα εὐλογίας. Τό παράδειγμά τους ὑπάρχει γιά νά μᾶς μάθει πῶς μποροῦμε καί ἀπό τέτοιες δύσκολες καταστάσεις, ὅπως τῆς ἀσθένειας, νά λαμβάνουμε ἀφορμές πρακτικῆς φιλοσοφίας καί θεολογίας, γιά νά πλησιάζουμε ἀκόμη περισσότερο τόν Θεό, κατανοώντας τή θεία παντοδυναμία καί τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, συναισθανόμενοι ὅτι πατρίδα μας εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἡ γῆ αὐτή, καί αἰώνια κληρονομιά μας ἡ ἀποκατάστασή μας στήν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Ἀμήν.

Σάββατο, Ιουνίου 27, 2020

Κυριακη Γ Ματθαίου Ὁ ἡγεμών νοῦς


Καυχῶνται οἱ ἀνθρωπολόγοι, καί δικαίως, γιά τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος διακρίνεται ἀπό τά λοιπά εἴδη τοῦ ζωικοῦ βασιλείου, λόγω τῆς λογικῆς καί τῆς ἀντιληπτικῆς του ἱκανότητας. Ἀλλά καί πολλοί φιλοσοφοῦντες ἐπαίρονται γιά τή δυνατότητα τῆς σκέψης καί τήν παραγωγή τοῦ νοῦ. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί οἱ θεολόγοι δοξάζουν τόν Ἅγιο Θεό γιά τό μεγάλο δῶρο του στόν ἄνθρωπο, τόν ἡγεμόνα νοῦ. Ἐκεῖνο πού δέν γίνεται ἀπολύτως κατανοητό εἶναι πώς μέ ὅλα αὐτά οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνον αὐτοθαυμαζόμαστε γιά τό μεγάλο προσόν τῆς λογικῆς, ἀλλά κυρίως αὐτοκατακρινόμαστε μιᾶς πού τό προνόμιο τῆς σκέψης καί τῆς ἐλεύθερης βούλησης μᾶς καθιστᾶ ὑπόλογους γιά τίς πράξεις, τούς λόγους, τίς ἐπιθυμίες, μ’ ἕνα λόγο τά ἐνεργήματά μας. Ἀκριβῶς δέ ἐπειδή μποροῦμε καί ἀντιλαμβανόμαστε τήν πραγματικότητα κι ἔχουμε συνείδηση τῶν πραττομένων μας, φέρουμε καί τήν εὐθύνη γιά ὅ,τι ἀρνητικό, ἀπάνθρωπο καί προσβλητικό συμβαίνει στόν πλανήτη αὐτόν, συνήθως ὡς ἀποτέλεσμα συλλογικῶν ἐπιλογῶν, τίς ὁποῖες ὅμως, ἔστω καί περιστασιακά ἤ παρορμητικά, στηρίζουμε.

Σπεύδουμε, βεβαίως, οἱ ἄνθρωποι νά κατηγορήσουμε ὅλους τους ὑπόλοιπους καί φορτώνουμε πάντα «στόν ἄλλον» τό ὅποιο φταίξιμο, μιᾶς πού ὁ ἐγωισμός μᾶς ἐμποδίζει νά ἀναλάβουμε τό μερίδιο τῆς εὐθύνης πού μᾶς ἀναλογεῖ, ἐνῶ ἡ δικαιολογία εἶναι μιά φοβερά ἀμυντική λειτουργία πού ἐπιτρέπει τόν ἐφησυχασμό καί τήν αὐτοδικαίωση. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πώς δέν ὑπάρχει ἄν ὄχι συνενοχή, ὁπωσδήποτε συνυπευθυνότητα γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε. Τελικά, τί κάνουμε; Πῶς φθάνουμε σέ οὐσιαστικές ἐπιλογές πού οἰκοδομοῦν καί δέν καταστρέφουν; Πῶς βοηθᾶμε τόν κόσμο χωρίς νά κάνουμε ζημιά; Πῶς κατευθύνουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά εἴμαστε τά ἀντισώματα στή σήψη καί τή διαφθορά;


Τό κέντρο λήψης ἀποφάσεων

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή βλέπουμε τόν Χριστό νά κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν νοῦ, ὡς τό σημεῖο ὅπου ὁ ἄνθρωπος παίρνει τίς ἀποφάσεις του, ἀξιολογώντας δεδομένα, ἱεραρχώντας ἐπιθυμίες, σταθμίζοντας δυνατότητες. Καί μάλιστα ὁ Χριστός μᾶς μιλάει γιά τόν νοῦ χωρίς νά τόν κατονομάζει! Μιλάει μόνο γιά φῶς καί σκότος μέσα στόν ἄνθρωπο. Κι αὐτό τό κάνει ὄχι θεωρητικά ἤ μέ φιλοσοφική διάθεση, ἀλλά τελείως πρακτικά, ἀναφερόμενος στίς θυρίδες τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ, στά μάτια. Ἀναφέρεται δέ εἰδικά στά μάτια, καθώς αὐτά συλλέγουν τίς προσλαμβάνουσες παραστάσεις, αὐτά εἰσάγουν τήν ὅποια εἰκόνα ἐντυπωσιαζόμενα ἀπό τή δύναμή της κι αὐτά κατευθυνόμενα σημασιοδοτοῦν τίς ὅποιες ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν κόσμο γύρω του.

Μιλάει γιά ἁπλό καί πονηρό ὀφθαλμό, χρησιμοποιώντας ἐπίθετα πού προσδιορίζουν ἠθική, ὄχι μόνο γιά νά τονίσει τὸν μεταφορικό του λόγο, ἀλλά κυρίως γιά ν’ ἀναδείξει τίς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τήν εὐθύνη του στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο βλέπει καί ἀντιμετωπίζει τά πράγματα. Μέ ἄλλα λόγια, ἐάν ὁ ἄνθρωπος μέ πονηρή διάθεση, ὑπό εὐρεία ἔννοια, περιεργάζεται τά πράγματα, ἐπιτρέποντας στά μάτια του ὄχι νά διαπιστώνουν αὐτό πού πραγματικά συμβαίνει, ἀλλά αὐτό πού ἡ προκατάληψη καί ἡ ὑστεροβουλία του θέλουν νά δοῦν, τότε δέν ὁδηγεῖται στήν ἁπλότητα τῆς πραγματικότητας, ἀλλά μέσα ἀπό τήν καχυποψία του φθάνει στή διαστροφή τῆς πλάνης καί ἐνέργει ἀνάλογα προξενώντας πόνο καί ζημιά.

Θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ ἤ κτηνώδης γίνεται ἤ δαιμονιώδης». Κι αὐτό σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος ὅταν δέν ἔχει στόν νοῦ τόν Θεό, τότε μοιάζει εἴτε στά ζῶα, εἴτε στούς δαίμονες. Πράγματι, ὁ χωρίς Θεό νοῦς τί ἀποζητᾶ καί τί ὑποβάλλει στόν ἄνθρωπο; Ἀφενός ἐπιθυμίες πονηρές, εἴτε σέ σχέση μέ σαρκικά πάθη εἴτε σέ σχέση μέ φιλαργυρία καί ἀπληστία, ἀφετέρου δαιμονικῆς διαστροφῆς ἰδέες καί θεωρήσεις σέ μιά προσπάθεια καταστροφῆς τῆς σχέσης Θεοῦ-ἀνθρώπου ἤ τῶν παντοδαπῶν ἀνθρώπινων σχέσεων σέ ὅλα τά ἐπίπεδα.


Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ

Ὅταν θέλουμε στά ἑλληνικά νά χαρακτηρίσουμε κάποιον ὡς οὐσιαστικό ἄνθρωπο μέ μεγάλη ἀξία, τόν χαρακτηρίζουμε φωτισμένο. Δέν εἶναι μόνον ἡ ἐπίδραση τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας πού ὁδηγεῖ στόν ἀνωτέρω χαρακτηρισμό. Εἶναι ἡ ἀλήθεια πού διαπιστώνεται ὅποτε πλησιάζουμε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, μιᾶς πού ἡ αἴσθηση ἑνός κάποιου ὑπερκόσμιου φωτός πού τόν χαρακτηρίζει, μᾶς κατακλύζει καί μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία μας ἁγιογραφεῖ τούς Ἁγίους περικοσμώντας τους μέ φωτοστέφανο ὡς δηλωτικό της κατάστασης τῆς ἁγιότητας, ἀλλά καί τῆς αἴσθησης πού οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν ἀπό τήν κοινωνία τους μέ τόν Ἅγιο Θεό.

Ἡ προσευχή πού γιά χρόνια ἀπηύθυνε στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, κατά τήν ἐγκαταβίωσή του στό Ἁγιώνυμο Ὄρος, ἦταν: «φώτισόν μου τό σκότος»! Διεκδικοῦσε τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, ὥστε ἐλεύθερος ἀπό τό σκότος τῶν παθῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν προσωπικῶν ἐπιδιώξεων, νά μπορεῖ νά τόν κατευθύνει ἀπλανῶς στό θεῖο θέλημα, σέ ἀποφάσεις ἅγιες καί ἱερές, δηλαδή κατεξοχήν σωστές, χρήσιμες καί οὐσιαστικές γιά τόν ἴδιο καί τόν κόσμο στόν ὁποῖο ζοῦσε.

Ἄν δέν ἐπέλθει ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, μετά τήν κάθαρσή του ἀπό ἐπιδιώξεις καί ἐπιθυμίες πονηρές καί ὑστερόβουλες, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πάρει ἀποφάσεις καταλυτικά οὐσιαστικές γιά τόν ἑαυτό του καί τήν κοινωνία. Γι’ αὐτό καί ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον δυναμικά σκεπτόμενος, καθώς διεκδικεῖ τόν φωτισμό τοῦ ἡγεμόνα νοῦ ἀπό τή θεία χάρη, ὥστε νά καθοδηγεῖται ἀπλανῶς καί νά ἐνεργεῖ καί νά εὐεργετεῖ μέ κριτήριο τήν ἀλήθεια.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 23, 2018

Ὁ φόβος τῆς ἐξουσίας γιὰ τὴν ἀλήθεια


Χριστούγεννα σήμερα καί καθώς οἱ καμπάνες τῶν Ναῶν μας εὐαγγελίζονται τό χαρμόσυνο μήνυμα «παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ἠμῖν σήμερον σωτήρ» (Λούκ. 2, 10-11), ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, συνεπής στήν τακτική της νά προβληματίζει γιά νά ἀφυπνίζει τόν ἄνθρωπο, παραθέτει ἀνήμερα τῆς Μητρόπολης τῶν ἑορτῶν ἕνα εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, στό ὁποῖο δέν παρουσιάζεται τόσο «ὁ τεχθείς βασιλεύς» τοῦ κόσμου ὅλου, ἀλλά κυρίως οἱ ἀναζητητές του. Τό κάνει βεβαίως αὐτό ἐπειδή στά πλαίσια τοῦ λειτουργικοῦ της πλούτου καί τῶν καθιερωμένων Ἀκολουθιῶν τῶν Βασιλικῶν Ὡρῶν, παρουσίασε ἤδη ὅλες τίς εὐαγγελικές περικοπές, πού περιγράφουν τά γεγονότα τοῦ Χριστοῦ γέννας καί ἑπομένως τό ἀφηγηματικό κομμάτι ἔχει καλυφθεῖ πλήρως.

