Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ὦ Θεία Ἀγάπη - Ἅγιος Νεκτάριος



Ὦ Θεία Ἀγάπη, ἐλθέ, ἱκετεύω,

ἐξ ὅλης ψυχῆς μου καὶ μέσης καρδίας,

καὶ σκήνωμα θεῖον, Χριστέ, ποίησόν με

καὶ πάσης κηλῖδος, ὤ καθάρισόν με.



Ὦ Θεία Ἀγάπη, ἀγάπης ἐνθέου

τὴν Σὲ ἐκζητοῦσαν ψυχὴν ἔμπλησόν μου

καὶ ἔρωτα θεῖον, Ὦ Θεία Ἀγάπη,

θερμῶς ἱκετεύω, τῷ δούλῳ Σου δός μοι.



Ὦ Θεία Ἀγάπη, τὴν Σὴν ἱκετεύω,

ἀγάπην παράσχου τοῖς Σὲ ἐκζητοῦσι·

Ἡ γὰρ Σὴ ἀγάπη τὸ πλήρωμά ἐστι

τοῦ Θείου Σου Νόμου, Ἀγάπη γλυκεῖα.



Ὦ Θεία Ἀγάπη, ἡ μόνη πληροῦσα

τὸν σύμπαντα κόσμον καὶ ἡ συντηροῦσα,

Σὺ πέλεις ὁ νόμος τῶν ἐπουρανίων,

Σὺ πέλεις ὁ νόμος καὶ τῶν ἐπιγείων.



Ἡ Σὴ Βασιλεία ἐστὶν ἡ ἀγάπη,

ἐν ᾗ βασιλεύει χαρὰ καὶ εἰρήνη,

ἐν ᾗ βασιλεύει ἡ μακαριότης,

ὁ ἔρως τοῦ Θείου καὶ ἡ εὐφροσύνη.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Ἡ Ὀρθόδοξος παράδοσις καὶ ὁ σύγχρονος κόσμος





(Ἀπὸ τὴν ὁμιλία ποὺ εἶχε κάμει στὴ Λεμεσὸ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1981 ὁ πατὴρ Θεόκλητος Διονυσιάτης.)

Τώρα ποὺ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν 20ον αἰώνα, εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν μὲ τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις του, μὲ τὰς ἰδιότυπους δομάς του, μὲ τὴν ἀλλοφροσύνην του, μὲ τὴν σύνεσίν του, μὲ τὴν ἀλογίαν του καὶ τὴν λογικήν του, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει νὰ πῆ τίποτε νεώτερον ἀπ' ὅ,τι εἶπε. Ἁπλῶς μπορεῖ νὰ χρησιμοποιῆ μεθόδους διαφόρους αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται λόγῳ τῶν συνθηκῶν τοῦ συγχρόνου κόσμου. Ὅ,τι ὅμως εἶπε διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων, συνεχίζει νὰ τὸ λέγη καὶ σήμερα εἰς τὸν κόσμον. Ἐὰν ἀκολουθῶμεν τοὺς βίους τῶν Ἁγίων μας καὶ τὴν ἐν Ἁγίῶ Πνεύματι διδασκαλίαν των ἀγωνιζόμενοι νὰ οἰκειοθῶμεν αὐτὴν διὰ πείρας, τότε θὰ καταλάβωμεν τί θησαυροὺς ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.

Πράγματι, ἔρχονται εἰς τὸν νοῦν ὠρισμένα κείμενα τῶν «μυστικῶν» Πατέρων τὰ ὁποῖα δικαιώνουν τὸν ἀσκητικὸν βίον, ὅπως τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ποὺ ἀναφέρονται σ' αὐτὴν τὴν προσωπικὴν κοινωνίαν ποὺ εἶχε μὲ τὸν Θεόν, καὶ τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς κοινωνίας. Ἀφοῦ ἔζησεν εἰς Μοναστήριον ἀπὸ μικρὸ παιδί, μὲ τὴν ἄσκησιν, καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸν Γέροντά του, τὰς νηστείας του, τὰς ἀγρυπνίας του, τὰς προσευχάς του, τὴν βαθεῖαν ταπείνωσίν του, ἔφθασε νὰ γίνη σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ὀνομάση «Θεολόγον», μετὰ τὸν Ἰωάννην τὸν Θεολόγον καὶ τὸν Γρηγόριον τὸν Θεολόγον.

Λέγει λοιπὸν εἰς ἕνα σημεῖον ὁ ἅγιος Συμεών, εἰς τοὺς «Ὕμνους θείων ἐρώτων», τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον μεταφέρω ἐν μεταφράσει: «Ἀπολαύω τῆς ἀγάπης Σου καὶ τῆς ὡραιότητός Σου, καὶ εἶμαι πλήρης θείας εὐδαιμονίας καὶ θείας γλυκύτητος. Τὸ πρόσωπόν μου λάμπει ὅπως τὸ πρόσωπον τοῦ ἀγαπημένου μου Ἰησοῦ. Ὅταν βυθίζωμαι μέσα εἰς τὸ φῶς Σου, τότε αἰσθάνομαι ὅτι γίνομαι ἕνα φῶς ὅμοιον μὲ τὸ ἰδικόν Σου. Καὶ τότε βλέπω τὸν ἑαυτόν μου ὡραιότερον ἀπ’ ὅλους τους ὡραίους, πλουσιώτερον ἀπ’ ὅλους τοὺς πλουσίους καὶ δυνατώτερον ἀπ’ ὅλους τοὺς αὐτοκράτορας. Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος νὰ εἰσέλθη εἰς τὸ φῶς Σου, γίνεται ἕνα φῶς ὅμοιον μὲ τὸ ἰδικόν Σου...»

Κοιτάξτε τί πληρότης καὶ τί αὐτάρκεια ἐν Θεῷ, τί ὀμορφιά, ὀμορφιὰ ὄχι μορφικὴ καὶ εἰκονιστικὴ ἀλλὰ ὀμορφιὰ πνευματική, εἰς τρόπον ὥστε, παρὰ τὸ βάθος τῆς ταπεινοφροσύνης του, νὰ βλέπη τὸν ἑαυτὸν του ὡραιότερον ἀπ’ ὅλους τοὺς ὡραίους, πλουσιώτερον ἀπ’ ὅλους τοὺς πλουσίους καὶ δυνατώτερον ἀπ’ ὅλους τοὺς αὐτοκράτορας, ἐπειδὴ ζῆ μέσα εἰς τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὸν ἅγιον Συμεών, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ πλήθη τῶν ὁσίων Πατέρων, εἰς ὅσους ἐκαθάρισαν τὴν ψυχὴν τῶν ἀπὸ κάθε μολυσμόν, ἐταπεινώθησαν βαθέως καὶ ἐκοινώνησαν μὲ τὸν Θεόν.

Ὑπάρχουν ἐμπειρίαι, ὡς ἀλήθειαι καὶ ὡς ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι δὲν γίνονται γνωσταὶ καὶ προσιτοὶ εἰς τὸν ἀνθρώπινον λόγον. Οὔτε ὑπόκεινται εἰς μίαν ἀνάλυσιν συλλογιοτικὴν καὶ λογικὴν ἀπὸ ἀνθρώπους ἐστερημένους αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν. Πρέπει νὰ κοινωνήση κανεὶς μὲ τὰς ἐμπειρίας αὐτάς, νὰ γίνη ὁ ἴδιος φορεὺς αὐτῶν τῶν Ἁγιοπνευματικῶν ἐμπειριῶν διὰ νὰ μπορῆ νὰ καταλάβη αὐτὰ τὰ μυστικὰ ὄργια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὰς καρδίας τῶν Ἁγίων.

Ἂς ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς τὴν ὑπακοὴν τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἡμεῖς οἱ μοναχοί. Τί εἶναι ἡ ὑπακοὴ κατὰ βάθος; Μία ἠθελημένη ἄρσις τῆς ἐλευθερίας• θυσιάζω τὴν ἐλευθερίαν μου καὶ ὑποτάσσομαι, ἄρα εἶμαι ἀνελεύθερος• ὁ ἀνελεύθερος εἶναι δοῦλος. Ἐν τούτοις, αὐτὴ ἡ πράξις τῆς ἑκουσίου δουλείας, συμφώνως πρὸς τὴν καθολικὴν ἐμπειρίαν τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἔναρξις τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ψυχῆς, διότι δουλεία εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων.

Ὅσοι, λοιπόν, ὑπέταξαν τὸν ἑαυτὸν των εἰς αὐτὴν τὴ διαδικασίαν τῆς ἑκουσίου ὑποταγῆς, ὅσοι ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς ἀσκήσεως, συνιστάμενον εἰς νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχάς, ἡσυχίαν, ταπείνωσιν, ὀνειδισμούς, μέσα εἰς τὸν χῶρον τὸν μοναστηριακὸν ἤ τὸν σκητιωτικὸν ἤ τὴν ἔρημον, γνωρίζουν τί δίδουν εἰς τὴν ψυχὴν αὐτὰ ὅλα, ποιὸν εἶναι τὸ ἄνθος τὸ ὁποῖον ἀναφύεται μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴν ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν.
Ἔτσι διεμορφώθη τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἰς αὐτὸ ἔπαιξε πρωτεύοντα ρόλον ὁ Μοναχισμός. Ὁ Μοναχισμὸς εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν καθολικὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας• διαφέρει μόνον εἰς τὴν ἰδιοτυπίαν ζωῆς καὶ ἁπλῶς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς ἐγκοσμίους κοινωνίας. Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε τὸν ἐθεώρησε ὡς ὑπόδειγμα τῆς ἐν κόσμῳ ζωῆς, ὑπόδειγμα τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς μίμησιν (ὄχι βεβαίως ὅλων τῶν τρόπων ζωῆς του) ἀλλὰ ὅσον εἶναι δυνατόν. Δι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς λέγει: «Φῶς μὲν μοναχοῖς, ἄγγελοι• φῶς δὲ κοσμικοῖς, μοναδικὴ πολιτεία».

Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν μποροῦμεν νὰ ἔχωμεν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, χωρὶς τὸν Μοναχισμόν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἴμεθα ἐντελῶς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴν εἴμεθα ὀρθόδοξοι• νὰ ζῶμεν δηλαδὴ μέσα εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας ἀγνοοῦντες τὰ μεγαλεῖα τὰ θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Ἱστορικά, θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ τεκμήρια βοοῦν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεμόρφωσαν τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας καὶ διασώζουν τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον εἰς τὰ ὑψηλὰ ἐπίπεδά της, εἶναι οἱ μοναχοὶ ἤ, ἂν θέλετε, ὄχι ὅλοι ἀλλὰ οἱ Πατέρες οἱ ἐκ μοναχῶν οἱ ὁποῖοι μέσα εἰς τὴν κάμινον τῆς ἀσκήσεώς των, μέσα εἰς τὸν θεῖον ἔρωτά των, ἐφήλκυσαν πλουσίως τὰς ἀκτῖνας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ὑμνολογίαν μας συνήθως λέγομεν: «Γέγονας, ὅσιε, ἔσοπτρον καθαρὸν τῶν ἀκτίνων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλλαμφθεὶς πλουσίως...»

Ἐπαναλαμβάνω: δὲν μποροῦμε νὰ ὀνομαζώμεθα ὀρθόδοξοι ἐὰν δὲν ἀποδεχθῶμεν τὴν ὁμόφωνον διδασκαλίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ δὲν μποροῦμεν νὰ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τὴν βασιλικὴν αὐτὴν πορείαν τῶν Ἁγίων Πατέρων χωρὶς νὰ διακινδυνεύσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἀντινομικὰς καταστάστεις μέσα μας ἤ νὰ περιπέσωμεν εἰς μίαν πνευματικὴν σχιζοφρένειαν.

Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμεθα ὡραιότεροι ἀπ' ὅλους τοὺς ὡραίους, πλουσιώτεροι ἀπ’ ὅλους τοὺς πλουσίους, καὶ δυνατώτεροι ἀπ’ ὅλους τοὺς αὐτοκράτορας ἐὰν εἰσέλθωμεν μέσα εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καὶ δὲν ἀφήσωμεν τὰς ψυχάς μας νὰ ἀπατῶνται μὲ πτωχοδιδασκαλίας, ἑτεροδιδασκαλίας καὶ ἑτεροθρησκείας, μὲ ἐπινοήματα ἀνθρώπων μὲ λογισμοὺς «δειλούς», κατὰ τὸν προφήτην, ἀνθρώπων ἐστερημένων κύρους καὶ αὐθεντίας. Ἡ Ὀρθοδοξία μας εἶναι μεγάλον πράγμα: δὲν διακρίνεται δι’ αὐτάρκειαν ἐν τοῖς ἐλαχίστοις, καὶ εἶναι ξένη πρὸς τὴν ἔπαρσιν τὴν ὁποίαν προκαλοῦν μερικαὶ ἀγαθαὶ πράξεις φαρισσαϊκοῦ τύπου. Εἶναι πλούσια. Εἶναι ὁ πολύτιμος μαργαρίτης τὸν ὁποῖον ὁ Κύριός μας ἐκάλεσε νὰ ἀγοράσωμεν ἀφοῦ πωλήσωμεν πάντα. Λέγει δὲ χαρκτηριστικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης εἰς ἕνα τροπάριόν του: «Γίνου, ψυχή μου, μεγαλέμπορος»• μεγαλέμπορος, λοιπόν• ὄχι ψιλικατζής. Γιὰ μεγάλα πράγματα μᾶς ἔχει ὁμιλήσει ὁ Θεός.

Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ Ὀρθοδόξου, ἀπὸ τὴν ραθυμίαν μας ἤ ἄλλους λόγους. Τότε ἡ Ὀρθοδοξία μᾶς ὁδήγει τουλάχιστον εἰς τὴν ταπείνωσιν: μᾶς δεικνύει τὰ μεγαλεῖα ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς δι’ ἡμᾶς, τὰ ὁποῖα καὶ καλούμεθα νὰ οἰκειωθῶμεν. Ὅταν δέ, διὰ ποικίλους λόγους, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, μᾶς ὑποδεικνύει μίαν ἄλλην λύσιν διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δυστυχίαν μας: τὴν ταπείνωσιν. Μᾶς ἀπεκάλυψες, Κύριε, ἀρίστην ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν, λέγει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

Ἀντιθέτως, ἐὰν θεωρήσωμεν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἕνα θέμα δοσοληψίας μὲ τὸν Θεὸν (νὰ κάμωμεν δηλαδὴ μερικὰς καλὰς πράξεις κοινωνικοῦ χαρακτῆρος, νὰ προσευχώμεθα, νὰ κοινωνῶμεν, νὰ ἐξομολογούμεθα, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν), περιπίπτομεν εἰς τὴν αὐτάρκειαν, καὶ ἐνῶ εἴμεθα δυστυχεῖς, ἐλεεινοὶ καὶ γεμάτοι πάθη, αἰσθανόμεθα μίαν ἀνεσιν• αὐτὸς εἶναι ὁ φαρισσαϊσμὸς τὸν ὁποῖον ἐπισημαίνει ὁ Κύριος. Ἐνῶ ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία μας (δηλ. τὸ αὐθεντικῶς ἑρμηνευόμενον ἅγιον Εὐαγγέλιον) μᾶς λέγει: καθαρθεῖτε ἀπὸ τὰ πάθη διὰ νὰ οἰκήσω μέσα σας• μὴν ἐμπιστεύεσθε μερικὰς ἐνεργείας ἐξωτερικὰς αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν αὐτοσκοπὸν ἀλλὰ μέσον• ἐλευθερωθεῖτε ἀπὸ τὰ πάθη διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν καρδίαν σας. Εἶναι αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον προσευχόμεθα κάθε ἡμέραν: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας..., ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος...».

Μὴν ἐπαναπαυώμεθα λοιπόν, καὶ ἀπατῶμεν ἑαυτοὺς μὲ μικρὰ καὶ πτωχὰ καὶ εὐτελῆ πράγματα τὰ ὁποία ἄλλωστε κάμνουν καὶ οἱ «ἐθνικοί». Πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς μίαν διαρκῆ ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, «Οὐκ ἔστιν ἄλλο τὸ ζητεῖν τὸ Θεὸν καὶ ἄλλο τὸ εὑρίσκειν, ἀλλὰ τοῦτο ἐστὶ τὸ εὑρίσκειν, τὸ ἀεὶ ζητεῖν καὶ ἐκκκαίεσθαι εἰς τὸν πόθον Ἐκείνου». Λοιπόν, ὅρος εὑρέσεως εἶναι ὁ πόθος• ὅταν ἔχωμεν πόθον, εὑρήκαμεν τὸν Θεόν. Δὲν τελειώνει ὅμως ἐκεῖ ἡ διαδικασία εὑρέσεως τοῦ Θεοῦ διότι, ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος καὶ ἀσύλληπτος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν σταματᾶ τὴν φοράν του πρὸς τελειότητα ἀφοῦ ἡ τελειότης καὶ τῶν τελείων εἶναι ἀτέλεστος. Δι’ αὐτὸ ἡ ζωὴ τῶν ἀληθινῶν ὀρθοδόξων εἶναι ζωὴ πεινώντων καὶ διψώντων τὸν Κύριον. Καὶ ὅταν δὲν τὸν εὑρίσκουν καὶ στενάζουν καὶ πενθοῦν καὶ φωνάζουν μαζὶ μὲ τὸν Δαυΐδ, «Πότε ἤξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ», ἤ πάλιν « Ὡς ἡ ἔλαφος ἐπείγεται ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτω καὶ ἡ ψυχή μου σὲ διψᾶ, ὁ Θεός», ἤ ὅπως ἡ νύμφη εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων λέγει, «Τετρωμένη ἀγάπης εἰμὶ ἐγώ..., εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμαι...» (τρέχω ὀπίσω Σου Χριστέ μου)!...

Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος αὐτὸ λέγει: «Διώκω εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ' ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ» (τρέχω διὰ νὰ κάμω ἰδικόν μου ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Ἰ. Χριστὸς μὲ ἔκαμε ἰδικόν του). Καὶ ἀκόμη, «τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος, κατὰ σκοπόν, διώκω...» (Φιλιπ. 3:12-14). Ξεχνῶ ὅ,τι ἔχω κάμει, τὰ ἀθλήματα τὰ μεγάλα, καὶ κρατῶ μόνο ἕνα πράγμα: τὴν γνῶσιν τῆς ἀθλιότητός μου. Ἕνας γίγας, ὁ Παῦλος, ἐκράτει μόνον τὴν γνῶσιν τῆς ἀθλιότητός του. " Ὅταν εἶχεν ἀνεβεῖ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, ὅταν ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἦτο, ὁ θεῖος Παῦλος, τότε ἔλεγεν, «οὐκ εἰμὶ ἄξιος καλεῖσθαι ἀπόστολος», καὶ «ἔσχατον πάντων, ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρωμάτι, ὤφθη ὁ Χριστὸς κάμοί» (Α' Κορ.15,9).

Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία μας.

Ενστήσονται καιροί χαλεποί.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος. 
(από το βιβλίο του
"κατά ενωτικών") 

 Που είναι λοιπόν η αισιοδοξία για το τέλος των καιρών; Όταν ο Κύριος προλέγη ότι η πλάνη θα έχη καλύψει ολόκληρη την γή, ώστε και οι εκλεκτοί να κινδυνεύουν σε κάθε τους β`ημα να πλανηθούν από τους ψευτοχριστιανούς και τους ψευτοχριστούς που θα βρίσκωνται παντού, πώς εμείς μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον, όταν ο Κύριος προλέγη πολλαπλασιασμό της ανομίας και ψύξι της αγάπης των ανθρώπων;

Υπάρχουν βέβαια οι προοπτικές για την ένωσι των «Εκκλησιών», για την ένωσι όλων εκείνων που έρχονται στό όνομά Του και πλανούν πολλούς. Αλλά «βλέπετε μη τις υμάς πλανήση», «ιδού προείρηκα υμίν». Η ένωσις που επιδιώκουν οι ψευτοχριστιανοί των καιρών μας είναι μια από τις πιο τέλειες μηχανορραφίες του ψεύδους, η παγίδα της υποκριτικής ευσεβείας, από την οποία θέλει να μας γλυτώση ο Κύριος, κάνοντάς μας προσεκτικούς. Εάν η ένωσις και η παγκόσμιος εξάπλωσις του Χριστιανισμού είναι το τελικό πεπρωμένο της  ανθρωπότητος, όπως διδάσκουν αυτοί, τότε γιατί ο Χριστός προλέγει θλίψι για τους εκλεκτούς του τις ημέρες εκείνες; Εάν το Ευαγγέλιο το δεχθούν και το ζήσουν όλα τα έθνη της γής, γιατί τότε λέγει ο Χριστός ότι οι ημέρες του τέλους του κόσμου θα είναι όπως οι ημέρες του Νώε, που η αποστασία είχε σκεπάσει όλη τη γή και μόνο μια χούφτα άνθρωποι βρέθηκαν πιστοί στον Θεό και μπήκαν μέσα στην Κιβωτό που συμβολίζει την Εκκλησία;
Εάν τις τελευταίες μέρες της γής χαρακτηρίζη η ειδυλλιακή εικόνα που ονειρεύονται οι συναισθηματικοί, οι «ψυχικοί» Χριστιανοί, τότε πώς βρίσκει ο απ. Παύλος να γράψη αυτά τα λόγια στον Τιμόθεο; «Τούτο δε γίνωσκε», ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί έσονται γάρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β΄ Τιμ., γ΄ 1-5).
Που είναι η αισιοδοξία του απ. Παύλου, όταν γράφη πρός τους Θεσσαλονικείς που περιμένουν από στιγμή σε στιγμή την Παρουσία του Χριστού «μη τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον (ότι έρχεται δηλαδή τώρα αμέσως ο Χριστός) ότι εάν μη έλθη η αποστασία πρώτον και αποκαλυφθή ο άνθρωπος της αμαρτίας, (ο Αντίχριστος), ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν ότι εστί Θεός, (δεν θα έλθη ο Χριστός). Ου μνημονεύετε ότι έτι πρό υμάς ταύτα έλεγον υμίν;». Και ύστερα συνεχίζει για τον Αντίχριστο «και τότε αποκαλυφθήσεται ο άνομος, όν ο Κύριος αναλώσει τω πνεύματι του στόματος αυτού και καταργήσει τη επιφανεία της παρουσίας αυτού ού εστιν η παρουσία κατ’ ενέργειαν του σατανά εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι ψεύδους και εν πάση απάτη της αδικίας εν τοις απολλυμένοις, ανθ’ ών την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς και διά τούτο πέμψει ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ’ ευδοκήσαντες εν τη αδικία» (Β΄ Θεσσ., β΄ 3-5 και 8-12).
Το μέλλον λοιπόν δεν θα είναι όσο όμορφο το φαντάζονται «οι απολλύμενοι», οι οποίοι «την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς». Θα χαρακτηρίζεται από την αποστασία, την φρικτότερη αποστασία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Γιατί δεν θα είναι καθαρή και τίμια άρνησις του Θεού αλλά υποκρισία, παραποίησις της πίστεως και της αληθείας.
Μήπως τα ίδια δεν προεφήτευσαν για το τέλος των καιρών και οι Πατέρες της ερήμου, και όλο το νέφος των Αγίων της Εκκλησίας μας; Να μια συζήτησις μαθητού με τον πνευματικό του πατέρα, παρμένη από τον Ευεργετινό (Τόμ. Β΄, σελ. 114, έκδ. 1958):
«Και είπεν αυτώ ο αδελφός τι ούν; αλλαγήσονται τα έθη και αι παραδόσεις των χριστιανών, και ουκ έσονται ιερείς εν τη Εκκλησία, ίνα ταύτα γένηται;Και είπεν ο γέρων εν τοις τοιούτοις καιροίς ψυγήσεται η αγάπη των πολλών, και έσται θλίψις ουκ ολίγη, εθνών επιδρομαί και λαών κινήσεις, βασιλέων αποστασία, ιερέων σπατάλη, μοναζόντων αμέλεια έσονται οι ηγούμενοι καταφρονούντες της εαυτών σωτηρίας και του ποιμνίου, πρόθυμοι πάντες και σπουδαίοι εις τάς τραπέζας και μαχημάριοι, οκνηροί εις τάς ευχάς, και εις τάς καταλαλιάς πρόθυμοι, πρόχειροι εις το κατακρίναι τους βίους των γερόντων και τους λόγους αυτών μήτε μιμούμενοι, μήτε ακούοντες, αλλά μάλλον λοιδορούντες και λέγοντες ότι, «ει ήμεν και ημείς εν ταίς ημέραις αυτών, ηγωνισάμεθα αν και ημείς». Οι δε Επίσκοποι εν ταίς ημέραις εκείναις έσονται αιδούμενοι πρόσωπα δυνατών, κρίνοντες κρίσεις εν δώροις, μη υπερασπίζοντες πτωχού εν κρίματι, θλίβοντες χήρας, ορφανούς καταπονούντες^ εισελεύσεται δε και εις τον λαόν απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλος, ερίθεια, κλοπαί, μάθαι. Και είπεν ο αδελφός. Τι ούν ποιήσει τις εν τοις καιροίς και χρόνοις εκείνοις; και είπεν ο γέρων^ τέκνον, εν ταίς τοιαύταις ημέραις ο σώζων, σώζει την εαυτού ψυχήν, και μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών».
Από τις προφητείες αυτές, που κατά ένα μεγάλο μέρος έχουν ήδη πραγματοποιηθή, μπορεί να βγάλη κανείς ολοκάθαρα το συμπέρασμα για το που οδηγείται η ανθρωπότης. Το μέλλον της είναι μια πνευματική χρεωκοπία, όπου η αγάπη πρός τον Θεό και τον πλησίον θα έχη ψυχρανθή και οι άνθρωποι θα έχουν γίνει στό έπακρο εγωϊσταί, φιλάργυροι, αλαζόνες, βλάσφημοι, φιλήδονοι.
Η πνευματική όμως χρεωκοπία δεν θα εμφανίζεται γυμνή και τερατώδης, όπως είναι, αλλά θα καλύπτεται από ένα θαυμαστό πρόσχημα θρησκευτικότητος. Οι άνθρωποι αυτοί με τα τόσα πνευματικά έλκη, θα έχουν εν τούτοις «μόρφωσιν ευσεβείας». Πολλοί θα είναι εκείνοι που θα κηρύττουν στό όνομα του Χριστού, και θα ξεγελούν με την ψεύτικη ευσέβεια και θρησκευτικότητά τους «απολλυμένους», όσους δεν θα έχουν μέσα στην καρδιά τους την αγάπη της αλήθειας, για να μπορέσουν να διακρίνουν, κάτω από το σχήμα του προβάτου, τους λύκους. Εξ άλλου οι ψευδόχριστοι αυτοί και ψευδοπροφήτες, στό τέλος των καιρών, θα συνοδεύουν το κήρυγμά τους με σημεία και τέρατα μεγάλα, που θα αντλούν από την δύναμι του σατανά, (πνευματισμός, μαγεία, φακιρισμός κ.τ.λ.).
Όταν πιά θα έχη διαβρωθή η πίστις των μεγάλων μαζών της ανθρωπότητος από τους ψευδοπροφήτες αυτούς και θα έχουν προετοιμασθή οι ψυχές, τότε θα αποκαλυφθή αυτός τον οποίον περέμεναν και περιμένουν οι Εβραίοι, αυτός του οποίου τον δρόμο αιώνες τώρα ανοίγει η ανθρωπότης, αυτός που θα γίνη το σύμβολο και ο Θεός όλης της χαμένης γενιάς των τελευταίων ανθρώπων, «ο άνθρωπος της αμαρτίας», της μεγάλης και εωσφορικής αμαρτίας του πνεύματος, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και σαν τον εωσφόρο υπεραιρόμενος πάνω από κάθε τι που οι άνθρωποι σεβάσθηκαν μέχρι τότε. Θα καθήση στό ναό του Θεού σαν θεός, και με φοβερές δυνάμεις και σημεία και τέρατα που θα κάνη με την δύναμι του σατανά, θα αποδεικνύη στα σκοτισμένα και κοντόφθαλμα μυαλά των ανθρώπων ότι αυτός και όχι άλλος είναι ο θεός.
Αυτός θα πραγματοποιήση την ποθητή για τους αισθηματίες ένωσι. Μπροστά στον δικό του θρόνο θα σκύψουν να προσκυνήσουν αδελφωμένοι οι άνθρωποι όλων των θρησκειών και όλων των «πνευματικών» ρευμάτων. Αυτός θα ενώση κάτω από το σκήπτρο του όλα τα έθνη της γής, διότι «... εδόθη αυτώ εξουσία επί πάσαν φυλήν και λαόν και γλώσσαν και έθνος. Και προσκυνήσουσιν αυτόν πάντες οι κατοικούντες επί της γής, ών ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου του εσφαγμένου...» (Αποκ. ΙΓ΄ 7-8). Για τους ανθρώπους του κόσμου, αυτή η προοπτική του παγκοσμίου κράτους και της παγκοσμίου θρησκείας είναι κάτι το πολύ ευχάριστο. Το ίδιο συμβαίνει και για όσους ποθούν σήμερα την ένωσι των «Εκκλησιών», και δεν δίδουν σημασία στην αλήθεια. Για τους τελευταίους αυτούς τα δογματικά θέματα είναι μισερές βυζαντινολογίες. Αλλά «διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ’ ευδοκήσαντες εν τη αδικία».

