Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΝ «ΣΥΜΠΝΟΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ»


Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Ανάμεσα στα τόσα δεινά που έχει επισωρεύσει η μνημονιακή κατοχή στην χώρα μας, υπάρχει και ένα πολύ καλό σημείο που δεν θα πρέπει να το αγνοούμε. Αυτό είναι ότι με όλη αυτή την ζοφερή κατάσταση, με όλη αυτή την λαίλαπα, με όλη αυτή την επιχείρηση κατεδάφισης της ελληνορθόδοξης ταυτότητας μας, φάνηκε ξεκάθαρα ποιοι και πόσοι υποκριτές και φαρισαίοι κυκλοφορούν ανάμεσα μας, για όσους φυσικά παραμένουν ακόμα όρθιοι και δεν αρέσκονται να  παριστάνε τους… τυφλούς  και τους κωφάλαλους.  Κάποιοι ποιμένες αρέσκονται να φωτογραφίζονται με τους δημίους του ελληνισμού και της ορθοδοξίας και να ευλογούν τις πράξεις τους, αρέσκονται να κάνουν κηρύγματα υποκριτικού ευσεβισμού, βλέπε ραγιαδίστικης υποταγής στα κατοχικά μνημόνια, αρέσκονται να εμφανίζονται συμπροσευχόμενοι με οικουμενιστικές «παρέες», να ευλογούν την καταστροφή της χώρας και ακόμα χειρότερα να προτρέπουν το ποίμνιο που βρίσκεται στην πιο ελεεινή θέση εδώ και δεκαετίες, να συνετιστεί και να μην βγάζει μιλιά σε όλη αυτή την θύελλα που απειλεί πλέον με ολοκληρωτικό αφανισμό τον ελληνισμό  και την ίδια την Ορθοδοξία.
Με περισσή αφέλεια, (;;;), τέσσερεις μητροπολίτες της Θράκης, σύμφωνα με δήλωση του αξιότιμου κυρίου υπουργού Παιδείας, (βλέπε υπουργού ολοκληρωτικής διάλυσης της παιδείας), συμφωνούν και επικροτούν την δημιουργία τμήματος Ισλαμικών σπουδών στην Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Αλήθεια κύριοι δεσποτάδες, που δεν λέτε λέξη για το κατάντημα της χώρας, για την καταρράκωση της ελληνικής κοινωνίας, για τη πρωτοφανή θρησκευτική αποστασία, έχετε υπόψη σας ότι η Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης είναι ομολογιακή και ότι σε αυτή διδάσκεται, από τότε που ιδρύθηκε, η Θεολογία και η Ποιμαντική της Μιας Καθολικής Ορθόδοξη και Αποστολική Εκκλησίας ; Αλλά αν αυτό το γράφετε στα παλαιοτέρα των χρυσοποίκιλτων υποδημάτων σας, έχετε υπόψη ότι εδώ και αρκετό καιρό στην χώρα αυτή  εξελίσσετε, χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση, μια άνευ προηγούμενου, οργανωμένη από την τουρκική μαφία και τις ίδιες τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, μια εισβολή δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων με κύριο στόχο την αλλαγή της εθνοθρησκευτικής δομής έτσι ώστε σε λίγο καιρό να γίνουμε μια περιθωριοποιημένη μειονότητα ; Σεβασμιότατοι δεσποτάδες, δεν ενδιαφέρεστε καθόλου για την δραστηριότητα του τουρκικού προξενείου στην περιοχή σας που έχει καταστεί, με τις «ευλογίες» όλων σας, το  πραγματικό διοικητήριο της Θράκης και το τέλειο όχημα για την προώθηση της τουρκικής προπαγάνδας που επιδιώκει, απροκάλυπτα πλέον, την απόσχιση της δυτικής Θράκης και την δημιουργία θρακικού μουσουλμανικού κράτους υποτελές στην  «μητέρα πατρίδα», την Τουρκία; « Ίδετε ότι εκτετυφλώνται πάντες ουκ έγνωσαν φρονήσαι πάντες κύνες ενεοί ου δυνήσονται υλακτείν ενυπνιαζόμενοι κοίτην, φυλούντες νυστάξαι». (Ης. Νστ 10).
Είναι καταπληκτικό το πως σε μια προδοτική πολιτική ηγεσία, που έχει παραδώσει την εθνική κυριαρχία σε εχθρούς του ελληνισμού, που πολεμά με λύσσα και με δεκάδες νομοσχέδια την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα μας, έχει συνταχτεί μαζί της η θρησκευτική ιεραρχία, (ή μέρος της). Αυτή η ιεραρχία ή κάνει πως δεν βλέπει όλα όσα συμβαίνουν με το χαρακτηριστικό ξεπούλημα της εθνικής κυριαρχίας, ή ακόμα χειρότερα, στηρίζει αυτή την εθνοκτόνο και ορθοδοξοκτόνο πολιτική της Νέας Τάξης. Είναι αυτοί που αντί να ξεσηκωθούν για την αιρετική θρησκευτική αποστασία της ίδιας της κεφαλής της ορθοδοξίας, αρέσκονται σε πονηρές υπεκφυγές, αντί να ξεσηκωθούν για το εξόντωση  της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή  του ίδιου του ποιμνίου τους, για την λεηλασία των ιερών και των όσιων, αυτά που κράτησαν επί αιώνες στην ύπαρξη τον ελληνισμό, κρύβονται πίσω από τις τιάρες τους και ευλογούν όλη αυτή την εθνοθρησκευτική θύελλα. Πολιτικοί και Ιεράρχες, (και φυσικά υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις), έχουν γίνει ένα και το αυτό στην εξόντωση του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Έχουν γίνει ένα και το αυτό στην πυρπόληση όλων των πατροπαράδοτων αξιών μας. Έχουν γίνει ένα και το αυτό στην εθνικό ξεπούλημα και στην προώθηση του ισλαμισμού και όλων των ανθρώπινων διαστροφών που μας τις σερβίρουν σαν «πρόοδο» και «εκσυγχρονισμό». Ισλαμιστές σφαγείς και αδίστακτοι ομοφυλόφιλοι, θα επιβάλλονται σαν τα σύμβολα του νεοελληνισμού πάνω στα αποκαΐδια της ίδιας μας της ύπαρξης εν ονόματι του «αντιρατσισμού»  και των ανθρωπίνων «δικαιωμάτων».
«Οι μεν πολιτικοί ηγέτες ευθύνεται σε βαθμό κακουργήματος διότι συμμετέχοντες εις τις αδικίες κλπ παρανομούν μη εφαρμόζοντες τους νόμους δια περιορισμό και εξαλειψιν της κοινωνικής αδικίας και δια προστασίαν και σεβασμό της ανθρώπινης προσωπικότητος. Οι δε πνευματικοί άρχοντες ευθύνονται γιατί ανεχόμενοι τις αντιχριστιανικές και αντικοινωνικές αυτές καταστάσεις, αρνούνται –φοβούνται να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας και προφητικού λόγου ελέγχου-έλεγχου εις όσα αρνητικά συμβαίνουν» (από Χρυσούφαντο).
Πολλοί υποστηρίζουν ότι όλα αυτά έπρεπε να γίνουν γιατί κάπου είχαμε ξεφύγει. Αυτό δεν μας απαλλάσσει από τις ευθύνες αντίστασης μας, από τις ευθύνες να υπερασπιστούμε την ίδια μας την ύπαρξη και το αυτεξούσιο μας. Αλλιώς  κανείς δεν θα είχε αγωνιστεί να μην πέσει το Βυζάντιο στους εχθρούς. Σήμερα οι «εχθροί» δεν παιανίζουν αλαλάζοντας τα φλάμπουρα της ημισελήνου, (τουλάχιστον όχι ακόμα), έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά οθόνες, «δημοκρατικές διαδικασίες» και άφθονο «εκσυγχρονισμό» και τώρα έναν «όμορφο» οικουμενισμό.  Ω μη γένοιτο! Ότι σχέδια και να έχουν, με όσες δυνάμει και να πολεμούν έχει και ο Παντοδύναμος τα δικά Του σχέδια!
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Το Κοράνι και η Ορθόδοξη Εκκλησία

                             
Μορφή εθίμου αρχίζει να παίρνει η προσφορά από ορθόδοξους ιεράρχες του Κορανίου, του ιερού βιβλίου του Ισλάμ, σε μουσουλμάνους κληρικούς, κατά την πραγματοποίηση εθιμοτυπικών επισκέψεών σε αυτούς.

Δεν θα σταθώ σε επιμέρους παραδείγματα ούτε στην σκοπιμότητα που μπορεί να εξυπηρετεί μία τέτοια χειρονομία, ιδιαίτερα για ιεράρχες που ζουν σε περιοχές όπου υπάρχει μουσουλμανικός πληθυσμός. Επίσης κατανοώ απόλυτα την αναγκαιότητα να καλλιεργηθεί ένα κλίμα ειρηνικής συνύπαρξης, ανοχής και συμφιλίωσης μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Και οι ορθόδοξοι ιεράρχες ασφαλώς θα πρέπει να δίνουν το παράδειγμα.

Όμως η έκταση που αρχίζει να παίρνει αυτή η χειρονομία και η εθιμική καθιέρωσή της με αναγκάζουν να κάνω κάποιες επισημάνσεις.

Ασφαλώς μέσα στο Κοράνι υπάρχουν ψήγματα αλήθειας, κομμάτια από την Παλαιά Διαθήκη, διαστρεβλωμένα ή μη, καθώς και από τα απόκρυφα ευαγγέλια. Είναι γνωστό ότι ο Μωάμεθ επηρεάστηκε από την ιουδαϊκή θρησκεία και από χριστιανούς Σύριους (μονοφυσίτες). Για αυτό και πολλοί μουσουλμάνοι που έγιναν χριστιανοί, ξεκίνησαν από προβληματισμό που γεννήθηκε διαβάζοντας χωρία του Κορανίου για τον Χριστό, που για τους μουσουλμάνους είναι επίσης Προφήτης.

Όμως, ίσως διαφεύγει στους πολλούς ότι το Κοράνι χρησιμοποιείται επίσης μεταξύ άλλων και για την επίκληση πονηρών πνευμάτων, για να γίνει κακό σε ανθρώπους. Δηλαδή χρησιμοποιείται και στην μαγεία. Είναι κοινό μυστικό στην περιοχή της Δυτικής Θράκης π.χ. ότι κάποιοι χοτζάδες επιδίδονται στην μαγεία. Σε αυτούς καταφεύγουν δυστυχώς, εκτός από μουσουλμάνους, και ανύποπτοι ή μη ανύποπτοι χριστιανοί, προκειμένου να κάνουν κακό σε συνανθρώπους τους, κάτι που φυσικά για ένα χριστιανό είναι μεγάλη αμαρτία. Ενίοτε μάλιστα παρατηρείται το αντιφατικό φαινόμενο, χριστιανοί να πηγαίνουν σε χοτζάδες - μάγους για να κάνουν μάγια, και μουσουλμάνοι να καταφεύγουν σε χριστιανούς ιερείς για να αποτρέψουν τα μάγια που τους έχουν κάνει χοτζάδες. Ασφαλώς η μαγεία γίνεται με την χρήση και/ή αποκλειστικά του Κορανίου.

Στο σημείο αυτό αναφέρω την χαρακτηριστική ομολογία Πέρση χριστιανού, πρώην φανατικού μουσουλμάνου, ο οποίος είχε την συνήθεια να διαβάζει από την αρχή μέχρι το τέλος το Κοράνι κάθε δέκα μέρες:

«Έτσι απέκτησα πνευματική δύναμη από το Ισλάμ και ότι είχε σχέση με τα πνεύματα (τζίνια). Το να μιλάς σε πνεύματα δεν απαγορεύεται στο Κοράνι... Και έτσι μπορούσα να επικοινωνώ σε άλλα πνευματικά βασίλεια και να παίρνω δυνάμεις από αυτά. Και έτσι μπορούσα να προσεύχομαι για άλλους, ιδιαίτερα για κάποιους ανθρώπους που τους πλήγωσαν ή τους έκαναν κακό. Αυτοί έρχονταν σε μένα και μου ζητούσαν να κάνω μια προσευχή. Και αμέσως αυτό το άτομο που τους είχε βλάψει, αρρώσταινε ή είχε ατύχημα... Και αυτό μου έδωσε περισσότερη δίψα για δύναμη, για αυτό έκανα περισσότερο διαλογισμό επάνω στο Κοράνι.
Ένα βράδυ έκανα διαλογισμό πάνω σε κάποιους στίχους. Υπάρχουν λόγια στο Κοράνι που επαναλαμβάνονται συνεχώς, αλλά δεν έχουν νόημα. Αυτά είναι τα μυστικά του Κορανίου. Και τότε, όπως έκανα διαλογισμό πάνω σ’ αυτά, ένα πνεύμα μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν πολύ πιο δυνατό από ό,τι μπορούσα να το χειριστώ και δεν μπορούσα να το νικήσω. Έτσι καταλήφθηκα από φόβο και προσπάθησα να χρησιμοποιήσω όλα τα μέσα που έμαθα από το Ισλάμ, όπως “στο όνομα του Αλλάχ σε διατάζω να φύγεις”, “Σατανά σε αποτάσσομαι” και άλλα τέτοια, αλλά τίποτε δεν βοηθούσε.
Εκείνη την στιγμή ήμουν εντελώς απελπισμένος και ένιωθα ότι με έπνιγε, και με σκότωνε και ένιωθα σαν να πέθαινα σε αυτό το κελί, και φώναξα στον ουρανό και είπα “Θεέ, βοήθησέ με!” Και αμέσως άκουσα μια καθαρή φωνή να λέει: “Ανάφερε το όνομα του Ιησού ... και χωρίς να κάνω δεύτερη σκέψη, όπως ένας που πνίγεται και του πετάς ένα σχοινί, είπα: “Ιησού, αν είσαι αληθινός, φανερώσου”. Και προτού να τελειώσω την φράση μου όλα έγιναν όπως πριν».

