Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2020

Χριστούγεννα- η Τεκούσα Ελπίς

 

Χριστούγεννα- η Τεκούσα Ελπίς

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Τα εφετινά Χριστούγεννα, καθίστανται παντελώς διαφορετικά από τα προηγούμενα, όχι ότι δεν υφίστανται, διότι οι απαρασάλευτες θεμελιώδεις αρχές του χρόνου της Αλήθειας και της παραδόσεως δεν αμαυρώνονται τοσούτον ευχερώς, όπως υπολαμβάνουν, οι αρχιτέκτονες της Νέας Τάξης πραγμάτων.

Ο Χριστός ευρίσκεται εις την Καρδιά μας, παρά τις λοιδορίες και  τους όποιους διωγμούς, τις συκοφαντίες καθώς και την επελαύνουσα νεοπαγή καλλιεργούμενη μηδενιστική νοοτροπία των έμμισθων φερέφωνων της δοτής Παγκοσμιοποιήσεως.

Ημείς έχουμε καθήκον να ζήσουμε και θα το πράξουμε με παντί τρόπω, είτε ζωντανοί ή τεθνεώτες, διότι ο χωροχρόνος αποτελεί μία σχετική έννοια του κτιστού σύμπαντος, ο οποίος ανυπερθέτως εποπτεύεται ελευθέρως από τον πλάστη του τον Θεό.

Εντούτοις όμως, οι συνθήκες εφέτος, ως προς τα κοσμικά είναι αντίξοες, διότι πέραν του απροκάλυπτου διωγμού των Εκκλησιών με την αμέριστη στήριξη και συνέργεια της Διοικούσης Εκκλησίας, η Γέννηση του Ιησού, το, υπό πάσης απόψεως, ανυπέρβλητο τούτο θαύμα, - κοινωνικής, πολιτικής, νομικής, θεολογικής- διότι ο Βασιλεύς της Ζωής ο οποίος χάραξε την οδό προς την αιώνια ζωή δια της ενανθρώπησή του και εν συνεχεία δια της Σταυρικής του Θυσίας, ετέχθη, δια της Υπεραγίας Θεοτόκου, εν φάτνη, πλησίον των στοιχείων της φύσεως και των αμνών, άνευ τυμπανοκρουσιών και ρηματικών στομφωδών διακοινώσεων.

Το Αρχέτυπον της ανθρωπίνης φύσεως μας και της εν γένει Ζωής, δια του ονόματος του οποίου, ως Υιός του Τριαδικού μας Θεού, βαπτιζόμεθα και πορευόμεθα έως τον νομοτελειακό βιολογικό θάνατο, μας  υπέδειξε εμπράκτως τον αληθή τρόπο του Βίου, την άκρατη, πλην έλλογη και έμμετρη ταπείνωση, όχι την παθητική εκδοχή και παραδοχή της ζωής, αλλά την περιπτωσιολογική μάχη δια την Αλήθεια και τον αέναο, εν παντί και πάντοτε Αγώνα, δια την απολύτρωσή μας από τα χοϊκά δεσμά της δυσήνια θνησιγενούς φύσεώς μας.

Το μέγεθος της ασύλληπτης Ορθόδοξης Θεολογίας πόρρω απέχει από της προτεσταντική ηθική του Καπιταλισμού, ή των εκγόνων αυτής (…..!).

Εν πάση περιπτώσει, ας κρατήσουμε ζωντανή την άσβεστη φλόγα της πίστεώς μας, καθώς και τα πρωτοτόκια και τα ζώπυρα Αυτής, όπως έλεγε και Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο οποίος είχε προβλέψει τα δρομολογούμενα σήμερα τα οποία βιώνουμε.

Η δικαιολογημένη αγανάκτηση είναι η εκκωφαντική απουσία του ονόματος του Ιησού, η εσκεμμένη εκ της Πολιτείας μη παραπομπή εις τον νόημα των Χριστουγέννων, πέραν από την καταναλωτική έξαρση, ή την ανακωχή από την ανθρωποβόρα άνυδρη καθημερινότητα.

Εν κατακλείδι, παρά τις όποιες δυσχέρειες και όποια υφιστάμενα προσκόμματα, υμείς έχουν ευθύνη και χρέος, έναντι των προγόνων μας, της Ιστορίας και του έθνους μας ως γνήσιοι θεματοφύλακες της παρακαταθήκης μας να ανθιστάμεθα άχρι εσχάτων, φυλάττοντες ενσυνειδήτως Θερμοπύλες.

Ας αποτελέσουν τα εφετινά Χριστούγεννα εφαλτήριο, θρυαλλίδα, καθολικής ανάνηψης, σηματοδοτώντας ένα πιο πνευματικό, ανθρώπινο, υγιές μέλλον, με οξυμμένη κριτική σκέψη και εγρήγορση.

Έτη πολλά προς όλους.

πηγή

O XΡΙΣΤΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ «Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. 2,7) +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος

 Ἡ Γέννησις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου
Του Μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

O XΡΙΣΤΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ

«Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. 2,7)

a03ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, ἡ χριστιανοσύνη ἑ­ορτάζει τὴ Γέννησι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰ­ησοῦ Χριστοῦ, γεγονὸς μοναδικὸ στὴν ἱστορία.
Ὑπάρχουν πράγματα ἀξιόλογα, ποὺ δὲν μπο­ρεῖ κανεὶς νὰ τὰ ἀγνοήσῃ, ὅπως λ.χ. ἡ εἴδησι ὅ­­τι στὸν 20ὸ αἰῶνα ὁ ἄνθρωπος πάτησε στὴ σε­λήνη. Ἀλλ᾽ ὅ­σο θαυμαστὸ καὶ ἂν φαντάζῃ αὐτό, εἶνε πολὺ μικρὸ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς ὅ­τι ὄχι πλέον ἄνθρωπος ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ Θεός, ποὺ ἐ­ξουσιάζει τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, ἐ­πισκέ­φθηκε τὴ γῆ ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν οὐρανῶν. Κατέβηκε ἐδῶ, φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, περπάτησε ἀνάμεσά μας, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε καὶ ἀνελήφθη πάλι στοὺς οὐρανούς. Γεγονὸς ἄνευ προηγουμένου, μοναδικό!
Ὁ ἥλιος ἄγγιξε τὴ γῆ, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, καὶ ἡ γῆ δὲν κάηκε! «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου…» (ἁ­γιασμ. Θεοφαν.). Τὸ πιστεύ­­εις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν τὸ πιστεύεις; κάνε τὸ ρεβεγιόν σου. Εἶνε ζήτημα πίστε­ως. Ἂν πιστεύῃς ὅτι πραγματικὰ ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ, τότε ὁ Χριστὸς θὰ γεννη­θῇ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὄχι πλέον στὴ φάτνη ἀλλὰ στὴν καρδιά σου, οἱ οὐρανοὶ θ᾿ ἀ­νοίξουν, ἡ φύσις θ᾽ ἀγάλλεται καὶ θὰ χαίρῃ, οἱ ἄγγελοι θὰ ψάλλουν τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14).
Στὴ δημιουργία μιᾶς τέτοιας ἱερᾶς ἀτμοσφαίρας συντελεῖ πολὺ ἡ ἀνυπέρβλητη ὑμνῳ­δία τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Κανένα δόγμα, καμμία θρησκεία δὲν ἔχει ὕμνους σὰν αὐ­τούς. Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτοὺς μᾶς προτρέπει· «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός» (κάθ. Χρι­στουγ.). Ἂς γυρίσουμε λοιπὸν πίσω, στὶς ἡμέρες τῆς Γεννήσεως· ἂς μεταφερθοῦμε ἐκεῖ.
Νοερῶς, ἀγαπητοί μου, περνοῦμε στεριὲς καὶ θάλασσες καὶ φτάνουμε στὴ Βηθλεέμ. Τί εἶνε ἡ Βηλθεέμ; Μία μικρὴ πόλις τῆς Ἰουδαίας, ποὺ ἐκεῖνες τὶς μέρες παρουσίαζε ἔκ­τακτη κί­νησι. Ὁ Αὔγουστος Καῖ­σαρ εἶχε δι­α­τάξει ἀ­πογραφὴ σὲ ὅλη τὴ ῾Ρωμα­ϊκὴ αὐτοκρα­τορία. Ἔτσι καὶ οἱ Ἑβραῖοι στὴν Παλαιστίνη, ἀ­να­λόγως τῆς φυλῆς, πήγαι­ναν καθένας στὸν τό­­πο ὄχι τῆς γεννήσεως ἀλ­λὰ τῆς καταγωγῆς του, στὶς περιοχὲς τῶν δώ­δεκα φυλῶν. Καὶ ἡ Παρθένος Μαρία λοιπὸν μὲ τὸν Ἰωσὴφ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ ὅ­που ἔμεναν, βάδισαν χιλιόμετρα, μέρες καὶ νύχτες, μῆνα ὁλόκληρο, καὶ ἔφτασαν ἐπὶ τέλους στὸν τόπο τῆς καταγω­γῆς τῶν προγόνων τους, στὴ Βηθλεέμ.
Ἦταν χειμώνας, φυσοῦσε ἀέρας, ἔκανε κρύο. Ζήτησαν νὰ μείνουν κάπου. Χτύπησαν πόρτες, ἀλλὰ κανένα σπίτι δὲν ἄνοιξε. Ἔτσι ἀ­ναγκάστη­καν, ἡ ἔγκυος κόρη μὲ τὸν προστάτη της, νὰ πᾶνε ἔξω ἀπὸ τὸν κατοικημένο χῶρο, ὅ­που ὑ­πῆρχαν φυσικὲς σπηλιὲς ποὺ χρησίμευαν εἴ­τε ὡς στάβλοι καὶ μαντριὰ εἴτε ὡς πρόχειρα παν­δοχεῖα – χάνια. Ἐκεῖ λοιπὸν γέννησε ἡ ἐπίτοκος. Γέννησε, ἀλλὰ δὲν εἶχε κούνια· ἐνῷ σήμερα καὶ ὁ πιὸ φτωχός διαθέτει μιὰ κούνια, ὁ νεογέννητος Χριστὸς εἶνε ὁ μόνος ποὺ δὲν εἶχε. Κούνια του ἔγινε ἡ φάτνη τῶν ἀλόγων, τὸ παχνὶ ὅπου οἱ βοσκοὶ βάζουν τὰ ἄχυρα γιὰ τὰ ζῷα. Ἐκεῖ λοιπὸν γεννήθηκε ὁ Χριστός, στὴ φά­τνη, κάτω ἀπὸ τέτοιες ταπεινὲς συνθῆκες.

