Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η Πορνεία (ΚΑΙ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)


Του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου
ΓΕΝΙΚΑ: Πορνεία ονομάζεται η συνουσία με χρηματικό αντάλλαγμα. Νόμοι για
την πορνεία είχαν θεσπιστεί ήδη από τον Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα. Το πάθος της
πορνείας συνίσταται στην παθολογική χρήση της σεξουαλικότητας ή γενετήσιου
ενστίκτου, από τον άνθρωπο. Η πορνεία δηλώνει, κυριολεκτικά, τη σεξουαλική
ικανοποίηση εκτός γάμου.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Στην Α. Γραφή η λέξη σημαίνει όχι μόνο την ακολασία μεταξύ
αγάμων αλλά και την ειδωλολατρεία, που άλλωστε από μόνη της αυτή έχει στενή
σχέση και με την καθαυτό πορνεία. Αυτό το καταλαβαίνουμε και από αναφορές της
Π. Διαθήκης σε πόρνες, όπου βλέπουμε πως αυτές ήταν συνήθως αλλοδαπές και
αλλόθρησκες, αποκαλούνται μάλιστα “ξέναι”, και η ακολασία τους ήταν μέρος της
λατρείας τους στα είδωλα. Έτσι στην Παλαιά Διαθήκη η εβραϊκή εκκλησία
παριστάνεται με νύμφη που έχει νυμφευτεί με τον Θεό Ιεχωβά και δίκαια
αποκαλείται από πολλούς Προφήτες ως πόρνη γιατί συχνά είχε διαρρήξει αυτή τη
συνθήκη - γάμο με το Θεό, πορνεύοντας ακολουθώντας τα είδωλα: “καὶ εἶδον διότι
περὶ πάντων ὧν κατελήφθη, ἐν οἷς ἐμοιχᾶτο ἡ κατοικία Ἰσραήλ, καὶ ἐξαπέστειλα αὐτὴν
καὶ ἔδωκα αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς· καὶ οὐκ ἐφοβήθη ἡ
ἀσύνθετος Ἰούδα καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐπόρνευσε καὶ αὐτή. καὶ ἐγένετο εἰς οὐθὲν ἡ
πορνεία αὐτῆς, καὶ ἐμοίχευσε τὸ ξύλον καὶ τὸν λίθον.” (Ιερ. γ΄8-9). Ακόμη
διαβάζουμε:”Και εἶπε Κύριος πρός με· ἔτι πορεύθητι καὶ ἀγάπησον γυναῖκα ἀγαπῶσαν
πονηρὰ καὶ μοιχαλίν, καθὼς ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ αὐτοὶ ἀποβλέπουσιν
ἐπὶ θεοὺς ἀλλοτρίους καὶ φιλοῦσι πέμματα μετὰ σταφίδων.” (Ωσηέ γ΄1). Συχνά, στην
Παλαιά, ακόμη και στην Καινή Διαθήκη, οι λέξεις πορνεία και μοιχεία είναι
συνώνυμες. Και στις δύο περιπτώσεις αυτές καταδικάζονται είτε εκλαμβανόμενες
κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Είναι ακόμη φανερό, ότι, σύμφωνα και με τους
λόγους του Κυρίου, είτε πνευματική είναι είτε σωματική η πορνεία ή η μοιχεία είναι
αξιόποινη. Γιά τη σχέση πορνείας (ακόμη και ομοφυλοφιλίας) με την ειδωλολατρεία
λέει ο Μέγας Αθανάσιος: “Γυναῖκες γοῦν ἐν εἰδώλοις τῆς Φοινίκης πάλαι
προεκαθέζοντο, ἀπαρχόμεναι τοῖς ἐκεῖ θεοῖς ἑαυτῶν τὴν τοῦ σώματος ἑαυτῶν
μισθαρνίαν, νομίζουσαι τῇ πορνείᾳ τὴν θεὸν ἑαυτῶν ἱλάσκεσθαι, καὶ εἰς εὐμένειαν
ἄγειν αὐτὴν διὰ τούτων. ἄνδρες δέ, τὴν φύσιν ἀρνούμενοι καὶ μηκέτι εἶναι θέλοντες
ἄρρενες, τὴν γυναικῶν πλάττονται φύσιν, ὡς ἐκ τούτων καταθύμια καὶ τιμὴν τῇ μητρὶ
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς λεγομένων θεῶν ποιοῦντες. πάντες δὲ ὁμοῦ τοῖς αἰσχίστοις βιοῦσι, καὶ
τοῖς χείροσιν ἑαυτοῖς ἁμιλλῶνται”.

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: Οι εκκλησιαστικοί Πατέρες, συμπεριλαμβάνουν στην πορνεία όλες
τις μορφές σεξουαλικών παθών. Η χρήση της σεξουαλικότητας δεν είναι έμφυτη,
αλλά συνέπεια του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Αφού αποστράφηκαν το Θεό,
Αδάμ και Εύα, επεθύμησαν ο ένας τον άλλο και ενώθηκαν σεξουαλικά, διδάσκουν οι
Πατέρες στηριζόμενοι στη Βίβλο (Γέν. γ΄ 16, δ΄ 1). «Η παρθενία άνωθεν και εξ
αρχής εφυτεύθη (...) εν παραδείσω παρθενία επολιτεύετο. Ότε δια της παραβάσεωςθάνατος εις τον κόσμον εισήλθε, τότε έγνω Αδάμ την γυναίκα αυτού και συνέλαβε και
εγέννησε» (Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητης διαβεβαιώνει ότι
αν οι άνθρωποι είχαν παραμείνει στην προπτωτική κατάσταση, ο Θεός με άλλο
τρόπο θα προέβλεπε το «πληθύνεσθε». Το γεγονός ότι, κατά τη δημιουργία, τους
εφοδίασε με αναπαραγωγικά όργανα, ήταν πρόβλεψη μεταπτωτικών αναγκών τους,
την οποία πτώση προγνώριζε, αλλά δεν προκαθόριζε. Στην μεταπτωτική κατάσταση,
κανόνας τελειότητας παραμένει η παρθενία. Όμως, η χρήση της σεξουαλικότητας στο
γάμο δεν καταδικάζεται: επιτρέπει τη διαιώνιση του ανθρώπινου γένους στη νέα
κατάσταση, ευλογούμενη από το Θεό (Γέν. θ΄ 7).