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε ότι τα πνεύματα αυτά, τα οποία εμφανίζονται με την ανάγνωση του Κορανίου, κάνουν κακό στους ανθρώπους και φεύγουν με την επίκληση του Ιησού, ασφαλώς δεν είναι άγγελοι, αλλά πεπτωκότες άγγελοι, δηλαδή δαίμονες.

Από την άλλη πλευρά ίσως θα ήταν περιττό να υπενθυμίσουμε ότι βασικές διδασκαλίες του Κορανίου όχι απλώς διαφέρουν, αλλά και είναι εντελώς ασυμβίβαστες με την χριστιανική διδασκαλία (σε αντίθεση π.χ. με τον Μωσαϊκό Νόμο, που τον δεχόμαστε ως ορθό, όπως και οι Ιουδαίοι, αλλά τον κατάργησε η έλευση του Υιού του Θεού στον κόσμο, δίνοντάς μας την “Καινή Διαθήκη”).

Στο Κοράνιο επιβάλλονται οι πόλεμοι κατά των μη μουσουλμάνων μέχρι να υπερισχύσει η πίστη στον Αλλάχ. Όσοι δεν θέλουν να πιστεύουν στον Αλλάχ και να αναγνωρίζουν το Ισλάμ ως αληθινή θρησκεία θα σκοτώνονται, θα σταυρώνονται ή θα κόβονται τα χέρια και τα πόδια αντίπλευρα. Θα κόβονται τα χέρια του κλέφτη και της κλέφτρας. Επιτρέπεται ο φόνος για δίκαιους λόγους. Οι μουσουλμάνοι μπορούν να ακυρώνουν τον όρκο τους, καθώς έχει θεσπισθεί αυτό από τον ίδιο τον Αλλάχ. Η μέγιστη εξιλέωση ύστερα από αθέτηση σοβαρού όρκου είναι μόνο η τριήμερη νηστεία.

Θα ήταν περιττό να αναφερθούμε στην υποτίμηση της γυναίκας μέσα στο Κοράνι. Οι άνδρες επιτρέπεται να κτυπούν τις γυναίκες τους. Όσες γυναίκες είναι ένοχες μοιχείας κτίζονται στα σπίτια μέχρι να πεθάνουν, και μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την σόνα και την σαρία, λιθοβολούνται. Ο άνδρας επιτρέπεται να παντρεύεται ανήλικα κοριτσάκια κάτω των 14 ετών. Δικαιούται επίσης να παντρεύεται τέσσερις νόμιμες γυναίκες και να έχει αιχμάλωτες παλλακίδες χωρίς αριθμητικό περιορισμό. Η αμοιβή των αιχμαλώτων γυναικών είναι μέσα στο Κοράνι κίνητρο πολέμου και πολλά άλλα ακόμη.

Περιφρονητική, άδικη και μειωτική είναι η στάση του Κορανίου απέναντι στους λεγόμενους «απίστους». Αρκεί ένα μόνο χωρίο για να δείξει το πνεύμα αυτό: «Οι πιστοί (μουσουλμάνοι) δέν παίρνουν προστάτες και δεν κάνουν φίλους τους απίστους, αλλά αντίθετα τους πιστούς. Αν κανείς κάνει τούτο να μην περιμένει καμία βοήθεια από τον Αλλάχ» (Σούρα 3, εδάφιο 28).

Πρώην μουσουλμάνοι, που έγιναν χριστιανοί, καταγγέλλουν τις επικίνδυνες για τις ανθρώπινες κοινωνίες διδασκαλίες του Κορανίου, μέσα στο οποίο, όπως οι ίδιοι σημειώνουν, υπάρχει περίπου 80 φορές η εντολή «σκοτώστε». Και δεν χρειάζεται νά σημειώσουμε ότι όλοι οι τζιχαντιστές, που διαπράττουν φρικτά εγκλήματα στην Μέση Ανατολή, στην Αφρική και σε άλλα μέρη του κόσμου σήμερα, στηρίζονται στο Κοράνι.
Δεν πρόκειται εδώ για διαστρέβλωση του Κορανίου - διότι πολλοί αντιτείνουν ότι νοσηρά φαινόμενα διαστρέβλωσης του αληθινού νοήματος της θρησκείας έχουν εμφανιστεί και εντός του χριστιανισμού -, αλλά για κατά γράμμα εφαρμογή του. Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά από τα φαινόμενα διαστρέβλωσης της χριστιανικής πίστης, που έχουν εμφανιστεί στην ιστορία μέχρι σήμερα.
Το Ευαγγέλιο δεν δίνει καμία αφορμή για να δικαιολογηθεί το έγκλημα, η βία, το μίσος, η κακία: αντίθετα τονίζει ότι ο τέλειος χριστιανός πρέπει να αγαπά ακόμη και τους εχθρούς του, όπως έκανε ο Χριστός επάνω στον σταυρό. Η σαφής αυτή εντολή δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαστρέβλωσης του ευαγγελικού μηνύματος.

Παρατηρείται λοιπόν το παράδοξο φαινόμενο μουσουλμάνοι να καταγγέλλουν αηδιασμένοι το Κοράνι για τις καταστροφικές εντολές του και ορθόδοξοι χριστιανοί ιεράρχες να το δωρίζουν σε μουσουλμάνους κληρικούς!

Ασφαλώς το να συναντηθεί κάποιος χριστιανός ιεράρχης με έναν μουσουλμάνο κληρικό δεν είναι κακό. Το να συστήσει επίσης κάποιος χριστιανός σε έναν μουσουλμάνο με βαθύτερη πνευματική αναζήτηση να διαβάσει κάποια συγκεκριμένα χωρία του Κορανίου, που μιλούν για τον Χριστό, επίσης όχι μόνο δεν είναι κακό, αλλά αφορμή για την συνάντησή του με την αλήθεια. Αυτό άλλωστε έκανε και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος σε διάλογό του με μουσουλμάνους κληρικούς επικαλούνταν χωρία του Κορανίου.

Το να κάνει όμως ένας χριστιανός ιεράρχης δώρο το Κοράνι, ένα βιβλίο που χρησιμοποιείται στην μαγεία και που με τις καταστρεπτικές για τον άνθρωπο διδασκαλίες του έχει γίνει αιτία για τον θάνατο και την δυστυχίαεκατομμυρίων ανθρώπων από τότε που επεκτάθηκε το Ισλάμ μέχρι σήμερα, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε.

Νόσος καὶ θεραπεία στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία

Μητροπολίτης Περγάμου  Ἰωάννης


Πῶς ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται ἡ Ἐκκλησία, τὴ νόσο καὶ τὴ θεραπεία, ἂν καὶ ὄχι μὲ σχήματα καὶ ἔννοιες ἰδεοκρατικές, φυσιοκρατικὲς ἢ ψυχολογικο – χρηστικές; Στὴν προσπάθεια νὰ δώσουμε κάποια ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό, ἂς δανεισθοῦμε ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία τὶς ἀκόλουθες θεμελιώδεις ἀρχές:

1. Ἡ νόσος, ἡ κάθε μορφῆς νόσος, ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀρρώστια συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Δὲν εἶναι «φυσικό», συνεπῶς, νὰ ἀρρωσταίνει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἀφύσικο, «παρὰ φύσιν». Αὐτό, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θέση ποὺ ὀνομάσαμε φυσιοκρατικὴ ἢ ἰδεοκρατική: θεραπεία καὶ ἴαση στὴν περίπτωση αὐτὴ φαίνεται νὰ σημαίνουν συμμόρφωση πρὸς τὴ φύση. Ἐν τούτοις, ὁρισμένες διευκρινίσεις μᾶς φέρουν μακριὰ ἀπὸ κάθε φυσιοκρατικὴ ἀντίληψη. Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου καθαυτή, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ μηδέν, εἶναι τρεπτή, δηλαδὴ ρέπει πρὸς τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, καὶ συνεπῶς πρὸς τὴν ἀρρώστια. Ἀλλὰ ἡ ἴδια φύση μπορεῖ ἐπίσης νὰ ὑπερβεῖ τὴ ροπὴ αὐτή, ὄχι μὲ δυνάμεις ἐγγενεῖς σ’ αὐτήν, ἀλλὰ ἂν ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο Θεό. Ἡ ὑπέρβαση αὐτὴ τῆς ἐγγενοῦς στὴν ἀνθρώπινη φύση τρεπτότητας καὶ φθορᾶς ἔχει δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο ὡς «λόγος», ὡς τελικὸς προορισμός, τοῦ ὁποίου ἡ πραγμάτωση ἀνατέθηκε στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου: ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὡς ἐλεύθερο πρόσωπο κλήθηκε νὰ κατευθύνει τὴ φύση εἴτε πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, εἴτε πρὸς τὸ πέραν τοῦ ἑαυτοῦ της, τὸ Θεό. Ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τοῦ Ἀδάμ, ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο (τροπὴ τῆς φύσεως πρὸς τὸν ἑαυτό της), καὶ ἔτσι ἡ νόσος ἀπὸ δυνατότητα φυσική, ἔγινε πραγματικότητα φυσική. Δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ μὴ νοσεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση· ἡ νόσος ἔγινε φαινόμενο «φυσικό», ὄχι ὅμως γιατί αὐτὸ ἦταν ἀναπόφευκτο, ἀλλὰ γιατί ἐκεῖ ὁδήγησε τὰ πράγματα ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς θέσεως γιὰ τὴ θεραπεία θὰ φανοῦν ἐλπίζουμε πιὸ κάτω.

2. Ὅπως ἡ ἁμαρτία ἔτσι καὶ ἡ νόσος ἔχουν πιὰ καταστεῖ γενικὴ καὶ παγκόσμια πραγματικότητα, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἄρει ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι σ’ αὐτὴν ὀφείλεται ἡ ἐμφάνιση καὶ ἑδραίωσή της. Καὶ τοῦτο γιατί μὲ τὸ θάνατο, ποὺ μπῆκε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἀπὸ ἁπλὴ φυσικὴ δυνατότητα ἔγινε καὶ αὐτὸς φυσικὴ πραγματικότητα, κατατμήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, καὶ δὲν φέρεται στὸ σύνολό της, στὴν καθολικότητά της, ἀπὸ κάθε πρόσωπο. Ἔτσι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ σύνολό της: νοσοῦν καὶ πεθαίνουν, συνεπῶς, ὄχι μόνον οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι.

3. Ἡ τελικὴ καὶ ἀληθινὴ θεραπεία ὡς πλήρης ἐξάλειψη τῆς νόσου εἶναι ἀδύνατη καὶ ἀκατόρθωτη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Ἡ φθορὰ καὶ ἡ θνητότητα κληροδοτοῦνται βιολογικὰ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, καὶ μαζί τους ἡ νόσος. Γιὰ νὰ σπάσει αὐτὸς ὁ φαῦλος κύκλος, πιστεύουμε στὴ θεολογία, χρειάζεται ἔξωθεν ἐπέμβαση, μία ἐπέμβαση, ποὺ πραγματοποιεῖται γιὰ μᾶς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἡ ἕνωση τῆς ἀνθρώπινης μὲ τὴ θεία φύση, ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν κλήση καὶ τὸν προορισμὸ τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται χωρὶς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ βιολογικὴ γέννηση, ποὺ διαιωνίζει τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, πράγμα ἀδύνατο γιὰ κάθε μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος, ὄχι γιατί εἶναι καὶ Θεὸς —στὸ Θεὸ δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴ οἱ ἔννοιες τοῦ ὑγιοῦς ἢ τοῦ ἀσθενοῦς— ἀλλὰ διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση Του, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν κληρονομημένη φθαρτότητα καὶ διαρκῶς ἑνωμένη ἑκούσια καὶ ἐλεύθερα, χάρη στὴν ὑποστατικὴ —δηλαδὴ τὴν προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ὑπερβαίνει τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Καμιὰ θεραπεία, συνεπῶς, ὡς ἀληθινὴ καὶ ριζικὴ ἐξάλειψη τῆς νόσου δὲν εἶναι νοητὴ ἐκτὸς Χριστοῦ. Ἡ θεραπεία εἶναι δυνατὴ μόνο ὡς ἐνσωμάτωση στὸ Χριστό, τὸν μόνο ἀληθινὰ ὑγιῆ ἄνθρωπο. Δὲν εἶναι χωρὶς σημασία τὸ ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸ Μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἔχει τόσο κεντρικὴ σημασία γιὰ τὴ θεραπεία, καὶ δὲν ἀρκεῖ ποτὲ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ κανείς.