το είδαμε εδώ

Θεός ου μυκτηρίζεται.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος.Από το βιβλίο του:
"Κατά ενωτικών"

Αλλά άς καταλάβουν όσοι με τόση ελαφρότητα μιλούν για Ένωσι των Εκκλησιών, πώς η ενότης της Εκκλησίας είναι δώρον μυστικόν της θείας παρουσίας. Δεν είναι κάτι που αποφασίζεται σε συνέδρια, αλλά κάτι που υπάρχει ή δεν υπάρχει.Καμμία απόφασις των ανθρώπων δεν μπορεί να εξαναγκάση τον Θεό.

Ασφαλώς τύποις η ένωσις μπορεί να γίνη και να αρχίσουν όλοι να δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, πώς τώρα πιά είμαστε μια Εκκλησία και να μνημονεύουμε εμείς τον Πάπα Ρώμης και ο Πάπας Ρώμης τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Εάν συμφωνήσουν όλοι επάνω σε ένα «ελάχιστο αληθείας», επάνω σε ένα «πιστεύω» απλουστευμένο, και κανονισθούν και μερικά άλλα ζητήματα, μπορεί να γίνη η ένωσις. Θα γίνη ένα σύστημα νομικώς και τυπικώς ισχύον, ένα σύστημα όμως που δεν θα έχη καμμία σχέσι με την Εκκλησία του Χριστού, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα το κάνουν να μοιάζη με την Εκκλησία. Ο «Θεός ου μυκτηρίζεται». Όταν δεν υπάρχουν στους ανθρώπους οι προϋποθέσεις της Παρουσίας Του, ο Θεός δεν έρχεται στους ανθρώπους.
Η Εκκλησία του Χριστού δεν ήταν ποτέ ένα σύστημα ανθρώπινο. Η Εκκλησία γεννήθηκε, δεν κατασκευάσθηκε. Οι συζητήσεις των ανθρώπων μπορούν να κατασκευάσουν κάτι και να του δώσουν το όνομα «Εκκλησία». Αυτό όμως το κατασκεύασμα θα είναι κάτι χωρίς ζωή. Η ζωντανή Εκκλησία δεν θα έχη καμμία σχέσι μ’ αυτό. Θα υπάρχη κάπου μακριά απ’ όλα αυτά τα κατασκευάσματα, αναλλοίωτη, γεμάτη αλήθεια και φώς, ανόθευτη από το ψέμα των συμβιβασμών, με το Πνεύμα το Άγιον να φέγγη τα βήματά της και να την περιβάλλη σαν το φώς του ηλίου, οδηγώντας την «εις πάσαν την αλήθειαν».
Το πόσοι θα είναι οι πραγματικοί Χριστιανοί δεν έχει καμμία σημασία, ακόμη και αν μετρούνται στα δάκτυλα της μιας χειρός. Αυτοί θα είναι οι συνεχισταί της Παραδόσεως, την οποία δεν θα την έχουν μάθει απλώς, αλλά θα την έχουν ζήσει και θα τους έχη γίνει βίωμα. Οι Χριστιανοί ζούνε μέσα στην Παράδοσι σαν μέσα σ’ ένα στοιχείο, όπως τα ψάρια στό νερό.
Όσοι πραγματικά ποθούν τον Θεό άς πάψουν να μιλούν για ένωσι των «Εκκλησιών». Η Εκκλησία δεν επιδέχεται ένωσι, γιατί ποτέ δεν διεσπάσθη.Οι άνθρωποι φεύγουν απ’ αυτήν, έστω και αν διατηρούν πολλά από τα εξωτερικά γνωρίσματά της. Όσοι αγαπούν τον Θεό άς επιστρέψουν στην Εκκλησία και άς ταπεινωθούν για να μπορέσουν να μπούν, γιατί στενή είναι η πύλη της και για να την περάση κανείς πρέπει να σκύψη βαθειά. 

Σωτηρία εκ του κόσμου.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος.Από το βιβλίο του: "Κατά ενωτικών"
Αλλά γιατί συγκινούνται τόσο εύκολα οι Χριστιανοί μας από τα κηρύγματα περί ενώσεως των Εκκλησιών και αντί να γεμίζουν με ζήλο για την μετάγγισι της αληθείας σ’ αυτόν τον κόσμο που τόσο πολύ την στερήθηκε, πιπιλίζουν συνεχώς την καραμέλα της ειρήνης, ζυγίζοντας να δούν αν είναι περισσότερα αυτά που χωρίζουν ή αυτά που ενώνουν τους Χριστιανούς; Γιατί στερήθηκαν οι ίδιοι την γνώσι της αλήθειας. Μέλη οι περισσότεροι κοινωνικο - χριστιανικών οργανώσεων και αδελφοτήτων, κατηχήθηκαν από τα μικρά τους χρόνια σε ένα ηθικο - φιλοσοφικό σύστημα με επίχρισμα χριστιανικό, που άφηνε να εννοηθή ότι σκοπός του Χριστιανισμού είναι να επιτύχη την ειρηνική και αγαπημένη συμβίωσι μεταξύ των ανθρώπων. 
Η αιωνιότης και η θεωρία του Θεού ήταν πράγματα τόσο μακρινά για τους Χριστιανούς αυτούς και συχνά τόσο αδιάφορα. Οι περισσότεροι, όντες εξωστρεφείς, άνθρωποι της δράσεως, ήλθαν στον Χριστιανισμό για να βρούν έναν ωργανωμένον και καθωδηγημένον modus vivendi, έναν τρόπο για να ζήσουν ως καλοί και τίμιοι πολίται επάνω σε τούτη τη γή. Ο Θεός είναι για τους τέτοιους ανθρώπους ο Μέγας Υπερέτης των προσωπικών συμφερόντων τους, η δε αιώνιος ζωή μια καλή αλλά ευτυχώς μακρινή ελπίς αποκαταστάσεως.
Σε Χριστιανούς σαν κι αυτούς τα κηρύγματα περί ενότητος πιάνουν πολύ εύκολα ρίζες. Πόσο καλό θα είναι, αληθινά, να επεκταθή σε παγκόσμιο κλίμακα ο κύκλος των δικών μας ανθρώπων, των τίμιων και ενάρετων με τους οποίους να έρχεται κανείς σε συναλλαγές, χωρίς τον φόβο μήπως τον γελάσουν, με τους οποίους θα έχουμε αγαθές και ειρηνικές σχέσεις, χωρίς ποτέ να κινδυνεύσουμε να διωχθούμε ή να χρειασθή να αγωνισθούμε; Όσο για την αλήθεια, «τι εστιν αλήθεια;» Πιστεύουμε όλοι στον Χριστό, αυτό αρκεί. Εξ άλλου ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει δύσκολους καιρούς. Πρέπει το γρηγορώτερο να ενωθούν οι Χριστιανοί για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνισμό π.χ. «Ποιος θα καθοδηγήσει και ποιος θα σώση τον σύγχρονο αυτόν κόσμο;» ερωτούν. «Μόνον μία ενωμένη Χριστιανική Εκκλησία» απαντούν.
Αλλά ο Χριστός δεν έγινε άνθρωπος για να σώση τον εν τω πονηρώ κείμενον κόσμο, αλλά για να σώση τους δικούς του από τον κόσμο, για να τους τραβήξη από την παράταξη του πονηρού, να τους ενώση μαζί του και να τους θεώση κατά χάριν, και μαζί μ’ αυτούς να σώση ολόκληρο την στενάζουσα κτίσι. Ο κόσμος βαδίζει τον δρόμο του θανάτου. Αυτός είναι η παράταξις του άρχοντος του κόσμου τούτου, η παράταξις του εχθρού του Θεού. «Ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά δι’ ούς δέδωκάς μοι». Αυτοί όμως ερωτούν περί του κόσμου, και θυσιάζουν, για το χατήρι της διαβολικής αυτής παρατάξεως που ποτέ δεν πρόκειται να σωθή, τα διαμάντια της χριστιανικής πίστεως και βιοτής. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Δεν την ζητάει ο Χριστός την λεγόμενη «ένωσι των Εκκλησιών», αλλά ο κόσμος. Δεν ζητάει ο Χριστός την ένωσι της ψευτιάς με την αλήθεια, αλλά ο κόσμος, που ζητάει να νοθεύση την αλήθεια, να την κάνη σχετική και μερική. Γι’ αυτό όταν η συζήτησις έλθη για την ένωσι «των Εκκλησιών», βλέπει κανείς να την υποστηρίζουν με ενθουσιασμό άνθρωποι που ποτέ άλλοτε δεν ενδιαφέρθηκαν για τα της θρησκείας. Η ένωσις είναι ο καλύτερος τρόπος εξουδετερώσεως του Χριστιανισμού, που ανεκάλυψε η παράταξις του διαβόλου, η αρχή του ξεφτίσματός του και η υποταγή του στα θελήματα τη πολιτικής, η μετατροπή του σε υπηρέτη των συμφερόντων του κόσμου. Με την ένωσι ο Χριστιανισμός ίσως να αποκτήση μεγαλύτερη κοσμική ισχύ, θα χάση όμως όλη την πνευματική του δύναμι, αυτήν ακριβώς που ενοχλεί τον κόσμο. Μήπως δεν έγινε ήδη αυτό μέσα στην Καθολική «Εκκλησία»; Η δίψα των Παπικών για κοσμική ισχύ τους έκανε να κατεβούν στον στίβο των πολιτικών ελιγμών, απ’ όπου βγήκαν υπηρέται των μεγάλων πολιτικών ρευμάτων. Όσοι μιλούν για την ένωσι δεν έχουν καταλάβει γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο. Νομίζουν ότι ήρθε να κηρύξη ένα ηθικοπλαστικό κήρυγμα σαν τα δικά τους. Ότι ήλθε για να μας μάθη πώς να ζούμε επάνω σ’ αυτήν την γή σαν καλοί πολίτες. Τον έχουνε για μεγάλο νομοθέτη, τον μεγαλύτερο ίσως των αιώνων. Λένε και ξαναλένε ότι οι άνθρωποι πρέπει να ακολουθήσουν τον νόμο του Χριστού για να έλθη, επί τέλους, η Βασιλεία του Θεού επάνω στη γή. Άλλοι μιλούνε «για μια Χριστιανική Ελλάδα» άλλοι για «Χριστιανικές Δημοκρατίες», άλλοι για Χριστιανικά Βασίλεια, και δεν καταλαβαίνουν όλοι αυτοί πόσο μοιάζουν οι προσδοκίες τους με τις προσδοκίες των Εβραίων, που ήθελαν τον Μεσσία επίγειο Βασιλέα.
Δεν θέλουν τον Χριστό όπως είναι, δεν θέλουν τον Χριστό που αρνήθηκε να υποκύψη στους πειρασμούς που του έβαλε ο διάβολος στην έρημο. Θέλουν ένα Χριστό που να έχη υποκύψει σ’ αυτούς. Θέλουν έναν Χριστό ορεγόμενο τα βασίλεια της γής. Ένα Χριστό που να κάνη τις πέτρες ψωμιά για να χορτάσουν όλοι οι άνθρωποι. Έναν Χριστό που να καταπλήξη τον κόσμο με θαύματα που εμπνέουν το δέος και να αναγκάση τους ανθρώπους να υποταχθούν. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί δεν προσμένουν τον Χριστό αλλά τον αντίχριστο.Ο Χριστός θα μείνη μέχρι την Δευτέρα Παρουσία ταπεινός και κρυμμένος, μακριά από τις γήϊνες εξουσίες, μακριά από τις γήϊνες ανέσεις, χωρίς να αναγκάζη κανέναν να τον ακολουθήση, και ζητώντας απ’ αυτούς που θά’ρθούνε κοντά του να του μοιάζουν στην ταπείνωση και στην αφάνεια και να μη περιμένουν τίποτε το γήϊνο.
Οι «Χριστιανοί» που μιλούν για «κράτος του Θεού», «Χριστιανικές Ελλάδες», «Παγκόσμιο Χριστιανισμό» και «Ένωσι Εκκλησιών», τέτοιον Χριστό δεν τον θέλουν. Αυτοί είναι σαν τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκυ, έτοιμοι ν’ ανεβάσουν στην πυρά τον Χριστό γιατί ανατρέπει τα σχέδιά τους, που τόσους αιώνες με επιμονή καλλιέργησαν. «Ήρθες και μας δίδαξες έναν Χριστιανισμό απάνθρωπο και σκληρό», λέγει ο Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκυ, έτοιμοι ν’ ανεβάσουν στην πυρά τον Χριστό γιατί ανατρέπει τα σχέδιά τους, που τόσους αιώνες με επιμονή καλλιέργησαν. «Ήρθες και μας δίδαξες έναν Χριστιανισμό απάνθρωπο και σκληρό», λέγει ο Ιεροεξεταστής στον Χριστιανισμό απάνθρωπο και σκληρό», λέγει ο Ιεροεξεταστής στον Χριστό «κ’ εμείς τόσους αιώνες τώρα πασχίσαμε να τον κάνουμε θρησκεία ανθρώπινη, και τώρα που το πετύχαμε, ήρθες να χαλάσης τους κόπους τόσων αιώνων; Αλλά δεν θα το κατορθώσης. Αύριο θα διατάξω να σε κάψουν σαν αιρετικό».
Ναί, οι άνθρωποι θέλουν ένα Χριστό που να μιλά για τούτη τη ζωή και όχι για την άλλη, θέλουν ένα Χριστό που να προσφέρη τα αγαθά ετούτης της ζωής και όχι τα αγαθά της άλλης. Δεν θέλουν πλούτο που δεν πιάνεται και δεν ζυγίζεται, αλλά πλούτο χειροπιαστό. Δεν τον θέλουν αρχηγό του Μέλλοντος Αιώνος αλλά αρχηγό του νύν αιώνος.
Να γιατί δεν νοιάζονται για το τι θα γίνη η αλήθεια όταν ενωθούν όλες οι αλλοπρόσαλλες και δήθεν «Χριστιανικές» Εκκλησίες, ύστερα από χίλιες δυό υποχωρήσεις και χίλιους δυό συμβιβασμούς. Να γιατί δεν ενδιαφέρονται για το τι θα γίνη η εν Χριστώ ζωή ύστερα από την εισβολή στον κατακάθαρο χώρο της Ορθοδοξίας τόσων και τόσων θρησκευτικών βαρβάρων και πνευματικών παλίμπαιδων. Η αλήθεια δεν τους ενδιαφέρει, ο Χριστός δεν τους ενδιαφέρει, ούτε η εν Πνεύματι και Χάριτι ζωή. Τους ενδιαφέρει μόνον η επίγεια δύναμις που δίνει η ενότης και η κοσμοκρατορία κάτω από μια ενιαία κοσμοθεωρία.
Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να λέγωνται Χριστιανοί χωρίς να είναι. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πιστεύουν ότι είναι γνήσιοι Χριστιανοί, γιατί τον Χριστιανισμό τον αγνοούν και τον συγχέουν με φιλοσοφικές θεωρίες, με «κοσμοθεωρίες», όπως τους αρέσει να λένε. Στην πραγματικότητα είναι οπαδοί του αντιχρίστου, σαν τους Εβραίους της εποχής του Χριστού, σαν τους Εβραίους κάθε εποχής.
Οι Εβραίοι περίμεναν τον Μεσσία επί αιώνες, και όταν ήλθε, δεν τον δέχτηκαν, αλλά τον κρέμασαν επάνω στον σταυρό. Γιατί άρα γε; Γιατί ο Χριστός δεν ήταν αυτό που περίμεναν. Γι’ αυτό και στό πρόσωπό του δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν τον Μεσσία. Αυτοί περίμεναν έναν επίγειο βασιλιά, κατακτητή του κόσμου. Περίμεναν αυτόν που θα υπότασσε κάτω από τα πόδια του λαού του Ισραήλ τις φυλές όλου του κόσμου, που θα ανάγκαζε τους κοσμοκράτορες Ρωμαίους να πέσουν να τον προσκυνήσουν, που θα έδινε στους οπαδούς του δύναμι και δόξα.
Όταν είδαν αυτόν τον φτωχό και ταπεινό, τον πράο και ειρηνόχυτο, που δεν προσέφερε επίγεια αγαθά, αλλά μιλούσε για τα ουράνια, και όχι μόνον αυτό, αλλά που τους ζητούσε ακόμη να στερηθούν τα επίγεια και χειροπιαστά για να μπορέσουν ελεύθεροι να φθάσουν στα επουράνια και άπιαστα, κατάλαβαν ότι δεν ήταν γι’ αυτούς. Αυτός δεν ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Αυτός που αρνήθηκε να κάνη τις πέτρες ψωμιά για να χορτάσουν όλοι, αυτός που αρνήθηκε να υποτάξη τα βασίλεια της γής, δεν ήταν κατάλληλος για αρχηγός τους. Γι’ αυτό τον σταύρωσαν και άρχισαν να περιμένουν κάποιον άλλον. Και τον περιμένουν ακόμη. Και μαζί με τους Εβραίους, περιμένουν τον Μεσσία των Εβραίων εκατομμύρια λαός, που οι περισσότεροι λέγονται Χριστιανοί. Και δεν έχουν ιδέα ότι περιμένουν τον ίδιο Μεσσία που περιμένουν και οι Εβραίοι. 