ΕΝΔΟΓΑΜΙΚΗ ΠΟΡΝΕΙΑ: Οι Πατέρες, ακολουθώντας το παράδειγμα του
Κυρίου, που ευλόγησε με την παρουσία Του το γάμο στην Κανά, αναγνωρίζουν την
αξία και την πλήρη νομιμότητα χρήσης της σεξουαλικότητας στο γάμο. Η Σύνοδος
της Γάγγρας (4ος αι.) καταδικάζει τη μομφή των συζυγικών σχέσεων. Στο πλαίσιο
του γάμου, η πορνεία έγκειται στην κατάχρηση και τη διαστροφή τής σεξουαλικής
λειτουργίας. Η έννοια τής κατάχρησης, σημαίνει κακή χρήση, διαστροφή, χρήση
αντίθετη στη φυσική σκοπιμότητα και γι' αυτό παρά φύση, ανάρμοστη, παθολογική.
Υπάρχει κατάχρηση, όταν ο άνθρωπος κάνει χρήση της σεξουαλικότητας
καθιστώντας την ηδονή αυτοσκοπό. Η στόχευση αυτή είναι διαστροφική και
παθολογική, διότι αρνείται έναν πρωταρχικό σκοπό της σεξουαλικής λειτουργίας, την
τεκνογονία. Ωστόσο ο σκοπός αυτός δεν είναι ο σημαντικότερος. Η σεξουαλική
ένωση είναι εκδήλωση αμοιβαίας αγάπης του ζεύγους, που μεταφέρει την αγάπη στο
σωματικό επίπεδο. Η αγάπη συνιστά τον πρώτο σκοπό της συνεύρεσης, παράλληλα
με τους υπόλοιπους τρόπους της συζυγικής ένωσης. Η ένωση επισφραγίζεται με τη
χάρη του Αγίου Πνεύματος διά του μυστηρίου του γάμου. Η συνουσία, όπως και οι
υπόλοιποι τρόποι ένωσης των συζύγων υποτάσσονται στην πνευματική διάσταση της
αγάπης τους. Όταν η συνεύρεση βιώνεται μόνο για την αισθητή ηδονή, διαταράσσει
τη φυσιολογική σχέση με το Θεό, τον εαυτό του και τον σύντροφό του. Η επιθυμία
σεξουαλικής ηδονής αποκλειστικά, κινητοποιεί την επιθυμητική δύναμη του
ανθρώπου αποστρέφοντάς την από το Θεό, που έπρεπε ν' αποτελεί τον ουσιαστικό
στόχο του. Σκοτισμένος από την ηδονή του πάθους, ο άνθρωπος στερείται
πνευματικής απόλαυσης ανώτερων αγαθών, ενώ λησμονεί το Θεό και Τον αρνείται
“αντικαθιστώντας” Τον με την ηδονή των αισθητών. Έτσι η σεξουαλικότητα
καθίσταται, καθαρά, σαρκική πράξη. Με την πορνεία, ο άνθρωπος γίνεται είδωλο
απόλαυσης. Ο αλλοιωμένος άνθρωπος, δε βλέπει το κέντρο της ύπαρξής του στην
εικόνα του Θεού, της οποίας είναι φορέας, αλλά στις σεξουαλικές του λειτουργίες,
που υποκαθιστούν την αγάπη με τη ζωώδη, ενστικτώδη επιθυμία. Η τάξη των
δυνάμεων του ανθρώπου αναστατώνεται κι έτσι νους, θέληση, ευαισθησία και
διάθεση παύουν να υπηρετούν το πνεύμα και να καθοδηγούνται απ' αυτό, ενώ
γίνονται υπηρέτες ατέρμονης αναζήτησης ηδονής. Ο άνθρωπος κυβερνιέται από
ένστικτο εξομοιούμενος με ζώο.

ΨΥΧΙΚΗ ΝΟΣΟΣ: Με την πορνεία, πολλές σωματικές λειτουργίες βρίσκονται
μακριά από το φυσιολογικό σκοπό, καθώς γίνονται όργανα σεξουαλικής ηδονής
(παρά φύση). Το σώμα, έτσι, εκτρέπεται από τη φύση του. Ο Απόστολος Παύλος
δηλώνει ότι ο άνθρωπος κάνει παρά φύση και ανάρμοστη χρήση του σώματος, που
το χαρακτηρίζει “ναό του εν υμίν Αγίου Πνεύματος”, παραδίδοντάς το στο πάθος τήςπορνείας. Υποβιβάζοντας το σώμα του σε εργαλείο σεξουαλικής ηδονής, ο άνθρωπος
βεβηλώνει το εκ φύσεως θεόμορφο, κάνοντάς το κρησφύγετο φαύλων, μετατρέπει σε
πόρνο, αυτό που μαζί με την ψυχή καλούνται να συναφθούν με το Χριστό στην
Εκκλησία και μέσα στο γάμο που είναι εικόνα αυτής. Ο πόρνος αγνοεί, ή θέλει να
αγνοεί, το θείο θέλημα σ' ό,τι αφορά τη χρήση του σώματός του, αμαρτάνοντας «εις
το ίδιον σώμα» (Α' Κορ. στ΄ 18) και «αθετεί τον Θεόν» (Α' Θεσ. δ΄8). Η πορνεία
θεωρείται πηγή θανάτου, καθόσον οδηγεί τον άνθρωπο ν' απαρνείται την ίδια του τη
φύση, απορρίπτοντας Εκείνον, που του δίνει νόημα και ζωή. Η σεξουαλικότητα είναι
πρώτα ψυχικής υφής, πριν να είναι φυσικής. Το σώμα, συχνότατα, οδηγείται στην
αμαρτία από επιθυμία-λαγνεία, που γεννιέται στην καρδιά (Μάρκ. ζ' 21). Και αν η
επιθυμία υποκινείται και γεννάται από σωματικές κινήσεις (λαγνείας), η ψυχή
διατηρεί την πρωτοβουλία, διότι μπορεί να αρνηθεί να δώσει συνέχεια σ' αυτές. Το
πάθος μπορεί να επιτελείται με τη σκέψη, μέσω της ηδονής των (ανα)παραστάσεων,
δηλαδή των εικόνων. «Και ο νους πορνεύει μετά του νοήματος της γυναικός δια της
φαντασίας» (Μάξιμος Ομολιγητής). Οι παραστάσεις μπορεί να επινοούνται από τη
φαντασία, αποτελώντας αφορμή για πραγματικές φαντασιώσεις ή παραισθήσεις,
συχνά με δαιμονική υποβολή. Ο δαίμονας της πορνείας «λέγειν τινά ρήματα και πάλιν
ακούειν ποιεί, ως ορωμένου δήθεν και παρόντος του πράγματος» (Ευάγριος). Η
πορνεία οδηγεί αυτόν, τον οποίον έχει καταλάβει, να ζει σε κόσμο ειδώλων και
φαντασμάτων, τον βυθίζει σε χώρο μη πραγματικό, τον παραδίδει σε παραλήρημα
και δαιμονικές δυνάμεις. Η αγάπη είναι άνοιγμα προς τον άλλο και ελεύθερο δόσιμο
εαυτού. Η πορνεία είναι φίλαυτη διάθεση και εγωιστική (αυτ)αγάπη. Εμποδίζει κάθε
αμοιβαιότητα καθώς ο εμπαθής βλέπει μόνο το συμφέρον του, θέλοντας
αποκλειστικά να λαμβάνει από το άλλον, ανταποκρινόμενος στις εμπαθείς επιθυμίες.
Ό,τι λαμβάνει, το θεωρεί κατάληξη της επιθυμίας του παρά δώρο του άλλου. Η
πορνεία καθιστά το υποζύγιό της, τον πάσχοντα δηλαδή, περίκλειστο στον κόσμο της
σαρκικής σεξουαλικότητας, αποκλείοντάς τον από τον πνευματικό κόσμο της
αγάπης. Ο άλλος δεν κατανοείται στο «κατ' εικόνα Θεού» δημιουργήμα.
Υποβιβάζεται σ' αυτό, που “ταιριάζει” στην ηδονική επιθυμία του εμπαθούς,
καθιστάμενο απλό όργανο ηδονής. Ο εμπαθής αγνοεί την ελευθερία και επιθυμία τού
άλλου, διότι αντιλαμβάνεται μόνο την ικανοποίηση της δικής του επιθυμίας, που του
παρουσιάζεται ως απόλυτη ανάγκη. Φαίνεται λοιπόν, ότι υπό την επήρεια της
πορνείας, ο άνθρωπος αποκτά φαντασιακή και παραληρηματική θέαση, εκείνων που
το πάθος τον οδηγεί να συναντήσει. Έκτοτε οι σχέσεις του είναι διεστραμμένες.

ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Οι Πατέρες αξιολογούν την πορνεία ως νόσο βλέποντας
μανία και αφροσύνη. Ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης ομιλεί για «νόσον τής ηδονής», ενώ
ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Οφθαλμία χαλεπή μοιχεία: των οφθαλμών
εστί το νόσημα, ου των του σώματος, αλλά πρότερον των της ψυχής». Ο Αγιος Ιωάννης
της Κλίμακος συμπληρώνει: «Ο δε της πορνείας [δαίμων] πολλάκις τον ηγεμόνα νουν
σκοτίσας, και επί ανθρώπων ποιείν εκείνα παρασκευάζει, άπερ οι εξεστηκότες [οι
παράφρονες] μόνον εργάζονται». Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποδεικνύει πώς
το πάθος εξαπατά τη διάνοια σκοτίζοντας την ψυχή. Οι πατερικές διδαχές οδηγούν
στο συμπέρασμα ότι τρία είναι τα κύρια παθολογικά αποτελέσματα του πάθους:
Πρώτον, αταξία και ταραχή της ψυχής από τη γέννηση της επιθυμίας μέχρι τον
κορεσμό της. Δεύτερον, η ανησυχία στην αναζήτηση του αντικειμένου του και στηνεπεξεργασία των μέσων που επιτρέπουν να το φθάσει. Παρόμοια ανησυχία
ακολουθεί την ικανοποίηση της επιθυμίας. Η ηδονή εξαφανίζεται αμέσως μετά την
εμφάνισή της, αφήνοντας πικρή γεύση στερητικού συνδρόμου. Ο πάσχων πιστεύει
ότι θα θεραπεύσει την επακόλουθη βιούμενη οδύνη, με ανανέωση της ηδονής. Έτσι,
η μόλις ικανοποιηθείσα επιθυμία ξαναγεννιέται μαζί με τις αντίστοιχες ανησυχίες.
Και τρίτο αποτέλεσμα, σκοτισμός νου, συνείδησης και απώλεια κρίσης. Το πάθος
τυραννά, περισσότερο από άλλα πάθη, εξαιτίας τής ισχύος του (Γρηγόριος Νύσσης).
Γενικότερα, η πορνεία καταστρέφει τις αρετές, γεννώντας στην ψυχή: απουσία
φόβου Θεού, απέχθεια για προσευχή, φιλαυτία, αναισθησία, προσκόλληση στον
κόσμο, απελπισία. Τέλος, το πάθος ευνοείται στη γέννηση και την ανάπτυξή του
κυρίως από: την υπερηφανία και τη ματαιοδοξία, την κατάκριση του πλησίον, την
αφθονία τροφής και ύπνου (τρυφή).

πηγή

Το Μυστήριο του Ευχελαίου Γεώργιος Χρυσοστόμου (Ἀρχιμανδρίτης)


« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε».
http://www.photosled.com/data/2444/M_Tetarti.jpg
Τό εὐχέλαιο εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποιο τελεῖται στόν ναό ἤ στο σπίτι γιά τήν ἴαση σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν.
Η ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ 
Ἡ σύσταση τοῦ εὐχελαίου, ὅπως καί τῶν ὑπόλοιπων μυστηρίων, ἀνάγεται στήν Καινή Διαθήκη καί μάλιστα τήν Καθολική Ἐπιστολή Ἰακώβου: 
(κεφάλαιο ε´, στίχοι 14 -15).
Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας καί προσευξάσθω ἐπ’ αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ἤ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.
(ἀπόδοση στήν νεοελληνική) 
Εἶναι κάποιος ἀπό σᾶς ἄρρωστος; Νά προσκαλέσει τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας νά προσευχηθοῦν γι’ αὐτόν καί νά τόν ἀλείψουν μέ λάδι, ἐπικαλούμενοι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καί ἡ προσευχή πού γίνεται μέ πίστη θά σώσει τόν ἄρρωστο· ὁ Κύριος θά τόν κάνει καλά. Κι ἄν ἔχει ἁμαρτίες, θά τοῦ τίς συγχωρέσει. 
Καθώς ἡ πρώτη μαρτυρία περί τοῦ εὐχελαίου συναντᾶται στήν Καθολική Ἐπιστολή Ἰακώβου, ἡ συγγραφή τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου ἀποδόθηκε στόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο, χωρίς ὄμως κάτι τέτοιο νά ἰσχύει στήν πραγματικότητα. Ἡ ἀπόδοση τῆς πατρότητας τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου στόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο ὀφείλεται καί στή συχνότατη μνεία τοῦ ὀνόματός τους στίς εὐχές, καθώς καί στήν παρεμβολή τροπαρίων πρός τιμήν του. 
Η ΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ 
Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου τελεῖται “ἐν ἐκκλησίᾳ ἤ ἐν οἴκῳ”. Στά ἀρχαῖα λειτουργικά βιβλία ὑπάρχουν εἰδικές εὐχές γιά τήν εὐλογία τοῦ ἐλαίου, ὥστε αὐτό νά ἀποκτήσει ἰαματική δύναμη. Οἱ ἁπλές αὐτές εὐχές ἐξελίχθηκαν μέ τόν καιρό σέ πλήρη ἀκολουθία, πού τελοῦνταν στό ναό μαζί μέ τή θεία λειτουργία, ὅπως καί ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας . Και ἐάν μέν ὁ ἀσθενής ἦταν σέ θέση νά μετακινηθεῖ, παρευρίσκονταν κι ἐκεῖνος κατά τήν τέλεσή της. Διαφορετικά, μετά τό πέρας τῆς θείας λειτουργίας, οἱ ἱερεῖς μετέβαιναν στό σπίτι τοῦ ἀσθενῆ καί τόν ἔχριαν μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο. 
Ἀργότερα ἡ ἀποδέσμευση τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου ἀπό τή θεία λειτουργία ὁδήγησε στή γενίκευση της τελέσεώς της στά σπίτια. Σ’ αὐτό συνετέλεσε καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰακώβου “προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους ” ὁπότε ἐννοεῖται ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου στά σπίτια. 
Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου τελεῖται “εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος “. Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ σωματική ἀσθένεια θεωρεῖται ὡς ὁ πικρός καρπός τῆς ἁμαρτίας. Ὁποιαδήποτε ἀσθένεια, ὡς διαταραχή τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τοῦ σώματος, ὀφείλεται σέ πνευματικά αἴτια καί κυρίως στή διαταραχή τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ἡ παράβαση, συνεπῶς, τοῦ θείου νόμου ἔχει συνέπειες καί στήν ἴδια τήν ὑγεία μας. 
Στά ἱερά κείμενα δέν παρουσιάζεται μόνο ἡ στενή σύνδεση τῆς ἀσθένειας μέ τήν ἁμαρτία ἀλλά συγχρόνως ὑποδεικνύεται καί ὁ τρόπος τῆς θεραπείας: ἡ εἰλικρινής μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή στόν Θεό. Δέν εἶναι σπάνια καί τά περιστατικά, κατά τά ὁποῖα καί οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί ὁμολογοῦν ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἀντιμετωπίσεως διαφόρων ἀνιάτων κυρίως, ἀσθενειῶν καί διά πνευματικῶν μέσων τῆς χάριτος . Αὐτά διεγείρουν στόν ἀσθενῆ τήν ἀπαραίτητη μετάνοια καί τήν ἀνάκτηση τῆς εἰρηνικῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. 
Συχνά οἱ βαρειές σωματικές παθήσεις καταδεικνύουν τήν εἰδική μέριμνα τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ στόν ἀσθενῆ ἄνθρωπο. Αὐτές οἱ παθήσεις θεραπεύονται εἴτε μέ τήν ἐπίκληση τῆς θείας βοηθείας εἴτε μέ τή χρησιμοποίηση , παράλληλα πρός τά φυσικά μέσα τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, καί τῶν ὑπερφυσικῶν μέσων τῆς θείας χάριτος διά τῶν σχετικῶν μυστηρίων, ὅπως τοῦ εὐχελαίου. 
ΤΑ ΟΡΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ 
Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου, ὅπως συνήθως τελεῖται σήμερα, ἀποτελεῖται ἀπό διάφορα λειτουργικά στοιχεῖα: εἰρηνικά καί ἁγιάστική εὐχή τοῦ ἐλαίου, ἑπτά ζεύγη βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων (ἀποστολικά καί εὐαγγελικά) μέ ἰσάριθμες αἰτήσεις καί εὐχές καί τέλος ἱλαστική (συγχωρητική) εὐχή γιά τούς παρευρισκομένους. 
Γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοποθετεῖται πάνω σέ κάποιο τραπέζι τό εὐαγγέλιο, μικρή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, κανδήλα ἀναμμένη καί δοχεῖο μέ ἀλεύρι, στό ὁποῖο ἀνάβονται ἑπτά κεριά. 