4. Παρὰ ταῦτα ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία παραμένει κλειδὶ γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τόσο τῆς ἔννοιας τῆς νόσου ὅσο καὶ τῆς θεραπείας. Ἀφοῦ ἡ νόσος πέρασε στὴν ὕπαρξη μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἴαση δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ περάσει ἀπὸ τὴν ἴδια πύλη. Τὸ μυστικὸ αὐτὸ τὸ γνώριζαν πολὺ καλὰ οἱ ἀσκητικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι’ αὐτὸ ἔδωσαν τόση βαρύτητα στὴν ἄσκηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ὡς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὰ πάθη. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἰδιαίτερα σημαντικὰ εἶναι ὅσα μᾶς προσφέρει ὁ ἅγιος Μάξιμος.



Θεραπευτικὰ ἀξιώματα τοῦ ἁγίου Μαξίμου

Ἡ πεμπτουσία τῆς νοσηρότητας γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο βρίσκεται στὴ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα πάθος: εἶναι ἡ γενεσιουργὸς αἰτία ὅλων τῶν παθῶν: «θέλεις νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ πάθη, ἀποτίναξε τὴ μητέρα τῶν παθῶν, τὴ φιλαυτία» (κεφ. ἀγαπ. II, I). Ὅπως ἀναλύει ὁ Φώτιος πιστὰ τὴ σκέψη τοῦ Μαξίμου (Βιβλιοθ. κώδ. 192 – Ρ. G. 103, 637 ἐξ. ), ἡ φιλαυτία, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, γέννησε τὴν ἡδονή, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἡδονὴ ἦταν ἀνάμικτη μὲ τὴν ὀδύνη, ἐνεπλάκη ὁ ἄνθρωπος σὲ μία ἀτέρμονα καὶ ἀπέλπιδα προσπάθεια νὰ κρατήσει τὴν ἡδονὴ καὶ νὰ ἀποβάλει τὴν ὀδύνη. Ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη αὐτὴ προσπάθεια γεννήθηκε ὁ «ὄχλος τῶν παθῶν». Καὶ ἐπεξηγεῖ ὁ Φώτιος τὴ σκέψη τοῦ Μαξίμου: «Οἷον, εἰ μὲν τῆς ἐν φιλαυτίᾳ ἡδονῆς ἀποποιούμεθα, γεννῶμεν τὴν γαστριμαργίαν, τὴν ὑπερηφανίαν, τὴν φιλαργυρίαν, καὶ ὅσα τὸν τυχόντα τρόπον πορίζει ἡδονήν· εἰ δὲ τὴν ἐν φιλαυτίᾳ φεύγομεν ὀδύνην, γεννῶμεν: τὸν θυμόν, τὸν φθόνον, τὸ μῖσος, τὴν ἀπόγνωσιν καὶ ὅσα ἄλλα τῆς ἡδυνούσης ἐστέρηται διαθέσεως. Ἐκ δὲ τοῖς ἀμφοῖν μίξεως τίκτεται ἡ ὑπόκρισις, ἡ κολακεία, ὁ δόλος, καὶ ἁπλῶς ὅσα ἄλλα μοχθηρὰ εἴδη τῆς μικτῆς ἐστι πανουργίας ἐπινοήματα».

Μὲ ἄλλα λόγια ἂν ἀποποιηθοῦμε τὴν ἡδονή, διατηρώντας ὅμως τὴ φιλαυτία, προκαλοῦμε τὴ γαστριμαργία, τὴν ὑπερηφάνια, τὴ φιλαργυρία καὶ ὅλα ὅσα κατὰ ὁποιονδήποτε τρόπο παρέχουν ἡδονή, ἂν δὲ ἀποποιηθοῦμε καὶ ἀποφύγουμε τὴν ὀδύνη, πάλι διατηρώντας τὴ φιλαυτία, προξενοῦμε τὸ θυμό, τὸ φθόνο, τὸ μίσος, τὴν ἀπόγνωση καὶ ὅλα ὅσα ἐμπεριέχουν στέρηση τῆς ἡδονῆς. Ἂν πάλι ἀναμείξουμε καὶ τὰ δύο καὶ τὰ ἀποφύγουμε (δηλ. τόσο τὴν ἡδονὴ ὅσο καὶ τὴν ὀδύνη) —διατηρώντας πάντοτε τὴ φιλαυτία – πέφτουμε στὴν ὑποκρισία, τὴ κολακεία, τὸ δόλο κ. λπ. Τὰ συμπεράσματα εἶναι σημαντικά.

α. Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν πάλη ἀπ’ εὐθείας κατὰ τῶν συγκεκριμένων παθῶν. Ἀντίθετα, ὅπως εἴδαμε στὸ χωρίο, ποὺ μόλις διάβασα, ἐπειδὴ τὸ ὅλο πρόβλημα τῆς ψυχικῆς ἀρρώστιας γεννᾶται ἀπὸ τὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς — σὲ συνδυασμὸ πάντοτε μὲ τὴ φιλαυτία— ὅσο περισσότερη στέρηση προκαλοῦμε τόσο πιὸ πολλὰ πάθη γεννοῦμε. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, πρέπει νὰ ἐπιτρέπουμε τὰ πάθη νὰ ὑπάρχουν καὶ νὰ λειτουργοῦν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀλλὰ σημαίνει ὅτι ἐφ’ ὅσον χρόνο διαρκεῖ ἡ φιλαυτία, ἡ ἐκκοπὴ τῶν συγκεκριμένων παθῶν εἶναι ὄχι μόνο ἀνέφικτη, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιτευχθεῖ, ἐπικίνδυνη, γιατί μὲ τὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς, τὴν ὁποία συνεπάγεται, γεννᾶ ἄλλα πάθη. Ἔτσι συμβαίνει συχνὰ ὅσοι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ σαρκικὰ πάθη νὰ ἀναπτύσσουν τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας ἢ τῆς ὑπερηφανίας κ.λπ. Δὲν πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ θεραπεία ὅταν ἐξαλείφονται συγκεκριμένα πάθη. Ἡ μόνη θεραπεία βρίσκεται στὴν ἐξάλειψη τῆς φιλαυτίας, ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων αὐτῶν τῶν παθῶν.

β. Ἐπειδὴ ἡ ὀδύνη ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς ἡδονῆς στὴ μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἐσφαλμένη ἀντίληψη περὶ ἀσθενείας, αὐτὴ ποὺ ὀνομάσαμε πιὸ πάνω χρηστικὴ – ἀναλγητικὴ προσέγγιση, καὶ ποὺ φαίνεται νὰ ἐπικρατεῖ στὴ σύγχρονη φιλοσοφία τῆς ἰατρικῆς. Ἡ ὀδύνη δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴν ἀπάλειψή της, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀποδοχή της. Ἡ θεραπεία ἔρχεται μὲ τὴν πρόσκληση τῆς ὀδύνης καὶ τὴν ἐμπειρία της. Συμβαίνει βέβαια πολλὲς φορὲς ἡ ὀδύνη νὰ εἶναι δυσβάσταχτη, καὶ ἡ ἐμπειρία της ἐξοντωτική. Γι’ αὐτὸ κάθε θεραπευτικὴ ἀγωγὴ θὰ πρέπει νὰ προσαρμόζεται στὴν ἀνθεκτικότητα τοῦ ἀσθενοῦς (=οἰκονομία). Ἀλλὰ μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὸν ἀσθενῆ θεραπευθέντα, ἐπειδὴ ψυχολογικὰ «ἀναπαύεται» ἢ δὲν ὑποφέρει. Ἡ τραγικότητα τῆς ὑπάρξεως βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, καὶ καμία θεραπεία δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμψει τὸ Σταυρό. Πολλὲς φορὲς ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἡδονὴ δὲν εἶναι μόνο σαρκικὴ ἀλλὰ καὶ ψυχολογική. Ἀποσπώντας τὴν ὀδύνη ἀπὸ τὴ θεραπεία προσφέρουμε τὴν ἡδονή, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀληθινὴ θεραπεία.

γ. Ἡ σωστὴ θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη προϋποθέτει, κατὰ τὸν Μάξιμο, τρεῖς βασικὲς διακρίσεις. Τὶς περιγράφει στὸ ἑξῆς χωρίο ἀπὸ τὰ κεφάλαια περὶ ἀγάπης: «Οὐ πρὸς τὰ πράγματα ὁ νοῦς πολεμεῖ τοῦ θεοφιλοῦς, οὐδὲ πρὸς τὰ τούτων νοήματα, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη τὰ τοῖς νοήμασι συνεζευγμένα. Οἶον οὐ πρὸς τὴν γυναῖκα πολεμεῖ, οὐδὲ πρὸς τὸν λυπήσαντα, οὐδὲ πρὸς τὰς τούτων φαντασίας, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη, τὰ ταῖς φαντασίαις συνεζευγμένα (3,40). Ἅπας ὁ πόλεμος τοῦ μοναχοῦ πρὸς τοὺς δαίμονας, ἵνα τὰ πάθη τῶν νοημάτων χωρίσῃ. Ἄλλως γὰρ ἀπαθῶς τὰ πράγματα βλέπειν οὐ δύναται (3,41), Ἄλλο ἐστι πρᾶγμα καὶ ἄλλο νόημα καὶ ἄλλο πάθος. Καὶ πρᾶγμα μὲν ἐστίν, οἷον ἀνήρ, γυνή, χρυσὸς καὶ τὰ ἑξῆς. Νόημα δέ, οἷον, μνήμη ψιλὴ τινος τῶν προειρημένων. Πάθος δέ, οἶον, φιλία ἄλογος ἢ μῖσος ἄκριτόν τινος τῶν προειρημένων. Πρὸς οὖν τὸ πάθος ἐστὶ τοῦ μοναχοῦ ἡ μάχη (3,42)».

Θεωροῦμε τὶς διακρίσεις αὐτὲς τοῦ Μαξίμου ἄκρως σημαντικὲς γιὰ τὸ θέμα τῆς θεραπείας. Καὶ πρῶτον, σημαίνουν ὅτι ἀποτελεῖ λανθασμένη μέθοδο ἡ πάλη ἐναντίον τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὄντων καθαυτά, ἐπειδὴ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ δυσκολίες. Τὸ νὰ λέγει αὐτὸ ἕνας μοναχός, ὅπως ὁ Μάξιμος, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπὸ τὰ «πράγματα» καὶ πῆρε τὶς ἀποστάσεις του ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ φυγὴ ἀπὸ τὰ πράγματα δὲν ἀποτελεῖ λύση, οὔτε ἡ παραμονὴ στὰ πράγματα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅσους ζοῦν ὅταν κόσμο, ἀποτελεῖ αἰτία ἀσθένειας. Τὸ νὰ εἰσηγηθοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὸ διαζύγιο σὲ κάποιον, ποὺ ὑποφέρει ψυχικὰ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ συντρόφου του, δὲν ἀποτελεῖ θεραπεία του. Μπορεῖ τὸ διαζύγιο νὰ ἄρει πρὸς καιρὸ τὴν ὀδύνη τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα παραμένει στὸ ἀκέραιο. Ἔτσι πρέπει νὰ θεωρηθεῖ λανθασμένη καὶ ἡ τρέχουσα ἀντίληψη ὅτι ὁ μοναχὸς φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ «θεραπευθεῖ» ἀπὸ τὰ πάθη ἀποφεύγοντας τοὺς πειρασμούς. Ὁλόκληρη ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τονίζει ὅτι οἱ πειρασμοὶ γίνονται πιὸ δυνατοί, ὅταν φύγει κανεὶς ἀπὸ τὰ «πράγματα» ποὺ τοὺς προκαλοῦν, γιατί μένουν τὰ «νοήματα» τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποία πειράζουν τὸν ἄνθρωπο.

Τὸ ἴδιο ὅμως ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ «νοήματα» τῶν πραγμάτων. Ἡ μνήμη καὶ ἡ ἀναπαράσταση τῶν ὄντων δὲν εἶναι αὐτὴ καθαυτὴν ἀπορριπτέα. Πολλοί, ἀντίθετα μὲ ὅσα γράφει ὁ Μάξιμος, μάχονται τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμὸ καὶ ὅ,τι ἄλλο συνεπάγεται λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, γιὰ χάρη τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τὰ πάθη. Πρόκειται γιὰ μία Ὠριγενικὴ καὶ Εὐαγριανὴ πνευματικότητα, τὴν ὁποία ἀσφαλῶς ἔχει στὸ νοῦ του καὶ καταπολεμᾶ ὁ Μάξιμος, γιατί τέτοιες ἰδέες ἦσαν τότε —καί, φοβοῦμαι, ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι— διαδεδομένες μεταξὺ τῶν μοναχῶν. Οὔτε πρὸς τὰ πράγματα, οὔτε πρὸς τὰ νοήματά τους εἶναι ἡ πάλη τῶν μοναχῶν, τονίζει ὁ Μάξιμος, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη, ποὺ εἶναι «συνεζευγμένα» σ’ αὐτά. Μία σωστὴ θεραπεία ἐπιβάλλει αὐτὲς τὶς διακρίσεις. Ἀλλιῶς παράγονται πνευματικὰ ἐκτρώματα, ἄνθρωποι ψυχικὰ ἀσθενεῖς, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη θεραπείας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον.

