Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2016

Έθνος και Εθνικισμός: Η αίρεση του Εθνικισμού


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο.
Η αίρεση του Εθνικισμού

 Ενώ η Ρωμηοσύνη αποτελεί την αναίρεση του εθνικισμού, και είναι η μόνη υγιής έκφραση του αληθινού εθνισμού, αφού συνδέθηκε με το άγιο έθνος, στο οποίο οι άνθρωποι δεν διακρίνονταν βάσει φυλετικών διαφορών, ο εθνοφυλετισμός αντίθετα είναι αίρεση της πραγματικής Ρωμηοσύνης, και θα μπορούσα να ισχυρισθώ ακόμη ότι είναι κατάργηση και αυτού του ιδίου του γνησίου και αυθεντικού ανθρωπισμού.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε τις απόψεις του Οικουμενικού (Ρωμαίϊκου) Πατριαρχείου για τον εθνοφυλετισμό. Πραγματικά το 1872 το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε τον φυλετισμό ως αίρεση. Πριν όμως εξετάσουμε αναλυτικότερα το κείμενο της καταδίκης αυτής, νομίζω πρέπει να δούμε τα γεγονότα που προηγήθηκαν, καθώς επίσης και όσα επηκολούθησαν από την απόφαση αυτή, που συντονίζονταν προς την έξαρση του εθνοφυλετισμού, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι αναίρεση της Ρωμηοσύνης.
Συγκεκριμένα, της ιστορικής αποφάσεως αυτής προηγήθηκαν η επανάσταση της Ελλάδος, η Βουλγαρική εξαρχία, και ακολούθησε σαν συνέπεια όλων αυτών των ιδεολογιών η κατάληψη του Ρωμαίϊκου Πατριαρχείου της Αντιοχείας από τους Άραβες, αφού, κατόπιν ρωσικής επεμβάσεως, υποδαυλίστηκε ο εθνικισμός των Αράβων.
α) Η Ελληνική επανάσταση του 1821 εντάσσεται μέσα στην προοπτική που είχε αναπτυχθή την εποχή εκείνη, δηλαδή, της καταργήσεως της Ρωμηοσύνης και της αναπτύξεως μικρών εθνικών κρατιδίων.
Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρχε ανεπτυγμένη η τάση των υποδούλων Ρωμαίων για την απελευθέρωσή τους, και την εκ νέου ανασύσταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. Την ιδέα αυτή καλλιεργούσε έντονα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και όλοι όσοι διαπνέονταν από βαθειά ρωμαίϊκη συνείδηση. Έτσι και κατά τις παραμονές της Ελληνικής επαναστάσεως κυριαρχούσε η αντίληψη ότι «ήταν δυνατόν η Οθωμανική αυτοκρατορία να αλωθή εκ των έσω από τους Έλληνες με την πάροδο του χρόνου, βαθμιαία και ειρηνικά, σύμφωνα με το ιστορικό προηγούμενο του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»11. Μέσα στην προοπτική αυτή πρέπει να τοποθετηθούν τα κηρύγματα του Ρήγα Φεραίου, των κολυβάδων Πατέρων και ακόμη του λαού που συμμετέσχε στην Επανάσταση12.
Όμως οι Φράγκοι είχαν διαφορετικά σχέδια, αφού απέβλεπαν κυρίως στην κατάργηση του οράματος της αναβίωσης της Ρωμηοσύνης. Και αφού δεν επέτυχαν την τελεία καταστροφή της Ρωμηοσύνης με τις σταυροφορίες και την Φραγκοκρατία, ούτε με τους μισσιοναρίους και όλες τις δυτικές θρησκευτικές προπαγάνδες, «έμενε η λύση του εθνικού κράτους, για να επιτύχει ο βασικότερος στόχος της Φραγκιάς από το σχίσμα και εδώ»13.
Καλλιεργήθηκε έντονα η θεωρία ότι όλες οι ρωμαίϊκες εθνότητες ήταν υποδουλωμένες στους Βυζαντινούς. Έτσι αναπτύχθηκε ο εθνικισμός «και προωθήθηκε η σύσταση μικρών εθνικών κρατών, με βάση τη διάλεκτο – γλώσσα, με παράλληλη κατάλυση της μακραίωνης συνειδησιακής τους ενότητας»14.
Τα σχέδια των Φράγκων για την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους προωθήθηκαν σημαντικά από τον «πατριάρχη» του ελληνικού διαφωτισμού, Αδαμάντιο Κοραή. Επηρεασμένος από τον αντιβυζαντινισμό που είχε επικρατήσει στον δυτικό χώρο από το μίσος των Φράγκων, απέβλεπε στην ανασύσταση της αρχαίας Ελλάδος και στην αναβίωση του πολιτισμού της, που όμως, όπως έλεγε, είχε φθαρή από τον «βυζαντινισμό και τον τουρκισμό». Κατά τον Κοραή η Ελλάδα έπρεπε να εξευρωπαϊστεί. Αυτή είναι η περίφημη αρχή της μετακένωσης σύμφωνα με την οποία όλος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν στην βάση του ελληνικός, και επομένως αυτός ο πολιτισμός πρέπει να επανέλθη στην κοιτίδα του, την Ελλάδα, να περάση δηλαδή «από τα κοφίνια των αλλογενών εις τα κοφίνια των Ελλήνων»15.
Όμως η πραγματικότητα ήταν ότι και οι κάτοικοι της Ελλάδος, κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όπως και οι κάτοικοι άλλων περιοχών είχαν έντονα ανεπτυγμένη την συνείδηση ότι είναι Ρωμηοί, δηλαδή έλληνες, που όμως ανήκουν στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στην συνείδησή τους δεν υπήρχε διάσταση μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμηών. Επίσης δεν μπορούσαν να βλέπουν τους αρχαίους μεγάλους έλληνας φιλοσόφους, ανεξάρτητα από τους Πατέρας της Εκκλησίας. Με αυτήν την προοπτική έκαναν την επανάσταση, γι’ αυτό και μετά από αυτήν υπήρχε η μεγάλη ιδέα, η ανασύσταση όλου του Ρωμαίϊκου.
Η Φραγκική όμως προπαγάνδα, που απέβλεπε στην μη αναβίωση της Ρωμαίϊκης ιδέας, φαίνεται εκτός των άλλων και από δύο γεγονότα.
Το πρώτο είναι η προσπάθεια να επικρατήση ο όρος Έλληνες και να καθορισθή η ετυμολογία του, αφού βέβαια αντιπαρατεθή προς το Ρωμηός. Την προσπάθεια αυτή την βλέπουμε καθαρά στις συζητήσεις που έγιναν στην επαναστατημένη Ελλλάδα σχετικά με το σύνταγμα. Γίνεται δηλαδή μεγάλη συζήτηση για να καθορισθή ποιοί ακριβώς πρέπει να θεωρούνται Έλληνες. Η μελέτη των συνταγμάτων και των σχετικών συζητήσεων στις εθνοσυνελεύσεις της επαναστατημένης Ελλάδος αποδεικνύει ότι Έλληνες θεωρούνται όσοι κατοικούν μόνιμα στον χώρο της Ελλάδος και πιστεύουν στον Χριστό. Αυτοί μπορεί να είναι είτε αυτόχθονες είτε ετερόχθονες, που όμως αγωνίστηκαν για την ελευθερία και πολιτογραφήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος. Αυτό σημαίνει ότι έξω από την Ελλάδα δεν υπάρχουν Έλληνες. Σαφώς, λοιπόν, γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ Ελλήνων και Ρωμηών και οπωσδήποτε φαίνεται καθαρά η φραγκική προπαγάνδα να αποξενωθούν οι Έλληνες από τους Ρωμηούς, ώστε να μην υπάρχη και η παραμικρά κίνηση για την ανασύσταση της Ρωμαίϊκης Αυτοκρατορίας16.
Το δεύτερο γεγονός είναι η απόσχιση της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πρόκειται πραγματικά για την θλιβερή ιστορία του ελλαδικού αυτοκεφάλου, το οποίο δυστυχώς μιμήθηκαν μετά και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες που αποσχίσθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και βέβαια θα μπορούσε να δοθή από το Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος το αυτοκέφαλο μετά την απελευθέρωση, αλλά αυτό έπρεπε να γίνη κατόπιν συμφωνίας και με ομαλές συνθήκες και όχι με βίαιες ενέργειες και μάλιστα μέσα στην όλη νοοτροπία των Ελλήνων διαφωτιστών, κυρίως τις απόψεις του Αδαμαντίου Κοραή17. Το θλιβερό στην περίπτωση αυτή είναι ότι χρησιμοποιήθηκε η Εκκλησία για την έξαρση και ανάπτυξη του εθνοφυλετισμού. Αυτό είναι φοβερό αν σκεφθή κανείς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να είναι εθνική με την άποψη του εθνικισμού, αφού στην πραγματικότητα είναι υπερεθνική.
Έτσι, λοιπόν, η ελληνική επανάσταση, παρά τα ευεργετικά της αποτελέσματα, παρά την ελευθερία από την τυραννία των Τούρκων, εν τούτοις ανέπτυξε και την αίρεση του εθνοφυλετισμού, δηλαδή του εθνικισμού. Στην πραγματικότητα ήταν άρνηση της Ρωμηοσύνης, εντεταγμένη στα σχέδια των Φράγκων για την αναβίωση των μικρών εθνικών κρατιδίων. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο λόγος του Toynbee ότι οι Έλληνες «έκαναν (με το ’21) μισν άφρονη ενέργεια και έχασαν ολόκληρη αυτοκρατορία»18.
β) Ο δεύτερος εθνικισμός που αναπτύχθηκε τον ΙΘ’ αιώνα στα Βαλκάνια ήταν ο βουλγαρικός, όπως το βλέπουμε χαρακτηριστικά στην Βουλγαρική Εξαρχία και όσα ακολούθησαν από αυτήν. Δεν πρόκειται βέβαια, να αναφερθούμε διεξοδικά στο σοβαρό αυτό θέμα, αλλά να τονίσουμε την άποψη ότι και αυτή η κίνηση εντάσσεται στην προσπάθεια καταλύσεως και καταργήσεως της Ρωμηοσύνης και της αναπτύξεως του εθνικισμού.
Είναι γνωστό ότι η ρωσική πολιτική, ενώ μέχρις ενός σημείου υποστήριζε τις ελληνικές επαναστάσεις για την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αργότερα χρησιμοποίησε τους βουλγάρους, στους οποίους ανέπτυξε την εθνική συνείδηση. Ουσιαστικά δεν βοήθησε την επανάσταση και δεν ήθελε την επέκταση του πρώτου τότε ελληνικού Κράτους. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Τσάρου Νικολάου του Α’, που είπε στον Πρεσβευτή της Αγγλίας Σέϋμουρ, όπως τον διατύπωσε ο τελευταίος σε έκθεσή του προς τον Υπουργό των Εξωτερικών της Αγγλίας: «Δεν θέλω επιτρέψη ποτέ ούτε απόπειραν ανοικοδομήσεως Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ούτε τοιαύτην επέκτασιν της Ελλάδος ήτις να καταστήση αυτήν ισχυρόν Κράτος»19. Επομένως η ρωσική πολιτική είναι συντονισμένη στην όλη τότε δυτική πολιτική για την ανάπτυξη μικρών εθνικών κρατιδίων και την κατάργηση της ιδέας περί ανασυστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1827 οι Ρώσοι συνάντησαν βορείως του Αίμου έναν αγροτικό λαό που μιλούσε μια γλώσσα που ομοίαζε με την δική τους. Οι περισσότεροι από αυτούς όταν ρωτήθηκαν τι είναι απήντησαν ότι είναι Ρωμηοί. Ωστόσο οι Ρώσοι μελέτησαν το θέμα και απεκάλυψαν ότι ήταν απόγονοι των παλαιών Βουλγάρων, που όμως είχαν εκρωμαϊσθή, και απεφάσισαν να τους αναπτύξουν την εθνική συνείδηση για να τους χρησιμοποιήσουν για την επιτυχία των σχεδίων τους, να κατέλθουν στο Αιγαίο20.
Βέβαια, πρέπει να λεχθή ότι και προηγουμένως είχαμε προσπάθειες αναπτύξεως της εθνικής συνειδήσεως των Βουλγάρων. Κυριότερος εκπρόσωπος θεωρείται ο βουλγαρικής καταγωγής μοναχός Παΐσιος, ο οποίος στον πρόλογο σχετικού βιβλίου του γράφει τα εξής: «Βούλγαρε, μάθε να γνωρίζης την φυλήν σου και την γλώσσαν σου. Αγάπα την πατρίδα σου και απόθανε δι’ αυτήν. Προσπάθησε να διδαχθής πώς ήτο ωργανωμένος ο λαός σου, μάθε ότι είχες Βασιλείς, Πατριάρχας και Αγίους. Οι Έλληνες και οι Σέρβοι μας εμπαίζουν διότι είμεθα ταπεινής καταγωγής άνευ Τσάρων, Πατριαρχών και Αγίων, άνευ Ιστορίας. Εγώ όμως δια τούτο αγωνίζομαι να αποδείξω το εναντίον και γράφω την ιστορίαν ταύτην»21.
Δυστυχώς και στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία, που από την φύση της είναι υπερεθνική, χρησιμοποιήθηκε για να προωθήση τα εθνικιστικά σχέδια των Βουλγάρων. Η δυσαρέσκεια του Σουλτάνου για την Κρητική επανάσταση, η επιθυμία του να εκδικηθή τους Έλληνες έγινε εκμεταλλεύσιμο υλικό από την ρωσική πολιτική και έτσι εκδόθηκε Φιρμάνι με το οποίο ιδρυόταν ανεξάρτητη Βουλγαρική Εξαρχία και για πρώτη φορά αναγνωριζόταν βουλγαρική εθνότητα. Ταυτόχρονα χορηγείται άδεια για την ίδρυση Σχολείων22.
Τότε, σε πολλές περιοχές παρατηρήθηκε έντονη δράση των Βουλγάρων για την ανάπτυξη της μεγάλης Βουλγαρίας. Η Βουλγαρική Εξαρχία έγινε το 1870. Δεν πρόκειται να μελετήσουμε εδώ όλο το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, αλλά να δούμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία από την δράση των Βουλγάρων, όπως διασώθηκαν στον κώδικα αλληλογραφίας του Μητροπολίτου Βοδενών (Εδέσσης) Αγαθαγγέλου. Ο Κώδιξ αυτός μετά από περιπετειώδη περιπλάνηση τελικά εκδόθηκε και αποτελεί σοβαρό αρχειακό υλικό για την μελέτη των βιαιοπραγιών της Βουλγαρικής Εξαρχίας στην περιοχή της Μητροπόλεως Βοδενών.
Το πρώτο σημείο που φαίνεται καθαρά από την μελέτη του Κώδικος είναι ότι στα Βοδενά υπήρχαν ολίγοι βουλγαρίζοντες, οι οποίοι δημιουργούσαν πολλά προβλήματα στους ήσυχους κατοίκους της πόλεως και της επαρχίας αυτής. Σε μια επιστολή λέγεται: «η Κοινότης της πόλεως Βοδενών έβλεπεν, ότι ως εκ της των ταραχών των εκάστοτε προκαλουμένων υπό των ολίγων ενταύθα οπαδών του βουλγαρισμού...»23. Το κακό του βουλγαρισμού ήλθε στα Βοδενά με την οικογένεια Τζανεσαίων την 11ην Νοεμβρίου 1858. Γι’ αυτό χαρακτηρίζεται «μόλυσμα» και αλλού «βουλγαρικόν μόλυσμα»24. Η επαρχία ήταν ήσυχη και ειρηνική και δεν δημιουργείτο κανένα πρόβλημα. Αυτό σημαίνει ότι όλοι ανεγνώριζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο είχε υπερεθνικό χαρακτήρα. Μάλιστα πληροφορούμαστε ότι η ανάγνωση στις Εκκλησίες των Βοδενών της καθαιρέσεως του Χατζή Παύλου, βουλγαριστού ιερέως που δημιουργούσε πολλά προβλήματα, έγινε «με γενική και ενθουσιώδη ευχαρίστηση των χριστιανών, και χωρίς να συμβή καμμία ταραχή υπό των βουλγαριστών...»25.
