Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Για το πώς να υπερνικούμε το κακό. Αγίου Αχρίδος Νικολάου Βελιμίροβιτς.

Για το πώς να υπερνικούμε το κακό.

Αγίου Αχρίδος Νικολάου Βελιμίροβιτς.

Στην ράφτρα Τζ. 
Αποτέλεσμα εικόνας για βελιμιροβιτς

Υπάρχει ένας τρόπος να νικούμε το κακό, που εσείς δοκιμάσατε με επιτυχία. Με τον τίμιο μόχθο σας συντηρείτε τον εαυτό σας και τέσσερα παιδιά, φτωχή χήρα. Όμως για το απλήρωτο ενοίκιο ήρθε ο σπιτονοικοκύρης να κάνει απογραφή στα πράγματα. Εσείς τρέματε, τα παιδιά έκλαιγαν. 

Όταν ο σπιτονοικοκύρης είδε, ότι όλο το νοικοκυριό δεν θα καλύψει τα οφειλόμενα ενοίκια, θυμωμένος άρχισε να φωνάζει. Τότε βγάλατε το περιδέραιο από τον λαιμό -συζυγική ανάμνηση από τον γάμο- και το ρολόι, που ο πατέρας όρισε ως διαθήκη στον πιο μεγάλο γιο, όταν τελειώσει το σχολείο. «Πάρτε το κι αυτό!». Είπατε στον σπιτονοικοκύρη. Τούτο άγγιξε την καρδιά του -αφού και αυτός είναι άνθρωπος- και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας: «Καθίστε, και όταν μπορέσετε με πληρώνετε»! Συμπεριφερθήκατε κατά τον λόγο του Χριστού: «Μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» (Ματθ. 5, 39). 

Κάτι παρόμοιο έγινε στο χωριό Σίμπνιτσα στην εποχή της αυστριακής κατοχής. Εξαιτίας κάποιας υποψίας ήρθαν οι στρατιώτες και άρχισαν να καίνε το χωριό. Στο χωριό ζούσε ο κυρ-Τόδια, γνωστός άνθρωπος του Θεού. Οι στρατιώτες τον διέταξαν να βγάλει από το σπίτι ό,τι επιθυμεί, αφού θέλουν να το κάψουν. Ο κυρ-Τόδια δεν μπήκε στο σπίτι, αλλά πήγε στην ξυλαποθήκη και έφερε μία αγκαλιά ξύλα. Όταν τον ρώτησαν τί είναι αυτό που κάνει, αυτός απάντησε με πραότητα στους στρατιώτες: Μα να σας βοηθήσω να κάψετε το σπίτι! Τούτο άγγιξε την καρδιά των στρατιωτών -αφού και εκείνοι ήταν άνθρωποι- γύρισαν και έφυγαν. Το σπίτι του κυρ- Τόδια δεν το έκαψαν. 

Η ευλογία του Θεού σε σας και στα παιδιά. (ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ “Δεν φτάνει μόνο η πίστη… ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄”, Εκδόσεις «Εν πλώ»

Πηγή: alopsis.gr

Η αρετή της ανεξικακίας Ιερομόναχος Ιουστίνος

Η αρετή της ανεξικακίας
Τί είναι η ανεξικακία;
Στη μορφή είναι αδυναμία· στην ουσία δύναμη· στις σχέσεις κοινωνική· στην ενέργεια ειρηνική· στη συναλλαγή επιτυχής· στην προέκταση θεϊκή.
Στη μορφή φαίνεται αδυναμία το να μην εκδικείσαι αυτόν που σε έβλαψε. Στην ουσία όμως είναι δύναμη. Δεν τον φοβάσαι, γι’ αυτό δεν προσπαθείς να τον εκδικηθείς, να τον εκμηδενίσεις. Δεν χάνεις τον έλεγχο του σκάφους της ψυχής σου στην τρικυμία του θυμού. Συγκρατείς τον εαυτό σου, την αγανάκτησή σου και δεν αυτοδικείς εσύ, αλλά αφίνεις τον Θεό να ενεργήσει, που είναι καρδιογνώστης, αλάνθαστος, παντοδύναμος.
Το συμβουλεύει και η προς Ρωμαίους: «Μη εαυτούς εκδικούντες, αγαπητοί, αλλά δότε τόπο τη οργή» του Θεού (12.9). Άφησέ το στον Θεό, να εκδικηθεί Εκείνος.
Ένα σκαλοπάτι υψηλότερα: «Προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5.44-45), που Τον προσβάλλουν με τις αδικίες και παραβάσεις τους.
Δεν απαιτεί δύναμη να προσεύχεσαι γι’ αυτόν που σε έβλαψε; Συμβουλεύουν οι Πατέρες ότι εκδίκηση άριστη είναι η προσευχή υπέρ εκείνου που σε αδίκησε (π.χ. Χρυσοστόμου Υπόμνημα εις τον Ιωάννην, 71.3).
Συνεχίζουμε στην επόμενη βαθμίδα της εξαίσιας κλίμακας της ανεξικακίας: «μη νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» (Ρωμ. 12.21). Όχι μόνο να προσεύχεσαι, μα και να ευεργετείς τον εχθρό σου. «Εάν ούν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν· τούτο γαρ ποιών άνθρακας πυρός [τύψεις] σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού» (Ρωμ. 12.20).
Στις σχέσεις ονομάσαμε την ανεξικακία κοινωνική, και γιατί χωρίς την ανοχή της δεν μπορεί να υπάρξει συμβίωση και συνεργασία, κοινωνικότητα, αλλά και γιατί κοινωνεί και συνδέεται με πλήθος αρετών. Είναι ουσιώδες εξάρτημα στο θεϊκό μηχάνημα της αγάπης, που σκοπεύει και «χτυπάει» τις πύλες του Ουρανού, ενώ παράλληλα παράγει και προσφέρει στους ουρανόφρονες γηΐνους επιτυχημένη απομίμηση και πρόγευση Παραδείσου!
Στην ενέργεια είναι ειρηνική. Κατορθώνει διπλή ειρήνη. Ειρηνοποιεί πρώτα τους τρίτους, που θέλουν να εκδικηθούν αυτοί για λογαριασμό του ζημιωμένου, με απρόβλεπτες προεκτάσεις. (Ευτυχώς έχει εκλείψει από την πατρίδα μας το φαινόμενο της βεντέτας.)
Πρώτα λοιπόν η ανεξικακία ειρηνεύει τους άλλους, αλλά δεύτερο και κυρίως επιβραβεύει τη γαλήνη στον ίδιο τον προσβεβλημένο.
Συμβουλεύει η Παροιμία της Γραφής «Μην πείς: Όπως μου φέρθηκε θα του φερθώ, θα τον εκδικηθώ για όσα με αδίκησε» (24.29). Αποκαλύπτει σχετικά ο αββάς Κασσιανός: «Δεν ωφελεί τόσο το να συγκρατείς το στόμα σου σε καιρό θυμού και να μη βγάζεις μανιασμένα λόγια, όσο το να καθαρίζεις την καρδιά από τη μνησικακία και να μη περιφέρεις στη διάνοιά σου πονηρούς λογισμούς κατά του αδελφού» (Προς Κάστορα επίσκοπο, Περί οργής).
Η ανεξικακία έχει ενεργητικό χαρακτήρα. Φαίνεται παράδοξο αυτό. Πώς ενεργητικό, εφόσον δεν κάνουμε τίποτε, και τούτο χάριν της ανεξικακίας;
Και όμως. Κάνουμε πάλη μεγάλη για να μη κάνουμε τίποτε, χάριν ανεξικακίας· πάλη αιματηρή πολλές φορές. Το ξέρουν όσοι έχουν πείρα…
Συγκεφαλαιώνουμε τις φάσεις της ανεξικακίας: α) Πειθαναγκασμός του εαυτού μας προς αυτοσυγκράτηση· β) Παροχή συγγνώμης έστω και αιματηρής ψυχικά· γ) Ειρήνη στα μύχια μας ακύμαντη· δ) Προσευχή υπέρ του εχθρού· ε) Αγαθοποιΐα προς αυτόν – η απτή πια απόδειξη της ειλικρινούς και γνήσιας συγγνώμης «από των καρδιών» μας, που επισύρει τη θεία συγγνώμη. Και κάτι που εκφεύγει των στενών προσωπικών ορίων, στ) Προσπάθεια κατευνασμού του περιβάλλοντος που τυχόν φρυάττει για λογαριασμό του αδικημένου.
Πώς λοιπόν η ανεξικακία να μη χαρακτηρισθεί σαν εξυπνότατη δοσοληψία;
Αποτελεί και χαρακτηριστική θεία αρετή: «Προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ. 5.44-45), καθώς μας συμβούλευσε ο Λυτρωτής. Μας ανεβάζει στον Ουρανό και μας καθιστά παιδιά του μακροθύμου Θεού! αδελφούς του ανεξικάκου Θεανθρώπου! Θυμόμαστε ότι όταν ο Ιησούς είχε εισέλθει σε μια κώμη Σαμαρειτών και δεν Τον είχαν δεχθεί, αγανάκτησαν οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης και είπαν· «Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβήναι από ουρανού και αναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;»
Ο Χριστός κάθε άλλο παρά συγκατένευσε. «Στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς και είπεν· ουκ οιδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς· ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσει, αλλά σώσαι» (Λουκ .9.52-56).
Αν οι αφιλόξενοι Σαμαρείτες ήσαν άξιοι φωτιάς μια φορά, οι σταυρωτές Του και ο Ιούδας ήσαν εκατό φορές. Στην οδυνηρότερη στιγμή της ζωής Του, όταν βάραινε εξουθενωτικά στο κρεμασμένο σώμα Του και στο καταπληγωμένο πνεύμα Του η πανανθρώπινη αμαρτία, Εκείνος βίωνε την ανώτατη ανεξικακία. Η αποκορύφωσή της εκφράσθηκε στο «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23.34).
Συγχωρούσε, προσευχόταν και ευεργετούσε: Χάριζε την παγκόσμια και παγχρονική σωτηρία.
Πώς επομένως αξιούμε να λεγόμαστε χριστιανοί και να λατρεύουμε τον ανεξίκακο και μακρόθυμο Χριστό; Πώς θα μεταλάβεις τον ανεξίκακο Χριστό, αν έχεις μέσα σου έχθρα; Και πώς επί πλέον θα μεταλάβεις από το ίδιο Ποτήριο μαζί με τον μισούμενο; – πράγματα καθαρά και ξάστερα, που δεν σηκώνουν υπεκφυγές και διπλωματίες.
Προηγείται αξιολογικά η αγάπη και ακολουθεί η λατρεία. Πρώτα «αγαπήσωμεν αλλήλους», ώστε ύστερα «εν ομονοία ομολογήσωμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον» (Θεία Λειτουργία, Προ του ασπασμού).
Στον Θεό άρα αντανακλά κάθε διαλογισμός, λόγος ή ενέργειά μας προς τον «κατ’ εικόνα» Του πλασμένο άνθρωπο (Γεν. 1.26). Υπό το πρίσμα τούτο είναι αδιανόητη η ιδανική λατρεία ενόσω στην καρδιά μαίνεται ανεξέλεγκτα η πυρκαϊά της οργής.


Ιερομόναχος Ιουστίνος

Προβληματισμός από φιλενωτικές ενέργειες


Προβληματισμός από φιλενωτικές ενέργειες
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Μια εν κρυπτώ ενέργεια «κοινωνίας» με τους ουνίτες του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προβληματίζει έντονα. Με επίσημη προσωπική επιστολή του ευχαρίστησε τον επικεφαλής των ουνιτών της Ουκρανίας Σβιάτοσλαβ (Σέβτσουκ) «για την υποστήριξη του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την διοργάνωση της Συνόδου στην Κρήτη»! Η επιστολή δεν δόθηκε στη δημοσιότητα από το Φανάρι. Αποκαλύφθηκε από τους ουνίτες της Ουκρανίας και δόθηκε στα διεθνή ΜΜΕ από την κρατική Υπηρεσία Θρησκευτικών Ειδήσεων της Ουκρανίας (RISU). Πρέπει να είναι η πρώτη φορά, που επισήμως από Ορθόδοξο Πρωθιεράρχη αναγνωρίζεται η οντότητα της ουνίας.

Η Εκκλησία της Ελλάδος έως και σήμερα δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική οντότητα των ουνιτών. Επίσης έως τώρα στους διαλόγους δεν γίνονται δεκτοί οι ουνίτες, με το ισχυρό επιχείρημα ότι η παρουσία τους δεν συμβάλλει στην επιτυχία του διαλόγου με τους ρωμαιοκαθολικούς....Πρόκειται για πολύ σοβαρό κανονικό ολίσθημα του κ. Βαρθολομαίου. Ευγένειες και εγκάρδιες ευχαριστίες στον επικεφαλής του «δουρείου ίππου» του Βατικανού στην Ουκρανία και σε άλλες χώρες και γενικά σχέσεις με τους ουνίτες - διώκτες της Ορθοδοξίας δεν επιτρέπονται. Η επιστολή υποστήριξης του κ. Σβιάτοσλαβ στη Σύνοδο της Κρήτης θάπρεπε να σταλεί πίσω από τον κ. Βαρθολομαίο, ως απαράδεκτη. Τουλάχιστον να θεωρηθεί ως μηδέποτε ληφθείσα. Αυτή θα ήταν μια σύμφωνη με την Ορθόδοξη Παράδοση και αξιοπρεπής στάση Ορθοδόξου πρωθιεράρχου...

Δυστυχώς το Φανάρι, ερήμην του πιστού λαού, ενεργεί βήματα προς την ένωση – διάβαζε υποταγή – με τους παπικούς. Είναι χαρακτηριστικό της φαναριώτικης άποψης για την «ένωση» το κείμενο του Βορειοαμερικανικού Ορθοδόξου – Καθολικού Συμβουλίου, με τίτλο «Βήματα προς την κατεύθυνση μιας επανενωμένης Εκκλησίας: Σχέδιο για μια Ορθόδοξη – Καθολική θεώρηση περί του μέλλοντος». Το Συμβούλιο συνεδρίασε στο Georgetown University, Washington DC, στις 2 Οκτωβρίου 2010, και το κείμενο δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του USCCB (Συμβούλιο των Καθολικών Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών). Στο κείμενο και στο 7α σημείο αναφέρεται ότι ο Επίσκοπος της Ρώμης, μετά την «ένωση», θα είναι «από αρχαίο έθιμο» ο «πρώτος» των επισκόπων όλου του κόσμου και των περιφερειακών πατριαρχών και τα «πρεσβεία τιμής» του δεν θα είναι τιμητικό προβάδισμα, αλλά πραγματική εξουσία, δια της οποίας θα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις καθοριστικές για την Εκκλησία. Προφανώς όλα αυτά σύμφωνα με τις αποφάσεις της Α΄ Βατικανής Συνόδου, το 1870, μετά την οποία τα περί «αλαθήτου» του Πάπα αποτελούν δόγμα των Λατίνων... 
Και εδώ το Βατικανό ρίπτει στους Ορθοδόξους το δέλεαρ, που έριψε παλαιότερα και έπιασε στους μονοφυσίτες της Μέσης Ανατολής. Λέγει ότι αν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αναγνωρίσουν το Πρωτείο του Πάπα και την απόλυτη εξάρτησή τους από το Βατικανό θα μπορούν να αναφέρονται σ’ αυτόν όπως σήμερα στους Πατριάρχες και στους Προκαθημένους των τοπικών τους Ορθοδόξων Εκκλησιών... Η Ιστορία αποδεικνύει πως με τη ριζωμένη επί αιώνες στο Βατικανό αιρετική κοσμική συνείδηση, όταν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αποδεχθούν την υποταγή τους στον Πάπα, τότε θα τους επιβάλει τη θέλησή του και θα τους μετατρέψει από υπεύθυνους για το ποίμνιο τους και για όλη την Εκκλησία Επισκόπους, σε βικαρίους του, σε άβουλα και πειθήνια δηλαδή όργανά του. 
Αυτά βεβαίως δεν θα συμβούν, γιατί χάρη στον πιστό κλήρο και λαό δεν θα επιτύχουν οι μεθοδεύσεις του Βατικανού, όπως δεν επέτυχαν όλες οι προηγούμενες, που άρχισαν τον 13ο αιώνα, με τη Σύνοδο της Λιόν το 1274, και συνεχίστηκαν έκτοτε με αδιάλειπτο και έντονα επιθετικό τρόπο όλους αυτούς τους αιώνες, έως και σήμερα, με τη συνδρομή, δυστυχώς, Ελλήνων Ορθοδόξων Αυτοκρατόρων, Πατριαρχών και άλλων υψηλοβάθμων κληρικών και λαϊκών. 

