Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΖΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 Ο  ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’
 Η επιχειρηθείσα αλλοίωση της ιστορίας
1. Ο Σταυρός του Χριστού
Τον Σταυρό του Κυρίου προβάλλει σήμερα η Εκκλησία εις προσκύνησιν για να μας ενισχύσει στην πορεία προς το Πάσχα. Από την εξουθένωση και την καταισχύνη του Σταυρού επήγασε το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Συντρίβονται τα ανθρώπινα κριτήρια, οι ανθρώπινες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις με το Σταυρό του Χριστού. ό,τι φαίνεται σκάνδαλο, μωρία και ανοησία και καταφρόνια αποδεικνύεται δύναμη, σοφία, αγιασμός και δόξα. Το ξύλο της ντροπής και της αισχύνης, πάνω στο οποίο άφηναν την τελευταία τους πνοή οι μεγαλύτεροι λησταί και κακούργοι, μεταβάλλεται σε σύμβολο και όργανο αγιασμού και δόξης. Μ’ αυτόν εκφράζουμε οι Χριστιανοί την πίστη μας σημειώνοντάς τον στο στήθος μας, αυτόν δίνουμε σαν φυλακτό στα αγαπημένα μας πρόσωπα, αυτός κοσμούσε και κοσμεί τα σκήπτρα των βασιλέων και τις μίτρες των αρχιερέων, αυτός θρονιάζεται στις κορυφές των ναών. Είναι το ακαταμάχητο όπλο εναντίον των αντιθέων δυνάμεων, η δόξα των αγίων της Εκκλησίας.
Σε όλα τα τοπικά εθνικά σύμβολα που είχαν διάφοροι αγωνισταί του 1821 ο Σταυρός ή ήταν κυριαρχικά μόνος ή απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε σχετικής παραστάσεως. Και στο εθνικό σύμβολο που τελικώς επεκράτησε, στην γαλανόλευκη σημαία μας, επί δεκαετίες «λαμπύριζε στην ψηλή της κορυφή», κατά τον ποιητή, μέχρι που κάποια ατυχής έμπνευση επεχείρησε να τον καταβιβάσει, χωρίς να επικρατήσει όμως η ρύθμιση. Γιατί στις γενιές όλων των Ορθοδόξων το όραμα του θεμελιωτού της Ανατολικής Ελληνικής αυτοκρατορίας, του Μ. Κωνσταντίνου, που είδε στον ουρανό σχηματισμένο τον Τίμιο Σταυρό με την φράση «εν τούτω νίκα», έχει περάσει μέσα στα κύτταρα της εθνικής αυτοσυνειδησίας, έχει συνδεθή με τους μηχανισμούς του εθνικού συναγερμού σε περιόδους πολέμων. Στον Σταυρό και στην Εκκλησία καταφεύγει το Έθνος για να επιβιώσει και να κατατροπώσει τους εχθρούς του, από το Χριστό ζητά βοήθεια για τις νίκες εναντίον των βαρβάρων. «Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα».

2. Ο σταυρός του πατριάρχου
Δεν πρόκειται όμως σήμερα να ασχοληθούμε με τη σημασία του Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας και του Έθνους. Αυτό γίνεται πολύ συχνά, διότι και οι σχετικές με το Σταυρό γιορτές είναι πολλές, αλλά και διότι το μυστήριο της σωτηρίας και της αναστάσεως είναι αδιάλυτα δεμένο με το Σταυρό και το Πάθος. επομένως για το Σταυρό του Χριστού γίνεται συχνά λόγος. Το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας δίνει σήμερα μία σπάνια ευκαιρία να ασχοληθούμε, σύντομα βέβαια, με το σταυρό και τη δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’, του οποίου σήμερα, 10 Απριλίου, τιμά η Εκκλησία τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο. Ήταν και τότε 10 Απριλίου του 1821, πριν από 162 χρόνια, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, το αιώνιο και καλύτερο για τον εθνομάρτυρα πατριάρχη Πάσχα. μετά τη μαρτυρική Μεγάλη Εβδομάδα που πέρασε εισήλθε με όργανο το σχοινί της αγχόνης και μετά από πολλούς ονειδισμούς και εμπτυσμούς, ως γνήσιος μαθητής του εσταυρωμένου Χριστού, στο ανέσπερο φως της θεϊκής βασιλείας, και τιμήθηκε από τον Ελληνισμό με πρωτοφανείς τιμές και δόξες, επάξιες του μαρτυρίου και της μεγάλης του προσφοράς. Και υπάρχει λόγος επιτακτικός που επιβάλλει να παρουσιασθούν ο σταυρός και η δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου, λόγος που συνδέεται όχι μόνο με την εθνική μας φιλοτιμία και ταυτότητα, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του Γένους μας, του ελλη­νορθοδόξου πολιτισμού μας.

3. Πότε εξαφανίζεται ένα έθνος;
Δύο είναι στην μακραίωνα εκτίμηση των ιστορικών του πολιτισμού τα στοιχεία που προαγγέλουν την επερχόμενη καταστροφή ενός έθνους. η έλλειψη ικανών ηγετών και η αποξένωση του λαού από τα ιερά και τα όσια της φυλής. Όταν παρατηρείται το ένα από τα δύο μόνον, υπάρχει ελπίς αποφυγής του αφανισμού. Εμπνευσμένοι ηγέται μπορούν και μόνοι τους, όταν δεν είναι απλοί δημαγωγοί, να εκφράσουν την εθνική αυτοσυνειδησία, να κλείσουν μέσα τους όλο το παρελθόν και να το ζωντανέψουν στις καρδιές ενός λαού που έχει ξεχάσει την ιστορία του, έχει ισοπεδώσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα με τη μέριμνα της καθημερινότητας, του γλεντιού και των απολαύσεων. Αυτό δεν έκαναν οι προφήται και οι κριταί του Ισραήλ με τον καυστικό και θαρραλέο τους λόγο, εναντίον των επιθυμιών και των θελήσεων των αρχόντων και του λαού; Αυτό δεν έκαναν οι μεγάλες και ηρωικές μορφές των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, που σαν άλλοι προφήται οδήγησαν με δριμείς ελέγχους σε αυτοσυνειδησία και επίγνωση; Όταν πάλι ο λαός βρίσκεται σε σωστή πορεία, και οι άρχοντες τον παραπλανούν, γρήγορα τους απομονώνει και τους απορρίπτει, αναδεικνύοντας μέσα από τα σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους και ικανούς ηγέτας. Αλλοίμονο, όμως, αν συμβεί ηγεσία και λαός να βρεθούν σε καταστροφική για το Γένος πορεία. Τότε η σωτηρία από τον Θεό μόνο πρέπει να ελπίζεται.

4. Το εικονοστάσι του Γένους ξηλώνεται από νέους εικονομάχους
Οι περισσότεροι σήμερα συμφωνούμε στη χώρα μας ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορείται στο σώμα και πιο πολύ στο πνεύμα του πολιτισμού μας. Δεν γονιμοποιείται πλέον από υγιείς δυνάμεις ο πνευματικός μας βίος. ξέφραγο αμπέλι η παιδεία μας ταλανίζεται από εκθεμελιωτικές και καταστροφικές δυνάμεις. Υβρίζεται και παραχαράσσεται η εθνική μας ιστορία, σπιλώνονται και συκοφαντούνται μεγάλες μορφές, δεν διαβάζεται πια το συναξάρι του Γένους, στην ιερή μνήμη των προγόνων μας δεν τελούμε μνημόσυνα. Μία αδίστακτη εικονοκλαστική κίνηση κατεβάζει από το εικονοστάσι του Γένους τις τιμημένες μορφές μαρτύρων και ηρώων. Βεβηλώνονται οι μνήμες των διδασκάλων. και αυτή η ιεροσυλία και τυμβωρυχία είναι πιο βδελυρές από τις βεβηλώσεις των τάφων, γιατί προσβάλλουν και εξευτελίζουν το πνεύμα τους, μα και γιατί δεν γίνονται από αλλοεθνείς, αλλά από ομοθρήσκους γενιτσάρους. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τα συναντούμε σε πολλές εφημερίδες και σε φθηνές εκδόσεις βιβλίων που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία. Μπαίνουν, χωρίς την άδειά μας, στα σχολικά των παιδιών μας βιβλία, αλλά χωρίς ντροπή και μέσα στα σπίτια μας με την τηλεόραση, παραβιάζοντας την πανάρχαια ιερότητα της οικογενειακής εστίας, το οικογενειακό άσυλο. Και ανεχόμαστε όλους αυτούς τους βιαστάς και διαφθορείς της εθνικής μας μνήμης, της εθνικής μας ταυτότητος, των ιερών και οσίων της φυλής μας, χωρίς καμμία αντίδραση.

5. Θα ξαναζωντανέψει το κρυφό σχολειό
Ανεχόμαστε να υβρίζεται περισσότερο των άλλων η ιερή μνήμη του κορυφαίου πρωτομάρτυρος της Εκκλησίας και του Γένους στην εθνική εξέγερση του 1821, του πατριάρχου και εθνάρχου Γρηγορίου του Ε’. Επιχειρούν ασύστολα να πλήξουν στο πρόσωπό του την Εκκλησία, να μειώσουν την επίδρασή της, να την τοποθετήσουν, αν μπορέσουν, στο περιθώριο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του έθνους, ώστε ανενόχλητοι να οικοδομήσουν τα δικά τους πολιτιστικά μοντέλα. Και είναι αυτή η μεθοδευμένη εναντίον της Εκκλησίας επίθεση απ’ όλους τους Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες και Σκαρίμπες η μεγαλύτερη απόδειξη ότι την φοβούνται και την υπολογίζουν σαν την μόνη ικανή, συγκροτημένη και οργανωμένη, με αιώνων πείρα και θεϊκή ισχύ, δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Να καλέσει το λαό σε επαγρύπνηση, να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της, για να καταφύγει εκεί μέσα πάλι των ελεύθερων πολιτικά Ελλήνων το δουλωμένο πνεύμα, να ξαναλειτουργήσει τα κρυφά σχολειά, για να αποδείξει στην πράξη στους ανιστόρητους ιστορικούς ότι δεν είναι θρύλος και παραμύθι το κρυφό σχολειό, όπως το παρουσιάζουν τελευταία, αλλά αναμφίβολη πραγματικότης, που την διέσωσε η λαϊκή συνείδηση στο τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό κ.τ.λ.», την έψαλε ο ποιητής μας Ιωάννης Πολέμης στο θαυμάσιο ομώνυμο ποίημά του «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...» και την απεικόνισε ο μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στη γνωστή παράσταση του Κρυφού Σχολειού, με τους μαθητές γύρω από τον δάσκαλο Καλόγηρο.