Καί πάλι ὅμως, ἡ ἀνάγνωση μιᾶς περικοπῆς, ἡ ὁποία στερεῖται χαρακτηριστικῶν στοιχείων τῆς δόξας τῶν Χριστουγέννων, ἀφοῦ ἀπουσιάζουν ἀπό αὐτή οἱ ἄγγελοι, οἱ ποιμένες, τό σπήλαιο, ἡ φάτνη, ἐνῶ ἀντιθέτως ὑπάρχουν μέν ὁ ἀστέρας καί οἱ μάγοι, ἀλλά σέ δευτερεύουσα θέση, καθώς φαίνεται ὡς πρωταγωνιστής ὁ Ἡρώδης καί ἡ μανία του νά ἀναζητᾶ γιά νά βρεῖ «τό παιδίον», προκαλεῖ ἀπορία γιά τή σκοπιμότητα τῆς ἀνάγνωσής της. Τί θέλει λοιπόν νά ξεκαθαρίσει μέ τή σημερινή εὐαγγελική περικοπή στή μεγάλη ἑορτή ἡ Ἐκκλησία μας;


Ἡ προσμονή τοῦ Μεσσία

Ὅλοι μας προετοιμαζόμενοι γιά τά Χριστούγεννα, ἔχουμε ὁπωσδήποτε διαβάσει κείμενα, ὄχι μόνο Παλαιοδιαθηκικά ἀλλά καί ἄλλων λαῶν, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν τήν προσμονή τοῦ κόσμου γιά τόν Μεσσία. Εἶναι κοινή ἱστορική ἀνάμνηση τῆς ἀνθρωπότητας ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποστολή Σωτήρα καί Λυτρωτῆ. Ἀνά τούς αἰῶνες πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού πρόσεχαν μήπως στήν ἐποχή τους πραγματωθοῦν οἱ σχετικές προφητεῖες καί πάντως ὅλοι πρόσμεναν μέ διαφορά συναισθήματα τήν ὑλοποίηση αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης. Ἄν καί πρόσμεναν ὅμως, δέν καταλάβαιναν τί θά ἦταν αὐτός πού θά ἐρχόταν ἀπό Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί οἱ μάγοι ἀπό Ἀνατολῶν τόν προσδιορίζουν ὡς «βασιλέα τῶν Ἰουδαίων», χωρίς ὅμως νά παραξενεύονται ἀπό τή φτώχεια του ὅταν τόν συναντοῦν καί τοῦ προσφέρουν τά βασιλικά τους δῶρα, χωρίς νά ἐξετάζουν τή συνέχεια τῆς ζωῆς του ἤ τόν τρόπο ἐκπλήρωσης τῆς ἀποστολῆς του. Τόν ἀποδέχονται ὅπως τόν βλέπουν, τόν νιώθουν χωρίς νά τόν κατανοοῦν, τόν σέβονται, τόν τιμοῦν, τόν ὁμολογοῦν καί ἐν τέλει ἀποχωροῦν.

Παράλληλα μέ αὐτή τήν ἀναζήτηση, τήν καλοπροαίρετη καί εὐλογημένη, ἐξελίσσεται ἀκόμη μία. Αὐτή τοῦ Ἡρώδη καί τῶν ὀργάνων του. Δέν ἐνεργεῖται καλοδιάθετα, οὔτε ἄδολα. Κυριαρχεῖται ἀπό τόν φόβο καί τήν ἀγωνία. Τό γράφει ἀπερίφραστα τό ἱερό κείμενο: «Ἀκούσας ὁ βασιλεύς Ἡρώδης ἐταράχθη καί πάσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ». Μόλις ὁ Ἡρώδης ἄκουσε γιά τόν τεχθέντα βασιλέα τῶν Ἰουδαίων γέμισε ταραχή καί μαζί του ταράχθηκε ὅλη ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, γιατί γνωρίζοντας τή μοχθηρία τοῦ Ἡρώδη, κατανοοῦσαν τό τί φρικαλεότητες θά ἐπακολουθοῦσαν μέχρι ὁ Ἡρώδης νά νιώσει ὅτι δέν ἀπειλεῖται. Κι ὅμως, ὅλη αὐτή ἡ ταραχή δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας παραλογισμός. Ὁ ἐβδομηντάχρονος Ἡρώδης φοβᾶται καί τρέμει ἕνα ἀνυπεράσπιστο νήπιο, τό ὁποῖο γιά νά μπορέσει νά τόν ἀπειλήσει θά πρέπει νά περάσουν χρόνια, μάλλον πολύ περισσότερα ἀπό τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Λογική ὑπάρχει μόνο στό φόβο ὅλων τῶν ὑπολοίπων, γιατί γνώριζαν ἀπό προηγούμενα περιστατικά τό σκληρό πρόσωπο τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἡρώδη…


Ἡ βασίλεια τῆς ἐλπίδας

Κυρίαρχο πίστευμα πολλῶν εἶναι ὅτι ἡ ἐξουσία ἐξασφαλίζει ὅποιον τήν ἔχει. Ὁ ἐξουσιαστής ἐντέλλεται καί οἱ ὑπόλοιποι ὑπακούουν. Κι ὅμως, τόσο ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ὅσο καί ἡ ἱστορική ἀλήθεια, ἔρχονται νά ἐπιβεβαιώσουν ὅτι ἡ ἐξουσία ὄχι μόνο δέν ἐξασφαλίζει, ἀλλ’ ἀντίθετα δημιουργεῖ ἀνασφάλειες σέ ὅποιον καί σέ ὅσο μερίδιο τήν κατέχει, ἀκριβῶς γιατί ἐλλοχεύει ὁ φόβος μήπως τή χάσει. Αὐτό τόν ὁδηγεῖ στήν καχυποψία καί στήν ἐπιστράτευση κάθε θεμιτοῦ καί ἀθέμιτου μέσου γιά νά διασφαλίσει τήν κατοχή τῆς ἐξουσίας, γι’ αὐτό καί τελικά ὅσοι τήν ἀσκοῦν εὔκολα καταντοῦν μισητοί.

Στή σημερινή ὅμως εὐαγγελική περικοπή τονίζεται κάτι ἄλλο. Ὁ φόβος τοῦ Ἡρώδη δέν προβάλλεται στά πλαίσια κάποιας κοινωνιολογικῆς προσέγγισης τοῦ ἐξουσιαστικοῦ φαινόμενου. Ὁ φόβος τοῦ Ἡρώδη ἀντιδιαστέλλεται μέ τήν ἐλπίδα τῶν μάγων, στό πρόσωπο τῶν ὁποίων ἀποτυπώνεται ἡ αἰώνια προσμονή τῆς ἀνθρωπότητας ὅλης. Ὁ φόβος τοῦ Ἡρώδη δέν προκαλεῖται γιατί κάποιος ἀντίπαλος ἐμφανίζεται γιά νά τοῦ πάρει τήν ἐξουσία. Ὁ Ἡρώδης φοβᾶται γιατί κατανοεῖ ὅτι αὐτό τό νεογέννητο νήπιο, περί τοῦ ὁποίου τόσα εἶχε διαβάσει στίς προφητεῖες, ἔρχεται ἀρνούμενο τήν ἐξουσία του, ἀποδομώντας τή σπουδαιότητά της, χωρίς νά ἐπαναστατεῖ, ἁπλῶς προσανατολίζοντας τόν ἄνθρωπο πρός τόν αἰώνιο προορισμό του, ἀνανοηματοδοτώντας τή ζωή του καί προσφέροντας τήν ἰδιότητα τοῦ πολίτη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Μετά τήν ἱστορική ἐμφάνιση αὐτοῦ του νηπίου, οἱ αὐτοκράτορες καί οἱ βασιλεῖς τοῦ κόσμου χάνουν τή «θεία ἰδιότητα» πού ἐπικαλοῦνταν γιά νά νέμονται καί νά ἐπιβάλλουν ὡς «θεοί ἐπί γῆς» ἀδιατάρακτα τήν ἐξουσία τους. Οἱ ἄνθρωποι, ἔστω καί σέ μιά μακροπρόθεσμη προοπτική, βρίσκουν τή δύναμη νά σταθοῦν κριτικά καί ἀπέναντι στό ἐξουσιαστικό φαινόμενο σέ ὅλες του τίς διαστάσεις. Ἔχουν πλέον σπάσει τά δεσμά πού περιορίζουν τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο τοῦτο, καθώς ἡ ἐλπίδα καί ἡ προοπτική της αἰωνιότητας στή Θεία Βασιλεία προσφέρει ἕνα νέο πρίσμα θεώρησης τῶν πάντων. Κι αὐτό ὁ «κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφεσ. 6, 12) δέν τό ἀνέχτηκε πότε.

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή εἶναι μία προειδοποίηση ὅτι πάντα «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» (Μάρκ. 10, 42), καταλαμβανόμενοι ἀπό παράλογο καί ἰδιοτελῆ φόβο θά διώκουν, εἴτε ἀπροκάλυπτα, εἰτα συγκαλυμμένα, ὄχι πλέον τό νήπιο, ἀλλά τήν Ἐκκλησία του.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

Ὁ πλησίον μου, ἡ σωτηρία μου

Αποτέλεσμα εικόνας για τελικη κριση


Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας τά τελευταία χρόνια ἀποτελεῖ ἡ διαστρέβλωση πού ὑφίσταται ἡ ὀρθόδοξη ἐσχατολογία, ὁ προφητικός λόγος δηλαδή περί τῶν ἐσχάτων. Κι εἶναι σύνηθες τό φαινόμενο ἄνθρωποι ἄπειροι πνευματικά, χωρίς ἐπίγνωση τοῦ τί σημαίνει Ορθοδοξία καί ποιά ἡ μεγαλειώδης οὐσία της, νά σπεύδουν νά ἐνασχοληθοῦν συστηματικά, χωρίς τίς ἀπαραίτητες πνευματικές προϋποθέσεις, μέ ὅ,τι ἔχει καταγραφεῖ εἴτε ὡς λόγος τοῦ Κυρίου, εἴτε ὡς λόγος κάποιου Ἀποστόλου ἤ Ἁγίου, σέ σχέση μέ τά ἔσχατα τοῦ κόσμου.

Μάλιστα, κύριο χαρακτηριστικό τῶν περισσοτέρων εἶναι ὅτι χωρίς νά ἔχουν μελετήσει πότε τά Εὐαγγέλια, τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, τίς Ἐπιστολές τοῦ Παύλου καί τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, δηλαδή χωρίς νά ἔχουν ἔστω παρεμπιπτόντως ἀσχοληθεῖ μέ τά βασικά κείμενα τοῦ Χριστιανισμοῦ, προσκολλῶνται στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, διεκδικώντας τό δικαίωμα νά ἀναλύουν καί νά ἑρμηνεύουν αὐθεντικά ἕνα βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά», γιά τό ὁποῖο ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁμολόγησε τήν ἀπόλυτη ἀνικανότητά του νά προχωρήσει στήν ἀνάλυσή του!

Ἐπειδή δέ οἱ περιγραφόμενες εἰκόνες στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη καί τά ἐν γένει ἐσχατολογικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἐναργέστατες καί παραστατικότατες, ἔχουν τήν ἱκανότητα, ἰδίως ὅταν ἀναπαράγονται ἐπιπόλαια, νά προκαλοῦν τόν φόβο καί νά ἐξάπτουν τήν φαντασία. Καταστρατηγεῖται ἔτσι τό γεγονός πώς ἡ Ἐκκλησία δέν χρησιμοποιεῖ τόν φόβο ὡς ποιμαντικό της ἐργαλεῖο, οὔτε θέλει ἀπό φόβο νά πορεύεται ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό καί νά οἰκοδομεῖ μιά ἐξ ἀνάγκης σχέση μαζί Του.

Περαιτέρω, παραθεωρεῖται ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο μᾶς δόθηκαν αὐτά τά κείμενα, ὁ ὁποῖος εἶναι νά προειδοποιηθοῦμε οἱ χριστιανοί ὅτι θά συμβοῦν μέσα στήν ἀνθρώπινη ἱστορία πολλά καί φοβερά, στά πλαίσια ἑνός μανιασμένου πολέμου ἐναντίον ταῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς πίστης. Στό τέλος ὅμως, ὡς αἰώνιος βασιλιάς θά νικήσει ὁ Χριστός, κι ὅσοι μείνουν πιστοί σέ Αὐτόν θά «συμβασιλεύσουν καί συνδιαιωνίσουν».