Εκτός από τους Λατίνους επισκόπους των ΗΠΑ το παπικό μοναστήρι του Bose έχει αναλάβει την ευθύνη της προώθησης της «κοινωνίας» με τους Ορθοδόξους. Φέτος και από τις 7 έως και τις 10 Σεπτεμβρίου διοργανώνει συνέδριο με θέμα «Μαρτύριο και κοινωνία». Πρόκειται για το 24ο Συνέδριο της εν λόγω Μονής για την «Ορθόδοξη Πνευματικότητα». Όπως παρουσιάζεται στο φετινό πρόγραμμα το συνέδριο διεξάγεται «σε συνεργασία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες». Στο συνέδριο φέτος συμμετέχει ο Πατριάρχης Αντιοχείας κ. Ιωάννης. Θα μιλήσει με θέμα «Μαρτύρων αίμα, σπόρος κοινωνίας». Θα ακολουθήσει η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τελμησσού Ιώβ, με θέμα «Η μαρτυρία και η διακονία κοινωνίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου» και άλλων Ορθοδόξων κληρικών και λαϊκών. 

Το κέρδος για τους ρωμαιοκαθολικούς από τα συνέδρια του Bose είναι αφενός μεν οι οικουμενιστές Ορθόδοξοι να αισθάνονται οικεία, αφετέρου δε οι μη οικουμενιστές να γνωρίσουν μια «με κατανόηση και χωρίς αυταρχισμό και απολυτότητα» όψη ανθρώπων του Βατικανού... Φυσικά κανένα κέρδος δεν έχει η Ορθοδοξία. Ουδείς ρωμαιοκαθολικός όλα αυτά τα χρόνια έχει εμφανώς επηρεαστεί, ακόμη και από σημαντικές εισηγήσεις σημαντικών ορθοδόξων θεολόγων. Αντίθετα, ο οικουμενισμός προωθήθηκε στους ορθοδόξους...

Σημειώνεται ότι κλειδί για την ένωση – υποταγή των Ορθοδόξων είναι η «κοινωνία» με τους παπικούς, που είναι το θέμα του συνεδρίου. Η πορεία αυτής της κοινωνίας φτάνει έως και το κοινό ποτήριο της Θείας Κοινωνίας... Η στρατηγική επιδίωξη του Βατικανού είναι παράλληλα με την προώθηση του Πρωτείου του Πάπα, να πείσει τους Ορθοδόξους πιστούς ότι τίποτε δεν τους χωρίζει από τους ρωμαιοκαθολικούς και επομένως είναι σε πορεία πλήρους κοινωνίας.... Αυτή η μεθοδευμένη πορεία είναι προφανής στα μηνύματα προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη των Παπών Βενεδίκτου και Φραγκίσκου. Με την ευκαιρία της θρονικής εορτής του Φαναρίου ο πρώτος σημειώνει «την αυξανόμενη κοινωνία και την πνευματική προσέγγιση των δύο Εκκλησιών» (26/11/2008) και ο δεύτερος την μεταξύ των δύο Εκκλησιών «βαθιά κοινωνία πίστεως και χάριτος» (30/11/2015)... Ο Κύριος να μας λυπηθεί, να μας ελεήσει και να μας προφυλάξει από την κυριαρχία της κακοδοξίας...-
πηγή
το είδαμε εδώ

Κυριακή ΙΑ' Ματθαίου το έλεος και η συγγνώμη Ματθ. 18, 23-35

Τη σημασία της συγγνώμης μας παρουσιάζει σήμερα ο Χριστός, μέσα από την παραβολή που ακούσαμε από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Μοιάζει, μας λέει, η Βασιλεία των Ουρανών με έναν βασιλέα, ο οποίος αποφάσισε να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με τους υπηρέτες του. Πρώτος παρουσιάστηκε ένας, ο οποίος του χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα και επειδή δεν είχε να τα ξεχρεώσει, ο Κύριός του διέταξε να πουληθούν η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα του τα υπάρχοντα, ώστε να αποδοθεί το χρέος. Εκείνος έπεσε στα γόνατα και τον παρακαλούσε λέγοντας: “δείξε λίγη υπομονή, και θα στα ξεχρεώσω όλα”. Τότε ο άρχοντας τον συμπόνεσε, και του χάρισε το δάνειο. Φεύγοντας ο δούλος αυτός, συνάντησε ένα συνυπηρέτη του, ο οποίος του χρωστούσε εκατό δηνάρια, και τον άρπαξε από το λαιμό λέγοντάς του “δώσε μου αυτά που μου χρωστάς!”. Εκείνος τον παρακαλούσε να κάνει λίγο υπομονή, μέχρι να τον ξεπληρώσει, όμως αυτός τον έβαλε στη φυλακή, μέχρι να του αποδώσει την οφειλή. Βλέποντας οι υπόλοιποι υπηρέτες τα όσα είχαν συμβεί, λυπήθηκαν πάρα πολύ και εξιστόρησαν τα γεγονότα στον κύριό τους. Κι εκείνος, αφού τον κάλεσε, του είπε: “ δούλε πονηρέ, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρεκάλεσες. Δεν έπρεπε και συ να ελεήσεις τον συνυπηρέτη σου, όπως κι εγώ σε ελέησα;” Και θυμωμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, μέχρι να αποδώσει όλο το χρέος του. Ο Χριστός κλείνει την παραβολή λέγοντας “αυτό ακριβώς θα κάνει σε σας και Πατέρας μου ο Ουράνιος, αν ο καθένας σας δεν συγχωρεί τον αδελφό του μέσα από την καρδιά του”. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι απέναντι στο Θεό είμαστε όλοι δούλοι και οφειλέτες. Δούλοι επειδή είμαστε δημιουργήματά Του, φτιαγμένα να κοινωνούμε την αγάπη του Θεού, να την εφαρμόζουμε στην μεταξύ μας κοινωνία και να την αναπέμπουμε δοξολογικά προς Αυτόν. Και οφειλέτες γιατί καθημερινά στη ζωή μας δεν καταφέρνουμε να εκπληρώσουμε πλήρως την εντολή της αγάπης, γιατί αμαρτάνουμε και ως εκ τούτου υπολειπόμαστε έναντι του χρέους μας προς τον Θεό και προς τους συνανθρώπους μας. Παρόλα αυτά, ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, και δεν μας εξουθενώνει. Περιμένει καρτερικά τη διόρθωσή μας, τείνει “ευήκοον ούς” στις προσευχές και τις παρακλήσεις μας, και είναι πρόθυμος, όταν Τον παρακαλέσουμε με ταπείνωση καρδιάς και με μετάνοια, να μας συγχωρέσει, να ξεχάσει κάθε οφειλή μας προς Αυτόν, όπως έκανε αρχικά με τον δούλο που Του χρωστούσε ένα αστρονομικό και δυσθεώρητο ποσό. Δεν ανέχεται όμως τη δική μας σκληροκαρδία. Αν παραγράφει τις οφειλές μας, το κάνει για να μας διδάξει ότι οφείλουμε κι εμείς να είμαστε φιλάνθρωποι, να βλέπουμε τον πλησίον μας με αγάπη και όχι σαν εχθρό μας, και να τον συγχωρούμε κι εμείς με τη σειρά μας σε ό,τι κι αν μας χρωστάει. Άλλωστε, αυτά τα οποία μας χρωστούν οι συνάνθρωποί μας είναι σταγόνα στον ωκεανό της δικής μας οφειλής προς τον Θεό. Για το λόγο αυτό, όταν ο Κύριος διαπίστωσε την σκληροκαρδία και τη μοχθηρία του ευεργετηθέντα υπηρέτη, άλλαξε την απόφασή του και δεν τον έβαλε απλά στη φυλακή, αλλά τον οδήγησε στα βασανιστήρια. Αυτό δεν αποτελεί εκ μέρους του Θεού πράξη εκδικητικότητας, αλλά γίνεται για να κατανοήσει ο μοχθηρός δούλος το μέγεθος της ευεργεσίας που αρχικά είχε απολάβει, αλλά στην ουσία απέρριψε με την πονηρή συμπεριφορά του. Η σημερινή παραβολή αποτελεί μια σημαντική αφορμή και ευκαιρία για να αναθεωρήσουμε την στάση μας έναντι του Θεού και των συνανθρώπων μας. Συχνά θεωρούμε ότι η πνευματική μας ζωή είναι ατομική μας υπόθεση, ότι δεν έχει καμία σχέση με τους συνανθρώπους μας, ότι δεν αφορά το κοινωνικό σύνολο. Κι όμως, τίποτα από όσα γράφει το Ευαγγέλιο, καμία από τις εντολές του Θεού δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε από μόνοι μας. Γιατί η φιλανθρωπία, η συγγνώμη, η μακροθυμία, η υπομονή, η πραότητα, η ελεημοσύνη, η κάθε αρετή προϋποθέτει την παρουσία του πλησίον, γιατί αποτελεί απάντηση της καρδιά μας προς αυτόν και απόδειξη της αγάπης την οποία οφείλουμε να καλλιεργούμε προς τους συνανθρώπους μας, αν πράγματι θέλουμε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε και τον Θεό. Γι αυτό και τονίζει στο τέλος ο Χριστός, ότι και ο Επουράνιος Πατέρας μας, τότε μόνο μας συγχωρεί, όταν κι εμείς δείχνουμε την ίδια διάθεση προς τους ανθρώπους που τυχόν μας έχουν βλάψει ή μας έχουν θίξει. Δεν μπορεί κάποιος να είναι εκδικητικός και παράλληλα να ζητά συγχώρεση από τους άλλους, πολύ δε περισσότερο από τον ίδιο το Θεό. Αυτό άλλωστε παρακαλούμε και και επιβεβαιώνουμε όταν στο “Πάτερ ημών” λέμε: “και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”. Δηλαδή, συγχώρησέ μας, Κύριε, όπως ακριβώς κι εμείς συγχωρούμε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με την ίδια αγάπη και φιλανθρωπία.
Πηγή

Μελαγχολία, θλίψη, ἄγχος





 


Τό σπουδαῖο εἶναι νά μποῦμε στήν Ἐκκλησία. Νά ἑνωθοῦμε μέ τούς συνανθρώπους μας, μέ τίς χαρές καί τίς λύπες ὅλων. Νά τούς νιώθουμε δικούς μας, νά προσευχόμαστε γιά ὅλους, νά πονᾶμε γιά τήν σωτηρία τους, νά ξεχνᾶμε τούς ἑαυτούς μας. Νά κάνομε τό πᾶν γι’ αὐτούς, ὅπως ὁ Χριστός γιά μᾶς. Μέσα στήν Ἐκκλησία γινόμαστε ἕνα μέ κάθε δυστυχισμένο καί πονεμένο κι ἁμαρτωλό. Κανείς δέν πρέπει νά θέλει νά σωθεῖ μόνος του, χωρίς νά σωθοῦν καί οἱ ἄλλοι. Εἶναι λάθος νά προσεύχεται κανείς γιά τόν ἑαυτό του, γιά νά σωθεῖ ὁ ἴδιος. Τούς ἄλλους πρέπει νά ἀγαπᾶμε καί νά προσευχόμαστε νά μή χαθεῖ κανείς· νά μποῦν ὅλοι στήν Ἐκκλησία. Αὐτό ἔχει ἀξία. Καί μ’ αὐτή τήν ἐπιθυμία πρέπει νά φύγει κανείς ἀπ’ τόν κόσμο, γιά νά πάει στό μοναστήρι ἤ στήν ἔρημο.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, πού ἔχει τά μυστήρια πού σώζουν, δέν ὑπάρχει ἀπελπισία. Μπορεῖ νά εἴμαστε πολύ ἁμαρτωλοί. Ἐξομολογούμαστε, ὅμως μᾶς διαβάζει ὁ παπάς κι ἔτσι συγχωρούμαστε καί προχωροῦμε πρός τήν ἀθανασία, χωρίς καθόλου ἄγχος, χωρίς καθόλου φόβο.

Ὅποιος ζεῖ τόν Χριστό, γίνεται ἕνα μαζί Του, μέ τήν Ἐκκλησία Του. Ζεῖ μιὰ τρέλα! Ἡ ζωή αὐτή εἶναι διαφορετική ἀπ’ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι χαρά, εἶναι φῶς, εἶναι ἀγαλλίαση, εἶναι ἀνάταση. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν» (Λουκ. 17,21). Ἔρχεται μέσα μας ὁ Χριστός κι ἐμεῖς εἴμαστε μέσα Του. Καί συμβαίνει ὅπως μ’ ἕνα κομμάτι σίδηρο πού τοποθετημένο μές στή φωτιά γίνεται φωτιά καί φῶς· ἔξω ἀπ’ τή φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.

Ὅσοι κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία γιά τά λάθη τῶν ἐκπροσώπων της, μέ σκοπό δῆθεν νά βοηθήσουν γιά τήν διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αὐτοί δέν ἀγαποῦν τήν Ἐκκλησία. Οὔτε, βέβαια τόν Χριστό. Τότε ἀγαπᾶμε τήν Ἐκκλησία, ὅταν μέ τήν προσευχή μας ἀγκαλιάζουμε κάθε μέλος της καί κάνομε ὅ,τι κάνει ὁ Χριστός. Θυσιαζόμαστε, ἀγρυπνοῦμε, κάνομε τό πᾶν, ὅπως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «τίς λοιδορίες δέν τίς ἀνταπέδιδε, καί ὅταν ἔπασχε δέν ἀπειλοῦσε» (Α΄ Πετρ. 2,23).

Νά προσέχουμε καί τό τυπικό μέρος. Νά ζοῦμε τά μυστήρια, ἰδιαίτερα τό μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας. Σ’ αὐτά βρίσκεται ἡ Ὀρθοδοξία. Προσφέρεται ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία μέ τά μυστήρια καί κυρίως μέ τήν Θεία Κοινωνία.

Γιά πολλούς, ὅμως, ἡ θρησκεία εἶναι ἕνας ἀγώνας, μιὰ ἀγωνία κι ἕνα ἄγχος. Γι’ αὐτό πολλούς ἀπ’ τούς «θρήσκους» τοὺς θεωροῦνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σέ τί χάλια βρίσκονται. Καί πράγματι. Γιατί ἄν δέν καταλάβει κανείς τό βάθος τῆς θρησκείας καί δέν τήν ζήσει, ἡ θρησκεία καταντάει ἀρρώστεια καί μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, πού ὁ ἄνθρωπος χάνει τόν ἔλεγχο τῶν πράξεών του, γίνεται ἄβουλος κι ἀνίσχυρος, ἔχει ἀγωνία κι ἄγχος καί φέρεται ὑπό κακοῦ πνεύματος (δηλ. δαιμονικῆς ἐνέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι ὅλη αὐτή ἡ ταπείνωση εἶμαι μιὰ σατανική ἐνέργεια. Ὁρισμένοι τέτοιοι ἄνθρωποι ζοῦνε τή θρησκεία σάν ἕνα εἶδος κολάσεως. Μέσα στήν ἐκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀνάξιοι», καί μόλις βγοῦνε ἔξω, ἀρχίζουν νά βλασφημᾶνε τά θεῖα, ὅταν κάποιος λίγο τοὺς ἐνοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ὅτι ὑπάρχει στό μέσον δαιμόνιο.

Στήν πραγματικότητα, ἡ χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο καί τόν θεραπεύει. Ἡ κυριότερη, ὅμως, προϋπόθεση, γιά νά ἀντιληφθεῖ καί νά διακρίνει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀλήθεια, εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὁ ἐγωισμός σκοτίζει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τόν μπερδεύει, τόν ὁδηγεῖ στήν πλάνη, στήν αἵρεση. Εἶναι σπουδαῖο νά κατανοήσει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀλήθεια.

Στίς αἱρέσεις πᾶνε ὅλοι οἱ μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.

Πολλές φορές οὔτε ὁ κόπος, οὔτε οἱ μετάνοιες, οὔτε οἱ σταυροί προσελκύουν τή χάρη. Ὑπάρχουν μυστικά. Τό οὐσιαστικότερο εἶναι νά φύγεις ἀπ’ τόν τύπο καί νά πηγαίνεις στήν οὐσία. Ὅ,τι γίνεται, νά γίνεται ἀπό ἀγάπη.