6. Από τον πολιτικό εκμηδενισμό στα πρόθυρα νέας αυτοκρατορίας
Ευγνώμονες όμως εμείς προσκυνηταί σήμερα της μνήμης του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ ας παρακολουθήσουμε σε σύντομη εξιστόρηση το σταυρό και τη δόξα του, για να τονώσουμε τα αντισώματα απορρίψεως, απομονώσεως των διαστροφέων της ιστορίας μας.
Γεννημένος από φτωχική οικογένεια στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου το 1746 κατόρθωσε λόγω της ευφυΐας του ο μικρός Γεώργιος Αγγελόπουλος, Γρηγόριος είναι το κληρικό του όνομα, να διακριθεί στα γράμματα και να υποστηριχθεί από την Εκκλησία. Φοιτά μετά από τη Δημητσάνα στα φημισμένα σχολεία της Σμύρνης, της οποίας σε λίγο θα γίνει μητροπολίτης. Το πέρασμά του από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη θα συνδεθεί με ένα εκπαιδευτικό φούντωμα, με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ενίσχυση δασκάλων και μαθητών, που δεν τολμούν ούτε οι αντικληρικό πνεύμα έχοντες Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού να το αμφισβητήσουν1. Η προπαρασκευή και το ξέσπασμα της επαναστάσεως του 1821 βρίσκουν τον Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επί κεφαλής όχι μόνον της Εκκλησίας αλλά και του Γένους, εκκλησιαστικό και πολιτικό συγχρόνως αρχηγό των Ορθοδόξων, εθνάρχη, υπεύθυνο νομικά απέναντι του κατακτητού για ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ των υποδούλων.
Κουβαλούσε ο Γρηγόριος στο μεγάλο και υπεύθυνο αυτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση που τη θεμελίωσε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γεννάδιος Β’ Σχολάριος με τα προνόμια που του παρεχώρησε ο Μωάμεθ, από θαυμασμό προς τη σοφία και την ακτινοβολία του.
Προδομένο και τότε το Γένος, το 1453, από τους συμμάχους και αποκοιμισμένο από τους πολιτικούς του ηγέτας βρήκε στήριγμα και στέγη στην Εκκλησία, που το παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο από τα χέρια των πολιτικών ηγετών, στο χείλος της αβύσσου και της καταστροφής2, του εγιάτρεψε τις πληγές και το κατέστησε πρώτη πνευματική και οικονομική δύναμη της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κατήντησε να κυβερνάται από τους ευφυείς και δραστήριους Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι δεν διέφυγαν και αυτοί τη λασπολογία στρατευμένων ιστορικών3. Ο Ελληνισμός των χρόνων του Γρηγορίου ήταν ακμαιότερος υλικά και πνευματικά του σημερινού Ελληνισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία του έχει συρρικνωθή γεωγραφικά στα όρια της μητροπολιτικής Ελλάδος, στη δυτική μόνο πλευρά του Αιγαίου πελάγους, πνευματικά δε είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί απομόνωσε και κατέστησε δυσχερή την τονωτική επίδραση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στις νέες γενιές.
Επισυμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων μας ένας πνευματικός εξανδραποδισμός των νέων μας, μια μεθοδευμένη από ξένα κέντρα αποφάσεων εθνική απονεύρωση. Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές θα νοιώθουν ξένες και αλλοτριωμένες από τα ιδανικά που πυρπολούσαν μέχρι τώρα τους Έλληνες και εξασφάλιζαν την εθνική τους επιβίωση. Ελπίζουμε ότι θα συνέλθουν γρήγορα η πολιτική ηγεσία και οι πολυπραγμονούντες λόγιοι, και δεν θα χρειασθεί αυτοί μεν ακινδύνως να πάρουν το δρόμο προς τη Δύση, όπως έκαναν και τότε πριν και μετά την άλωση, να πληρώσουν δε τα λάθη ο λαός και η εκκλησιαστική ηγεσία, η οποία πάντοτε μένει κοντά στο ποίμνιό της και πρώτη γεύεται τα μαρτύρια και το σταυρό.

7. Οι αποτυχίες προηγουμένων κινημάτων επιβάλλουν φρόνηση
Έχοντας λοιπόν την ευθύνη για τη ζωή και την ύπαρξη του Γένους ο πατριάρχης Γρηγόριος αντιμετώπισε με σπάνια σύνεση και παραδειγματικό ηρωισμό το ξέσπασμα της επαναστάσεως κατ’ αρχήν μεν στην Μολδοβλαχία με ηγέτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κατόπιν δε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ευλόγησε τους οπλαρχηγούς και το λάβαρο του αγώνος στην Αγία Λαύρα, ήταν ιδικός του προστατευόμενος και συγγενής.
Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις επαναστατικές αυτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί η παρουσία του Υψηλάντη ερμηνευόταν ως προστασία και υποκίνηση του κινήματος από τη Ρωσία. Διεδόθη ότι πρόκειται για γενικό ξεσηκωμό των Ρωμηών στον οποίο μετείχε επίσημα και η ηγεσία, ο πατριάρχης, πράγμα που επέτρεπε στον σουλτάνο να διατάξει γενική σφαγή των Χριστιανών. Ο πατριάρχης αναμέτρησε τις ευθύνες του για τον άοπλο πληθυσμό, που θα αφηνόταν ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία του όχλου και των Γενιτσάρων. Είχαν καταγραφή άλλωστε στην εθνική μνήμη οι φοβερές σφαγές που ακολούθησαν μετά από αποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, του Διονυσίου του Φιλοσόφου π.χ. στη Θεσσαλία, και πιο πρόσφατα στα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο.
Στο πρώτο μάλιστα ο λαός με δημοτικό τραγούδι επέρριψε, κατά κάποιο τρόπο, την ευθύνη για τον άκαιρο ξεσηκωμό στο δεσπότη, στον μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο Φιλόσοφο ή Σκυλόσοφο, που τόλμησε στις αρχές του 17ου αιώνος να ξεσηκώσει τους σκλάβους στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο:

Δεσπότη μου τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι
και ρήμαξαν τα Γιάνενα και ρήμαξεν ο τόπος,
μείναν τα σπίτια αδειανά, γέμισαν τα χαντάκια
κι’ ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη;
Εδώ αρπάζουν κόρακες κι' εκεί οι Γιαουντήδες.
Δεν έχ’ η μάννα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους.
Κι’ εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη,
να τρών’ οι κόττες πίττουρα να νταβουλάν οι γύφτοι,
για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι.

8. Δεν μοιάζει με τη Γαλλική η Ελληνική Επανάσταση
Δεν ήταν η πρώτη φορά το 1821 που ξεσηκωνόταν το σκλαβωμένο Γένος, αλλά μία από τις πολλές. Αποδεικνύει και αυτό εναντίον των απόψεων των σημερινών διαστροφέων της ιστορίας μας ότι οι Έλληνες δεν περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση, για να διδαχθούν και να εμπνευσθούν από τις αρχές της. Η επανάσταση του 1821, αποκορύφωμα σε σειρά παρομοίων εξεγέρσεων, δεν έχει σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί επρόκειτο περί εμφυλίου πολέμου με κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ενώ εδώ περί κοινού εθνικού αγώνος των αρχόντων, του κλήρου και του λαού εναντίον ξένου και αλλοθρήσκου κατακτητού.
Η Γαλλική Επανάσταση εμπνευσμένη από τις αρχές του αθεϊστικού Διαφωτισμού ήταν αντιχριστιανική και φανατικά αντικληρική. Εκατοντάδες κληρικών και μοναχών πέρασαν από την γκιλοτίνα με την κατηγορία ότι ήσαν δήθεν μοναρχικοί, βασιλικοί4. Αντίθετα η Ελληνική Επανάσταση, όπως το βεβαιώνουν στις απλοϊκές τους γραφές οι πρωταγωνισταί του αγώνος, οι στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Μακρυγιάννης, αλλά και τα πολεμικά συνθήματα, είχε σαν κίνητρο πρώτα τη θρησκευτική ελευθερία, τη θρησκεία, και κατόπιν την εθνική απελευθέρωση, την πατρίδα: «Για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία»5.
Στις τάξεις των πρωτεργατών στα διάφορα κινήματα τα πιο επίλεκτα στελέχη οι κληρικοί, όπως ο Διονύσιος Φιλόσοφος, και στη συνέχεια ο παπα-Βλαχάβας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, ο ηγούμενος με τους καλογήρους στο Αρκάδι της Κρήτης αργότερα6. Άφηναν συχνά το αγιοπότηρο, για να πιάσουν το καριοφίλι που είναι αγιασμένο στη συνείδηση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου αυτό που διασώζει ο ποιητής Ι. Πολέμης σαν απάντηση κάποιας γιαγιάς προς τον εγγονό της, που απορούσε γιατί την έβλεπε κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό, μαζύ με τα εικονίσματα να θυμιατίζει και το καριοφίλι. Δεν αμφιβάλλουμε ότι θα βρεθούν οι γνωστοί «Ειρηνιστές», που σίγουρα δεν έχουν μεγαλύτερη ωριμότητα από του μικρού εγγονού, να κατακρίνουν την εκκλησία που συντηρούσε την εθνική συνείδηση και εξαγίαζε την εξέγερση εναντίον των αλλοθρήσκων. Η απάντηση της ώριμης γερόντισας, είναι απάντηση της γηραιάς ελληνικής ιστορίας στους ανώριμους μελετητάς της:
Το καριοφίλι που θωρείς
ψηλά στον τοίχο να σκουριάζη,
παιδάκι μου, μην απορείς,
αγιολιβάνι του ταιριάζει.
γιατί χωρίς αυτό, χωρίς-
χωρίς το φλογερό του στόμα
θάμαστε σκλάβοι σκλάβοι ακόμα.

9. Απειλείται γενική σφαγή, ιερός πόλεμος. Ο πατριάρχης αρνείται να φύγει
Ας επανέλθουμε όμως στον εθνομάρτυρα πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή εις τον σεϊχούλ-ισλάμην, τον Τούρκον δηλαδή πρωθιερέα, να εκδώσει φετφά, το σχετικό δηλαδή έγγραφο, με το οποίο θα εκηρύσσετο ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων, των ραγιάδων που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Θα ημπορούσε κάλλιστα ο πατριάρχης να φύγει και να σωθεί, όπως του συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντας και οι ξένες πρεσβείες, που πάντοτε είναι καλά ενημερωμένες. Η απάντησή του είναι το αντάξιο, το κατάλληλο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας που σε λίγο θα γραφόταν με το μαρτυρικό του θάνατο:
Μη με προτρέπετε εις φυγήν. μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των χειρών των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθύες θα μας φάγωσι... Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγυιών, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες. Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης. Αν δε το έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου.
Δεν έφυγε λοιπόν ο ηρωικός πατριάρχης και αρνήθηκε την προσφορά των ξένων να τον φυγαδεύσουν ή να τον κρύψουν. Έμεινε ορθός να αντιμετωπίσει παλληκαρίσια την κατάσταση. να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον σεϊχούλ-ισλάμην και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια που παρεχώρησε ο πορθητής. Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί του ότι δεν συμμετέχει όλο το έθνος εις το κίνημα. Ο Τούρκος πρωθιερεύς, δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα έγγραφα που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο πατριάρχης με τους προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. εκδίδει τον γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμμία επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέται της επαναστάσεως ότι ο αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η γενική σφαγή.