Ἡ κρίση

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή παρουσιάζει αὐθεντικό λόγο τοῦ Κυρίου μας περί τῶν ἐσχάτων. Γιατί σήμερα αὐτό τό κείμενο; Διότι προηγήθηκαν πολλές περικοπές μέ κορυφαῖες τίς δύο προηγούμενες, τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, οἱ ὁποῖες παρουσιάζοντας γλαφυρά τή θεία ἀγάπη, μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσουν στό νά παραθεωρήσουμε τή θεία δικαιοσύνη. Περιγράφεται, λοιπόν, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός, γιά νά κατανοήσουμε ὅτι κανείς δέν ξεφεύγει ἀπό τή θεία δίκη, ἀλλά καί γιά νά προβληματιστοῦμε γόνιμα, γιά τό μόνο γεγονός πού ἀποτελεῖ ἀφορμή ἀνησυχίας, ὄχι ἀγωνίας, στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, τό πῶς θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου καί θά δώσει «τήν καλήν ἀπολογίαν».

Ποιό τό παράξενο στήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Πουθενά δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτιῶν καί παραπτωμάτων, ἀλλά φαίνεται τά πάντα νά ἐξαρτῶνται ἀπό τή στάση τοῦ καθενός μας ἔναντι τοῦ ἄλλου, τοῦ ἐμπερίστατου ἀνθρώπου, τοῦ πλησίον. Καί μάλιστα μέ τήν ἔντονη διαβεβαίωση τοῦ Κύριου πώς ὅ,τι κάνουμε στόν ἀδελφό μας, τό κάνουμε προσωπικά στόν Κύριο. «Ἐμοί ἐποιήσατε».


Τό τραῦμα καί ἡ θεραπεία

Γιατί δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτίας; Ἄς θυμηθοῦμε τό πῶς συντελέστηκε τό προπατορικό ἁμάρτημα καί εἰσῆλθαν ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος στόν κόσμο. Ὁ ἀρχεκακος ὄφις ἀπομονώνει τήν Εὔα καί τήν παρασύρει σέ συζήτηση μαζί του. Ἡ Εὔα ἀντί νά καλέσει τόν Ἀδάμ, ὥστε ἑνωμένο τό ἀνθρώπινο γένος νά ἀντιμετωπίσει τήν πειρασμική προσβολή, συνεχίζει μόνη της ἕνα διάλογο μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν ἀλλοίωση τῆς ἀντίληψης τοῦ ἀνθρώπου περί τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καί τῆς σκοπιμότητας τοῦ νόμου του. Ἡ ἀρχή τῆς ἁμαρτίας ἦταν ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῶν Πρωτοπλάστων, τῆς συνάφειας τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας, τῆς ἀγαπητικῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο! Φυσική λοιπόν, ἦταν ἡ συνέχεια καί ἐξέλιξη τῆς ἁμαρτίας, ὅταν ἡ Εὕα καί πάλι μόνη της ἀγνοώντας τόν Ἀδάμ καί ἀκυρώνοντας τήν παρουσία του, ὄχι μόνον γεύεται τόν καρπό τοῦ δένδρου τοῦ «γνῶναι καλόν ἡ κακόν», ἀλλά πορεύεται στή συνέχεια πρός αὐτόν καί τόν ὑποτάσσει προσφέροντάς του τόν ἴδιο καρπό καί προστάζοντας τον: «Φάγε»! Πρίν ἁμαρτήσουν ἐνάντιόν του Θεοῦ οἱ Πρωτόπλαστοι, ἁμάρτησαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Καί πρίν ὁλοκληρωθεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον του Θεοῦ, εἶχε συντελεστεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτή ἡ διάσταση τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται νά θεραπεύσει ἡ σημερινή περικοπή, χωρίς κἄν νά μιλάει γιά ἁμαρτία! Ἀντιστρέφει τή διαδικασία τῆς πτώσης καί προτάσσει τό γεγονός τῆς ἀγαθῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, ὡς ἀπαρχή καί ἐπιβεβαίωση τῆς ἀγαθῆς του πορείας πρός τόν Θεό Πάτερα. Ὅποιος συντηρεῖ τή διάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἄνθρωπο, δέν μπορεῖ νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό. Ἀντίθετα, ὅποιος νοιάζεται καί πορεύεται ἀγαπητικα πρός τόν ἄνθρωπο, καλύπτει καί τήν ἀπόσταση πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό! Γι’ αὐτό καί ὡς ὑπέροχο συμπέρασμα, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης γράφει: «Ἄν πεῖ κανείς ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεό καί ταυτόχρονα μισεῖ τόν ἀδελφό του, αὐτός εἶναι ψεύτης. Διότι ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, τόν ὁποῖον βλέπει, πῶς εἶναι δυνατό ν΄ ἀγαπᾶ τόν Θεό ποῦ δέν Τόν ἔχει δεῖ πότε;» (Α’ Ἰω. 4,20). Αὐτή εἶναι ἡ προοπτική τῆς ἐνασχόλησής μας μέ τά ἔσχατα, ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον ὡς μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό!

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2017

Ἀγώνας γιὰ τὴν αὔξηση τοῦ μισθοῦ




Σύνηθες φαινόμενο ἰδίως στήν ἑλληνική κοινωνία, ἀλλά καί στήν παγκόσμια κοινότητα, εἶναι ἡ διεκδίκηση μέ κάθε τρόπο τῆς αὔξησης τοῦ μεριδίου στόν πλοῦτο. Ἄλλοι κινούμενοι ἀπό ἕνα αἴσθημα δικαίου, ἄλλοι βασιζόμενοι στήν πλεονεξία τους, ἄλλοι ἀποσκοπώντας στή διαμόρφωση ὁμαλῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν, ἄλλοι ἀνταγωνιζόμενοι κάποιους πού τούς προσδιορίζουν ὡς προνομιούχους, ἄλλοι στοχεύοντας στή χειραγώγηση μαζῶν, προκειμένου νά τίς ἐκμεταλλευτοῦν κατόπιν γιά τούς δικούς τους σκοπούς, κάνουν λόγο γιά τό ‹‹δίκαιο τοῦ ἀγώνα››, ἐξεγείρουν ἀνθρώπους, μάχονται καί ἀντιμάχονται σέ μιά προσπάθεια νά κατακτήσουν καί νά κατοχυρώσουν οἰκονομικά δικαιώματα καί ἀπολαβές, σπανίως γιά ὅλους, συνήθως γιά ὁρισμένους πού προσδιορίζονται ὡς ‹‹ἡμέτεροι››, ‹‹δικά μας παιδιά››, ‹‹ἀγωνιστές››, ‹‹χρήσιμοι››...

Βεβαίως, εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ἀνισοκατανομή τοῦ πλούτου -εἴτε σέ διακρατικό, εἴτε σέ κοινωνικό ἐπίπεδο- εἶναι ἡ κυρίαρχη, σκληρή πραγματικότητα, ἡ ὁποία πυροδοτεῖ πολλές ἀπό τίς ἐντάσεις πού δρομολογοῦν βιαιότητα, ὡμότητες, ἀνθρωπιστικές κρίσεις καί κυρίως σκλήρυνση τῆς καρδιᾶς, μηδενιστικά πιστεύματα καί περαιτέρω ἀναπαραγωγή τῆς ἀνομίας καί τῆς ἀδικίας. Ἐξίσου ὅμως ἀδιαμφισβήτητο ἱστορικό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ ἔτσι προκαλούμενος ἀέναος κύκλος τῆς κρυφῆς ἤ φανερῆς βίας, ‹‹νόμιμης›› ἤ παράνομης, οὔτε καταπαύει μέ περισσότερη καί μεγαλύτερη πάλη καί ἀντιπαράθεση, μιᾶς πού κάτι τέτοιο μάλλον τόν θρέφει, οὔτε σταματᾶ, πολύ δέ περισσότερο δέν καταργεῖται μέ ἰδιοτελεῖς συμβιβασμούς, λογικές ἐξασφάλισης καί καχυποψία ἔναντι τοῦ ὁποιουδήποτε ἄλλου. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι στίς ἡμέρες μας ὅσοι προσπάθησαν νά σκοτώσουν τόν ὅποιον δράκοντα τῆς οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης, πρίν τόν ἐξαφανίσουν, εἶχαν ἤδη βγάλει οἱ ἴδιοι τίς δικές τους φολίδες σέ μιά διαδικασία ἁπλῆς ἀντικατάστασής του...


Πῶς πραγματικά αὐξάνει ὁ ‹‹μισθός μας››;

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ Χριστός, χωρίς νά κάνει καμία ὁποιουδήποτε τύπου οἰκονομική ἀνάλυση, ὑποδεικνύει πὼς ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει ‹‹μισθό›› πολύ. Καταρχήν, ποῦ; Στό παρατιθέμενο ἀπόσπασμα δέν καταγράφεται ἡ συνήθως ἀναμενόμενη φράση ‹‹ἐν τῷ οὐρανῷ››, τήν ὁποία μέ δόση εἰρωνείας τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ συνηθίζουν νά ἀναφέρουν πολλοί. Ἀλλοῦ ὄντως ὑπάρχει ἡ φράση ‹‹ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τῷ οὐρανῷ›› (Λουκ. 6,23), σέ συνάφεια μέ τήν ὑπομονή τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἔναντι τῆς ἀνθρώπινης κακίας καί μοχθηρίας, στά πλαίσια τῶν μακαρισμῶν. Ἀλλά ἐδῶ ἡ ἀναφορά περί μισθοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν οὐρανό, κάτι πού οὔτε ἐμμέσως μπορεῖ νά συναχθεῖ ἤ νά ὑπονοηθεῖ. Ὁ Κύριος μιλᾶ γιά τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα, τή ζωή στή συνέχειά της, τόν ἄνθρωπο ὡς πρωταγωνιστή στή συγκεκριμένη ἱστορική συγκυρία. Ἑπομένως, κάνοντας λόγο γιά μισθό ὁ Χριστός δέν ἀναφέρεται στή μέλλουσα θεία ἀνταπόδοση καί δωρεά, ὑπονοεῖ κάτι τό ὁποῖο ἔχει ἐφαρμογή στή γῆ, ἀλλά ἀντέχει καί στήν αἰωνιότητα.

Πῶς μᾶς συμβουλεύει ὁ Χριστός νά αὐξήσουμε τόν μισθό μας; Καταργώντας τήν ἀνταποδοτική λογική καί ξεκινώντας μιά ἅμιλλα γιά τό ποιός θά ὑπερκεράσει τόν ἄλλο στήν προσφορά καί τή φροντίδα. Παρακαλεῖ γιά τήν υἱοθέτηση μιᾶς πρακτικῆς ἀντίθετης σέ πολλές ἀπό τίς θεωρήσεις τῆς σύγχρονης οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Συνάμα δέ εἶναι ἀπό τίς σπάνιες φορές πού χρησιμοποιεῖ στόν λόγο του προστακτική, σέ μιά προσπάθεια ν' ἀναδείξει τό ἀπολύτως ἀναγκαῖο της ἐφαρμογῆς ὅσων λέει, ὄχι γιατί εἶναι ἕνας ἀκόμη ἐξουσιαστής, ἀλλά γιατί ὅποτε δέν ἐφαρμόστηκαν ὅσα εἶπε, ἐκεῖνος πού ὑπέφερε ἦταν ἡ ἀνθρωπότητα.