Δεν πρέπει να υποθέση κανείς ότι οι απόψεις αυτές του Βοδενών Αγαθαγγέλου είναι αποκλειστικά δικές του εκτιμήσεις, και ότι υπερβάλλονται τα πράγματα, γιατί και από άλλες μαρτυρίες φαίνεται ότι πραγματικά οι βουλγαριστές ήταν ελάχιστοι και απομονώθηκαν από τους φιλήσυχους κατοίκους της πόλεως, που υπήκουαν στο Πατριαρχείο και είχαν συνείδηση της Ρωμηοσύνης. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή που απέστειλαν οι κάτοικοι της πόλεως Βοδενών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την 10ην Φεβρουαρίου 1872, στην οποία ομολογούσαν ότι ανήκουν στο Ρωμαϊκό Πατριαρχείο και δεν επιθυμούν να συμπεριληφθούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Η επιστολή έχει ως εξής:
«Παναγιώτατε,
Άπαντες εσμέν υποκείμενοι τω ρωμαϊκώ πατριαρχείω και υμέτερα πνευματικά τέκνα. Ως και άλλοτε επανειλημμένως είχομεν κοινοποιήσει, ούτω, και σήμερον, δια τηλεγράφου ημών απάντων, ανηγγείλαμεν τη υψ. Πύλη ότι ουδέποτε θέλομεν παραδεχθή όπως το εν Ορτάκιοϊ εδρεύον προσωρινόν βουλγαρικόν συμβούλιον συμπεριλάβη την επαρχίαν ημών εις την εξαρχίαν, δια ταύτα απαγγέλοντες αυτή την απόφασιν ημών, εξαιτούμεθα τας ευχάς της»26.
Το δεύτερο σημείο από τον κώδικα αλληλογραφίας του Μητροπολίτου Βοδενών Αγαθαγγέλου είναι ότι οι βουλγαρίζοντες δρούσαν στην περιοχή εκείνη με την συνεργασία των ουνιτών, δηλαδή των παπιστών. Φαίνονται εδώ οι κοινές ενέργειες Φράγκων και Βουλγάρων για την μη αναβίωση της Ρωμηοσύνης. Στην Κουμένιτσαν (Γουμένισαν) αποστέλλεται από τους βουλγαρίζοντας διδάσκαλος για να μάθη στα παιδιά τα Ελληνικά και τα Σερβικά. Ο Αγαθάγγελος λέγει ότι «είναι ου μόνον εκ της Βουλγαρικής προπαγάνδας, αλλά και παπιστής»27. Αλλά και στα Γιαννιτσά υπάρχουν ουνίτες τους οποίους ο Αγαθάγγελος προσπαθεί να πλησιάση και να φέρη στην Εκκλησία28.
Το τρίτο σημείο είναι ότι περιγράφονται με τρόπο ρεαλιστικό όλες οι επεμβάσεις και οι βιαιοπραγίες των βουλγαριστών για να προσελκύσουν στην Βουλγαρική Εξαρχία τους κατοίκους της περιοχής, ώστε στην συνέχεια να διεκδικήσουν βουλγαρική εθνότητα. Επανειλημμένως με την βία καταλαμβάνουν τον Ιερό Ναό των αγίων Αναργύρων Βοδενών κατά την διάρκεια της νυκτός, αλλά τελικά απομακρύνονται από τους Ρωμηούς κατοίκους της πόλεως. Η αγωνία του Αγαθαγγέλου είναι έντονη. Στις επιστολές του διεκτραγωδείται η κατάσταση αυτή, καθώς επίσης και οι βίαιες ενέργειες των βουλγαριστών.
Το τέταρτο σημείο που φαίνεται από τον κώδικα αλληλογραφίας είναι ότι ο Μητροπολίτης Βοδενών Αγαθάγγελος κινείται περισσότερο ως Ρωμηός, εντεταγμένος οργανικά μέσα στην ρωμαίϊκη ατμόσφαιρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό φαίνεται από το ότι δεν τον ενοχλεί τόσο η γλώσσα και η τοπική διάλεκτος με την οποία θα ψάλλεται η θεία Λειτουργία, όσο η μη αναγνώριση από όλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκφράζει την συνείδηση του Έθνους των Ρωμηών.
Οι βουλγαριστές των Βοδενών ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγαθάγγελο να αναγνωρίση τον ιερέα τους, και να τους παραχωρήση Ιερό Ναό για να τελούν την λατρεία τους στην βουλγαρική γλώσσα. Η απάντηση του Μητροπολίτου είναι χαρακτηριστική: «Εις απάντησιν δε τοις είπον, ότι πρέπει να αναφερθώσι δι’ αναφοράς των περί τούτου, εν ή πρώτον θα δείξωσιν, ότι αναγνωρίζουσι την Εκκλησίαν, συνεπώς δε και εμέ ως κυριάρχην των, και ότι το ζήτημά των είναι γλώσσης μόνον ζήτημα και ουχί θρησκευτικόν, και τότε αφού γίνη σύσκεψις μετά των προυχόντων της πόλεως, αν θα κριθή εύλογον, ημπορεί να τοις δοθή άδεια»29. Φαίνεται ότι εκείνο που ενδιέφερε τότε τους Ρωμηούς δεν ήταν τόσο η γλώσσα, όσο η αναγνώριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επομένως η μη προσχώρηση στον εθνοφυλετισμό, που καλλιεργούσε έντονα η Βουλγαρική Εξαρχία.
γ) Μετά τον ελληνικό και τον βουλγαρικό εθνοφυλετισμό, αναπτύχθηκε και ο αραβικός εθνοφυλετισμός, που υποκινήθηκε πάλι από την ρωσική πολιτική για την αφάνιση της ιδέας της ανασυστάσεως της Ρωμηοσύνης. Δυστυχώς, η καταδίκη του εθνοφυλετισμού από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έγινε το 1872 και θα αναλύσουμε πιο κάτω δεν μπόρεσε να αποτρέψη και τα γεγονότα που συνδέονται με την έξαρση του αραβικού εθνοφυλετισμού.
Είναι γνωστό ότι το έτος 1898 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο τελευταίος των Ελλήνων Πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων και το επόμενο έτος εξελέγη ο πρώτος Άραβας Πατριάρχης Αντιοχείας, ο από Λαοδικείας Μελέτιος. Τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν είναι πολύ σημαντικά, γιατί είναι καρπός και αποτέλεσμα της αφυπνίσεως του φυλετισμού των Αράβων. Περιγράφονται δε πολύ γλαφυρά στο ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Μυριανθοπούλου, του οποίου ο πατέρας ήταν παιδικός φίλος του Πατριάρχου Αντιοχείας Σπυρίδωνος. Εκείνη την κρίσιμη εποχή ο συντάκτης του ημερολογίου βρέθηκε κοντά στον Πατριάρχη. Το ανέκδοτο κείμενό του δημοσιεύθηκε με ικανά εισαγωγικά από τον αείμνηστο Βενέδικτο (Αρχιμ. Παύλο) Εγγλεζάκη. Τόσο στο κείμενο του ημερολογίου όσο και στις εισαγωγικές σημειώσεις βρίσκουμε άφθονο υλικό για το θέμα που μας απασχολεί30.
Δεν πρόκειται, βέβαια, να αναφερθούμε διεξοδικά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της παραιτήσεως του τελευταίου Έλληνος Πατριάρχου Αντιοχείας και της αναρρήσεως του πρώτου Άραβος Πατριάρχου. Εδώ θα υπογραμμίσουμε μερικά σημεία που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το θέμα που μας απασχολεί, ότι, δηλαδή, ο φυλετισμός αποτελεί αίρεση της Ρωμηοσύνης.
Το πρώτο σημείο είναι ότι, από το έτος 1724 έως την παραίτηση του Πατριάρχου Αντιοχείας Σπυρίδωνος, όλοι οι Πατριάρχες αποστέλλονταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και αυτό έγινε ύστερα από την ατυχή εκλογή ενός δεδηλωμένου Ουνίτου επισκόπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας. Με την παρέμβαση αυτή το Οικουμενικό Πατριαρχείο διέσωσε την Ορθοδοξία και την οικουμενικότητα31.
Μελετώντας το ημερολόγιο διαπιστώνουμε ότι πραγματικά πολλοί Έλληνες Πατριάρχες και Επίσκοποι ενεργούσαν όχι τόσο φυλετικά, αλλά οικουμενικά, υπερεθνικά. Ο Μυριανθόπουλος στο ημερολόγιό του διαμαρτύρεται ότι οι Πατριάρχες Αντιοχείας που προέρχονταν από τον ιεροσολυμιτικό κλήρο βοηθούσαν περισσότερο από ό,τι έπρεπε τους Άραβας Κληρικούς. Για παράδειγμα γράφεται ότι ο Πατριάρχης Ιερόθεος (1850-1885) «έστελλε τους υποτρόφους εις την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης ιθαγενείς, καλώς μεν ποιών, αλλά ουδένα Έλληνα»32. Ο δε Γεράσιμος (1885-1891) «εχειροτόνησε τέσσαρες ιθαγενείς Αρχιερείς, και έστειλεν ως υποτρόφους εις Χάλκην άλλους 4, και ουδένα Έλληνα»33. Δεν αποκλείεται στην πληροφορία αυτή να υπάρχη δόση υπερβολής, ίσως και προσωπικού παραπόνου, αλλά πάντως δείχνει την πραγματικότητα ότι, έστω και αν ήταν Έλληνες οι Πατριάρχες, δεν είχαν φυλετική νοοτροπία και γι’ αυτό ανεδείκνυαν και Άραβες στον αρχιερατικό βαθμό.
Αυτό διαπιστώνεται από το ότι την εποχή αυτή που μελετάμε (1897-1899) στην διαμάχη για την κατάληψη του Πατριαρχικού θρόνου Αντιοχείας από Άραβες, οι περισσότεροι που πρωτοστάτησαν ήταν Άραβες Αρχιερείς. Ο διάδοχος του Σπυρίδωνος, ο από Λαοδικείας Μελέτιος, είχε προσληφθή από παιδί στο Πατριαρχείο, όπου έμαθε την ελληνική γλώσσα34. Το ίδιο συνέβαινε και με άλλους Αρχιερείς. Επίσης είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Σπυρίδων μόλις εξελέγη Πατριάρχης διόρισε ως Σχολάρχη Δαμασκού τον Άραβα Αρχιμανδρίτη Παύλο, τον οποίο έκανε και Αρχιγραμματέα της Συνόδου35. Φαίνεται από τα λίγα αυτά παραδείγματα ότι δεν ενεργούσαν οι Ρωμηοί Αρχιερείς φυλετικά, αλλά υπερεθνικά.
Το δεύτερο σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή είναι ότι ο φυλετικός αραβισμός που είχε αρχίσει προηγουμένως υποδαυλίστηκε τελικά και υποκινήθηκε από την ρωσική πολιτική. Στο ημερολόγιο φαίνεται πολύ καθαρά ο ενεργός ρόλος του ρώσου Προξένου Αλεξίου Belyaev, ο οποίος, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, είχε θέσει ως σκοπό την άνοδο ιθαγενούς Πατριάρχου στον θρόνο της Αντιοχείας36. Θα ήθελα στην συνέχεια να αναφέρω μερικά πρόχειρα παραδείγματα στα οποία αποδεικνύεται αυτή η αλήθεια.
Ο Ρώσος Πρόξενος παρακινούσε τους Αρχιερείς να κηρύξουν έκπτωτο τον Πατριάρχη Σπυρίδωνα. «Οι Αρχιερείς εκήρυξαν έκπτωτον τον Πατριάρχην Σπυρίδωνα τη υποκινήσει του Ρώσσου Προξένου Αλεξίου Μπηλάγιεφ, όστις σπεύσας μετέβη εις Σεϊδνάγιαν προς επίσκεψιν και παραπλάνησιν του Πατριάρχου, όστις όμως δεν εδέχθηκε τούτον»37. Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι ο Ρώσος Πρόξενος μετέβη «εις το Πατριαρχείον, όπου συνωμίλησε μετά των ιθαγενών Αρχιερέων»38. Άλλοτε σε σχετική συνομιλία με τον Μητροπολίτη Σελευκείας «εχειρονόμει, ωσεί επιτάσσων, ίνα γένηταί τι προς διαφώτισιν του λαού, και διεγείρων αυτόν κατά των Ελλήνων»39. Αναφέρονται πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες γινόταν θεία Λειτουργία με αφορμή κάποια ρωσικά γεγονότα και ότι τα περισσότερα λέγονταν στην ρωσική γλώσσα. Κάπου σημειώνεται «Εγένετο δοξολογία προς τιμήν της μητρός του Τσάρου, ής μετέσχον μόνον οι ιθαγενείς Αρχιερείς»40.
Η ενεργός δε συμμετοχή της ρωσικής πολιτικής φαίνεται από ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός. Θα το παραθέσω γιατί είναι αρκετά εύγλωττο: «εορτή του Τσάρου Νικολάου. Ο Ρώσος Πρόξενος Α. Μπηλάγιεφ προσεκάλεσεν, αντί του κανονικού Τοποτηρητού, τον Λαοδικείας, συλειτουργήσαντα μετά των Σελευκείας και Τύρου και Σιδώνος. Εκήρυξεν ο Επιφανείας. Ετελέσθη δοξολογία. Τα πάντα εψάλησαν ρωσσιστί, ιδίως υπό μαθητριών. Κατά την δοξολογίαν εχοροστάτησεν ο Αρκαδίας. Μετά ταύτα οι ιθαγενείς Αρχιερείς μετέβησαν εις το Ρωσσικόν Προξενείον, και εχαιρέτησαν. Οι ημέτεροι ούτε εις την εκκλησίαν ούτε εις το Προξενείον, αλλ’ ετηλεγράφησαν απ’ ευθείας προς τον Τσάρον συγχαρητήρια, καθώς και εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον τα γιγνόμενα»41.
Επίσης είναι χαρακτηριστικά δύο γεγονότα τα οποία αποδεικνύουν την ενεργοποίηση της ρωσικής πολιτικής στην εκδίωξη του τελευταίου Έλληνος Πατριάρχου Σπυρίδωνος και την κατάληψη του Πατριαρχικού θρόνου Αντιοχείας από Άραβα Πατριάρχη.
Το ένα γεγονός είναι ότι, ενώ η Οθωμανική κυβέρνηση δεν δεχόταν ακόμη να ενθρονισθή ο νέος εψηφισμένος Πατριάρχης, ο ρωσικός στόλος της Μεσογείου έπλευσε στην Βηρυττό και ο Ρώσος Ναύαρχος πήγε στην Δαμασκό για να χαιρετίση τον εψηφισμένο Άραβα Πατριάρχη42. Αυτό, βέβαια, ήταν μια πράξη που έδειχνε την υποστήριξη της Ρωσίας στον νέο Πατριάρχη.
Το άλλο γεγονός είναι ότι κατά την ενθρόνιση του νέου Άραβος Πατριάρχου Μελετίου παρίστατο ο Ρώσος Πρόξενος καταλαμβάνοντας σημαντική θέση στον Ναό, λόγω δε της επιτυχίας του αυτής βραβεύθηκε από την Ρωσική Κυβέρνηση. Στο ημερολόγιο του Μυριανθοπούλου λέγεται: Η ενθρόνιση έγινε στον Πατριαρχικό Ναό «προεξάρχοντος του Ρώσου Προξένου Αλεξίου Μπηλιάγιεφ, όστις, ειρήσθω εν παρόδω, αμειφθείς δι’ όσα διέπραξεν, ώστε να εκλεγή ιθαγενής Πατριάρχης Αντιοχείας, προήχθη εις Γενικόν Γραμματέα της εν Ρωσσία Παλαιστινείου Εταιρείας»43.
Από όλα αυτά φαίνεται ότι ο εθνοφυλετισμός είτε είναι ελληνικός, είτε βουλγαρικός, είτε αραβικός είναι διάσπαση της Ρωμηοσύνης και αίρεση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δεν είναι δυνατόν η φυλή να τίθεται υπεράνω της ενότητος την οποία διασφαλίζει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.


11. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 9.
12. βλ. Γεωργίου Μεταλληνού: Παράδοση και αλλοτρίωση, εκδ. Δόμος, σελ. 193 και εξής.
13. ένθ. ανωτ. σελ. 197.
14. ένθ. ανωτ. σελ. 198.
15. ένθ. ανωτ. σελ. 141-145.
16. βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 190 και εξής.
17. βλ. Γεωργίου Μεταλληνού, ένθ. ανωτ. σελ. 227 και εξής.
18. Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού: Ελληνισμός μετέωρος, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1992, σελ. 26.
19. Γεωργίου Λεβέντη: Η κατά της Μακεδονίας επιβουλή, εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1991, σελ. 26.
20. ένθ. ανωτ. σελ. 20.
21. ένθ. ανωτ. σελ. 22.
22. ένθ. ανωτ. σελ. 31-32.
23. Αρχιμ. Τίτου Καράτζαλη – Δημ. Γόνη, Κώδιξ της Αλληλογραφίας του Βοδενών Αγαθαγγέλου, Μακεδονική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 105-106.
24. ένθ. ανωτ. σελ. 58, 98 και 105.
25. ένθ. ανωτ. σελ. 62.
26. Εφημ. Παλιγγενεσία 22 Φεβρουαρίου 1872.
27. Αρχιμ. Τίτου Καράτζαλη – Δημ. Γόνη, Κώδιξ της Αλληλογραφίας του Βοδενών Αγαθαγγέλου, ένθ. ανωτ. σελ. 58.
28. ένθ. ανωτ. σελ. 62.
29. ένθ. ανωτ. σελ. 64.
30. Βενεδίκτου Εγγλεζάκη: Το αντιοχιανόν ζήτημα κατά τα έτη 1897-1899, Ανέκδοτον ημερολόγιον Κ. Μυριανθοπούλου, Ανατύπωσις εκ του ΜΖ’ (1983) τόμου του Δελτίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία 1983.
31. ένθ. ανωτ. σελ. 113-114.
32. ένθ. ανωτ. σελ. 160.
33. ένθ. ανωτ. σελ. 160.
34. ένθ. ανωτ. σελ. 134.
35. ένθ. ανωτ. σελ. 120.
36. ένθ. ανωτ. σελ. 126.
37. ένθ. ανωτ. σελ. 148.
38. ένθ. ανωτ. σελ. 150.
39. ένθ. ανωτ. σελ. 156.
40. ένθ. ανωτ. σελ. 158.
41. ένθ. ανωτ. σελ. 164.
42. ένθ. ανωτ. σελ. 133.
43. ένθ. ανωτ. σελ. 185.
το είδαμε εδώ