πηγή

Ο γογγυσμός.


a9Η αγωνία όλων μας είναι 
η Εκκλησία να μην υποταχθεί 
στο θεσμοποιημένο πρόγραμμα 
διακονίας των αναγκών της επιβίωσης, 
ούτε να νικηθεί από το αίσθημα 
ότι κάποιοι είναι πιο οικείοι, 
πιο άγιοι, πιο ξεχωριστοί 
από κάποιους άλλους.



π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Οι άνθρωποι ζητούμε από χώρους όπως η Εκκλησία την τελειότητα. Να ακολουθούν τα δικά μας θέλω, τα δικά μας πρότυπα, να μην υπάρχει ψεγάδι στον τρόπο που λειτουργούν. Κι αν μάλιστα βλέπουμε ότι κάτι δεν πάει καλά, κουνούμε περιφρονητικά το κεφάλι και λέμε ότι αν στον χώρο της υποτιθέμενης τελειότητος, καθώς η Εκκλησία για τους πολλούς είναι ο εκφραστής της τελειότητας του Θεού και επομένως και αυτή πρέπει να είναι τέλεια, υπάρχουν προβλήματα και δυσκολίες, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να ακολουθούν οι υπόλοιποι άνθρωποι έναν θεσμό που δεν μπορεί να μεταμορφώσει τους οικείους του.

Όμως η Εκκλησία δεν είναι χώρος τελείων, αλλά σώμα που αποτελείται από μέλη που θέλουν να αγιαστούνε. Ανθρώπους που έχουν τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, που αγωνίζονται, που πέφτουν, που σηκώνονται, που έχουν το εγώ τους και τον πειρασμό να τους ταλαιπωρεί. Κάποτε ηττώνται. Όμως δεν μένουν στην ήττα τους. Παλεύουν να βρούνε λύσεις σύμφωνα με τα κριτήρια της αγάπης. Δεν μένουν στο γογγυσμό, στην γκρίνια δηλαδή και την μεμψιμοιρία που ταλαιπωρεί πολλούς. Διότι ο γογγυσμός έχει να κάνει με την επιθυμία του ανθρώπου να διαμαρτύρεται διότι δε βρίσκει τα πράγματα όπως τα θέλει. Όποιος εμμένει στον γογγυσμό μάλιστα στην ουσία δείχνει ότι αναπαύεται στην μη επίλυση των προβλημάτων διότι δε θέλει να παλέψει γι’ αυτήν αλλά ούτε και είναι πρόθυμος να υπομείνει, να συγχωρήσει, να ανεχτεί. Η Εκκλησία όμως ζητά από τους ανθρώπους να πορεύονται με ειλικρίνεια, αλλά και διάθεση να συνυπάρξουν και όχι να τονίζουν τις διαφορές τους.

Η πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των Ιεροσολύμων, μολονότι είχε τα χαρακτηριστικά της αγάπης, της κοινοκτημοσύνης, του ενθουσιασμού για την πίστη, της απόλυτης ενότητας, γρήγορα άρχισε να αντιμετωπίζει τις πρώτες δυσκολίες. Τον γογγυσμό. Οι ελληνόφωνοι παραπονιούνταν για τους εβραιόφωνους, διότι οι τελευταίοι, που είχαν την ευθύνη για την διανομή των τροφίμων, αδικούσαν στην μοιρασιά τις χήρες που προέρχονταν από τις ελληνόφωνες οικογένειες. «Εγένετο γογγυσμός των Ελληνιστών προς τους Εβραίους ότι παρεθεωρούντο εν τη διακονία τη καθημερινή αι χήραι αυτών» (Πράξ. 6,1). Το αιώνιο πρόβλημα του ανθρώπου. Η τροφή. Ακόμη και το θαύμα της πίστης κινδυνεύει από την ανάγκη του ανθρώπου να φάει. Και όχι μόνο. Από την ανάγκη του ανθρώπου να βρει δικαιοσύνη σε ό,τι αφορά στην τροφή. Η επιβίωση μπαίνει πιο πάνω από την αγάπη. Κάποτε και η απληστία. Στην περίπτωση των πρώτων χριστιανών μπαίνει ο εθνικισμός. Η διαφορετικότητα. Η αίσθηση ότι οι ελληνόφωνοι δεν είναι τόσο δικοί μας όσο οι εβραιόφωνοι. Και γίνονται διακρίσεις, οι οποίες απειλούν την ενότητα. Απειλούν και το έργο των αποστόλων, οι οποίοι πιέζονται να εγκαταλείψουν το έργο του Θεού και να διακονούν τις διανομές των τροφίμων. Αυτό που πηγάζει από την αγάπη και την ενότητα και είναι σημείο της, απειλεί να υποσκάψει και να διαλύσει την κοινότητα. Από σημείο γίνεται σημαία.

Γιατί όμως αυτή η παραθεώρηση;
Προφανώς και δεν φταίει η πίστη. Eίναι όμως δεδομένο ότι η πίστη στην πρώτη Εκκλησία δεν ήταν εκ φύσεως στους ανθρώπους, αλλά εξ επιλογής. Δεν είχαν μεγαλώσει μ’ αυτήν, αλλά την βρήκαν στην πορεία της ζωής τους. Ήταν διαμορφωμένες οι προσωπικότητες, οι ανάγκες τους, ο τρόπος τους. Η πίστη έρχεται να δώσει μία νέα αφετηρία στη ζωή τους. Έχοντας συναντήσει τον Χριστό καλούνται να ξαναχτίσουν τον εαυτό τους. Και δεν αρκεί ο ενθουσιασμός. Χρειάζεται πνευματική εργασία, για να φύγει ο παλαιός άνθρωπος. Διότι σημάδι του παλαιού ανθρώπου είναι τόσο η έγνοια για επιβίωση όσο και ο χωρισμός των ανθρώπων σε οικείους και ξένους. Σημάδι της πίστης είναι η κοινωνία με τον Χριστό ως Άρτο της Ζωής και η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, όπως επίσης και η ενότητα που καταργεί κάθε διαχωρισμό. Αν ο Χριστός είναι η προτεραιότητα, τότε η πίστη νικά και τον πειρασμό. Στην περίπτωση της πρώτης Εκκλησίας αυτό δεν κατέστη τελικά εφικτό και γι’ αυτό οι απόστολοι προχωρούν στην πρακτική επίλυση των προβλημάτων, δίδοντας στην Εκκλησία θεσμούς, όπως αυτός των επτά διακόνων, οι οποίοι θα μεριμνούν για την δικαιοσύνη στο ζήτημα της επιβίωσης και δια της αυθεντίας που προήλθε από την δημοκρατική εκλογή θα διασφαλίσουν την ενότητα.

Η κίνηση αυτή δείχνει τη συγκατάβαση της πίστης στην ανθρώπινη αδυναμία. Δεν προσποιούνται οι απόστολοι ότι δεν είναι σημαντικό το πρόβλημα, ούτε ζούνε σε έναν ιδανικό κόσμο. Ξέρουν ότι οι άνθρωποι πρέπει να αγωνιστούν πολύ για να νικήσουν τον παλαιό εαυτό τους.   Γι’ αυτό και δείχνουν τι είναι σημαντικό και τι όχι, αλλά και λύνουν το πρόβλημα. Ο αγώνας όμως η πίστη να είναι πιο πάνω από την ανάγκη  δεν σταματά. Ο Θεάνθρωπος Χριστός ήξερε ότι απευθύνεται στον άνθρωπο. Αυτόν που νικιέται από τους πειρασμούς. Αυτόν που έχει οριοθετήσει την ύπαρξή του με τέτοιον τρόπο ώστε να προηγείται ο εαυτός του και μετά να ακολουθεί η σχέση με τον Θεό. Και ο Χριστός δια της Εκκλησίας συγκαταβαίνει, αλλά και  δείχνει την αλήθεια.

Τι γίνεται με μας, οι οποίοι αποκτήσαμε την πίστη από την αρχή της ζωής μας και όχι από μεταστροφή; Πόσο έχουμε απελευθερωθεί από τον παλαιό εαυτό μας; Η απάντηση δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Οι περισσότεροι από εμάς πάλι τις δικές μας ανάγκες και τη διαφορετικότητα, τα δικαιώματά μας τονίζουμε. Κι ενώ η πίστη μας δείχνει τον δρόμο της συνάντησης με τον Αναστημένο Χριστό, τον δρόμο της αγάπης και της αιωνιότητας, εμείς ασχολούμαστε πρωτίστως με την απολλυμένη βρώση και την εξουσία του εγώ μας και των όσων είναι με μας. Γι’ αυτό χρειάζεται να εμπιστευόμαστε την Εκκλησία, ακόμη κι ως θεσμό. Την Εκκλησία η οποία αγιάζεται και αγιάζει. Να μην χρησιμοποιούμε ως πρόφαση την απουσία τελειότητας των άλλων, αλλά με ταπείνωση να παραμένουμε ενταγμένοι σ’ Αυτήν και με εμπιστοσύνη στους θεσμούς της, αλλά και με υπομονή να βρίσκουμε την προτεραιότητά μας.