Καί τί ἀκριβῶς συνιστᾶ; Κάνετε στούς ἄλλους ἀνθρώπους ὅ,τι θέλετε ἐκεῖνοι νά κάνουν σ' ἐσᾶς. Προλάβετέ τους στήν ἀγάπη, ξεπεράστε τους στήν προσφορά, φροντίστε τους, ὥστε νά νιώσουν ἀγάπη. Μήν ὑποτάσσεστε στήν ἀνταποδοτική λογική. Ἄν ἀγαπᾶτε μόνον ὅσους δείχνουν νά σᾶς ἀγαποῦν, ποιό τό ὄφελος; Κι ἄν κάνετε καλό σέ ὅσους σᾶς εὐεργετοῦν, πάλι ποιό τό ὄφελος; Κι ἄν δανείζετε μόνον ὅσους ἐλπίζετε ὅτι θά σᾶς τά ἐπιστρέψουν, καί πάλι ποιό τό ὄφελος; Ἐσεῖς οἱ χριστιανοί ὅμως, ὅσοι φέρετε τό ὄνομά μου ὡς χαρακτηριστικό σας, ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, κάνετε τό καλό σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως καί ἀδιακρίτως, καί δανεῖστε χωρίς νά ὁδηγεῖτε στήν ἀπελπισία κανέναν. Μόνον ἔτσι ἐξασφαλίζετε πραγματικά μεγάλη ἀνταμοιβή καί θά εἶστε υἱοί τοῦ Θεοῦ, καθώς θά τοῦ ἔχετε μοιάσει στήν εὐεργεσία καί τήν ὠφέλεια. 


Ἡ χριστιανική θεώρηση τῆς καθημερινότητας

Πολλοί ἔχουν πεῖ ἀνά τούς αἰῶνες ὅτι τά παραπάνω δέν γίνονται. Ἑξαιτίας τους ἔχουν κατηγορήσει τόν Χριστιανισμό ὡς οὐτοπία. Ὅμως, ὅποτε ἱστορικά διαπιστώθηκε ἡ ἐφαρμογή τους, πιστοποιήθηκε συνάμα -πέραν τῆς πνευματικῆς ἀκμῆς- οἰκονομική εὐμάρεια, οὐσιαστική ἀναδιανομή τοῦ πλούτου στήν κοινωνία, προνοιακό σύστημα ἱκανό νά ὑποστηρίζει καί ν' ἀντιμετωπίζει τήν ὁποιαδήποτε δυσκολία. Ἀποδεικνύεται ἔτσι ὅτι δέν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑλικός πλοῦτος γιά τήν πολιτιστική καί γενικότερα πνευματική προκοπή, ἀλλά μάλλον τό ἀντίθετο, ὅτι δηλαδή τά ἠθικά προτάγματα καί ἡ συνειδητή πνευματική ζωή παράγει ἀνυπολόγιστα ἀποτελέσματα, ἀκόμη καί στό οἰκονομικό πεδίο.

Ποῦ διαφέρει ἡ χριστιανική θεώρηση τῆς καθημερινότητας, ἀκόμη καί τῆς οἰκονομικῆς, ἀπό τίς λοιπές θεωρήσεις; Σέ πολλά, κυρίως ὅμως στήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος δέν προσδιορίζεται ὡς ἐχθρός, ἀντίπαλος, ἀνταγωνιστής, ἀλλά ὡς ἀδελφός, συνάνθρωπος, μέλος τοῦ ἴδιου σώματος. Καί αὐτό ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, μέ τή διδασκαλία του, οὐσιαστικά μᾶς ἔκανε νά κατανοήσουμε ἕνα βασικό σημεῖο. Ὅτι δέν ὑπάρχουν ἐχθροί. Μέ τόν λογισμό καί τόν φόβο μας τείνουμε νά βλέπουμε παντοῦ ἐχθρούς, ἰδίως ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχουν, κατατάσσοντας ἐξαρχῆς τούς πάντες σέ αὐτήν τήν κατηγορία ἐξαιτίας τῆς ἀνωριμότητάς μας καί τῆς ἀπειρίας μας.

Πόθος τοῦ Χριστοῦ μας, ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας του, νά κατανοήσουμε ὅλοι ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ὑποχρεωτική ὁδός καί ἡ μόνη πού, πρίν μᾶς καταξιώσει τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, δημιουργεῖ καί στή γῆ τίς προυποθέσεις μιᾶς ζωῆς πού ἀξίζει κανείς νά τή ζεῖ.

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2017

Ὁ ἄλλος, ὁ ἀδελφός μου


Στίς σημερινές συνθῆκες ζωῆς, μέ κυρίαρχο τό οἰκονομικό προτάγμα καί μέ θεωρήσεις πού ἐκκινοῦν ἀπό αὐτό, εὔκολα διαπιστώνουμε τήν ἀπομείωση τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας. Τήν ψηλαφοῦμε ὄχι μόνο στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀνθρώπων ὡς ἁπλῶν στοιχείων τῆς παραγωγικῆς διαδικασίας, οὔτε πάλι στή μετατροπή τους σέ ἀριθμούς μητρώων καί νούμερα καταγραφῆς. Τή βλέπουμε στήν καθημερινότητα ὅπου ἡ καλλιέργεια, ὄχι πνεύματος ἅμιλλας, ἀλλά σκληροῦ ἀνταγωνισμοῦ ὁδηγεῖ στή θεώρηση τοῦ ἀλλοῦ ὡς ἐχθροῦ πρός ἐξαφάνιση, ὅπως καί στήν κοινωνία ὅπου ἡ ἐπικρατοῦσα ἀδιαφορία ἀφήνει χῶρο γιά τήν ἀνάπτυξη προβληματικῶν φαινομένων καί παρακμιακῶν καταστάσεων, πού συνακόλουθα δημιουργοῦν ὅρους ἀποδόμησης τοῦ κοινωνιου ἱστοῦ. Δικαιώνονται ἔτσι στήν κυρίαρχη πρακτική φωνές τῆς παρηκμασμένης ἀρχαιότητας πού προσδιόριζαν τόν ἕναν ἄνθρωπο γιά τόν ἄλλο ὡς λύκο, ἤ καί τῆς ἀλλοτριωμένης νεωτερικότητας πού χαρακτηρίζουν τόν ἄλλον ὡς κόλαση…

Κι εἶναι πάντα διαπιστωμένο, ἀσχέτως τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων, οἰκονομικῶν μεγεθῶν, πρακτικῶν δυνατοτήτων, πώς ὅταν μιά κοινωνία δέν χαρακτηρίζεται ἀπό τό σφιχταγκάλιασμα τῶν μελῶν της, εἶναι κοινωνία σέ παρακμή ἤ πορεύεται γρήγορα πρός αὐτήν. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις καί ἡ ἀγαπητική θεώρηση τοῦ ἄλλου σημασιοδοτοῦν τήν ἀνάδειξη τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, μέ ὅλα τά θετικά πού συνεπιφέρουν, ὅπως τήν πνευματική ἄνθηση, τήν παραγωγή πολιτισμοῦ, τήν εἰρήνη καί τήν καταλλαγή.


Ἡ πίστη τῶν ἄλλων


Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή περιγράφεται ἕνα θαῦμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅπως μέ ὅλα τά θαύματά του, τό θαυμαστό δέν εἶναι αὐτό πού καθ’ ὑπέρβαση τῶν νόμων τῆς φύσης συμβαίνει, ἀλλά ἡ παιδαγωγική πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος γιά νά διορθώνει ἀνθρώπινες συμπεριφορές, νά θεραπεύει λογισμούς, νά διδάσκει καί νά διασαφηνίζει τό θεῖο θέλημα. Αὐτό ἀναδεικνύεται μέ τή συμπεριφορά τοῦ Χριστοῦ εἰδικά στό συγκεκριμένο θαῦμα, τό ὁποῖο χρησιμοποιεῖ γιά ν’ ἀναδείξει πόση εὐλογία προσπορίζει ἡ προσευχή, ἡ μέριμνα, ἡ ἐνέργεια, ὄχι ὑπέρ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά ὑπέρ τοῦ ἄλλου.

Ἀφορμή λαμβάνει ὁ Χριστός ἀπό τέσσερις φίλους, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἄκουσαν ὅτι ὁ φημισμένος Διδάσκαλος μέ τά τόσα θαύματα βρισκόταν σ’ ἕνα σπίτι στήν πόλη τους, τήν Καπερναούμ, ἀμέσως σκέφτηκαν τόν πέμπτο φίλο τους, ὁ ὁποῖος ἦταν τελείως παράλυτος καί ἀνίκανος νά κινηθεῖ. Ἔσπευσαν, λοιπόν, νά τόν φορτωθοῦν μ’ ἕνα κρεβάτι στούς ὤμους τους, γιά νά προσεγγίσουν τόν Διδάσκαλο, πιστεύοντας στό θαῦμα. Φθάνοντας στό σπίτι ὅπου φιλοξενοῦνταν ὁ Χριστός, εἶδαν πλῆθος λαοῦ, τόσο ὥστε δέν μποροῦσε κανείς οὔτε στήν πόρτα νά σταθεῖ, ὄχι νά περάσει. Δέν ἀπογοητεύονται, οὔτε παραιτοῦνται ἀπό τόν στόχο τους. Ἀναζητοῦν λύση καί τή βρίσκουν. Σκαρφαλώνουν στίς στέγες τῶν γειτονικῶν σπιτιῶν, πάντα μέ τόν παράλυτο στούς ὤμους, ξηλώνουν ἕνα σημεῖο τῆς στέγης καί κατεβάζουν τόν φίλο τους μέ τό κρεβάτι, ἀκριβῶς μπροστά στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος δίδασκε τόν λαό.

Ποιά ἡ ἀντίδραση τοῦ Χριστοῦ μας; Βλέποντας ὁ Ἰησοῦς τήν τόση πίστη, κυρίως τῶν τεσσάρων ἀνδρῶν πού τόσα ὑπέμειναν καί κοπίασαν χάριν τοῦ φίλου τους, ἀλλά καί τοῦ ἴδιου του παραλυτικοῦ, ὁ ὁποῖος συμφώνησε σέ αὐτήν τήν παράξενη μεταφορά, χαρίζει δώρημα θαυμαστό στόν παραλυτικό, χάριν τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐνήργησαν. Δέν τόν θεραπεύει, ἀλλά κάνει κάτι πολύ ἀνώτερο. Τόν διαβεβαιώνει: « Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἵ ἁμαρτιαί σου»!


Ἡ ἀντίδραση τῶν ἄλλων


Αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός, πρακτικά δέν ἦταν αὐτό πού ἐπιθυμοῦσαν οἱ πέντε φίλοι. Κι ὅμως, κανείς τους δέν ἀντιδρᾶ! Κανείς τους δέν διαμαρτύρεται γιά νά ἐκβιάσει τόν Διδάσκαλο νά δώσει αὐτό πού ἐμμέσως πλήν σαφῶς τοῦ ζητοῦσαν. Ἀντιδροῦν, ὅμως, ὅσοι πότε ἕως τότε δέν νοιάστηκαν γιά τόν παραλυτικό. Μιά ὁμάδα Φαρισαίων πού βρισκόταν μέσα στό οἴκημα, ὄχι γιά νά ὠφεληθοῦν, ἀλλά γιά νά βροῦν ἀφορμή, ἄρχισε ἐνδόμυχα νά σκέπτεται ὅτι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν εἶναι βλασφημία, καθώς μόνον ὁ Θεός μπορεῖ καί συγχωρεῖ ἁμαρτίες.

Καί ὁ Κύριος τί κάνει; Ὄχι ὑποχρεωμένος ἀπό τόν λογισμό τους, ἀλλά γιά νά ἀποφύγει τήν ὁποιαδήποτε παρανόηση καί παραποίηση τῶν διαμειφθέντων, θεραπεύει τόν παραλυτικό, ἀφοῦ, ὅμως, πρῶτα ἐξηγήσει ὅτι σπουδαιότερο ἰεραρχικῶς εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν παρά ἡ θεραπεία τοῦ σώματος! Γιά νά καταδείξει ὅτι αἰτία τῆς ἀσθένειας καί τῆς φθορᾶς εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία πρέπει προηγουμένως νά ἐξαλειφθεῖ γιά νά καταστεῖ ὁ ὅλος ἄνθρωπος ὑγιής. Συνάμα δέ, ἐμμέσως πλήν σαφῶς, διαβεβαιώνει τούς Φαρισαίους καί γιά τό ὅτι τυγχάνει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατά τήν ὁμολογία τους μόνον ὁ Θεός μπορεῖ καί συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἐδῶ ὅμως δόθηκε ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ὡς προαπαιτούμενο γιά τή θεραπεία τοῦ σώματος.