δ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ γίνει ὁ διαχωρισμὸς τοῦ πάθους ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ νοήματα: Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ Μάξιμος στὴν ἑπόμενη ἀμέσως παράγραφο τῶν ὅσων εἶπε πιὸ πάνω: τὸ ἐμπαθὲς νόημα εἶναι «λογισμὸς σύνθετος ἀπὸ πάθους καὶ νοήματος. Χωρίσωμεν τὸ πάθος ἀπὸ τοῦ νοήματος, καὶ ἀπομένει ὁ λογισμὸς ψιλός. Χωρίζομεν δὲ δι’ ἀγάπης πνευματικῆς καὶ ἐγκρατείας, ἐὰν θέλωμεν». Ὁ χωρισμὸς τοῦ πάθους ἀπὸ τὸ νόημα δὲν γίνεται παρὰ μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐγκράτεια (δηλ. τὴν αὐτοκυριαρχία) καὶ τὴν ἐλεύθερη θέληση. Τὰ στοιχεῖα ὅμως αὐτὰ χρειάζονται περισσότερη ἀνάλυση.



Ἡ ἀγάπη ὡς ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία ὡς ἀγάπη

Τόσο ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης ὅσο καὶ ἐκείνη τῆς ἐλευθερίας, ἐνῶ ἀποτελοῦν κλειδιὰ γιὰ τὴ σωστὴ θεραπεία, ὑπόκεινται καὶ αὐτὲς στὴ δική τους παθολογία. Ἔτσι ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι στὴν οὐσία μία μορφὴ ναρκισσισμοῦ», δηλαδὴ ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας μέσα ἀπὸ τὴν μορφή, τὸν καθρέφτη τοῦ ἄλλου. Ὁ ναρκισσισμὸς θεωρεῖται νόσος, ἀλλὰ οἱ μορφὲς του εἶναι τόσο πολλὲς καὶ δυσδιάκριτες ὥστε νὰ μὴ ἀντιμετωπίζεται συνήθως στὴ ρίζα του. Στὴν πραγματικότητα κάθε ἐρωτικὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει στοιχεῖα ναρκισσισμοῦ, αὐτοῦ ποὺ ὀνομάσαμε προηγουμένως στὴ γλώσσα τοῦ Μαξίμου «φιλαυτία». Τὸ «πάθος» τῆς ἐρωτικῆς ἀγάπης συνίσταται στὴν ἀπαίτηση τῆς ἀποκλειστικότητας ποὺ ἐμπεριέχει, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη νὰ οἰκοδομεῖται ἐπάνω σὲ δύο πρόσωπα, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν ἄλλα ὄντα γύρω τους. Ὁ ἔρωτας εἶναι στὸ βάθος μία ἐγωκεντρικὴ μορφὴ ἀγάπης, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ πολλὲς παθολογικὲς καταστάσεις (ἐξάρτηση, ἄγχος ἀποχωρισμοῦ κ.λπ. ).

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἄλλο μπορεῖ νὰ σημάνει τὴν πιὸ ὠμὴ μορφὴ φιλαυτίας, μία παθολογικὴ ἀνεξαρτησία ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ κατάθλιψη ἢ καὶ αὐτοκτονία, ὅταν διαπιστώνεται ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς εἶναι ἀπαραίτητοι, ἀλλὰ ὄχι ἐπιθυμητοί. Ἔτσι τὸ πρόβλημα δημιουργεῖται, μὲ ποιὸν τρόπο ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία μποροῦν ὄχι μόνο νὰ μᾶς ἀπελευθερώσουν ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκαθαρθοῦν τὰ ἴδια ἀπὸ τὴ δική τους παθολογία. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ θεολογία θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει τὶς ἑξῆς θέσεις:

α. Τὴν ὑπέρβαση τῆς ἀποκλειστικότητας στὴν ἀγάπη. «Ἐὰν τινὰς μὲν μισῇς τινὰς δὲ οὐδὲ ἀγάπης οὐδὲ μιςῇς, ἑτέρους δὲ ἀγαπᾶς, ἀλλὰ συμμέτρως, ἄλλους δὲ σφόδρα ἀγαπᾶς, ἐκ ταύτης τῆς ἀνισότητος γνῶθι ὅτι μακρὰν εἶ τῆς τελείας ἀγάπης, ἥτις ὑποτίθεται πάντα ἄνθρωπον ἐξ ἴσου ἀγαπῆσαι». Ἡ ἀποκλειστικότητα ἀναιρεῖ τὴν ἀγάπη γιατί ὑποκρύπτει κάποια μορφὴ φιλαυτίας. Ἀγαποῦμε τοὺς οἰκείους μας, τὰ παιδιά μας, τοὺς συγγενεῖς μας, τοὺς «ἐρωμένους» κ.λπ., περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, γιατί κάποια ἀνταπόκριση περιμένουμε ἀπ’ αὐτοὺς ἢ γιατί κάποια ἀνάγκη, ψυχολογικὴ ἢ βιολογική μᾶς δένει μαζί τους. Ἡ ἀγάπη τῶν οἰκείων ὑποκρύπτει τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας.

β. Τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν. Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτὴν καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν. «Εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; [. . . ] καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι» (Λουκ. 6, 32). Ἡ ἀγάπη ποὺ προσδοκᾶ ἀνταπόδοση εἶναι «ἁμαρτωλή», παθολογική. Ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση, ἢ καλύτερα, ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ὅσους μᾶς βλάπτουν, εἶναι ἀληθινὰ «χάρις», δηλαδὴ ἐλευθερία. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ «ἐν Χριστῷ» «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν» καὶ ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι ἡ μόνη ἐλεύθερη ἀγάπη.

Συμπερασματικά, μόνον ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία ἔχουμε θεραπεία. Ἀγάπη χωρὶς ἐλευθερία καὶ ἐλευθερία χωρὶς ἀγάπη ἀποτελοῦν παθολογικὲς καταστάσεις, ποὺ χρειάζονται θεραπεία.

Ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ συμπέσουν αὐτὰ τὰ δύο στὴν πράξη; Εἶναι εὔκολο νὰ ἀποφαίνεται κανεὶς γιὰ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γίνει ἀλλὰ τί ἔχει νὰ πεῖ ἡ θεολογία γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ πρέπει;



Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο

Ἐρχόμαστε τώρα στὸ πιὸ κρίσιμο σημεῖο τῆς ὁμιλίας μας: μὲ ποιὸ τρόπο ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο στὴν πράξη;

Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ ἄρουμε μία παρεξήγηση, ποὺ ἐπικρατεῖ εὐρύτατα. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεραπεύει τόσο μὲ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ὅσο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι σοβαρότατο. Ἀναζητοῦμε ὅλοι κατὰ κανόνα στὴν Ἐκκλησία τὰ μέσα τῆς σωτηρίας ἀλλὰ ἡ σωτηρία βρίσκεται στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐνσωμάτωσης σ’ αὐτήν. Ἡ διαφορὰ εἶναι πελώρια καὶ ἔχει πρακτικὴ σημασία ὡς πρὸς τὴ θεραπεία.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει πνευματικοὺς καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ποὺ σωστότερα πρέπει νὰ λέγεται τῆς Μετανοίας. Πολλὴ ἔμφαση καὶ σημασία ἔχει ἀποδοθεῖ στὸ στοιχεῖο αὐτὸ ὡς πρὸς τὴ θεραπεία. Ἀναζητεῖται ὁ τέλειος πνευματικός, ἡ τέλεια μέθοδος ἐξομολογήσεως κ.λ.π., καὶ λησμονεῖται ὅτι ὁ πνευματικὸς δὲν θεραπεύει. Μπορεῖ νὰ εἶναι κουρασμένος τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως ἢ νὰ μὴν ἔχει τὶς κατάλληλες γνώσεις —πράγματα συνηθέστατα. Ἡ θεραπεία δὲν θὰ ἐπέλθει τὴν ὥρα τοῦ Μυστηρίου, ἁπλούστατα γιατί τὸ Μυστήριο ἔχει ὡς στόχο τὴν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μόνον ἐκεῖ, σιγὰ-σιγὰ καὶ μακροπρόθεσμα θὰ ἐπέλθει ἡ θεραπεία. Πῶς θὰ συμβεῖ αὐτό;

Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ θεραπευτήριο, γιατί προσφέρει τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ ἀτόμου σ’ ἐκείνη τοῦ προσώπου. Ποιὰ ἡ διαφορά; Καὶ πῶς συμβαίνει αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία;

Τὸ ἄτομο ἀποτελεῖ ἔννοια ἀριθμητική, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσή του ἀπὸ τὰ ἄλλα ἄτομα· ποὺ εἶναι αὐτὸ γιατί δὲν εἶναι κάτι ἄλλο. Τὸ ἄτομο εἶναι στὸ βάθος ἔννοια ἀρνητική. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄτομο, ψυχολογικὰ αὐτοπεριφράσσεται, «σχίζεται» ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Πρόκειται γιὰ μία παθολογικὴ κατάσταση, ποὺ συνιστᾶ πλῆθος νοσηρῶν φαινομένων, καὶ ἴσως τὴν πηγὴ ὅλων τῶν ἀσθενειῶν, αὐτὸ ποὺ ὁ Μάξιμος ὀνομάζει «φιλαυτία». Τὸ ἄτομο δὲν συνιστᾶ μόνο ἠθικῆς ἤ ψυχολογικῆς φύσεως πρόβλημα, ἀλλὰ ἔχει ὀντολογικὲς διαστάσεις. Συνδέεται μὲ τὸ θάνατο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν τροφοδότης καὶ ταυτόχρονα καταλύτης τοῦ ἄτομου: ὁ θάνατος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξαίρει τὴν ἀτομικότητα χωρίζοντάς την ὁριστικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους (ὁ καθένας πεθαίνει μόνον αὐτός), γιὰ νὰ τὴ διαλύσει τελικὰ στὴν ἀποσύνθεση καὶ τὴν ἀνυπαρξία. Ἡ ἀτομικότητα εἶναι φορέας νόσου ἢ νόσων, ἀκριβῶς γιατί στὸ βάθος της ὑποκρύπτεται ὁ φόβος τοῦ θανάτου, τοῦ ὀντολογικοῦ μηδενισμοῦ —ἂν ἐπιτρέπεται ἡ παράδοξη ὅσο καὶ ἀληθινὴ αὐτὴ ἀντίφαση. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὸ σῶμα. Ἄν, ὅπως ὁ Μάξιμος, συνδέουν τὴν φιλαυτία μὲ τὸ σῶμα, δὲν εἶναι γιατί τὸ σῶμα εἶναι κακό, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζει κατ’ ἐξοχὴν τὸ ὀχυρό τῆς ἀτομικότητας, ἐκεῖ ποὺ φωλιάζει ἡ δυνατότητα τῆς ἀποκοπῆς μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ἐκεῖ ποὺ τελικὰ στοχεύει καὶ ἐπιτυγχάνει ὁ θάνατος. Ἡ ἀτομικότητα εἶναι τὸ πρῶτο παθολογικὸ στάδιο, ποὺ περνάει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει ἀνάγκη θεραπείας.

Τὸ δεύτερο στάδιο εἶναι ἐκεῖνο τῆς κοινωνίας. Γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ περάσει στὴ σχέση του μὲ τοὺς ἄλλους —μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ ἔστω καὶ ἀρνητική: νὰ θυμώσει, νὰ δείρει ἢ ἀκόμα καὶ νὰ σκοτώσει. Αὐτὸ ποὺ συνήθως λέγεται «ἐκτόνωση», ἀποτελεῖ μορφὴ ὑπερβάσεως τοῦ ἀτομισμοῦ, μορφὴ «θεραπείας» κατὰ τὴν ψυχιατρική. Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου, πρόκειται ὅμως γιὰ μία μορφὴ σχέσεως καὶ κοινωνίας, ποὺ ἐμφανίζεται ὡς θεραπεία, χωρὶς νὰ εἶναι.

Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται πέρα ἀπὸ αὐτήν, στὴν κατάσταση τοῦ προσώπου.



Τί εἶναι τὸ πρόσωπο;

Ἡ Ἐκκλησία δανείζεται τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ἀπὸ τὴν πίστη της στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ πέρνωντάς την ἀπὸ τὴν Χριστολογία καὶ τὴν Πνευματολογία τὴν ἐφαρμόζει στὴν Ἐκκλησία. Στὴν Ἁγία Τριάδα τὸ πρόσωπο εἶναι ἔννοια θετική, σχέση καταφατική, καὶ ὄχι ἀρνητική. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Τριάδος εἶναι διάφορα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὄχι γιατί ἀπομονώνονται καὶ ἀποσχίζονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἀντίθετα γιατί εἶναι ἀναπόσπαστα ἑνωμένα μεταξύ τους. Ἡ ἑνότητα, ὅσο πιὸ ἄρρηκτη εἶναι, τόσο πιὸ πολὺ γεννάει, παράγει ἑτερότητα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξασφαλίζει ὀντολογικὴ πληρότητα καὶ σταθερότητα, ἀπουσία θανάτου καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὁ ἄλλος ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἐχθρός, ἀλλὰ ἡ βεβαίωση τῆς δικῆς μου ταυτότητας καὶ μοναδικότητας: τὸ Σὺ ποὺ μὲ κάνει νὰ εἶμαι Ἐγώ, καὶ χωρὶς τὸ ὁποῖο τὸ Ἐγὼ εἶναι ἀνύπαρκτο καὶ ἀδιανόητο.