Η αγωνία όλων μας είναι η Εκκλησία να μην υποταχθεί στο θεσμοποιημένο πρόγραμμα διακονίας  των αναγκών της επιβίωσης, ούτε να νικηθεί από το αίσθημα ότι κάποιοι είναι πιο οικείοι, πιο άγιοι, πιο ξεχωριστοί από κάποιους άλλους. Από το πνεύμα   της υπεροχής, της εξουσίας, της διάσπασης, το οποίο προκαλεί γογγυσμό και παγιδεύει τους ανθρώπους. Η αγωνία και η προσευχή όλων είναι η Εκκλησία να συνεχίσει τον αποστολικό δρόμο. Ρεαλισμός, αγάπη και την ίδια στιγμή κατάδειξη της προτεραιότητας. Της μοναδικότητας της κοινωνίας με το πρόσωπο του Αναστημένου Χριστού στην πνευματική ζωή της πίστης, της υπέρβασης του παλαιού ανθρώπου και της υπομονής και της συγχωρητικότητας έναντι αυτών που δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Κατανόησης στον γογγυσμό τους, αλλά και ειλικρίνεια και απόφαση να μη χάσουμε τον δρόμο προς την Αλήθεια.  Για να μη νικά ο γογγυσμός, αλλά η διάθεση για ενότητα και ζωή με την όντως Ζωή.

Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι


Ἡ νεώτερη ἐπιστήμη ἀπέδειξε τή λογικότητα τῆς ὕλης. Τά ἄτομα δέν θεωροῦνται πιά, ὅπως συνέβαινε στήν ἀρχαιότητα, ἄμορφα κομμάτια χωρίς καμιά ἐσωτερική ὀργάνωση, ἀλλά ἑνότητες ἐνεργητικές, ἀπαρτιζόμενες ἀπό ἄλλες ὑποδεέστερες μονάδες πού βρίσκονται σέ κινήσεις ἀμοιβαίων σχέσεων. Ἄν οἱ ὄγκοι καί οἱ ἐκτάσεις χάσουν τή σταθερή ἀμοιβαιότητα σχέσεων κατά τίς κινήσεις τους, δέν εἶναι δυνατόν νά νοηθεῖ ὑλική μάζα, οὔτε κἄν ἐνέργεια, πού νἄναι σέ θέση νά παράγει τίς σταθερές ὑλικές ἑνότητες.

Παραμένει, ὡστόσο, ἀναμφίβολα τό ἐρώτημα: σέ τί συνίστανται οἱ πλαστικοί, αἰσθητοί καί ἐνεργητικοί αὐτοί τρόποι ὕπαρξης, στούς ὁποίους ἐκδηλώνεται ἡ λογικότητα πού συντηρεῖ τούς ὄγκους, τίς σταθερές καί περίπλοκες ἐκτάσεις τους, καί τίς συνεχεῖς κινήσεις; Οἱ τρόποι αὐτοί δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς μηδέν κι ὡστόσο δέν ὑπάρχουν ἀπό μόνοι τους, παραμένουν ἕνα μυστήριο πιό δυσεξέταστο καί δυσερμήνευτο ἀπ’ ὅτι κι αὐτή ἡ ἴδια ἡ λογικότητα.

Ταυτόχρονα, ἡ λογικότητα πού ἐκδηλώνεται στήν αἰσθητή πλαστικότητα δέν μπορεῖ νάχει τήν ἀφετηρία της παρά μόνο στή δύναμη κάποιου προσώπου ἀνώτερου ἀπ' αὐτήν, καί τοῦτο, γιατί μόνο τό πρόσωπο εἶναι ἀφ' ἑνός λογικό, ἀφ' ἑτέρου πάντα νέο στή λογικότητά του.


Γι' αὐτό, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν δίκιο ὅταν βεβαιώνουν πώς τά πράγματα ἔχουν τή βάση τῆς σύστασής τους σ’ ἕνα σύστημα προϋπαρχόντων λόγων πού περιέχονται στό ὑπέρτατο πρόσωπο, τό Λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ λόγοι αὐτοί ἐκδηλώνονται ὄχι μόνο στή σταθερή καί ἰδιαίτερα πολύπλοκη ὀργάνωση τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί στίς ἄπειρα ποικίλες ἔννοιές τους. Διότι τό κάθε πράγμα ἔχει μία ἔννοια διάφορη τοῦ ἄλλου. Αὐτή δέ τήν ἔννοια τήν ἐκφράζουμε μ' ἕνα λόγο, ἤ μ' ἕνα ἑνιαῖο σύνολο λόγων, μέ τούς ὁποίους διαστέλλουμε τό ἕνα πράγμα ἀπό τό ἄλλο, κατά τήν κοινοποίησή του σέ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Ἑπομένως, ὁ λόγος εἶναι ἡ ἔννοια τῶν πραγμάτων ποὺ κοινοποιεῖται μεταξύ τῶν προσώπων. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό δισήμαντο τοῦ ἑλληνικοῦ ὅρου "Λόγος", τόν ὁποῖο μεταχειρίζονται οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά νά προσδιορίσουν τόσο τήν ὀντολογική βάση ὅσο καί τήν ἔννοια τῶν πραγμάτων. Τά πράγματατα, λοιπόν, εἶναι αἰσθητές πραγματικότητες μέσα στίς ὁποῖες ἐκδηλώνονται λόγοι ὀργανοποιημένοι, καί ἔννοιες πού ἐκφράζονται μέ τούς λόγους.

Πράγματα καί πρόσωπα εἶναι λόγοι ἑνός δημιουργικοῦ Προσώπου. Οἱ ὀργανοποιημένοι λόγοι τῶν πραγμάτων φανερώνουν τήν ὑπεροχή τους ἔναντι τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ αὐτά δέν ὑπάρχουν λόγω μιᾶς τυχαίας συγκέντρωσης τῶν στοιχείων πού τά συνιστοῦν. Κάποιο ἑνιαῖο καί λογικό σύστημα ὑπεροχικῆς δυνάμεως προσδιορίζει μέ ἀδιάκοπη συνέχεια τή σύσταση τῶν πραγμάτων, χρησιμοποιώντας τους αὐτούς, κι' ὡστόσο διάφορους τρόπους, σχηματίζοντας καί συμπυκνώνοντας τά αὐτά στοιχεῖα. Ἔτσι τά πράγματα εἶναι πλαστικές εἰκόνες τῶν λόγων.

Ἀλλά τά ἀνθρώπινα πρόσωπα, στά ὁποῖα ἀπευθύνεται τό δημιουργικό Πρόσωπο μέ τά πράγματα πού δημιούργησε, δέν εἶναι μόνον οἱ εἰκόνες κάποιων λόγων, ἀλλά οἱ εἰκόνες τοῦ ἴδιου τοῦ δημιουργικοῦ Προσώπου, ἔτσι ὥστε τό Πρόσωπο ἐκεῖνο νάχει τή δυνατότητα ν' ἀπευθυνθεῖ σ' αὐτά, καί νάχει μαζί τους διάλογο γιά τούς λόγους τῶν δημιουργηθέντων πραγμάτων. Τοῦτο σημαίνει πώς στό δημιουργημένο πρόσωπο, παρά τήν ἰδιαίτερα πολύπλοκη σύστασή του, ὑπάρχει καί κάποια συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν πραγμάτων, καθώς καί ἐλευθερία γιά νά μπορεῖ τό πρόσωπο τοῦτο, νά συμπεριφέρεται ἐλεύθερα κατά τόν διάλογον. Ἐπίσης, αὐτό σημαίνει πώς τό δημιουργημένο πρόσωπο δέν εἶναι μόνο ἡ πλαστικότητα κάποιου λόγου ἀντικειμενικοῦ καί ἀσύνειδου, ἀλλά ἔχει καί κάποιο λόγο ἐνσυνείδητο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά παρέμβει στά πράγματα τά ὀργανωμένα ἀπό τούς λόγους ἤ στήν ἴδια τήν ὀργάνωση ἤ λογικότητα.

Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου βεβαιώνει ὅτι τό σύστημα τῶν λόγων τῶν πραγμάτων δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀντικειμενικό καί ἀπρόσωπο, ἀλλά ὅτι οἱ λόγοι φέρονται ἀπό κάποιο ὑποκείμενο πού ἔχει ἐντός του τήν ἐλευθερία καί τό ὁποῖο, ὡς ἀνώτατο Ὑποκείμενο, εἶναι ἡ πηγή καί τό στήριγμα τῆς λογικότητας κάθε πλαστικῆς τάξης τῶν πραγμάτων καί τῶν προσώπων. Ἄλλωστε, ἀπό τό γεγονός τοῦτο, ὅτι δηλαδή στόν κόσμο ὑπάρχει κάποια λογικότητα, προκύπτει ἀναγκαστικά ὅτι ὑπάρχει κάποιο ὑποκείμενο, ἤ ὑποστήριγμα, ἤ ὑπόσταση, πού ἔχει συνείδηση αὐτῆς τῆς λογικότητας. Μία λογικότητα χωρίς ὑποκείμενο πού νά τή συνειδητοποιεῖ καί χωρίς μιὰ τελική ὑπόσταση θἄταν παραλογισμός, ἀφοῦ δέν θάχε κανείς γνώση γι' αὐτή καί τό νόημά της. Γιά ποιόν λοιπόν λόγο θά ὑπῆρχε τότε κάποιο νόημα ἤ κάποια λογικότητα; Και πῶς θά μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ; Συχνά λέγεται πώς ἡ ὀργάνωση τοῦ κόσμου εἶναι προϊόν τύχης. Μία κίνηση ὅμως, πού ὁδηγεῖ πάντα σέ κάποια λογική ὀργάνωση, ἔχει ἐντός της καί κάποια λογικότητα. Ἄν ὁ παρών κόσμος παρουσιάζει, σέ ὁποιοδήποτε μέτρο, τήν ὄψη κάποιας τύχης, τοῦτο συμβαίνει ἐπειδή ὁ κόσμος αὐτός δέν ἔφθασε ἀκόμη στόν πλήρη του λογικό στόχο.

Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς λογικότητας τοῦ παρόντος κόσμου, ἄν καί ἐλλιπὴς, ἀποδεικνύει ὅτι τούτη ἡ λογικότητα πρέπει νάχει τήν ἀρχή καί τό τέλος της σέ μία πλήρη καί τελική λογικότητα. Ἄν ὑπάρχει κάποια λογικότητα στόν κόσμο, τούτη πρέπει νά ἔχει ὑπεράνω αὐτῆς μιὰ πλήρη λογικότητα, ἐκείνη πού βρίσκεται στήν κορυφή κάθε λογικότητας. Κάθε λόγος διψᾶ γιά τήν τελική λογικότητα. Μέ τή δίψα του αὐτή, ὁ κάθε λόγος ἀναφέρεται σέ κάποια λογικότητα πού βρίσκεται ἤδη στό τέρμα της ἀπό τήν ἀρχή τῶν αἰώνων. Ἀκόμα, ἡ τέλεια αὐτή προαιώνια λογικότητα δέν μπορεῖ παρά νάναι τό προσόν κάποιου προσώπου. Μέ τήν ἰδιότητα αὐτή καί μόνον προσελκύει πρός αὐτήν κάθε λογικότητα τοῦ κόσμου. Κάθε λογικότητα, ὡς οὐσιῶδες ἀρχικό καί τελικό συμπλήρωμα ἔχει τή γνώση, ἡ ὁποία εἶναι τό ἰδιαίτερο προσόν τοῦ προσώπου. Χωρίς τή γνώση ἡ λογικότητα στερεῖται παντός νοήματος -καί μάλιστα εἶναι ἄλογος.

Οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων, στήν πληρότητά τους, πρέπει νά 'ναι γνωστοί σέ κάποιο ἀπόλυτα ἐνσυνείδητο πρόσωπο, πού ἔχει πλήρη συνείδησή τους, ἀπό τήν ἀρχή τῶν αἰώνων. Οἱ λόγοι, συνεπῶς, εἶναι τό περιεχόμενο κάποιας ὑπέρτατης συνείδησης. Εἶναι οἱ ἀκτίνες ἑνός τέλειου φωτός ἤ μιᾶς συνείδησης πού εἶναι καθαυτή τό ὑπέρτατο νόημα καί πού θέλει νὰ ’ναι περισσότερο γνωστή διά μέσου τῶν πραγμάτων μέ τά ὁποῖα ἐκδηλώνεται. Κάθε ἀνθρώπινη σκέψη, κάθε δραστηριότητα πάνω στά πράγματα, κάθε καλλιτεχνία θὰ ’ταν ἐντελῶς ἄσκοπη στή περίπτωση πού ἡ λογικότητα τοῦ κόσμου δέν θα ’χε κάποιο πραγματικό νόημα. Καί τοῦτο θά συνέβαινε ἄν ἡ λογικότητα τοῦ κόσμου δέν εἶχε τήν ἀρχή καί τό ἐπίκεντρό της σέ μιὰ χωρίς τέλος συνείδηση καί γνώση, κι ἄν τό ἑνιαῖο καί πολύπλοκο νόημά της δέν ἀπευθυνόταν σέ δημιουργημένες προσωπικές συνειδήσεις.