Στή σημερινή περικοπή ἀναδείχθηκε τό πόσο σημαντικό εἶναι νά νοιαζόμαστε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, νά ἐνεργοῦμε ὁ ἕνας ὑπέρ τοῦ ἄλλου, νά θυσιαζόμαστε ὁ ἕνας ὑπέρ τοῦ ἄλλου. Ὁ παραλυτικός μόνος του δέν τόλμησε ν’ ἀρθρώσει λόγο καί νά ζητήσει κάτι. Ὅ,τι τοῦ χαρίζεται, τοῦ δίνεται κατόπιν αἰτήματος ἄλλων, καί μάλιστα τῶν φίλων του, χάρη στήν πίστη τῶν ὁποίων τελικά διευκολύνονται τά πάντα. Εἶναι ὁ τρόπος πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες, διδάσκοντας μας «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α’ Κόρ. 10,24). Εἶναι ὁ τρόπος πού ἔχει δομήσει τή λατρεία τῆς ἐπιμένοντας στήν κοινή προσευχή νά μᾶς βάζει νά προσευχόμαστε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, γιά ν’ ἀναδείξει τό πόσο τελικά ὁ Θεός ἐπευλογεῖ τήν προσευχή ὑπέρ τοῦ ὅποιου ἄλλου, τοῦ πλησίον μας, τοῦ ἀδελφοῦ μας!

Σάββατο, Μαρτίου 04, 2017

Ἡ ὀρθὴ πίστη



Θλιβερή διαπίστωση, ἡ ἐποχή μας ἔχει ξεχάσει τόν Θεό! Ἡ καλύτερα, ἐπειδή ἔτσι τή συμφέρει, ἔχει ἐπιλέξει νά τοῦ γυρίσει τήν πλάτη, ἰδίως στά μέρη ἐκεῖνα ὁπού ἡ τεχνολογική πρόοδος, δηλαδή τά καλύτερα ἐργαλεῖα, ἤ καί ἡ οἰκονομική εὐμάρεια, συνήθως ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀσθενέστερων, ὁδήγησαν τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει ὅτι ἔγινε καί παντοδύναμος. Σέ κάθε περίπτωση εἶναι προφανές ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιά νά βγάλει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του, θεοποιώντας τόν ἑαυτό του, στηριζόμενος μόνο στή λογική του καί καθοδηγούμενος μόνο ἀπό τίς ἐπιθυμίες του. Καί μόνον ἡ ἀναφορά στόν Θεό ἀρκεῖ γιά νά προκαλέσει στήν καλύτερη περίπτωση συγκαταβατικά, ἄν ὄχι εἰρωνικά χαμόγελα, πολλές δέ φορές καί βίαιες ἀντιδράσεις ἀπό ὅσους δέν ἀντέχουν, ἔστω τήν πιθανότητα ὑπάρξης τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό τήν ἄλλη ἡ ὑπερβολική αὐτοπεποίθηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐμπιστοσύνη στίς ἱκανότητές του καί μιά λανθασμένη αἴσθηση αὐτάρκειας ἔχουν καλλιεργήσει τήν ἰδέα σέ πολλούς ὅτι μόνοι τους μποροῦν νά ἀνακαλύψουν τόν Θεό. Ὁδηγοῦνται ἔτσι στό νά δημιουργοῦν προσωπικά τους δόγματα καί θεωρήσεις, πιστεύοντας ὄχι ὅ,τι ὁ Θεός ἔχει ἀποκαλύψει γιά τόν ἑαυτό Του, ἀλλά ὅ,τι ἡ φαντασία τους ἤ μία πεπλανημένη λογική τούς ὑποβάλλουν. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἐξ ἴσου πνευματικά καταστροφικό καί ἀναδεικνύεται ὁ διμέτωπος ἀγώνας τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς ἀθεΐας, ἀλλά καί ἐναντίον τῆς θρησκοληψίας, τῶν αἱρέσεων, τῆς «ἰδιωτικῆς θρησκείας».


Ἡ έμπειρία

Καί μέσα στό κλίμα αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας ἐπιμένει νά ἑορτάζει στή σημερινή Κυριακή τόν θρίαμβο τῆς πίστεως «κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων». Καί μάλιστα ὄχι ὅσων ἀνεφύησαν στό παρελθόν, ἀλλά καί ὅσων ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν ἤ θά ἀναφανοῦν στό μέλλον! Εἶναι κυρίαρχη ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν λόγο τοῦ Κύριου ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»(Μάτθ. 16, 18). Ὅσοι πολέμιοι καί ἄν ἀναφανοῦν, ὅσες μεθόδους καί ἄν μηχανευθοῦν, ἡ Ἐκκλησία θά μένει εἰς τόν αἰώνα ὡς τό ἀσφαλές καταφύγιο τῶν ἀνθρώπων, λιμάνι σωτηρίας καί σκάλα πρός τόν οὐρανό. Κι αὐτό τό ἔχει ἀναδείξει ἡ μέχρι τώρα ἱστορία!

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα προβάλλεται ἡ ἐμπειρία ὡς ὁ καλύτερος τρόπος νά γευθεῖ κανείς τήν πίστη. Παρουσιάζεται τό παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἕτοιμος καί ἐπιθυμώντας νά συναριθμηθεῖ στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἀπό συστολή δίσταζε. Τόν διευκολύνει λοιπόν ὁ Χριστός καί τόν καλεῖ νά γίνει μαθητής του. Κι αὐτός, ἀφοῦ πεῖ τό ὁλοπρόθυμο «ναί», φροντίζει καί γιά τόν φίλο του, τόν Ναθαναήλ. Μόλις ἔλαβε πείρα τοῦ Χριστοῦ, σπεύδει ἀμέσως νά γίνει κήρυκάς του! Μαθαίνουμε ἔτσι κι ἐμεῖς, πώς ὅ,τι ὠφέλιμο δέν μποροῦμε νά τό κρατᾶμε μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά ἔχουμε χρέος νά τό μεταδίδουμε γιά νά μετέχουν κι ἄλλοι τῆς ὠφελείας.

Κι ὁ Ναθαναήλ ὄχι ἀπό ἀπιστία, ἀλλά ἐπειδή ἤθελε νά διασταυρώσει τά ὅσα τοῦ ἔλεγε ὁ Φίλιππος μέ τά ὅσα γνώριζε διδασκόμενος τήν πατρική του πίστη, δείχνει καλόπιστα νά ἀμφιβάλλει. Τότε ὁ Φίλιππος δίνει ἀμέσως τήν καλύτερη λύση: «Ἔρχου καί ἴδε»! Ἔλα νά δεῖς μόνος σου. Ἔλα νά ζήσεις. Ἔλα νά ἐρευνήσεις καί θά δεῖς. Ἡ ἀληθινή πίστη δέν ἔχει τίποτε νά κρύψει, δέν ἔχει τίποτε νά φοβηθεῖ, δέν ἔχει τίποτε νά διστάσει. Ἑπομένως, εἶναι ὅλα φανερά, καθώς ἡ μαθητεία στήν πίστη εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς οὐσιαστικῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πόσοι δέν ξεκίνησαν νά διαβάζουν τήν Ἁγία Γραφή γιά νά τήν ἀναιρέσουν καί κατέληξαν οἱ δυναμικότεροι ἱεροκήρυκες!


Ἡ ἀναμονή

Ὅταν ὁ Ναθαναήλ φθάνει νά συναντήσει τόν Χριστό, Ἐκεῖνος τόν προσφωνεῖ μέ τό «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν». Κι ὅταν ἀπορημένος ὁ Ναθαναήλ τόν ρωτᾶ ἀπό ποῦ τόν γνωρίζει, ὁ Χριστός τοῦ ἀπαντᾶ: «Πρό τοῦ σέ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπό τήν συκῆν εἶδόν σε», δηλαδή πρίν σέ φωνάξει ὁ Φίλιππος, ὅταν μακριά ἀπό κάθε ἀνθρώπινο μάτι προσευχόσουν κάτω ἀπό τή συκιά, ἐγώ μέ τρόπο ὑπερφυσικό καί πνευματικό σέ εἶδα, καθώς δεχόμουν τήν προσευχή. Κι αὐτό ἦταν ἀρκετό γιά νά ὁμολογήσει ὁ Ναθαναήλ «Σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» καί νά καταστεῖ ἕνας ἀπό τούς πλέον φλογερούς Ἀποστόλους!

Τί καταλαβαίνουμε ἀπό τό ποιμαντικό αὐτό παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας; Ὅτι ἄν καί γνώριζε τίς αἰτιάσεις τοῦ Ναθαναήλ, ἄν καί ἔβλεπε τίς ἀντιρρήσεις, δέν παροργιζόταν, οὔτε κινοῦνταν ἐκδικητικά ἤ τιμωρητικά. Ἁπλῶς ἀνέμενε… Περίμενε μέ τήν ἐμπειρία καί τήν προσευχή νά ὡριμάσει ἡ ψυχή, ὥστε νά δοθεῖ ὁ φωτισμός καί νά ἀνάψει ἡ φλόγα τῆς πίστης, γιά νά θεριέψει καί νά μεταλαμπαδεύσει τό εὐαγγελικό μήνυμα στούς ὅπου γῆς καλοπροαίρετους. Εἶναι ὁ τρόπος πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός! Εἶναι ἡ μέθοδος μέ τήν ὁποία ἁλιεύει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, τίς γλιτώνει ἀπό τόν κόσμο καί τίς ὁδηγεῖ στήν ἀτελεύτητη Βασιλεία του!

Πολλοί μπορεῖ νά παροργίζονται μέ τήν ἀποστασία καί τή διαστρέβλωση τῆς πίστης πού φαίνεται νά ἐπικρατεῖ στήν ἐποχή μας. Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τοῦ Χριστοῦ κι Αὐτός κατευθύνει καί τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο. Γνωρίζει Ἐκεῖνος πότε ὁ καθένας εἶναι ἕτοιμος νά τόν ὁμολογήσει ὡς Κύριό του καί Θεό του. Δέν ὑποχρεώνει, δέν ἐκβιάζει, δέν βιάζεται. Ὡς πατέρας περιμένει ζητώντας καί ἀπό ἐμᾶς νά περιμένουμε συνεργαζόμενοι μαζί του γιά τήν ἐπιστροφή τῶν ἀδελφῶν μας, ἀποφεύγοντας ὁποιαδήποτε ἐνέργεια μας βάζει σέ κίνδυνο τήν πορεία τους πρός Αὐτόν.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2017

Κρυψίνοια καὶ μυστικότητα



Πολλές φορές στή ζωή μας ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ ἀνθρώπους κρυψίνοες, τῶν ὁποίων ἡ ὅλη διαγωγή καί πολιτεία προδίδει ὅτι κάτι θέλουν ἤ κάτι ἔχουν νά κρύψουν. Μάλιστα δέ αὐτό τό κάτι καθίσταται ἡ αἰτία πολλῶν δεινῶν, μιᾶς πού εἴτε ἡ περιέργεια τῶν ἄλλων ἐξάπτεται, μέ ἀποτέλεσμα νά καταλήγουν σέ λάθος συμπεράσματα μέ ὀλέθριες συνέπειες, εἴτε ὁ ἴδιος ὁ μυστικοπαθής ἀπό αὐτό πού κουβαλᾶ μέσα του ὑποφέρει τόσο, ὥστε νά βιώνει δυστυχία ἤ καί ἔλεγχο.