Καὶ κάτι ἀκόμα. Στὴν Ἁγία Τριάδα ἡ προσωπικὴ ἑτερότητα καὶ μοναδικότητα δὲν αἰτιολογεῖται ψυχολογικά, ἀλλὰ ὀντολογικά. Οἱ ἰδιότητες ποὺ διακρίνουν τὰ τρία πρόσωπα μεταξύ τους εἶναι μόνο ὀντολογικές: τὸ κάθε Ἕνα εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, καὶ τίποτε παραπάνω. Τὸ πρόσωπο δὲν κρίνεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κατάφαση τῆς ταυτότητάς του ὡς μοναδικοῦ καὶ ἀναντικατάστατου ὄντος. Δὲν εἶναι τὸ πρόσωπο προσωπικότητα, δηλαδὴ συνισταμένη ἰδιοτήτων (ὕψους, κάλλους ἢ ἀσχήμιας, ἀρετῆς ἢ κακίας, εὐφυΐας ἢ βλακείας κ.λ.π.. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο ἀπὸ ἰδιότητες καὶ δὲν κρίνεται ἀπ’ αὐτές).

Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη περὶ προσώπου περνάει στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ μορφὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε «ἐν Χριστῷ» μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δὲν κρίνεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του —αὐτὸ σημαίνει ἡ συγχώρηση, ποὺ παίρνει στὸ Βάπτισμα καὶ στὴ Μετάνοια— ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι. Ἡ συγχώρηση καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ὡς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης ταυτότητος, μὲς τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεραπευτικῆς. Ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει ὄχι μὲ ὅσα λέγει, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι εἶναι: κοινότητα ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν εἶναι συναίσθημα, ὥστε νὰ τὸ ἀναζητήσουμε στὸ ἐσωτερικὸ καὶ τὴ διάθεση τοῦ ἄτομου, ἀλλὰ σχέση, πράγμα ποὺ ἀπαιτεῖ συνύπαρξη καὶ ἀποδοχὴ σὲ μία κοινότητα συγκεκριμένη, κοινότητα ἀγάπης χωρὶς ἀποκλειστικότητα καὶ ὅρους. Ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει μὲ τὸ νὰ εἶναι μία τέτοια κοινότητα, στὴν ὁποία ἐντασσόμενος ὁ ἄνθρωπος ἐθίζεται νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἐλεύθερα, ὅπου κατὰ τὰ λόγια του Ἁγίου Μαξίμου «ἡ τελεία ἀγάπη οὐ συνδιασχίζει τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων φύσιν . . . ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀεὶ ἀποβλεπομένη πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾶ . . . Διὸ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν αὐτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ἐνδειξάμενος, ὑπὲρ τῆς ὅλης ἀνθρωπότητος ἔπαθεν. . . » (κεφ. ἀγαπ. I, 72).

Τὸ πρακτικὸ καὶ ἀμείλικτο ἐρώτημα εἶναι ὅμως: εἶναι ἡ Ἐκκλησία κοινότητα ἀγάπης, χῶρος στὸν ὁποῖο περνάει κανεὶς ἀπὸ τὴ «φιλαυτία» στὴ «φιλαδελφία», ἀπὸ τὴν νόσο στὴν ἴαση; Στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ ἀπάντηση εἶναι καταφατική, μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο. Ἄλλως, εἶναι ἕνα φαρμακεῖο, ποὺ προμηθεύει τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀναλγητικά, χωρὶς νὰ τοὺς μεταμορφώνει ἀπὸ ἄτομα σὲ πρόσωπα. Γιατί τὰ πρόσωπα προϋποθέτουν σχέση, καὶ ἡ σχέση κοινότητα. Διαφορετικὰ παραμένουν ἄτομα μεμονωμένα μὲ τὴν «ψευδαίσθηση τῆς ἁγιότητας. Extra eccliasiam nulla salus— ὄχι γιατί ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ μέσα τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ γιατί ἐκεῖ λειτουργεῖ τὸ Τριαδικὸ μυστήριο τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν προσώπων.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπωλέσει τὴ συνείδηση τῆς κοινότητας, καὶ ἂν κάνει λόγο σήμερα γιὰ θεραπευτήριο μᾶλλον ἐννοεῖ πὼς εἶναι φαρμακεῖο. Παραμένει ὅμως ἀληθινὴ κιβωτὸς σωτηρίας, γιατί διατηρεῖ ἀνόθευτη ὄχι μόνο τὴν πίστη στὸν προσωπικὸ Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν Χριστὸ τῆς καθολικῆς ἀγάπης, τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ γιατί παραμένει ἡ γνήσια εὐχαριστιακὴ κοινότητα, στὴν ὁποία προσφέρονται οἱ ἀγαπητικὸς ἐκεῖνες σχέσεις, ποὺ μποροῦν νὰ θεραπεύσουν τὸν ἄνθρωπο μεταβάλλοντάς τον ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο. Αὐτὴ τὴν πίστη καὶ αὐτὴ τὴ σύναξη καὶ κοινότητα πρέπει νὰ τὴ διατηρήσουμε γνήσια καὶ ἐνεργό, ἂν θέλουμε νὰ θεωροῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο.

Ἀνατρέχοντας σὲ ὅσα προσπάθησα νὰ πῶ αἰσθάνομαι πὼς πρέπει νὰ ἐπισημάνω τὰ ἀκόλουθα.

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ θεολογία ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ὑπόθεση ψυχολογικὴ ἢ ἠθική, ἀλλὰ ὀντολογική. Σκοπὸς τῆς θεραπείας δὲν εἶναι νὰ ἀνακουφίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς νόσου, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀναγεννήσει μεταφέροντάς τον ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς φιλαυτίας, ὅπου γεννιοῦνται τὰ πάθη, στὸ χῶρο τῆς φιλαδελφίας, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ θεραπεία διὰ τῆς ἀγάπης. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν ἕνα χῶρο στὸν ἄλλον εἶναι ἐπώδυνο, γιατί προϋποθέτει τὸ Σταυρὸ ἢ μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Μαξίμου τὴ βίωση τῆς ὀδύνης, ποὺ συνυπάρχει μὲ τὴν ἡδονή. Εἶναι ἕνα πέρασμα, ποὺ πρέπει νὰ καθοδηγεῖται μὲ προσοχὴ καὶ φιλανθρωπία, «ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῆ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον» (Ἑβρ. 12, 13).

Στὴν προσπάθεια αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ θεολογία διαθέτουν ὄχι τόσο τεχνική, ἢ ἐξειδίκευση, ὅσο τὴν πίστη στὸν προσωπικὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει ἡ πίστη στὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, εἰκόνα καὶ ὁμοίωση Θεοῦ· τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὴν χωρὶς ὅρια καὶ ἀποκλειστικότητα, καὶ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἡ ὁποία πραγματώνει τὴν ἀγάπη αὐτὴ ὡς προσωπικὴ ὕπαρξη καὶ σχέση. Ὁ πόλεμος κατὰ τῶν παθῶν καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν γιὰ τὴν Ἐκκλησία αὐτοσκοπό. Ἀποβλέπουν στὸ νὰ ἀναδυθεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὸ ὄντως πρόσωπο, νὰ ἐπανενωθεῖ ἡ κατατεμαχισμένη φύση, καὶ νὰ ξαναβρεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴ σωστὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό, μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ μὲ τὴν ὑλικὴ φύση. Ὑγεία γιὰ μᾶς εἶναι ἡ σωστὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς παράγοντες (τὸ Θεό, τοὺς ἄλλους καὶ τὴ φύση), ποὺ ἀποτελοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος. Ἀσθένεια εἶναι ἡ διαταραχὴ τῆς τριπλῆς αὐτῆς καὶ τρισδιάστατης σχέσεως. Ἴσως αὐτὸ νὰ διαφοροποιεῖ πολὺ τὴ θεολογία ἀπὸ τὴ ψυχιατρικὴ —ἴσως ὄχι, ἐσεῖς θὰ κρίνετε. Ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι βέβαιο εἶναι ὅτι τόσο ἡ Ἐκκλησία ὅσο καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη πρέπει νὰ συμπέσουν στὴ βασικὴ αὐτὴ διαπίστωση, ἂν πρόκειται νὰ ἀναπτυχθεῖ ἕνας διάλογος μεταξύ τους.
πηγή

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας: Τον χριστιανό τον δοκιμάζει και τον φανερώνει ο πειρασμός με την υπομονή που θα δείξει!

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας: Τον χριστιανό τον δοκιμάζει και τον φανερώνει ο πειρασμός με την υπομονή που θα δείξει!

Πολλές φορές συμβαίνουν ατυχίες και θλίψεις στη ζωή του ανθρώπου, ώστε και μ' αυτές να απο­δειχθεί ποιοί, πλούσιοι ή φτωχοί, είναι στερεωμένοι στην πίστη και δυνατοί.
Γιατί και οι δυο αυτές κατηγορίες των ανθρώπων δοκιμάζονται στην υπο­μονή.
Στον καιρό μάλιστα των πειρασμών και των θλίψεων, μπορεί να γίνει φανερό κατά πόσο, ο πλούσιος συμπάσχει με τους άλλους. Κατά πόσο δηλαδή ελεεί και αγαπά τους αδελφούς.

Ο φτωχός επίσης κατά πόσο δέχεται τις θλίψεις, ευχαριστώντας τον Θεό και όχι βλασφη­μώντας και αλλάζοντας εύκολα, ανάλογα με τις περιστάσεις, τα φρονήματά του. Ο κυβερνήτης φαίνεται το χειμώνα στις δυσκολίες που συναντά μέσα στα κύματα. Ο αθλητής δείχνει την αντοχή και την τέχνη του στο στάδιο. Ο στρατηγός φαίνε­ται στον πόλεμο. Και ο μεγαλόψυχος φαίνεται στη συμφορά.

Τον χριστιανό όμως τον δοκιμάζει και τον φανερώνει ο πειρασμός. Και όπως οι κόποι των αγώνων χαρίζουν τα στεφάνια στους αθλητές, έτσι και τους χριστιανούς τους πλουτίζει και τους οδη­γεί στην τελείωση η δοκιμασία των πειρασμών. Αυτό βέβαια συμβαίνει όταν κανείς δέχεται με την πρέπουσα υπομονή και την ευχαριστία ό,τι ο Θεός οικονομεί για τη σωτηρία τους, πράγμα που τον οδηγεί στην τελείωση.

Είσαι φτωχός; Μη λυπάσαι αλλά να έχεις την ελπίδα σου στον Θεό. Μήπως δεν βλέπει Εκείνος τη δυσκολία σου; Στα χέρια Του κρατάει την τροφή που σου χρειάζεται. Μειώνει απλά τη μερίδα, για να δοκιμάσει τη σταθερότητά σου και για να επι­βεβαιώσει την πίστη σου. Μήπως δηλαδή αυτή αποδειχθεί όμοια με εκείνη που έχουν οι ακόλα­στοι και οι αγνώμονες. Γιατί και αυτοί, όσο τους τρέφουν, τόσο και κολακεύουν λέγοντας χίλια γλυκόλογα, εξυμνώντας τους τροφοδότες τους. Μόλις όμως χορτάσουν και απομακρυνθούν λίγο από το τραπέζι, αρχίζουν να πετροβολούν με τα κακόλογά τους εκείνους που πριν από λίγο -και για χάρη της ευχαρίστησης του φαγητού- τους προσκυνούσαν.

Και συ λοιπόν τώρα, αδελφέ μου, έχε υπομο­νή στις συμφορές που σε βρήκαν. Πρόσεξε μήπως από τη φουρτούνα χάσεις την ειρήνη σου. Φρόντισε να μην πετάξεις το σταυρό σου, ο οποίος θα σε οδηγήσει στην απόκτηση της αρετής. Σαν βαρύτιμο θησαυρό κράτησε μέσα σου την ευχαριστία. Και τότε θα δεχθείς και συ διπλάσιο καρπό γι' αυτή την ευχαριστία σου. Θα σου χαρισθεί η απόλαυση των αγαθών και η ανάπαυση. Καρτερικός δεν είναι εκείνος που στερείται τα απαραίτητα και κατ' ανάγκη υπομένει, αλλά εκείνος που, ενώ τα έχει όλα με αφθονία, τον βρίσκουν ξαφνικά πολλές συμφορές και τις σηκώνει αδιαμαρτύρητα.

Είσαι άρρωστος; Να είσαι χαρούμενος. Γιατί «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί» (Εβρ. 12, 6). Είσαι φτωχός; Να ευφραίνεται η ψυχή σου, γιατί σε περιμένουν τα αγαθά του φτω­χού Λαζάρου. Σε συκοφαντούν και σε κακομε­ταχειρίζονται για το Όνομα του Χριστού; Είσαι μακάριος, γιατί η καταισχύνη σου θα μετατραπεί σε δόξα αγγελική. Είσαι δούλος; Ευχαρίστησε τον Θεό και έτσι θα έχεις μαζί σου πάντα Εκείνον που ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Ευχαρίστησέ Τον, γιατί είσαι σε κα­λύτερη κατάσταση από κάποιον άλλο, γιατί ούτε σε καταναγκαστικά έργα σε έστειλαν, ούτε σε μαστιγώνουν.

Αν θελήσεις, θα βρεις αμέτρητους λόγους για τους οποίους πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό. Σε ξυλοδέρνουν άδικα;Να χαίρεσαι με τη σκέψη της μέλλουσας ελπίδας. Δίκαια καταδικάσθηκες; Και πάλι να ευχαριστείς.