Ὅταν δέν ζεῖς μέ τόν Χριστό, ζεῖς μές στή μελαγχολία, στή θλίψη, στό ἄγχος, στή στενοχώρια. δέν ζεῖς σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ἀνωμαλίες καί στόν ὀργανισμό. Ἐπηρεάζεται τό σῶμα, οἱ ἐνδοκρινεῖς ἀδένες, τό συκώτι, ἡ χολή, τό πάγκρεας, τό στομάχι. Σοῦ λένε: «Γιά νά εἶσαι ὑγιής, πάρε τό πρωί τό γάλα σου, τό αὐγουλάκι σου, τό βουτυράκι σου μέ δύο-τρία παξιμάδια». Κι ὅμως, ἄν ζεῖς σωστά, ἄν ἀγαπήσεις τόν Χριστό, μ’ ἕνα πορτοκάλι κι ἕνα μῆλο εἶσαι ἐντάξει. Τό μεγάλο φάρμακο εἶναι νά ἐπιδοθεῖ κανείς στήν λατρεία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλα θεραπεύονται. Ὅλα λειτουργοῦν κανονικά. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅλα τά μεταβάλλει, τά μεταποιεῖ, τά ἁγιάζει, τά διορθώνει, τά ἀλλάζει, τά μεταστοιχειώνει.

Ὁ ἔρωτας πρός τόν Χριστό εἶναι κάτι ἄλλο. Δέν ἔχει τέλος, δέν ἔχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει ὑγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι ὅσο δίνει, τόσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος θέλει νά ἐρωτεύεται. Ἐνῶ ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας μπορεῖ νά φθείρει τόν ἄνθρωπο, νά τόν τρελάνει. Ὅταν ἀγαπήσομε τόν Χριστό, ὅλες οἱ ἄλλες ἀγάπες ὑποχωροῦν. Οἱ ἄλλες ἀγάπες ἔχουν κορεσμό.. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει κορεσμό. Ἡ σαρκική ἀγάπη ἔχει κορεσμό. Μετά μπορεῖ ν’ ἀρχίσει ἡ ζήλια, ἡ γκρίνια, μέχρι κι ὁ φόνος. Μπορεῖ νά μεταβληθεῖ σέ μίσος. Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη δέν ἀλλοιώνεται. Ἡ κοσμική ἀγάπη λίγο διατηρεῖται καί σιγά σιγά σβήνει, ἐνῶ ἡ θεία ἀγάπη ὁλοένα μεγαλώνει καί βαθαίνει. Κάθε ἄλλος ἔρωτας μπορεῖ νά φέρει τόν ἄνθρωπο σέ ἀπελπισία. Ὁ θεῖος ἔρως, ὅμως, μᾶς ἀνεβάζει στή σφαίρα τοῦ Θεοῦ, μᾶς χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οἱ ἄλλες ἡδονές κουράζουν, ἐνῶ αὐτή διαρκῶς δέν χορταίνεται. Εἶναι μία ἡδονή ἀκόρεστος, πού δέν τήν βαριέται κανείς ποτέ. Εἶναι τό ἄκρον ἀγαθόν.

Ὅταν ἀγαπᾶς τόν Χριστό, παρόλες τίς ἀδυναμίες καί τή συναίσθηση πού ἔχεις γι’ αὐτές ἔχεις τή βεβαιότητα ὅτι ξεπέρασες τόν θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

Τόν Χριστό νά τόν αἰσθανόμαστε σάν φίλο μας. Εἶναι φίλος μας. Τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Ἐσεῖς εἶστε φίλοι μου…» (Ἰω. 15,14). Σάν φίλο νά τόν ἀτενίζομε καί νά τόν πλησιάζομε. Πέφτομε; Ἁμαρτάνομε; Μέ οἰκειότητα, μέ ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη νά τρέχομε κοντά του· ὄχι μέ φόβο ὅτι θά μᾶς τιμωρήσει ἀλλά μέ θάρρος, πού θά μᾶς τό δίδει ἡ αἴσθηση τοῦ φίλου. Νά τοῦ ποῦμε: «Κύριε, τό ἔκανα, ἔπεσα, συγχώρεσέ με». Ἀλλά συγχρόνως νά αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ὅτι μᾶς δέχεται τρυφερά, μέ ἀγάπη καί μᾶς συγχωρεῖ. Νά μή μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν Χριστό ἡ ἁμαρτία. Ὅταν πιστεύουμε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί τόν ἀγαπᾶμε, δέν θά αἰσθανόμαστε ξένοι καί χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, οὔτε ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ἔχουμε ἐξασφαλίσει τήν ἀγάπη Του κι ὅπως καί νά φερθοῦμε, ξέρομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει.

Τό Εὐαγγέλιο, βέβαια, λέει μέ συμβολικές λέξεις γιά τόν ἄδικο ὅτι θά βρεθεῖ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει «ὁ τριγμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων», διότι μακράν τοῦ Θεοῦ ἔτσι εἶναι. Καί ἀπό τούς νηπτικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πολλοί ὁμιλοῦν γιά φόβο θανάτου καί κολάσεως. Λένε: «Ἔχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αὐτές οἱ λέξεις, ἄν τίς ἐξετάσομε βαθιά, δημιουργοῦν τόν φόβο τῆς κολάσεως. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθώντας ν’ ἀποφύγει τήν ἁμαρτία, κάνει αὐτές τίς σκέψεις, γιά νά κυριευθεῖ ἡ ψυχή του ἀπ’ τό φόβο τοῦ θανάτου, τῆς κολάσεως καί τοῦ διαβόλου.

Ὅλα ἔχουν τή σημασία τους, τό χρόνο καί τήν περίστασή τους. Ἡ ἔννοια τοῦ φόβου εἶναι καλή γιά τά πρῶτα στάδια. Εἶναι γιά τούς ἀρχάριους, γι’ αὐτούς πού ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιός ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀρχάριος, πού δέν ἔχει ἀκόμη λεπτυνθεῖ, συγκρατεῖται ἀπ’ τό κακό μέ τό φόβο. Καί ὁ φόβος εἶναι ἀπαραίτητος, ἐφόσον εἴμαστε ὑλικοί καί χαμερπεῖς. Ἀλλ’ αὐτό εἶναι ἕνα στάδιο, ἕνας χαμηλός βαθμός σχέσεως μέ τό θεῖον. Τό πᾶμε στή συναλλαγή, προκειμένου νά κερδίσομε τόν Παράδεισο ἤ νά γλιτώσομε τήν κόλαση. Αὐτό, ἄν τό καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ἰδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Ἐμένα δέ μοῦ ἀρέσει αὐτός ὁ τρόπος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προχωρήσει καί μπεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τί τοῦ χρειάζεται ὁ φόβος; Ὅ,τι κάνει, τό κάνει ἀπό ἀγάπη κι ἔχει πολύ μεγαλύτερη ἀξία αὐτό. Τό νά γίνει καλός κάποιος ἀπό φόβο στόν Θεό κι ὄχι ἀπό ἀγάπη δέν ἔχει τόση ἀξία.

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Ἄν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχή καί γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστός τίς σχέσεις, διότι ὁ Χριστός «χοντρές» ψυχές δέν θέλει κοντά Του.

Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό θεῖον. Ὅλ’ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές. Θυμάστε ποὺ σᾶς ἔχω πεῖ γιά τ’ ἀηδονάκι; Μές στό δάσος κελαϊδάει. Στή σιγή. Νά πεῖ πὼς κάποιος τ’ ἀκούει, πὼς κάποιος τό ἐπαινεῖ; Πόσο ὡραῖο κελάηδημα στήν ἐρημιά! Ἔχετε δεῖ πῶς φουσκώνει ὁ λάρυγγάς του; Ἔτσι γίνεται καί μ’ αὐτόν πού ἐρωτεύεται τόν Χριστό. Ἅμα ἀγαπάει, «φουσκώνει ὁ λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει ἡ γλώσσα». Πιάνει μιὰ σπηλιά, ἕνα λαγκάδι καί ζεῖ τόν Θεό μυστικά, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις».

Περιφρονῆστε τά πάθη, μήν ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο. Στραφεῖτε στόν Χριστό.

Ἡ θεία χάρις μᾶς διδάσκει τό δικό μας χρέος. Γιά νά τήν προσελκύσουμε, θέλει ἀγάπη, λαχτάρα. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θέλει θεῖο ἔρωτα. Ἡ ἀγάπη ἀρκεῖ, γιά νά μᾶς φέρει σέ κατάλληλη «φόρμα» γιά προσευχή. Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν· ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη. Χωρίς αὐτά δέν μποροῦμε νά ποῦμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με»

Ὁ παραμικρός γογγυσμός κατά τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τήν ψυχή σας καί δέν μπορεῖτε νά προσευχηθεῖτε. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τήν ψυχή, δέν τολμάει νά πλησιάσει.

Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτό εἶναι τό πιό συμφέρον, τό πιό ἀσφαλές γιά μᾶς καί γιά ὅσους προσευχόμαστε. Ὁ Χριστός θά μᾶς τά δώσει ὅλα πλούσια. Ὅταν ὑπάρχει ἔστω καί λίγος ἐγωισμός, δέν γίνεται τίποτα.

Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει κάτι πού ἐπίμονα ζητᾶμε, ἔχει τό λόγο Του. Ἔχει κι ὁ Θεός τά «μυστικά» Του.

Ἄν δέν κάνετε ὑπακοή (σέ ἱερέα-πνευματικό) καί δέν ἔχετε ταπείνωση, ἡ εὐχή (δηλ. τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με) δέν ἔρχεται καί ὑπάρχει καί φόβος πλάνης.

Νά μήν γίνεται ἡ εὐχή (τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με) ἀγγαρεία. Ἡ πίεση μπορεῖ νά φέρει μία ἀντίδραση μέσα μας, νά κάνει κακό. Ἔχουν ἀρρωστήσει πολλοί μέ τήν εὐχή, γιατί τήν ἔκαναν μέ πίεση. Καί γίνεται, βέβαια, κι ὅταν τό κάνεις ἀγγαρεία· ἀλλά δέν εἶναι ὑγιές.

Δέν εἶναι ἀνάγκη νά συγκεντρωθεῖτε ἰδιαίτερα γιά νά πεῖτε τήν εὐχή. Δέν χρειάζεται καμιά προσπάθεια ὅταν ἔχεις θεῖο ἔρωτα. Ὅπου βρίσκεσθε, σέ σκαμνί, σέ καρέκλα, σέ αὐτοκίνητο, παντοῦ, στόν δρόμο, στό σχολεῖο, στό γραφεῖο, στή δουλειά μπορεῖτε νά λέτε τήν εὐχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», ἁπαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.

Σημασία στήν προσευχή ἔχει ὄχι ἡ χρονική διάρκεια ἀλλά ἡ ἔνταση. Νά προσεύχεσθε ἔστω καί πέντε λεπτά, ἀλλά δοσμένα στό Θεό μέ ἀγάπη καί λαχτάρα. Μπορεῖ ἕνας μία ὁλόκληρη νύχτα νά προσεύχεται κι αὐτή ἡ προσευχή τῶν πέντε λεπτῶν νά εἶναι ἀνώτερη. Μυστήριο εἶναι αὐτό βέβαια, ἀλλά ἔτσι εἶναι.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ ὅλα τά κάνει προσευχή. Καί τή δυσκολία καί τή θλίψη, τίς κάνει προσευχή. Ὅ,τι καί νά τοῦ τύχει ἀμέσως ἀρχίζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Ἡ προσευχή ὠφελεῖ σέ ὅλα, καί στά πιό ἁπλά. Γιά παράδειγμα, πάσχεις ἀπό αὐπνία· νά μή σκέπτεσαι τόν ὕπνο. Νά σηκώνεσαι, νά βγαίνεις ἔξω καί νά ἔρχεσαι πάλι μέσα στό δωμάτιο, νά πέφτεις στό κρεβάτι σάν γιά πρώτη φορά, χωρίς νά σκέπτεσαι ἄν θά κοιμηθεῖς ἤ ὄχι. Νά συγκεντρώνεσαι, νά λές τή δοξολογία καί μετά τρεῖς φορές τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» κι ἔτσι θά ἔρχεται ὁ ὕπνος.

Ὅλα εἶναι μέσα μας, καί τά ἔνστικτα καί τά πάντα, καί ζητοῦν ἱκανοποίηση. Ἄν δέν τά ἱκανοποιήσομε, κάποτε θά ἐκδικηθοῦν, ἐκτός καί τά διοχετεύσομε ἀλλοῦ, στό ἀνώτερο, στόν Θεό.

Δέν γίνεσθε ἅγιοι κυνηγώντας τό κακό. Ἀφῆστε τό κακό. Νά κοιτάζετε πρός τόν Χριστό κι Αὐτός θά σᾶς σώσει. Ἀντί νά στέκεσθε ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί νά διώχνετε τόν ἐχθρό, περιφρονῆστε τον. Ἔρχεται ἀπό δῶ τό κακό; Δοθεῖτε μά τρόπο ἁπαλό ἀπό ἐκεῖ. Δηλαδή ἔρχεται νά σᾶς προσβάλει τό κακό, δῶστε ἐσεῖς τήν ἐσωτερική σας δύναμη στό καλό, στόν Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ξέρει ἐκεῖνος πῶς νά σᾶς ἐλεήσει, μέ τί τρόπο. Κι ὅταν γεμίζετε ἀπ’ τό καλό, δέν στρέφεσθε πιά πρός τό κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καλοί. Ποῦ νά βρεῖ τόπο τότε τό κακό; Ἐξαφανίζεται!

Σᾶς πιάνει φοβία κι ἀπογοήτευση; Στραφεῖτε στόν Χριστό. Ἀγαπῆστε τον ἁπλά, ταπεινά, χωρίς ἀπαίτηση καί θά σᾶς ἀπαλλάξει ὁ Ἴδιος.

Νά μή διαλέγετε ἀρνητικούς τρόπους γιά τή διόρθωσή σας. Δέν χρειάζεται οὔτε τόν διάβολο νά φοβάσθε, οὔτε τήν κόλαση, οὔτε τίποτα. Δημιουργοῦν ἀντίδραση. Ἔχω κι ἐγώ μία μικρή πείρα σ’ αὐτά. Ὁ σκοπός δέν εἶναι νά κάθεσθε, νά πλήττετε καί νά σφίγγεσθε, γιά νά βελτιωθεῖτε. Ὁ σκοπός εἶναι νά ζεῖτε, νά μελετᾶτε, νά προσεύχεσθε, νά προχωρᾶτε στήν ἀγάπη, στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας.

Τίς ἀδυναμίες ἀφῆστε τις ὅλες, γιά νά μήν παίρνει εἴδηση τό ἀντίθετο πνεῦμα (δηλ. ὁ διάβολος) καί σᾶς βουτάει καί σᾶς καθηλώνει καί σᾶς βάζει στή στενοχώρια. Νά μήν κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ ἀπαλλαγεῖτε ἀπό αὐτές. Ν’ ἀγωνίζεσθε μέ ἁπαλότητα καί ἁπλότητα, χωρίς σφίξιμο καί ἄγχος. Μή λέτε: «Τώρα θά σφιχτῶ, θά κάνω προσευχή ν’ ἀποκτήσω ἀγάπη, νά γίνω καλός κ.λπ.». Δέν εἶναι καλό νά σφίγγεσαι καί νά πλήττεις, γιά νά γίνεις καλός. Ἔτσι θ’ ἀντιδράσετε χειρότερα. Ὅλα νά γίνονται μέ ἁπαλό τρόπο, ἀβίαστα καί ἐλεύθερα. Οὔτε νά λέτε: «Θεέ μου, ἀπάλλαξέ με ἀπ’ αὐτό», παραδείγματος χάριν, τόν θυμό, τήν λύπη. Δέν εἶναι καλό νά προσευχόμαστε ἤ καί νά σκεπτόμαστε τό συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στήν ψυχή μας καί μπλεκόμαστε ἀκόμη περισσότερο. Ρίξου μέ ὁρμή, γιά νά νικήσεις τό πάθος καί θά δεῖς τότε πώς θά σ’ ἀγκαλιάσει, θά σέ σφίξει καί δέν θά μπορέσεις νά κάνεις τίποτα.

Ἡ ἐλευθερία δέν κερδίζεται, ἄν δέν ἐλευθερώσομε τό ἐσωτερικό μας ἀπ’ τά μπερδέματα καί τά πάθη.

Αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτή εἶναι ἡ χαρά μας, αὐτό εἶναι τό πᾶν γιά μᾶς. Καί ὁ ἄνθρωπος σήμερα αὐτό ζητάει. Καί παίρνει τά δηλητήρια καί τά ναρκωτικά, γιά νά ἔλθει σέ κόσμους χαρᾶς. ἀλλά ψεύτικης χαρᾶς. Κάτι αἰσθάνεται ἐκείνη τή στιγμή καί αὔριο εἶναι τσακισμένος. Τό ἕνα τόν τρίβει, τόν τρώει, τόν τσακίζει, τόν ψήνει. Ἐνῶ τό ἄλλο, δηλαδή τό δόσιμο στόν Χριστό, τόν ζωογονεῖ, τοῦ δίνει χαρά, τόν κάνει νά χαίρεται τή ζωή, νά νιώθει δύναμη, μεγαλεῖο.

Εἶναι μεγάλη τέχνη νά τά καταφέρετε νά ἁγιασθεῖ ἡ ψυχή σας. Παντοῦ μπορεῖ ν’ ἁγιάσει κανείς. Καί στήν Ὁμόνοια μπορεῖ ν’ ἁγιάσει, ἄν τό θέλει. Στήν ἐργασία σας, ὅποια καί νά εἶναι, μπορεῖτε νά γίνετε ἅγιοι. Μέ τήν πραότητα, τήν ὑπομονή, τήν ἀγάπη. Νά βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, μέ ἐνθουσιασμό καί ἀγάπη, προσευχή καί σιωπή. Ὄχι νά ἔχετε ἄγχος καί νά σᾶς πονάει τό στῆθος.

Νά ἐργάζεσθε μέ ἐγρήγορση, ἁπλά, ἁπαλά, χωρίς ἀγωνία, μέ χαρά κι ἀγαλλίαση, μέ ἀγαθή διάθεση. Τότε ἔρχεται ἡ θεία χάρις.

Ὅλα τά δυσάρεστα, πού μένουν μέσα στήν ψυχή σας καί φέρνουν ἄγχος, μποροῦν νά γίνουν ἀφορμή γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί νά παύσουν νά σᾶς καταπονοῦν. Νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό.

Δέν εἶναι ἀνάγκη νά προσπαθεῖτε καί νά σφίγγεσθε. Ὅλη σας ἡ προσπάθεια νά εἶναι ν’ ἀτενίσετε τό φῶς, νά κατακτήσετε τό φῶς. Ἔτσι, ἀντί νά δίδεσθε στή στενοχώρια, πού δέν εἶναι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, νά δίδεσθε στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ στενοχώρια δείχνει ὅτι δέν ἐμπιστευόμαστε τή ζωή μας στόν Χριστό.

Ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν Χριστό, ὅταν γίνεται ἁπλά, ἁπαλά, χωρίς πίεση, κάνει τόν διάβολο νά φεύγει. Ὁ σατανᾶς δέν φεύγει μέ πίεση, μέ σφίξιμο. Ἀπομακρύνεται μέ τήν πραότητα καί τήν προσευχή. Ὑποχωρεῖ, ὅταν δεῖ τήν ψυχή νά τόν περιφρονεῖ καί νά στρέφεται μέ ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Τήν περιφρόνηση δέν μπορεῖ νά τή ὑποφέρει, διότι εἶναι ὑπερόπτης. Ὅταν, ὅμως, πιέζεσθε, τό κακό πνεῦμα σᾶς παίρνει εἴδηση καί σᾶς πολεμάει. Μήν ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο, οὔτε νά παρακαλεῖτε νά φύγει. Ὅσο παρακαλεῖτε νά φύγει, τόσο σᾶς ἀγκαλιάζει. Τόν διάβολο νά τόν περιφρονεῖτε. Νά μήν τόν πολεμᾶτε κατά μέτωπον. Ὅταν πολεμᾶς μέ πεῖσμα κατά τοῦ διαβόλου, ἐπιτίθεται κι ἐκεῖνος σάν τίγρης, σάν ἀγριόγατα. Ὅταν τοῦ ρίχνεις σφαῖρες, αὐτός σοῦ ρίχνει χειροβομβίδα. Ὅταν τοῦ ρίχνεις βόμβα, σοῦ ρίχνει πύραυλο. Μή κοιτάζετε τό κακό. Νά κοιτάζετε τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί νά πέφτετε στήν ἀγκαλιά Του καί νά προχωρεῖτε.

Ὁ ταπεινός ἔχει συνείδηση τῆς ἐσωτερικῆς του καταστάσεως καί, ὅσο κι ἄν εἶναι ἄσχημη, δέν χάνει τήν προσωπικότητά του. Δέν χάνει τήν ἰσορροπία του. Τό ἀντίθετο συμβάνει μέ τόν ἐγωιστή, τόν ἔχοντα αἰσθήματα κατωτερότητος. Στήν ἀρχή μοιάζει μέ τόν ταπεινό. Λίγο, ὅμως, ἄν τόν πειράξει κανείς, ἀμέσως χάνει τήν εἰρήνη του, ἐκνευρίζεται, ταράζεται.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς ἐμπιστοσύνη, ἀλλά μέ ἄγχος, ἀγωνία, κατάθλιψη, ἀπελπισία, ἀποκτάει ἀσθένειες σωματικές καί ψυχικές. Ἡ ψυχασθένεια, ἡ νευρασθένεια, ὁ διχασμός εἶναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο εἶναι ἐπίσης καί ἡ ταπεινολογία. Τό λένε αἴσθημα κατωτερότητος. Ἡ ἀληθινή ταπείνωση δέν μιλάει, δέν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, ἐλάχιστος πάντων…». Φοβᾶται ὁ ταπεινός μήπως μέ τίς ταπεινολογίες πέσει στήν κενοδοξία. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν πλησιάζει ἐδῶ. Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπό Ἐκεῖνον.

Ὁ κενόδοξος τήν ψυχή του τήν ἀποξενώνει ἀπ’ τήν αἰώνια ζωή. Τελικά ὁ ἐγωισμός εἶναι σκέτη κουταμάρα! Ἡ κενοδοξία μᾶς κάνει κούφιους. Ὅταν κάνομε κάτι γιά νά ἐπιδειχθοῦμε, καταντοῦμε ἄδειοι ψυχικά. Ὅ,τι κάνομε, νά τό κάνομε γιά νά εὐχαριστήσομε τόν Θεό· ἀνιδιοτελῶς, χωρίς κενοδοξία, χωρίς ὑπηρηφάνεια, χωρίς ἐγωισμό, χωρίς, χωρίς…

Δέν πρέπει ἡ ψυχή μας ν’ ἀντιστέκεται καί νά λέει, «γιατί τό ἔκανε αὐτό ὁ Θεός, γιατί τό ἄλλο ἀλλιῶς, δέν μποροῦσε νά τό κάνει διαφορετικά;». Ὅλ’ αὐτά δείχνουν μία ἐσωτερική μικροψυχία καί ἀντίδραση. Δείχνουν τήν μεγάλα ἰδέα πού ἔχομε γιά τόν ἑαυτό μας, τήν ὑπερηφάνειά μας καί τόν μεγάλο ἐγωισμό μας. Αὐτά τά «γιατί» πολύ βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, δημιουργοῦν αὐτό πού λέει ὁ κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί νά εἶμαι πολύ ψηλός» ἤ – τό ἀντίθετο – «πολύ κοντός;». Αὐτό δέν φεύγει ἀπό μέσα. Καί προσεύχεται κανείς καί ἀγρυπνεῖ, ἀλλά γίνεται τό ἀντίθετο. Καί ὑποφέρει καί ἀγανακτεῖ χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ μέ τόν Χριστό, μέ τήν χάρη φεύγουν ὅλα. Ὑπάρχει αὐτό τό «κάτι» στό βάθος, δηλαδή τό «γιατί», ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τόν ἄνθρωπο κι ἐνῶ ἡ ρίζα εἶναι τό κόμπλεξ, ἐκεῖ πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά μέ ὡραῖα τριαντάφυλλα κι ὅσο ποτίζεται μέ τήν πίστη, μέ τήν ἀγάπη, μέ τήν ὑπομονή, μέ τήν ταπείνωση, τόσο παύει νά ἔχει δύναμη τό κακό καί παύει νά ὑπάρχει· δηλαδή δέν ἐξαφανίζεται, ἀλλά μαραίνεται. Ὅσο δέν ποτίζεται ἡ τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται καί ἀμέσως ξεπετάγεται ἀγκάθι.

Ἐκπειράζουμε τόν Θεό, ὅταν ζητοῦμε κάτι ἀπό Ἐκεῖνον, ἀλλά ἡ ζωή μας εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ. Τόν ἐκπειράζομε, ὅταν ζητοῦμε κάτι, ἀλλά ἡ ζωή μας δέν εἶναι σύμφωνη μέ τό θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ἐνάντια στόν Θεό. ἄγχος, ἀγωνία, ἀπ’ τό ἕνα μέρος, κι ἀπ’ τό ἄλλο παρακαλοῦμε.

Μπορεῖ νά σοῦ πεῖ ὁ πνευματικός: «Πῶς θά ἤθελα νά ἤμασταν σέ ἕνα ἥσυχο μέρος, νά μήν εἶχα ἀσχολίες καί νά μοῦ ἔλεγες τή ζωή σου ἀπό τήν ἀρχή, ἀπό τότε πού αἰσθάνθηκες τόν ἑαυτό σου· ὅλα τά γεγονότα πού θυμᾶσαι καί ποιά ἦταν ἡ ἀντιμετώπισή τους ἀπό σένα, ὄχι μόνο τά δυσάρεστα ἀλλά καί τά εὐχάριστα, ὄχι μόνο τίς ἁμαρτίες ἀλλά καί τά καλά. Καί τίς ἐπιτυχίες καί τίς ἀποτυχίες. Ὅλα. Ὅλα ὅσα ἀπαρτίζουν τήν ζωή σου».

Πολλές φορές ἔχω μεταχειρισθεῖ αὐτή τή γενική ἐξομολόγηση καί εἶδα θαύματα πάνω σ’ αὐτό. Τήν ὥρα πού λές στόν ἐξομολόγο, ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί σέ ἀπαλλάσσει ἀπό ὅλα τά ἄσχημα βιώματα καί τίς πληγές καί τά ψυχικά τραύματα καί τίς ἐνοχές· διότι, τήν ὥρα πού τά λές ὁ ἐξομολόγος εὔχεται θερμά γιά τήν ἀπαλλαγή σου.

Ἄς μή γυρίζουμε πίσω στίς ἁμαρτίες πού ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ. Ἡ ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτιῶν κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ὁ Θεός ὅλα τά συγχωρεῖ μέ τήν ἐξομολόγηση. Κι ἐγώ σκέπτομαι ὅτι ἁμαρτάνω. Δέν βαδίζω καλά. Ὅ,τι ὅμως μέ στενοχωρεῖ, τό κάνω προσευχή, δέν τό κλείνω μέσα μου, πάω στό πνευματικό, τό ἐξομολογοῦμαι, τελείωσε! Νά μή γυρίζομε πίσω καί νά λέμε τί δέν κάναμε. Σημασία ἔχει τί θά κάνομε τώρα, ἀπ’ αὐτή τή στιγμή καί ἔπειτα.

Ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπογοήτευση εἶναι τό χειρότερο πράγμα. Εἶναι παγίδα τοῦ σατανᾶ, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο νά χάσει τήν προθυμία του στά πνευματικά καί νά τόν φέρει σέ ἀπελπισία.

Ὅλες σχεδόν οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπό ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί αὐτό δημιουργεῖ ἄγχος. Τό ἄγχος τό δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἄν δέν ἔχετε ἔρωτα γιά τόν Χριστό, ἄν δέν ἀσχολεῖσθε μέ ἅγια πράγματα, σίγουρα θά γεμίσετε μέ μελαγχολία καί κακό.

Ἕνα πράγμα πού μπορεῖ νά βοηθήσει τόν καταθλιπτικό εἶναι καί ἡ ἐργασία, τό ἐνδιαφέρον γιά τή ζωή. Ὁ κῆπος, τά φυτά, τά λουλούδια, τά δέντρα, ἡ ἐξοχή, ὁ περίπατος στήν ὕπαιθρο, ἡ πορεία, ὅλ’ αὐτά βγάζουν τόν ἄνθρωπο ἀπ’ τήν ἀδράνεια καί τοῦ δημιουργοῦν ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Ἐπιδροῦν σάν φάρμακα. Ἡ ἀσχολία μέ τήν τέχνη, τή μουσική κ.λπ. κάνει πολύ καλό. Σ’ ἐκεῖνο, ὅμως, πού δίδω τή μεγαλύτερη σημασία εἶναι τό ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιά τίς ἀκολουθίες. Μελετώντας τά λόγια τοῦ Θεοῦ, θεραπεύεται κανείς χωρίς νά τό καταλάβει.

Νά μήν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νά βιαζόμαστε, οὔτε νά κρίνομε ἀπό πράγματα ἐπιφανειακά καί ἐξωτερικά. Ἄν, γιά παράδειγμα, βλέπετε μιὰ γυναίκα γυμνή ἤ ἄσεμνα ντυμένη, νά μή μένετε στό ἐξωτερικό, ἀλλά νά μπαίνετε, στό βάθος, στήν ψυχή της. Ἴσως νά εἶναι πολύ καλή ψυχή κι ἔχει ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις, πού τίς ἐκδηλώνει μέ τήν ἔξαλλη ἐμφάνιση. Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τή δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νά ἐκλύσει τά βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπό ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τά πράγματα. Σκεφθεῖτε νά γνωρίσει αὐτή τόν Χριστό. Θά πιστέψει, κι ὅλη αὐτή τήν ὁρμή θά τή στρέψει στόν Χριστό. Θά κάνει τό πᾶν, γιά νά ἑλκύσει τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Θά γίνει ἁγία.

Πολλές φορές μέ τήν ἀγωνία μας καί τούς φόβους μας καί τήν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς νά τό θέλομε καί χωρίς νά τό καταλαβαίνομε, κάνομε κακό στόν ἄλλον, ἔστω κι ἄν τόν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, γιά παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τό παιδί της. Ἡ μάνα μεταδίδει στό παιδί ὅλο τό ἄγχος της γιά τή ζωή του, γιά τήν ὑγεία του, γιά τήν πρόοδό του, ἔστω κι ἄν δέν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἄν δέν ἐκδηλώνει αὐτό πού ἔχει μέσα της. Αὐτή ἡ ἀγάπη, ἡ φυσική ἀγάπη, μπορεῖ κάποτε νά βλάψει. Δέν συμβαίνει, ὅμως, τό ἴδιο μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού συνδυάζεται μέ τήν προσευχή καί μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτή κάνει ἅγιο τόν ἄνθρωπο, τόν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.

Πρόσεχε, μὴν πἀρουν τὰ μυαλὰ σου ἀέρα

Ἅγιος Ἀντώνιος τῆς Ὄπτινα
 



Ἄκουσα, ὅτι ἡ οἰκογενειακή σας ζωή, τό σπίτι σας, δέν εἶναι ἔξω ἀπό ἀρρώστιες καί ἀπό ἄλλες λυπηρές καταστάσεις, καί λυπήθηκα πολύ. Καί παρακάλεσα τόν Κύριο, νά σᾶς ἐπισκεφθῆ μέ εὐσπλαχνία καί ἔλεος· καί νά θεραπεύσει τίς ἀσθένειές σας.

Τί νά κάμωμε;

Ἔτσι τό θέλησε ὁ Κύριος: νά μή περνάει ἡ πρόσκαιρη αὐτή ζωή χωρίς πίκρες καί θλίψεις.

* * *

Ἡ ἁγία Γραφή λέγει: «πᾶσα κεφαλή εἰς πόνον καί πᾶσα καρδία εἰς λύπην» (Ἠσ. 1,5). Δηλαδή: Δέν θά βρεῖς στόν κόσμο κεφάλι χωρίς σκοτοῦρες- καρδιά χωρίς πόνο καί στενοχώριες.

Καί αὐτό ἰσχύει ὄχι ἁπλά γιά κάθε ἄνθρωπο· ἀλλά καί γιά τούς ἁγίους!

Δέν ὑπάρχει ἅγιος, ποὺ - ὅσο ἅγιος καί τέλειος καί ἄν ἦταν - νά πέρασε στή ζωή του χωρίς πόνο καί θλίψη, χωρίς νά ὑποφέρει.