Ἡ κανδήλα πρέπει νά εἶναι καθαρή καί νά τοποθετεῖται στό κέντρο τοῦ τραπεζιοῦ μαζί μέ μιά εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Στήν κανδήλα μέσα τοποθετεῖται ἁγνό λάδι, ἔνδειξη καθαρῆς καί ὁλοπρόθυμης προσφορᾶς στόν Θεό. Τό λάδι δέν ὑπῆρξε γιά πολλούς ἀνθρώπους μόνο βασικό εἶδος διατροφῆς, ἀλλά καί πολύτιμο φάρμακο. Γι’ αὐτό καί ὁ καλός Σαμαρείτης στήν ὁμώνυμη παραβολή (Εὐαγγέλιον κατά Λουκᾶν) περιποιεῖται στοργικά τόν τραυματία ρίχνονας στίς πληγές του λάδι. Ἡ θεραπευτική, μαγική ἤ συμβολική χρήση τοῦ λαδιοῦ εἶναι εὐρύτερα διαδεδομένη σέ πολλούς λαούς καί θρησκεῖες. 
Ἄλλο, ὅμως, τό ἔλαιο τοῦ εὐχελαίου. Οὔτε ἡ θεραπευτική χρήση τοῦ ἐλαίου, οὔτε ἡ μαγική χρήση του σέ ἀρχαίους λαούς, οὔτε ἡ θρησκευτική του χρήση στή λατρεία τῆς Π. Διαθήκης, μειώνει τήν ἀξία τοῦ χριστιανικοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Γενικά, τό ἔλαιο, χρησιμοποιούμενο στή θ. λατρεία, ἐκλαμβάνεται ὡς σύμβολο τοῦ θείου ἐλέους, τῆς πνευματικῆς δύναμης καί τῆς ἄφθονης παροχῆς στούς πιστούς τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, τό ἔλαιο, μετά τίς εὐχές τῶν ἱερέων, δέν εἶναι πιά κοινό λάδι· ὅπως καί στή βάπτιση: τό νερό τῆς κολυμβήθρας, μετά τίς εὐχές τοῦ λειτουργοῦ, δέν εἶναι πιά κοινό νερό. 
Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας γίνεται ἡ χρίση μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο. Συνήθως χρίεται σταυροειδῶς τό μέτωπο, τό σαγόνι, οἱ δύο παρειές καί τά χέρια μέσα στήν παλάμη καί στό ἐξωτερικό τους μέρος. Μ’ αὐτή τή χρίση, ζητοῦμε ἀπό τόν Κϋριο νά θεραπεύσει τό πνεῦμα, τίς σκέψεις καί ὁλόκληρο τόν ἐσωτερικό κόσμο. Ἀκόμη, νά δίνει δύναμη σ’ ἐκεῖνα τά μέλη τοῦ σώματος μέ τά ὁποῖα κάνουμε τίς περισσότερες πράξεις· τά χέρια εἶναι τά μέλη πού ἐκτελοῦν τίς ἐντολές τοῦ μυαλοῦ μας. 
Δέν εἶναι ἐπισης ἄτοπο, σέ περίπτωση ἀσθενείας , νά χρείεται, ἐάν εἶναι δυνατό, καί τό μέλος πού πάσχει. Ἡ χρίση τῶν ἄλλων προσώπων ἤ μελῶν τῆς οἰκογενείας, πού ἦταν ἀπόντα κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου, μπορεῖ νά γίνει καί ἀπό κάποιο λαϊκό χριστιανό, μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ ἱερέα. Ἡ χρίση ἀποτελεῖ τό ὁρατό καί αἰσθητό σημεῖο τοῦ μυστήριου τοῦ εὐχελαίου. 
Στό δοχεῖο μέ τό ἀλεύρι ἀνάβουμε ἑπτά κεριά. Πρόκειται γιά ἐκσυγχρονισμό ἑνός παλιοῦ ἐθίμου, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν σιτάρι. Τό σιτάρι ἦταν ἕνας εἶδος πού ὑπῆρχε σέ ὄλα τά σπίτια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως σήμερα τό ἀλεύρι πού τό ἀντικατέστησε. Σήμερα μέ τό ἀλεύρι αὐτό κατασκευάζουν πρόσφορο γιά τή θ. λειτουργία· ἔτσι εἶναι καλό νά ἐπακολουθεῖ καί τό μυστήριο τῆς θ. εὐχαριστίας. Τό ἀλεύρι δέν συμβολίζει κάτι ἰδιαίτερο· πρόκειται γιά ὑλικό, ἁπλό καί κατάλληλο γιά τή σταθεροποίηση τῶν ἑπτά κεριῶν. Ὁ ἀριθμός ἑπτά εἶναι συμβολικός “εἰς τύπον τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος”, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. 
ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ 
Μέ τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου ἔχουν συνδεθεῖ ὁρισμένες παρεξηγήσεις, ἐνστάσεις ἤ δεισιδαιμονίες. 
Καί πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὁρισμένοι θεωροῦν ὅτι μέ τήν ἱλαστική (συγχωρητική ) εὐχή τοῦ εὐχελαίου ἀναπληρώνουν τήν ἐξομολόγηση, πού δέν κάνουν γιά διάφορους λόγους. Πρέπει, λοιπόν, νά ἐπισημάνουμε ὅτι κάθε μυστήριο ἔχει τή δική του ἀξία κανένα δέν ὑποκαθιστᾶ τό ἄλλο. Ἡ συμμετοχή σέ ὅλα τά μυστήρια καί, γενικότερα στό σύνολο τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζει στούς πιστούς τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐν Χριστ ῷ σωτηρία. 
Μέ τή συγχωρητική εὐχή πού διαβάζει στόν ἐξομολογούμενο ὁ ἱερέας στό τέλος τῆς ἐξομολόγησής του ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες γιά τίς ὁποῖες ἐκεῖνος μετανόησε καί τίς ὁποῖες ἤδη ἔχει ἐξομολογηθεῖ. Μέ τήν ἱλαστική συγχωρητική εὐχή τοῦ εὐχελαίου, ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά θεραπεύσει τόν ἄρρωστο τήν ἀσθένειά του, ἀκόμη καί ἐάν ἡ αἰτία της εἶναι ἡ ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία στό μεταξύ ἐκεῖνος μετανόησε καί ἐξομολογήθηκε. Στό εὐχέλαιο, δηλαδή, ζητοῦμε τήν ἐνίσχυση τῆς ἀδυναμίας μας. Ἡ συγχωρητική εὐχή τοῦ εὐχελαίου δέν καταργεῖ τήν ἐξομολόγηση ἀλλά τή συμπληρώνει ἐπαναδιατυπώνει τό αἴτημα τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν. 
Μιά ἄλλη παρεξήγηση συμβαίνει μέ τό ἀλεύρι, πού χρησιμοποιεῖται για τή στήριξη τῶν κεριῶν. Ὁρισμένοι πιστοί δέν ἀρκοῦνται στή χρίση μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο, ἀλλά ζητοῦν καί ἀλεύρι γιά διάφορες χρήσεις: νά τό βάλουν κάτω ἀπό τό μαξιλάρι τοῦ παιδιοῦ τους, γιά νά δείξει ὁ Θεός τό τυχερό τους ἤ γιά νά φύγει τό κακό ἀπό τό σπίτι ἤ γιά νά τό ἀραιώσουν μέ νερό καί νά τό πιεῖ ὁ ἀσθενής. Ἐπειδή τά παραπάνω ἐγγίζουν τή δεισιδαιμονία, πρέπει νά τονίσουμε ὅτι τό μυστήριο ὀνομάζεται εὐχέλαιο καί ὄχι “εὐχάλευρο” . Ἐκεῖνο πού ἁγιάζεται εἶναι τό λάδι καί ὄχι τό ἀλεύρι. Τό τελευταῖο χρησιμοποιεῖται μόνο γιά πρακτικούς λόγους. Θά μποροῦσε καί νά μήν ὑπάρχει. Χωρίς ἀλεύρι μπορεῖ νά τελεστεῖ τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου· χωρίς λάδι δέν γίνεται. Ἁπλά ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γίνει, ὅπως καί γίνεται ἄλλωστε, εἶναι νά κατασκευάζεται πρόσφορο γιά τή θεία λειτουργία μέ τό ἀλεύρι τοῦ εὐχελαίου. Ὁποιαδήποτε ἄλλη χρήση του, ξεφεύγει ἀπό τό ὀρθό. 
Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη παρεξήγηση, πού συνιστᾶ σύγχυση τοῦ σκοποῦ τοῦ εὐχελαίου. Πολλοί ζητοῦν εὐχέλαιο γιά νά ἐγκαινιάσουν τό καινούργιο τους σπίτι ἤ τό κατάστημα. Παραπάνω περιγράψαμε μέ σαφήνεια τόν σκοπό τοῦ εὐχελαίου: ἡ θεραπεία σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν. Εἶναι ξεκάθαρο. Γιά τά σπίτια, τά καταστήματα, τά ὀχήματα καί ὅλα τά ὑπόλοιπα ὑπάρχουν οἱ ἀντίστοιχες ἁγιαστικές πράξεις. Ἀκόμη, δέν εἶναι καί λίγοι ἐκεῖνοι πού ζητοῦν ἀπό τόν ἱερέα νά τελέσει ἁγιασμό καί εὐχέλαιο μαζί, πράγμα πού δείχνει σύγχυση καί παρεξήγηση. Λές καί χρειάζεται περισσότερες ἀπό μία ἁγιαστικές πράξεις γιά νά ζητήσουμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Ἕνα ἐρώτημα πού συνδέεται μέ τήν τέλεση τοῦ εὐχελαίου, εἶναι ἐάν μποροῦμε νά χρίουμε μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο τοῦ εὐχελαίου τά ἀβάπτιστα βρέφη. Εἶναι γνωστό ὅτι τό βάπτισμα ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση συμμετοχῆς καί στά ὑπόλοιπα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, κάποιος πού δέν ἔχει βαπτιστεῖ δέν μπορεῖ οὔτε νά κοινωνήσει, οὔτε νά χρισθεῖ στό εὐχέλαιο. Ἀντίθετα, ἕνα βαπισμένο παιδί, ἀκομη κι ἄν βρίσκεται σέ βρεφική ἡλικία, ὁπότε στερεῖται τῶν ἁμαρτιῶν τῶν μεγάλων γιά τίς ὁποῖες ζητεῖται ἡ ἄφεση, μπορεῖ νά λάβει τόν ἁγιασμό τοῦ εὐχελαίου. 
Τέλος, μιά ἄλλη παρεξήγηση συνδέεται μέ τήν ἀντίληψη ὅτι τό εὐχέλαιο ἀφορᾶ τούς ἑτοιμοθάνατους καί ὅσους γενικά βρίσκονται στήν τελική φάση τῆς ἀσθένειάς τους. Αὐτή ἡ ἀντίληψη καλλιεργήθηκε κυρίως μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ρώσων μᾶλλον ἀπό ἐπιρροή τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Παρατηρεῖται καί σέ μᾶς, ἄν καί σπάνια, μιά ἀποφυγή τελέσεως τοῦ εὐχελαίου ἀπό τό φόβο μήπως προκληθεῖ ἤ ἐπισπευσθεῖ ὁ θάνατος τοῦ ἀσθενῆ. Ὁ φόβος αὐτός, ὅμως, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Οἱ συγγενεῖς φοβοῦνται νά τό ποῦν στόν ἀσθενῆ. Ὁ ἀσθενής φοβᾶται να τό ζητήσει. Τό εὐχέλαιο εἶναι γιά τήν ὑγεία καί τή ζωή. Γιά ὑγεία καί ζωή μιλοῦν ὅλες οἱ αἰτήσεις καί οἱ εὐχές τοῦ μυστηριου. 
Τέλος, εἶναι δυνατό νά διατυπωθεῖ καί μία ἔνσταση: γιατί δέν θεραπεύει παντοτε; τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου δέν συστάθηκε γιά νά καταργεῖ κάθε ἀσθένεια, τόν θάνατο καί τήν ἰατρική ἐπιστήμη. Πολλές φορές φέρνει ἔμμεση θεραπεία. Ἄλλωστε, ἡ θεραπεία ἐξαρτᾶται ἀπο τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια χάρη παρέχεται σέ ὅλους, ὅλοι ὅμως δέν θεραπεύονται. Ἡ θεραπεία μπορεῖ νά μήν εἶναι πάντοτε γιά τό εὐρύτερο συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Παραμένει γιά νά παιδαγωγήσει ἴσως τόν ἀσθενή καί νά τόν ὁδηγήσει μέ βεβαιότητα στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία· ὁποτε καί πάλι ἐπιτυγχάνεται ὁ ἀπώτερος σκοπός τοῦ μυστηρίου. 
Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ 
Ἀπ’ ὅλα ὅσα ἐκτέθηκαν παραπάνω συνοπτικά, γίνεται ἀντιληπτή ἡ ἀξία τοῦ μυστηρίου τοῦ εὐχελαίου. Ἡ ἀξία αὐτή δέν εἶναι μόνο μυστηριακή ἤ λειτουργική. Τό εὐχέλαιο ἔχει καί ἀξία παιδαγωγική. 
Τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα (ἀποστολικά καί εὐαγγελικά), οἱ αἰτήσεις καί οἱ εὐχές ἀσκοῦν εὐεργετική ἐπίδραση τόσο στόν ἴδιο τόν ἀσθενῆ ὅσο καί στό περιβάλλον του. Ὅπως παρατηρήθηκε πολύ εὔστοχα, μέ τό εὐχέλαιο ἐπιτελεῖται ἕνα εἶδος οἰκογενειοθεραπείας. 
Ἀκόμη καί ἐάν δέν συντρέχει λόγος σοβαρῆς ἀσθένειας ἡ τέλεση τοῦ εὐχελαίου εἶναι ἐπιβεβλημένη. Πρῶτον· ἐκτός ἀπό μιά σοβαρή ἀσθένεια, ἐνδέχεται νά ὑπάρχει καί κάποια ἄλλη, λανθάνουσα, πού ἐνδεχομένως δέν ἔδωσε συμπτώματα γιά νά γίνει ἄμεσα ἀντιληπτή. Καί δεύτερον ὑποδεικνύεται στούς πιστούς μιά ἄλλη διάσταση ἀντιμετώπισης τῆς ἀσθένιας. Ἐκτιμᾶται ἀπ’ τούς μετέχοντες στό μυστήριο τό ἀγαθό τῆς ὑγείας καί ὑποδεικνύεται ἕνας ἄλλος τρόπος ἀντιμετώπισης τῆς ἀσθένειας: ἡ πνευματικότητα. Ὁ ἀσθενής καί οἱ συμπάσχοντες οἰκεῖοι του καλοῦνται νά βαστάσουν μέ καρτερία καί ὑπομονή τήν προκείμενη σωματική δοκιμασία. Ἀκόμη δέ, καί στήν περίπτωση πού αὐτή παραμένει ἀνίατη, ἀναδεικνύεται ἡ πρός τόν Θεό ἐλπίδα καί ἀφοσίωση τοῦ ἀσθενῆ, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖται μέ πλήρη ἐμπιστοσύνη καί ἀγάπη πρός τόν Θεό σέ εἰρηνικό χριστιανικό τέλος τῆς παρούσας βιοτῆς του, πράγμα πού ἀποτελεῖ καί ἕνα ἀπό τά βασικά λειτουργικά αἰτήματα τοῦ εὐχελαίου. 
Τέλος, ἡ τέλεση τοῦ εὐχελαίου στό σπιτι δίνει μιά καλή εὐκαιρία ἐπικοινωνίας τοῦ ἱερέα μέ τά μέλη τῆς οἰκογένειας. Αὐτή, ἐκτός ἀπό τόν μυστηριακό της χαρακτήρα, μπορεῖ νά ἐπεκταθεῖ καί σέ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, γεγονός πού θά βοηθήσει τούς συμμετέχοντες, ἰδιαίτερα τά παιδιά καί τούς νέους, σέ μιά στενότερη ἐπαφή μέ τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐνορίας καί τίς διάφορες δραστηριότητές της. Τό λιγότερο: θά δώσει μιά πολύτιμη, ἴσως πρωτόγνωρη, ἐμπειρία ἀκόμη καί σέ πιστούς πού ἀπέχουν ἀπό τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. 