10. Ο αφορισμός της Επαναστάσεως ήταν εικονικός. Η άρση του αφορισμού
Αυτός λοιπόν ο εικονικός της επαναστάσεως αφορισμός είναι το μεγάλο επιχείρημα των σημερινών στρατευμένων πολεμίων της Εκκλησίας καιτά του Γρηγορίου. Όλοι εκατάλαβαν ότι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού ελιγμού. ότι ο πατριάρχης άλλα επίστευε και άλλα έγραφε. Όλοι εκατάλαβαν και καταλαβαίνουν, εκτός εκείνων που οι δογματικές αντιεκκλησιαστικές θέσεις της ιδεολογίας των τους εμποδίζουν να σκέφτονται ελεύθερα. Εκατάλαβε αμέσως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και δεν έλαβε καθόλου ύπ’ όψιν τον αφορισμό, όπως φαίνεται από όσα έγραφε στις 19 Ιανουαρίου προς τον Κολοκοτρώνη και προς τους Σουλιώτες:
Ο μεν πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρήτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου.
Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει όχι μόνον ο Υψηλάντης, ο έμπειρος διπλωμάτης, αλλά και ο οποιοσδήποτε, ο πλέον αγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει στη λαϊκή σοφία η τακτική αυτή των κληρικών, όπως φαίνεται από την παροιμία:
Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι απόγραφε.
Υπάρχουν άλλωστε και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν τον εικονικό χαρακτήρα του αφορισμού, μπροστά στα οποία κλείνουν τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο, οι μαρξισταί ιστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.
Σε άρθρο που δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης με θέμα «Η Εκκλησία και ο ιερός αγών» αποκαλύπτει ότι υπέγραφαν μεν ο πατριάρχης και οι συνοδικοί το αφοριστικό έγγραφο, «διότι ευρίσκοντο προ του φοβερού διλήμματος ή να αποδοκιμάσωσι και αφορίσωσι έργον άγιον και ιερόν εις ο και αυτοί ήσαν μεμυημένοι και συνεργάται ή να απολέσωσι όχι εαυτούς, άπαγε, περί αυτών ουδείς λόγος, ως το απέδειξαν ολίγον βραδύτερον, αλλά το ταλαίπωρον έθνος, εναντίον του οποίου θα εστρέφετο, ως ηπείλει, η σουλτανική οργή και λύσσα».   Στη συνέχεια δε κατά τον καθηγητή Βιζουκίδη, την ίδια νύκτα μετά την υπογραφή του αφορισμού, ο πατριάρχης μαζύ με τους δώδεκα συνοδικούς αρχιερείς κατέβηκαν στον πατριαρχικό ναό και σε ειδική μυστική τελετή, εν μέσω λυγμών και δακρύων έλυσαν και ακύρωσαν τον αφορισμό «επευλογούντες νοερώς τα όπλα των υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών»7.
Υπάρχει επίσης επιστολή του ιδίου του πατριάρχου Γρηγορίου προς το δραστήριο μέλος της φιλικής Εταιρείας, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, στην οποία του συνιστά να τηρεί απέναντι του τυράννου την διπλωματική αυτή τακτική. Το κείμενο της επιστολής, όπου φαίνεται επίσης ότι ο πατριάρχης ετέλει εν γνώσει των προετοιμασιών διά την εξέγερση έχει ως εξής:
Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, διά του αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα. οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχε­μυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ’ ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι. Η του Παπανδρέα πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς εγγύς δε έστι του Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεώργια δώσει σοι ο Πανύψιστος.
Καλύτερα όμως από κάθε άλλον τον εικονικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του αφοριστικού εγγράφου αντε­λήφθη η Υψηλή Πύλη, η οποία εκτός του ότι εξόρισε και τελικώς εφόνευσε τον ατυχή πρωθιερέα των Τούρκων, διότι επίστευσε τους απίστους ραγιάδες, οδήγησε τελικώς μετά από πολλά μαρτύρια πολλούς αρχιερείς στον θάνατο, κορυφαίο δε και πρώτο μεταξύ αυτών τον πατριάρχη Γρηγόριο, αμέσως μετά τη λειτουργία του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821. Απηγχονίσθη στη μεσαία πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου. Επάνω στο στήθος «ην η αιτία αυτού γεγραμμένη», κρεμάσθηκε το εκτενές καταδικαστικό έγγραφο, ο γιαφτάς, που και μόνο αρκεί να συντρίψει σε χίλια κομμάτια τις γραφίδες των στρατευμένων διαστροφέων της ιστορίας μας. Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής:
Ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του... Αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του όχι μόνο δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν Πελοποννήσω και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι αίτιος του παντελούς αφανισμού τον οποίον μέλλουν διά της θείας βοηθείας να πάθωσιν οι αποπλανηθέντες ραγιάδες. Επειδή δε εβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον του ιδίου έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων.

11. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου επιδρά ευνοϊκά στον αγώνα
Η σύγχυση και το μίσος του σουλτάνου τον οδήγησαν στην πράξη του απαγχονισμού του πατριάρχου, που έφερε ευνοϊκά για τον αγώνα αποτελέσματα, όπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ο ηρωικός εθνομάρτυς. Η επίσημη Ευρώπη, που εκυριαρχείτο από τον μισελληνισμό του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, αρχίζει για πρώτη φορά να βλέπει με συμπάθεια το ελληνικό ζήτημα. ο φιλελληνισμός φουντώνει. Οι Έλληνες αντί να καμ­φθούν και να σωφρονισθούν, ξεσηκώθηκαν και αγρίεψαν περισσότερο ζητώντας εκδίκηση, γιατί στο πρόσωπο του πατριάρχου θεώρησαν ότι ατιμάζεται και περιφρονείται το Γένος. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «εις την κόψιν του ελληνικού σπαθιού ήτο γραμμένον το όνομα του πατριάρχου και εθέριζε». Αυτό δε το πάθος της ιεράς εκδικήσεως απέδωσε θαυμάσια ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όταν το 1872, μπροστά στον νεότευκτο ανδριάντα του Γρηγορίου, στα προπύλαια του Πανεπιστημίου, στον ίδιο ανδριάντα τον οποίον σήμερα ασεβείς και αγνώμονες απόγονοι, κάτω από μία παράξενη ανοχή, σπάζουν, μουντζουρώνουν και υβρίζουν, απήγγειλε μέσα σε νεκρική από τη συγκίνηση σιγή, παρουσία της κυβερνήσεως, του κλήρου και του λαού, το θαυμάσιο, το αριστουργηματικό εκείνο ποίημα8:

Πώς μας θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου
Τα φτερωτά σου όνειρα, γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές ελπίδες
όσες μας δίδει η όψις σου παρηγοριές κι’ ελπίδες;
Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου.
Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο
τ’ ανάστησε η αγάπη μας, κι’ εδώ μαρμαρωμένο

θα στέκη
ολόρθο, ακλόνητο και αιώνια θε να ζήση

νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ ανατολή και δύση.
Στο μοναδικό λοιπόν αυτό και συγκλονιστικό ποιητικό αριστούργημα, που δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο τον σεβασμό του έθνους προς τον ηρωικό πατριάρχη και κάνει έτσι να φαίνεται πιο απαίσια η σημερινή ασέβεια των παρασυρμένων νέων μας, που έφθασαν μέχρι του σημείου να σπάσουν από τον ανδριάντα μέρος της ράβδου, παρουσιάζει ο ποιητής ένα κυνηγημένο πουλί, προφανώς τον δικέφαλο αετό, σαν έκφραση του Γένους, να σκοτεινιάζει τον ουρανό με τα φτερά του,
Και με φωνή που ξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του
εφώναξε και εμούγκρισε. Χτυπάτε, Πολεμάρχοι,

απ’ άκρη σ’ άκρη
ο χαλασμός. Κρεμούν τον πατριάρχη.
Η ίδια ιερή μανία να εκδικηθεί το Γένος τον άδικο και προσβλητικό θάνατο του πατριάρχου εκφράζεται και από τον εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό, στον εθνικό μας ύμνο, τον οποίον τουλάχιστον έπρεπε να μη τολμούν να ψάλλουν οι υβρισταί της μνήμης του:
Όλοι κλαύστε. αποθαμένος
ο αρχηγός
της Εκκλησιάς,

κλαύστε, κλαύστε. κρεμασμένος
ωσάν νάτανε φονιάς
Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα
λες πως δε θα ξαναβγή
η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν αδικηθή
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμή.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγος, εις την γη
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνια αστραπή.
Και δεν ήταν δυνατόν να γίνει άλλως, παρά να αποδώσουν οι δύο εθνικοί μας ποιηταί το εμπεδωμένο στη συνείδηση του λαού υψηλό αίσθημα εκτιμήσεως της θυσίας του πατριάρχου, το οποίο περιέργως παρασιωπούν οι δήθεν εν ονόματι του λαού αγωνιζόμενοι, σε άλλους όμως κυρίους δουλεύοντες κονδυλοφόροι.

12. Οι τιμές της Ρωσίας και της Ελλάδος προς το λείψανο του πατριάρχου
Μετά τον απαγχονισμό επί τρεις ημέρες έμεινε το άγιο σκήνωμα του εθνομάρτυρος στα χέρια του αγρίου όχλου και των Εβραίων, μέχρις ότου στις 13 Απριλίου το έρριξαν στη θάλασσα του Κερατίου κόλπου. Το Σάββατο του Θωμά, 16 Απριλίου, ανέλπιστα προσκολλήθηκε στο πλοίο του εκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου και μέσα στη γενική του πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στην Οδησσό. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η θαυμαστή ιστορία της αποδόσεως πρωτοφανών στο λείψανο του πατριάρχου τιμών. Ο Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον από τα πλαίσια των ανθρωπίνων νόμων, της ανθρωπίνης εκτιμήσεως, και εισάγεται από την πρόνοια του Θεού στα άγια των αγίων του Γένους. Αντί των χλευασμών και της καταφρόνιας που εδοκίμασε ζων, απολαμβάνει τώρα νεκρός τις τιμές που του άξιζαν.
Συνεγείρεται η Οδησσός στο άκουσμα ότι έρχεται το λείψανο του πατριάρχου. Η αυτοκρατορική Ορθόδοξη Ρωσία σε συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα οργάνωσε την υποδοχή και ετίμησε το λείψανο, όπως ταίριαζε στον οικουμενικό της Ορθοδοξίας πατριάρχη. Στην Οδησσό εξεφώνησε δύο θαυμασίους προς τον πατριάρχη λόγους, επικήδειο και μετά ένα χρόνο επιμνημόσυνο, ο μεγάλος ρήτωρ και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων9. Ο πρώτος αρχίζει ως εξής:
Έμελλες άρα, Παναγιώτατε Πατριάρχα Γρηγόριε, αφ’ ου μοι έδωκας πολλάς πολλών λόγων υποθέσεις και αφορμάς, έμελλες τέλος να κινήσης την ασθενή μου γλώσσαν και εις επιτάφιον λόγον σου.
Πενήντα χρόνια αργότερα, το ελεύθερο πλέον ελληνικό κράτος ενέκρινε με απόφαση της Βουλής αίτημα του μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου, το 1871, να μεταφερθούν από τη Ρωσία τα λείψανα του πατριάρχου στην ελεύθερη πατρίδα, διότι, όπως εγράφετο, «η εθνική ευγνωμοσύνη επιβάλλει ημίν το ιερόν καθήκον να εκπληρώσωμεν ήδη τον αγνόν και φυσικόν τούτον πόθον της αγίας εκείνης ψυχής»10.
Πολυμελής αντιπροσωπεία επιβιβασθείσα στο πλοίο «Βυζάντιον» έφθασε στην Οδησσό, όπου επί τη αναχωρήσει του λειψάνου επανελήφθησαν οι λαμπρές τελετές, που έλαβαν χώρα κατά την άφιξή του. Στην Αθήνα ήταν συγκινητική στο έπακρο και πάνδημη η υποδοχή. Είχαν φθάσει στον Πειραιά στις 14 Απριλίου του 1871. Οι βασιλείς, η ιερά σύνοδος, η κυβέρνηση, και πλήθη παραληρούντος λαού απέδωσαν τιμές και υποδέχθηκαν σε ελεύθερο έδαφος τον πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, όπως προφητικά και πάλι είχε προβλέψει. Το λείψανο τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, το επόμενο δε έτος επανελήφθησαν οι τιμητικές εκδηλώσεις, όταν έγινε η αποκάλυψη του ανδριάντος στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε απήγγειλε, το συγκλονιστικό του ποίημα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Έτσι όπως παρατηρεί στην εξαίρετη για τον πατριάρχη μονογραφία του ο Τάκης Κανδηλώρος:
Τον πατριάρχην εστέγασε νεκρόν η αγάπη συμπάσης της Ορθοδοξίας. τους εμπτυσμούς του σεπτού προσώπου του εκάθηρε το αίμα τόσων χιλιάδων Τούρκων, πεσόντων εν τω ελληνικώ αγώνι. Η πανελλήνιος Μούσα τω έψαλλε τόσα θούρια, μία μεγάλη αυτοκρατορία τω απένειμεν υπερόχους επι­κηδείους τιμάς, το δε ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος τον υπεδέχθη και τον ενεθρόνισε εσαεί εις το άφθιτον Πάνθεον των ελληνικών καρδιών11.
Επιστέγασμα δε αυτής της τιμής ήταν η απόφαση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνελθούσα στις 8 Απριλίου του 1921 εις έκτακτον συνεδρίαν αποφάσισε την ένταξη του Γρηγορίου εις το αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας12 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ το ίδιο έτος ο σοφός καθηγητής Χρ. Ανδρούτσος εξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό που τον δημοσιεύσαμε στο ανθολόγιο του σχετικού με τον πατριάρχη έργου μας. Η πράξη της ιεράς συνόδου μεταξύ άλλων λέγει:
Ορθώς έγνω συνευδοκούντος και του συμπαρισταμένου κατ’ αυτήν πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου καθιερωθήναι από του νυν και επισήμως την έως τούδε αυθορμήτως αναφερομένην τιμήν τω αοιδίμω Αρχιεπισκόπω Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικώ Πατριάρχη Γρηγορίω τω δι’ αγχόνης υπέρ Χριστού και του ποιμνίου μεμαρτυρηκότι τη ι’ Απριλίου του σωτηρίου έτους ,αωκα’ και συντετάχθαι του λοιπού το ιερόν αυτού όνομα εν ταις μνήμαις των κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, ιερομαρτύρων, ως αγίου εορταζομένου εν πάσι τοις ιεροίς ναοίς της ανά την Ελλάδα πάσαν Εκκλησίας αυτή δε τη ημέρα του μαρτυρίου, τη δεκάτη δήλον ότι Απριλίου παντός έτους, εις αιώνα τον άπαντα εις δόξαν του αγιάσαντος αυτόν ουρανίου της Εκκλησίας Νυμφίου, μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Επίλογος
Οι υβρισταί και χλευασταί της ζωής και της μνήμης του αγίου πατριάρχου και άλλων μορφών της Εκκλησίας και του γένους δεν είναι πλέον εκ των ξένων και αλλοτρίων αλλά ιδικοί μας, ομόφυλοι και ομόθρησκοι. Η ευθύνη όλων μας είναι τώρα μεγαλυτέρα. Είναι τόση η διάβρωση, υπό το πρόσχημα μιας προοδευτικής και φωτισμένης και ανεξάρτητης δήθεν επιστήμης, ώστε, ενώ δεν είχε κοπάσει ακόμη ο απόηχος από τις εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια από την εθνεγερσία, που οργανώθηκαν το 1971, βρέθηκε δυστυχώς καθηγητής Θεολογικής Σχολής, ο οποίος συνέγραψε δυσφημιστικόν και ασεβές έργο για τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’13.
Ήσαν σπάνιοι παλαιότερα οι υβρισταί της Εκκλησίας και του κλήρου, τόσο δε αποκομμένοι από το κοινό αίσθημα, ώστε ούτε το όνομά τους τολμούσαν να θέσουν στις άκριτες και εμπαθείς συγγραφές τους. Η «Ελληνική Νομαρχία», ένα εμπαθές και αναξιόπιστο κείμενο, προβάλλεται τελευταία φορτικά από τα μέσα ενημερώσεως, ενώ αγνοούνται δεκάδες συγγραφών και απομνημονευμάτων των αγωνιστών του 21. Ένας λόγιος παλαιότερα, ο Ροΐδης, ετόλμησε να χλευάσει την Εκκλησία, εισέπραξε όμως την γενική του λαού και των λογίων κατακραυγή. Για τον εμποτισμένο από το πνεύμα της αρνήσεως λόγιο γράφει χαρακτηριστικά ο Σπ. Μελάς, στη Νεοελληνική του Λογοτεχνία (σ. 277):
«Ένας λαός, που μόλις έβγαινε από μια επανάσταση, που επιχείρησε με θρησκευτικό αίσθημα και την εκκλησία του επί κεφαλής, σωστό ραχοκόκκαλο του εθνικού σώματος, από κάθε άλλο είχε ανάγκη, παρά από τους σαρκασμούς και τις ειρωνείες του Ροΐδη κατά της θρησκείας και της Εκκλησίας».
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ευδοκιμήσουν η ύβρις, η αγνωμοσύνη και η προδοσία. Η δόξα του εθνομάρτυ­ρος Γρηγορίου, δόξα και τιμή του ίδιου του έθνους, πρέπει να προστατευθεί από τους λασπολόγους αρνητάς, γιατί έτσι προστατεύεται και η ιστορία. Είναι καιρός να αναστήσουμε την ιστορική αλήθεια, να αποκαταστήσουμε, μαζύ με τους θραυσμένους ανδριάντας, τις ιερές μνήμες των μεγάλων μορφών της εθνικής μας ιστορίας.