Γιατί ὅμως; γιατί;

Ἀπαντάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἵνα μή ὑπεραίρομαι». Γιά νά μή πάρουν τά μυαλά μου ἀέρα! Γιατί, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τά ἔχει ὅλα καλά, μεγαλοπιάνεται (Β' Κορ. 12,7).

Καί ὅποιος μεγαλοπιάνεται, σκέφτεται ἀπάνθρωπα· καί μιλάει καί ἐνεργεῖ ἀπάνθρωπα!

Ἄν λοιπόν ἅγιοι σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο ὑπόφεραν πολλά, γιά νά μήν πάρουν τά μυαλά τους ἀέρα, πόσο πιό πολύ εἶναι γιά μᾶς εὐεργεσία θεϊκή, ὅταν ὑποφέρουμε!

Πότε εἶναι γιά μᾶς ὁ πόνος εὐεργεσία;

Ὅταν μᾶς κάνει καί ψάχνουμε νά ἰδοῦμε, πῶς περπατᾶμε».

Ὅταν αὐτό δέν τό κάνουμε, ἀπό μόνοι μας, μᾶς χρειάζονται οἱ θλίψεις· γιατί εἶναι ὁ μόνος τρόπος ποὺ μπορεῖ νά μᾶς κάμει νά ξυπνήσουμε.


Μετάφραση: +ὁ Ν. Μ.

Εορτή των Αγίων Αλεξάνδρου, Ιωάννου και Παύλου, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως

Εορτή των Αγίων Αλεξάνδρου, Ιωάννου και Παύλου, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως


Ήταν, όπως λέγουν, «αποστολικοίς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος». Σαν πρεσβύτερος ακόμα, διακρινόταν για τη μεγάλη του ευσέβεια, την αρετή και την αγαθότητα του. 
 που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, ο τότε Πατριάρχης τον εξέλεξε αντιπρόσωπο του. Και όταν στη Σύνοδο αυτή καταδικάστηκε ο Άρειος, ο Αλέξανδρος, αν και γέροντας 70 χρονών, δέχθηκε να περιοδεύσει στη Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία και στην υπόλοιπη Ελλάδα, για να διδάξει και να γνωστοποιήσει τα ορθά δόγματα των αποφάσεων της Συνόδου της Νικαίας. Αλλά ενώ βρισκόταν στην περιοδεία αυτή, ο πατριάρχης Μητροφάνης απεβίωσε. Όρισε όμως διάδοχο του τον Αλέξανδρο, διότι, παρά το γήρας του, είχε τα κατάλληλα εφόδια για τη διακυβέρνηση της αρχιεπισκοπής της πρωτεύουσας. Πράγματι, σαν Πατριάρχης ο Αλέξανδρος ανταποκρίθηκε σωστά στις δύσκολες περιστάσεις των καιρών. Τότε ο Άρειος είχε εξαπατήσει το βασιλιά Κωνσταντίνο ότι δήθεν πιστεύει ορθά. Και ο βασιλιάς διέταξε τον Αλέξανδρο να αφήσει τον Άρειο να μετέχει της Θείας Κοινωνίας. Ο Αλέξανδρος, λυπημένος, προσευχήθηκε στο Θεό και ζήτησε τη βοήθεια Του. Η δέηση του Ιεράρχη εισακούσθηκε. Και το πρωί που ο Άρειος με πομπή θα πήγαινε στην εκκλησία, βρέθηκε το σώμα του σχισμένο και σκωληκόβρωτο! Ο Άγιος Αλέξανδρος απεβίωσε ειρηνικά το 337 μ.Χ.
Άγιος Ιωάννης Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Πρόκειται μάλλον για τον Ιωάννη τον ονομαζόμενο Ξιφιλίνο, που διαδέχτηκε τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον Γ'. Γεννήθηκε το 1006 μ.Χ. στην Τραπεζούντα και διακρίθηκε για τη μεγάλη του παιδεία και τα μεγάλα πολιτικά αξιώματα που είχε καταλάβει. Κατόπιν όμως αποσύρθηκε σε κάποια μονή της Βιθυνίας, όπου μόνασε 10 χρόνια. Από κει προσκλήθηκε για να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Χειροτονήθηκε ιερέας, και μετά μια εβδομάδα - την 1η Ιανουαρίου 1064 μ.Χ. - επίσκοπος. Ο Ιωάννης λειτουργούσε και κήρυττε κάθε μέρα στους ναούς της πρωτεύουσας, επισκεύασε τις εικόνες της Αγίας Σοφίας, και μοίραζε δωρεάν ψωμί και σιτάρι στους φτωχούς. Πέθανε το 1075 μ.Χ., και να πως τον περιγράφει ένας από τους συγχρόνους του: «ἀνεφάνη ἀνὴρ πρώτον μὲν καθαρώτατος καὶ ἁγνότατος καὶ πρὸ παντὸς ρύπου σωματικοῦ καθάπαξ ἀπεχόμενος. Ἔπειτα δὲ τὰ εἰς καταφρόνησιν χρημάτων καὶ ἀκτημοσύνην τελείαν καὶ τὴν πρὸς τοὺς πένητας φιλανθρωπίαν καὶ μετάδοσιν κατ᾿ οὐδὲν ἐλάττων τοῦ περιβόητου ἐκείνου Ἐλεήμονος, καὶ ταῖς ἄλλοις δὲ ἀρεταῖς πάσαις συλλήβδην εἰπεῖν ἀφθόνως κοσμούμενος, ἀλλὰ καὶ τῷ λόγῳ πολύς, καὶ παιδεύσεως πάσης μετειληχῶς καὶ νομομαθείς ἐξαίρετος».
Άγιος Παύλος ο νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Για τον Πατριάρχη Παύλο δεν έχουμε σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Μερικοί νομίζουν ότι πρόκειται για τον Παύλο τον Γ'. Αυτός πατριάρχευσε το 687 - 693 μ.Χ. Προήδρευσε της Πανθέκτης λεγομένης Συνόδου. Άλλοι νομίζουν, ότι πρόκειται για τον Πατριάρχη Παύλο τον Δ'. Αυτός καταγόταν από την Κύπρο και έλαμψε, κατά τον Θεοφάνη, στα λόγια και στα έργα. Ανέβηκε στον θρόνο το 780 μ.Χ. παραιτήθηκε δε στα τέλη Αυγούστου του 784 μ.Χ. και αποσύρθηκε στη Μονή Φλώρου, όπου έζησε σαν απλός μοναχός μόνο δύο ή τρεις μήνες από την παραίτηση του. Ανήκε στους ζηλωτές της Ορθοδοξίας και διακρίθηκε για της ελεημοσύνες του. (Προ του 12ου αιώνα μ.Χ., η μνήμη του εορταζόταν στις 2 Σεπτεμβρίου).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Μύσται οὐράνιοι ἀποδεικνύμενοι, θεῖοι ἐκφάντορες τῷ κόσμῳ ὤφθητε, τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ποιμάναντες θεαρέστως, ἱερὲ Ἀλέξανδρε, τῆς Τριάδος ὁ πρόμαχος, Ἰωάννη ἔνδοξε, ὁ τῆς χάριτος τρόφιμος, καὶ Παῦλε Ἱερέων ἀκρότης, ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.

 

Αγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Είναι αδύνατον να ευτυχήσεις πραγματικά μακρυά από τον Θεό!


Αγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Είναι αδύνατον να ευτυχήσεις πραγματικά μακρυά από τον Θεό!

Βλέπεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και ακόμα βεβαιώνεις πως την ευτυχία σου την έφτιαξες μόνος σου , χωρίς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό απωθείς την άποψη που πρεσβεύουμε, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος χρωστά προσευχή στον Θεό και ελεημοσύνη στον πλησίον του. «Ούτε προσευχές στον Θεό ούτε ελεημοσύνη στον πλησίον», λες και μ’ αυτό τείνεις να θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχισμένο.
Για μένα πράγματι είναι αδύνατον να σκεφθώ την ευτυχία έξω από τον Θεό και τους ανθρώπους. Νομίζω ότι ούτε καν άγγιξες την ευτυχία αλλά συγχέεις τα φαινόμενα και αποκαλείς ευτυχία την ανέμελη επιβίωση.Μάζεψες πολλά από εκείνα που μπορεί να δώσει η γη, χόρτασες και ήπιες και νομίζεις ότι δεν σου χρειάζεται κανείς από τον περίγυρο.

Γνώριζε όμως πάνω απ’ όλα , ότι η γη δεν δίνει τίποτα σε κανέναν χωρίς την εντολή του θεού. Και όσα σου έδωσε στα έδωσε κατ’ εντολή του Θεού. Μια βαθύτερη αντίληψη μας διδάσκει ότι εμείς δεν έχουμε στην πραγματικότητα τίποτα δικό μας, που να διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλα είναι έωλα και δανεισμένα- γρήγορα φεύγουν και έρχονται σαν στρόβιλος. Η υγεία, η δύναμη, η ομορφιά, η ιδιοκτησία, η τιμή, η εξουσία, η μεγάλη γνώση, το καλλιτεχνικό ταλέντο, όλα τα χαρίσματα είναι δώρα. Και η δοκιμασία με την οποία ο Δημιουργός εξετάζει τους ανθρώπους έχει σχέση με την πίστη, το έλεος, τον σεβασμό και κάθε καλό χαρακτηριστικό.

Η δοκιμασία έγκειται στο να καταδείξει δύο πράγματα: Πρώτον ,αν ο άνθρωπος γνωρίζει από πού του δόθηκε το όποιο χάρισμα , και δεύτερον, αν αποδίδει δόξα και ευχαριστία στον Δωροδότη του. Άκου αυτή τη φοβερή συμβουλή του μεγάλου προφήτη Ιερεμία που φωνάζει: «δότε τῷ Κυρίῳ Θεῷὑμῶν δόξαν πρὸ τοῦ συσκοτάσαι» ( Ιερ. 13, 16 ) . Άρχισε και συ γρήγορα να δοξάζεις τον θεό και να Τον ευχαριστείς πριν πέσει το σκοτάδι στη ζωή σου. Γιατί όταν έρθει το σκοτάδι, τα βάσανα , η ταλαιπωρία και η αρρώστια, η πτώση και η τρέλα, τι θα κάνεις τότε; Ποιόν θα παρακαλέσεις; Και ποιος από τους ανθρώπους θα σε ελεήσει αφού εσύ ήσουν χωρίς ίχνος ελεημοσύνης;

Για να μην πέσει στη ζωή σου φοβερό και βαρύ σκοτάδι άσκουσε και θυμήσου αυτές τις άγιες λέξεις της Βίβλου: «Οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν, ζωὴν δὲ ἀσεβῶν ἀνατρέψει.»
Πηγή από το βιβλίο:
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
"Δεν φτάνει μόνο η πίστη"
Εκδόσεις «εν πλώ»

Ἀλλη μία "πρώτη φορά": Επισήμως ο πατρ. Βαρθολομαίος αναγνωρίζει την οντότητα της Ουνίας! Και οι αντι-Οικουμενιστές επισήμως συνεχίζουν να κοινωνούν με τους Οικουμενιστές!

Ἀλλὰ καὶ νὰ κατηγοροῦν (δὲς Τελεβάντο) ὅσους ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν αἵρεση, ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας!


Γιώργος Παπαθανασόπουλος

Προβληματισμός
από φιλενωτικές ενέργειες



            Μια εν κρυπτώ ενέργεια «κοινωνίας» με τους ουνίτες του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προβληματίζει έντονα. Με επίσημη προσωπική επιστολή του ευχαρίστησε τον επικεφαλής των ουνιτών της Ουκρανίας Σβιάτοσλαβ (Σέβτσουκ) «για την υποστήριξη του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την διοργάνωση της Συνόδου στην Κρήτη»! Η επιστολή δεν δόθηκε στη δημοσιότητα από το Φανάρι. Αποκαλύφθηκε από τους ουνίτες της Ουκρανίας και δόθηκε στα διεθνή ΜΜΕ από την
κρατική  Υπηρεσία  Θρησκευτικών Ειδήσεων της Ουκρανίας (RISU). Πρέπει να είναι η πρώτη φορά, που επισήμως από Ορθόδοξο Πρωθιεράρχη αναγνωρίζεται η οντότητα της ουνίας.

Η Εκκλησία της Ελλάδος έως και σήμερα δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική  οντότητα των ουνιτών. Επίσης  έως τώρα στους διαλόγους δεν γίνονται δεκτοί οι ουνίτες, με το ισχυρό επιχείρημα ότι η παρουσία τους δεν συμβάλλει στην επιτυχία του διαλόγου με τους ρωμαιοκαθολικούς... Πρόκειται για πολύ σοβαρό κανονικό ολίσθημα του κ. Βαρθολομαίου. Ευγένειες και εγκάρδιες ευχαριστίες στον επικεφαλής του «δουρείου ίππου» του Βατικανού στην Ουκρανία και  σε άλλες χώρες και γενικά σχέσεις με τους ουνίτες - διώκτες της Ορθοδοξίας δεν επιτρέπονται. Η επιστολή υποστήριξης του κ. Σβιάτοσλαβ στη Σύνοδο της Κρήτης θάπρεπε να σταλεί πίσω από τον κ. Βαρθολομαίο, ως απαράδεκτη. Τουλάχιστον να θεωρηθεί ως μηδέποτε ληφθείσα. Αυτή θα ήταν μια σύμφωνη με την Ορθόδοξη Παράδοση  και αξιοπρεπής στάση Ορθοδόξου πρωθιεράρχου...
Δυστυχώς το Φανάρι, ερήμην του πιστού λαού, ενεργεί βήματα προς την ένωση  –διάβαζε υποταγή–  με τους παπικούς. Είναι χαρακτηριστικό της φαναριώτικης άποψης για την «ένωση» το κείμενο του Βορειοαμερικανικού Ορθοδόξου–Καθολικού Συμβουλίου, με τίτλο «Βήματα προς την κατεύθυνση μιας επανενωμένης Εκκλησίας: Σχέδιο για μια Ορθόδοξη–Καθολική θεώρηση περί του μέλλοντος». Το Συμβούλιο συνεδρίασε στο Georgetown University, Washington DC, στις 2 Οκτωβρίου 2010, και το κείμενο δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του USCCB (Συμβούλιο των Καθολικών Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών). Στο κείμενο και στο 7α σημείο αναφέρεται ότι ο Επίσκοπος της Ρώμης, μετά την «ένωση», θα είναι «από αρχαίο έθιμο» ο «πρώτος» των επισκόπων όλου του κόσμου και των περιφερειακών πατριαρχών και τα «πρεσβεία τιμής» του δεν θα είναι τιμητικό προβάδισμα, αλλά πραγματική εξουσία, δια της οποίας θα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις καθοριστικές για την Εκκλησία. Προφανώς  όλα αυτά σύμφωνα με τις αποφάσεις της Α΄ Βατικανής Συνόδου, το 1870, μετά την οποία τα περί «αλαθήτου» του Πάπα αποτελούν δόγμα των Λατίνων...
Και εδώ το Βατικανό ρίπτει στους Ορθοδόξους το δέλεαρ, που έριψε παλαιότερα και έπιασε στους μονοφυσίτες της Μέσης Ανατολής. Λέγει ότι αν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αναγνωρίσουν το Πρωτείο του Πάπα και την απόλυτη εξάρτησή τους από το Βατικανό θα μπορούν να αναφέρονται σ’ αυτόν όπως σήμερα στους Πατριάρχες και στους Προκαθημένους των τοπικών τους Ορθοδόξων Εκκλησιών... Η Ιστορία αποδεικνύει πως με τη ριζωμένη επί αιώνες στο Βατικανό αιρετική κοσμική συνείδηση, όταν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αποδεχθούν την υποταγή τους στον Πάπα, τότε θα τους επιβάλει τη θέλησή του και θα τους μετατρέψει από υπεύθυνους για το ποίμνιο τους και για όλη την Εκκλησία Επισκόπους, σε βικαρίους του, σε άβουλα και πειθήνια δηλαδή όργανά του.
Αυτά βεβαίως δεν θα συμβούν, γιατί χάρη στον πιστό κλήρο και λαό δεν θα επιτύχουν οι μεθοδεύσεις του Βατικανού, όπως δεν επέτυχαν όλες οι προηγούμενες, που άρχισαν τον 13ο αιώνα, με τη Σύνοδο της Λιόν το 1274, και συνεχίστηκαν έκτοτε με αδιάλειπτο και έντονα επιθετικό τρόπο όλους αυτούς τους αιώνες, έως και σήμερα, με τη συνδρομή, δυστυχώς, Ελλήνων Ορθοδόξων Αυτοκρατόρων, Πατριαρχών και άλλων υψηλοβάθμων κληρικών και λαϊκών.
            Εκτός από τους Λατίνους επισκόπους των ΗΠΑ το παπικό μοναστήρι του Bose έχει αναλάβει την ευθύνη της προώθησης της «κοινωνίας» με τους Ορθοδόξους. Φέτος και από τις 7 έως και τις 10 Σεπτεμβρίου διοργανώνει συνέδριο με θέμα «Μαρτύριο και κοινωνία». Πρόκειται για το 24ο Συνέδριο της εν λόγω Μονής για την «Ορθόδοξη Πνευματικότητα». Όπως παρουσιάζεται στο φετινό πρόγραμμα το συνέδριο διεξάγεται «σε συνεργασία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες».  Στο συνέδριο φέτος συμμετέχει ο Πατριάρχης Αντιοχείας κ. Ιωάννης. Θα μιλήσει με θέμα «Μαρτύρων αίμα, σπόρος κοινωνίας». Θα ακολουθήσει η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τελμησσού Ιώβ, με θέμα «Η μαρτυρία και η διακονία κοινωνίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου» και άλλων Ορθοδόξων κληρικών και λαϊκών.
Το κέρδος για τους ρωμαιοκαθολικούς από τα συνέδρια του Bose είναι αφενός μεν οι οικουμενιστές Ορθόδοξοι να αισθάνονται οικεία, αφετέρου δε οι μη οικουμενιστές να γνωρίσουν μια «με κατανόηση και χωρίς αυταρχισμό και απολυτότητα» όψη ανθρώπων του Βατικανού... Φυσικά κανένα κέρδος δεν έχει η Ορθοδοξία. Ουδείς ρωμαιοκαθολικός όλα αυτά τα χρόνια έχει εμφανώς επηρεαστεί, ακόμη και από σημαντικές εισηγήσεις σημαντικών ορθοδόξων θεολόγων. Αντίθετα, ο οικουμενισμός προωθήθηκε στους ορθοδόξους...
Σημειώνεται ότι κλειδί για την ένωση – υποταγή των Ορθοδόξων είναι η «κοινωνία» με τους παπικούς, που είναι το θέμα του συνεδρίου. Η πορεία αυτής της κοινωνίας  φτάνει έως και το κοινό ποτήριο της Θείας Κοινωνίας... Η στρατηγική επιδίωξη του Βατικανού είναι παράλληλα με την προώθηση του Πρωτείου του Πάπα, να πείσει τους Ορθοδόξους πιστούς ότι τίποτε δεν τους χωρίζει από τους ρωμαιοκαθολικούς και επομένως είναι σε πορεία πλήρους κοινωνίας.... Αυτή η μεθοδευμένη πορεία είναι προφανής στα μηνύματα προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη των Παπών Βενεδίκτου και Φραγκίσκου. Με την ευκαιρία της θρονικής εορτής του Φαναρίου ο πρώτος σημειώνει  «την αυξανόμενη κοινωνία και την πνευματική προσέγγιση των δύο Εκκλησιών» (26/11/2008) και ο δεύτερος την μεταξύ των δύο Εκκλησιών «βαθιά κοινωνία πίστεως και χάριτος» (30/11/2015)... Ο Κύριος να μας λυπηθεί, να μας ελεήσει και να μας προφυλάξει από την κυριαρχία της κακοδοξίας...-