* * *

Πέρασαν ἀπὸ τότε δυὸ χιλιάδες χρό­­νια. Τί μεταβολή! θὰ πῆτε· ὄχι πλέον σὲ σπήλαιο, στάβλο καὶ φάτνη, ἀλλὰ σὲ ναοὺς μεγαλοπρεπεῖς, ποὺ ἔ­χτισαν διάσημοι ἀρχιτέκτονες, ἐκεῖ λατρεύεται τώρα ὁ Χριστός. Τὸ ἐ­ρώτημα ὅμως εἶνε· ἐ­κεῖνος μένει ἆραγε εὐ­­χαριστημένος ἀ­πὸ τοὺς ναούς, τὰ ἄμφια, τὰ κεριὰ καὶ τὰ λιβανίσματά μας; Ὁ Χριστὸς ζητεῖ κάτι παραπάνω ἀπ᾿ ὅ­­λη τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν ἡμερῶν αὐ­τῶν, ἡ ὁποία ναὶ μὲν δὲν εἶ­νε τελείως ἀπόβλητη ―μέχρι ἑ­νὸς ὁρίου―, δὲν ἀρκεῖ ὅμως. Παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ζητεῖ κάτι ἄλλο.
Τί ζητεῖ; Τὶς καρδιές μας! Θέλει, νὰ ἔχῃ Αὐτὸς τὴν πρώτη θέσι στὴν καρδιά μας· θέλει, νὰ ῥυθμίζῃ ὁ νόμος Του τὴν ἀτομική, τὴν οἰκογενειακή, τὴν ἐθνικὴ καὶ τὴν πανανθρώπινη ζωή μας. Καὶ ἐρωτῶ· ἔχει ὁ Χριστὸς τὴν πρώτη θέσι; Νομίζω ὄχι. Διαπράττουμε καὶ ἐμεῖς δυστυχῶς τὸ ἁμάρτημα τῶν Βηθλεεμι­τῶν. Ὅπως ἐκεῖνοι δὲν ἄνοιξαν τὴν πόρτα τους στὴν Παναγία, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, νέοι Βηθλε­εμῖτες στὸν αἰῶνα μας, δὲν θέλουμε ὁ Χριστὸς ν᾽ ἀποτελῇ τὸ κέντρο καὶ τὸν ἄξονα τῆς ζωῆς μας, νὰ κατέχῃ τὴν πρώτη θέσι. 
Ἀμφιβάλλετε; Παρακολουθῆστε λοιπὸν γύρω σας τὰ πρόσωπα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις τους σήμερα, τὴν ἁγία αὐτὴ ἡ­μέρα, καὶ θὰ βγάλετε συμπέρασμα ἀπὸ τὶς συ­ζητήσεις, τὶς διασκεδάσεις, τὰ τραγούδια κ.τ.λ.. Ὅ,τι ἀγαπᾷ ὁ ἄνθρωπος, γι᾽ αὐτὸ μιλάει. Ἐὰν λοιπὸν στήσετε αὐ­τί, θ᾽ ἀκούσετε νὰ συζη­τοῦν ἄλλοι γιὰ γάμους συ­νοικέσια καὶ διαζύγια, ἄλλοι γιὰ ἐμπόρια ἐπιχειρήσεις καὶ κέρδη, ἄλλοι γιὰ ἀθλητισμὸ ὁμάδες καὶ ἀγῶνες, ἄλλοι γιὰ διασκεδάσεις ταξίδια καὶ ἀγορές, ἄλλοι γιὰ πο­λιτικὴ καὶ κόμματα. Γιὰ ὅλα συζητοῦν, γιὰ ἕνα δὲ συζητοῦν· γιὰ τὸ Χριστό. Οὔτε λέξι. Σὰ νὰ μὴ γεννήθηκε, σὰ νὰ εἶνε ἄ­γνωστος, ὁ μέγας ἄγνωστος. Τὴ λέξι Χριστὸς προφέρουν ―ἀλλοίμονο― μόνο ὅταν τὸν βλασφημοῦν!
Ὁ Χριστὸς μένει ἔξω καὶ ἀπὸ τὰ θεσμικὰ ὄρ­γανα καὶ τὰ ὁμαδικὰ ἐν­διαφέροντα. Ἔξω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια, ὅπου οὔτε προσευχὴ γίνεται οὔ­τε λα­­τρεία προσφέρεται οὔτε Εὐαγγέλιο διαβάζεται οὔτε ἀγάπη καὶ ἑνότης τῆς οἰκογενεί­ας ὑ­πάρχει. Ἔξω ἀπὸ τὰ σχολεῖα, ὅπου τώρα τὰ παι­διὰ δὲ μα­θαίνουν ὅπως ἄλλοτε «γράμμα­τα σπουδά­γμα­τα, τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα», ἀλλὰ διδάσκον­ται θεωρίες ἐξελίξεως, ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀ­πὸ τὸ χιμπαντζῆ, ἀπὸ τὰ κτήνη. Ἔξω ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ὅπου παρὰ τὴ δική του ἐν­τολὴ νὰ μὴν ὁρκιζώμαστε καθόλου («μὴ ὀμόσαι ὅ­λως» – Ματθ. 5,34), πλῆθος χέρια καθημερινῶς παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔξω ἀκόμα ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς μονάδες, ὅπου ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖ­τες μέρα καὶ νύχτα βρίζουν τὰ θεῖα. Ἔξω τέλος ἀπὸ τὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ὅπου ἡ πρό­τασι ν᾽ ἀναρτηθῇ στὴν αἴθουσά της ἡ εἰκόνα Του ἀπορρίφθηκε μὲ εἰρωνικὰ σχόλια καὶ ὅπου ψηφίζονται νόμοι φανερὰ ἀντιχριστιανικοί. 
Καὶ γενικὰ στὸν κόσμο ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ διω­γμέ­νος ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας· δὲν εἶνε ἀρεστὸς στὰ διοικητήρια, τὶς κυβερνήσεις, τὰ κοινο­βού­λια, τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμούς. Ἄλλοι ἐπικρατοῦν ἐκεῖ, ἄν­θρωποι ἀλαζόνες, κοῦφοι, ἢ καὶ ἐγκληματίες. Γιὰ τὸ Χριστό, ὅπως τότε στὴ Βηθλεέμ, δὲν ὑπάρχει θέσι! Μία τέως βασίλισσα τῆς Ὁλλανδίας, ἡ ὁ­ποία πρὶν τὸ τέλος τῆς ζω­ῆς της πίστεψε στὸ Χριστό, ἡ Βιλελ­μίνη, παραι­τήθηκε ἀπὸ τὸ θρόνο, ἀπομονώθηκε κάπου καὶ ἔγραψε ἕνα βιβλίο μὲ θέμα «Ὁ Χριστὸς ὁ με­γά­λος ἄγνωστος τῆς Εὐρώπης». Καὶ ἕνας Γάλ­λος ἀνθρωπιστὴς καὶ φίλος τῶν λεπρῶν, ὁ Ραοὺλ Φολλερώ, ἔγραψε ἄλλο βιβλίο μὲ θέμα «Ἂν αὔριο ὁ Χριστὸς χτυπήσῃ τὴν πόρ­τα σας, θὰ τοῦ ἀνοίξετε;». Καὶ ὅταν πρὸ ἐ­­τῶν κάποιος πρότεινε νὰ τεθῇ στὸν καταστατικὸ χάρτη τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἡ ῥήτρα ὅτι τὰ ἀν­θρώπινα δικαιώματα στηρίζονται στὴν θεμελι­ώδη ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε βελ­τιωμέ­νη ἔκδοσι τοῦ κτήνους ἀλλὰ εἶνε θεῖο δημιούρ­γημα πλασμένο «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁ­­μοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Γέν. 1,26), ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Τί δείχνουν αὐτά; ὅτι γιὰ τὸ Χριστὸ ἰσχύει καὶ σήμερα τὸ «οὐκ ἦν τόπος ἐν τῷ καταλύματι», δὲν ἔχει θέσι ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτόν.
Φαινομενικὰ ἑορτάζουμε μιὰ χριστιανικὴ ἑ­ορτή· στὴν πραγματικότητα ἑορτάζουμε σὰν εἰδωλολάτρες. Ὅσοι πίνουν καὶ παραδίδον­ται στὴ μέθη, λατρεύουν τὸ Βάκχο· ὅσοι βουλιάζουν στὰ σαρκικὰ πάθη καὶ τὸν πανσεξουαλισμό, λατρεύουν τὴν Ἀφροδίτη· ὅσοι ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὸ ἐμπόριο καὶ τὰ λεφτά, λατρεύ­ουν τὸν κερδῷο Ἑρμῆ. Φτάσαμε στὸ σημεῖο, ἐνῷ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς περίμενε τὴν ἁγία αὐτὴ νύκτα, νὰ χτυπήσουν οἱ καμπάνες καὶ νὰ τρέξουν ὅλοι στοὺς ναούς, τώρα οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τὴν ἑορτὴ αὐτὴ στοὺς ναούς· τρέχουν σὲ καφετέριες, σὲ λέσχες, σὲ νυκτερινὰ κέντρα γιὰ ρεβεγιόν (σατανικὸ ἔθιμο), κ᾽ ἐκεῖ ἑορτάζουν μὲ χοροὺς ἔξαλλους, μὲ μουσικὴ θορυβώδη. Καὶ ἔπειτα λεγόμαστε Χριστιανοί. Δὲν εἴμαστε Χριστιανοί, εἴμαστε εἰδωλολάτρες μετὰ Χριστόν καὶ χειρότερα.