[1].   Βλ. σχετικώς τη μελέτη της Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, που αναφέρεται σε ένα συνεργάτη του πατριάρχου στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη, και δίνει συγχρόνως μία γενική εικόνα της καταστάσεως για την παιδεία. Ο τίτλος της μελέτης είναι. Ιλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Η ζωή και το έργο αυτού, Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εικόνα για τη συμβολή της Εκκλησίας και του Γρηγορίου Ε’ στην οργάνωση της Παιδείας του Γένους δίδει ο Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ιη’ και ιθ' αιώνα, Αθήνα 1976. Απογοητευτική είναι η εικόνα που δίδει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, διότι στηρίζεται η ανάλυση στις απόψεις των «διαφωτιστών», των παλαιών και νέων οπαδών του Αδαμ. Κοραή. Γράφει ο Μ. Γεδεών (ενθ’ ανωτ., σελ. 292-223). «Την υπέρ των γραμμάτων και σχολείων φροντίδα και εποπτείαν ταύτην η Μ. Εκκλησία ήσκει ουχί συνιστώσα μόνον, ουχί την ίδρυσιν ευλογούσα, αλλά και παρακελευομένη προς σπουδήν των γραμμάτων και παρορμώσα προς επανίδρυσιν εκπαιδευτηρίου τινός υπό χρονικής επηρείας εις νάρκωσιν περιπεσόντος. Ούτως εφρόντισε περί της ανασυστάσεως της εν τω παρελθόντι αιώνι τοσούτον κλέος αραμένης αθωνιάδος ακαδημίας, τω μεν 1800 διά της εις Άγιον Όρος εξαρχικής αποστολής του επισκόπου Σταγών Παϊσίου του Θεσσαλού, προ πεντήκοντα δε σχεδόν ετών επί της πρώτης πατριαρχείας του αειμνήστου Γερμανού Δ’ του από Δέρκων, διά γραμμάτων ιδιωτικών και επισήμων. Διά τοιούτων εγκυκλίων ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ο από Σμύρνης εν τε τη δευτέρα και τη τρίτη αυτού πατριαρχεία συνεβούλευε και προέτρεπε και προς ίδρυσιν εκπαιδευτηρίων, και προς ορθήν εκπαίδευσιν, νουθετών μετά της περί αυτόν ιεράς συνόδου, όπως αποφεύγωσιν οι μαθηταί και διδάσκαλοι τας τότε επιπολαζούσας ετεροδιδασκαλίας, αποτρέπων από της μακράς σπουδής επιστημών τίνων, ας εδίδασκον άνθρωποι, η σπουδάσαντες επιπολαίως εν τη Δύσει, ή παρασυρόμενοι υπό του διασυρίζοντος ηδέως πνεύματος της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως». Διά τον επιθυμούντα να μελετήση τα της Τουρκοκρατίας και της συμβολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου απαραίτητες είναι οι πολλές αμερόληπτες ιστορικές μελέτες του Τ. Γριτσοπούλου.
2.   Ανάλυση κριτική για την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της τότε εποχής βλ. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος, Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 186 κ.ε.
3.   Περί των Φαναριωτών γράφει με θαυμασμό ο Επαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων του Οθωμανικού Κράτους, Αθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, υπό Π. Πουρναρά, σελ. 14-15. «Φαναριώται! όνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων αγνοούντων ή μη επισταμένως μελετησάντων την πάτριον ιστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! όνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλών ως συνώνυμον της χαμερπείας, ιταμότητος και πάσης κακοηθείας. Και όμως, αν ήμεθα δίκαιοι, οφείλομεν να θαυμάσωμεν τους μεγάλους εκείνους άνδρας, οίτινες ενώ όλη η Ελλάς εκοιμάτο τον βαρύν της δουλείας και απαιδευσίας ύπνον, μόνοι αντεπροσώπευον την ελληνικήν ευφυΐαν, εκράτουν εν τη παλάμη των την τύχην αχανούς αυτοκρατορίας, εκόλαζον τας κατά των ομογενών των αγρίας ορέξεις του φανατισμού και της βαρβαρότητος, εκαλλιέργησαν τας Μούσας διά τρόπου αξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, και διά του αίματος αυτών εξηγίασαν βίον εθνικόν και αμώμητον. Ίσως και μεταξύ αυτών ευρέθησάν τινες έχοντες ελλείψεις (και τις άνθρωπος ο μη έχων τοιαύτας!) αλλ’ αι ελλείψεις αύται εξαφανίζονται εν τη πληθύι των αρετών, ουδέ δύναται να μη συνομολογήση τις ότι μέρος της εθνικής της υπάρξεως οφείλει η Ελλάς εις τους λεγομένους Φαναριώτας».
4.   Δημοσιεύθηκε πρόσφατα στον τύπο ότι ο πάπας Παύλος ο ΣΤ’ αποκατέστησε επί τέλους στη συνείδηση των Ρωμαιοκαθολικών τα θύματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, ανακηρύσσοντας σε οσίους και μάρτυρες πολλούς κληρικούς και μοναχούς που σφαγιάσθηκαν από τους επαναστάτες.
Συμπληρώνοντας σήμερα (2002) τα όσα τότε (1983) γράφαμε για τη Γαλλική Επανάσταση παραθέτουμε όσα γράφει ο Russel Le­wis σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal επ’ ευκαιρία της 14ης Ιουλίου, επετείου της Γαλλικής Επαναστάσεως.
Το άρθρο είχε τίτλο «Δεν υπάρχει τίποτε να γιορτάσουμε την ημέρα της κατάληψης της Βαστίλλης». Αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 14 Ιουλίου 2002. Καταλήγει με τα εξής: «Πολιτικά το κύριο δημιούργημα της Επανάστασης ήταν ένα κράτος πολύ πιο απολυταρχικό από αυτό του Λουδοβίκου ΙΔ’. Οι αγρότες πραγματικά απηλλάγησαν από τις φεουδαρχικές οφειλές και τη δεκάτη και πολλοί από αυτούς έγιναν κύριοι της γης τους, έχασαν όμως και τα φεουδαρχικά δικαιώματά τους στο σιτηρέσιο και στον θερισμό. Οι πλουσιώτεροι αγρότες και οι κερδοσκόποι κέρδισαν, οι πιο φτωχοί αγρότες έγιναν φτωχότεροι από ποτέ. Και βέβαια όλες οι τάξεις υπέφεραν εξίσου με τις επιστρατεύσεις, που πήραν τους γιους τους για να μη γυρίσουν ποτέ πίσω ή για να γυρίσουν ανάπηροι. Αυτό ήταν ένα βάρος πολύ πιο τυραννικό από τα όσα είχε επιβάλει το σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς και αναπαρήχθη από πολλά κράτη, επιταχύνοντας έτσι τον κατήφορο στον καθολικό πόλεμο. Η απεχθέστερη κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν ωστόσο αυτή. ήταν η αντίληψη ότι τα δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά της βίας. Στη χειρότερη μορφή της είναι η θεωρία ότι μια ενάρετη ή πεφωτισμένη ελίτ έχει το δικαίωμα -για το καλό του λαού- να επιβάλλει τις απόψεις της με την τρομοκρατία. Είναι μια κληρονομιά για την οποία μετανιώνουμε όλοι σήμερα. Καλή επέτειο!»
5.   Είναι κατηγορηματικός για το θέμα αυτό ο γέρος του Μωρηά στο λόγο του προς τους φοιτητάς πάνω στην Πνύκα και είναι απορίας άξιο πώς ξεπερνούν τη γνώμη του όσοι θέλουν την Ελληνική Επανάσταση επηρεασμένη από τη Γαλλική, ταξικό και κοινωνικό κίνημα των πτωχών εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Λέγει ο Κολοκοτρώνης. «Η επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος. ήταν έθνος με άλλο έθνος, ήταν με ένα λαόν όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος ούτε να ορκισθή παρά μόνο ό,τι έκανε η βία. Ούτε ο σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν, αλλ’ ως σκλάβους... Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα" αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετανέοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την επανάστασι». Και ο στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται απλοϊκά γιατί αποφάσισε να αναμειχθεί στον αγώνα με τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Όχι βέβαια για να κάνει κοινωνικό και ταξικό αγώνα. Αλλ’ ας ακούσουμε τον ίδιο, να διηγείται πώς τον εμύησε στην Εταιρεία ο φίλος του ιερεύς. «Κατεβάζει τις εικόνες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον... Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες -θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα. "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.. Και η ευχή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ' άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβηξα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός...». Και μετά από αυτό είναι απορίας αλλά και δακρύων άξιον πώς βρίσκονται εκπαιδευτικοί, οι οποίοι στο επίσημο δελτίο της ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983) σε κύριο άρθρο με τίτλο «25 Μαρτίου 1821: εθνική λαϊκή εξέγερση» διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως λέγοντας ότι «το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών, με πρωτοπορία την εξεγερμένη αγροτιά, που κύριος στόχος της ήταν η αναδιανομή της γης, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους. Εμπόδιο στα αιτήματα αυτά ήταν όχι μόνο η Τουρκική κυριαρχία, αλλά και τα ντόπια φεουδαρχικά δεσμά των κοτζαμπάσηδων, που αντιστρατεύονται οποιαδήποτε κοινωνική εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τα προνόμιά τους. Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό». Πώς θα αναλύσουν στα παιδιά τα κείμενα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη και όλες τις επίσημες διακηρύξεις του αγώνος; Ας παρουσιάσουν ένα κείμενο που να λέγει για εμφύλιο πόλεμο, για ταξικό αγώνα, για πάλη των τάξεων, για αντικληρικό πνεύμα.
6.   Από το μοναστήρι, από τον ηγούμενο μαθαίνει ο λαός το μυστικό του ξεσηκωμού, όπως τραγουδά ο ίδιος σε δημοτικό τραγούδι. Στόχος δεν είναι να διώξουν τους Κοτζαμπάσηδες και τους δεσποτάδες, αλλά τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή:
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια
κρυφά το λέει ο Γούμενος από την Άγια Λαύρα.
Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας,
μας ήρθ’ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι.
7. Περικλή Βιζουκίδη, καθηγητού Παν/μίου Θεσ/νίκης, «Η Εκκλησία και ο ιερός άγων», εν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.
8.   Ολόκληρο το ποίημα δημοσιεύεται στο ανθολόγιο των κειμένων στο μνημονευθέν έργο μας.
9.   Τα κείμενα δημοσιεύονται στο ανθολόγιο του μνημονευθέντος έργου μας.
10. Βλέπε το κείμενο στο ανθολόγιο.
11. Το Κανδηλώρου, ένθ’ ανωτ., σελ. 247-248.
12. Ολόκληρον το κείμενο της συναριθμήσεως του Γρηγορίου μετά των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, βλ. στο ανθολόγιο κειμένων του προαναφερθέντος έργου μας. Πολύ συγκροτημένο είναι το αγιολογικό άρθρο του Μπεκατώρου, στην Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, όπου βρίσκει κανείς τις σχετικές πληροφορίες.
13. Πρόκειται περί του έργου του καθηγητού του Θεολογικού Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε’. Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974. Εις το τέλος του προαναφερθέντος έργου μας μεταξύ των κειμένων δημοσιεύομε συντριπτική κριτική του γνωστού Ιστορικού Τ. Γριτσοπούλου, για το απαράδεκτο πράγματι αυτό βιβλίο ενός καθηγητού Θεολογικής Σχολής, που τολμά να εξευτελίζει εθνομάρτυρες και αγίους της Εκκλησίας. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπεν ο γράφων (Θ. Ζήσης) στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής και δείγματα γραφής του Ν. Ζαχαροπούλου. Βλ. Ανθολόγιο. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπε στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής του Ν. Ζαχαροπούλου ως καθηγητού της Θεολογικής Σχολής ο εκ των εισηγητών σεβασμιώτατος μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος.
“ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΘΝΑΡΧΕΣ”
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΚΑΘ. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ
Εκδόσεις Βρυέννιος