3 σχόλια:
Ανώνυμος είπε...
Καντιώτης
Στα χρόνια της αποστασίας που ζούμε, δεν ξέρω, ας με θεωρήσετε απαισιόδοξο· Γεννηθήκαμε από γενεά γενεών Ορθοδόξοι και φοβούμαι ότι δεν θα πεθάνουμε Ορθόδοξοι. Σημειώστέ το αυτό….

Θα σβήσουν τα πατριαρχεία προς αίσχος μιας ιεραρχίας η οποία έδωσε όρκο ιερό να αγωνίζεται υπέρ ιερών και οσίων και τίποτα απ” αυτά δεν κάνει.
Αλλά τι περιμένεις από δεσποτάδες και αρχιεπισκόπους και πατριαρχάδες, -αφήστε, να ανοίξω την καρδιά μου- Έλεγα σήμερα στην Αγία Μαρίνα· Πάνε μέσα στη στοά, γίνονται μασόνοι και κατόπιν γίνονται πατριάρχαι.
29 Αυγούστου 2016 - 6:26 μ.μ.

 Blogger Ο/Η Στυλιανός Π. είπε...
Εχουν περάσει πολλές κόκκινες γραμμές. Τον εχθρό τον πολεμάμε στα σύνορα και όχι εντός της Πόλης. Δυστυχώς η αίρεση του εφησυχασμού έχει ριζώσει στις συνειδήσεις μας και δεν μπορούμε να διακρίνουμε πλέον που είναι η κόκκινη γραμμή. Ο Θεός να μας ελεήσει

Πηγή: "Ἀκτίνες"

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Χριστιανοί κατά της θρησκείας. Ο χάρτης ενός γνωστού-άγνωστου τοπίου