* * *

Ν᾽ ἀπελπιστοῦμε λοιπόν; Ὄχι. Μολονότι γνωρίζουμε ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια χειρότερα, μολονότι ὡρισμένοι λένε ὅτι ἦρθε ὁ ἀντίχριστος ―κ᾽ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἀκούγονται τὰ βήματά του καὶ βρισκόμαστε στὴν τροχιὰ τοῦ ἀντιχρίστου―, μολονότι ἔρχεται ὁ Ἁρμαγεδὼν τῆς Ἀποκαλύψεως (16,16), ἕνα εἶνε βέβαιο· ὅτι παρ᾿ ὅλα αὐτὰ θὰ ἔρθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁ­ποία θὰ λάμψῃ πάλι στὸν κόσμο τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ μὲ μία λάμψι μοναδική· καὶ τότε λαοὶ καὶ ἔθνη, Ἀνατολὴ καὶ Δύσις, Βορρᾶς καὶ Νότος, θὰ βροῦν τὸ σωστὸ τὸ δρόμο, ποὺ χάρα­ξε ὁ Χριστός, καὶ σὰν τοὺς μάγους θὰ ἔρθουν ὅ­λοι στὴ φάτνη, νὰ προσκυνήσουν Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖο· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 25-12-1986.

Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος

 




Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν µποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ Θεό, ὁ Θεὸς ἦρθε στὸν ἄνθρωπο, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό του µὲ τὸν ἄνθρωπο µὲ τὸν πιὸ ἄµεσο τρόπο. Ὁ αἰώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἕνας ἀπὸ ἐµᾶς. Συµµετέχει ἀπόλυτα στὸ κάθε τί ποὺ µᾶς ἀποτελεῖ κι ἔτσι µᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ συµµετέχουµε σ’ αὐτὰ ποὺ τὸν ἀποτελοῦν, στὴ θεϊκή του ζωὴ καὶ στὴ δόξα του. Ἔγινε ὅ,τι εἴµαστε γιὰ νὰ µᾶς κάνει ὅ,τι εἶναι αὐτός.

Ὁ Θεὸς ἑνώνεται µὲ τὴ δηµιουργία του πιὸ στενὰ ἀπ’ τὴ κάθε δυνατὴ ἕνωση, καθὼς γίνεται ὁ ἴδιος αὐτὸ ποὺ δηµιούργησε. Ὁ Θεὸς σὰν ἄνθρωπος ἐκπληρώνει τὸ µεσολαβητικὸ ἔργο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπέκρουσε κατὰ τὴ πτώση. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας µας, γεφυρώνει τὴν ἄβυσσο ἀνάµεσα στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο γιατί εἶναι ταυτόχρονα καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὅπως λέµε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ὕµνους τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήµερον ἡνώθησαν, τεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήµερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε».

Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν εἶναι ἡ ὑπέρτατη πράξη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ µᾶς ἀπολυτρώσει καὶ νὰ ξανασυνδέσει τὴν ἐπικοινωνία µας µαζί του. Ἔχει περισσότερη σηµασία ἀπὸ µιὰ ἀναίρεση τῆς πτώσης ἢ µιὰ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχική του κατάσταση µέσα στὸ Παράδεισο. Ὅταν ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, αὐτὸ σηµαδεύει τὴν ἀρχὴ ἑνὸς οὐσιαστικὰ νέου σταδίου στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι µόνο τὴν ἐπιστροφή του στὸ παρελθόν.

Ἡ Ἐνσάρκωση ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕνα καινούριο ἐπίπεδο, ἡ τελευταία κατάσταση εἶναι ὑψηλότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Μόνο µέσα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βλέπουµε νὰ ἀποκαλύπτονται ὅλες οἱ δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης µας. Μέχρι νὰ γεννηθεῖ, ἡ ἀληθινὴ σηµασία τῆς προσωπικότητάς µας ἦταν κρυµµένη. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «ἡ γενέθλια ἡµέρα ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους».

Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ πρῶτος τέλειος ἄνθρωπος- τέλειος δηλαδὴ ὄχι µόνο δυναµικά, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδὰµ µὲ τὴν ἀθωότητά του πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἀλλὰ µὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπόλυτα πραγµατοποιηµένης «ὁµοίωσης». Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν δὲν εἶναι µόνο ἕνας τρόπος γιὰ ν’ ἀπαλειφθοῦν τὰ ἀποτελέσµατα τοῦ προπατορικοῦ ἁµαρτήµατος, ἀλλὰ εἶναι ἕνα οὐσιαστικὸ στάδιο στὸ ταξίδι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν θεία εἰκόνα στὴ θεϊκὴ ἐξοµοίωση. Ἡ ἀληθινὴ αἰτία λοιπὸν γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση δὲν βρίσκεται στὴν ἁµαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ στὴ πεπτωκυία φύση του, στὴν ὕπαρξή του ποὺ ἔγινε σύµφωνα µὲ τὴ θεϊκὴ εἰκόνα καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἑνωθεῖ µὲ τὸ Θεό.