Μητροπολίτης Κονίτσης Ανδρέας, Κλεῖστε τ' αὐτιά σας στὶς σειρῆνες ποὺ προπαγανδίζουν ὑπὲρ τῶν ἐξ ἀνατολῶν γειτόνων μας

Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 14ῃ Μαρτίου 2011
Ἀριθ. Πρωτ. 9
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 145η
ΘΕΜΑ: Ἑκατὸν ἐνενήντα χρόνια ἀπὸ τὸν Ἐπικὸ Ἀγῶνα τοῦ 1821
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
-Α-
Καθὼς ἐφέτος συμπληρώνονται ἑκατὸν ἐνενήντα (190) χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας, ἡ σκέψη μας γυρίζει στὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Λαύρας. Ἐκεῖ, στὶς 25 Μαρτίου 1821, μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ ὁπλαρχηγοὶ τῆς περιοχῆς Βοστίτσας (Αἰγίου) καὶ Καλαβρύτων καὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν φλογερὸ πατριώτη, Μητροπολίτη Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, ἐκήρυξαν τὴν Ἐπανάσταση ἐναντίον τῶν Τούρκων, ποὺ τοὺς καταδυνάστευαν τετρακόσια (400) ὁλόκληρα χρόνια, ἀφ' ὅτου ἔγινε ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (29 Μαΐου 1453).
-Β-
Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτοῦ τοῦ μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος, οἱ Ἕλληνες ἔκαναν πολλὲς ἐπαναστάσεις γιὰ ν' ἀποτινάξουν τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ὅλες, ὅμως, ἀπέτυχαν... Καὶ κατεπνίγησαν στὸ αἷμα τῶν Ἐπαναστατῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπέφεραν τὴν καταστροφὴ τῶν περιοχῶν, ὅπου αὐτὲς ἐκδηλώθηκαν. Ἡ πιὸ σημαντικὴ ἦταν ἐκείνη τοῦ 1770, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν παρακίνηση τοῦ Ρώσου ναυάρχου Ὀρλώφ, ποὺ ὅμως καὶ αὐτή, ἀπέτυχε. Τότε, ἀκριβῶς, συνέβησαν τὰ περιβόητα "Ὀρλωφικά", οἱ πρωτοφανεῖς, δηλαδή, σφαγὲς καὶ λεηλασίες τῶν Τούρκων σὲ βάρος τῶν ἐξεγερθέντων Ἑλλήνων. Τότε, ἐπίσης, καταστράφηκε ἐκ θεμελίων καὶ ἡ ἱστορικὴ Μοσχόπολις τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀπὸ τοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους Τουρκαλβανούς.
-Γ-
Ἀλλὰ οἱ ἀποτυχίες αὐτὲς δὲν ἐλύγισαν τὸ φρόνημα τῶν ραγιάδων καὶ τὸν ἀνύστακτο πόθο τους γιὰ τὴν Ἐλευθερία. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ὁ κατάλληλος καιρός, ποὺ ἡ Θεία Πρόνοια εἶχε ὁρίσει, οἱ Ἕλληνες ξεσηκώθηκαν. Στὶς 23 Μαρτίου 1821 ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης μὲ τοὺς γενναίους καὶ ἀνυπότακτους Μανιάτες του, ἐλευθέρωνε τὴν Καλαμάτα, ἐνῷ στὶς 25 Μαρτίου 1821 ὑψωνόταν στὴν Ἁγία Λαύρα τὸ Λάβαρο τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐπειδὴ δὲ στὶς 25 Μαρτίου εἶναι ἡ μεγάλη γιορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς
Θεοτόκου, γι' αὐτὸ ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ καθιερώθηκε ὡς ἐπίσημη ἔναρξη τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας. Καί, πραγματικά, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ὡραιότερος συμβολισμὸς ἀπὸ αὐτόν : Ὅτι, δηλαδή, ὁ τιτάνιος ἐκεῖνος Ἀγώνας ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας.
-Δ-
Βέβαια, στὸν Ἀγῶνα ἐκεῖνον ἔγιναν καὶ κάποια λάθη · ὑπῆρξαν καὶ ξεσυνέριες ὡρισμένων καπεταναίων. Εἶναι οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ποὺ δὲν λείπουν ποτὲ καὶ ἀπὸ πουθενά. Ἐν τούτοις,ἔλαμψε ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀνδρεία πολλῶν ἄλλων. Οἱ μορφὲς τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, τοῦ Διάκου, τοῦ Ἀνδρούτσου, τοῦ Καψάλη, τοῦ Ἐπισκόπου Ρωγῶν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Σαλώνων Ἡσαΐα - γιὰ νὰ ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς θρυλικοὺς ἀγωνιστές - ἔλαμψαν στὸ ἐθνικὸ καὶ στὸ παγκόσμιο στερέωμα καὶ προκάλεσαν τὸν θαυμασμὸ τῶν ξένων, ἐνῷ ἔφεραν στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα πολλοὺς Φιλέλληνες, ὅπως ὁ Λόρδος Βύρων, ὁ Θωμᾶς Γόρδων, ὁ Ἰάκωβος Μάγερ κ.ἄ., ποὺ πρόσφεραν μὲ ἀνιδιοτέλεια καὶ αὐταπάρνηση τὶς πολύτιμες ὑπηρεσίες τους πρὸς τὴν ἀναγεννώμενη ἀπὸ τὴν τέφρα της Ἑλλάδα. Ἄς εἶναι ἡ μνήμη τους αἰωνία !
-Ε-
Ὅμως, θλίβεται βαθύτατα κανείς, ὅταν βλέπῃ καὶ ἀκούῃ ἀπὸ τὴν τηλεόραση κυρίως, κάποιους δημοσιογράφους νὰ ὑποστηρίζουν, "ὅτι πρὶν ἀπὸ τὸ 1821 δὲν ὑπῆρχε συγκροτημένη ἑλληνικὴ ἐθνικὴ συνείδηση" καὶ ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ κυριαρχία ἦταν - οὔτε λίγο, οὔτε πολύ - ἰδεώδης (!), ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες, ἐπὶ τουρκοκρατίας "περνοῦσαν καλά", "μὲ δικαιώματα καὶ ἐλευθερίες"...
Ἀλλ' οἱ ἀπόψεις αὐτὲς φανερώνουν, ἄν μή τι ἄλλο, μιὰ ἀπαράδεκτη τουρκολαγνεία, ἡ ὁποία στὶς ἡμέρες μας ἔχει πάρει σημαντικὲς διαστάσεις, ἀφοῦ ἄλλωστε τουρκικὲς ταινίες προβάλλονται συχνὰ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ τηλεόραση. Καὶ λίγο - λίγο καὶ ἀνεπαίσθητα, προκαλοῦν ἄμβλυνση τοῦ ἐθνικοῦ μας αἰσθήματος καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, ποὺ ἔχουμε ἔναντι τῶν ἡρώων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν φλόγα τῆς καρδιᾶς τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τους ἀποτίναξαν τὸν ἀπάνθρωπο καὶ βάρβαρο τουρκικὸ ζυγὸ καὶ μᾶς ἐχάρισαν τὴν ἐλευθερία.
-ΣΤ-