Βασίλης Ξυδιάς
ΣΥΝΑΞΗ,Τ. 106, Απρίλιος-Ιούνιος 2008, σελ. 45-54.
Ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία ή ότι – κατά μείζονα λόγο – είναι αντίθετος προς τη θρησκεία μπορεί να αποτελεί μια θέση παράδοξη εκ πρώτης όψεως, τα ζητήματα όμως που εγείρει συνιστούν καίρια πρόκληση για τη χριστιανική αυτοσυνειδησία. Το είδαμε και πρόσφατα, με την έκδοση του βιβλίου του Χρήστου Γιανναρά Ενάντια στη Θρησκεία (εκδ. Ίκαρος, 2006). [Βλ.στοΑντίφωνο μια σύντομη βιβλιοπαρουσίαση και τις εντελώς αντίθετες μεταξύ τους βιβλιοκριτικές του π. Σταύρου Τρικαλιώτη και του γράφοντος, καθώς και την παρουσίαση του βιβλίου στην Εκπομπή "Ανιχνεύσεις" του Παντελή Σαββίδη στην ΕΤ-3.] Με αφορμή αυτό το βιβλίο θεώρησα χρήσιμο να ανατρέξω σε παρόμοιες απόψεις που άλλοι θεολόγοι έχουν διατυπώσει στο παρελθόν.ΑΝ και είχα την εντύπωση ότι γνώριζα κάπως το ζήτημα, οφείλω να πω ότι έμεινα έκπληκτος συνειδητοποιώντας πόσο βαθιά έχει επηρεάσει αυτή η ιδέα τη σύγχρονη προτεσταντική θεολογία και πόσο ζωντανή εμφανίζεται τα τελευταία ιδίως χρόνια όχι μόνο στον προτεσταντικό, αλλά και στο ρωμαιοκαθολικό χώρο. Από την άλλη μεριά, παραλληλίζοντας συναφείς θέσεις ορθοδόξων θεολόγων διέκρινα λεπτές αλλά αξιοσημείωτες διαφορές, οι οποίες προηγουμένως μου διέφευγαν. Κρίνοντας ότι και τα δύο αυτά μπορεί να έχουν γενικότερο ενδιαφέρον, θεώρησα χρήσιμο να καταγράψω τα βασικά ευρήματα της περιδιάβασής μου σε μια συνοπτική, καθαρά ενημερωτική παρουσίαση· χωρίς φιλοδοξίες ανάλυσης, ερμηνείας ή αξιολόγησης· χωρίς προθέσεις βαθύτερης διερεύνησης των υπαρκτών ή μη εξαρτήσεων ή οποιωνδήποτε άλλων συσχετίσεων μεταξύ των διαφόρων απόψεων· ωσάν μια εγκυκλοπαιδική χαρτογράφηση αυτού του ‘γνωστού’ όσο και ‘άγνωστου’ θεολογικού τοπίου.
Το ζήτημα μπορεί στην ουσία του να είναι παλιό, όσο και το αν η Εκκλησία συνιστά ‘πλήρωση’ ή ‘υπέρβαση’ του Μωσαϊκού Νόμου· ετέθη όμως με αυτούς τους συγκεκριμένους όρους – αν δηλαδή είναι ή όχι ‘θρησκεία’ ο Χριστιανισμός – μόλις τον 20ο αιώνα. Πρώτος το έθεσε ο Καρλ Μπαρτ[i] (KarlBarth, 1886-1968), ένας από τους σημαντικότερους προτεστάντες θεολόγους, στην “Εκκλησιαστική Δογματική του (Die Kirchlishe Dogmatic). Σ’ αυτό το ογκώδες όσο και θεμελιώδες για τη σύγχρονη δυτική θεολογία έργο του, ο Μπαρτ ξεκάθαρα αντιπαρέθεσε τη θρησκεία προς το χριστιανικό Ευαγγέλιο, λέγοντάς μας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η θρησκεία είναι «έλλειψη πίστης» και μέριμνα «του χωρίς Θεό ανθρώπου» (σ.299)[ii], μια «υπερφίαλη όσο και απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου» να κατασκευάσει ένα «υποκατάστατο της αποκάλυψης». Επομένως «καμιά θρησκεία δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στη Χάρη του Θεού ως αληθής θρησκεία» (σ.325)· «η αποκάλυψη του Θεού καταργεί τη θρησκεία» (σ.280). Ο δεύτερος που διατύπωσε μια ανάλογη ιδέα είναι ο Ντίτριχ Μπονχέφερ (Dietrich Bonhoeffer, 1906-1945). Ο Γερμανός αυτός λουθηρανός θεολόγος εκτελέστηκε από τους Ναζί για την αντίστασή του κατά του χιτλερισμού, έμεινε όμως γνωστός και ως «προφήτης ενός μη θρησκευτικού χριστιανισμού»[iii]. Ο Μπονχέφερ αφορμάται από τον Μπαρτ, ακολουθεί όμως άλλη κατεύθυνση. Ενώ ο Μπαρτ διαπιστώνει ουσιώδη εξ αρχής διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και θρησκείας, ο Μπονχέφερ βλέπει τη θρησκεία όχι ακριβώς ως αλλοίωση του Χριστιανισμού, αλλά ως μια παρωχημένη φάση του· εντοπίζει δηλαδή το ζήτημα στη μετάβαση από μια προηγούμενη εποχή (την οποία αξιολογεί ως εποχή πνευματικής ανωριμότητας) σε μια άλλη, πνευματικώς πιο ώριμη. Σε έναν«κόσμο – λέει – που ενηλικιώθηκε» (σ.146)[iv] και όπου οι άνθρωποι «δεν μπορούν πλέον να θρησκεύουν» (σ.147) το κέντρο βάρους της εκκλησιαστικής πράξης μετατοπίζεται από το ‘θρησκευτικό’ στο ‘κοινωνικοπολιτικό’ πεδίο. Η Εκκλησία οφείλει πλέον να αναλάβει την ευθύνη της έναντι της ιστορίας μέσω της κοινωνικής και πολιτικής κυρίως πράξης, χωρίς αυτό να σημαίνει εγκατάλειψη του λόγου, της λατρείας, των μυστηρίων και της προσευχής (σ.149). Αυτή είναι η βασική ιδέα του περίφημου ‘μη θρησκευτικού’ χριστιανισμού. (Αξίζει δε να αναφερθεί, έστω και εν παρενθέσει, ότι αυτό δεν είναι το μοναδικό σημείο επαφής με τον Χρ. Γιανναρά και την ορθόδοξη θεολογία του ‘Προσώπου’, αφού ο Μπονχέφερ έχει επίσης μιλήσει για τον κοινοτικό χαρακτήρα της λατρευτικής σύναξης, αλλά και για το Θεό ως ‘υπάρχων-εν-σχέσει’, being-in-relation[v].)
Οι δύο πόλοι που διαμόρφωσαν ο Μπαρτ και ο Μπονχέφερ όρισαν κατά κάποιο τρόπο το πεδίο όλου του θεολογικού προβληματισμού που ακολούθησε, και ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα έντονος από τότε έως τις μέρες μας. Όπως σημειώνει ο Ν. Νησιώτης, η διάκριση χριστιανισμού και θρησκείας «ουδένα σχεδόν θεολόγον ή χριστιανικώς φιλοσοφούντα εν τη Δύσει άφησεν ανεπηρέαστον»[vi]. Ο Μπαρτ παραμένει η κλασική βάση αυτής της διάκρισης, ενώ ο ‘μη θρησκευτικός’ χριστιανισμός του Μπονχέφερ είναι η μήτρα όλων των κοινωνικο-πολιτικών θεολογιών που εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό του 20ου αι. Ο Γάλλος ‘χριστιανός αναρχικός’ Ζακ Ελλύλ (Jacques Ellul, 1912-1994) γράφει, ακολουθώντας τον Μπαρτ, πως «η πίστη συντρίβει κάθε θρησκεία»[vii]. Στον ίδιο τόνο ο Αμερικανός επισκοπιανός ιερέας Ρόμπερτ Καπόν (Robert Farrar Capon) μάς λέει πως «το ευαγγέλιο της χάριτος είναι το τέλος της θρησκείας»[viii], άρα αυτή καθεαυτή η έννοια της ‘Χριστιανικής θρησκείας’ είναι αντιφατική και ανακόλουθη[ix]. Από την άλλη μεριά, ο Βαπτιστής Αμερικάνος θεολόγος, Χάρβεϋ Κοξ (Harvey Cox), έγινε διάσημος στην Αμερική τη δεκαετία του ’60 με το βιβλίο του “Η Κοσμική Πόλις” (TheSecular City, 1965) στο οποίο διατυπώνει μια ριζοσπαστική κοινωνικο-πολιτική θεολογία σε στενό διάλογο με το ‘μη θρησκευτικό’ χριστιανισμό του Μπονχέφερ. Αξιοσημείωτο είναι πως τα τελευταία δέκα χρόνια μια σειρά άρθρων, βιβλίων και αφιερωμάτων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας[x]δείχνουν ότι η ιδέα αυτή, στη μια ή την άλλη μορφή της, όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά αντίθετα, κερδίζει έδαφος. «Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη να διακρίνουμε και να αντιδιαστείλουμε τη θρησκεία από τον Χριστιανισμό»[xi] έγραφε μόλις το 1998 εν είδει μανιφέστου ο Αμερικανός ιερέας Τζαίημς Φάουλερ (James AFowler) στο βιβλίο του με το χαρακτηριστικό τίτλο “Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία”, ενώ ένα ανάλογο βιβλίο, με τίτλο “Για έναν μη θρησκευτικό Χριστιανισμό[xii] εξέδωσε το 2002 ο Ιταλός καθηγητής φιλοσοφίας, ριζοσπάστης καθολικός χριστιανός, Τζιάννι Βάττιμο (Gianni Vattimo)[xiii].
Στον ορθόδοξο χώρο τα πράγματα είναι λιγότερο θεαματικά, ίσως όμως περισσότερο περίπλοκα. Κύριοι πόλοι της εκκλησιαστικής κριτικής προς τη θρησκεία είναι εδώ ο Χρ. Γιανναράς και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Το “Ενάντια στη θρησκεία” μάς θύμισε τη σταθερή πολεμική του Χρ. Γιανναρά κατά της ‘θρησκειοποίησης’. Εξ ίσου όμως μαχητικός και απόλυτος είναι και ο π. Ιω. Ρωμανίδης, όπως το δείχνει ο εύγλωττος τίτλος ενός άρθρου του της δεκαετίας του ’60 «Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της»[xiv].ΑΝ θα θέλαμε να συγκρίνουμε τις απόψεις των δύο ορθοδόξων θεολόγων με τις αντίστοιχες των Μπαρτ και Μπονχέφερ το πρώτο πράγμα που πράγμα που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι η διαφορά στην ορολογία, αφού ούτε ο Χρ. Γιανναράς ούτε ο π. Ιω. Ρωμανίδης μιλούν για ‘Χριστιανισμό’. Αντ’ αυτού ο πρώτος μιλά για ‘Εκκλησία’ (μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τον Χριστιανισμό ως διδασκαλίας ή ως θεσμού προς τη ζώσα κοινότητα και την πνευματική της εμπειρία), ενώ ο δεύτερος μιλά για ‘Ορθοδοξία’ (τονίζοντας τη διαφορά του ανατολικού προς το δυτικό χριστιανισμό). Παρ’ όλα αυτά, αν περιοριστούμε σε μια φορμαλιστική επιφανειακή προσέγγιση, τόσο ο Γιανναράς όσο και ο Ρωμανίδης φαίνεται να κινούνται στον άξονα του Μπαρτ[xv], αφού και για τον έναν και για τον άλλον η διαφορά θρησκείας και χριστιανισμού έχει να κάνει με μια εξ αρχής ουσιώδη αντίθεση της χριστιανικής Εκκλησίας προς τη θρησκεία. Όμως στους δύο αυτούς κορυφαίους θεολόγους της γενιάς του ’60 πρέπει να προσθέσουμε και έναν νεώτερο, τον Παντελή Καλαϊτζίδη, το ενδιαφέρον του οποίου στρέφεται προς το ριζοσπαστικό χριστιανισμό του Μπονχέφερ. Στο πρόσφατο έργο του “Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα: Προλεγόμενα” (Ίνδικτος, 2007) o Καλαϊτζίδης αναγνωρίζει ότι ο Γερμανός θεολόγος «έπεσε εν μέρει έξω» (σ.93) όσον αφορά το ‘τέλος’ των θρησκειών· θεωρεί εν τούτοις ότι «η επιστροφή του θρησκευτικού, με όλα τα σκοτεινά και τα επικίνδυνα ενδεχόμενα που κρύβει, κάνει επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε το αίτημα τουBonhoeffer για έναν μη θρησκευτικό χριστιανισμό» (σ.94).
Υπάρχουν όμως και οι αντιρρήσεις. Αντίθετοι, για παράδειγμα, με την απόλυτη αντιδιαστολή χριστιανισμού και θρησκείας ήταν εξ αρχής τόσο ο Ν. Νησιώτης, όσο και ο νυν αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος Γιαννουλάτος. «Ασφαλώς, τοιαύτη αντίληψις περί Θρησκείας – γράφει ο Nίκος Νησιώτηςκρίνοντας τον Μπαρτ – ελέγχεται ως πολύ μονομερής και περιορισμένη. Ορθή αντίληψις περί αυτής δεν θα επέτρεπε τοιούτον διαχωρισμόν»[xvi]. Τόσο η ‘πίστις’ – σημειώνει – όσο και η ‘αληθής θεολογία’ δεν αντίκεινται «προς την ούτω πως θεωρουμένην ‘φυσικήν’ θρησκευτικότητα», διότι «θρησκεία, κατά την πίστιν ταύτην (σημ.: τη χριστιανική), δεν είναι έρευνα προς ανεύρεσιν του Θεού, αλλ’ απόφασις προς αποδοχήν τούτου … ενόρασις τούτου εν τη ενεργεία αυτού εν τω κόσμω»[xvii]. Ανάλογη είναι η θέση του Αναστασίου Γιαννουλάτου που προχωρά παραπέρα, υπερασπιζόμενος τον θεοκεντρικό και αποκαλυπτικό χαρακτήρα όχι μόνο του Χριστιανισμού, αλλά όλων, κατά κάποιο τρόπο, των θρησκειών: «η θρησκευτική εμπειρία – γράφει – έχει τις ρίζες της στην αποκάλυψη του Θεού στον πρώτο άνθρωπο. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας της Θείας αποκαλύψεως στην ανθρωπότητα σχετίζεται με το έμφυτο θρησκευτικό συναίσθημα.»[xviii] «Με βάση της θεώρηση αυτή θα μπορούσαμε να δούμε τις θρησκευτικές εμπειρίες της ανθρωπότητος ως βαθύ πόθο του ανθρώπου και αναζήτηση της υψίστης πραγματικότητος και συγχρόνως ως απορρόφηση ορισμένων ακτίνων από την παγκόσμια θεία ακτινοβολία»[xix]. Τα υπόλοιπα, λέει ο Γιαννουλάτος, είναι θέμα ορολογίας[xx]. Ο Νησιώτης και ο Γιαννουλάτος λένε τα παραπάνω αναφερόμενοι κυρίως στη θεωρία του Μπαρτ, δεν πρέπει όμως να έχουμε καμία αμφιβολία ότι την ίδια ώρα έχουν κατά νου και τις ανάλογες θέσεις του Χρ. Γιανναρά και του π. Ιω. Ρωμανίδη. Την αντίληψη αυτή των Νησιώτη και Γιαννουλάτου, ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί την ‘πλήρωση’ της θρησκευτικής αναζήτησης του ανθρώπου, υπερασπίζεται και ο Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος απαντώντας σε ένα άρθρο του Μ. Μπέγζου στο οποίο θα αναφερθούμε και στη συνέχεια[xxi]«Δεν μπορούμε να κάνουμε αυτόν τον αρκετά οξύ διαχωρισμό σε Εκκλησία και κόσμο – γράφει ο Στ. Παπαλεξανδρόπουλος – ούτε, επομένως, σε Εκκλησία και θρησκεία». «Η Αλήθεια της Εκκλησίας φανερώνει την αλήθεια του κόσμου». Στο βαθμό που οι θρησκείες «αποτελούν εκφράσεις … της λαχτάρας και νοσταλγίας του κόσμου για το αληθινό είναι του, για την αλήθειά του», η Εκκλησία «ακριβώς όπως ο Θεάνθρωπος… αποτελεί ‘πλήρωση’ της θρησκείας»[xxii].
Ανάμεσα στις δύο αυτές στάσεις (την ‘αντιθρησκευτική’ και τη ‘φιλοθρησκευτική’) μπορεί να βρει κανείς μεταξύ των ορθοδόξων θεολόγων μια σειρά από ενδιάμεσες θέσεις, που φαίνεται να υιοθετούν τη διάκριση χριστιανισμού και θρησκείας, αλλά με πιο ήπιο τρόπο από τους αρχικούς εισηγητές της και με πολλά περιθώρια σχετικοποίησης των όρων. Βλέπουμε πολλές φορές να αναφέρεται η θρησκεία με αρνητική σημασία –θυμίζοντας λίγο ως πολύ τον Μπαρτ – αυτή όμως η αρνητική χροιά δηλώνεται είτε με την προσθήκη στη λέξη εισαγωγικών (‘θρησκεία’) είτε με τη χρήση ειδικών επιθέτων που περιορίζουν τον αρνητικό χαρακτηρισμό σε ιδιαίτερες εκφάνσεις και εκδοχές της θρησκείας και όχι στο θρησκευτικό φαινόμενο εν γένει. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, για παράδειγμα, λέει με τρόπο όμοιο με αυτόν του Χρ. Γιανναρά ότι ο Χριστιανισμός είναι Εκκλησία και όχι ‘ατομικιστική’ θρησκεία[xxiii], αφήνοντας όμως έτσι θετικό περιθώριο για μια ‘μη ατομικιστική’ θρησκεία. Ανάλογη είναι και η θέση του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν. Στο ιδιαίτερα επικριτικό προς τη θρησκεία βιβλίο του “Για να ζήσει ο Κόσμος” (1963-1964)[xxiv], ο Σμέμαν γράφει ότι ο Χριστιανισμός «σημαίνει στο βάθος το τέλος κάθε θρησκείας» (σ.27) και ότι «ο Χριστός εγκαινίασε μια νέα ζωή και όχι μια νέα θρησκεία» (σ.28). Σπεύδει όμως να σχετικοποιήσει αυτές τις δηλώσεις στις αμέσως επόμενες γραμμές, διευκρινίζοντας ότι μιλά για τη ‘θρησκεία’ «με τη συνηθισμένη κατά παράδοση σημασία αυτής της λέξης» (σ.28), υπονοώντας προφανώς ότι πέρα από την παραδοσιακή της σημασία η λέξη μπορεί να αποκτήσει και μια νέα, πράγμα που του επιτρέπει παρακάτω να μιλά για την«αληθινή ‘θρησκεία’» (σ.55). Επομένως η κριτική του Σμέμαν στρέφεται κατά της θρησκείας «όσο αυτή εξακολουθεί να είναι θρησκεία του κόσμου τούτου» (σ.155). Άρα ενώ τη μια στιγμή φαίνεται να υιοθετεί κι αυτός το αντιθετικό δίπολο θρησκεία-Εκκλησία, την αμέσως επόμενη το αναιρεί, ή εν πάση περιπτώσει το σχετικοποιεί. Και να μην παραλείψουμε την κριτική που ο Σμέμαν ασκεί στους «ιδεολόγους ενός ‘μη θρησκευτικού’ Χριστιανισμού»(σ.166), υπονοώντας σαφώς τον Μπονχέφερ και τους ριζοσπάστες επιγόνους του.
Ανάλογη στάση βλέπουμε και σε Έλληνες θεολόγους που δείχνουν επιφυλακτικοί προς την έννοια της θρησκείας, αφήνοντας όμως τελικά περιθώριο για μια χριστιανική εκδοχή της. Θα σταθώ σε τέσσερεις περιπτώσεις· τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεο Βλάχο, τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, τον Μάριο Μπέγζο και τον Ηλία Βουλγαράκη. Οι δύο πρώτοι ανήκουν στο θεολογικό ‘κλίμα’ του π. Ιω. Ρωμανίδη και αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος για να σημειώσουμε τις διαφοροποιήσεις που επιφέρουν στη δική του απόλυτη θέση. Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος εμφανίζεται σε πρώτο επίπεδο αρνητικός προς τη θρησκεία, καταλήγει όμως σε μια κατά συγκατάβαση και υπό προϋποθέσεις αποδοχή της. Ο Χριστιανισμός, λέει, «δεν μπορεί να θεωρηθεί θρησκεία» (σ.22)[xxv], διευκρινίζει όμως αμέσως: «με την έννοια τουλάχιστον που παρουσιάζεται η θρησκεία σήμερα» (σ.22)· δεν μπορεί, συνεχίζει, «να κλεισθή στην έννοια και τον ορισμό της θρησκείας», αλλά προσθέτει: «όπως συνήθως δίνεται στις ‘φυσικές’ λεγόμενες θρησκείες» (σ.23)· επομένως «και όταν ακόμη μιλούμε για τον Χριστιανισμό ως θρησκεία, πρέπει απαραίτητα να το κάνουμε μέσα από μερικές αναγκαίες προϋποθέσεις»(σ.24)[xxvi]. Με παρόμοιο και ίσως ακόμα πιο συγκαταβατικό τρόπο αντιμετωπίζει τα πράγματα και ο π. Γεώργιος Μεταλληνός μελετώντας το συναφές προς τη θρησκεία θέμα της λατρείας: αρνητικός προς τη θρησκεία στην αρχή, διαλλακτικός στη συνέχεια. «Πρέπει να προσεχθεί – γράφει – ότι ο Χριστιανισμός ούτε χαρακτηρίσθηκε, ούτε ταυτίστηκε αρχικά με τη ‘θρησκεία’, η οποία προϋποθέτει Θεό ‘μακράν’ του ανθρώπου. … Ο Χριστιανισμός δεν ονομάζεται στην Κ.Δ. ‘θρησκεία’ αλλ’ ‘οδός’ (=ζωή) (Πράξ. 9,2). Είναι τρόπος ζωής, μέθοδος σωτηρίας/θεώσεως» (σ.23, σημ.10)[xxvii]. Παρ’ όλα αυτά, σημειώνει ο π. Γ. Μεταλληνός, η Εκκλησία αποδέχθηκε σταδιακά τον όρο ‘θρησκεία’ «με την έννοια της λατρείας» (σ.24)[xxviii], όπως επίσης αποδέχθηκε τον όρο ‘λειτουργία’, παίρνοντάς τον από την εβραϊκή και την εθνική λατρευτική παράδοση με μια «ενέργεια κυριολεκτικά επαναστατική»(σ.27), αφού «η χριστιανική λατρεία … ως λειτουργία είναι υπέρβαση της λατρείας ως θρησκευτικού φαινομένου» (σ.27).