Ὅπως εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο: «κἀγὼ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς µοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡµεῖς ἕν ἐσµέν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐµοί, ἵνα ὦσι τετελειωµένοι εἰς ἕν» (Ἰωαν. 17, 22-23). Ὁ Χριστὸς µᾶς κάνει ἱκανοὺς νὰ συµµετέχουµε στὴ θεϊκὴ δόξα τοῦ Πατέρα. Εἶναι ὁ σύνδεσµος καὶ τὸ σηµεῖο ἐπαφῆς. Ἐπειδὴ εἶναι ἄνθρωπος, εἶναι ἕνα µὲ ἐµᾶς, ἐπειδὴ εἶναι ὁ Θεός, εἶναι ἕνα µὲ τὸν Πατέρα. Ἔτσι µέσῳ καὶ ἐν αὐτῷ εἴµαστε ἕνα µὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατέρα γίνεται δική µας δόξα.

Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ ἀνοίγει τὸ δρόµο γιὰ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ νὰ θεωθεῖ κανεὶς σηµαίνει, µὲ µεγαλύτερη σαφήνεια, νὰ «χριστοποιηθεῖ». Ἡ θεϊκὴ ὁµοιότητα ποὺ καλούµαστε νὰ φτάσουµε εἶναι ἡ ὁµοίωση τοῦ Χριστοῦ. Μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ ποὺ εἶναι Θεάνθρωπος ἐµεῖς οἱ ἄνθρωποι «θεούµεθα», θεοποιούµαστε, γινόµαστε «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β Πέτρου 1,4). Προσλαµβάνοντας τὴν ἀνθρώπινή µας φύση ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι Γιὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ φύση Του µᾶς ἔχει κάνει γιοὺς τοῦ Θεοῦ κατὰ χάρη. Ἐν αὐτῷ εἴµαστε «υἱοθετηµένοι» ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, καὶ γινόµαστε γιοὶ ἐν τῷ Υἱῷ.

Ὁ ἐν σπηλαίῳ τεχθείς

 




Μυστήριο ὁ Χριστός. Μεγάλο καὶ ἀνεξερεύνητο μυστήριο, ὅσο καὶ νὰ προσπαθήση κανεὶς νὰ βασανίση τὸ μυαλουδάκι του, καὶ μὲ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς ζωῆς Του καὶ ἂν θελήση νὰ καταπιαστῆ. Πρὶν ἀκόμη γεννηθῆ, ὁ ἄγγελος εἶχε εἰπεῖ: «Καλέσεις τὸν ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Δηλαδή, πρὶν γεννηθῆ, μᾶς λέγει ὁ ἄγγελος, ὅτι θὰ εἶναι ἀγόρι, θὰ μεγαλώση, θὰ ἀπόκτηση λαὸ καὶ θὰ σώση τὸν λαό του! Ὄχι ἀπὸ τὴν πείνα ἤ τὸν πόλεμο. Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες!

Καὶ νὰ τὸ ἐρώτημα: Ποιὸς μπορεῖ νὰ σώση ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του; Κανένας. Γιατί ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι ἔξω, εἶναι μέσα μας! Καὶ ἂν ἐκεῖ μέσα ἡ ἁμαρτία βασιλεύει, ποιὸς μπορεῖ νὰ τὴν ἐκθρόνιση; Κανένας ἄνθρωπος μὲ κανένα τρόπο! Πῶς λοιπὸν τολμάει κάποιος νὰ λέη: «Αὐτὸς σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν»; Μπορεῖ ποτὲ αὐτὸ νὰ γίνη ἀλήθεια;

Λογικά, ἀπόλυτα ὄχι! Ὅμως ἡ ἐμπειρία, ποὺ εἶναι πιὸ δυνατὴ καὶ πιὸ ἀληθινὴ ἀπὸ τὴ λογική, γιατί δείχνει τὴν πραγματικότητα, γιατί εἶναι ρεαλισμὸς καὶ ὄχι ἀερολογίες καὶ νοσηροὶ ἰδεαλισμοί, μᾶς λέγει: Ναί, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Τὸ ξέρουν καλά, τὸ ξέρουν ἀπὸ τὴν προσωπική τους ἐμπειρία οἱ λυτρωμένοι. Ἐκεῖνοι, ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε μέσα τους, στὴν καρδιά τους, καὶ ξεθρόνισε τὴν ἁμαρτία.

Γι’ αὐτό, μόνο ὅσοι ἔχουν ἐμπειρία τῆς σωστικῆς ἐνέργειας τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν, τί σημαίνει Χριστούγεννα. Μόνο «οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου» μποροῦν νὰ ψάλουν τὸ «ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ». Αὐτοί, ὅταν στὸ «Πιστεύω» μᾶς φθάνουν στὰ λόγια «τὸν δι’ ἠμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα», συγκινοῦνται βαθύτατα καὶ πολλὲς φορὲς δακρύζουν.

Ἦταν πολὺ φυσικό, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκεσε μιὰ σπηλιά. Γιὰ δύο λόγους.

Ὁ ἕνας: γιατί οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ συνεπῶς καὶ τὰ σπίτια τους, ἦσαν πιὸ βρώμικες καὶ πιὸ βρώμικα ἀπὸ τὶς σπηλιές. Ἡ δυσωδία τῆς νεκρωμένης ψυχῆς εἶναι ἡ χειρότερη ἀπὸ ὅλες. Τὴν καταλαβαίνει, ὅποιος ἔχει μύτη γιὰ νὰ μυρίζεται, μάτια γιὰ νὰ βλέπη, αὐτιὰ γιὰ νὰ ἄκουη. Ἀκόμα κι ἐμεῖς «κάτι» καταλαβαίνομε. Ὅσο πιὸ ψηλὰ πνευματικὰ βρίσκεται ὁ κάθε ἄνθρωπος, τόσο πιὸ ἀνυπόφορα αἰσθητὴ τοῦ γίνεται ἡ μπόχα τῆς ἀποσυντεθειμένης νεκρῆς ψυχῆς. Γιὰ φαντασθῆτε, τί ἀνυπόφορο θὰ ἦταν γιὰ τὸν Κύριο νὰ γεννηθῆ σ’ ἕνα τέτοιο σπίτι!

Ὁ δεύτερος: Ὁ Χριστὸς ἤθελε μὲ τὴ Γέννησί Του στὸ σπήλαιο νὰ μᾶς δείξη, ὅτι μπορεῖ νὰ μεταβάλλη, μὲ τὸ «ἔτσι θέλω» Του, τὰ σπήλαια καὶ τὴν ἀηδία καὶ σιχασιὰ τῶν σταύλων σὲ οὐρανό. Θυμηθῆτε, τί λέμε σὲ μία προσευχή μας:

Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον.
Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον
Θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον
Τὴν φάτνην χωρίον,
ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρητος!

Καὶ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν οὐρανό, γύρω ἀπὸ τὸ Θρόνο, καὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἀχώρητο Θεό, καὶ ἐνῶ ἔλαμπε τὸ ἀστέρι, ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους, πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου ὑμνοῦσαν τὸ Βρέφος καὶ ἔλεγαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Οἱ ἄγνωστοι, ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὰ γεγονότα, μποροῦν νὰ λένε ὅ,τι θέλουν, ξερνώντας τὴν ἀνυπόφορη μπόχα τῆς ἀποσυντεθειμένης ψυχῆς τους. Ὅσοι ὅμως γευτήκανε τὴ λύτρωσι, μὲ ἀρχηγὸ τὴν πανάχραντη τοῦ Χριστοῦ Μητέρα καὶ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς μάγους, σκιρτοῦν ἀπὸ χαρά. Καὶ δὲν χορταίνουν νὰ ψάλλουν:« Ἡ Γέννησίς Σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως».