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
Κλεῖστε τ' αὐτιά σας στὶς σειρῆνες ποὺ προπαγανδίζουν ὑπὲρ τῶν ἐξ ἀνατολῶν γειτόνων μας καὶ τοὺς παρουσιάζουν ὅτι δῆθεν μᾶς προσφέρουν "κλάδον ἐλαίας". Σκύψτε μὲ εὐλάβεια στὸν Ἀγῶνα τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας. Καὶ κλεῖστε μέσα στὴν καρδιά σας τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Μόνον ἔτσι, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀποφασιστικὰ τοὺς δύσκολους καιρούς, ποὺ ἀπειλοῦν τὴν Ἑλλάδα μας.
Μὲ αὐτὲς τὶς σύντομες καὶ ἁπλὲς σκέψεις σᾶς χαιρετῶ ὅλους, εὐχόμενος νὰ εἶναι τὰ χρόνια σας πολλὰ καί, πρὸ παντός, καλά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Στέλνω, ἀκόμη, τὴν εὐλογία καὶ τὴν ἀγάπη μου, στοὺς Βορειοηπειρῶτες καὶ στοὺς Κυπρίους ἀδελφούς, καθὼς καὶ στὰ μαθητικά, στὰ ἐργαζόμενα καὶ φοιτητικὰ νειᾶτα καὶ στὰ στρατευμένα παιδιὰ τῆς Πατρίδος μας. Νὰ ζῇ ἡ Ἑλλάδα μας καὶ ἡ ἀκριτική μας Ἐπαρχία.
Διάπυρος πρὸς Χριστὸν εὐχέτης
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ

O Μητροπολίτης Αιτωλίας Κοσμάς για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την Εθνική Παλιγγενεσία του 1821

Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ
( ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 34 )
Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
ΚΟΣΜΑΣ
Πρός τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Ἑορτάζουμε σήμερα ὡς Χριστιανοί τήν σωτηρία μας καί ὡς Ἕλληνες τήν Ἐλευθερία μας. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί τό θαῦμα τῆς Παλιγγενεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ μας ἔθνους.
Ἑορτάζουμε τόν Ἐυαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Μυστήριο μέ ἄπειρο βάθος, τό ὁποῖο ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νιώθουμε καί δοξάζουμε τόν Τριαδικό Θεό μας...

Αἰσθανόμαστε σήμερα ὡς πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, ὁ ὁποῖος χρησιμοποίησε σαν γέφυρα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς τήν Παναγίας μας, γιά νά κατέβει ὁ Σαρκωθείς Θεός ὡς ἄνθρωπος στή γῆ καί νά σώσει τόν ἄνθρωπο.

Χαίρουμε καί πανηγυρίζουμε γιατί πλέον ὅλοι μας, ὡς ἁμαρτωλοί, μποροῦμε μέ τήν σάρκωση τοῦ Κυρίου μας νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν δουλεία τῆς αμαρτίας, ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, νά γίνουμε κατά χάριν Θεοί.

Χαίρουμε καί δοξάζουμε τόν Θεό μας, εὐγνωμονοῦμε τήν Παναγία μητέρα μας γιά τήν οὐράνια δωρεά.

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον…»

Σήμερα ὅμως ἑορτάζουμε καί τήν ἐπέτειο τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας. Ἑορτάζουμε τόν Εὐαγγελισμό τῆς ἀναστάσεως καί τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ δούλου γένους μας ἀπό τόν βαρύτατο τουρκικό ζυγό τῶν τετρακοσίων χρόνων.

Σήμερα, ὁ νοῦς μας τρέχει ἀπό τήν πικρή κερκόπορτα τῆς Βασιλεύουσας ὡς τήν γλυκειά ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μας. Σκέπτεται τήν πικρή σκλαβιά, τήν ἀπανθρωπιά τῶν κατακτητῶν, τό φρικτό παιδομάζωμα, τίς ταπεινώσεις τῶν ἀδελφῶν προγόνων μας, τίς ἑκατόμβες τῶν ἁγίων νεομαρτύρων, τά φρικτά μαρτύριά τους, τούς ποταμούς τῶν αἱμάτων πού χύθηκαν.

Σήμερα ὁ νοῦς μας τρέχει στά κακοτράχαλα βουνά, στά λαγκάδια ὅλης τῆς πατρίδος, στά νησιά μας τά μαρτυρικά, στίς θάλασσές μας.

Βλέπουμε σάν λιοντάρια τούς γενναίους προμάχους τῆς ἐλευθερίας μας νά τρέχουν στόν θάνατο πολεμώντας, ὅπως στά Δερβενάκια, στά Ψαρά, στή Χίο, στή Γραβιά, στήν Ἀλαμάνα, στό Σούλι, στό Ζάλογγο, στή Νάουσα, στό μαρτυρικό Μεσολόγγι μας. Τούς θαυμάζουμε, τούς καμαρώνουμε, τούς χειροκροτοῦμε.

Ὅλοι ντύθηκαν τήν πανοπλία τῆς ψυχικῆς τόλμης, γιά νά γίνουν ἐθελοντές στόν ἅγιο ἀγῶνα, γιά νά πεθάνουν καί νά μᾶς χαρίσουν τήν δυνατότητα νά ἀναπνέουμε ἐλεύθερο ἀέρα.

Εἶναι γεγονός πώς ἦταν ἄνθρωποι. Ἄνθρωποι μέ ἀδυναμίες κι αὐτοί. Ὅμως δέν νικήθηκαν ἀπό τά πάθη τους. Κυριαρχήθηκαν ἀπό τήν ἄσβεστη δίψα τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐλευθερίας. Πάλαιψαν μέ τήν στέρηση, τήν γύμνια, τήν πεῖνα καί τήν δίψα. Δέν ἐπαναστάτησαν γιά τό «τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν». Τά παραμέλησαν ὅλα - καί τήν «ἁμαρτωλή εἰρήνη» - γιά χάρη τῆς ἐλευθερίας. Θυσιάστηκαν γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία.

Ποιός ἄλλος τόλμησε νά σηκώσει χέρι κατά τῶν Τούρκων; Οἱ φτωχοί ραγιάδες τόλμησαν. Γιατί ἀγαποῦσαν τήν πατρίδα, τήν Ἑλλάδα καί τήν ἐλευθερία της. Δέν ἄντεχαν ἄλλο τήν σκλαβιά. Καί τήν ἐλευθέρωσαν. Ὅλοι μαζί κληρικοί καί λαϊκοί, προύχοντες καί λαός, ἀδελφωμένοι καί συναθλοῦντες.

Ὁλόκληρο νέφος ἀρχιερέων, ἱερέων, μοναχῶν, ὅπως ὁ μεγάλος μας πολιοῦχος Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ μαρτυρικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ὁ Σαλώνων Ἠσαΐας, ὁ Ρωγῶν Ἰωσήφ, ὁ καλόγερος Σαμουήλ, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, ὁ ἡγούμενος Γαβριήλ τοῦ Ἀρκαδίου καί ἀναρίθμητοι ἄλλοι, κατακρεουργήθηκαν γιά νά φυτέψουν, νά τροφοδοτήσουν καί νά προσφέρουν τό δένδρο τῆς Ἐλευθερίας καί τούς γλυκεῖς καρπούς του.

Κι ὅλοι ἀγωνίσθηκαν καί νίκησαν στηριζόμενοι στήν ὀρθόδοξο πίστη τοῦ Χριστοῦ μας. Ἡ ἐθνεγερσία ἦταν «οὐράνιος κίνησις», ὅπως λέει ὁ Γεώργιος Τερτσέτης. Φωτισμένη ἡ ψυχή τῶν σκλάβων ἀπό τό αἰώνιο φῶς τοῦ Χριστοῦ καί θρεμμένη μέ τό αἷμα τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥρμησαν στήν μάχη γιά τήν ἀποτίναξη τοῦ κατακτητοῦ.

Τό ράσο κρατοῦσε ἀναμμένη τή φλόγα τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐλευθερίας. Κάτω ἀπό τούς θόλους τῶν ναῶν, μέ τό φῶς τοῦ καντηλιοῦ, ἐμπρός στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς μεγάλης μητέρας τῆς Παναγίας μας καί τῶν ἁγίων, ὁ παπαδάσκαλος τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ διαιώνιζε σταθερά τήν ἐθνική καί ἑλληνική συνείδηση, θέριευε τήν ἐλπίδα τῆς λευτεριᾶς. Ἔτσι ἀνατράφηκαν οἱ ἥρωες, οἱ νεομάρτυρες, οἱ γίγαντες τῆς θυσίας καί τῆς νίκης. Ἔτσι ἀνδρώθηκαν καί ἐλευθέρωσαν τήν Ἑλλάδα.

Ἀγαπητοί, σήμερα, αὐτή τήν διπλή γιορτή τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐλευθερίας, ἄς σταθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη, μέ καρδιακή εὐχαριστία. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Λυτρωτή μας Χριστό, τήν Παναγία μας, ἀλλά καί τούς ἐνδόξους ἥρωες τῆς ἐθνεγερσίας μας. Μή φανοῦμε ἀχάριστοι.

Κάποιοι σήμερα, αὐτοαποκαλούμενοι πολιτισμένοι καί ἐλεύθεροι, μᾶς προκαλοῦν, μᾶς ἀναγκάζουν νά ἀρνηθοῦμε τόν ἐλευθερωτή Χριστό μας καί τό γνήσιο πνεῦμα, τό περιεχόμενο καί τό σκοπό τῆς ἐθνεγερσίας μας.

Διαστρέφουν τήν γνήσια Ἱστορία μας, θολώνουν τόν Ἀγῶνα τῶν ἡρώων μας, προσβάλουν τή Θυσία τους, δηλητηριάζουν τή νέα γενιά μας, τήν παραπληροφοροῦν.

Ἐμεῖς σήμερα, ἄς πάρουμε τίς σωτήριες ἀποφάσεις μας. Ὅσοι θέλουμε νά γίνουμε αὐθεντικοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί Ἕλληνες, μήν δεχθοῦμε νά μᾶς ἀγγίξουν οἱ ὑλόφρονες, ὑλιστικές καί ἀνιστόρητες φωνές∙ φωνές πού ὑπηρετοῦν σκοτεινούς σκοπούς.

Ἄς κλείσουμε στήν καρδιά μας τό γνήσιο φρόνημα καί μήνυμα τοῦ 1821 κι ἄς τό μεταλαμπαδεύσουμε στά παιδιά μας, ἡρωικό καί γάργαρο.

Εὔχομαι ὁ Χριστός καί ἡ Ἑλλάδα νά γεμίζει τήν καρδιά μας γιά νά ἐπιτύχουμε τή σωτηρία καί νά μένουμε πάντοτε ἀδούλωτοι Ἕλληνες.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

το κακό

ΤΟ ΚΑΚΟ
Του Αγίου Διαδόχου Φωτικής
================
Τό κακό δὲν ὑπάρχει στὴ φύση, οὔτε εἶναι κανεὶς πλασμένος κακός·
τίποτε κακὸ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός.
Ὅταν κάποιος ἐπιθυμήσει στὴν καρδιά του τὸ κακὸ καὶ δώσει ἔτσι ὑπόσταση στὸ ἀνυπόστατο, τότε ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, ὅπως ἀκριβῶς τὸ θέλησε αὐτὸς ποὺ τὸ δημιουργεῖ.
Πρέπει ἑπομένως νὰ φροντίζουμε πάντοτε νὰ ἔχουμε στὴ μνήμη μας τὸν Θεό καὶ νὰ πολεμοῦμε τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό.
Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει γιατὶ ἡ φύση τοῦ καλοῦ εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό, ἀφοῦ τὸ καλὸ ὑπάρχει ἐνῶ τὸ κακὸ δὲν ὑπάρχει, παρὰ μόνο ὅταν τὸ κάνουμε.
*****
ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ
Του Αγίου Μαξίμου Ὁμολογητή
===========
Οἱ κακίες ἐκδηλώνονται στὸν ἄνθρωπο ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς χρήσεως τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, τοῦ θυμοειδοῦς καὶ τοῦ λογιστικοῦ.
Τῆς λογιστικῆς δυνάμεως κακὴ χρήση εἶναι ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἀφροσύνη, ἐνῶ τῆς θυμοειδοῦς δυνάμεως καὶ τῆς ἐπιθυμητικης κακὴ χρήση εἶναι τὸ μίσος καὶ ἡ ἀκολασία.
Σωστὴ χρήση αὐτῶν εἶναι ἡ γνώση καὶ ἡ φρόνηση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ σωφροσύνη.
Ἐὰν συμβαίνει αὐτό, δὲν ὑπάρχει τότε κανένα κακὸ στὰ ὅσα κτίσθηκαν καὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό.