Ἀκόμη χειρότερα εἶναι τά πράγματα ὅταν αὐτό τό ὁποῖο ἐπιδιώκεται νά παραμείνει κρυφό, δέν ἀφορᾶ σέ κάποιο πρόσωπο, ἀλλά ἀποτελεῖ τακτική ὁμάδας ὁλόκληρης. Ὅταν πολλοί ἔχουν νά κρύψουν κάτι ἀπό τούς ὑπολοίπους, τότε τίθεται θέμα σκοπιμότητας καί ἀσφάλειας. Μήν ξεχνᾶμε ὅτι ἀνά τούς αἰῶνες συνωμοτικές ὁμάδες στάθηκαν πρόξενοι μεγάλων δεινῶν στήν ἀνθρωπότητα, μιᾶς πού σπανίως ἐπιδιώκεται κάποιος εὐγενής καί ἀνώτερος σκοπός, ὅπως ἡ ἐλευθερία κάποιου λαοῦ. Συνήθως τίθεται θέμα διεκδίκησης ἐξουσίας, ἤ ἀπόκτησης ἐλέγχου ἐπί τῶν ὑπολοίπων, ὅπως ἔχουν κατά καιρούς κατηγορηθεῖ, ὄχι ἀβάσιμα, κάποιες μυστικές ἑνώσεις, κρυφές ὁμάδες καί σέκτες.

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή δίνεται τό μέτρο, κατά τό ὁποῖο ὁ χριστιανός μπορεῖ καί πρέπει ἄφοβα καί μέ ἀσφάλεια νά καλύπτει μέ πέπλο μυστικότητας πτυχές τῆς ζωῆς του, ὥστε αὐτό πού καθίσταται κρυφό νά μήν ἀποτελεῖ κίνδυνο, πρώτιστα πνευματικό, γιά τόν ἴδιο καί τούς ἀδελφούς του, ἀλλά νά διασφαλίζεται στό αἰώνιο της μνήμης τοῦ Θεοῦ. Ἀνανοηματοδοτεῖται ἔτσι καί ἀναπροσανατολίζεται μιά ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, καθώς πλέον αὐτή στρατεύεται στήν ὑπόθεση τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς θέωσης.


Ἡ συγχωρητικότητα

Πλήν τοῦ μόνου ἀναμάρτητου Θεανθρώπου, δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν ἔχει ἁμαρτήσει. Κι ὅλο αὐτό στό ὁποῖο ἀστοχήσαμε καί σφάλαμε, διακαῶς προσπαθοῦμε νά τό κρατήσουμε κρυφό, ὥστε νά ξεχαστεῖ καί νά σβήσει. Πολλοί μάλιστα μεθοδεύουν τά μύρια ὅσα ὥστε νά ἐξαφανίσουν ἀποδεικτικά στοιχεῖα, νά καλύψουν ἴχνη, γενικά ὁτιδήποτε τούς συνδέει μέ κάποιο, μέ ἀνθρωπινά μέτρα θεωρούμενο ὡς μικρότερο ἡ μεγαλύτερο κακό.

Τί μᾶς λέει τό σημερινό Εὐαγγέλιο; Ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία δέν πολεμιέται μέ τή λήθη καί δέν κρύβεται μέ τή σιωπή, καθώς ἀπό μονή της πολλές φορές βόα καί εἶναι προφανής! Πῶς κρύβεται καί πῶς ἐξαφανίζεται ὥστε νά μή μᾶς ἐλέγχει; Μέ τή συγχωρητικότητα! Συγχωρῶ, δηλαδή ὄχι ἁπλῶς ἀνέχομαι, ἀλλά διαγράφω, ξεχνῶ καί δέν ἀφήνω νά ἐπηρεάσουν τήν ἀγάπη μου πρός τόν ὅποιο ἄνθρωπο, τά ὅποια παραπτώματά του. Δέν ἀντιπαρέρχομαι συγκαλύπτοντας τήν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου, ἀλλά ἐπενεργῶ θετικά, ὥστε νά ἐκλείψει ἡ ἐκτροπή καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ κατάσταση εἰρήνης καί ἀγάπης πρός τόν πλησίον. Τότε καί μόνον τότε, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός συγχωρεῖ καί τά δικά μου ἁμαρτήματα καί τά ἐξαφανίζει, ὥστε νά μήν καταστοῦν φανερά «ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» ἐνώπιον ἀγγέλων καί ἀνθρώπων!


Ἀρετή χωρίς ἐγωισμό

Ἀλλά καί ὅ,τι καλό, ξεκινώντας ἀπό τήν πρακτική ἀρετή τῆς νηστείας, μας καλεῖ τό σημερινό Εὐαγγέλιο νά τό ἀσκοῦμε στά κρυφά, δηλαδή κατά τέτοιο τρόπο ὥστε νά μήν τό ἀντιλαμβάνονται οἱ ἄνθρωποι. Γιατί; Δέν πρέπει νά δίνουμε οἱ χριστιανοί τό «καλό παράδειγμα» στούς ὑπολοίπους; Δέν πρέπει νά διαφημίζουμε τό καλό ὥστε νά κυριαρχεῖ στήν κοινωνία μας; Τά ἐρωτήματα αὐτά ἀγγίζουν τά ὅρια τῆς φαρισαϊκῆς λογικῆς, ἑνός τρόπου σκέψης, δηλαδή, πού προκάλεσε καί καλλιέργησε τήν ὑποκρισία στήν καθημερινότητα, στό ὄνομα δῆθεν τῆς ἀρετῆς, σκανδαλίζοντας πολλούς καί διαστρέφοντας τίς θεῖες παρακαταθῆκες.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος τυγχάνει τόσο εὐάλωτος στόν σκληρό ἐγωισμό καί τή ναρκισσιστική ὑπερηφάνειά του, πού εὔκολα ἀποπροσανατολίζεται, αὐτοθαυμάζεται καί ἀντί νά ἀναφέρει πρός τόν ἅγιο Θεό ὁποιοδήποτε καλό ἐπιτυγχάνει ἤ ὅ,τι ἀγαθό τόν χαρακτηρίζει, στρέφεται στόν ἑαυτό του καί τόν εἰδωλοποιεῖ. Ὅσο πιό γρήγορα, λοιπόν, κρύβουμε ἤ, ἀκόμη καλύτερα ξεχνᾶμε, τό ὅποιο καλό ἐργασθήκαμε, τόσο πιό ἀσφαλεῖς θά εἴμαστε ἀπό τόν ἑαυτό μας τόν ἴδιο, ἀλλά καί ἀπό τόν συνήθως ψεύτικο καί πάντως προσωρινό ἔπαινο τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, πού ἔρχεται γιά νά μᾶς στερήσει τόν αἰώνιο καί οὐσιαστικό ἔπαινο τοῦ Θεοῦ!


Ὁ πνευματικός θησαυρός

Ὁ λαός μας λέει «κάνε τό καλό καί ρίξ’ τό στό γυαλό»! Δηλαδή, τό καλό πού θά κάνεις κρύψ’ τό τόσο καλά, ὥστε νά ἐξαφανιστεῖ. Δέν ἐξαφανίζεται βεβαίως τό καλό. Ἁπλῶς δέν ἐκτίθεται στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι πάντα νά διαστρέψουν ὅ,τι ἔγινε, νά παρεξηγήσουν προθέσεις, νά παρερμηνεύσουν κίνητρα καί σκοπούς καί τελικά νά μή καταλάβουν. Ὁ μισόκαλος πατήρ τοῦ ψεύδους ἔχει τήν ἱκανότητα νά ἐμπνέει πόλεμο κατά τοῦ ὅποιου καλοῦ κι ἐμεῖς δέν ἐπιτρέπεται νά τόν διευκολύνουμε σέ αὐτό.

Στό τέλος τῆς σημερινῆς περικοπῆς ὁ Χριστός μᾶς μιλᾶ γιά θησαυρό. Ὄχι ἐπίγειο, ὁ ὁποίος ἀφοῦ ἀποτελέσει ἀγώνα ζωῆς γιά ν’ ἀποκτηθεῖ, μετά καθίσταται ἀγωνία γιά τούς κυρίους του, καθώς τούς πνίγει ὁ φόβος μήν τόν χάσουν, μήν τόν βροῦν καί τούς τόν ἁρπάξουν κ.λπ. Μιλᾶ γιά οὐράνιο θησαυρό, ἀποτελούμενο ἀπό ὅσα ἀγαθά ἐργάστηκε ὁ ἄνθρωπος στή ζωή του, ὁ ὁποῖος δέν κινδυνεύει ἀπό κλέφτες, φθορά, ἀνώμαλες οἰκονομικές συγκυρίες κ.λπ., ἀλλά προσαυξάνεται μέ τεράστιο ἐπιτόκιο ἀκριβῶς γιατί ὁ χριστιανός ἀγαθοεργεῖ «ἐν τῷ κρυπτῷ», ὑποχρεώνοντας ἔτσι τόν Θεό νά ἀνταποδώσει ἀσφαλῶς τά ἀπείρως πολλαπλάσια στήν αἰωνιότητα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

Ὁ πλησίον μου, ἡ σωτηρία μου

Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας τά τελευταία χρόνια ἀποτελεῖ ἡ διαστρέβλωση πού ὑφίσταται ἡ ὀρθόδοξη ἐσχατολογία, ὁ προφητικός λόγος δηλαδή περί τῶν ἐσχάτων. Κι εἶναι σύνηθες τό φαινόμενο ἄνθρωποι ἄπειροι πνευματικά, χωρίς ἐπίγνωση τοῦ τί σημαίνει Ορθοδοξία καί ποιά ἡ μεγαλειώδης οὐσία της, νά σπεύδουν νά ἐνασχοληθοῦν συστηματικά, χωρίς τίς ἀπαραίτητες πνευματικές προϋποθέσεις, μέ ὅ,τι ἔχει καταγραφεῖ εἴτε ὡς λόγος τοῦ Κυρίου, εἴτε ὡς λόγος κάποιου Ἀποστόλου ἤ Ἁγίου, σέ σχέση μέ τά ἔσχατα τοῦ κόσμου. 

Μάλιστα, κύριο χαρακτηριστικό τῶν περισσοτέρων εἶναι ὅτι χωρίς νά ἔχουν μελετήσει πότε τά Εὐαγγέλια, τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, τίς Ἐπιστολές τοῦ Παύλου καί τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, δηλαδή χωρίς νά ἔχουν ἔστω παρεμπιπτόντως ἀσχοληθεῖ μέ τά βασικά κείμενα τοῦ Χριστιανισμοῦ, προσκολλῶνται στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, διεκδικώντας τό δικαίωμα νά ἀναλύουν καί νά ἑρμηνεύουν αὐθεντικά ἕνα βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά», γιά τό ὁποῖο ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁμολόγησε τήν ἀπόλυτη ἀνικανότητά του νά προχωρήσει στήν ἀνάλυσή του!

Ἐπειδή δέ οἱ περιγραφόμενες εἰκόνες στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη καί τά ἐν γένει ἐσχατολογικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἐναργέστατες καί παραστατικότατες, ἔχουν τήν ἱκανότητα, ἰδίως ὅταν ἀναπαράγονται ἐπιπόλαια, νά προκαλοῦν τόν φόβο καί νά ἐξάπτουν τήν φαντασία. Καταστρατηγεῖται ἔτσι τό γεγονός πώς ἡ Ἐκκλησία δέν χρησιμοποιεῖ τόν φόβο ὡς ποιμαντικό της ἐργαλεῖο, οὔτε θέλει ἀπό φόβο νά πορεύεται ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό καί νά οἰκοδομεῖ μιά ἐξ ἀνάγκης σχέση μαζί Του. 