Νὰ τοὺς λυπώμαστε τοὺς ἄθεους, τὶς παγωμένες καὶ νεκρωμένες ψυχές! Ζοῦν στὸ σκοτάδι καὶ στὴ σῆψι.

Νὰ προσευχώμαστε γι’ αὐτούς, νὰ τοὺς ἐπισκεφθῆ ὁ Χριστός, νὰ μπῆ μέσα τους καὶ νὰ τοὺς ἀλλάξη. Νὰ τοὺς φωτίση. Νὰ τοὺς σώση ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Νὰ τοὺς ἐλευθέρωση.

Ἐκεῖνον νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, διότι: « Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν. Ἀνατολὴ Ἀνατολῶν, καὶ οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ· εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν».

Καὶ ἂς συνειδητοποιήσωμε τὸ χρέος μας: Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια νὰ τὴν κρατήσωμε καὶ νὰ τὴν διαδώσωμε.

Φανέρωση τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ

 Γεώργιος Καψάνης (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)

 



Τὰ Χριστούγεννα, ποὺ µὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἑορτάζουµε καὶ φέτος, µᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐµβαθύνουµε στὸ Μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πολλὰ καὶ ἀνεκτίµητα εἶναι τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ σέ µᾶς. Τὸ µεγαλύτερο ὅµως δῶρο Του εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ, χωρὶς τὴν ὁποία θὰ εἴµεθα ἀκόµη ἀπελπισµένοι αἰχµάλωτοι τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου.

Λέγει ὁ ἁγίος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς: «Τί βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ θείας φιλανθρωπίας! Ἔτσι γνωρίζει ὁ Θεὸς µὲ τὴν σοφία, τὴ δύναµη καὶ τὴν φιλανθρωπία Του τὰ ὀλισθήµατα ἀπὸ τὴν ἑκούσια παρεκτροπή µας νὰ τὰ κατασκευάζει ἀσυγκρίτως πρὸς τὸ καλύτερο. Διότι ἂν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν κατέβαινε ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἐµεῖς δὲν θὰ εἴχαµε καµία ἐλπίδα νὰ ἀνέβουµε στὸν οὐρανό. Ἂν Αὐτὸς δὲν ἐσαρκώνετο, δὲν ἔπασχε κατὰ σάρκα, δὲν ἀνίστατο καὶ ἀνελαµβάνετο γιὰ χάρι µας, δὲν θὰ ἐγνωρίζαµε τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐµᾶς» ( Ὁµιλ. ιστ΄).
Τονίζει δὲ πάλιν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη «ἵνα δείξῃ τὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡµᾶς ἀγάπην».

Ἐµβαθύνοντας ὁ ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ σοφὸς καὶ ἀπλανὴς αὐτὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας µας, στὶς εὐεργεσίες ποὺ προέκυψαν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, τονίζει ὅτι µὲ αὐτὴν ὁ σακρωθεὶς Κύριος πρῶτον µᾶς ἀνεβάζει ἀπὸ τὸ βαθύτατο χάος, στὸ ὁποῖο εἴχαµε πέσει, καὶ δεύτερον µᾶς ἀνυψώνει σὲ θεϊκὴ δόξα. Μᾶς ἐλευθερώνει δηλαδὴ ἀπὸ µία ἀδυσώπητη φυλακὴ καὶ µᾶς χαρίζει τὴν θεώση..[…]

Πρέπει νὰ ὁµολογήσουµε ὅτι ἀκόµη καὶ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡµέρες δὲν ἐρχόµεθα σὲ συναίσθηση τῆς ἀπείρου πρὸς ἐµᾶς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ζοῦµε σὰν τὸ πιὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ κόσµου καὶ στὴν δική µας ζωή. Δὲν ἀνταποδίδουµε στὸν ἀγαπήσαντα ἡµᾶς Κύριο τὴν δική µας ἀγάπη.

Εἶναι ἴσως ἡ µεγαλύτερη ἀποτυχία τῆς ζωῆς µας ὅτι δὲν νοιώθουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ µᾶς καὶ δὲν Τοῦ ἀνταποδίδουµε τὴν δική µας ἀγάπη. Ἔτσι καὶ ἡ χριστιανική µας ζωὴ φυτοζωεῖ, δὲν εἶναι µέθεξις Θεοῦ οὔτε ἀνάκραση τοῦ κτιστοῦ µας εἶναι µὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Ὅταν ζοῦµε τὸ µυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, µποροῦµε κατὰ βάθος νὰ χαιρώµεθα καὶ στὶς πιὸ ἀντίξοες περιστάσεις τῆς ζωῆς µας καὶ νὰ ἀντιµετωπίσουµε τὸν ἴδιο τὸν θάνατο µὲ ἐλπίδα.

Οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι ὅλων τῶν αἰώνων ἔνοιωσαν στὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους πόσο τοὺς ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς καὶ ἀγάπησαν τὸν Θεὸ ὁλοκληρωτικά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπέµειναν καρτερικὰ κάθε εἴδους πόνο, στέρηση, βάσανο, ἄσκηση καὶ δοκιµασία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τοὺς Ἐφεσίους εἶναι προσευχὴ ὅλων τῶν Ἁγίων, ὥστε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ γνωρίσουν ἐν Χάριτι τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπερβάλλει κάθε ἀνθρώπινη γνώση: «Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο γονατίζω προσευχόµενος πρὸς τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ… νὰ σᾶς δώσει κατὰ τὸν πλοῦτο τῆς δόξης Του, νὰ ἐνισχυθεῖτε µὲ δύναµη διὰ τοῦ Πνεύµατός Του στὸν ἐσωτερικό σας ἄνθρωπο, νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς διὰ τῆς πίστεως στὶς καρδιές σας, νὰ εἶσθε ριζωµένοι καὶ θεµελιωµένοι στὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ µπορέσετε νὰ καταλάβετε µαζὶ µὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ποιὸ εἶναι τὸ πλάτος καὶ µῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, καὶ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ τὴν γνώση, γιὰ νὰ καταστεῖτε πλήρεις µὲ ὅλη τὴν πληρότητα τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἐφ. γ΄ 14-19).

Μακάρι νὰ ἀξιωθοῦµε καὶ ἐµεῖς µὲ τὴν Χάρι τοῦ Σαρκωθέντος Κυρίου µας καὶ µὲ τὴν εὐκαιρία τῶν ἁγίων ἑορτῶν τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του νὰ γνωρίσουµε, νοιώσουµε καὶ βιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὅλος ὁ Θεὸς νὰ κατοικήσει µέσα µας.

Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε ὡς ἄνθρωπος;

 




Στὴν ἐρώτηση «Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ μὲ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ ὄχι μὲ ἄλλη μορφή;» ὁ σοφὸς ἅγιος Ἀθανάσιος ἔδωσε τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση:

«Ἂν ρωτοῦν γιατί δὲν ἐμφανίστηκε μὲ κάποια ἄλλη, καλύτερη, μορφὴ δημιουργίας, λ,χ. ὡς ἥλιος ἢ φεγγάρι ἢ ἄστρο ἢ φωτιὰ ἢ ἄνεμος – ἀλλὰ ἁπλῶς ὡς ἄνθρωπος, ἂς μάθουν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε γιὰ νὰ προβάλει τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ διδάξει τοὺς πάσχοντες. Ἂν ἐρχόταν στὸν κόσμο ἀποκαλύπτοντας τὸν ἑαυτό Του γιὰ νὰ καταπλήξει ὅσους τὸν ἔβλεπαν, τοῦτο θὰ σήμαινε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ προβληθεῖ. Ἦταν ὅμως ἀπαραίτητο γιὰ τὸν Θεραπευτὴ καὶ Διδάσκαλο ὄχι μόνον νὰ ἔλθει στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσει πρὸς ὄφελος ὅλων τῶν πασχόντων καὶ ν’ ἀποκαλύψει τὸν ἑαυτὸ Του κατὰ τρόπο, ποὺ ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ νὰ ἦταν ὑποφερτὴ ἀπὸ τοὺς πάσχοντες.