πηγη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΠΑΤΡΩν

Βρέθηκαν 70 πάπυροι στην Ιορδανία που μιλούν για τον Μεσσία και την Ανάσταση

Ενθουσιασμένοι είναι οι ερευνητές με την ανακάλυψη των περίπου 70 παπύρων πολύ μικρού μεγέθους που εντοπίστηκαν και οι οποίοι περιέχουν κείμενα γραμμένα στα αρχαία εβραϊκά και μιλούν για τον Μεσσία και την Ανάσταση.
Τα περισσότερα από τα χειρόγραφα είναι γραμμένα σε κώδικα, όμως οι ερευνητές έχουν καταφέρει να αποκρυπτογραφήσουν εικόνες, σύμβολα και μερικές λέξεις από το κείμενο, και πιστεύουν ότι πρόκειται για ηλικίας περίπου 2.000 ετών.
Πολλοί επιστήμονες βλέπουν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό τα ευρήματα, καθώς κατά το παρελθόν έχουν αναφερθεί πολλές φορές απάτες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα.
Κάποια από τα χειρόγραφα είναι σφραγισμένα, πράγμα που κάνει τους ερευνητές να πιστεύουν πως είναι μυστικά κείμενα που αναφέρονται στο απόκρυφο βιβλίο του Ezra, ένα προσάρτημα σε κάποιες εκδόσεις της Βίβλου.
Ο θησαυρός αυτός ανακαλύφθηκε πριν από πέντε χρόνια από έναν ισραηλινό βεδουίνο και γράφτηκε τον 1ο αιώνα κοντά στην εποχή της Σταύρωσης του Χριστού και της Ανάστασης.
Τα χειρόγραφα βρίσκονται σε εργαστήριο στην Αγγλία, όπου εξετάζονται πολύ προσεχτικά από τους αρμόδιους επιστήμονες. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δεν έχουν δώσει κάποιο σίγουρο αποτέλεσμα.

    Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη

    Ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας – Θράκης δημοσίευσε κείμενο-απάντηση του μέλους του Συνδέσμου του και καθηγητή της Ιστορίας του Ελληνισμού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., κ. Αθανασίου Καραθανάση, σε όσα έχουν παρουσιαστεί από τον τηλεοπτικό σταθμό “ΣΚΑΙ”, σχετικά με το ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους αγώνες του Έθνους.
    Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
    Γράφει ο κ. ΑΘ. Ε. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ, Καθηγητής του Α.Π.Θ.
    Το 1453, με την Άλωση, το Γένος εισήλθε σε μακρά περίοδο δουλείας αλλ’ εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο. Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος ή στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση... Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως ή άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.

    Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών˙ πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, μαρτυρούσαν σχεδόν καθημερινά. Μες απ’ αυτήν την οδύνη εμφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η θυσία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλατταν εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν διά της Εκκλησίας, καθ’ όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, αφού η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των δούλων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως ή φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων˙ οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος -παλουκώνονται ή σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος˙ ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που πίεζε τον Πάπα Πίο Ε΄ να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

    Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος πράττει το αυτό συνεννοούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχός του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

    Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήταν η πρωτοστάτις δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης – Λαρίσης Διονυσίου, Φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, μαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήταν η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ’ εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β΄ το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ΄ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κονταρής. Και ήταν η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήταν ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκάνιους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δοσίθεο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

    Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε, και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαιναν Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος˙ από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες, ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 1680 – 1700 και εφεξής. Από την Εκκλησία εκπορευόταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε, πρώτη σταυρούμενη, την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685 – 1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος , ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυανής και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645 – 1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

    Στα Ορλωφικά του 1768 – 1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία διά των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β΄. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύραν τραγικό θάνατο˙ τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά δίδονταν ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων ή γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού. Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίστασή του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

    Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή, οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

    Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας˙ όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση αρχίζει και τερματίζει σ’ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται… και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και απ’ άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους». Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Αλλά και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθαν στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και στήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονός του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου – τις αρχές του 20ου αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

    Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνετήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαιδεύτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης – προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας.

    Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήταν η μέγιστη δυνατή, εφ’ όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήταν τέτοια, ώστε ήταν αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

    Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε΄, ο ιεροεθνομάρτυς, είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του ’21 με το σύνθημα Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος και Ελευθερία ή Θάνατος. Ο αγώνας αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι’ αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο – πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, τα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίσθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.

    Το Άγιον Όρος γνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορειτικά κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι’ αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίσθηκαν και θυσιάσθηκαν σ’ όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.ά., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά της Εκκλησίας ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού˙ το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική ελευθερία αλλ’ όμως την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος. Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία προστάτευσε παντοιοτρόπως βαθύτατα ο ίδιος.

    Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.ά., συχνά – πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνα και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν οι υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία˙ του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 ας είναι ως παράδειγμα.

    Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Αγώνας της περιόδου 1860 – 1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος στην Κορυτσά, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.ά. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακολούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση. Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής εκστρατείας με κορυφαία τραγική και άγια προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ’ άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχθεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.

    Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 1940 – 1950 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της Κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο Ηλείας Αντώνιος, ο Κοζάνης Ιωακείμ στο ΕΑΜ.

    Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάσθηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 1946 -1949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, -μία πρώτη καταγραφή τούς ανεβάζει στους 536.

    Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως˙ η Εκκλησία των αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε΄ και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ’ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας:

    Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη

    Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, Η Επανάσταση του 1821 και ο ρόλος της Εκκλησίας


    Ο ακαδημαϊκός - ιστορικός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος δίνει απαντήσεις για την «αποκήρυξη» της Επανάστασης από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε'
    Του ΤΑΣΟΥ Κ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗ
    ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙΡΟ αναθεωρητές της ελληνικής ιστορίας, προσπαθούν να αλλάξουν τα ιστορικά δεδομένα, παρουσιάζοντας καινοφανείς απόψεις για να ανατρέψουν την ιστορική αλήθεια. Στόχος τους, να ξαναγράψουν την Ιστορία υπό το πρίσμα μιας κατευθυνόμενης, δήθεν «προοδευτικής» ιδεολογίας, με επικάλυμμα την «επιστημονική τεκμηρίωση» από θολές πηγές. Μειώνουν τον ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του ’21, σπιλώνουν αγωνιστές (Κολοκοτρώνης) και τονίζουν ότι «η επίσημη Εκκλησία ήταν αντίθετη στην Επανάσταση και τους ελάχιστους ανώτερους κληρικούς που ελάμβαναν μέρος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απειλούσε ότι θα αφορίσει».
    Αποτελούν όμως, αυτά πραγματική αντίθεση της Εκκλησίας προς την Επανάσταση του ’21; Την απάντηση στους κατευθυνόμενους ιστορικούς δίνει, μέσα απ' τα γραφτά του, ο πιο αρμόδιος απ’ όλους, ο ακαδημαϊκός - ιστορικός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος: «Είναι, φρονώ, ιστορικά επιπόλαιη μια τέτοια γνώμη. Αγνοείται από τους φορείς της ότι αποστολή της Εκκλησίας ήταν να σώσει ζωές Ελλήνων και ότι με την έναρξη της Επανάστασης το μέγα πλήθος των Ελλήνων, κατοίκων εκτεταμένων περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βρέθηκαν αυτομάτως σε κατάσταση ομηρίας.
    Και συνεχίζει ο Κ. Δεσποτόπουλος, αποστομώνοντας τους διαστρεβώτές της Ιστορίας.
    «Εκινδύνευσε τότε να εξολοθρευθεί μέγα πλήθος Ελλήνων και οι άντρες της Φιλικής Εταιρίας να καταστούν ολετήρες του Γένους. Ο Σουλτάνος, έξαλλος όταν έμαθε την Επανάσταση, υπέγραψε διάταγμα εξοντωτικό των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χρειαζόταν, όμως, να το προσυπογράψει και ο θρησκευτικός των Τούρκων ηγέτης. Και ο τότε, κάτοχος του αξιώματος αυτού, Χατζή Χαλίλ εφέντης, ανήρ φιλάνθρωπος, αρνήθηκε να το προσυπογράψει με το επιχείρημα ότι δεν επιτρέπει το Κοράνι σφαγή αθώων και μυστικά διαμήνυσε προς τον Πατριάρχη να τον ενισχύσει προς τη σωστική άρνησή του.
    Τιμή και δόξα
    «Για να σωθούν οι Έλληνες, ο μόνος τρόπος ήταν ο θρησκευτικός τους ηγέτης, ο Πατριάρχης, να αποκηρύξει την Επανάσταση. “Και ανήκει τιμή και δόξα στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ για τη σωστική του υπόδουλου Γένους απόφασή του να προβεί σε αποκήρυξη της Επαναστάσεως του 1821”. Και αλίμονο για το γένος των Ελλήνων, αν δεν το έκανε.
    Εξάλλου, επισημαίνουμε ότι ο αρχηγός της Επαναστάσεως, Αλέξανδρος Υψηλάντης, είχε διαμηνύσει από τον Ιανουάριο του 1821 προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ότι ενδέχεται ο Πατριάρχης να προβεί σε αποκήρυξη της Επαναστάσεως, για να προστατεύσει τους Έλληνες των μη επαναστατημένων περιοχών, και η αποκήρυξη αυτή δεν θα εκφράζει το πραγματικό φρόνημά του (σ.σ.: αυτό το στοιχείο, οι... προοδευτικοί κατευθυνόμενοι ιστορικοί σκοπίμως το αποσιωπούν!» Δύο άντρες υπήρξαν τότε σωτήρες του έθνους. Ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος έσωσε την Επανάσταση με τη διπλωματική δεξιοτεχνία του, καθώς επέτυχε στο Λάιμπαχ να ματαιώσει απόφαση των εκεί συγκεντρωμένων αρχηγών των Μεγάλων τότε Δυνάμεων για επέμβαση του αντεπαναστατικού συνασπισμού των εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και, μάλιστα, για να επιτύχει τη ματαίωση αυτή, εδέησε να συντάξει ο ίδιος αποκήρυξη του Αλεξάνδρου Υψηλάντη ως Αρχηγού της Επαναστάσεως των Ελλήνων...
    Δυο «αποκηρύξεις», λοιπόν, συνέβαλαν κρίσιμα για την περίσωση το 1821 του Γένους των Ελλήνων και για τη μη καταστολή με διεθνή σύμπραξη της απελευθερωτικής του Επαναστάσεως. Και αποτελεί σφάλμα οικτρό των ιστορικών η γνώμη για τις σωτήριες αυτές «αποκηρύξεις» ότι ενέχουν αντίθεση των αυτουργών τους προς την Ελληνική Επανάσταση.
    Ο ακαδημαϊκός Κων. Δεσποτόπουλος αποστομώνει τους αναθεωρητές της Ιστορίας

    Ο Εθνεγερτης Πατροκοσμας ο Αιτωλος.