Έθνος και Εθνικισμός Ο όρος της τοπικής Συνόδου του 1872


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο.
Ο όρος της τοπικής Συνόδου του 1872

Προηγουμένως είχαμε αναφερθή σε μερικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στα Βοδενά (Έδεσσα) κατά την εποχή της δημιουργίας της Βουλγαρικής Εξαρχίας, που κέντρο τους είχαν τον εθνοφυλετισμό. Έγινε λόγος για το ότι η Σύνοδος του έτους 1872 στην Κωνσταντινούπολη κατεδίκασε τον φυλετισμό που εισέρχεται στα ενδότερα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και θέλει τα πάντα να ρυθμίζωνται βάσει αυτού. Η απόφαση αυτή είναι πολύ σημαντική γι’ αυτό θα ήθελα να την αναλύσουμε περισσότερο.
Του όρου της Συνόδου αυτής προηγείται ευρεία έκθεση που μας διαφωτίζει γύρω από την ετεροδιδασκαλία του φυλετισμού. Η Έκθεση της Επιτροπής χωρίζεται σε τρία βασικά τμήματα. Το πρώτο αναφέρεται στο γεγονός ότι οι αποσκιρτήσαντες Βούλγαροι από την εξάρτηση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως «αρχικήν ιδέαν έχουσι την αρχήν του φυλετισμού». Στο δεύτερο τμήμα αναπτύσσεται η άποψη ότι η αρχή του φυλετισμού αντιβαίνει στην διδασκαλία του Ευαγγελίου και είναι εντελώς άγνωστη στην Εκκλησία του Χριστού, ανατρέπει δε το ιερό της πολίτευμα. Και στο τρίτο τμήμα γίνεται λόγος για τις αντικανονικές ενέργειες που έγιναν από αυτούς που αποσκίρτησαν από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως44.
Μετά την έκθεση της αρμοδίας Επιτροπής παρατίθεται ο όρος της τοπικής αυτής Συνόδου. Σε αυτόν φαίνεται ποια είναι η άποψη της Ορθοδόξου Εκκλησίας πάνω στο σοβαρό αυτό ζήτημα, που απασχολεί και την εποχή μας, δεδομένου μάλιστα ότι και σήμερα, με διαφορετική βεβαίως μορφή, επικρατεί ο εθνοφυλετισμός. Οι διενέξεις στα Βαλκάνια δεν είναι άσχετες από αυτό το γεγονός.

a) Διαίρεση του Συνοδικού όρου45

Στην αρχή προτάσσεται ο απαραίτητος πρόλογος που δικαιολογεί τον λόγο για τον οποίο συνήλθαν οι Πατέρες στην Σύνοδο εκείνη. Αναφέρεται ο αποστολικός λόγος: «προσέχειν εαυτοίς και παντί τω πομνίω, εν ω υμάς το Πνεύμα το άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Θεού. ην περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος». Οι ποιμένες εντέλλονται να γρηγορούν για την διαφύλαξη της ποίμνης από τους λύκους που λαλούν διεστραμμένα. Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα καθήκοντά τους.
Στην συνέχεια λέγεται ότι στην κατηγορία των αιρετικών ανήκουν και οι Βούλγαροι εκείνοι που κηρύττουν «την καινήν δόξαν» του φυλετισμού και σύστησαν φυλετική παρασυναγωγή. Γι’ αυτό και συνήλθαν οι Πατέρες σε Σύνοδο για να αντιμετωπίσουν την παράδοξη αυτή διδαχή.
Διακηρύσσεται ότι ο φυλετισμός είναι όχι μόνον ξένος προς την Εκκλησία, αλλά και πολέμιος. Δηλαδή ο εθνοφυλετισμός δεν μπορεί να συμβιβασθή με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν είναι δυνατόν να προτάσσεται η ιδιαίτερη φυλή και το ιδιαίτερο έθνος σε βάρος της Καθολικής Πίστεως, γιατί αυτό διασπά την ενότητα της Εκκλησίας, την οποία στηρίζει η Χάρη του Θεού και οι αγώνες των αγίων Πατέρων.
Μετά από αυτά ακολουθεί η καταδίκη και η αποκήρυξη τόσο του φυλετισμού όσο και αυτών που τον αποδέχονται και δημιουργούν φυλετικές παρασυναγωγές, καθώς επίσης και όλων εκείνων που συμφωνούν με τις αντικανονικές ενέργειες των εθνοφυλετιστών. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ξένοι προς την Εκκλησία του Χριστού και επομένως σχισματικοί.
Ο επίλογος του όρου είναι μια προσευχή προς τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό για να διατηρή την Εκκλησία «άμωμον και αλώβητον από πάσης νεωτερικής λύμης, ερηρεισμένην επί τω θεμελίω των αποστόλων και των προφητών», καθώς επίσης να δώση μετάνοια σε όσους αποσκίρτησαν από την Εκκλησία, ώστε να επιστρέψουν σε αυτήν και να δοξάζουν με όλα τα άλλα μέλη της «τον μέγαν της ειρήνης άγγελον και Θεόν».
Παρά το ευσύνοπτο του όρου, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους τους όρους των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, είναι αξιοπρόσεκτος και περιέχει τα βασικά σημεία πάνω στο θέμα που απησχόλησε τότε την Εκκλησία του Χριστού.

b) Ανάλυση του Συνοδικού όρου

Κατ’ αρχάς το Συνοδικό αυτό κείμενο δεν το υπέγραψε μόνον ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος, αλλά και οι πρώην Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος, Γρηγόριος και Ιωακείμ. Πέρα από αυτούς υπογράφηκε από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιερόθεο, τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο και πολλούς άλλους Μητροπολίτας του Κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επομένως το κείμενο αυτό έχει καθολική ισχύ.
Επίσης εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι οι Πατέρες έχουν συνείδηση ότι ενεργούν ως φορείς της Παραδόσεως, εμπνεόμενοι από την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Γράφουν και ενεργούν με τον ίδιο τρόπο που θα έγραφαν και θα ενεργούσαν για κάποια αίρεση. Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι ο φυλετισμός τελικά είναι μια εκκλησιολογική αίρεση, αφού διασπά την ενότητα της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι κάθε Χριστολογική αίρεση είναι ταυτόχρονα και εκκλησιολογική όπως και κάθε εκκλησιολογική αίρεση είναι και Χριστολογική. Λέγεται στο κείμενο ότι όπως οι άγιοι Πατέρες στις Οικουμενικές Συνόδους «εξ ενός και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες ώρισαν τα συμφέροντα», έτσι και αυτοί αποφαίνονται εν Αγίω Πνεύματι.
Στο κείμενο δίνεται ο ορισμός του φυλετισμού. Οι Πατέρες καταδικάζουν τον φυλετισμό, «τουτέστι τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και ζήλους και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία». Φυσικά, όπως φαίνεται στην φράση αυτή, δεν καταδικάζεται η φυλή και η πατρίδα κάθε Χριστιανού, αλλά οι φυλετικές διακρίσεις και οι εθνικές έριδες, που γίνονται μέσα στην Εκκλησία. Όταν υποστηρίζεται ότι μια φυλή είναι ανώτερη από την άλλη, και όταν αυτό γίνεται σε βάρος της ενότητος της Εκκλησίας, αυτό δεν συνιστά εκκλησιαστικό φρόνημα και ορθόδοξο ήθος.
Αυτό είναι συνάρτηση των όσων λέγαμε προηγουμένως ότι στην Ρωμηοσύνη δεν υπήρχαν φυλετικές διακρίσεις, δηλαδή η Εκκλησία του Χριστού, όπως εκφραζόταν στην Ρωμαίϊκη Αυτοκρατορία ήταν στην πραγματικότητα υπερεθνική. Οι εθνικιστές Βούλγαροι προήλθαν «εκ μέσου του ευσεβούς βουλγαρικού λαού». Ο Βουλγαρικός λαός ανήκε στην Ρωμηοσύνη και είχε ενότητα με όλες τις άλλες λαότητες που υπήρχαν στην Ρωμαίϊκη Αυτοκρατορία. Για τον φυλετισμό λέγεται ότι αποτελεί «καινήν τινα δόξαν», πρόκειται «διά την του κακού διάδοσιν», είναι πρωτοφανής «φυλετική παρασυναγωγή» που έγινε με αθέτηση των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας, και φυσικά όσοι επεχείρησαν την δημιουργία αυτής της παρασυναγωγής είναι «απαυθαδιάσαντες». Ο φυλετισμός είναι «ξένος» προς την παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι «νεωτερική λύμη».
Δεν διστάζουν οι Πατέρες της Συνόδου αυτής να χαρακτηρίσουν την Βουλγαρική Εξαρχία παρασυναγωγή και φυσικά τους εξαρχικούς ως «αλλοτρίους της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και αυτό δη τούτο Σχισματικούς». Αυτό σημαίνει ότι δεν ενεργεί η Χάρη του Θεού σε τέτοιες παρασυναγωγές. Γι’ αυτό και οι ευχές και ευλογίες τους είναι ανίερες.
Ο Συνοδικός αυτός όρος είναι πολύ σημαντικός για το ορθόδοξο ήθος. Δείχνει ότι η Εκκλησία διέβλεψε τον μεγάλο κίνδυνο του φυλετισμού, που στην πραγματικότητα συνιστά τον εθνικισμό. Δεν μπορεί να διασπάται η ενότητα της Εκκλησίας με κριτήρια κτιστά και πεπερασμένα, δεν μπορεί η Εκκλησία να γίνη εθνική, δηλαδή από υπερεθνική να περιπέση στον φυλετισμό. Ουσιαστικά στο κείμενο αυτό βλέπουμε την παράδοση της Ρωμηοσύνης.