Οὔτε ἕνα πλάσμα τῆς κτιστῆς δημιουργίας δὲν ἐξέπεσε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο – οὔτε ὁ ἥλιος, οὔτε τὸ φεγγάρι, οὔτε τὰ ἄστρα, οὔτε τὸ νερό, οὔτε ὁ ἄνεμος πρόδωσαν τὸ Δημιουργό τους. Ἀπεναντίας ὅλα τὰ πλάσματά Του, γνωρίζοντας τὸ Δημιουργὸ καὶ Βασιλέα τους, τὸ Θεὸ Λόγο, παρέμειναν ὅπως Ἐκεῖνος τὰ εἶχε δημιουργήσει. Μόνον τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα ξεχώρισαν ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ ἀντικατέστησαν τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος· καὶ τὴν τιμὴ καὶ δόξα ποὺ ἀνήκουν στὸ Θεό, καθὼς καὶ τὴ γνώση περὶ Αὐτοῦ, τὴ μετέθεσαν σὲ δαίμονες καὶ σὲ ὁμοιώματα ἀνθρώπων καμωμένα ἀπὸ πέτρα, δηλαδὴ σὲ εἴδωλα. Συνεπῶς, τί τὸ ἀπίστευτο ὑπάρχει στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίστηκε ὡς ἄνθρωπος στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων;». Πράγματι καὶ ἐμεῖς τώρα ρωτᾶμε τοὺς ἀπίστους τοῦ καιροῦ μας: «Μὲ ποιὰ μορφὴ θὰ θέλατε νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ Θεός, ἂν ὄχι ὡς ἄνθρωπος;».
 

Xριστούγεννα

 


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐπιθυμῶ τώρα ν’ ἀπευθυνθῶ σ’ ἐκείνους ἀπὸ ἐσᾶς ποὺ δὲν μιλοῦν Ρωσσικὰ, καὶ πέρα ἀπὸ τούτη τὴν Ἐκκλησία, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ μποροῦν νά ἀκούσουν τὴν λειτουργία μας καὶ νὰ προσευχηθοῦν μὲ μᾶς καὶ νὰ γίνουν ἕνα μὲ μᾶς.

Σὲ μιὰ νύχτα σὰν αὐτὴ, μιὰ χειμωνιάτικη νύχτα, σὲ μιὰ φάτνη γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς φέρει μιὰ νέα διάσταση ζωῆς, νὰ μᾶς κηρύξει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν ἑαυτό Του καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὄχι μόνο νὰ τὴν κηρύξει, ἀλλὰ νὰ γίνει δυνατὸ σὲ μᾶς νὰ μετέχουμε σ’ αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς κοινωνίας ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς ἔφερε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας καὶ κήρυξε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅρους σπουδαίους, πέρα ἀπὸ κάθε φαντασία ποὺ εἶχε διαμορφώσει ὁ ἄνθρωπος στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, πέρα ἀπὸ κάθε του ὄνειρο. Ὁ ἄνθρωπος κλήθηκε νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, καθὼς ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἑνωμένος μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Ἅγιο Εἰρηναῖο τῆς Λυών, κλήθηκε μέσα ἀπὸ τὴν τελειοποίηση καὶ ὁλοκλήρωσή του νὰ γίνει ἡ δόξα, ἡ λάμψη καὶ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Καλούμαστε νὰ κηρύξουμε τὰ καλὰ νέα· ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ὅτι εἴμαστε γιοὶ καὶ κόρες τοῦ αἰώνιου Πατέρα μας. Πρέπει νὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἀκεραιότητά του μὲ τρὸπο ἀνόθευτο, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ μᾶς μιλᾶ, ὁ Θεὸς κηρύττει τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἐπιδέχεται καμία διόρθωση.

Οἱ μάγοι ποὺ ἦλθαν στὴν φάτνη ἦλθαν κουβαλώντας ὅλη τὴ σοφία τῆς γῆς, ὅλη τὴν μέχρι τότε γνώση, ἀλλὰ μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίσουν στὸ Βρέφος τῆς Βηθλεέμ, τὸν σαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ Τὸν λατρέψουν σὰν βασιλιὰ καὶ Θεὸ τους ἐπειδὴ εἶχαν προετοιμαστεῖ νὰ ἐπιτρέψουν στὴ θεϊκὴ σοφία νὰ κυριαρχήσει στὴ σοφία ὅλης τῆς γῆς. Ὄχι μάταια ὁ Ἅγιος Παῦλος εἶπε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία συγκρινόμενη μὲ τὴν Θεϊκὴ, δὲν εἶναι παρὰ μωρία, κάτι φτωχὸ, ἄν συγκριθεῖ μὲ τὸ μεγαλεῖο τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ θέληση νὰ ἀνοιχτοῦμε στὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κρίνουμε τὰ πάντα στὴ γῆ ἀπὸ τὴ πλευρὰ τοῦ ζῶντος Θεοῦ· οἱ σκέψεις, τὰ συναισθήματα, οἱ τρόποι μας ὑπόκεινται στὴν Θεία κρίση. «Διότι οἱ δικὲς μου βουλὲς καὶ ἀποφάσεις, λέγει ὁ Κύριος, δὲν εἶναι ὡσὰν τὰς ἰδικὰς σας βουλές· οὔτε οἱ ἰδικοὶ μου τρόποι ἐνεργείας καὶ οἱ ὁδοί, τὰς ὁποίας σᾶς ὑποδεικνύω, εἶναι ὡσὰν τὰς ἰδικὰς σας ὁδοὺς».

Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο ἡ σοφία, εἶναι καὶ ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς ποὺ μποροῦν, μὲ ἄπειρη τόλμη, νὰ βλέπουν τὸν Θεό, νὰ Τὸν ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν. Οἱ ποιμένες ἦλθαν ἐπειδὴ οἱ καρδιὲς τους ἦταν ἀνοιχτὲς, ἐπειδὴ ἦταν ἕτοιμοι νὰ καταλάβουν ὅτι ὑπάρχουν πράγματα πιὸ σπουδαῖα ἀπ’ ὅ,τι μποροῦσαν νὰ φανταστοῦν, ἀπ’ ὅ,τι μποροῦσαν νὰ ὀνειρευτοῦν. Καὶ τὰ ὄνειρα τῶν ἀνθρώπων βγῆκαν ἀληθινά: ὁ θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πρωτοπόροι στὴ Βασιλεία Του. Μᾶς στέλνει σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο νὰ κηρύξουμε τὴν ἀλήθεια Του, ἁγνή, ἀκηλίδωτη· μᾶς στέλνει σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο νὰ ζήσουμε ἔτσι ποὺ ὁ καθένας ποὺ θὰ συναντάει ἕναν Χριστιανὸ καὶ θὰ τὸν κοιτάζει στὰ μάτια, ποὺ θὰ κοιτάζει τὴ ζωή του, ἤ γνωρίζοντας μιὰ χριστιανικὴ κοινότητα, θὰ ἀναγνωρίζει ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ μετέχουν ἤδη στὸ μυστήριο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Πρέπει ὁ καθένας καὶ ὅλοι μας νὰ εἴμαστε συνεχὴς ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. Πρέπει νὰ μάθουμε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παῦλο συνάμα τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν Χριστιανικῶν μας ἐνεργειῶν. Μᾶς λέει: «Γίνεστε μιμητὲς μου, ὅπως εἶμαι ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ... Ἦταν διώκτης, ἄπιστος καὶ ἀφοῦ συνάντησε κατὰ πρόσωπο τὸν Χριστὸ, τὸν ἀναστημένο Χριστό, ποὺ γνώριζε ὅτι δολοφονήθηκε στὸν Γολγοθᾶ ἀπὸ τὸν λαό Του, διάλεξε νὰ ζήσει γιὰ Ἐκεῖνον καὶ ὅλη του ἡ ζωὴ ἄλλαξε· διωγμοὶ, κίνδυνοι, ραβδίσματα, ἀπόρριψη ἔγιναν ἡ μοίρα του προκειμένου νὰ γίνει μόνο δικός Του˙ καὶ γιὰ νὰ γίνει δικός Του καθὼς τὸ θέτει, σημαίνει ὅτι ὅλη ἡ ζωή του δὲν ἦταν παρὰ Χριστὸς, κάθε τι ποὺ ὑπέμεινε, ποὺ δίδασκε, ποὺ ἔζησε ποὺ πέθανε.