Περαιτέρω, παραθεωρεῖται ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο μᾶς δόθηκαν αὐτά τά κείμενα, ὁ ὁποῖος εἶναι νά προειδοποιηθοῦμε οἱ χριστιανοί ὅτι θά συμβοῦν μέσα στήν ἀνθρώπινη ἱστορία πολλά καί φοβερά, στά πλαίσια ἑνός μανιασμένου πολέμου ἐναντίον ταῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς πίστης. Στό τέλος ὅμως, ὡς αἰώνιος βασιλιάς θά νικήσει ὁ Χριστός, κι ὅσοι μείνουν πιστοί σέ Αὐτόν θά «συμβασιλεύσουν καί συνδιαιωνίσουν».


Ἡ κρίση

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή παρουσιάζει αὐθεντικό λόγο τοῦ Κυρίου μας περί τῶν ἐσχάτων. Γιατί σήμερα αὐτό τό κείμενο; Διότι προηγήθηκαν πολλές περικοπές μέ κορυφαῖες τίς δύο προηγούμενες, τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, οἱ ὁποῖες παρουσιάζοντας γλαφυρά τή θεία ἀγάπη, μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσουν στό νά παραθεωρήσουμε τή θεία δικαιοσύνη. Περιγράφεται, λοιπόν, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός, γιά νά κατανοήσουμε ὅτι κανείς δέν ξεφεύγει ἀπό τή θεία δίκη, ἀλλά καί γιά νά προβληματιστοῦμε γόνιμα, γιά τό μόνο γεγονός πού ἀποτελεῖ ἀφορμή ἀνησυχίας, ὄχι ἀγωνίας, στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, τό πῶς θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου καί θά δώσει «τήν καλήν ἀπολογίαν».

Ποιό τό παράξενο στήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Πουθενά δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτιῶν καί παραπτωμάτων, ἀλλά φαίνεται τά πάντα νά ἐξαρτῶνται ἀπό τή στάση τοῦ καθενός μας ἔναντι τοῦ ἄλλου, τοῦ ἐμπερίστατου ἀνθρώπου, τοῦ πλησίον. Καί μάλιστα μέ τήν ἔντονη διαβεβαίωση τοῦ Κύριου πώς ὅ,τι κάνουμε στόν ἀδελφό μας, τό κάνουμε προσωπικά στόν Κύριο. «Ἐμοί ἐποιήσατε».


Τό τραῦμα καί ἡ θεραπεία

Γιατί δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτίας; Ἄς θυμηθοῦμε τό πῶς συντελέστηκε τό προπατορικό ἁμάρτημα καί εἰσῆλθαν ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος στόν κόσμο. Ὁ ἀρχεκακος ὄφις ἀπομονώνει τήν Εὔα καί τήν παρασύρει σέ συζήτηση μαζί του. Ἡ Εὔα ἀντί νά καλέσει τόν Ἀδάμ, ὥστε ἑνωμένο τό ἀνθρώπινο γένος νά ἀντιμετωπίσει τήν πειρασμική προσβολή, συνεχίζει μόνη της ἕνα διάλογο μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν ἀλλοίωση τῆς ἀντίληψης τοῦ ἀνθρώπου περί τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καί τῆς σκοπιμότητας τοῦ νόμου του. Ἡ ἀρχή τῆς ἁμαρτίας ἦταν ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῶν Πρωτοπλάστων, τῆς συνάφειας τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας, τῆς ἀγαπητικῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο! Φυσική λοιπόν, ἦταν ἡ συνέχεια καί ἐξέλιξη τῆς ἁμαρτίας, ὅταν ἡ Εὕα καί πάλι μόνη της ἀγνοώντας τόν Ἀδάμ καί ἀκυρώνοντας τήν παρουσία του, ὄχι μόνον γεύεται τόν καρπό τοῦ δένδρου τοῦ «γνῶναι καλόν ἡ κακόν», ἀλλά πορεύεται στή συνέχεια πρός αὐτόν καί τόν ὑποτάσσει προσφέροντάς του τόν ἴδιο καρπό καί προστάζοντας τον: «Φάγε»! Πρίν ἁμαρτήσουν ἐνάντιόν του Θεοῦ οἱ Πρωτόπλαστοι, ἁμάρτησαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Καί πρίν ὁλοκληρωθεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον του Θεοῦ, εἶχε συντελεστεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτή ἡ διάσταση τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται νά θεραπεύσει ἡ σημερινή περικοπή, χωρίς κἄν νά μιλάει γιά ἁμαρτία! Ἀντιστρέφει τή διαδικασία τῆς πτώσης καί προτάσσει τό γεγονός τῆς ἀγαθῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, ὡς ἀπαρχή καί ἐπιβεβαίωση τῆς ἀγαθῆς του πορείας πρός τόν Θεό Πάτερα. Ὅποιος συντηρεῖ τή διάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἄνθρωπο, δέν μπορεῖ νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό. Ἀντίθετα, ὅποιος νοιάζεται καί πορεύεται ἀγαπητικα πρός τόν ἄνθρωπο, καλύπτει καί τήν ἀπόσταση πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό! Γι’ αὐτό καί ὡς ὑπέροχο συμπέρασμα, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης γράφει: «Ἄν πεῖ κανείς ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεό καί ταυτόχρονα μισεῖ τόν ἀδελφό του, αὐτός εἶναι ψεύτης. Διότι ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, τόν ὁποῖον βλέπει, πῶς εἶναι δυνατό ν΄ ἀγαπᾶ τόν Θεό ποῦ δέν Τόν ἔχει δεῖ πότε;» (Α’ Ἰω. 4,20). Αὐτή εἶναι ἡ προοπτική τῆς ἐνασχόλησής μας μέ τά ἔσχατα, ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον ὡς μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2017

Ἡ είδωλοποίση τοῦ ἑαυτοῦ μας



Ἔχει τονισθεῖ ἀπό πολλούς. Τούς τελευταίους αἰῶνες, παρασυρμένος ὁ ἄνθρωπος ἀπό φιλοσοφικές θεωρήσεις, οἰκονομικά προτάγματα καί κοινωνικά συστήματα, ἔχει ξεχάσει τόν Θεό κι ἔχει αὐτονομηθεῖ ἔναντί του! Ζαλισμένος ἀπό ὑποσχέσεις γιά ἐπίγεια εὐδαιμονία καί ἀφοσιωμένος στό κυνήγι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν δέν ἔχει τή δύναμη, οὔτε τή διάθεση, νά σηκώσει τό κεφάλι ἀπό τή λάσπη τῆς χοϊκότητάς του γιά νά ἀτενίσει τόν Οὐράνιο Πάτερα. Ἀκόμη κι ὅταν ἐγκλωβισμένος στό διαρκές τῶν πολλαπλῶν προβλημάτων, ἀκούει πολλούς μέ ὑπευθυνότητα νά διακηρύσσουν ὅτι ἡ κρίση δέν εἶναι οἰκονομική, ἀλλά πρώτιστα ἠθική καί πνευματική, ἀρνεῖται στήν πράξη νά μετατρέψει αὐτήν τήν παραδοχή σέ ἐνέργειες πού θά προκαλέσουν τήν πνευματική ἀνάσταση καί θά ἀνατρέψουν τή χαοτική πορεία πρός τήν κλιμακούμενη δυστυχία.

Ἐπιπλέον, διεκδικώντας ὁ καθένας τήν ἐξασφάλισή του, αὐτό πού στά νέα ἑλληνικά ὀνομάζουμε «βόλεμα», περιορίζεται στά προσωπικά του καί ἀδιαφορεῖ γιά τήν κοινωνία, τήν πατρίδα, τόν πλησίον… Θεωρεῖ πώς ἡ φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι τό μοναδικό καθῆκον, ἐνῶ κινεῖται σάν τά πάντα νά περιστρέφονται γύρω ἀπό αὐτόν. Τελικά, ἐπέρχεται καί τό πιστευμα πώς οἱ ἀπόψεις καί θεωρήσεις μας εἶναι οἱ μόνες σωστές καί ἀληθινές, κι ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ διαδικασία θεοποιήσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας, διαδικασία τόσο διαφορετική καί ἀντίθετη ἀπό τόν τρόπο τῆς κατά χάριν θεώσεως, στόν ὁποῖο μᾶς προσκαλεῖ ὁ Χριστός!


Περίοδος προσευχῆς

Εἶναι γνωστή καί οἰκεία ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου σημασιοδοτεῖ τήν ἔναρξη τῆς πιό πνευματικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, τῆς περιόδου τῆς προετοιμασίας μας γιά τή μεγαλύτερη ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Πάσχα. Κι ἡ περίοδος αὐτή παίρνει τό ὄνομά της ἀπό τό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας πού ὀνομάζεται «Τριώδιο», καθώς ἡ χρήση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ξεκινᾶ ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς Κυριακῆς πού διαβαζεται ἡ σημερινή παραβολή καί ἐκτείνεται μέχρι τήν παννυχίδα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθιερώνοντας αὐτήν τήν περίοδο ὡς περίοδο αὐξημένης προσευχῆς τόσο σέ ποσότητα, ὅσο καί σέ ποιότητα.

Ἀκριβῶς δέ ἐπειδή ἡ περίοδος αὐτή εἶναι ἀφορμή ἐντατικότερης καί θερμότερης προσευχῆς, γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας ξεκινᾶ τήν περίοδο μέ τή διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ γιά τόν τρόπο τῆς θεάρεστης προσευχῆς. Κι ἡ διδασκαλία αὐτή ἐμπεριέχεται σέ μιά ἱστορία, στή διδακτικότατη αὐτή παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, πού τόσο ἔχει ἀναλυθεῖ ἀνά τούς αἰῶνες καί ἔχει καταστεῖ ἀφορμή προβληματισμοῦ καί ἀποφάσεων.

Κύριο χαρακτηριστικό της, ἡ μέ ἁπλό τρόπο ἐπισήμανση τῶν πνευματικῶν κινδύνων πού ἀναιροῦν τήν προσευχή καί τήν μετατρέπουν σέ προσβολή πρός τόν Ἅγιο Θεό ἤ, ἀκόμη χειρότερα, σέ ἱεροσυλία. Συνάμα παρατίθεται ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἡ προσευχή φθάνει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, καθίσταται θεάρεστη κι ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος χαριτώνεται καί πορεύεται τήν ὁδό τῆς Ἁγιότητας καί τῆς Θεώσεως.


«Πρός ἑαυτόν προσηύχετο»

Σάν νά εἶχε κατά νοῦ τόν ἄνθρωπο τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα ὁ Χριστός μας ὅταν περιέγραφε πρίν δύο χιλιάδες χρόνια τόν Φαρισαῖο! Ἀπερίφραστα καί ξεκάθαρα ὁ Χριστός τονίζει πώς ὁ Φαρισαῖος, ἄν καί βρισκόταν μέσα στόν Ναό, δέν προσευχόταν στόν Θεό, ἀλλά στόν ἑαυτό του, τόν ὁποῖο εἶχε εἰδωλοποιήσει. Γι’ αὐτό καί ἡ γεμάτη ἔπαρση κι ἐπίδειξη προσευχή. «Ἐγώ εἶμαι τέλειος, οἱ ἄλλοι εἶναι γεμάτοι ἐλαττώματα. Έγώ κάνω ὅ,τι πρέπει καί μέ τό παραπάνω, οἱ ἄλλοι ὑστεροῦν κι εὐθύνονται γιά τό κακό στόν κόσμο. Ἐγώ δέν κάνω κανένα λάθος, δέν σφάλλω πότε, οἱ ἄλλοι εἶναι γεμάτοι ἁμαρτίες, πάντα σφάλλουν, μέ μεγαλύτερο λάθος τους τό ὅτι δέν σπεύδουν νά μέ παραδεχθοῦν ὡς ἀνώτερό τους». Πουθενά ἡ προοπτική της Οὐρανίου Βασιλείας, πουθενά ἡ προοπτική της αἰωνιότητας, πουθενά ἡ ἀναφορά στόν Πάτερα καί τοὺς ἀδελφούς, μᾶλλον κυρίαρχη ἡ κατάργηση τοῦ Πάτερα καί ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀδελφῶν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, κυρίαρχη ἡ κατηγορία ἐναντίον τοῦ Πατέρα γιά τά «χάλια» ὅλων τῶν ἄλλων πού σέ καμία περίπτωση δέν λoγίζονται ὡς ἀδελφοί!

Ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος προσευχόταν. Τό πρόβλημα ὅμως, ἦταν σέ ποιόν ἀνέφερε τήν προσευχή του! Κι αὐτό τό πρόβλημα εἶναι ἔκδηλο κυρίως σήμερα, ὁπότε οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀναφέρονται στόν ἑαυτό τους καί καθόλου στόν Θεό. Προσπαθοῦν μόνοι τους νά βροῦν λύσεις στά προβλήματα, στίς δυσκολίες, στίς ἀντιξοότητες, ἐμπιστευόμενοι μόνον τήν κρίση τους καί τίς ὅποιες ἱκανότητές τους, δυσπιστώντας ταυτόχρονα ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἔτσι ὅμως, δέν κατορθώνουν κάτι παραπάνω ἀπό τό νά ὑψώσουν κι ἄλλο τά τείχη πού τούς ἀπομονώνουν ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους καί τούς ἐγκλωβίζουν στή μοναξιά καί τήν ἀπελπισία.

Ἡ ἐποχή μας μᾶς καταντᾶ αὐτοκαταστροφικούς. Μᾶς καθοδηγεῖ νά πιστέψουμε μόνον στόν ἀτελή καί ἀδύναμο ἑαυτό μας. Μᾶς ἀρνεῖται τήν προοπτική της πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἐξάρτησής μας ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀγάπη του. Μᾶς ἐγκλωβίζει στό «ἐδῶ καί τώρα» φορτώνοντάς μας μέ δισεπίλυτα προβλήματα, ὥστε νά ἀπασχολούμαστε διαρκῶς μέ αὐτά, νά χάνουμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας καί νά στερούμαστε τήν ἀναφορά μας στήν πηγή τῆς ζωῆς καί αἰτία τῆς ὕπαρξής μας. Σέ ὅλα αὐτά, μία εἶναι ἡ σωτηρία ἀντιμετώπιση. Τό γονάτισμα μπροστά στά εἰκονίσματα καί ἡ γεμάτη συντριβή καί μετάνοια τελωνική προσευχή: «Ὁ Θεός, ἰλασθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»!

πηγη

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2016

Οἱ ἄλλοι (Λουκ. η΄ 41-56)



«Ἔτσι κάνουν ὅλοι», «Ἐγώ γιατί νά διαφέρω ἀπό τούς ἄλλους;», «Ποῦ ζεῖς; Δέν βλέπεις τί γίνεται γύρω σου» καί πολλές ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις ἔχουν ἐπινοηθεῖ γιά νά κατοχυρώσουν ὡς κυρίαρχη τήν τάση νά μή διακρίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τούς ὑπόλοιπους, ἀλλά νά ὑποτάσσεται στά κελεύσματα καί τήν ἡγεμονεύουσα νοοτροπία τῆς κοινωνίας στήν ὁποία ἀνήκει. Πρόκειται οὐσιαστικά γιά μιά διαστροφή, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό κάτι τό ὑγιές, τήν ἀνάγκη γιά κοινωνικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί ἔνταξή του σέ κάποιο σύνολο, ἐξελίσσεται ὅμως ἀρρωστημένα, ὅταν ἡ μοναδικότητα τῆς προσωπικότητας καταργεῖται, χάριν τοῦ μιμητισμοῦ καί τῆς προσαρμογῆς στά συλλογικά στερεότυπα πού κυριαρχοῦν.

Κι αὐτό ἐνέχει πολλούς πνευματικούς κινδύνους, ἰδίως γιά τούς νεώτερους, οἱ ὁποῖοι καθώς ἀναζητοῦν τόν προορισμό τῆς ζωῆς τους, ἀντιγράφουν, ταυτίζονται, μιμοῦνται, καθώς ἐντυπωσιάζονται, ἐπηρεάζονται, παθιάζονται καί τελικά ἀκολουθοῦν ἀδιάκριτα καί ἀπερίσκεπτα ὅ,τι ἐκθαμβωτικά λάμπει, πιστεύοντας τό γιά χρυσό, χωρίς νά κατανοοῦν ὅτι εἶναι δόλωμα, χωρίς νά βλέπουν τήν παγίδα ἀπό πίσω.


Οἱ συμπνίγοντες ὄχλοι

Χιλιάδες λαοῦ ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, καθώς πορευόταν πρός τό σπίτι, ὅπου τόν εἶχε καλέσει ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος γιά νά θεραπεύσει τή βαριά ἀσθενοῦσα, μονάκριβη κόρη του. Καί μάλιστα «συνέπνιγον αὐτόν», δηλαδή εἶχαν κολλήσει ἐπάνω του, ὥστε νά δημιουργεῖται ἕνα κινούμενο ἀνθρώπινο τεῖχος. Μοναδική εὐλογία νά μπορεῖς ν’ ἀκουμπήσεις τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κι ὅμως, οἱ ὄχλοι συνωθοῦνται ἀσυγκίνητοι, κυριευμένοι ἀπό ἐπιπόλαιη περιέργεια καί ἔξαψη νά δοῦν τόν Χριστό νά θαυματοποιεῖ, χωρίς νά τούς ἀγγίζει τό «θέαμα» βαθύτερα, ἀδιάφοροι γιά ὁτιδήποτε πνευματικό.

Καί μέσα σέ ὅλους αὐτούς, μόνη μία γυναίκα, ταλαιπωρημένη ἀπό τό πρόβλημά της, ἔχοντας χάσει ὅλη της τήν περιουσία, ψάχνοντας τήν ἴαση καί ἀπελπισμένη ἀπό τούς ἀνθρώπους, προσέρχεται γεμάτη πίστη, δηλαδή ὁλοκληρωτική ἐξάρτηση ἀπό τό θεῖο ἔλεος. Καί ἔρχεται μήν τολμώντας νά διεκδικήσει, χωρίς ν’ ἀνοίξει τό στόμα της, πιστεύοντας ὅτι δέν εἶναι ἄξια ν’ ἀπασχοληθεῖ μαζί της ὁ Διδάσκαλος. Τό μόνο πού θέλει εἶναι ἁπλῶς νά τόν ἀκουμπήσει. Κι αὐτή ἡ ἐπαφή, πού γίνεται χωρίς ἐξωτερικά νά διαφέρει ἀπό τά ἀκουμπίσματα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων στόν Χριστό, ἐπιφέρει τέτοια ἀνατροπή καί ἀποκάλυψη πού τήν καθιστᾶ ἄξια μνείας ἀνά τούς αἰῶνες ὅπου κηρύσσεται τό Εὐαγγέλιο.

«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;» ρωτᾶ ὁ Χριστός ὅταν οἱ ὄχλοι τόν συνθλίβουν, γιά νά καταδείξει τή διαφορά τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού διέκριναν τή συγκεκριμένη ψυχή ἀπό ὅλες τίς ἄλλες. Κι ἐνῶ καί ἄλλοι ἐνδεχομένως ἀπό τούς παρόντες νά εἶχαν ἀνάγκη θαυμαστῆς θεραπείας, αὐτή ἐνεργεῖται μόνο στή γυναίκα πού τή λαμβάνει, ἀκριβῶς γιατί διέφερε ἀπό ὅλους τους ἄλλους. Ἡ μόνη πού δέν ἔκανε «ὅ,τι ὅλοι οἱ ἄλλοι», εἶναι καί ἡ μόνη πού εὐεργετεῖται. Ὄχι μόνο γιατί λαμβάνει τή θεραπεία. Ἀλλά γιατί ἐπιβραβεύεται μέ κάτι πολύ ἀνώτερο: «Πορεύου εἰς εἰρήνην». Δηλαδή, ὁ Χριστός μας τήν ἐπιβραβεύει γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς της, γιά τό γεγονός ὅτι πορεύεται μέ ἐνσυνείδητα πιστεύματα καί ξεκάθαρη στάση ἀπέναντί του, χωρίς νά συναγελάζεται, νά συμμορφώνεται καί νά ὑποτάσσεται καιροσκοπικά, γι’ αὐτό καί τῆς παραγγέλλει νά συνεχίσει νά ζεῖ ἔτσι. Νά μήν ἔχει ἀμφιβολίες γιά τό ὅτι αὐτό πού ἔκανε ἦταν τό σωστό καί νά ἀναπαύεται πνευματικά μέ τόν δρόμο τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού ἔχει ἐπιλέξει.


Πρόσωπα κι ὄχι μάζα

Πόσοι καί πόσοι δέν συνωθοῦνται μέσα στούς Ναούς μας, ἰδίως στίς μεγάλες ἑορτές καί τίς πανηγύρεις Ἁγίων. Πόσο ὅμως, ὅλοι αὐτοί εἶναι λαός τοῦ Θεοῦ διακρινόμενοι ἀπό πίστη καί ἀρετή, καί πόσο εἶναι ὄχλος πού, ὅπως τότε, ἔρχεται καί συνθλίβει καί συνθλίβεται χωρίς νά ὠφελεῖται, ἀκριβῶς διότι δέν ἐνεργεῖ ἐνσυνείδητα καί δέν πορεύεται μέ γνώμονα τήν πίστη. Ἀκόμη, χειρότερα, πόσοι καί πόσοι δέν προσέρχονται στό «ποτήριον τῆς ζωῆς» καί δέν ἀκουμποῦν ἁπλῶς, ἀλλά μεταλαμβάνουν τόν ὅλο Χριστό, γιατί «εἶναι ἔθιμο», «γιά τό καλό», «ἔτσι ἀπό συνήθεια», χωρίς τήν προετοιμασία τῆς ἐξομολόγησης, τῆς νηστείας, τῆς ἐλεημοσύνης… Πόσο ὅμοιες εἶναι οἱ καταστάσεις τότε καί τώρα. Ἄραγε πόσοι τώρα διακρίνονται, ὠφελοῦνται καί σώζονται;

Κι ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὡς Μητέρα τούς δέχεται ὅλους, χωρίς διακρίσεις καί ἀποκλεισμούς, ταυτόχρονα προειδοποιεῖ. Πόσοι προσέχουμε τή λειτουργική αἴτηση: «Ὑπέρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καί τῶν μετά πίστεως, εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῶ»; Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μας ὄχι γιά ὅλους ὅσοι σωματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό, ἀλλά μόνο γιά ὅσους μέ πίστη, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ πνευματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό. Καλεῖ «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» νά κοινωνήσουμε. Μέ ἄλλα λόγια θέτει προϋποθέσεις. Ποῦ στοχεύουν αὐτές; Ὄχι στό νά μᾶς δυσκολέψουν, ἀλλά νά μᾶς διευκολύνουν στήν ἐνσυνείδητη λήψη ἀποφάσεων, ὥστε νά μήν ὑπάρχουμε οἱ Χριστιανοί ὡς μάζα, ἀλλά ὡς σύνολο συνειδητοποιημένων προσώπων, ἀγωνιζόμενων γιά τήν κατάκτηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ὁ Χριστός μᾶς θέλει ξεκάθαρους καί ἀποφασισμένους στή σχέση μας μαζί του καί αὐτό σημαίνει, προσωπικότητες μέ ἀρχές καί ἀξίες πού δέν τίς προδίδουν κατά τίς περιστάσεις, ἐπειδή «ἔτσι κάνουν οἱ ἄλλοι», ἀλλά τίς ἐγκολπώνονται καί μένουν σταθεροί σ’ αὐτές μέ ὅποιο κόστος καί τίμημα.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...