44. Μ. Γεδεών: Έγγραφα Πατριαρχικά και συνοδικά περί του Βουλγαρικού Ζητήματος (1852-1873), Εν Κωνσταντινουπόλει εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1908, σελ. 392-426.
45. ένθ. ανωτ. σελ. 427 και εξής.

Παρασκευή Γ΄ Χαιρετισμῶν «Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἔξ᾿ οὗ τρόφονται πιστοί»

«Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἔξ᾿ οὗ τρόφονται πιστοί»
  Ὁ Ἀκάθιστός Ὕμνος, ἀγαπητοί μου, ἔχει 144  στίχους, 144 χαῖρε. Κάθε ἕνας στίχος εἶναι καί ἕνα μαργαριτάρι, ἕνα διαμάντι. Μέ κάθε ἕνα Χαῖρε προσφέρουμε καί ἕνα λουλούδι στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἕνα ἀπό αὐτά θά πάρουμε σήμερα νά ὀσφρανθοῦμε καί νά ἀπολαύσουμε τήν εὐωδία του. Ἕνα στίχο θά προσπαθήσουμε νά ἑρμηνεύσουμε σύντομα.Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ᾿ οὗ τρέφονται πιστοί.
  Ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθυνόμενος στήν Παναγία, τήν ἀποκαλεῖ δένδρον καί μάλιστα ἀγλαόκαρπον. Δέντρο πού ἔχει ὡραίους, γλυκεῖς καί χυμώδης καρπούς. Τρῶς καί εὐχαριστιέσαι, τούς ἀπολαμβάνεις.
Ὑπάρχουν ὅμως δύο εἰδῶν δέντρα. Τό ἕνα εἶναι τό φυσικό δέντρο καί τό ἄλλο τό πνευματικό. Τό φυσικό δέντρο εἶναι δῶρο καί εὐλογία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι θαυμαστά καί εὐεργετικά τά δέντρα. Εὐεργετικά, γιατί μᾶς δίνουν τούς καρπούς τους, τά φύλλα καί τά ξύλα. Μᾶς τρέφουν, μᾶς θερμαίνουν, μᾶς ἀναπαύουν καί μᾶς δροσίζουν κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τους. Πρέπει νά εἴμαστε πολύ εὐγνώμονες στό Θεό γιά τά  δέντρα. Ὅπου ὑπάρχει δέντρο, ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι καθαρή, ἔχουμε πλούσιο ὀξυγόνο. Ὅπου ἔχουμε δέντρα, ἐκεῖ ὑπάρχει ὑγεία καί ὀμορφιά. Δέν εἶναι ὡραία ἡ γυμνή, φαλακρή γῆ.  
Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ἔχουμε διάφορα εἴδη δέντρων: μηλιά, πορτοκαλιά, ἐλιά, ἀχλαδιά, ἀμπέλι καί ἄλλα πολλά. Τό κάθε δέντρο ἔχει κορμό, κλαδιά, φύλλα, ἄνθη καί καρπούς. Ὅλα ἔχουν ρίζες καί τρέφονται ἀπό τήν γῆ. Ἀπό αὐτήν παίρνουν τό ἴδιο νερό καί τά ἴδια συστατικά. Πῶς τώρα στό ἕνα φυτό τά συστατικά γίνονται μῆλα, στό ἄλλο πορτοκάλια, σταφύλια κ.ο.κ; Καί τό ἄλλο θαυμαστό, πῶς αὐτό πού ρουφᾶνε οἱ ρίζες στό ἴδιο δέντρο γίνεται ἄλλο κορμός, ἄλλο φύλα καί ἄλλο καρπός; Ἄς ἔρθει ἡ ἐπιστήμη νά μᾶς τό ἐξηγήσει. Δέν μπορεῖ, εἶναι ἀνεξήγητο. Ἐ, μία ρίζα, ἕνα δέντρο φωνάζει, μαρτυράει καί λέει, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἄθεοι καί ἄπιστοι, ὅσοι δεν πιστεύετε στό Θεό, φτιᾶξτε ἕνα δέντρο, μία ρίζα, δέν μπορεῖτε!
  Εἶναι αὐτό πού λέει μέσα στό Εὐαγγέλιο, κἄν ἐγώ σιωπήσω, οἱ λίθοι κεκράξονται. Οἱ πέτρες καί τά ξύλα βροντοφωνάζουν, ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ἀλλά ἄς πᾶμε τώρα στό ἄλλο δέντρο, τό πνευματικό. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως τό φυσικό δέντρο ἔχει ρίζα, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ρίζα ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Ἡ ρίζα πού δίνει χυμό στόν ἄνθρωπο, γιά νά καρποφορεῖ ἔργα ἀγαθά, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι τό ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, ὅπως ψάλλουμε στίς καταβασίες τῶν Χριστουγέννων. Ὅπου ὑπάρχει αὐτή ἡ ρίζα, ὁ Χριστός, ἐκεῖ βλέπουμε καρπούς, ἀρετές, τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἡ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις , πραότης, ἐγκράτεια.
  Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ἀπέραντο δάσος καί δέντρα καρποφόρα οἱ προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὅλοι οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος χριστιανοί. Τό μεγαλύτερο δέ, τό ὡραιότερο ἀπό ὅλα, τό ἀγλαόκαρπο δέντρο εἶναι ἡ Παναγία, διότι ἔφερε στόν κόσμο τόν πλουσιότερο καί πολυτιμότερο καρπό, τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος, ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου.
  Τώρα νά ρωτήσουμε, ἐμεῖς τί εἴμαστε; Εἴμαστε δέντρα καρποφόρα; Ἄς ἐξετάσουμε τούς ἑαυτούς μας. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί μας; Ποῦ εἶναι ἡ πίστη μας; Τίφανερώνει ἡ ζωή μας; Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη μας; Γιατί τόσο μίσος ἀκόμη καί μεταξύ τῶν συγγενῶν; Ποῦ εἶναι ἡ χαρά; Ὅλοι μελαγχολοῦν. Γεμᾶτες οἱ καρδιές μας μελαγχολία, ἆγχος καί ἀγωνία.
Καταντίσαμε δέντρα ἄκαρπα καί ὡς ἄτομα καί ὡς οἰκογένειες. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί τοῦ γάμου, ἡ τεκνογονία; Ἁμαρτία, ναί, μεγάλη. Πολύ διαδεδομένα τά σαρκικά παραπτώματα, περιορισμένη ὅμως στό ἐλάχιστο ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν. Τά νοσοκομεῖα καί οἱ κλινικές ἔγιναν σφαγεῖα. Οἱ γιατροί μετατράπηκαν σέ σφαγεῖς. Οἱ γονεῖς δολοφόνοι τῶν παιδιῶν τους, σκοτώνουν μέ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τά ἴδια τους τά παιδιά. Ἐγίναμε δέντρα ἄκαρπα. Μόνο τό κακό κάνουμε. Ἡ πατρίδα μας, παλαιότερα εὐλογημένο δέντρο, τώρα μαραζώνει. Κατάντησε ἕνα ἄκαρπο γερασμένο δέντρο.
  Τί θά γίνει, ἐδῶ πού φτάσαμε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Νά ρωτήσουμε τόν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπως τόν ρώτησαν τότε οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι. Οἱ σαδδουκαῖοι, οἱ διανοούμενοι, οἱ στρατιωτικοί καί οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σᾶς φύτεψε ὁ Θεός, τούς εἶπε, γιά νά φέρετε καρπό, μά ἐσεῖς γίνατε ἄκαρπα δέντρα. Νά τώρα, τό τσεκούρι βρίσκεται στή ρίζα τῶν δέντρων. Κάθε δέντρο, πού δέν κάνει καλό καρπό, τό κόβουν καί τό ρίχνουν στή φωτιά. Ἔτσι κι᾿ ἐμᾶς μᾶς περιμένει τσεκούρι καί φωτιά. Δηλαδή μεγάλη τιμωρία καί φοβερή κόλασις.
  Ἕνα πρᾶγμα ὑπολείπεται νά κάνουμε. Νά πέσουμε στά γόνατα. Νά πέσουμε μπροστά στήν Παναγία καί νά τήν θερμοπαρακαλέσουμε, αὐτή πού εἶναι τό δένδρον τό ἀγλαόκαρπον, τό ἐγκαλλώπισμα ὅλης τῆς οἰκουμένης, νά βοηθήσει κι᾿ ἐμᾶς νά γίνουμε δέντρα καρποφόρα. Ἀπό ἄγρια ξύλα καί ἄκαρπα πού εἴμαστε, νά ἐμβολιαστοῦμε μέ τό ἐμβόλιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Νά ἑλκύσουμε πάνω μας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά κάνουμε καρπούς σωτηρίας. Ἀμήν.- 

Ομιλία εις τους Γ'Χαιρετισμούς της Παναγίας ΧΑΙΡΕ Η ΤΑΝΑΝΤΙΑ ΕΙΣ ΤΑΥΤΟ ΑΓΑΓΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ Η ΠΑΡΘΕΝΙΑΝ ΚΑΙ ΛΟΧΕΙΑΝ ΖΕΥΓΝΥΣΑ