Τὸ ἅγιο Εὐχέλαιο

 Ἀνδρέα Θεοδώρου
Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου;
Τὸν καθορίζει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος:«Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου·  καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ»(5,14-15).
Σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου εἶναι πρωταρχικὰ καὶ κύρια ἡ ἴαση τῆς σωματικῆς νόσου ποὺ κατατρύχει τὸν πιστό. Εἶναι κανεὶς ἄρρωστος ἀπό σᾶς; ἐρωτᾶ. Ἂν εἶναι, ἂς προσκαλέσει τοὺς πρεσβυτέρους (περισσότεροι τοῦ ἑνὸς) στὸ σπίτι του, καὶ ἂς προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, ἀφοῦ τὸν ἀλείψουν μὲ ἁγιασμένο ἔλαιο. Ἡ ἐπάλειψη συνοδεύεται ἀπὸ τὴν εὐχή: «Πάτερ Ἅγιε, ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πᾶσαν νόσον ἰώμενον καὶ ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καὶ τὸν δοῦλον σου (τόνδε), ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας, καὶ ζωοποίησον αὐτὸν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου…» (Μικρὸν Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1992, σελ. 194)
Ἀφοῦ γίνει αὐτό, ἡ προσευχὴ τῆς πίστεως θὰ κάνει καλὰ τὸν ἄρρωστο, κι ἂν ἔχει κάνει ἁμαρτίες θὰ τοῦ τὶς συγχωρήσει ὁ Θεός.
Στὸ ἱερὸ αὐτὸ Μυστήριο ἔχουμε ἀρκετὲς δογματικὲς δυσκολίες. Ἂν καὶ εἶναι Μυστήριο πού, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, δρᾶ ἐξ ἀνάγκης, ἐν τούτοις δὲν διαπιστώνουμε πάντοτε αὐτὸ στὴν πράξη. Ἐνῶ δηλαδὴ στὰ ἄλλα μυστήρια ἡ ἐνέργεια τῆς Χάριτος εἶναι μυστικὴ καὶ ἀθέατη (στὸ Βάπτισμα δὲν βλέπουμε πὼς ἡ Χάρη καθαρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, στὴ μετάνοια πὼς ἀποκαθίσταται ἡ δικαίωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ κ.λπ.), στὸ Μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου τὸ ἀποτέλεσμα καθορίζεται ὡς ἐξωτερικὸ καὶ ὁρατό: θὰ γίνει καλὰ ὁ ἄνθρωπος, θὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς ἀρρώστιας του, θὰ περπατήσει (ἴσως ὄχι ἀμέσως) κ.λπ. Αὐτὸ ὅμως συνήθως δὲν διαπιστώνεται. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι πιστοί, ὅταν ἀρρωστήσουν, ἐπισκέπτονται τοὺς γιατροὺς καὶ τὶς κλινικὲς καὶ ὄχι τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ναούς. Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ προσφεύγουν στὴ βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γιατί νὰ μὴν παρέχεται πάντοτε ἡ σωματικὴ ἴαση τῶν ἀσθενούντων; Μήπως φταίει ἡ ἔλλειψη πίστεως τοῦ ἀσθενοῦντος ἢ τῶν οἰκείων του; Πολὺ πιθανό. Ἄλλωστε, συστήνοντας ὁ Κύριος τὸ Εὐχέλαιο δὲν ἀποσκοποῦσε στὴ διαρκῆ ἀποτροπὴ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. ‘
Ἴσως νὰ μὴ χορηγεῖ τὴν ἴαση, γιατί ἡ παράταση τῆς ἀσθένειας στὸ συγκεκριμένο ἀσθενῆ ἔχει σωτήρια γι’ αὐτὸν ἀποτελέσματα, ὅπως μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ὁ θάνατος. Τὰ πράγματα ὅμως αὐτὰ γνωρίζει μονάχα ὁ Θεός. Εἶναι, λοιπόν, ἀνενεργὲς τὸ ἱερὸ Μυστήριο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐνεργεῖ ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ ὅταν φυσικὰ συντρέχουν οἱ κατάλληλες ὑποκειμενικὲς συνθῆκες (κυρίως ἡ πίστη: «ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώζει τὸν κάμνοντα»).
Ἡ δεύτερη δυσκολία ποὺ εἶναι μεγαλύτερη τῆς πρώτης, εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀσθενοῦντος. Τὸ Εὐχέλαιο συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Γιὰ τὸ σκοπὸ ὅμως αὐτὸ ὑπάρχει ἄλλο θεοσύστατο Μυστήριο, ἡ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση. Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ ἕνα Μυστήριο καθιστᾶ ἄχρηστο τὸ ἄλλο; Ἂν δηλαδὴ κάνω τὸ ἱερὸ Εὐχέλαιο καὶ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μου, μπορῶ νὰ μὴν προσέλθω στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας; Εἶναι πολὺ τολμηρὸ καὶ ἐπικίνδυνο νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς κάτι τέτοιο. Ἡ μετάνοια εἶναι αὐτοτελὲς καὶ κυριῶδες μυστήριο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Τί συμβαίνει, λοιπόν; Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὸ Εὐχέλαιο συγχωροῦνται τὰ λείψανα τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποία ὀφείλεται ἡ σωματικὴ ἀσθένεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξομολογήθηκαν στὸν ἱερέα, ἢ ἄλλα πού δὲν μπορεῖ ὁ ἀσθενής, λόγω τῆς καταστάσεώς του, νὰ ἐξομολογηθεῖ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ γνωρίζει αὐτὰ τὰ πράγματα;
Τρίτη, τέλος, δυσκολία, εἶναι ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας νὰ τελεῖ τὸ μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου καὶ σὲ ὑγιῆ μέλη της. Σὲ τί ἀποβλέπει ἡ πράξη αὐτή; Ἀφοῦ εἶναι ὑγιὴς ὁ πιστός, γιατί νὰ κάνει τὸ Εὐχέλαιο; Ἂν πάλι γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, αὐτὸ δὲν καταστρατηγεῖ τὸ ἱερὸ μυστήριο τῆς μετανοίας; Ἢ μπορεῖ κατὰ πλεονασμὸ νὰ κάνει καὶ τὰ δύο; Μὰ θὰ μοῦ πεῖτε, ὅτι ἀπόλυτα ὑγιὴς δὲν εἶναι κανένας καὶ ὅτι ὅλοι λίγο πολὺ πάσχουμε ἀπὸ κάτι. Ὅμως δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑπονοεῖ ἡ Γραφή, ἀλλὰ τὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ πιστὸς εἶναι σοβαρὰ ἀσθενὴς καὶ εἶναι ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι («καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος»).
Καὶ μία τελευταία ἀνθρώπινη σκέψη. Μήπως ἡ διακονία τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου σὲ ὑγιεῖς ἐκτὸς τῶν ἄλλων βοηθεῖ στὸ νὰ συντηρεῖται τοῦτο στὴ μνήμη τοῦ πληρώματος, τὸ ὁποῖο σιγὰ σιγὰ θὰ περιερχόταν σὲ λησμοσύνη, δεδομένου ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν πιστῶν, ὅταν ἀρρωστήσουν, προσφεύγουν στὰ μέσα τῆς ἀνθρώπινης ἐπιστήμης καὶ ὄχι στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας;
Στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία τὸ μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου παρέχεται ὡς ἔσχατη χρίση σὲ περιπτώσεις βαριὰ ἀσθενούντων, ὡς ἐφόδιο κατὰ τοῦ ἐπικείμενου θανάτου. Σὲ μᾶς τὸ ἐφόδιο αὐτὸ εἶναι ἡ κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων.
Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα δογματικὰ
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας

Εκοιμήθη ο "Παππούς της Κρήτης", Μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης († 30.4.13)


Δεν πρόλαβα να του κάνω αφιέρωμα όσο ζούσε στη γη (όλο το ανέβαλλα). Του κάνω τώρα, που πάει για ουρανό... Άλλη μια ολιγωρία, πρώτα πεθαίνει κάποιος και μετά τον θυμάμαι. Καλή αντάμωση, δέσποτα (αν και προσωπικά δεν είμαι άξιος να σ' ανταμώσω - βάλε κι εσύ ένα χεράκι).

Εκοιμήθη το πρωί της Μ. Τρίτης, 30.4.2013, ο Μητροπολίτης πρώην Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίος Γαλανάκης σε ηλικία 102 ετών.

Ποιος ήταν ο σπουδαίος Ιεράρχης

Ο Μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης γεννήθηκε στο Νεροχώρι Αποκορώνου Κρήτης στις 10 Νοεμβρίου 1911.
Σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο Κρήτης και στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1937. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Θεολογία και στην Κοινωνιολογία στη Γαλλία, στα Πανεπιστήμια της Λιλ και του Παρισιού.

Εργάστηκε ως καθηγητής Θεολογίας σε σχολεία του Νομού Χανίων την περίοδο 1938 - 1945. Εκάρη Μοναχός στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων υπό του Επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθαγγέλου. Το 1946 χειροτονήθηκε Διάκονος και κατόπιν Πρεσβύτερος από τον Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη του δόθηκε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Χρημάτισε Υποδιευθυντής της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης επίσης προσέφερε τις υπηρεσίες του ως εφημέριος και Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου. Το Δεκέμβριο του 1957 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης εξέλεξε δια κλήρου αυτόν Επίσκοπο της Ιεράς Επισκοπής Κισάμου και Σελίνου και χειροτονήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1957. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1962, με την ανύψωση των Επισκοπών της Εκκλησίας Κρήτης σε Μητροπόλεις προήχθη σε Μητροπολίτη. Χρημάτισε δύο φορές Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου.