Ἡ παρηγοριά δέ μέ τήν ἰδέα πώς αὐτή τούτη ἡ ἀναζήτηση μιᾶς ἀνύπαρκτης λογικότητας προσδίδει κάποιο ἐπαρκές νόημα στή ἀνθρώπινη ὕπαρξη, δέν εἶναι μιά παρηγοριά ἱκανοποιητική. Ἡ ἀναζήτηση κάποιου πράγματος μέ τή συνείδηση ὅτι δέν θά βρεθεῖ ποτέ καταντάει παραλογισμός. Ἄν, ἄφ τέρου, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀναγκάζεται καί ἐπιζητεῖ κάποιο νόημα, τοῦτο σημαίνει πώς ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου κραυγάζει γι' αὐτό τό νόημα, ἤ πώς δημιουργήθηκε γιά νά πραγματοποιήσει τήν ἐφεύρεση ἑνός νοήματος. Πράγματι, ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ πρός τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ του σκοποῦ, στό βαθμό πού προχωρεῖ πρός τή συνειδητοποίηση ἑνός νοήματος, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀπόλυτη γνώση ἡ ὑπερτάτη συνείδηση. Στήν περίπτωση πού θά ὑπῆρχε ἕνα τέτοιο πλῆρες νόημα καί μία τέτοια συνείδηση πού τό γνωρίζει ἀπόλυτα, τότε τό ἀνθρώπινο πρόσωπο θάταν μία ὕπαρξη ἐνάντια στήν πραγματικότητα, διότι θ' ἀναζητοῦσε κάτι πού δέν ὑπάρχει. Θάταν μιά ὕπαρξη στερημένη νοήματος, τό ἀνθρώπινο φαινόμενο θά στερεῖτο νοήματος περισσότερο ἀπ'ὅλα τά φαινόμενα τοῦ κόσμου. Στήν περίπτωση αὐτή καί τά πράγματα θάταν ἐντελῶς παράλογα.

Ἄλλωστε, ἡ ἐντύπωση αὐτή τῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος μέσα στήν πραγματικότητα, καί ἡ προσπάθεια δικαιολογίας τῆς φαινομενικῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος, εἶναι πράξεις τοῦ προσώπου καί ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ συνείδηση αὐτή τῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος προϋποθέτει τή συνείδηση τοῦ νοήματος. Τά παρά πάνω προϋποθέτουν ἕνα πρόσωπο πού ἀπασχολεῖται μέ τό πρόβλημα τοῦ νοήματος, δηλαδή μία πραγματικότητα πού βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς σκέψης τοῦ νοήματος καί τῆς ἀναζήτησης τοῦ νοήματος. Ἡ φαινομενική αὐτή ἀπουσία τοῦ νοήματος ἀπαιτεῖ μία συνείδηση πού νά τήν ἐπιβεβαιώνει, καί μάλιστα ἕνα πρόσωπο ἀπασχολούμενο μέ τοῦτο. Ἀπ' αὐτό προκύπτει ὅτι τό πρόσωπο ἀναγκάζεται νά δώσει κάποιο νόημα καί στή φαινομενιική ἀπουσία νοήματος. Τοῦτο σημαίνει πώς ἡ συνείδηση τοῦ νοήματος εἶναι βαθύτερη ἀπό τό φαινόμενο τῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος. Ἡ συνείδηση δέν θά μποροῦσε νά συλληφθεῖ ἀπό τή φαντασία χωρίς τήν ἀπασχόλησή της μέ τό νόημα. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ νοήματος ἀπό τό πρόσωπο ταυτίζεται μέ τήν κατάφαση τοῦ νοήματος, καί ἡ ἴδια ἀποτελεῖ καί τή βάση τῆς θέσης τῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος. Μόνη ἡ συνείδηση τοῦ προσώπου ἔχει τή δυνατότητα καί τῆς κατάφασης τοῦ νοήματος, καί τῆς ἄρνησης τοῦ νοήματος.

Ἴσως κάποτε, στήν τάση ἐπιβεβαίωσης τῆς ἀπουσίας τοῦ νοήματος, τό πρόσωπο συναισθάνεται ὅτι τό νόημα τῆς ὕπαρξης εἶναι βαθύτερο καί περιπλοκότερο ἀπό κάθε νόημα, πάντα πολύ ἁπλό, πού τό ἀντιλαμβανόμαστε στόν ἀτελεύτητο δρόμο μας πρός τήν ἐπίγνωση τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ νοήματος.

Ἐνεργητικά, τό νόημα τῆς ὑπέρτατης προσωπικῆς πραγματικότητας, ὡς πηγῆς ὁποιουδήποτε νοήματος, βρίσκεται στή βαθύτητα ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τήν τόσο πολύπλοκη σύνθεσή του, τά πολλαπλά συναισθήματα, τάσεις καί σκέψεις του. Ὅταν πρόκειται κανείς νά ἐκφράσει τό ὁλικό νόημα τοῦ Προσώπου αὐτοῦ ἔχει τήν ἐντύπωση ὅτι κανένα ἀπό τά ἐκφραζόμενα νοήματα δέν ἀποδίδει πιστά τό Πρόσωπο αὐτό, ἤ ὅτι τό περί οὗ ὁ λόγος πρόσωπο δέν ἔχει κανένα ἐκφραζόμενο νόημα. Καί ὅλο καί περισσότερο συναισθανόμαστε, ὅτι τό κάθε νόημα πού μποροῦμε νά σκεφθοῦμε μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση μίας ἀπουσίας νοήματος τῆς ἰδιαίτερα πλούσιας καί πλύπλοκης ὑπέρτατης ὕπαρξης. Πράγματι, σέ σχέση μέ τά νοήματα πού ἔχουμε σκεφθεῖ, κάθε νόημα αὐτῆς εἶναι καθ' ......ὑπεροχήν ἀπουσία τοῦ νοήματος, ὅπως λέει ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης.

Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ σχέση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἀνθρώπινος λόγος, ὡς συμπαγές καί ἐνσυνείδητον ὑποκείμενον πρός τήν καθολική καί ἐνσυνείδητη λογικότητα τοῦ κόσμου τῶν πραγμάτων; Ὑπάρχει ὁ πειρασμός νά θεωρηθεῖ ὁ ὑποκειμενικός λόγος ἤ ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση ὡς τυχαῖος, πεπερασμένος καί σπάνιος αὐτοφωτισμός τῆς ἀντικειμενικῆς καί καθολικῆς λογικότητας τοῦ κόσμου.

Ἤδη μνημονεύσαμε, πώς μέσα στήν ἀδιάκοπη λογικότητα πού φέρεται πρός τό ἀπόλυτο τέρμα τοῦ κόσμου, τίποτα δέν παρουσιάζεται ὡς τυχαῖο. Τά πάντα στόν κόσμο ὑπάρχουν σύμφωνα μέ τό πρότυπο καί τή δύναμη κάποιας ὑπεροχικῆς λογικότητας, Ὡς ἐκ τούτου, οὔτε τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, μέ τόν ὑποκειμενικό του λόγο σέ ὀντολογική σχέση πρός τήν ἀντικειμενική λογικότητα, μπορεῖ νά πραγματωθεῖ τυχαία, ἀλλά πραγματώνεται σύμφωνα πρός κάποιον ὑπεροχικό τύπο ἑνός συνειδητοῦ προσωπικοῦ λόγου. Τοῦτος πρέπει νά ἔχει ἐντός του τούς τύπους ὅλων τῶν ἀντικειμενικῶν λόγων τῶν ἀπροσώπων πραγμάτων, δεδομένου ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὡς εἰκών τοῦ ὑπερτάτου προσώπου, κατέχει τήν οὐσία καί τήν ἀντικειμενική λογικότητα τοῦ κόσμου τῶν πραγμάτων καί βρίσκεται σέ συνέχεια ὕπαρξης μέ τή λογικότητα τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο χαράζει τό χαρακτήρα τοῦ δικοῦ του προσώπου.

Ἄρα τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει, ἐκτός τῆς ἀντικειμενικῆς λογικότητας τῶν ἄλλων στοιχείων τοῦ κόσμου, τόν ὑποκειμενικό λόγο στενά συνδεδεμένο μ' ἐκείνη ἀλλά καί ταυτόχρονα διακεκριμένον ἀπ' αὐτή. Ὁ αὐτοσυνείδητος λόγος, ὁ λόγος πού βλέπει τόν Ἑαυτό του, καί οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων εἶναι ἐντελῶς διαφορετικοί, ἄν καί εἶναι στενά συνδεδεμένοι. Ὁ πρῶτος ἀποκαλύπτει, δικαιολογεῖ, συμπληρώνει καί δίνει κάποιο νόημα στήν ἀσύνειδη λογικότητα τῶν πραγμάτων, καθιστάμενος ἔρεισμά της, ὡς εἰκών τό δηνιουργικού καί συντηρητικοῦ Λόγου της. Ὁ λόγος αὐτός ἀνήκει σέ διαφορετικό ἐπίπεδο ἀπό κεῖνον τῆς ἀντικειμενικῆς ἀσύνειδης λογικότητας./ Ἀλλά τοῦτος συνδέεται μέ τό ἐπίπεδό του τελευταίου, ἐπειδή ὁ τελευταῖος ἔχει κάποια ὀργάνωση προσδιορισμ;νή στήν κατανόησή του ἀπό τόν ὑποκειμενικό λόγο, καί μπορεῖ νά συμβάλλει στήν ἐξέλιξη τοῦ ὑποκειμενικοῦ λόγου γιά τήν πλήρη αὐτοσεινήδησή του καί γιά τήν κοινωνία του μέ τό ἀνώτατο Πρόσωπο.

Ἡ διαφορά καί ἡ σχέση ἀνάμεσα στά δύο ἐπίπεδα εἶναι ἡ ἴδια ὅπως, γενικά, ἐκείνη ἀνάμεσα στό πρόσωπο καί τό ἀντικείμενο. Δέν πρέπει ν' ἀπορριφθεῖ οὔτε ἡ διαφορά οὔτε ὁ δεσμός ἀνάμεσά τους. Ἐπειδή, τόσο ἡ διαφορά ὅσο καί ὁ δεσμός εἶναι πραγματικά καί ἡ ἄρνηση τῆς μίας εἶναι ἡ ἄρνηση καί τοῦ δεύτερου, ἀποτελοῦν μιὰ κάποια ἑνότητα. Ἀλλά ὁ κόσμος τῶν ἀντικειμένων ἐξηγεῖται μέσω τοῦ προσώπου καί ὑπάρχει γιά τό πρόσωπο. Τό δέ πρόσωπο ἐπιζητεῖ μέ τήν τάξη τῶν ἀντικειμένων τή σχέση μ' ἕνα ἄλλο πρόσωπο, τό ὁποῖο βρίσκεται ἐπίσης πέρα καί πάνω ἀπό τήν τάξη τῶν πραγμάτων. Ἕνας κόσμος τῶν ἀντικειμένων, χωρίς ἕνα πρόσωπο πού νάναι σέ θέση νά τόν καταλάβει, καί χωρίς ἕνα ἄλλο πρόσωπο στό ὁποῖο νά μεταδώσει τήν κατανόηση τοῦ κόσμου αὐτοῦ, θάταν μιὰ ἀναποκάλυπτη λογικότητα, ἀναξιοποίητη καί χωρίς νόημα. Γιατί ὁ κόσμος τῶν ἀντικειμένων εἶναι μέσον διάβασης ἀπό τό ἕνα πρόσωπο στό ἄλλο, χωρίς τοῦτα νά ταυτίζονται. Καί ἕνα πρόσωπο χωρίς τό περιεχόμενο τῶν λόγων τῶν ἀντικειμένων θα’ταν ἕνας κενός ὑποκειμενισμός, θα’ταν κάτι τό ἀπόλυτα ὑποκειμενικό, χαμένο μέσα στόν ἑαυτό του, χωρίς τή δυνατότητα σχέσης μέ ἄλλα πρόσωπα. Ὁ ὑποκειμενικός λόγος, ἤ τό προσωπικό ὑποκείμενο, δέν μπορεῖ νάναι προϊόν τῶν πραγμάτων, ἐπειδή πάντα μέ τήν τάξη τῶν ἀντικειμένων ἐπιζητεῖται ἡ σχέση ἑνός προσώπου μέ τά ἄλλα πρόσωπα. Ἡ τάξη τῶν ἀντικειμένων προϋποθέτει τήν τάξη τῆς προσωπικῆς ἤ τῆς διαπροσωπικῆς συνείδησης. Ἀλλά, οὔτε τό δικό μας σύμπαν τῶν ἀντικειμένων εἶναι ἀνθρώπινο προϊόν. Ὁ ἄνθρωπος παράγει πράγματα ἀπό ἄλλα πράγματα πού ἤδη ὑπάρχουν. Παράγει ἰδέες καὶ μορφές μέ βάση τ' ἀντικείμενα καί τίς ἤδη ὑπάρχουσες μορφές, ἐφ' ὅσον τοῦτα ὑπάρχουν, γιά νά προσδιορίζει τίς σχέσεις μέ τ’ ἄλλα πρόσωπα.

Ἡ λογικότητα τῶν πραγμάτων (ἡ ἀντικειμενική) δέν μπορεῖ νά γίνει αὐτή ἡ ἴδια λόγος ὑποκειμενικός, ἐπειδή θα’πρεπε ἤδη νά ὑπάρχει ἕνας τέτοιος λόγος ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου νά μετατραπεῖ ὁ ἀντικειμενικός λόγος σέ λόγο ὑποκειμενικό. Οὔτε ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο μπορεῖ νά μετατρέψει ἕνα πράγμα ἤ ἕναν ἀντικειμενικό λόγο σέ πρόσωπο ἤ λόγο ὑποκειμενικό. Μόνο ἐκ προσώπου καί κατ' εἰκόνα αὐτοῦ γίνεται ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Δέν μπορεῖ νά περάσει ἀπό τή μία τάξη στήν ἄλλη,

Κάποιος ὑποκειμενικός λόγος, πού θά μποροῦσε νά παραχθεῖ ἀπό κάποιον ἀντικειμενικό θά ἦταν δυνατόν καί ν' ἀφανίζεται ἀπό τόν ἀντικειμενικό λόγο καί τελικά τό πᾶν θά μετατρεπόταν στό παράλογο τῆς ἔλλειψης συνείδησης καί σχέσεων ἀνάμεσα σέ συνειδήσεις. Στήν περίπτωση αὐτή θα’λειπε ἀπό τήν λογικότητα ἡ πιό οὐσιώδης της πλευρά, καί μάλιστα, τό φῶς πού μπορεῖ νά τήν φωταγωγεῖ διαρκῶς, αἰώνια καί τέλεια. Καί ἄν τό φῶς αὐτό τῆς συνείδησης δέν ἀνήκει οὐσιαστικά στή λογικότητα, οὔτε ἡ λογικότητα, οὔτε ἡ συνείδηση μποροῦν νά ὑπάρχουν. Τοῦτα πρέπει αἰώνια να’ναι κατά τρόπο ἀνάλογο μαζί, κανένα νά μή γίνεται μεγαλύτερο ἀπό τό ἄλλο. 