ΧΑΙΡΕ Η ΤΑΝΑΝΤΙΑ ΕΙΣ ΤΑΥΤΟ ΑΓΑΓΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ Η ΠΑΡΘΕΝΙΑΝ ΚΑΙ ΛΟΧΕΙΑΝ ΖΕΥΓΝΥΣΑ


Ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους τιμούμε την Παναγία είναι και γιατί ένωσε αυτά που φαίνεται αδύνατον να ενωθούν, έφερε τα αντίθετα στον ίδιο τόπο και τρόπο. Γι’ αυτό και ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου την χαιρετά αναφωνώντας: «Χαίρε, η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα . χαίρε η παρθενίαν και λοχείαν ζευγνύσα». Και μας δίδει η Υπεραγία Θεοτόκος ένα παράδειγμα κατά Θεόν σύνθεσης, μοναδικό σε ό,τι αφορά την δυναμική του, αλλά και την ίδια στιγμή κατορθωτό από όλους μας, παρά την φαινομενική δυσκολία του.
  Ποια είναι τα αντίθετα που ένωσε στο πρόσωπό της η Παναγία;

         Πρώτα τον Θεό με τον άνθρωπο.Γνωρίζουμε από την θεολογική μας παράδοση ότι ο Θεός είναι άκτιστος και ο άνθρωπος κτιστός. Το κτιστόν δανείζει την σάρκα, δανείζει την μήτρα, δανείζει την μητρότητα, τόποι και τρόποι ανθρώπινοι, στον Θεό και ο άσαρκος σαρκούται, ο αχώρητος χωρείται, ο απρόσιτος νηπιάζει. Είναι μυστήριο μέγα και μοναδικό αυτό. Ο πεπερασμένος νους μας δεν μπορεί να το συλλάβει. Στο πρόσωπο της Παναγίας όμως λαμβάνει υπόσταση. Και την ίδια στιγμή η Θεοτόκος γίνεται η απαρχή ώστε όλοι οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν αυτόν τον τρόπο ένωσης του Θείου και του ανθρώπινου. Μόνο που σε μας αυτό δε γίνεται κατά φύσιν, αλλά κατά χάριν. Όταν μετέχουμε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ο Χριστός κατοικεί στην ύπαρξή μας. Όταν η ύπαρξή μας αγωνίζεται να χαριτωθεί. Να ειρηνεύσει εντός της από την τρικυμία των παθών και των λογισμών. Να υπακούσει στο θέλημα του Θεού. Να ελκύσει την παρουσία Του χάρις στην προσευχή, την ταπείνωση, την αγάπη. Να Τον κοινωνήσει στην Εκκλησία και τη ζωή της. Και ως τόπο και ως τρόπο. Τόπος η καρδιά μας. Τρόπος η ένωση μαζί Του. Να γιατί η Παναγία γίνεται η αφετηρία για την υπέρβαση των αντιθέτων.
                Ένωσε την παρθενία και την λοχεία. Η Παναγία πιστεύουμε ότι υπήρξε προ τόκου, κατά τον τόκον και μετά τόκον παρθένος. Αυτό είναι ασύλληπτο για τις πτωχές μας πνευματικές δυνάμεις. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι». Η φύση θέλει την παρθενία να διαλύεται στον τόκο. Κι αυτό είναι δωρεά του Θεού στο ανθρώπινο γένος, για να βοηθά και να διαδέχεται. Στην Παναγία έχουμε και τα δύο, μόνο που επέρχεται να διαφορετικό περιεχόμενο. Η Παναγία ως γυναίκα δεν βοηθά έναν άνδρα. Βοηθά όλο το ανθρώπινο γένος να βρει τον αληθινό του προορισμό. Τον Παράδεισο της κοινωνίας με το Θεό. Και γεννά την διαδοχή όχι ως σημείο της αναπαραγωγής, δηλαδή της ανάγκης του ανθρώπου να νικήσει δια της τεκνοποιίας τον θάνατο, αλλά την διαδοχή της αιωνιότητας και της αθανασίας κατά χάριν, με την νίκη κατά του πνευματικού θανάτου. Δεν διατηρεί το όνομα μιας οικογένειας και τη γενιά ζωντανή, αλλά γεννά Εκείνον που θα κρατήσει ζωντανό και εν τω νυν και εν τω μέλλοντι αιώνι σύμπαν το ανθρώπινο γένος που θα πιστέψει, θα αγαπήσει, που θα δοθεί σ’ Αυτόν. Σημείο του νέου τρόπου   βοήθειας και  διαδοχής είναι η διατήρηση από την Παναγία της παρθενίας, όχι μόνο ως φυσικού σημείου, αλλά και ως καρδιακής δωρεάς. Κι αυτό μυστήριο μέγα και ανήκουστον.   
                Ένωσε τον διασπασμένο και διαχωρισμένο σε λαούς, φυλές και γλώσσες, όπως επίσης και τον διχοτομημένο εντός του  άνθρωπο και έφερε την ειρήνη ως δωρεά ζωής.  Η Παναγία μας ξαναέδωσε τον αληθινό προορισμό μας που δεν είναι να είμαστε διαιρεμένοι. Και η διαίρεση δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά, κυρίως εσωτερική. 
Έχει να κάνει τόσο με τις διαμάχες για εξουσία, για οριοθέτηση των κεκτημένων μας, με τονισμό των διαφορών μας, μέσα από ένα πνεύμα υπερηφάνειας και μίσους. 
Έχει όμως να κάνει και με τον εαυτό μας, όπου διχοτομούμαστε εξαιτίας της παράδοσής μας στα πάθη και τις αμαρτίες, των επιδράσεων του διαβόλου και της κακίας, το πνεύματος εξουσίας έναντι των άλλων που δεν μας αφήνει να αγαπούμε και μας καθιστά κακότροπους και εγωκεντρικούς.
 Έχει να κάνει με την απουσία τελικά του Θεού ως κριτηρίου διαμόρφωσης της πορείας της ζωής μας. Η Παναγία εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού και γεύεται ως δωρεά την ειρήνη της καρδιάς, πως ό,τι και να της συμβεί είναι φανέρωση της αγάπης του Θεού. Και μας υπενθυμίζει την καταγωγή μας εκ Θεού, ότι είμαστε εικόνες Του που καλούμαστε να ζήσουμε καθ’ ομοίωσίν Του. Αυτό σημαίνει πως όλες οι διαφορές που έχουμε δεν μπορούν να διαγράψουν την κοινή μας ταυτότητα. Ότι είμαστε τέκνα Θεού. Γι’ αυτό και η χριστιανική μας ιδιότητα και ζωή μας ενώνει σε μία πρόσκληση για παροξυσμό αγάπης, προσευχής, πόνου για όλο το ανθρώπινο γένος. Ανήκουμε ο καθένας στο λαό του, έχουμε ιστορία και μνήμη, διαφορές εξωτερικές σε σχέση με τους άλλους. Εντός της καρδίας μας όμως δεν υπάρχει τόπος για διχασμό, γιατί ειρηνεύουμε κατά Θεόν. Βλέπουμε τον κάθε άνθρωπο ως τον αδελφό μας. Κι αυτό είναι πάλι μυστήριο, μοναδικό και αιώνιο.
                Σε μία εποχή υπερτονισμού των αντιθέσεων και την ίδια στιγμή πεποιθήσεως στο «εγώ» μας, στα επιτεύγματα, στις δυνάμεις μας, στις ικανότητές μας να βρεθούν λύσεις, στις αποφάσεις μας, στις ιδέες μας, η Παναγία αφαιρεί τις σκιές και καλύμματα που δεν αφήνουν το πρόσωπά μας να δούνε την Αλήθεια, που είναι ο Χριστός. 
Μόνο ο τρόπος της Παναγίας και ο τόπος της που είναι η Εκκλησία μπορούν να ενώσουν ταναντία.
Ας μην περιμένουμε από τους πολλούς και τον κόσμο λύση, αλλά ας αγωνιστούμε ο καθένας στην δική του ζωή να θυμόμαστε τι σημαίνει χριστιανός, τι σημαίνει αναστημένος από τον πνευματικό θάνατο άνθρωπο, τι σημαίνει κοινωνία με τον Άκτιστο. 
Ίσως κατανοήσουμε το μέγεθος της δωρεάς και την ίδια στιγμή την αδυναμία μας να την οικειωθούμε. Ταυτόχρονα όμως θα στραφούμε με εμπιστοσύνη, όπως τα παιδιά στη μητέρα τους, προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Κι εκείνη θα μεσιτεύει για να την ακολουθήσουμε εν ελευθερία στην οδό της ενότητας με το Θεό και τον συνάνθρωπο.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)




ΚΥΡΙΑΚΗ  Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  
Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ
Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης


    omikron 2 λόγος τοῦ σταυροῦ, σ’ ὅλες τὶς ἐποχὲς ἀκούγεται παράδοξα. Στὴν δική μας ὅμως ἡ ὁποία ἔχει θεοποιήσει τὴν ἄνεση καὶ τὴν εὐμάρεια ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ δὲν εἶναι μόνο ἀσυμβίβαστος, ἀλλά καὶ τρομακτικός στὴν λογικὴ τοῦ κόσμου. Εἶναι τρομακτικὸς  γιὰ τοὺς κανόνες τῆς ζωῆς του,  γιὰ τὶς ἐπιδιώξεις στὸ κυνήγι τῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς καλοπέρασης. Καὶ ὅμως τὸ εὐαγγέλιο ἐπιμένει σταθερὰ νὰ διακηρύσσει τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοί». Ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ φανερώνουν τὴν αὐθεντικότητα τῆς κλήσης μας καὶ τοῦ προορισμοῦ μας. Τὰ ἠχηρὰ καὶ εὔκολα συνθήματα τοῦ κόσμου, ἂν καὶ ἀρχικὰ μᾶς γοητεύουν, τελικὰ μᾶς ἀπογοητεύουν, γιατί μᾶς παραπλανοῦν καὶ  παραμορφώνουν τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ἀποδεικνύουν τὴν ματαιότητα ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων, ὅταν αὐτὰ δὲν εἶναι διαποτισμένα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ σφραγισμένο ἀπὸ τὸ σταυρικὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ ἐπισημαίνει ὅτι «ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του θὰ τὴν χάσει, ἐνῶ ὅποιος χάσει τὴν ζωὴ τοῦ χάριν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, θὰ τὴν σώσει». Ἐδῶ βρίσκεται ὁ δρόμος ποὺ διάλεξε ὁ Θεὸς, γιὰ νὰ ἔρθει στοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ νὰ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι στὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ ἕναν δρόμο ἀντιφατικό. Ἕναν δρόμο ποὺ προκαλεῖ τὴν λογικὴ καὶ μᾶς προσκαλεῖ νά ἐμπιστευθοῦμε τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε. Ἕναν δρόμο σκληρό, ἐπίπονο καὶ ὀδυνηρό, ποὺ ὅμως τὸ τέρμα του εἶναι λυτρωτικό. Ἀπαρνοῦμαι τὸ ἑαυτό μου σημαίνει ἀπελευθερώνομαι ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τοῦ ἐγώ. Ἀπελευθερώνομαι ἀπὸ τὸν παραλογισμὸ ποὺ μὲ ὠθεῖ νὰ ὑπερτονίζω καὶ νὰ ὑψώνω τὸν ἑαυτό μας σὲ εἴδωλο γύρω ἀπὸ  τὸ ὁποῖο ζητάω νὰ στρέφεται ἡ ζωὴ ἡ δική μου καὶ τῶν γύρω μου. Αὐτὸ εἶναι αὐτοκαταστροφικό. Γιατὶ κάθε φορὰ ποὺ ἀσχολούμαστε ἀποκλειστικὰ μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν μας ἐπιθυμιῶν δὲν μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων. Ἔτσι ὅμως κλείνουμε τὴν πόρτα στὸν Θεό καί δέν μποροῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του.  
    Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ ἐν ὑπομονῇ καὶ ἐλπίδι ἄρση τοῦ σταυροῦ ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἐν Χριστῷ ὑπέρβαση τοῦ μαρτυρίου του. Ὅπως παρατηρεῖ ἕνας λόγιος ἐπίσκοπος «Στὸν Γολγοθᾶ ὕπηρχαν τρεῖς σταυροί. Οἱ δύο ἦταν τὸ τέρμα τῆς πορείας δύο ληστῶν, ὁ μεσαῖος ἦταν ἁπλῶς ἕνα σταυροδρόμι. Διότι Ἐκεῖνος ποὺ ὑψώθηκε πάνω του εἶχε περάσει μιὰ ζωὴ ἀγάπης καὶ ἀλήθειας καὶ ὅδευε διὰ τοῦ Σταυροῦ πρὸς τὸν Πατέρα. Ἀλλὰ, ἀκόμη, ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ἐπηρέασε καὶ μεταμόρφωσε τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους σταυροὺς κάνοντάς τον διὰ τῆς μετανοίας «θύραν» τοῦ παραδείσου. Αὐτὸ εἶναι μιὰ πολὺ οὐσιαστικὴ παρηγοριὰ γιὰ ὅσους σήμερα σηκώνουν σταυρὸ ἐνοχῆς.»
    Νὰ, λοιπὸν, γιατί ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὰ σκοτάδια ποὺ τόσο συχνὰ μᾶς φοβίζουν. Μᾶς ἀπελευθερώνει  ἀπὸ τὶς πλάνες καὶ τὰ εἴδωλα ποὺ  μᾶς αἰχμαλωτίζουν. Μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν καὶ μᾶς βασανίζουν. Ὁ πόνος τοῦ Σταυροῦ θὰ φωτίζεται πάντοτε ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης. Γιατὶ ἕνας σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση ἀποτελεῖ ἀποτυχία καὶ τραγῳδία, ἐνῶ μία ἀνάσταση χωρὶς σταυρὸ θὰ εἶναι μία νίκη χωρὶς βαρύτητα καὶ ἀξία. Ὁ σταυρὸς καὶ ἡ ἀνάσταση εἶναι ἀλληλένδετα ὄχι μόνο στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας, ἀλλὰ καὶ στὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Γὶ’ αὐτὸ ἡ θεληματικὴ ἄρση τοῦ σταυροῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀρρωστημένη τάση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ζητᾶ ἱκανοποίηση στὴν ὀδύνη. Εἶναι πηγὴ δύναμης, ποὺ μεταμορφώνει τὶς δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν πάλη και τήν ἀγωνία τῆς ζωῆς, ἔστω καὶ ἂν δὲν νικᾶμε πάντοτε, τουλάχιστον ὡριμάζουμε πνευματικά, ὥστε νὰ ἀντέχουμε τοὺς πειρασμοὺς καὶ νὰ πορευόμαστε.
    Ὁ σταυρὸς δὲν εἶναι μόνο τὸ σημαντικότερο καὶ χαρακτηριστικότερο σύμβολο τοῦ χριστιανοῦ. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔκφραση τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς νίκης, τῆς θυσίας καὶ τῆς δόξας, τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας. «Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ καθημερινὴ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στὴν τραγῳδία καὶ ἀπόγνωση τοῦ ἁμαρτάνοντος ἀνθρώπου». Εἶναι τὸ θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ  μᾶς περιμένει καρτερικά, γιὰ νὰ μᾶς σώσει.   Ἀμήν.

Γ Στάσις Χαιρετισμών ΑΚΑΡΠΑ ΔΕΝΤΡΑ; «Χαίρε ,δένδρον αγλαόκαρπον, έξ ου τρέφονται πιστοί» (ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ Ν3Α) +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος

ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

Γ Στάσις Χαιρετισμών

ΑΚΑΡΠΑ ΔΕΝΤΡΑ;
«Χαίρε ,δένδρον αγλαόκαρπον, έξ ου τρέφονται πιστοί» (ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ Ν3Α)


ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, είναι ή τρίτη στάσης του Ακάθιστου. Ό Ακάθιστος ύμνος είναι ένα ποίημα, ένα τραγούδι. Τραγούδι όχι σαν αυτά πού υμνούν τον επίγειο σαρκικό έρωτα, αλλά τραγούδι πνευματικό, υπέροχο.
Είναι θαυμαστό για δύο λόγους. Πρώτον για την αντοχή του στο χρόνο. Τα τραγούδια του κόσμου αλλάζουν. Κάθε γενεά έχει τα δικά της. Αλλιώς τραγουδούσαν πριν 30-40 χρόνια, αλλιώς σήμερα. Άλλα το τραγούδι αυτό διαρκεί αιώνες. Ό Ακάθιστος ύμνος, λέει ή ιστορία, εψάλη για πρώτη φορά στο ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως το 626 μ.Χ.. Συγκεντρώθηκαν έκει όλοι οι Χριστιανοί, άντρες γυναίκες παιδιά, για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη και ευχαριστία προς την ύπερ-αγία Θεοτόκο, πού είχε σώσει την Πόλη από βαρβαρική επιδρομή Περσών και Αβαρών. Πέρασαν από τότε 14 αιώνες. Στο διάστημα αυτό πολλά άλλαξαν. Ό ύμνος όμως αυτός εξακολουθεί να ψάλετε απαράλλακτος. Στην Ελλάδα και σ' όλη την Ορθοδοξία, παντού ακούγεται• «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...». Άλλ' ακόμη περισσότερο είναι θαυμαστός ό ύμνος για το περιεχόμενο του. Το θέμα του είναι το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας. είναι το γεγονός —όχι ψέμα— ότι ό Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της άγιας Τριάδος, έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη. Στο μυστήριο αυτό υπηρέτησαν άγγελοι και αρχάγγελοι• προ παντός όμως υπηρέτησε ή υπεραγία Θεοτόκος, πού αξιώθηκε να γέννηση το Θεό' για αυτό ονομάζεται Θεομήτωρ, Θεοτόκος. Ό ύμνος αυτός είναι φτιαγμένος όχι με μία αλλά με πολλές λέξεις. Ό,τι αγαπάει κανείς, το χαρακτηρίζει με πολλά επίθετα. Είδατε ή μάνα πού αγαπάει το παιδάκι της με πόσες λέξεις και ονόματα το στολίζει; Χρυσό το λέει, αετό το λέει ότι φανταστής. Βλέπετε και τους ερωμένους; ξέρετε με πόσες λέξεις εκφράζονται. Έτσι λοιπόν κ' εδώ ό ποιητής, ό άγνωστος ποιητής, εκ μέρους των Χριστιανών πού αγαπούν την υπεραγία Θεοτόκο, την υμνεί με πλήθος εικόνες και παραδείγματα, παρμένα από την πλάση, το φυτικό βασίλειο, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, τ' αστέρια, τον ήλιο, τη σελήνη, άπ' όλη τη κτίση.

Ό Ακάθιστος ύμνος είναι επανάληψης του πρώτου εκείνου «χαίρε» (Λουκ. 1,28), πού ακούστηκε στη Ναζαρέτ όταν «άγγελος πρωτοστάτης ούρανόθεν επέμφθη». Εκείνο το «χαίρε», πού έφερε τον ουρανό στη γη, επαναλαμβάνει ό ποιητής-πόσες φορές; Μετρήστε• εκατόν σαραντατέσσερις (144) φορές! Και κάθε «χαίρε» είναι έμπνευσης, οίστρος ποιητικός, αριστούργημα.

Ένα από τα «χαίρε» αυτά πού ακούσαμε θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω συντόμως• «Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον, έξ' ου τρέφονται πιστοί» (Άκάθ. ύμν. Ν3α'). Τι σημαίνουν αυτά;

Ό ποιητής χρησιμοποιεί την εικόνα του δέντρου. Υπάρχουν δύο ειδών δέντρα. Το ένα είναι το φυσικό δέντρο, το ορατό, πού δημιούργησε ό Θεός. Θαυμαστά και ευεργετικά τα δέντρα. Πόσο πρέπει να είμεθα ευγνώμονες στο Θεό! Όπου υπάρχει δέντρο, ή ατμόσφαιρα είναι καθαρά' όπου λείπουν τα δέντρα, λείπει το οξυγόνο. Τα δέντρα είναι φίλτρα, ρουφούν το διοξείδιο του άνθρακος και δίνουν το οξυγόνο. Όπου δέντρο, εκεί υγεία. Για αυτό καλά κάνουν αυτοί πού φυτεύουν δέντρα. Δεν είναι ωραία ή φαλακρά γη.

Το δέντρο έχει κορμό, έχει κλαδιά, έχει άνθη, έχει καρπούς. Το σπουδαιότερο όμως μέρος του είναι ένα μυστήριο. Θέλετε να το δείτε; Επισκεφθείτε ένα κήπο, όπου υπάρχουν όλα τα δέντρα• λεμονιά, πορτοκαλιά, μηλιά, αχλαδιά, συκιά, αμπέλι, ελιά. 'Ρίζες έχουν όλα. Και τι ρουφούν; Όλες ρουφούν νερό. Άλλα το νερό στη λεμονιά γίνεται λεμόνι, στην πορτοκαλιά γίνεται πορτοκάλι, στη μηλιά γίνεται μήλο, στην αχλαδιά γίνεται αχλάδι, στη συκιά γίνεται σύκο, στο αμπέλι γίνεται κρασί, και στην ελιά γίνεται λάδι. Ας έρθει να το εξήγηση αυτό ή επιστήμη. είναι ανεξήγητο. Ρώτησα καθηγητή πανεπιστημίου πού ασχολείται μ' αυτά. Μου λέει• Δεν ξέρω. Φτιάστε λοιπόν, άπιστοι και άθεοι, μια ρίζα! Δέ' μπορείτε. Μια ρίζα φτάνει ν' απόδειξη ότι υπάρχει Θεός.