Αν θα φέρναμε στο νου μας τα κατορθώματα ανθρώπων της αρχαίας εποχής, όπως ορισμένων ποιητών ή συγγραφέων —παρόλο που αυτοί δεν ήταν χριστιανοί- και αν ακολουθούσαμε το παράδειγμα και τους λόγους τους, ακόμα κι απ' αυτούς θα είχαμε μεγάλο κέρδος.

Κάποτε, για παράδειγμα, έβριζε ένας άνθρω­πος της αγοράς τον Περικλή. Αυτός όμως δεν του έδινε καμιά σημασία. Αυτό κράτησε μια ολόκληρη ημέρα. Ο ένας έβριζε ασταμάτητα και τον βύθιζε σε πλήθος από κατηγορίες και ο άλλος δεν έδινε καμιά σημασία σε τίποτε από αυτά. Τελικά, όταν βράδιασε και έπεσε το σκοτάδι, τότε αποφάσισε και ο υβριστής να σταματήσει. Τότε λοιπόν, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ο Περικλής τον ξε­προβόδισε φωτίζοντας το δρόμο του. Έτσι δεν έχασε, με κάποια αντεκδίκηση, το μισθό της υπο­μονής του.

Κάποτε άλλοτε, κάποιος έπεσε πάνω στον Σωκράτη και τον χτύπησε αλύπητα. Αυτός όμως δεν αντέδρασε, αλλά άφηνε να τον χτυπά, μέχρι που να ξεσπάσει όλη η οργή του. Τον χτύπησε μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε πρήσθηκε από τις πληγές ολόκληρο το πρόσωπό του. Μόλις εκείνος σταμάτησε να τον χτυπά, ο Σωκράτης, καθώς λένε, δεν του είπε τίποτα περισσότερο, παρά μονάχα έγραψε στο μέτωπό του -όπως συνήθιζαν τότε να γράφουν πάνω στα αγάλματα- το όνομα εκείνου που τον είχε φέρει σ' αυτή την κατάσταση: Ο τάδε με έκανε έτσι. Και αυτή ήταν μονάχα η αντίδραση και η άμυνά του.

Τον Ευκλείδη επίσης, κάποιος από τα Μέ­γαρα που θύμωσε μαζί του, τον απειλούσε με όρκο ότι θα τον σκότωνε.Τότε και εκείνος έκανε έναν άλλο όρκο. Ορκίσθηκε να τον κάνει να χάσει αυτή την οργή που είχε εναντίον του και να ξαναγίνουν φίλοι.

Σ' έναν γνωστό του Πυθαγόρα επίσης, τον Κλείνιο -ο οποίος βέβαια τον είχε μιμηθεί με κόπους και θυσίες— συνέβη κάτι που ακόμα και σήμερα στους χριστιανούς δύσκολα θα το συνα­ντούσαμε. Τί συνέβη λοιπόν σ’ αυτό τον άνθρωπο; Επειδή του ζητούσαν να ορκισθεί ότι θα δώσει οπωσδήποτε τρία τάλαντα, για να αποφύγει κάποια ζημιά που επρόκειτο να του κάνουν, εκείνος έδωσε περισσότερα από όσα του ζητούσαν. Κι αυτό δεν το έκανε ειρωνικά ή για να τους ξεγελάσει, αλλά το έκανε με την πρόθεση να τηρήσει την υπόσχεσή του. Γιατί, καθώς νομίζω, θα είχε ακούσει την εντολή εκείνη, η οποία και σήμερα μας απαγορεύει τον όρκο.

Να μιμηθείς λοιπόν τον Κλείνιο και τον Ευ­κλείδη στην τήρηση των εντολών, ώστε να ενεργείς καθώς και εκείνοι. Να εύχεσαι δηλαδή και εσύ για εκείνους που σε καταδιώκουν και να μην τους καταριέσαι. Γιατί, αν δεν είχε αυτός ασκηθεί από πριν σ' αυτά που τώρα και εγώ σας διδάσκω, δεν θα ήταν σε θέση να τα υπερβεί σαν τιποτένια και ασήμαντα.

Ας είναι μόνιμος σύντροφός σου, σαν άλλο φως και καθαρή διόπτρα, η εντολή του Θεού. Αυτή ας σου χαρίζει παντού και πάντα τη δωρεά της διάκρισης των περιστάσεων. Αυτή ας επο­πτεύει τον ορίζοντα της ψυχής σου για να σου φανερώνει την πραγματική και αληθινή κατάσταση των πραγμάτων και των περιστάσεων, που κάθε φορά θα αντιμετωπίζεις. Γιατί αυτή, ό,τι και να συμβεί, δεν θα σ’ αφήσει να χάσεις τη δύναμη και την ειρήνη της ψυχής σου.

Παράλληλα, να είσαι πάντοτε πνευματι­κά προετοιμασμένος, ώστε να αντιμετωπίζεις με ανδρεία και να υπομένεις με καρτερία, σαν σκόπελο που ξαφνικά ορθώνεται στο δρόμο σου, τις προ­σβολές των βίαιων κυμάτων καιπνευμάτων, με τη Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Απόσπασμα από το βιβλίο  «Αλγηδών η αγιότοκος: Η Υπομονή και η Ευχαριστία κατά τους Πατέρες»

Τί εἶναι ἡ ταπείνωση; π. Alexander Schmemann




Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση μπορεῖ νὰ φανεῖ παράδοξη γιατί εἶναι ριζωμένη σὲ μία περίεργη διαβεβαίωση: Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινός! Γιὰ κεῖνον ποὺ γνωρίζει τὸν Θεό, ποὺ Τὸν ἀτενίζει μέσα στὴ δημιουργία Του καὶ στὶς σωτήριες ἐνέργειές Του, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι πραγματικὰ μία θεία ποιότητα, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ περιεχόμενο καὶ ἡ λάμψη τῆς δόξας ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅπως ψέλνουμε στὴ Θεία Λειτουργία, εἶναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στὴν ἀνθρώπινη διανοητικότητά μας ἔχουμε τὴν τάση νὰ μὴ μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὴ «δόξα» μὲ τὴν «ταπείνωση» - ἀφοῦ μάλιστα ἡ ταπείνωση θεωρεῖται ψεγάδι ἢ ἐλάττωμα. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ ἄγνοιά μας καὶ ἡ ἀδεξιότητά μας εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κάνουν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάνουν νὰ νιώθουμε ταπεινοί.

Εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ μεταφέρεις στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ τρέφεται μὲ τὴ δημοσιότητα, τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν ἀτέλειωτη αὐτοεξύμνηση, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνο ποὺ εἶναι αὐθεντικὰ τέλειο, ὄμορφο καὶ καλὸ εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ γνήσια ταπεινό. Ἀκριβῶς γιατί ἡ τελειότητα δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ «δημοσιότητα», τὴν ἐξωτερικὴ δόξα ἢ ἀπὸ τὴν κάθε εἴδους ἐπίδειξη.

Ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινὸς γιατί εἶναι τέλειος. Ἡ ταπείνωσή Του εἶναι ἡ δόξα Του καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀληθινῆς ὀμορφιᾶς, τελειότητας καὶ καλοσύνης. Αὐτὸ συνέβηκε μὲ τὴν Παναγία, τὴ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἡ ταπείνωση τὴν ἔκανε χαρὰ ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ τρανὴ ἀποκάλυψη τῆς ὡραιότητας πάνω στὴ γῆ· αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους· τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὶς σπάνιες στιγμὲς τῆς ἐπαφῆς της μὲ τὸ Θεό.

Πῶς κανεὶς γίνεται ταπεινός; Ἡ ἀπάντηση γιὰ ἕνα χριστιανὸ εἶναι ἁπλή: μὲ τὴν ἐνατένιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ὁ Ἕνας, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε, μιὰ γιὰ πάντα, τὴ δόξα Του σὰν ταπείνωση καὶ τὴν ταπείνωσή Του σὰν δόξα. «Νῦν» εἶπε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα τῆς ἄκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ».

Ἡ ταπείνωση μαθαίνεται ἀτενίζοντας τὸ Χριστὸ ὁ ὁποῖος εἶπε: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11: 29). Τελικὰ γινόμαστε ταπεινοὶ μὲ τὸ νὰ μετρᾶμε τὸ καθετὶ μὲ μέτρο τὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἀναφερόμαστε γιὰ ὅλα σ’ Αὐτόν. Χωρὶς τὸν Χριστὸ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἀδύνατη, ἐνῶ στὴν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου, ἀκόμα καὶ ἡ θρησκεία, γίνεται ὑπερηφάνεια γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του• ἔχουμε δηλαδὴ ἕνα εἶδος φαρισαϊκῆς αὐτο-δοξολογίας.

Μιὰ προσευχὴ γιὰ ταπείνωση εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο, εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴ γνήσια τάξη τῶν πραγμάτων, ἡ «ἀναμόρφωση τοῦ ἀρχαίου κάλλους». Ἡ μετάνοια ἑπομένως εἶναι θεμελιωμένη στὴν ταπείνωση καὶ ἡ ταπείνωση – ἡ Θεία καὶ θαυμαστὴ ταπείνωση – εἶναι καρπός της καὶ τέρμα της.

Άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας

Ορθόδοξος ΣυναξαριστήςΆγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας

Kήδευσιν ευρών νεκρικήν κρύπτη τάφω,Ορθόδοξος ΣυναξαριστήςKηδευτά νεκρού του κενώσαντος τάφους.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ήταν μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου της Ιερουσαλήμ (βουλευτής), φίλος και κρυφός μαθητής του Ιησού Χριστού ο οποίος καταγόταν από την Αριμαθαία, μια μικρή πόλη ΒΔ΄ της Ιερουσαλήμ.

Ο Ιωσήφ πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε να κηδέψει το σώμα του Ιησού Χριστού. Αφού έλαβε την άδεια του, μαζί με τον Νικόδημο το κατέβασαν από το σταυρό το σώμα του Κυρίου, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι' έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου (Ματθ. κζ' 57 - 60, Μαρ. ιε' 42 - 46, Λουκ. κγ' 50 - 53 και Ιω. ιθ' 38 - 42).

Ο Άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας απεβίωσε ειρηνικά (κατά πάσα πιθανότητα στην Αγγλία).