Καὶ ὁ θάνατος δὲν μᾶς φοβίζει, ἐπειδὴ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς στερήσει τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς πρόσκαιρης ζωῆς δὲν ἔχει σημασία γιὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Λέει: «Πεθαίνω δὲν σημαίνει ἀπεκδύομαι τὴν ἐπίγεια ζωὴ, ἀλλὰ ὅτι ἐνδύομαι τὴν αἰωνιότητα...» Ἀδημονεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ καταδίωξε στὴ γῆ καὶ γιὰ τὸ ὄνομα, τὴ χάρη τοῦ ὁποίου ζεῖ, καὶ διδάσκει καὶ μᾶς προειδοποιεῖ νὰ μὴν ἀφαιρέσουν ἤ νὰ προσθέσουν κάτι στὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό. Καὶ μᾶς καλεῖ χάριν τῆς λαχτάρας μας γιὰ αἰωνιότητα νὰ δεχτοῦμε νὰ ζήσουμε ὅσο χρειάζεται γιὰ τοὺς ἄλλους, ν’ ἀνακαλύψουμε τὴν αἰώνια ζωὴ, τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι τὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστὸς· μιὰ ἀγάπη μέχρι τέλους, μιὰ σταυρωμένη καὶ ἀναστημένη ἀγάπη. Δοξασμένος νὰ εἶναι ὁ Κύριος μας, ὁ Θεὸς μας, ὁ Σωτήρας μας γιὰ πάντα. Ἀμήν.

Ὁ Σωτήρας

 








Τὴν κατὰ σάρκα Γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πρόκειται νὰ ἑορτάσει μετ' ὀλίγον ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία. Διὰ τοῦτο περιχαρὴς ἤρχισε πρὸ καιροῦ νὰ ψάλλῃ τὸ "Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε..." καὶ νὰ προσκαλῆ τοὺς πιστοὺς νὰ πανηγυρίσουν διὰ τὴν σωτηρίαν των.

Πράγματι, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ἀληθινὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ περιεβλήθη τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ παύσῃ ποτὲ νὰ εἶναι τέλειος Θεός, διὰ νὰ σώσῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησία, ὄχι πλέον προφητικῶς, ἀλλὰ ὡς ἀποδεδειγμένην ἱστορικὴν πραγματικότητα, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς συνετὸς καὶ ἀπροκατάληπτος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει.

Τραγικὴ εἶχε γίνει ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὴν πτῶσιν, τὴν ὑποδούλωσίν των εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ ἄγχος καὶ ἡ ἀγωνία καταπίεζε τὰς ψυχάς των. Τὸ σκότος ἐβασίλευεν εἰς τὸ πνεῦμα των. Τὰ πάθη των δὲν ἐκυβέρνων ἁπλῶς μόνον τὰς ἐπιθυμίας των, ἀλλὰ καὶ ἐθεοποιοῦντο ὑπ' αὐτῶν. Τὸ μῖσος ἐθριάμβευεν. Αἱ ἀνθρώπιναι διακρίσεις ἄλλους ἀνύψωνον εἰς θρόνους θεϊκοὺς καὶ ἄλλους ὑπεβίβαζον εἰς τὴν τάξιν τῶν ζώων καὶ τῶν πραγμάτων. Ἡ ἁμαρτία ἦτο ὁ ἀπόλυτος κύριός των καὶ ὁ θάνατος ὁ φοβερὸς δυνάστης, ὁ ὁποῖος ἐγέμιζε μὲ τρόμον τὰς ψυχάς των, διότι εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἀφαιρῇ, ἀνὰ πᾶσα στιγμήν, τὴν ζωὴν των καὶ νὰ χωρίζῃ αὐτοὺς ὁριστικῶς ἀπὸ τὸν Θεόν.

Εἰς αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινον δράμα μόνο ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ προσφέρῃ βοήθειαν. Καὶ εὐτυχῶς ἡ εὐσπλαχνία Του δὲν ἔμεινεν ἀπαθής. Διὰ τοῦτο, ὅταν "ἦλθε τὸ πλήρωμα τὸ χρόνου", ὅταν ἔφθασεν ὁ κατάλληλος καιρός, τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Μονογενῆ Του Υἱόν, ὁ ὁποῖος ἔγινε, πρὸς χάριν τῶν ἀνθρώπων, καὶ τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ εἶναι τέλειος Θεός. Ἦλθε καὶ ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος, καὶ ἔσωσεν ὡς Θεὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος. Ὅσοι ἐδέχθησαν Αὐτὸν ὡς Κύριον τῶν καρδιῶν των, ἀναγεννήθησαν καὶ ἔγιναν νέοι ἄνθρωποι, ἔγιναν τέκνα Θεοῦ. Τὸ μῖσος ἔσβησεν ἀπὸ τὰς καρδίας των. Τὰ πάθη ὑπεχώρησαν. Ἡ ἁμαρτία ἐνεκρώθη. Ὁ θάνατος ἐνικήθη. Ἡ ἀγάπη ἐπεκράτησεν. Ἡ ἁγιότης ἐβασίλευσε. Καὶ καθὼς ἡ ἐνοχὴ τῆς ἁμαρτίας ἔπαυσε πλέον νὰ βασανίζῃ τὰς συνειδήσεις των, συνεφιλιώθησαν καὶ μὲ τὸν ἑαυτὸν των. Καὶ ἐπεκράτησεν εἰς τὰς καρδίας των ἡ πολυπόθητος εἰρήνη, ἡ ὁποία κατέστησεν αὐτοὺς εὐτυχισμένους.

Δυστυχῶς, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἀντιληφθῆ τὴν σωτήριον αὐτὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ζοῦν ὅλοι κατὰ Χριστόν, ἐν τούτοις, σήμερον, δύο χιλιάδες ἔτη μετὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου, ἡ ἀνθρωπότης, ἀντὶ νὰ προοδεύη, ὀπισθοβατεῖ. Ἡ ἁμαρτία ἔχει ὑψώσει καὶ πάλιν θρασείαν τὴν κεφαλήν. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι προτιμοῦν νὰ ὑπηρετοῦν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὰ σύγχρονα εἴδωλα. Ἡ ἀγάπη των πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον ἔχει ψυχρανθῆ. Τὰ ἁμαρτωλὰ συμφέροντα, τὰ ἔνοχα πάθη, αἱ ἰδεολογικαὶ σκοπιμότητες καὶ οἱ ἄνομοι ὑπολογισμοί, θεωροῦν τὸν Χριστὸν ἐμπόδιον εἰς τὰ ἔργα των καὶ ἐχθρὸν εἰς τὴν ζωὴν των. Διὰ τοῦτο πολεμοῦν τὸν Χριστὸν μὲ κάθε τρόπον καὶ κάθε μέσον. Διὰ τοῦτο τὰ ὅπλα τῶν ἰσχυρῶν ἀποδεκατίζουν τοὺς ἀδυνάτους λαούς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν εἰς πεῖσμα των, Ἐκεῖνος εἶναι καὶ παραμένει ὁ αἰώνιος Σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ ἡ δική μας ζωὴ δὲν εἶναι χριστιανική. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν τρόπον ζωῆς. Πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ εἴμεθα ἐχθροὶ ἢ ἔστω ἀδιάφοροι πρὸς τὸν Κύριον, καὶ κυρίως, πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ εἴμεθα ὑποκριταί. Πρέπει νὰ γίνωμεν οἱ καλοὶ καὶ τίμιοι ἀγωνισταὶ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς Αὐτὸν νὰ εἰσέλθη εἰς τὰς καρδίας μας καὶ νὰ κατεργασθῆ τὴν σωτηρίαν μας. Αὐτὸ θὰ εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος διὰ νὰ ἑορτάσωμεν.

Ἑαυτὸν ἐκένωσε..

 




«Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, φράση πού, περνώντας ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἐπαναλαμβάνεται ὥς σήμερα, κυρίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀναπαυτικότερο «πανδοχεῖο» τοῦ ἔτους. Κορυφαία ἑορτὴ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, λαμπρυνόμενη ἀπὸ τὸν αἰσιόδοξο συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴν ἀτμόσφαιρά τους καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ αὐτὴ ὑποβάλλει, προκάλεσαν κλασικὲς σελίδες τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες καὶ ἑλληνικές. 

Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). H Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.

[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας)

Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἦν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7).

Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. H θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶ ἐνανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus.

Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθὰ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. H γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψη ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως.

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἦν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἐστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).

Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἠθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).

Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.

Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.

Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε…

 



 


Τὸ κοσµοϊστορικὸ γεγονὸς τῆς γέννησης τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ποὺ γιορτάζουµε τοῦτες τὶς µέρες, εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ ἄλλαξε τὴ ροὴ καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσµου. Ἔκοψε στὰ δύο τὴν ἱστορία, µὰ ταυτόχρονα ἔγινε ἡ γέφυρα γιὰ τὴν µετάβαση τοῦ κόσµου ἀπ’ αὐτὴν πρὸ Χριστοῦ στὴν µετὰ Χριστὸ ἐποχή.

Σηµεῖον ἀντιλεγόµενον ἡ γέννησή Του, γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται τὴν Θεότητά Του, τὴν ἐνανθρώπησή Του, τὸ εὐαγγέλιό Του. Ὅµως ὁ λόγος τοῦ προφήτου Ἠσαΐα, ἀποστοµώνει ὅλους ἐκείνους, ποὺ στὸ πρόσωπου τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ βλέπουν ἕναν ἀκόµη ἀπόγονο τοῦ ἀνθρώπινου γένους λέγοντας χαρακτηριστικά: «ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνοµα αὐτοῦ Ἐµαννουήλ». Καὶ ἂν κάποιοι τοῦτες τὶς µέρες µένουν παγεροὶ καὶ ἀδιάφοροι µπροστὰ στὸ νεογέννητο Χριστό, οἱ χριστιανοί ἀνὰ τὸν κόσµο ἀγάλλονται καὶ χαίρουν συµψάλλοντας µὲ τοὺς ἀγγέλους «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Μπορεῖ νὰ βρισκόµαστε στὴν καρδιὰ τοῦ χειµῶνα, ὁ χριστιανὸς ὅµως αἰσθάνεται µιὰ παράξενη ζέστη νὰ πληµµυρίζει τὴν καρδιά του. Ἴσως γιατί προετοιµάζεται κι αὐτὴ νὰ ὑποδεχτεῖ τὸν Θεάνθρωπο. Γιατί τώρα πλέον ὑπάρχει ἕνα σίγουρο λιµάνι, ἕνα στέρεο καὶ ἀκλόνητο σηµεῖο γιὰ νὰ µπορέσει νὰ ἀκουµπήσει τὸν πόνο του, τὴν θλίψη του, τὴν ἀγωνία του.

Αὐτὸς ποὺ εἶναι ντυµένος µὲ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, σήµερα γεννιέται γυµνὸς γιὰ νὰ ἐνδύσει ἐµᾶς µὲ τὴν δόξα Του. Αὐτὸς ποὺ ὑµνῆται ἀκατάπαυστα στὸν οὐρανό, σήµερα τὸν ἐγκαταλείπει γιὰ νὰ ἔρθει κοντά µας, µαζί µας, γιὰ νὰ καλύψει τὴν γύµνια µας καὶ νὰ φωτίσει τὰ σκοτάδια µας. Ἀποχωρίζεται τὰ οὐράνια σκηνώµατα, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ λάσπη τῆς γῆς. Ἔρχεται ἀπρόσκλητος.

Δὲν τοῦ τὸ ζητήσαµε. Δὲν τὸν καλέσαµε. Βλέπει τὴν ἀδυναµία µας. Τὴν ἀνηµπόρια µας. Βλέπει τὸ ἀδιέξοδο ποὺ µᾶς ἔχει κυριεύσει. Ἡ «κένωσις» τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ κάθοδός Του στὴ γῆ, εἶναι ἀποτέλεσµα τῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γεννήθηκε, γιὰ νὰ µᾶς σώσει ἀπ’τὴν ἀνθρωποβόρα ἁµαρτία. Τὸ θριαµβευτικὸ σάλπισµα τῶν ἀγγέλων καὶ τὸ κλάµα τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ, εἶναι ὁ προάγγελος τῆς δικῆς µας «ἐν δυνάµει» λύτρωσης καὶ σωτηρίας.

Νὰ γιατί ἡ χαρά, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ αἰσιοδοξία τοῦτες τὶς µέρες πληµµυρίζει τὶς καρδιές µας. Δὲν εἶναι οὔτε τὰ χαρµόσυνα τραγούδια, οὔτε τὰ πολύχρωµα λαµπιόνια, οὔτε τὰ πλούσια ἐδέσµατα ποὺ µᾶς ζεσταίνουν. Εἶναι ἡ προσµονὴ καὶ ἡ ἀγωνία νὰ ὑποδεχτοῦµε Ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀλλάξει τὴν ζωή µας. Νὰ καλοσωρίσουµε ἐκεῖνον ποὺ ἐνσαρκώθηκε γιὰ νὰ µᾶς χαρίσει ξανὰ ὅλα ὅσα µᾶς εἶχε δωρίσει ὅταν µᾶς δηµιούργησε. Νὰ τὸν ὑποδεχοῦµε γιατί µᾶς ἔδωσε τὸ ὕψιστο καὶ δὲν τὸ διαφυλάξαµε καὶ τώρα χρειάσθηκε νὰ κατέβει Αὐτός, στὸν δικό µας χωµατένιο κόσµο, νὰ λάβει τὴν δική µας πεπερασµένη ἀνθρώπινη φύση, ὥστε νὰ µᾶς ἐπαναφέρει στὸν πρότερο προορισµό µας. Νὰ τὸν ὑποδεχτοῦµε στὸν γεµάτο ἐγωισµούς, κακίες, µίση καὶ πάθη κόσµο µας, γιατί ἦρθε νὰ µᾶς µυήσει στὴν ταπείνωση, στὴν ἀγάπη, στὴν δικαιοσύνη, στὴν ἀλήθεια. Νὰ τὸν ὑποδεχτοῦµε γιατί µᾶς συνάντησε δεµένους χειροπόδαρα ἀπ’ τὸν διάβολο, καὶ µᾶς ἐλευθέρωσε ἀπ’ τὴν φθορὰ τῆς ἁµαρτίας καὶ τὸν θάνατο, ἀφοῦ µᾶς κατέστησε κοινωνοὺς τῆς δικῆς Του Ζωῆς, τῆς δικῆς Του Ἀνάστασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ χριστιανοῦ τοῦτες τὶς µέρες.

Εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔρχονται εἶναι αὐτὰ ποὺ θὰ ζήσουµε ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς. Ἡ γέννησή του εἶναι ἡ δική µας θέωση. Ἡ «κένωσίς» Του ἔγινε ἡ δική µας «πλήρωσις». Ἡ «συγκατάβασίς» Του ἔγινε ἡ δική µας «ἀνάστασις». Ὁ Θεὸς πάσχει γιὰ νὰ µὴν ὑποφέρει ὁ ἄνθρωπος. Τὸ πάθος Του εἶναι ἡ δική µας ἀπάθεια. Γεννήθηκε «πτωχὸς» γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν δική µας φτώχια. Τὸ πάθος Του καὶ ἡ ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἔγινε τὸ πάθος γιὰ τὰ δικά µας πάθη.

Γι’ αὐτὸ αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα ἂς εἶναι ἡ ἀφετηρία µιᾶς ἄλλης πορείας. Ἂς µὴν µείνουµε µόνο στὴν ἐξωτερικὴ προετοιµασία. Ἂς ὑποδεχτοῦµε τὸν Χριστὸ ἔτσι ὅπως ἁρµόζει στὸ Σωτήρα καὶ Λυτρωτὴ τῆς ζωῆς µας, γονατίζοντας µπροστὰ στὴ φάτνη µὲ ταπείνωση, γιὰ νὰ λάβουµε σύµφωνα µὲ τὸν Ἅγιο Συµεὼν «φῶς, εἰρήνη καὶ χαρά, ζωή, τροφὴ καὶ πόση, ἔνδυµα, ἥλιον οὕτως ἄδυτον καὶ ἄστρον ἀειλαµπὲς»

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...