Ἡ θεϊκή οὐσία καί τά θεῖα πρόσωπα συνυπάρχουν αἰώνια. Βέβαια ἡ οὐσία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τούς λόγους, ἀλλά ἡ ἐξήγηση εἶναι ἡ βάση τῶν λόγων. Καί ἡ ἀρχή ἑνός τέτοιου δεσμοῦ καί μιᾶς τέτοιας διάκρισης στό σχέδιο τῆς κτίσης βρίσκεται στό ἀνώτατο πρόσωπο τοῦ θείου Λόγου. Αὐτός εἶναι τό Ὑποκείμενο ἤ ὁ προσωπικός Λόγος, ἀσύγκριτα ἀνώτερός τοῦ δικοῦ μας λόγου. Ἀλλά σάν τέτοιος, Αὐτός εἶναι καί τό ἔρεισμα τῶν λόγων πού ἐκδηλώνονται στήν πλαστικότητα τῶν πραγμάτων. Τά πράγματα εἶναι οἱ εἰκόνες τῶν λόγων τοῦ Λόγου, ὁ δέ ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκών Του ὡς ὑποκειμένου ἐρείσματος τῶν λόγων αὐτῶν. Ὁ λόγος δημιουργεῖ ἐλευθέρως τὰ πράγματα μέ μία δυναμική πράξη παρενθέτοντας τούς λόγους Του σέ κάποια κίνηση ἀπό τήν ὁποία προκύπτουν οἱ πλαστικές εἰκόνες τους. Ὁ Ἴδιος δίνει καί στόν ἄνθρωπο τήν ὕπαρξη, χωρίς νά τό κάνει αὐτό μέ τήν πλαστικότητα κάποιου λόγου ἀλλά προβάλλοντας στήν ὕπαρξη τήν ζωντανή εἰκόνα Του ὡς Ὑποκειμένου, γιά νά ἔχει ἡ εἰκόνα αὐτή ἐντός της ἐν ἔργῳ καί ἐν δυνάμει τούς ἀντικειμενικούς λόγους, ὅπως τούς ἔχει ὁ ἴδιος ὁ θεῖος Λόγος, ἤ να’χει μέσα στή σύστασή της κάποια ὀντολογική σχέση πρός αὐτούς. Ὁ θεῖος Λόγος προβάλλει τήν εἰκόνα Του ὡς ὑποκείμενο γιά νά μπορεῖ νά βλέπει καί νά φέρει καί ἡ ἴδια, δηλαδή ὁ ἄνθρωπος, ἐντός της ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τούς λόγους Του, πού ἐκδηλώνονται στήν πλαστικότητα τῆς Ὕλης. Ὁ θεῖος Λόγος θέλει νὰ ’χει κάποιον συνομιλητή μέ τόν ὁποῖο νά μπορεῖ νά στοχαστεῖ τούς λόγους Του καί νά ἐπικοινωνεῖ μέσω αὐτῶν μαζί του. Αὐτός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς πραγματική εἰκόνα Του ὑποκείμενη, ἡ ὁποία φέρει μαζί της τούς λόγους καί παραχωρεῖ καί στόν ἄνθρωπο τίς εἰκόνες τῶν Λόγων του, μιλώντας μαζί του μέσω αὐτῶν, καί καλώντας τον νά τίς δεῖ καί νά τίς κατανοήσει, γιά νά κατανοήσει μέσῳ αὐτῶν ὅ,τι Αὐτός ὁ ἴδιος σκέπτεται καί γιά ν' ἀνεβάσει ἔτσι τόν ἄνθρωπο στήν καλλίτερη καί βαθύτερη γνωριμία Του καί σ' ἐπικοινωνία σκέψης καί ἀγάπης μ' Αὐτόν.

Ἔτσι, ὅπως ὁ Λόγος ὡς ὑποκείμενος, εἶναι "ὑπόσταση" τῶν λόγων Του καί ἔμμεσα τῶν πραγμάτων, διότι αὐτά δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν παρά μόνο μέσα σ' Αὐτόν ὡς ἔρεισμα, μέ τόν ἴδιον τρόπο Αὐτός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς "ὑπόσταση" ἤ ὡς ἔρεισμα τῶν πραγμάτων, γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά μεταβάλλει τά πράγματα μέσα στό πλαίσιο τῶν λόγων τους, χωρίς βέβαια νά γίνει ἡ τελευταία ἀρχή τους. Ὁ κόσμος ὑπάρχει μέσα στόν ἄνθρωπο μέ τρόπο ἀνάλογο, σέ τελευταία ἀνάλυση, μ' ἐκεῖνον πού ὑπάρχει μέσα στό Λόγο. Ὁ κόσμος ὑπάρχει μέ τίς ρίζες του στό ἀόριστο βάθος τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ὑπάρχει στό ἀόριστο βάθος τοῦ Λόγου. Γι' αὐτό ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά προχωράει ἀτελεύτητα στή γνώση τοῦ κόσμου, προοδεύοντας, ὡς ἐκ τούτου, καί στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του, καί τοῦ θείου Λόγου.

Ὁ κόσμος ὑπάρχει στό θεῖο Λόγο μέ δύο τρόπους: ἄμεσα καί διά τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀφ' ἑτέρου ὁ Λόγος εἶναι στόν κόσμο ἄμεσος καί διά τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δέ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης στόν κόσμο ἄμεσος καί διά τοῦ Λόγου. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει: Ὁ Θεός θέλει νά εἶναι Αὐτός γιά τήν ψυχή, ὅτι εἶναι ἡ ψυχή γιά τό σῶμα (Καί γιά ὅσα βρίσκονται σέ σχέση μέ τό σῶμα -δική μου σημείωση). Ὁ δημιουργός θέλει νά φανερωθεῖ μέσα ἀπ' ὅλα εὑρισκόμενος μέσα σέ ὅλα κατά τρόπο κατάλληλο, διά τῆς ἀνθρωπότητος. Θέλει νά εἶναι τό πᾶν ἐν πᾶσι, περισυλλέγοντας τά πάντα καί δίδοντας εἰς τά πάντα τήν ἐν αὐτῷ ὑπόσταση. "Καί γένηται τά πάντα ἐν πᾶσιν αὐτός ὁ Θεός πάντα περιλαβὼν καί ἐνυποστήσας ἑαυτῷ". "Γι' αὐτό τό σκοπό δημιούργησε τόν ἄνθρωπο". (P.G. 91, 1092. Βλ Φιλοσοφικά καί Θεολογικά Ἐρωτήματα, Ἀθήνα 1978 , σ.σ.198-9).

Καί γι' αὐτό τό σκοπό ἔγινε καί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει τόν κόσμο ὅπως ὁ Λόγος, προσδέχεται ὅμως τόν κόσμο ἐντός του, καί βρίσκεται σέ ὀντολογικό σύνδεσμο μαζί του, μάλιστα ἔχει δεχθεῖ τή δύναμη νά ὁδηγεῖ τόν κόσμο πρός ἕνωση ὅλο καί πιό στενότερη μαζί του καί μέ τό Λόγο, σέ συνεργασία μέ τό Λόγο, ἤ ὁ Λόγος ὁδηγεῖ τόν κόσμο πρός τόν ἑαυτό Του μέ βάση τό σύνδεσμό Του μέ τόν ἄνθρωπο, σ' ἕνωση ὅλο καί στενότερη μέ τόν Ἑαυτό του διά τοῦ ἀνθρώπου καί σέ συνεργασία μέ τόν ἄνθρωπο. Ἀπό αὐτά προκύπτει ὅτι ἡ μεγάλη εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου διά τόν κόσμο, ὡς μέσον αὐξήσεώς του, σημαίνει τήν αὔξηση μέσα στό Θεό.

Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε πρίν ἀπό τόν ἄνθρωπο. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀπόδειξή του ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός του, καί τοῦ ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν κόσμο εἶναι ἀπό τὸ Θεό, ἀλλά καί ἀπόδειξή του ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ ἀπό τήν ἀρχή μέ τό Θεό μέσῳ τοῦ κόσμου. Ἐπίσης, τοῦ ὅτι ὁ κόσμος φτάνει στόν ὕψιστο βαθμό του, ἤ στό μεγαλύτερό του βάθος, ἀπ' τό ὁποῖο μπορεῖ νά προχωρήσει πρός τό Θεό, μέσα στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή βρίσκεται ἀπ' τήν ἀρχή, ἤδη, φορτωμένος μέ κάποια εὐθύνη γιά τόν κόσμο. Ἀλλ' αὐτό σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος δυνάμει προϋπάρχει τοῦ κόσμου, ὑπονοεῖται μέσα στό σχέδιό του ἤ μέσα στό Λόγο πού προχωρεῖ στή δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὁ Λόγος, δυνάμει, εἶχε μπροστά Του τόν ἄνθρωπο ὅταν ἄρχιζε τή δημιουργία τοῦ κόσμου, διότι δημιουργεῖ τόν κόσμο γιά τόν ἄνθρωπο ἤ γιά τόν διάλογο καί τή συνεργασία μέ τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα γιά νά ὁδηγηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέσῳ τοῦ κόσμου, πρός τό Θεό. Ὁ Λόγος κατά κάποιον τρόπο προσφέρει στόν ἄνθρωπο τόν κόσμο ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας του, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται παρών στή σκέψη τοῦ Λόγου σάν τό μελλοντικό ὑποκείμενο γιά τό ὁποῖο δημιουργεῖ τόν κόσμο ἤ ὡς συν-ὑποκείμενο, ὡς σύντροφός Του μέσῳ τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ὁ κόσμος δημιουργεῖται ὡς μέσον διαλόγου μαζί του.

Στό Λόγο, ὡς ὑπόσταση βασική τοῦ δημιουργηθέντος κόσμου ἤ καλλίτερα στίς σχέσεις τοῦ Λόγου μετά τοῦ κόσμου, βρίσκεται δυνάμει καί ὁ ἄνθρωπος, ἡ δημιουργηθεῖσα ὑπόσταση ἤ ἡ συνέταιρος ὑπόσταση τοῦ Λόγου μέσω τοῦ κόσμου. Ἤ μέσα στή θεία ὑπόσταση τοῦ κόσμου εἶναι καί ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση τοῦ κόσμου, ἡ πραγματική καί διαλογική εἰκόνα τῆς πρώτης καί θεμελιώδους ὑπόστασης τοῦ κόσμου. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι καί δημιουργός του κόσμου. Γι' αὐτό δημιουργεῖται ὅταν ὁ κόσμος εἶναι ἤδη τετελεσμένος στίς ὀντολογικές του συστάσεις.

Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση προέρχεται, γιά νά τό ποῦμε ἔτσι, ἀπό τόν ἴδιο τό Λόγο καί τόν κόσμο, ὄχι μόνον ἀπό τόν κόσμο, διότι εἶναι ἀνώτερος τοῦ κόσμου, οὔτε μόνο ἀπό τό Λόγο, διότι προέρχεται ὀντολογικά συνδεδεμένος μέ τόν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος προέρχεται ἀπό τή στενή σχέση τοῦ Λόγου μέ τόν κόσμο τήν ὁποία ἱδρύει ὁ Λόγος χάρη στήν πράξη τῆς δημιουργίας. Ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση παίρνοντας τή θέση ἑνός "ἐγώ" ὡς πρός τόν κόσμο, θέση πού ἔχει καί ὁ Λόγος, εἶναι ταυτόχρονα ἕνα "ἐσύ" γιά τό Λόγο καί ὁ Λόγος ἕνα "ἐσύ" γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί ἔτσι συνδέονται τά πρόσωπα στόν ἐλεύθερο διάλογο.

Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἄνθρωπος δέν παράγεται ὅπως ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλά καλεῖται νά ὑπάρξει διά τοῦ Λόγου. Ἡ πρώτη ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο εἶναι, ἄς ποῦμε, μία διαλογική πράξη, μία ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου στήν κλήση τοῦ Λόγου. Μιλώντας στόν Ἑαυτό του ὅπως πρός τό "ἐσύ", ὁ Λόγος παραχωρεῖ πραγματική ὕπαρξη σ' αὐτό τό "ἐσύ". Ἀφοῦ κατασκεύασε τόν ὕψιστο βιολογικό ὀργανισμό, ὁ Λόγος, μιλώντας ἐντός του, τυπώνει ταυτόχρονα τή σφραγίδα τῆς ὑπόστασής Του ἐπάνω σ' αὐτόν, καί ὁ ἄνθρωπος ἀπαντώντας ἀναδύεται ὡς πρόσωπον.

Ὁ Λόγος ἐνεφύσησε στό πρόσωπο τοῦ μέλλοντος ἀνθρώπου τή ζωή του ὡς πνευματική σχέση μαζί Του καί ὁ ἄνθρωπος ἔδωσε μέσω τοῦ προσώπου του τήν ἀπάντησή του. Ὁ Λόγος προσκαλεῖ τόν ἄνθρωπο σέ μία ὕπαρξη ἀδιάρρηκτης σχέσης μαζί Του καί μετά τοῦ κόσμου, διότι καί βρίσκεται καί θά βρεθεῖ μέσα σ' αὐτή τή σχέση ὅλο καί περισσότερο καί κατ' ἀπόλυτο τρόπο μέσω τῆς σάρκωσής Του καί τῆς θέωσης τοῦ κόσμου στήν αἰώνια ζωή. Μέ τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἤ ἀκριβέστερα, μέ τή δημιουργία τοῦ κόσμου σὰ βάση γιά τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Λόγος ἔθεσε τίς προϋποθέσεις τῆς ἐνανθρώπησής Του καί τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου.