Ο εθισμός στο Διαδίκτυο ως πρόκληση για την πνευματική ζωή


Προσθέτουμε σήμερα άλλον ένα κρίκο στη σειρά των εξαιρετικά επίκαιρων άρθρων του κ. Κολιοφούτη, σχετικά με τους κινδύνους που κρύβει η εξάρτηση των νέων ανθρώπων από τη χρήση του Διαδικτύου. Στο παρόν άρθρο, καταδεικνύεται η στενή σχέση της εξάρτησης αυτής με αυτοκτονικά περιστατικά, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η υπερβολική χρήση συνιστά μιαν αντίρροπη κίνηση από την πνευματικότητα της Εκκλησίας και του Γένους.
Η συνεχής και ακατάπαυστη χρήση του διαδικτύου από τον έφηβο επιφέρει μεταβολές στη ψυχολογική του κατάσταση, αφού καλλιεργεί σ’ αυτόν κλίμα κατάθλιψης [1], το οποίο μεταφέρει στην ζωή του και το οποίο μπορεί να τον οδηγήσει μέχρι και στην αυτοκτονία. Όπως προκύπτει από τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις στις οποίες προέβη ο κ. Μανώλης Σφακιανάκης, προϊστάμενος του τμήματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματοςστα πλαίσια του δεύτερου συνεδρίου ασφαλούς πλοήγησης στο διαδίκτυο που διοργανώθηκε στην Αθήνα, τα στοιχεία είναι σοκαριστικά: «Έχουμε σώσει 700 παιδιά από την αυτοκτονία στο παρά ένα!». Στη συνέχεια μοιράστηκε με το κοινό ένα περιστατικό: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ήρθε και με βρήκε στο γραφείο ο πατέρας μίας κοπέλας 18 ετών, την οποία σώσαμε τελευταία στιγμή. Και μου μετέφερε συγκινημένος ότι η κόρη του κάποια στιγμή του είπε: «Πατέρα, αν δεν υπήρχε ο κ. Σφακιανάκης, εγώ δεν θα ήμουν τώρα εδώ να σου μιλάω»[2].
Πηγή: www.alltreatment.com -
Πηγή: www.alltreatment.com -
Η ατέρμονη ενασχόληση του νέου με το διαδίκτυο τον καθιστά νευρικό, ευέξαπτο, ευερέθιστο και επιθετικό, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με νηφαλιότητα τις αντιξοότητες της ζωής του[3]. Το αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης, το άγχος και η κοινωνική φοβία υποκαθιστούν τις έμφυτες δημιουργικές δυνάμεις του παιδιού και αναστέλλουν με αποφασιστικό τρόπο τη διαδικασία της κοινωνικοποίησής του. Ο έφηβος καθίσταται φοβικός και ανίκανος να αντιμετωπίσει με πρόσφορο τρόπο τις δυσχέρειες της ζωής.
Αν λοιπόν ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο δημιουργεί και ενισχύει αυτοκτονικές τάσεις, τότε αναδεικνύεται αναμφισβήτητα και απ’ αυτήν την πλευρά, σε μείζον ποιμαντικό πρόβλημα, που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Η αυτοκτονία ως πράξη απελπισίας και απογνώσεως φανερώνει συν τοις άλλοις και απιστία προς το Θεό και συνιστά κορυφαία αντιχριστιανική πράξη[4]. Η πρόθεση αυτοκτονίας κάποιου χριστιανού αποτελεί την πιο σοβαρή ένδειξη διασάλευσης της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας και πνευματικότητάς του. Αποδεικνύει με κατηγορηματικό τρόπο πως ο άνθρωπος αυτός έπαψε να βιώνει την ελπίδα του Χριστού, που είναι η πιο δυνατή ελπίδα.
Πράγματι, μέσα στην Εκκλησία ο χριστιανός καλείται να ζήσει το μήνυμα της αναστάσεως του Χριστού. Εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ζει μέσα στην προοπτική της αναστάσεως και της καινής κτίσεως [5]. Ζει ως μέτοχος της ζωής του Θεού, με την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη [6]. Το πνεύμα του δεν είναι πνεύμα δειλίας και φόβου, αλλά πνεύμα δυνάμεως και ελπίδας [7]. Ζει την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο, αισθάνεται την αγάπη του, δέχεται ως παρόντα τα μέλλοντα και εμπιστεύεται στην πρόνοια του. Αναμφισβήτητα οι χριστιανοί είναι άνθρωποι της ελπίδας. Η ελπίδα τους είναι σταθερή και ασφαλής. Δεν αναφέρεται στο πιθανό η το ενδεχόμενο, αλλά στο βέβαιο και αιώνιο, δηλαδή στο Θεό [8]. Η ελπίδα αυτή νικά την εφημερότητα του παρόντος βίου και συνδέει αυτή με την αιωνιότητα της παρουσίας του Θεού.
Σ’ αυτά τα πλαίσια ο χριστιανός καλείται να οπλιστεί με δύναμη, ελπίδα και αισιοδοξία για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του βίου του. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, το καθημερινό άγχος και η κοινωνική φοβία αντικαθίστανται από την ασφάλεια της ειρήνης του Χριστού. Η έννοια της ειρήνης στην Εκκλησία υπερβαίνει τη κοσμική ψυχολογική κατάσταση της ηρεμίας και προσλαμβάνει νέο περιεχόμενο: Συνδέεται πλέον με τη κατάσταση κοινωνίας με το Θεό μετά την απαλλαγή του ανθρώπου από την αμαρτία. Δεν πρόκειται πλέον για μια συμβατική ειρήνευση, αλλά για οντολογική απαλλαγή από τη φθορά και το θάνατο [9]. Ο χριστιανός βιώνει την ειρήνη με τον εαυτό του και ολόκληρο τον κόσμο και απαλλάσσεται από κάθε ταραχή και ανησυχία.
Διατηρεί την εσωτερική του ειρήνη ακόμα και στις μεγαλύτερες ακαταστασίες και ταραχές της ζωής και υιοθετεί  πνεύμα πραότητας και ανεξικακίας που πηγάζει από την εμπειρική βίωση της αγάπης του Θεού. Αυτό το φρόνημα  μεταφέρει στον υπόλοιπο κόσμο, τον οποίο καλείται να μεταμορφώσει και να ανακαινίσει. Ο χριστιανός βλέπει  τον πλησίον του αλλά και ολόκληρο τον κόσμο μέσα στο φως της αναστάσεως του Χριστού. Μέσα στα πλαίσια της καθολικής μεταμόρφωσης του κόσμου αποκτά ουσιαστικό νόημα η ανακαίνιση των διαπροσωπικών και κοινωνικών του σχέσεων. Δέχεται την αγάπη του Θεού, που είναι η πηγή της χαράς του, η οποία δεν αποτελεί καρπό ευδαιμονιστικής αναζητήσεως, αλλά έχει πνευματικό περιεχόμενο [10].
Αν λοιπόν ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο ασκεί αρνητικές επιδράσεις  στον ψυχικό τους κόσμο, καλλιεργώντας πνεύμα απαισιοδοξίας, επιθετικότητας, νευρικότητας, σύγκρουσης, αυτοκαταστροφής η φοβικότητας, τότε αναμφισβήτητα λειτουργεί ως αντίρροπη δύναμη στο έργο του ποιμένα, ο οποίος αποσκοπεί να εμφυσήσει τη γνήσια χριστιανική ελπίδα και βεβαιότητα στα πνευματικά του τέκνα.
Τέλος, ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο σμικρύνει, όπως αποδεικνύεται,  τους πνευματικούς ορίζοντές τους, αφού οι διαδικτυακές περιπλανήσεις τους επικεντρώνονται στη χρήση παιχνιδιών και ανούσιων εφαρμογών, χωρίς μορφωτικό περιεχόμενο.
 Η συνεχής και αδιάκοπη ενασχόληση του εφήβου με όλες τις παραπάνω ανούσιες παιδαγωγικά εφαρμογές του διαδικτύου οξύνει ακόμα περισσότερο τη γλωσσική ένδεια του σύγχρονου νεοέλληνα. Ενισχύει τη λεξιπενία του κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί γλωσσικούς όρους και εκφράσεις που γέννησε η ίδια η γλώσσα του και οι οποίοι μετατρέπονται σε νεκρές λέξεις, που απλώς παραπέμπουν σε κάποιο ένδοξο παρελθόν. Το πρόβλημα αυτό δεν έχει απλώς και μόνο μορφωτικές συνέπειες στους νέους, οι οποίοι αδυνατούν να αναπτύξουν μία συγκροτημένη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Οι έφηβοι εμφανίζουν συνάμα και γλωσσική ανεπάρκεια κατανόησης του περιεχομένου της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Όροι όπως «τριαδικός», «αγέννητος», «γεννητός», «αμέθεκτος», «μεθεκτός», «άκτιστος», «κτιστός», «εκπόρευση», «ενσάρκωση», «σωτηρία», «χάρη», «πίστη», «μυστήρια της Εκκλησίας» ή  «αιώνια ζωή» και άλλοι, δια των οποίων διατυπώθηκε με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια από τους Πατέρες της Εκκλησίας το περιεχόμενο της πίστεως, δεν θεωρούνται σήμερα δεδομένοι αν δεν τύχουν επαρκούς αποσαφήνισης απ’ όποιον τους χρησιμοποιεί. Στο βαθμό λοιπόν, κατά τον οποίο ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο συμβάλλει στον περιορισμό των πνευματικών οριζόντων τους και παρεμποδίζει, όπως αποδείχθηκε, τη κατανόηση όρων που διατυπώνουν το περιεχόμενο της πίστεως, συνιστά και γι’ αυτό το λόγο ποιμαντικό πρόβλημα που πρέπει να θεραπευτεί.
[1] Subrahmanyam, K., Greenfield, P., Kraut, R., & Gross, E., «The Impact of Computer Use on Children’s and Adolescents’ Development»,  Journal of Applied Developmental Psychology, σσ. 22, 7-30.
[2] http://www.newsbomb.gr/koinwnia/story/277704/nai-sto-hamogelo–nai-sto-diadiktyo–nai-stis-nees-tehnologies.
[3] Eric J. Moody, «Internet Use and Its Relationship to Loneliness», CyberPsychology & Behavior,  4 (3), 2001, σσ. 393-401.  Lemmens S. J., Valkenburg  M. P.,  Jochen P., «The Effects of Pathological Gaming on Aggressive Behavior», Journal of Youth and Adolescence 40, 2011, σσ. 38-47.
[4] Μαντζαρίδης Γ., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 425.
[5] Οπ. παρ. σ. 37.
[6] Όπ. παρ. σ. 45.
[7] Όπ. παρ. σ. 109.
[8] Όπ. παρ. σ. 204.
[9] Για το νέο περιεχόμενο που προσλαμβάνει η έννοια της ειρήνης στον Χριστιανισμό βλ. σχ. Στογιάννος Π. Β., Πρώτη Επιστολή Πέτρου, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 103-104, 461.
[10] Μαντζαρίδης Γ., όπ. παρ. , σ. 227.

Γέροντας Γαβριήλ: Να αφορίσει η Σύνοδος αυτούς που υποστηρίζουν τους ομοφυλοφίλους (ΒΙΝΤΕΟ)

Γέροντας Γαβριήλ: Να αφορίσει η Σύνοδος αυτούς που υποστηρίζουν τους ομοφυλοφίλους (ΒΙΝΤΕΟ)
Συνέντευξη απο τον Γέροντα Γαβριήλ στο Ιερόν κελλίον Οσίου Χριστοδούλου στις 17/07/14. Μιλάει για την ομοφυλοφιλία και τις εκτρώσεις, αλλά και για τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης! 
Δείτε το Βίντεο εδώ

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΣΤΗΝ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ


 

H J.Foster ως πόρνη στο Taxi Driver

 Γράφει ο Ελευθέριος Αναστασιάδης.

Αν ψάξετε στο διαδίκτυο πως ντύνονταν οι πόρνες την δεκαετία του 70, θα έχετε μία έκπληξη: ακριβώς όπως ντύνεται σήμερα μεγάλος αριθμός κοριτσιών το καλοκαίρι.Αν  θυμηθείτε πως ήταν τα ρούχα που οι νέοι άνδρες πέταγαν ως άχρηστα κουρέλια στα σκουπίδια 30-40 χρόνια πριν, και πάλι θα έχετε  μία έκπληξη: σήμερα αυτά τα κουρέλια πωλούνται σε πανάκριβες τιμές στα πιο καλά καταστήματα.

Συμπέρασμα: Η ενδυμασία που είχαν οι πόρνες έγινε η καθημερινή αμφίεση των ''καθώς πρέπει'' κοριτσιών του σήμερα, και τα ρούχα που παλιά τα πετάγαμε ως άχρηστα, σήμερα τα αγόρια τα πληρώνουν ακριβά για να τα φορέσουν.
Εάν όλα αυτά δεν είναι η «αντιστροφή της Πυραμίδας», εάν  δεν είναι η ανατροπή κάθε αισθητικής και ηθικής, τότε τι είναι;
Αυτός ο τρόπος ντυσίματος καταδεικνύει την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος σε πέντε τομείς:
Στην αισθητική αντίληψη:  Η όλη αισθητική καλλιέργεια που έχουν πολλές κοπέλες εστιάζεται στο να διαθέτουν καλλίγραμμα γυμνά πόδια. Δηλαδή, η έννοια του κάλλους έχει περιοριστεί μέσα σε καθαρά υλικά και σεξουαλικά πλαίσια, και πέραν αυτών δεν έχουν καμία άλλη βαθύτερη ιδέα για αυτή την έννοια.

Στην αντίληψη της σεμνότητας: Σήμερα δεν υπάρχει καν η έννοια της σεμνότητας. Αν πεις σε κάποιο κορίτσι να ντύνεται πιο σεμνά, θα σε κοιτάξει σαν εξωγήινο ή σαν κάποιο άνθρωπο των σπηλαίων. Δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν το πνευματικό περιεχόμενο αυτής της λέξης.
Στα  μηνύματα: Η ενδυμασία στέλνει πάντα ένα μήνυμα στο περιβάλλον μας δείχνει όψεις της προσωπικότητας μας, των ενδιαφερόντων μας, των επιδιώξεων μας , γενικά της κουλτούρας μας. Το μήνυμα  που εκπέμπει το ημίγυμνο σώμα και τα κουρελιασμένα ρούχα είναι σαφές : Να συνευρεθούμε ζωωδώς μέσα σε έναν κόσμο που αποσυντίθεται.
Στα σημεία αναφοράς: Πολλοί νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σαν δεντράκια χωρίς ρίζες. Δεν έχουν μία συγκεκριμένη φιλοσοφία ζωής, δεν αναζητούν ιδανικά, δεν έχουν υπαρξιακά ερωτηματικά και ως εκ τούτου, η πνευματική ζωή τους είναι εντελώς αδιάφορη. Πηγαίνουν όπου φυσά ο άνεμος σαν σκόρπια κομμένα στάχυα.
Στην παιδεία: Κεφάλια γεμισμένα από μαθηματικούς τύπους, ασκήσεις φυσικής και παπαγαλίες ιστορικών κειμένων· κεφάλια άδεια από βαθιά νοήματα, από  αισθητική καλλιέργεια, από όμορφες συμπεριφορές.
Και φυσικά κάποιος μπορεί να διερωτηθεί: οι γονείς τους τι κάνουν (ή τι έκαναν); Τίποτα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, γιατί συνήθως βρίσκονται στην ίδια ή και χειρότερη κατάσταση από  αυτή των  παιδιών τους.
Σε έναν κόσμο που οδεύει με ταχείς ρυθμούς προς την ολική αποσύνθεση, όπου η οσμή του σάπιου γίνεται αισθητή με ολοένα και πιο έντονο τρόπο, το κάλυμμα με το οποίο ο άνθρωπος σκεπάζει την σωματική γύμνια του, προσαρμόστηκε στην γύμνια της ψυχής του.
πηγή  το είδαμε εδώ

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

H Ποιμαντική Θεολογία του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου: Προλεγόμενα