Παρόμοια είναι και η θέση του Μάριου Μπέγζου. Στο άρθρο του[xxix] που έδωσε την αφορμή για τις αντιρρήσεις του Στ. Παπαλεξανδρόπουλου που είδαμε ήδη παραπάνω, ο Μ. Μπέγζος μιλά για τη «διάσταση χριστιανισμού-θρησκείας» (σ.77), τονίζοντας ότι ο «χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά Εκκλησία» (σ.81), ότι η Εκκλησία «δεν είναι ένας άλλος τρόπος του ‘θρησκεύεσθαι’, έστω ανώτερος, καλύτερος ή καταλληλότερος» (σ.83) και πως οι Απόστολοι «δεν καθιέρωναν μιαν ακόμα θρησκεία», αλλά «ως Εκκλησία αποτελούσαν άρνηση της θρησκείας» (σ.86). Παρά ταύτα, και για τον Μ. Μπέγζο η Εκκλησία δεν αποκόπτεται εντελώς από τη θρησκεία, απλώς βρίσκεται σε συνεχή ένταση με αυτήν («ούτε μονιστική ταύτιση ούτε δυαλιστική διάσταση, αλλά διαλεκτική ένταση», σ.85). Η ένταση αυτή εκφράζεται με τη «διαλεκτική του ‘εκ’ και του ‘εν’» (σ.85), όπου «η Εκκλησία είναι εν τη θρησκεία χωρίς να είναι εκ της θρησκείας»«έχει όση θρησκεία θέλετε (λατρεία, δόγμα, μοναχισμό, μυστικισμό, θεολογία κτλ.) αλλά δεν είναι θρησκεία»(σ.85). Το πρόβλημα λοιπόν και για τον Μ. Μπέγζο δεν είναι η θρησκεία καθεαυτήν, αλλά η απώλεια της ισορροπίας της διαλεκτικής έντασης, ήτοι η ‘θρησκειοποίηση’ της Εκκλησίας – που «δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ‘χριστιανική’ ειδωλολατρία» (σ.85). Συνοψίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, το διαφαινόμενο consensus μεταξύ των παραπάνω ‘ενδιάμεσων’ θέσεων ο Ηλίας Βουλγαράκης συμπέρανε[xxx] ότι «η δυτική θεολογική σκέψη στην από μέρους της σύγκριση Χριστιανισμού και θρησκειών εγκλωβίστηκε στις λύσεις: αντίθεση, συμπλήρωση, εξέλιξη, από τις οποίες τελικά καμιά δεν είναι ικανοποιητική» (σ.94). Πράγματι, λέει, «η θρησκεία, ως διάμεσο ανθρώπου και Θεού, αποτελεί γεγονός της πτώσης» και επομένως δεν είχε θέση εκεί όπου υπάρχει «διαπροσωπική επικοινωνία και σχέση» μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Γι’ αυτό άλλωστε ο Χριστιανισμός λαμβάνει «θρησκειακή μορφή», η οποία «δεν ανάγεται στην ουσία του, αλλά αποτελεί σκόπιμη συγκατάβαση, που λειτουργεί στο σχήμα κένωση - πρόσληψη - ενσάρκωση» (σ.93).ΑΝλοιπόν, καταλήγει, διακρίνουμε την ουσία από το ένδυμα του Χριστιανισμού «οι δυτικές λύσεις χάνουν τη διάζευξή τους και έτσι μπορεί να υιοθετηθούν κατά περίπτωση είτε ξεχωριστά είτε μαζί, είτε ακόμη και να απορριφθούν» (σ.94). Με την τελευταία αυτή θέση του ο Ηλ. Βουλγαράκης θεμελιώνει θεωρητικά την επιλεκτική ευχέρεια του ορθοδόξου χριστιανού να υιοθετήσει ή να τροποποιήσει ή να απορρίψει κατά περίπτωση το αντιθετικό δίπολο του Μπαρτ και του Μπονχέφερ, χωρίς αυτή η θεωρητική ‘ανακολουθία’ να συνιστά κατ’ ανάγκη και ουσιαστική ασυνέπεια. Ή, όπως το λέει απλούστερα οΘανάσης Παπαθανασίου«ανάλογα με το νόημα που δίνεται στον όρο θρησκεία, διατυπώνονται διαφορετικές θεολογικές θέσεις περί του αν ο Χριστιανισμός είναι η κατεξοχήν θρησκεία (νοούμενη ως η σχέση Θεού και κόσμου) ή, αντιθέτως, η υπέρβαση της θρησκείας (νοούμενης ως μιας ανθρώπινης δραστηριότητας που προϋποθέτει τείχος ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο)»[xxxi]. Ο ίδιος πάντως προσεγγίζει το φαινόμενο της θρησκείας ως εκδήλωση της θεμελιώδους δυνατότητας του ανθρώπου να προσδιορίζει τί κομίζει νόημα στην ύπαρξή του και στον κόσμο[xxxii].
Αυτό είναι, με δυο λόγια, το τοπίο της διάκρισης χριστιανισμού και θρησκείας στη σύγχρονη θεολογική σκέψη σε Δύση και σε Ανατολή. Βεβαίως η συντομία και η ελλειπτικότητα της παρουσίασης κρύβει έναν κίνδυνο: να νομίσει ο αναγνώστης ότι οι ίδιοι όροι που πολλές φορές χρησιμοποιούν αυτοί οι θεολόγοι μιλούν όντως για ίδια πράγματα. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Ορισμένες φορές μάλιστα μπορεί να λένε ακριβώς τα αντίθετα – και δεν αναφέρομαι μόνο στη θεολογική τους σημασία (που εξαρτάται από το δόγμα και την πνευματική εμπειρία του καθενός), αλλά και στις φιλοσοφικές ή ιδεολογικές συντεταγμένες τους: Για παράδειγμα, ενώ ο π. Γ. Φλωρόφσκυ ή ο Χρ. Γιανναράς, τονίζουν τον μη-ατομικιστικό, κοινοτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, ο Φάουλερ που ανέφερα στην αρχή – τυπικός Αμερικάνος φιλελεύθερος – υπερασπίζεται κυρίως την ατομική ελευθερία του Χριστιανού, απορρίπτοντας τη ‘δέσμευση’ που υποδηλώνει στα αγγλικά η λέξη ‘θρησκεία’ βάσει της λατινικής ρίζας του religio=δεσμός[xxxiii]. Όμως παρά τις διαφορές αυτές – δογματικές, φιλοσοφικές ή ιδεολογικές – υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Είναι η ειλικρινής από όλους αναγνώριση της κρίσης που χαρακτηρίζει τη σχέση του λεγόμενου χριστιανικού κόσμου με το χριστιανικό Ευαγγέλιο και η εξίσου κοινή σε όλους διάθεση κριτικής και αμφισβήτησης των παγιωμένων εκκλησιαστικών σχημάτων (νόρμες, θεσμούς, δόγματα) – ό,τι εν πάση περιπτώσει ο καθένας αντιλαμβάνεται ως αλλοίωση της αυθεντικής ταυτότητας και εν τέλει ως ακύρωση τού Ευαγγελίου. Πρόκειται, θα έλεγα, για τη ‘γραμματική’ μιας κοινής αγωνίας. Μένει βέβαια το ερώτημα κατά πόσον προκύπτει μέσα απ’ αυτήν το ‘συντακτικό’ μιας εξίσου κοινής ελπίδας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[i] Βλ. (α) Jenkins, Daniel, Beyond Religion: The Truth and Error in ‘Religionless Christianity’, London, 1962. (β) GibelliniRosinoΗ θεολογία του εικοστού αιώνα, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2002. (γ) Νησιώτη, Νικολάου, Φιλοσοφία της θρησκείας και φιλοσοφική θεολογία, δ΄ έκδ., Μήνυμα, Αθήνα, 1986. σ.26, σημ.1. (δ) Του ιδίου, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν Γνωσιολογίαν, δ΄ έκδ., Μήνυμα, Αθήνα, 1986, σ.182 κ.ε.
[ii] Οι επόμενες παραπομπές είναι από την αγγλόφωνη έκδοση: BarthKarlChurch DogmaticsVolI, Pt. 2, T&T Clark, Edinburgh, 1956.
[iii] Βλ. (α) Reynolds Michel, «Dietrich Bonhoeffer, résistant et prophète d’un christianisme non religieux»στο Témoignages, 26/9/2006, σ.16. (β)Corbic, Arnaud, Dietrich Bonhoeffer,le Seigneur des non-religieux: de l’avant-dernier au dernier Bonhoeffer, Ed. Franciscaines, Paris, 2001. (γ) Tου ιδίου,Dietrich Bonhoeffer, résistant et prophète d’un christianisme non religieux, Albin Michel, Paris, 2002. (δ) Schlingensiepen, Ferdinand, Dietrich Bonhoeffer, 1906-1945: une biographie, Salvator, Paris, 2005. (ε) Mottu, Henry, Dietrich Bonhoeffer, Cerf, Paris, 2002. (στ) Mengus, Raymond, Théorie et pratique chez Dietrich Bonhoeffer, Beauchesne, Paris, 1978. (ζCox, Harvey Gallagher, “Beyond Bonhoeffer? The Future of Religionless Christianity”, The Seduction of the Spirit, Simon & Schuster, NΥ, 1973, σ. 123-143. Πρώτη δημοσίευση στο Commonweal 43, 21 (1965), σ.653-657. – Για περισσότερα βλστη wikipediaκαι στην ιστοσελίδα της International Dietrich Bonhoeffer Society (εδώ). – Επίσης αναλυτική βιβλιογραφία για τον Μπονχέφερ στο Gibellini,R., ό.π.,σ.672-674 και πλήρης αρθρογραφία στη Bonhoeffer Bibliography (αρχείο pdfτης βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Columbia. – Για το σχολιασμό του ‘μηθρησκευτικού χριστιανισμού’ του Μπονχέφερ από πλευράς ορθοδόξων βλ(α) Σμέμαν, Αλεξάνδρου, Για να ζήσει ο κόσμος, Δόμος, Αθήνα, 1983, σ. 166-169. (β) Καλαϊτζίδη, Παντελή, Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα: Προλεγόμενα, Ίνδικτος, Αθήνα, 2007, σ.84-97.
[iv] Οι παραπομπές του Μπονχέφερ είναι από το GibelliniRό.π.
[v] Περισσότερα για τον Μπονχέφερ και τη συνάφεια της σκέψης του με τους Χρ. Γιανναρά και Ιω. Ζηζιούλα βλ. και στο Λουδοβίκου, π. Νικολάου, Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοουσίου, Αρμός, Αθήνα, 2002, σ.122-128. – Βλ. και Gibellini,Rό.π., σ.133 κ.ε.
[vi] Νησιώτη, Νικολάου, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν Γνωσιολογίαν, ό.π., σ.186.
[vii] EllulJacquesLIVING FaithBelief and Doubt in a Perilous WorldHarper and RowSan Francisco, 1983, σ.123 (αρχική γαλλική έκδοση: La foiau prix du doute, ΗachetteParis, 1980). Για περισσότερα βλ. στη wikipedia και στις ιστοσελίδες www.ellul.org και www.jacques-ellul.org.
[viii] Farrar-CaponRobertBetween Noon and Three: Romance, Law, and the Outrage of GraceHarper and Row, San Francisco, 1982σ. 126-127.
[ix] «Σχεδόν ο καθένας, εντός ή και εκτός της εκκλησίας, ανακαλύπτει ότι η έννοια της χάριτος είναι αντίθετη προς οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως θρησκεία». (Farrar-CaponRobertό.π., σ.136). Για περισσότερα βλ. στη wikipedia και στην ιστοσελίδα του Robert Farrar Capon.
[x] Βλ. (α) Αφιέρωμα στο Generation MagazineVol 3.1, με θέμα «Christ vsreligion». (β) Ιστοσελίδα JESUS VERSUS RELIGION. (γ) «Ekklesia (Body) & Faith – VS – Religion». (δ) «Religion vsSpirituality?». (ε) Αναφορά στις γνωστικιστικές ιδέες της Μη-θρησκείας (non religion) του François Laruelle.
[xi] ΒλFowlerJames A., Christianity is not religionChristInYou.Net, 1998.
[xii] Vattimo, Gianni, Dopo la cristianità. Per un cristianesimo non religioso, Garzanti, Milano, 2002. ΑγγλικάAfter Christianity, Columbia University Press,ΝΥ, 2002. ΓαλλικάAprès la chrétienté. Pour un christianisme non religieux, Calmann-Lévy, Paris, 2004. Βλ. παρουσίαση στα αγγλικά και στα γαλλικά.
[xiii] Για μια γνωριμία με τον Τζιάννι Βάττιμο στα ελληνικά βλ. DerridaJacques· VattimoGianni (επιμ), Η θρησκεία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2003.
[xiv] Ρωμανίδη, π. Ιωάννη, «Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της», στόν τόμο Ορθοδοξία, Ελληνισμός, πορεία στην 3η χιλιετηρίδα, Ι.Μ. Κουτλουμουσίου, Αγ. Όρος, 1966, σ.67-87. Βλ. και στην ιστοσελίδα αφιερωμένη στον π. Ρωμανίδη.
[xv] Σημειώνω την παρατήρηση του Π. Καλαϊτζίδη για τον Χρ. Γιανναρά, ότι εδώ έχουμε ένα «δυτικής προέλευσης δάνειο» που «θα πρέπει να αποδοθεί περισσότερο μάλλον στη θεολογία του Barth παρά σε εκείνην του Bonhoeffer» (βλ. Καλαϊτζίδη, Π., Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα: Προλεγόμενα, ό.π., σ.96, σημ.147).
[xvi] Νησιώτη, Ν., Προλεγόμενα εις την θεολογικήν Γνωσιολογίαν, ό.π., σ.185, σημ.1.
[xvii] Του ιδίου, Φιλοσοφία της θρησκείας και φιλοσοφική θεολογία, ό.π., σ.27. Για περισσότερα ο Ν. Νησιώτης παραπέμπει στον Λεωνίδα Φιλιππίδη: (α) “Θρησκεία. Ein Versuch zu endgultiger Etymolgie des Wortes.”, ΘεολογίατόμΛΒ΄Ιαν.-Μάρτ. 1961, σ.8. (βReligionsgeschichte als Heilsgeschichte in der Weltgeschichte, Athen, 1953, σ.9. (ΒλΠρολεγόμενα εις την θεολογικήν Γνωσιολογίανό.π., σ.185, σημ.1.)
[xviii] Γαννουλάτου, Αναστασίου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας, Αθήνα, 2000, σ.191.
[xix] Ό.π., σ.193.
[xx] Σε μια εκτεταμένη σημείωση των πανεπιστημιακών του παραδόσεων οΑΝ. Γιαννουλάτος θέτει ρητά το ερώτημα: «Εντάσσεται ο Χριστιανισμός στις θρησκείες;» Κι ενώ για τους ιστορικούς, κοινωνιολόγους κ.ά. η απάντηση είναι αυτονόητα καταφατική, πολλοί θεολόγοι, σημειώνει, απαντούν αρνητικά, ότι δηλαδή ο Χριστιανισμός “δεν ανήκει στις θρησκείες”, ότι είναι ‘Εκκλησία’. «Κατανοούμε – συνεχίζει ο Γιαννουλάτος – το θεολογικό σκεπτικό αυτής της τάσεως, που την επέτεινε η διαλεκτική θεολογία με την περίφημη πρόταση του K.Barth: “Η θρησκεία είναι απιστία!” … Είναι ενδιαφέρον ότι εκπρόσωποι και άλλων θρησκειών (π.χ. Βουδδιστές, Ινδουϊστές) αρνούνται ότι η διδασκαλία τους ανήκει στις θρησκείες. Προτιμούν να ονομάζουν το σύστημά τους ‘φιλοσοφία’ ή ‘ψυχολογία’. Βεβαίως εξαρτάται τι ορισμό δίνει κανείς στη θρησκεία και από ποια οπτική γωνία εξετάζει το θέμα. Στη γλώσσα πάντως της Καινής Διαθήκης δεν βλέπουμε εξοστρακισμό της λέξεως ‘θρησκεία’. Στην Επιστολή του Ιακώβου (1:27) αναφέρεται “Θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλο εαυτόν τηρεί από του κόσμου” … Θα προτιμούσαμε – στη θεολογική γλώσσα – να διακρίνουμε ‘Χριστιανισμό’ και ‘Εκκλησία’ και να προτείνουμε τη διατύπωση “Η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Είναι η υπέρβαση του προπτωτικού γεγονότος της θρησκείας”. Αλλά μια τέτοια συζήτηση ανήκει περισσότερο στην προβληματική της θεολογικής ορολογίας. Θρησκειολογικά, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο Χριστιανισμός στην ιστορική του πορεία παρουσίασε πολλαπλά ‘θρησκευτικά’ χαρακτηριστικά». (Γιαννουλάτου, Αναστασίου, Θέματα Ιστορίας των θρησκευμάτων, πανεπιστημιακές παραδόσεις, Αθήνα, 1989, σ.13-14).
[xxi] Βλ. παρακάτω, υποσημείωση 29.
[xxii] Παπαλεξανδρόπουλου, Στέλιου, «Κοσμολογία-Εσχατολογία: συμπλήρωση και όχι αλληλοαναίρεση», Σύναξη, 11 (1984), σ.73.
[xxiii] Φλορόφσκυ, Γεωργίου, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, Π.Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1976, σ.97.
[xxiv] Schmemann, Alexander, For theLIFE of the world, National Student Christian Federation, 1964. Οι παραπομπές είναι από την ελληνική έκδοση: Σμέμαν, Αλεξάνδρου, Για να ζήσει ο κόσμος, Δόμος, Αθήνα, 1987.
[xxv] Οι παραπομπές είναι από το βιβλίο: Βλάχου, Ιερόθεου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Γ΄ έκδ., 1989. Βλ. επίσης στο διαδίκτυο: “Ο Χριστιανισμός είναι θεραπευτική επιστήμη” και στα αγγλικά: Christianity is not a religionIt is psychotherapeuticscience.
[xxvi] Ό.π., σ.24: Πρώτη προϋπόθεση που θέτει ο π. Ι. Βλάχος είναι «ότι ο Χριστιανισμός είναι κυρίως [sic] Εκκλησία …» (σ.24) και δεύτερη ότι σκοπός του Χριστιανού είναι η θέωση. Στην προοπτική αυτή, ο Χριστιανισμός «είναι κυρίως θεραπεία» - «θεραπεία του ανθρώπου από τα πάθη του για να φθάση στη συνέχεια σε κοινωνία και ενότητα με τον Θεό» (σ.25).
[xxvii] Οι παραπομπές είναι από το βιβλίο: Μεταλληνού, Γεωργίου, Η θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αρμός, Αθήνα, 1995.
[xxviii] «Στην Κ. Διαθήκη ο όρος ‘θρησκεία’, ταυτιζόμενος στην ελληνική γλώσσα με τη λατρεία, δεν χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη λατρεία της Εκκλησίας. Για πρώτη φορά στην Α΄ Κλήμεντος (τέλη του α΄ αιώνα) ο όρος θα χρησιμοποιηθεί με την έννοια της λατρείας. ... Ο μακρός αυτός δισταγμός είναι κατανοητός, λόγω του περιεχομένου του όρου. Θρησκεία είναι για τον εξωχριστιανικό κόσμο η θεραπεία, η λατρεία του θείου, κάτι που δεν μπορεί να συμβιβασθεί με το χριστιανικό πνεύμα …» (σ.24).
[xxix] Μπέγζου, Μάριου Π., «Εκκλησία και Θρησκεία», Σύναξη, 9 (1984), σ.107-111. Αναδημοσιεύτηκε στο: του ιδίου, Δοκίμια φιλοσοφίας της θρησκείας: Μεταμοντερνισμός και Εσχατολογία, Γρηγόρης, Αθήνα, 1988, σ.75-88.
[xxx] Βλ. Βουλγαράκη, Ηλία, «Το δικαίωμα της Ιεραποστολής», Σύναξη, 11 (1984), σ.92-95, απ’ όπου και οι επόμενες παραπομπές.
[xxxi] Παπαθανασίου, Θανάση Ν., Θρησκεία, Ιδεολογία, Επιστήμη, Πορθμός, Χαλκίδα, 2003, σ.27, σημ.5.
[xxxii] Παπαθανασίου, ό.π., σ.11-14.
[xxxiii] Γράφει ο π. Φάουλερ: «Η Λατινική λέξη από την οποία προέρχεται η αγγλική λέξη ‘θρησκεία’ (religion), σημαίνει ‘δεσμεύω’. Όμως ο Ιησούς δεν ήλθε να μας δεσμεύσει με κανόνες και κανονισμούς ή τελετουργικούς τύπους αφιέρωσης, αλλά να μας ελευθερώσει, ώστε να γίνουμε ‘άνθρωποι’ σύμφωνα με την πρόθεση του Θεού.» Βλ. FowlerJames A., Christianity is not religion, ό.π.

πηγή: περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ,Τ. 106, Απρίλιος-Ιούνιος 2008, σελ. 45-54.
το είδαμε εδώ