Ὁ ἄνθρωπος ὄντας ἡ λογική καί ἐνσυνείδητη ὑπόσταση (ἤ ἔρεισμα) εἰκόνα τῆς θείας ὑπόστασης, εἶναι προικισμένος μέ τή νοερή ψυχή. Τά πράγματα δέν ἔχουν ψυχή, διότι δέν ἔχουν ἕναν ὑποκειμενικό καί αὐτοσεινήδητο λόγον, ἀλλά μόνο ἀντικειμενικό καί ἀσύνειδο. Τά πράγματα ἀνήκουν στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐκτείνεται καί πάνω στά πράγματα. Οἱ λόγοι τῶν ἀνθρώπων δέν ἔχουν ἔρεισμα, ἤ ὑπόσταση ἀπό μόνοι τους. Οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων ἀποτελοῦν περιεχόμενο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως τά πρότυπα ἤ οἱ βάσεις τους ἀποτελοῦν περιεχόμενο τοῦ προσώπου τοῦ θείου Λόγου. Μόνο ἕνα ὑποκείμενο πού ἔχει συνείδηση ὅτι ἐμπεριέχει τούς ἀντικειμενικούς λόγους τῶν πραγμάτων ἔχει ψυχή, καί εἶναι ὁ σταθερός κομιστής τους, ὅμοια μέ τό θεῖο προσωπικό Λόγο.

Τά ζῶα ἐκτός ἀπό τή λογικότητά τους, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἀντικειμενικά στήν πλαστικότητα καί τήν αἰσθητικότητά τους ἔχουν καί κάποια αἰσθητικότητα ὑποκειμενική, εἴτε ἁπλά βιολογική ψυχή. Ἀλλά ἡ αἰσθητικότητα αὐτή φωτίζεται κατά κάποιο τρόπο ἀπό τή σχέση μέ τόν ἄνθρωπο, ἐφ' ὅσον ἔχουν ὡς ἔρεισμα καί κέντρο τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς ἐκ τούτου, ἀνάμεσα σ' αὐτά καί τόν ἄνθρωπο ἐμφανίζονται σχέσεις συμπαθείας, κι αὐτό ἐπειδή τά αἰσθήματά τους συμμετέχουν κατά κάποιο τρόπο στ' ἀνθρώπινα αἰσθήματα ἤ ἐπειδή τά ἀνθρώπινα αἰσθήματα, καί μέσα ἀπ' αὐτά ὁρισμένες ἀκτίνες τῆς συνείδησης τῆς ἀνθρώπινης νοερῆς ψυχῆς. ἐπεκτείνονται σ' αὐτά.

Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μιλοῦσε γιά κάποια κλίμακα τῆς ὕπαρξης, ἡ ὁποία κατεβαίνει ἀπό τό δημιουργημένο πνεῦμα στά ζῶα, στά φυτά, καί στά μεταλλεύματα. Τοῦτο δέν σημαίνει κάποιον ἐξευτελισμό νεοπλατωνικό τῆς οὐσίας, ἀλλά κατάφαση τῆς πληρότητας τῆς ὕπαρξης μέσα στό πρόσωπο ἀμέσως μόλις αὐτή ἀποκτήσει συνείδηση. Οἱ ἀντικειμενικές πραγματικότητες κάθε βαθμοῦ (τά πράγματα, τά φυτά, τά ζῶα) δέν ἔχουν κάποια σταθερότητα ὑποκειμενική, καί κάποιο πλῆρες νόημα ἐντός τους, ἐπειδή ἡ λογικότητά τους δέν εἶναι γι' αὐτά, ἀλλά γιά τίς ἐνσυνείδητες ὑπάρξεις. Ἄν ἡ λογικότητά τους θα’ταν γι' αὐτή τήν ἴδια, θα’ταν παράλογη. Αὐτά ἔχουν τήν ὑποστατική τους βάση στό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλά καί ἡ λογικότητά τους εἶναι σέ σχέση μέ τό πρόσωπο, ἀφοῦ μόνο στό πρόσωπο βρίσκεται τό νόημά τους ἤ ἡ συμπλήρωση τῆς λογικότητας τῆς ὕπαρξής τους.

Ὥστε ὁ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν κόσμο ἐντός του "ἐν ἔργῳ" καί "ἐν δυνάμει", ἀλλάζοντας αὐτή τή σχέση συνεχῶς "ἐν ἔργῳ", διότι ἔχει ἐντός του τήν ἀπόλυτη λογικότητα. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στή θέση αὐτή ὄχι ὡς πρόσωπο ξεχωριστό ἀλλά "ἐν κοινωνίᾳ" μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ λογικότητα τῆς ὕπαρξης σημαίνει καί κάποια ἁρμονία τῶν μερῶν τοῦ συνόλου στό ὁποῖο ἀνήκει, καί ἁρμονία τῶν συνειδήσεων, δηλαδή ἀγάπη. Οἱ ἄνθρωποι φωτίζουν συγχρόνως τόν κόσμο καί ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους σύμφωνα μέ τίς συμβουλές τῆς ἀποκάλυψης τοῦ ἑνιαίου τῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία ἔχει τό βάθος της στό θεῖο ἄπειρο ἀπό τό ὁποῖο ἔρχονται καί στό ὁποῖο συγκροτοῦνται ὅλοι καί ὅλες. Οἱ ἄνθρωποι φωτίζονται βαθμηδόν στή συνεργασία αὐτή, καί τελειοποιοῦνται καί ἑνώνονται μέσα στήν ἀγάπη καί, ὡς ἐκ τούτου, ὅλο καί περισσότερο κάνουν τόν κόσμο ἀνάμεσά τους διαφανῆ καί συνάμα κάνουν διαφανές τό θεῖο πρόσωπο τοῦ Λόγου, πού φέγγει μέσῳ ὅλων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Καί τοῦτο συμβαίνει ὄχι μέσῳ κάποιου θεωρητικοῦ φωτισμοῦ τῶν πραγμάτων, ἀλλά μέσῳ τῆς ἰδιαίτερης χρήσης τῶν πραγμάτων ὡς δώρων. "Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα". Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μέ μία τέτοια χρήση τῶν πραγμάτων καί τῶν ἑαυτῶν τους οἱ ἄνθρωποι προχωροῦν στήν κατανόηση τοῦ κόσμου καί τῶν ἑαυτῶν τους καί στήν ἀμοιβαία τους προσέγγιση καθώς καί στήν κατανόηση τοῦ Θεοῦ καί στήν προσέγγισή Του μέ ἀγάπη, ὡς πρός τόν Δωρητή τῶν ὑπάρξεών τους

Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ κόσμος βαθμηδόν ἀνθρωποποιεῖται, θεοποιεῖται καί προσωποποιεῖται, γίνεται μέσον διαφανές ἀνάμεσα στά πρόσωπα ἤ γίνεται μία πραγματικότητα κοινή ὅλο καί περισσότερο ἐσωτερική, πού φέρει γιά κάθε ἕνα τοὺς ἀγαπητούς χαρακτῆρες τῶν ἄλλων, ὅπως αἰσθάνονται καί τώρα ἐκεῖνοι πού ἀγαπιοῦνται μεταξύ τους.

Ἀλλά ἐπειδή ὁ ἐγωϊσμός, στόν ὁποῖο ἔπεσε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀποτελεῖ μεγάλο ἐμπόδιο γιά τήν ἑνοποίηση καί μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μέσα στήν κοινωνία τῶν προσώπων ὁ Λόγος πού ἔχει ἐντός του τούς λόγους τῶν πραγμάτων καί δημιούργησε τόν ἄνθρωπο μέ κάποια ὅμοια ἱκανότητα, γίνεται ἄνθρωπος ἤ ἄμεση ὑπόσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί μέσῳ αὐτῆς ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔχει ἔτσι καί ὡς ἄνθρωπος τόν κόσμο μέσα του ἀπόλυτα φωτιζόμενον ἐντός Του. Ὡς ἐκ τούτου, ἀποκαθιστᾶ καί τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἕνωση πρός τόν Ἑαυτό του στήν ἰδιότητα τῶν συνυποστάσεων τοῦ κόσμου, ἀφοῦ αὐτοί μέσῳ τῆς πίστης συμφυτεύονται ἐκ νέου σ' Αὐτόν ὡς θεία Ὑπόσταση, δηλαδή συμφυτεύονται στήν τελική δική τους καί τοῦ κόσμου ὀντολογική ὑπόσταση· ἀλλά μέσα σ' Αὐτόν ἑνώνονται καί μέ τήν κεντρική ἀνθρώπινη ὑπόσταση.

Ἑνώνονται μ' Αὐτόν καί ἀνάμεσά τους μέ δύο τρόπους. Συνενώνονται, πρῶτα, μαζί Του καί ἀνάμεσά τους ὡς κοσμοφόροι. Ἐν Χριστῷ ὁ κόσμος γίνεται ξανά --καί γίνεται περισσότερο ἀπ' ὅτι στή ἀρχή-- ἐσωτερικός σέ ὅλους ὅσους ζοῦν μέσα σ' Αὐτόν καί, μεταμορφούμενος ἀπό τήν θεότητά Του, γίνεται διαφανής γιά τόν σαρκωθέντα Λόγον τοῦ Θεοῦ καί γιά τούς ἀνθρώπους. Ἄν, ὕστερα, μόνον ἡ προσωπική συνείδηση προβάλλει πάνω στόν κόσμο τό φῶς τοῦ νοήματος, ἀναμφίβολα μόνον ἀπό τό πρόσωπο τοῦ τά πάντα γνωρίζοντος σαρκωθέντος Λόγου προβάλλεται καί πάνω στή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων, πού βρίσκονται σέ κοινωνία, τό ἀπόλυτο φῶς ὅσον ἀφορᾶ στήν ὕπαρξή τους καί στήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου.

Τό πρόσωπο εἶναι ἀτέλειωτος καί ἀνεξάντλητος πυρήνας πού προσπαθεῖ νά ἐπικοινωνήσει καί ὅταν ἐπικοινωνήσει ἀκτινοβολεῖ ἀπ’ αὐτό ἕνα φῶς πάντοτε νέο καί ἀτέλειωτο, ἐφ' ὅσον βρίσκεται σέ σχέση ὀντολογική μέ τό Θεῖο Πρόσωπο, τήν ἀπέραντη πηγή τοῦ φωτός. Ἡ ἑνότητα τοῦ προσώπου ἔχει τή βάση της στήν ὑπέρτατη ἄφθαρτη ἑνότητα τοῦ Λόγου, καί ὄχι μέσα στά ὑλικά στοιχεῖα τά ὁποῖα διαλύονται μέ τόν θάνατο, ὅπως καί τά πράγματα ἔχουν τήν ἑνότητά τους ὄχι στά στοιχεῖα πού τά ἀποτελοῦν, ἀλλά στούς λόγους τοῦ Λόγου. Ἄν τά πράγματα φωτίζουν μέ τά νοήματά τους τίς ἑνότητες πού τά ἀντιπροσωπεύουν, τόσο περισσότερο τά πρόσωπα φωτίζουν τίς μοναδικές τους ὑπάρξεις καί τά πράγματα, ὄχι μόνο μέ τά νοήματά τους, ἀλλά καί μέ τή συνείδηση πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅλους τοὺς ἄλλους. Τά νοήματα γίνονται φωτεινά μόνο γιά τά ἐνσυνείδητα μάτια πού τά βλέπουν. Σέ μιὰ τυφλή κόρη, ὅσο κι ἄν αὐτή εἶναι ὄμορφη, λείπει τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τῆς ὀμορφιᾶς, τό ἐνσυνείδητο φῶς τῶν ματιῶν της.

Τό πρόσωπο τοῦ Λόγου μέ τήν ὑπέρτατη συνείδησή του γιά ὅλα τά νοήματα εἶναι τό πιό φωτεινό ἀπ' ὅλες τίς πραγματικότητες. Καί εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός ὅλων τῶν νοημάτων καί ὅλων τῶν συνειδήσεων καθώς καί ὅλων τῶν ὁρατῶν καί πνευματικῶν καλλονῶν. Ἄν δέ, μόνο τό πρόσωπο δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξη πάντων λαβαίνοντας συνείδηση τῶν νοημάτων τους, πολύ περισσότερο δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξη πάντων τό πρόσωπο τοῦ Λόγου.

Ἰδού, λοιπόν, γιατί μέσα στήν πνευματικότητα καί τή λατρεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό φῶς εἶναι τόσο δοξασμένο ἡ δέ πηγή τοῦ φωτός ταυτίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ 'Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, καί πρίν ἀπ' ὅλους ὁ 'Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος τόνισαν τή σημασία τοῦ θείου φωτός στόν πνευματικό βίο, μέ βάση τούς ψαλμούς καί τά ἔργα τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννη, ἡ δέ ὀρθόδοξη Λειτουργία μιλάει συχνά γιά τή θέα τοῦ θείου φωτός, ὡς τήν ὑπέρτατη ἀφορμή τῆς πνευματικῆς καί αἰώνιας χαρᾶς.

Τό πρόσωπο τοῦ Λόγου εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός μέ τήν ὑπέρτατη συνείδησή του, μέ τήν ἀγάπη τοῦ χωρίς σκιά ἐγωϊσμοῦ, μέ τό ὑπέρτατο νόημα τῆς ὕπαρξης τήν ὁποία ἔχει καί τήν ὁποία μεταδίδει στούς πάντες μαζί μέ τή ζωή του. Μέσα στό πρόσωπό Του ὑπάρχουν "οἱ λόγοι" τῶν πάντων. Μέσα στόν ἀναστημένο Χριστό οἱ πάντες καί τά πάντα πλημμυρίζουν ξανά μέ φῶς, διότι τό σῶμα του ἔγινε διαφανές γιά τή θεότητά του καί γιά τούς λόγους τῶν πάντων.