Άλλα πλην του φυσικού δέντρου, υπάρχει και ένα πνευματικό δέντρο• ό άνθρωπος. Έτσι λέει ό Πλάτων ονομάζει τον άνθρωπο δέντρο. Όπως το δέντρο έχει ρίζα, έτσι κι ό άνθρωπος. Ή ρίζα όμως του ανθρώπου δεν είναι κάτω, δεν είναι ή γη• είναι ό ουρανός! Ή αθάνατος και αιωνία ρίζα, πού δίνει χυμό στον άνθρωπο για να καρποφορεί έργα αγαθά, είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι το «άνθος εκ της ρίζης Ιεσσαί...» (κατεβασιά . Χριστουγέννων.). Όπου υπάρχει ή ρίζα αύτη, εκεί βλέπεις καρπό, έργα αρετής. Διαβάστε την προς Γαλατάς επιστολή• εκεί ό απόστολος Παύλος λέει, ότι ό άνθρωπος καρποφορεί. και ποιοι είναι οι καρποί του; Τους αναφέρει• οι καρποί του Πνεύματος είναι• πρώτος ή αγάπη, δεύτερος ή χαρά, τρίτος ή ειρήνη, τέταρτος ή μακροθυμία, πέμπτος ή χρηστότης, έκτος ή αγαθοσύνη, έβδομος ή πίστης, όγδοος ή πραότης, και τελευταίος ή εγκράτεια (βλ. Γαλ. 5,22).

Δέντρα καρποφόρα οι Χριστιανοί. Και ή Εκκλησία δάσος, μέσα στο οποίο δέντρα είναι οι πατριάρχαι και οι προφήται της παλαιάς διαθήκης, δέντρα οι απόστολοι και οι μάρτυρες της καινής διαθήκης, δέντρα οι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας, δέντρα οι όσιοι και ασκητές, δέντρα οι Χριστιανοί όλων των αιώνων. Προ παντός όμως μέσα στην Εκκλησία διακρίνεται ένα δέντρο• το μεγαλύτερο και ωραιότερο άπ' όλα είναι ή Παναγία. Δέντρο είσαι, Παναγία, λέει ό Ακάθιστος ύμνος, δέντρο φυτεμένο μέσα στον παράδεισο του Θεού. «Χαίρε, Παναγία, δέντρο πού τρέφεις πνευματικός όλους τους πιστούς, διότι έφερες τον πλουσιότερο και πολυτιμότερο καρπό, το Χριστό, «τον ούράνιον αρτον, την τροφήν του παντός κόσμου» (εύχ. προθέσ. προ της θ. Λειτ.).

και τώρα να ερωτήσουμε• τι είμεθα εμείς Είμεθα δέντρα καρποφόρα; Ας εξέταση ό καθένας τον εαυτό του. Πού είναι ή αγάπη μας; Αντί αγάπης υπάρχει μίσος• συγγενείς δέ' μιλιούνται, δέ' λένε «καλημέρα». Μίσος και μεταξύ συζύγων ακόμα, προοίμιο διαζυγίου. Που είναι ή ειρήνη; Φιλονικίες και έριδες, πόλεμοι και μάχες. Πού είναι ή χαρά; Λύπη, μελαγχολία, αγωνία και άγχος, πού οδηγεί σε αυτοκτονία δεν υπάρχει πλέον χαμόγελο. Πού είναι ή χρηστότης; Πού ή αγαθοσύνη; Πού ή μακροθυμία; Που ή εγκράτεια; Όλα αυτά απουσιάζουν. Είμεθα δέντρα άκαρπα.

Και όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως οικογένειες. Αποφεύγουν την τεκνογονία και κάνουν αμβλώσεις. Τα νοσοκομεία έγιναν σφαγεία. Δολοφόνοι! πού είναι ή αγάπη τους; Σκοτώνουν τα σπλάχνα τους. Διότι άπ' την ώρα πού θα συλληφθεί έμβρυο στην κοιλιά της μάνας, είναι άνθρωπος. Φονεύεις παιδί με την έκτρωση. Καταντήσαμε άκαρπα δέντρα.

Και ή πατρίδα μας; Ή Ελλάς, μέσα στα έθνη —δεν το λέμε εμείς, το λέει ή ιστορία— ήταν ευλογημένο δέντρο, πού άνθησε ιδίως άφ' ότου εμβολιάστηκε με το εμβόλιο της πίστεως του Χριστού. Τότε άνθησε ό Πόντος, ή Μικρά Ασία, ή Μακεδονία, τα νησιά μας, ή Κύπρος μας. Επιστήμες και γνώσεις. Τώρα όμως τι είναι; Δέντρο άκαρπο. Μόνο το κακό κάνουμε• το καλό δεν το κάνουμε. Τα δέντρα φέρνουν καρπό' εμείς τι καρπό έχουμε;
τι θα γίνη στο τέλος; Μη ρωτάτε εμένα. Ρωτήστε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. τι λέει; Στην κοινωνία, την εποχή του Ιωάννου, υπήρχαν γραμματείς, φαρισαίοι, σαδουκαίοι, διανοούμενοι, στρατηγοί, μικροί και μεγάλοι, φτωχοί και πλούσιοι. Όλοι είχαν φύγει μακριά από το Θεό. Και τι είπε ό Πρόδρομος• Σάς φύτεψε ό Θεός για να φέρετε καρπό, κ' εσείς γίνατε άκαρπα δέντρα. Λοιπόν «ή άξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κείται' παν ούν δένδρο μη ποιούν καρπόν καλόν έκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10). Το άκαρπο δέντρο κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. Έτσι κ' εμάς μας περιμένει τσεκούρι και φωτιά, τιμωρία μεγάλη. τι υπολείπεται; Να προσπέσουμε στην Παναγία μας σήμερα και να πούμε- Παναγία Δέσποινα, συ πού είσαι το καρποφόρο δέντρο, ή χαρά των αγγέλων και το εγκαλλώπισμα της ανθρωπότητας, βοήθησε κ' εμάς να γίνουμε πάλι καρποφόρα δέντρα και να ελκύσουμε το έλεος του Ιησού Χριστού. Ον, παίδες Ελλήνων, υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας• αμήν.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΔΑ ΤΗΝ 31-03-1989 ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 01-04-2005

Ε.Ο.Κ.Α (ΕΘΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΥΠΡΙΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ)



ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ  το παλικάρι-ήρωας της Κύπρου  (1938-1957) – Αιωνία του η μνήμη!
Ο Βαγορής, απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα 13 προς 14 Μαρτίου 1957...του Μιχαήλ Χούλη
Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959:  Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;
Αναρωτιέται κανείς, μήπως οι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. είναι οι τελευταίοι Έλληνες ήρωες και πως δεν θα υπάρξουν άλλοι...Δρ. Χρήστος Μητσάκης
ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Θα πάμε σήμερα στην Σπηλιά του Αυξεντίου, κάτω απ' την Μονή του Μαχαιρά της Κύπρου. Και θα περιγράψουμε τις τελευταίες μέρες του και τη θυσία του...Του Ηλία Βενέζη
Ε.Ο.Κ.Α.  Έναρξη του Αγώνα την 1η Απριλίου 1955
Στις 15 Ιανουαρίου 1950, η Εθναρχούσα Εκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στο οποίο ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την Ένωση σε ποσοστό 95,7%...
«ΓIATI ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ;» 10 ΜΑΪΟΥ 1956
...τα μεσάνυχτα το μήνυμα διαδίδεται από θάλαμο σε θάλαμο. Οι Άγγλοι στρατιώτες άνοιξαν το κελί του μελλοθανάτου και τον μεταφέρουν...[11/5/2010]
ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΜΕ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Δεν είναι θαύμα η εξύψωσις των ταπεινών, των χωρίς ιδανικά ανθρώπων σε αγωνιστάς. Αυτός είναι ο Έλληνας...
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ  Κυριακή 3 Μαρτίου 1957. Ήταν 28 χρόνων…
Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος ...
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ: Οι μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας,  η ΕΟΚΑ και οι απαγχονισμοί 1955/59
Η διαφορά μεταξύ των «Κυπρίων Πρακτόρων» των Βρετανών και εκείνων που...
Πηγή

Το φαρμάκι γίνεται γλυκό, όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά.



Είπε γέρων: Δεν έχω ασχοληθεί με πολλά πράγματα. Λίγα πατερικά ξέρω και προσπαθώ…, τέλος πάντων. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι δεν υπάρχει φαρμάκι στον άνθρωπο. Το φαρμάκι γίνεται γλυκό, όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά.
Βλέπουμε πολλές φορές ένα άνθρωπο να αμαρτάνει. Λυπείται όπως πραγματικά μετανοεί, νιώθει λύπη εξομολογείται και έχει θεία παρηγοριά. Και όταν δεν νοιώθει αυτή την παρηγοριά, τότε πρέπει να καταλάβει ότι κάποια εξέλιξη τον πειράζει μέσα του, τον πειράζει ο λογισμός και πρέπει να πάει να το πει αυτό, όποτε έρχεται η παρηγοριά. Προχωρούμε τώρα. Συμμετέχει σε μια στεναχώρια ενός αδελφού που υποφέρει, κάνει προσευχή, παρακαλεί και τον βοηθάει ο Θεός. 

Η ΜΟΝΑΧη ΠΕΛΑΓΙΑ ΤΡΟΥΜΟΥΛΙΑΡΗ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ. ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΨΥΧΗ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΙΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ." «Καθώς προσευχόμουν βρέθηκα σε μια εκκλησούλα παλαιά και ήταν ένας κοντός ιερέας μέ γαλανά μάτια και μου είπε: Είμαι ο Γέρο-Πορφύριος!».






Μια φορά οι αδελφές επισκέφτηκαν τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο στα Καλλίσσια. Γύρισαν στην Κάλυμνο ενθουσιασμένες και διηγούνταν τά όσα προορατικά τούς είχε πει ό ΓέρονταςΤόσο ζωντανή ήταν  ή διήγησή τους, ώστε ή Γερόντισσα Πελαγία επιθύμησε τον γνώρισε . Την επόμενη ημέρα είπε μέ χαρά στις  αδελφές  «Καθώς προσευχόμουν βρέθηκα σε μια εκκλησούλα παλαιά και ήταν ένας κοντός ιερέας μέ γαλανά μάτια και μου είπε: Είμαι ο Γέρο-Πορφύριος!». 

το είδαμε εδώ


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ 2015. ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...