Από αυτό το blog για τον π. Ειρηναίο.
Στις 16 Δεκεμβρίου 1971 εξελέγη από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας[προσθέτω: "Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου [1974] θα δώσει την ευκαιρία στο Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Ειρηναίο να καταγγείλει την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα (Χούντα). Ο λόγος του εκφωνήθηκε στις 23-3-74 στο Βαυαρικό ραδιόφωνο και αναμεταδόθηκε τις επόμενες μέρες από τις ελληνικές εκπομπές των ξένων σταθμών" (από Εκκλησία & Χούντα)]. Επί Αρχιερατείας του αναγνωρίστηκε η Ορθόδοξη Μητρόπολη Γερμανίας ως τρίτη επίσημη εκκλησία στη χώρα, οικοδομήθηκε ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός της Αγίας Τριάδος και το Μητροπολιτικό μέγαρο στη Βόννη, αλλά και πολλοί άλλοι Ιεροί Ναοί σε άλλα μεγάλα κέντρα της Γερμανίας. 

Συνήθιζε να ομιλεί κάθε Σάββατο από το γερμανικό Ραδιόφωνο στους εκεί Έλληνες και άρχισε να εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό μέ τίτλο «Ορθόδοξος Μετανάστης». Παραιτήθηκε το 1980. Στις 26 Ιανουαρίου 1981 ο Μητροπολίτης Ειρηναίος τη φροντίδι και επιμονή Κλήρου και Λαού των Επαρχιών Κισάμου και Σελίνου επανήλθε εκ νέου στη Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου. Στις 24 Αυγούστου του 2005 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης η οποία και έγινε αποδεκτή. Οραματίστηκε και ίδρυσε την Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης.

Επί Αρχιερατείας του και με τη συνεργασία άλλων κοινωνικών παραγόντων δημιουργήθηκε η μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία Α.Ν.Ε.Κ. (Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία Κρήτης), η ΕΤ.ΑΝ.ΑΠ. (Εταιρεία Αναπτύξεως Αποκορώνου), η Εταιρεία Αναπτύξεως Σελίνου, η Α.Ν.Ε.Ν. (Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία Νότου). Είναι ισόβιος Πρόεδρος του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Βενιζέλος». Έχει τιμηθεί με το ανώτατο παράσημο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το έτος 2008 ιδρύθηκε το Σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟ ΚΙΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΣΕΛΙΝΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ». Από τον Οκτώβριο του 2009 στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου στεγάζεται το μουσείο "Ειρηναίος Γαλανάκης", τα εγκαίνια τέλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την επίσκεψή του στην Κίσαμο την Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2009. Σε μια εκδήλωση προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη είπε χαρακτηριστικά «εσύ όχι Μίκης, ουρανομήκης είσαι».

Επί της Αρχιερατείας του και δι’ ενεργειών του ιδρύθηκαν και οικοδομήθηκαν:

Τα μαθητικά Οικοτροφεία (σε Καστέλλι, Κάντανο, Παλαιόχωρα, Κολυμπάρι, Βουκολιές κ.λ.π.)
Οι Τεχνικές Σχολές Καστελλίου (οι Σχολές του σημερινού ΕΠΑΛ - ΕΠΑΣ Κισάμου)
Η Οικοκυρική Σχολή
Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Καστελλίου
Το Αννουσάκειο Γηροκομείο – Θεραπευτήριο (Καστέλλι)
Η Σχολή Κωφαλάλων (Καστέλλι)
Τα Πνευματικά Κέντρα Κισάμου (Tων ενοριακών Ιερών Ναών Αγίου Σπυρίδωνος και Ευαγγελισμού Θεοτόκου και Σπηλιάς)
Από εδώ
Κέντρο Αγροτικής Ανάπτυξης
Σχολή Αγγειοπλαστικής
Σχολές Βυζαντινής Μουσικής και ορθόδοξης Αγιογραφίας
Ιδρυμα Αγίας Σοφίας Αποκορώνου
Ιδρυμα Κισαμικών Μελετών
Φυσικο-λαογραφικό καί Ιστορικό Μουσείο Ομαλού
Σχολή Ξυλογλυπτικής
Το Tυροκομείο Σκάφης Σελίνου
Το Κέντρο Αγροτικής Ανάπτυξης (Κολυμπάρι)
Το ΚΕΤΕΧ Ταυρωνίτη
Ανακαινίσθηκαν επίσης οι Ιερές Μονές Ζωοδόχου Πηγής Παρθενώνος και Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσοσκαλιτίσσης Κισάμου.

Συνέγραψε τα εξής βιβλία:

Ο Διδάσκαλος της Θρησκείας. Αθήναι, 1949
Ο Ποιητής των ωραίων ψυχών. Αθήναι, 1950, 1964
Πορείες κι αλήθειες για τον αγαπημένο μου Χριστό. Αθήναι, 1954
Αθάνατα λόγια. Χανιά, 1954
Μια ιδιαίτερη αποστολή. Στην χριστιανή γυναίκα της εποχής μας. Χανιά, 1956
Θρησκεία και Ζωή. Χανιά, 1957
Γυναικείαι προσωπικότητες της Βίβλου. Χανιά, 1958
Προς ένα χριστιανικό γάμο. Χανιά, 1960
Η πολιτική ευθύνη του Χριστιανού. Καστέλλι, 1963
Από το Μοναστήρι της Χρυσοσκαλίτισσας. Το μήνυμα της Παναγίας στο σύγχρονο κόσμο. Καστέλλι, 1964
Το προσκύνημα του Γκιώνα. Καστέλλι, 1966
Το νόημα της ζωής. Καστέλλι, 1966
Ο Χριστός σημάδεψε τη Κρήτη. Αθήναι, 1969
Εκκλησία και σύγχρονος κόσμος. Αθήναι, 1971
Η αποστολή της Ελληνικής Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο. Βόννη, (Γερμανία), 1973
Στρατευομένη Εκκλησία. Βόννη, 1975
Από εδώ πέρασαν οι Έλληνες. Βόννη, 1978
Συνεργασία και Αλληλεγγύη απόδημου και ντόπιου Ελληνισμού. Βόννη, 1979
Επανάσταση των συνειδήσεων. Αθήναι, 1984
Ομιλία στα αποκαλυπτήρια μνημείου του εθνομάρτυρα επισκόπου Κισάμου & Σελίνου Μελχισεδέκ Δεσποτάκη (1821). Κίσαμος, 1984
Η χειραφέτηση της γυναίκας στην Ελληνορθόδοξη παράδοση. Χανιά, 1986
Μαρτυρία Ειρήνης. Καστέλλι, 1987
Μηνύματα ευθύνης και αφύπνισης. Χανιά, 1988
Το Τάξιμό μου. Χανιά, 1990
Από τις Εορτές της Εκκλησίας μας. Χανιά 1999

Το βιογραφικό του μακαριστού Ιεράρχη προέρχεται από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια 
Διαβάστε επίσης παλαιότερο αφιέρωμα για τον μακαριστό Ιεράρχη εδώ

Η σορός του π. Ειρηναίου τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο μητροπολιτικό ναό στο Καστέλι Κισάμου (Χανίων). Η παρούσα φωτο είναι από το νοσοκομείο φυσικά.

ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΥ Η ΜΝΗΜΗ, "ΠΑΠΠΟΥ", ΟΠΩΣ ΣΕ ΑΠΟΚΑΛΟΥΣΑΝ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ!!! ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!