Με ξεχωριστή χαρά και τιμή, η “Πεμπτουσία” αρχίζει σήμερα τη σταδιακή δημοσίευση μιας σπουδαίας μελέτης, η οποία αναφέρεται σε μια κορυφαία προσωπικότητα του ορθόδοξου μοναχισμού του 20ού αι., το Γέρ. Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη. Η μελέτη, συγγραφέας της οποίας είναι ο π. Χαρίλαος Ε. Παπαγεωργίου, υποβλήθηκε ως διπλωματική εργασία στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ και βαθμολογήθηκε με άριστα. Στο σημερινό απόσπασμα παρουσιάζονται οι εισαγωγικές σκέψεις του συγγραφέα.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 Η συμμετοχή στο  Πρόγραμμα  Μεταπτυχιακών  Σπουδών  του  Τμήματος  Ποιμαντικής  και  Κοινωνικής  Θεολογίας  του  Α.Π.Θ.  υπήρξε  η  αφορμή  για  την  εκπόνηση  αυτής  της  εργασίας , που  συντάχθηκε  με  την ολοκλήρωση  του  κύκλου  των  μαθημάτων  για  να  υποβληθεί  στην  κρίση  σεβαστών  διδασκάλων. Όμως η  σύνταξή  της  λειτούργησε και ως  μερική  «εξόφληση»  ενός  αειδινήτου  χρέους προς  τον  άνθρωπο  που με  το  παράστημά  του  και  το  λόγο  του   αποτέλεσε  μια  γλυκεία  παιδική  ανάμνηση ,  καθοριστική  όμως  για  το  μέλλον  του  συντάκτου.
φωτο:Ν. Μπιμπισίδης
φωτο:Ν. Μπιμπισίδης
Η παρουσία του  γέροντος  Αιμιλιανού  Σιμωνοπετρίτου  στη  ζωή  πλείστων  συνανθρώπων μας  , το  σύντομο πέρασμά   του από  τις  ψυχές  μας ,  η  συμβολή  του  στην εμψύχωση των οραματισμών  μας  και  την ενσάρκωση των  κλήσεών  μας , υπήρξαν γεγονότα καθοριστικά.  Δημιούργησαν τα  δεδομένα   μιας  νέας  ποιμαντικής «σχολής» με  υψιπέτη προσανατολισμό , πνευματική  αξιοπρέπεια , παροξυσμό  καλών  έργων , μαρτυρία  πίστεως , κοινωνία  αγάπης. Η «εν  σώματι»  απουσία  του δεν  ακυρώνει  αλλά εμπεδώνει  και  πολλαπλασιάζει  το έργο  του, πλούσια  ευλογημένο  από  το  Δοτήρα  παντός αγαθού. Και  αυτό δεν είναι παρά  η  αδέκαστη κρίση  της  ιστορίας του σύγχρονου μοναχισμού  και  της  ποιμαντικής .  
Εκφράζοντας  την  ευγνωμοσύνη  προς  το σύμβουλο  και  καθοδηγό  μας  σε αυτή  την προσπάθεια Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Αθανάσιο  Γκίκα, αναπληρωτή  Καθηγητή  του Τμήματος  Ποιμαντικής  και  Κοινωνικής  Θεολογίας  του Α.Π.Θ. και  προς  εκείνους  που  συνετέλεσαν  στην  όσο  το  δυνατόν αρτιότερη παρουσίασή  της, επιζητούμε  την  επιεική  κρίση για τις ατέλειές της  και  την  οιαδήποτε   ευμενή  υπόδειξη  για  τη  βελτίωσή  της.
Βόλος, 2008
Μνήμη  του αγίου και  ενδόξου  μάρτυρος Αιμιλιανού
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η σύγχρονη θεολογική αναζήτηση στους δρόμους της ποιμαντικής διακονίας και προσφοράς στο λαό του Θεού, ωφελείται τα μέγιστα από την αναζήτηση ποιμαντικών προτύπων μέσα στο ιστορικό «παρόν» της Εκκλησίας, το οποίο θεμελιώνεται  στο παρελθόν  της  και επεκτείνεται στο εσχατολογικό  μέλλον Της[1]. Η προσπάθεια αυτή ενισχύεται ασφαλώς με την αναζήτηση, ανάγνωση και αξιοποίηση αναλόγων καθοδηγητικών  κειμένων σε συνδυασμό  με  τη  χρήση  τους  στην  καθημερινή ποιμαντική  πράξη. Η  πράξη όμως   αυτή  δεν  περιορίζεται  απλώς   στην  προσαρμογή των  ποιμαντικών  διατυπώσεων   στα  μέτρα  των σύγχρονων ανθρώπινων  αναγκών, αλλά  αγγίζει  και  αυτή  την  ακαδημαϊκή  ενασχόληση  αποσκοπώντας  στον «καταρτισμόν  των αγίων»  και  την  οικοδομή  του  Σώματος  της  Εκκλησίας [2].
Όπως   χαρακτηριστικά   σημειώνει  ένας  από  τους   σημαντικότερους   σύγχρονους  θεράποντες  του  ποιμαντικού στοχασμού[3]: «…πολλά   ρυάκια  ποτίζουν   το  πνευματικό  έδαφος  της πατρίδος  μας, όχι  μόνον  κατά  τα  παλαιότερα  χρόνια , αλλά  και  κατά  τους  τελευταίους  δύσκολους  καιρούς. Τα περισσότερα  από  αυτά   είναι  άγνωστα,  οι  πολλοί  δεν τα  προσέχουν  και  οι  αρμόδιοι δεν  τα  παρουσιάζουν… Κοινό  γνώρισμά  τους  όμως  είναι ότι  αγάπησαν  ιδιαίτερα  το  Σαρκωμένο  Θεό, ένοιωσαν  βαθειά   το  μήνυμά  του  και  προσπάθησαν  αυτό  να  το  μεταδώσουν ζωντανό  στο  διψασμένο  κόσμο… Κάτι   τέτοιες πνευματικές  καταβολές   πρέπει  να  τις  προσέχη  ιδιαίτερα  η  ιστορία  και  η  ιστοριογραφία.
Η  τελευταία  δεν  συντίθεται  από  το  υλικό  ( μόνον ) επισήμων  αρχείων και   διοικητικών  πράξεων. Την  υφαίνουν  μάλλον οι  ήρεμες και  γόνιμες  προσφορές  των  αληθινών εκείνων  ανθρώπων που  λαχτάρησαν  το  Θεό … κι  έζησαν  γνήσια  το  Ευαγγέλιο  και  το  μετέδωσαν  ως  Ορθοδοξία  και  Ορθοπραξία…» Ο  ερευνητής  της  πνευματικής  πορείας   του συγχρόνου   ορθοδόξου πληρώματος  στέκεται  με  σεβασμό  και ευλάβεια  ενώπιον  ορισμένων  ασκητικών  και  ιδιαίτερα  νηπτικών   πνευματικών  πατέρων  της  εποχής  μας. Με  περισσή ειλικρίνεια  θα  μπορούσε  να  τους  χαρακτηρίσει  ως  συγχρόνους  ησυχαστές  η  και  ως  σύγχρονους και τελευταίους (;) επιγόνους  της  Φιλοκαλικής  αναγέννησης   στην πατρίδα   μας[4].
Οι  πατέρες   αυτοί , προικισμένοι  με  το  χάρισμα  της  πνευματικής κυοφορίας, αναγέννησης  και καθοδήγησης  ψυχών, υιοθέτησαν  το  ασκητικό  ήθος  και  το  ησυχαστικό  φρόνημα  των  παλαιότερων  φιλοκαλικών. Επέκτειναν  στις  μέρες  μας   το  παιδαγωγικό, συμβουλευτικό  και  εν  γένει  αναγεννητικό  τους  έργο. Έγιναν  οι  σύγχρονοι  πνευματικοί  πατέρες της  νεολαίας, οι  αναμορφωτές  του  σύγχρονου  μοναστικού  ρεύματος , οι  σύμβουλοι  της  νεοελληνικής  οικογένειας. Συνέχισαν  μ’ ένα  λόγο  τη  μακραίωνη ορθόδοξη παράδοση  της  πνευματικής  πατρότητος.  Οι   ιερές  μνήμες  της νηπτικής  τους  ζωής   λειτουργούν  στη  συνείδησή  μας  παραμυθητικά , θεραπευτικά  και  διδακτικά. Και  το  γεγονός  αποκτά  μεγαλύτερη  σημασία,   όταν η  όποια  αναφορά  στο  έργο  τους  δεν  γίνεται  ως  μεταθανάτια  εξόφληση ενός  πνευματικού  χρέους  αλλά, ζώντας  την   ευλογία  της  εν  ημίν  παρουσίας  τους, αποτίουμε  τον  υιϊκό  φόρο  του  σεβασμού  και  της  αγάπης.
           Η  προσωπικότητα  του  πολυσεβάστου  γέροντος  Αιμιλιανού (Βαφείδη) Σιμωνοπετρίτου εμπίπτει  σ’ αυτήν  ακριβώς  την  κατηγορία  νεώτερων καθοδηγητικών  μορφών , που  με  το  ολιγόχρονο πέρασμα  αλλά  την  αμφιλαφή καρποφορία  αναδείχθηκαν  όρχαμοι  του  νέου  Ισραήλ  εν  μέσω  ενός  «αιώνος απατεώνος»[5]. Μέσα   από  το απέραντο  εύρος  της  πληθωρικής  του  παρουσίας, στην παρούσα μελέτη   επιχειρείται  μια  ακροθιγής , και  προς  τούτο  εκ  των  προτέρων ελλιπής , παρουσίαση  της  ποιμαντικής  θεολογίας  του  Γέροντος  Αιμιλιανού, όπως αναπτύσσεται  στα  εκδοθέντα  έργα  και τις  κατηχήσεις του, είτε απομαγνητοφωνημένες,  είτε  στενογραφημένες,  είτε  επισήμως και  επιμελώς εκδεδομένες  από  το  Πατριαρχικό  και  Σταυροπηγιακό  Μετόχιο – Ιερό  Κοινόβιο του Ευαγγελισμού  στην  Ορμύλια της  Χαλκιδικής[6]. Το εγχείρημά  μας  έχει  την πρόσθετη  δυσκολία  της  ελαχιστότητος  γραπτών  κειμένων  του  ιδίου  του Γέροντος[7]  αλλά  και  την  ένταση  των ισχυρών  βιωματικών  εμπειριών.
              Μέσα  στο  πλαίσιο  αυτό  θα  αναζητηθεί  η  σκιαγράφηση  καταρχήν  των πνευματικών  προϋποθέσεων  που  διαμόρφωσαν  την  προσωπικότητα του Γέροντος, είτε  αυτό  αφορά  σε  πρόσωπα  είτε  σε  γεγονότα είτε   σε  μελέτες  και προσωπικές εμπειρίες του  ιδίου.  Θα  ακολουθήσει  μια  αναφορά  στα  ποιμαντικά  πρότυπα  του Γέροντος , είτε  αυτά  αφορούν  σε  βιβλικά  πρόσωπα ,  είτε  σε μια  συμπόρευση  και προσωπικές του  αναστροφές με  συγχρόνους  πνευματικούς  ανθρώπους,  πρότυπα τα οποία  εμπέδωσαν  το  νηπτικό  του  προσανατολισμό. Κατόπιν  θα  παρουσιασθούν συνοπτικά  οι  βασικές  θεωρητικές  και   πρακτικές  συντεταγμένες   της  ποιμαντικής θεολογίας  του π. Αιμιλιανού σε  συνδυασμό  με  τις  διήκουσες  έννοιές  της.     Τέλος  θα καταχωρηθούν  τα  γενικά  στοιχεία  και  η  ποιμαντική  διδασκαλία  του σε  επιμέρους ομάδες  ανθρώπων  που  τον  συναναστράφηκαν  η  συνδέθηκαν  πνευματικά  μαζί του  καθ’ οιονδήποτε  τρόπο. Το  εγχείρημά  μας  θα  ολοκληρωθεί  με  ορισμένες  ειδικές ποιμαντικές   επισημάνσεις στα έργα  του.
              Γνωρίζουμε πως  η  προσπάθεια  είναι  μεν  ατελής , αποτελεί όμως  μιαν   πρώτη απόπειρα   σκιαγραφήσεως της  πνευματικής – ποιμαντικής  φυσιογνωμίας   του με  την κατά  το δυνατόν  επιστημονική   ακρίβεια  και  πιστότητα . Τούτο  επιβάλλεται, στις μέρες  μας , από  τη  δημοσίευση και την  κοινοποίηση  της  ποιμαντικής  του διδασκαλίας, που  αποτελεί  πλέον   πνευματικό  θησαύρισμα   για  την  εποχή μας   και παρακαταθήκη  ζωής  για  εκείνους  που  συνεχίζουν  το  έργο  του  αξιοποιώντας  την πνευματική κληρονομιά  του.
[Συνεχίζεται]
 
 
  1. Ακαδημία  Θεολογικών  Σπουδών Ι.Μ. Δημητριάδος , τόμος  Εκκλησία και  Εσχατολογία, εκδ.  Καστανιώτη ,  Αθήνα  2003 , σ. 11.
  2. Εφεσ. 4,12.
  3. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου( Αρχιμ.) , Άγιες  Μορφές  της  νεωτέρας   Ελλάδος, χ.χ. Αθήναι (2)   εκδ. ΤΗΝΟΣ, σ. 5-6.
  4. Γεωργίου Κρουσταλλάκη , Ο  Γέρων  Πορφύριος, εκδ. ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ, Αθήνα 1997.
  5. Ακάθιστος   Ύμνος,   Μ. Οίκος .
  6. Σεραπίωνος  Σιμωνοπετρίτου (Ιερομονάχου), Γέροντας  Αιμιλιανός  Σιμωνοπετρίτης : Ιχνηλασία  Ζωής, περιοδικό ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ, τεύχος 14, (Απρίλιος – Ιούλιος 2004 ),  σελ. 114.
  7. Οπ.παρ.   σ. 111.
  8. ΠΗΓΗ