     

    Φωτεινό παράδειγμα κι ορόσημο στην ιστορία και την πορεία της σκλαβωμένης Ελλάδας, υπήρξε ο ΠατροΚοσμάς ο Αιτωλός. Ένας Έλληνας κοσμοκαλόγερος, που φρόντισε να πλάσει στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς τις τρυφερές ψυχές των παιδιών της Ελλάδας διδάσκοντάς τους γραφή, ανάγνωση, ιστορία και θρησκευτικά! Δύο μεγάλοι κίνδυνοι παραμόνευαν την εποχή της σκλαβιάς τους Έλληνες! Ο αφελληνισμός κι ο εξισλαμισμός τους! Αυτούς τους κινδύνους εντόπισε ο Πατροκοσμάς και κατάφερε με την άσβεστη Ελληνική φλόγα, που έκαιγε τα στήθη του, να τους εξαλείψει! Ταπεινός καλόγερος στην εξωτερική του εμφάνιση με ψυχή αδούλωτη φλογισμένη, έσπειρε τον σπόρο της Λευτεριάς στο σκλαβωμένο Γένος και τον πότισε με το ίδιο του το αίμα!
    Ο ΠατροΚοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλοακαρνανίας. Φοίτησε στην φημισμένη παλαιά Σχολή του Αγίου όρους, Αθωνιάδα κι ολοκλήρωσε την μόρφωσή του στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, όπου κι έλαβε το μοναχικό σχήμα. Η αγάπη του για την Ελλάδα και τους Έλληνες τον ώθησε ν’ αφήσει τον μοναχικό βίο και ν’ αρχίσει τις περιοδείες ανά την Ελλάδα διδάσκοντας και ξεσηκώνοντας τους σκλαβωμένους αδελφούς του. Περιόδευσε στην Κωνσταντινούπολη, στη Θράκη, στη Στερεά Ελλάδα, στην Αχαΐα, στην Θεσσαλία, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και στη Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχαν ‘Ελληνες. Δίδασκε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας τον κόπο και τους κινδύνους. Έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση σε όλη την διάρκεια της πορείας του, δεν έλειψαν όμως και οι αντιδράσεις! Τους πλουσίους και κάθε λογής δυνατούς τους προκαλούσε ο πύρινος λόγος του, τους Ενετούς η Ελληνική παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε και τους Εβραίους η μεταφορά του παζαριού με ενέργειες του, από την Κυριακή στο Σάββατο.
    Τα λόγια του ΠατροΚοσμά έδωσαν στους σκλαβωμένους Έλληνες την δύναμη, το θάρρος μα και την ακλόνητη βεβαιότητα της Ελευθερίας, του Ποθούμενου όπως έλεγε συνθηματικά. Κατάφερε μέσα στη σκλαβιά, την άγνοια και την ανέχεια του Γένους να χτίσει 210 Ελληνικά Σχολεία!!! Και ν’ αρχίσουν τη λειτουργία τους άλλα 1.100 κατώτερα!!! Πρώτα ΕΛΛΗΝΑΣ και μετά παπάς μεταλαμπάδευσε την φλόγα του στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, αφύπνίζοντας την κοιμισμένη Ελληνική συνείδηση, κεντρίζοντας τους επαναπαυμένους και τους άτολμους, οπλίζοντας τους γενναίους με την ακλόνητη πίστη του για την Ανάσταση του Γένους. Οι διδαχές του κρύβουν μέσα τους την βαθιά του γνώση για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ξεσηκώνει, κεντρίζει με λόγο μεστό, απλό επαναστατικό χτίζει τις βάσεις για την Εθνεγερσία και προφητεύει τα μελλούμενα με θεία έμπνευση και μοναδική απλότητα. Από τις προφητείες του ΠατροΚοσμά, άλλες έχουν εκπληρωθεί στο ακέραιο κι άλλες περιμένουν το πλήρωμα του χρόνου. Ο αγώνας του σε συνδυασμό με τον πύρινο λόγο του, τον έφερε στο στόχαστρο των Τούρκων. Τον συλαμβάνουν στο Βεράτι και του φανερώνουν ότι έχουν διαταγή να τον σκοτώσουν. Ο ΠατροΚοσμάς δέχεται με χαρά την απόφαση και προσεύχεται ευχαριστώντας τον Θεό, που τον αξίωσε να θυσιάσει για Εκείνον και την Ελλάδα την ζωή του. Οι Τούρκοι τον κρέμασαν σ’ ένα δέντρο στις 24 Αυγούστου 1779! Μετά έδεσαν στο τίμιο λείψανό του μια βαριά πέτρα και το έριξαν στον ποταμό Άψο, για να μη βρεθεί ποτέ. Οι Χριστιανοί που έμαθαν το Μαρτύριο του ΠατροΚοσμά έσπευσαν να βρουν το σώμα του. Επί τρεις ημέρες έψαχναν χωρίς να καταφέρουν να το βρουν, ώσπου ο εφημέριος της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Κολικόντασι, ο παπα – Μάρκος, μπήκε στο βαρκάκι του κι είδε το άγιο λείψανο του ΠατροΚοσμά να πλέει επάνω στο νερό του ποταμού και να στέκεται όρθιο, σαν να ήταν εν ζωή!!! Αμέσως έβαλε στην βάρκα του το σεπτό σκήνωμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και το ενταφίασε στον νάρθηκα της Εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Κολικόντασι. Το λείψανο του ΠατροΚοσμά επέστρεψε στην γενέτειρά του στις 2 Ιουνίου 2007

    ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

    πηγή: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 22/3/2011
    Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
    Όπως κάθε χρόνο έτσι και εφέτος ακούμε τις θορυβώδεις διαμαρτυρίες μιας μικρής μειοψηφίας πολιτικών και διανοητών που ζητούν την κατάργηση των μαθητικών – και των στρατιωτικών –παρελάσεων. Για μία ακόμη φορά στο όνομα της ψευδούς προοδευτικότητος ακούονται ανιστόρητα επιχειρήματα , ότι δηλαδή τις μαθητικές παρελάσεις καθιέρωσε για πρώτη φορά το 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς. Ε, λοιπόν, καλόν είναι να θυμηθούμε λίγο την Ιστορία και να γίνουμε πιο ακριβείς και τεκμηριωμένοι.
    Μαθητικές παρελάσεις υπήρχαν πολύ πριν από το καθεστώς Μεταξά. Στο βιβλίο του «Θράκη» και συγκεκριμένα στην σελίδα 374 ο καθηγητής του Α.Π.Θ. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος αναφέρεται στα ελληνικά σχολή της Αδριανούπολης στα τέλη του 19ου και τοις αρχές του 20ού αιώνος... Εκεί περιγράφει παρελάσεις μαθητικές, παρουσιάζει δε και σχετικές φωτογραφίες όπου βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να παρελαύνουν υπό το βλέμμα του Οθωμανικού καθεστώτος. Οι μελετητές της ιστορίας της Μ. Ασίας περιγράφουν τις μαθητικές παρελάσεις που διοργάνωναν τα σχολεία της Σμύρνης από το 1919 έως και το 1922 στο γήπεδο του Πανιωνίου με τιμώμενο πρόσωπο τον μαρτυρικό Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Ο μακεδονομάχος Δικώνυμος -Μακρής περιγράφει την απελευθέρωση της Σιάτιστας το 1912 από ανιχνευτές του Ελληνικού Στρατού και διηγείται ότι στην πανηγυρική εκδήλωση προπορεύονταν οι μαθητές κρατώντας εκκλησιαστικά λάβαρα. Εξ άλλου στην Κύπρο οι μαθητικές παρελάσεις καθιερώθηκαν πολύ πριν από το 1936 ως εκδήλωση πατριωτισμού των Ελλήνων που κατεπιέζοντο από τους Βρετανούς. Ένα θεσμό, λοιπόν, τον οποίο ανέχθηκαν οι Οθωμανοί κατακτητές και οι Βρετανοί αποικιοκράτες θέλουν να τον καταργήσουν σήμερα κάποιοι Έλληνες στο όνομα της ψευδο- προόδου!

    Οι παρελάσεις δεν ανήκουν στην «δεξιά» ή στον εθνικισμό. Οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρήλαυναν στα χωριά τα οποία απελευθέρωναν το 1941-44. Σε δυτικές δημοκρατίες, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, νεαρά παιδιά που ανήκουν στον Προσκοπισμό, παρελαύνουν με βήμα και με τύμπανα και ουδείς ενοχλείται. Στην Γαλλία κάθε χρόνο στις 14 Ιουλίου πραγματοποιείται μεγαλειώδης στρατιωτική παρέλαση στα Ηλύσια πεδία. Ας μην λέγονται , λοιπόν, υπερβολές και φαιδρότητες.

    Έχω, πάντως, την εντύπωση ότι με πρόσχημα τις παρελάσεις οι πάσης φύσεως αποδομητές επιχειρούν να πλήξουν την συνέχεια του Ελληνισμού. Ουσιαστικά οι μαθητικές παρελάσεις είναι ένας ύμνος και ένας φόρος τιμής στην διαχρονική παρουσία της νεολαίας στους αγώνες των Ελλήνων για την Ελευθερία. Όποιος μαθητές αρνείται να συμμετάσχει αποκόπτει τον εαυτό του από το αντιστασιακό πνεύμα της ελληνικής νεολαίας . Οι παρελάσεις των νέων τιμούν την νεότητα που αγωνίζεται από την εποχή των Αθηναίων εφήβων (την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω) μέχρι τα αγόρια και τα κορίτσια της πανεθνικής αντίστασης κατά της τριπλής κατοχής του 1941 -44. Οι παρελάσεις μας θυμίζουν την διαρκή παρουσία της νεολαίας σε κάθε ευγενική στιγμή ηρωισμού και αυτοθυσίας. Μας θυμίζουν τους «παίδας Δημητρίου», τα κατηχητόπουλα της Θεσσαλονίκης που εστάλησαν στα τείχη από τον σοφό Αρχιεπίσκοπο Ευστάθιο για να πολεμήσουν τους Νορμανδούς τον 12ο αιώνα. Μας φέρνουν στο νου τον Ιερό Λόχο του Δραγατσανίου και τις νεαρές Σουλιωτοπούλες. Μας φέρνουν πιο κοντά στα ελληνόπουλα που αγωνίσθηκαν στο Μακεδονικό Αγώνα , όπως ο Αποστόλης, ο υπαρκτός οδηγός των ελληνικών σωμάτων που έγινε γνώριμός μας από τα «Μυστικά του Βάλτου». Οι μαθητικές παρελάσεις ξαναζωντανεύουν με συγκίνηση τη μνήμη των εφήβων ηρωομαρτύρων του Κυπριακού Αγώνος του 1955-59 και των μαθητριών που έκαναν παθητική αντίσταση ή μετέφεραν τα μηνύματα με τα ποδήλατά τους. Χαιρετώντας τους σημαιοφόρους στην μαθητική παρέλαση τιμούμε τον σημαιοφόρο του Λυκείου Αμμοχώστου, τον Πετράκη Γιάλλουρο, που έπεσε νεκρός από Βρετανική σφαίρα επειδή κρατούσε την ελληνική σημαία. Τότε ήταν οι σφαίρες των αποικιοκρατών. Τώρα είναι η εμπάθεια και τα ανιστόρητα βέλη των δήθεν προοδευτικών. Και οι δύο ενοχλούνται από την συνέχεια του Ελληνισμού.

    Δυστυχώς οι τάσεις αφελληνισμού της κοινωνίας και της παιδείας δεν πλήττουν μόνο τις μαθητικές παρελάσεις. Άρχισαν να βρίσκουν έδαφος και στα σχολικά βιβλία Ιστορίας, Γλώσσας , Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κ.λπ. Με νοσταλγία πολλοί Έλληνες αγοράζουν τα βιβλία Ιστορίας και Νέων Ελληνικών του Γυμνασίου που εκδόθηκαν τη δεκαετία του 1950 καθώς και τα παλιά Αναγνωστικά του Δημοτικού που ξανατυπώθηκαν και πωλούνται στα καροτσάκια των πλανοδίων βιβλιοπωλών. Αρέσουν διότι ήσαν γεμάτα από καλογραμμένα κείμενα για την Εθνική και Θρησκευτική ζωή των Ελλήνων, από αριστουργήματα δοκίμων Νεοελλήνων λογοτεχνών, από πρότυπα ηρώων του πολέμου και της ειρήνης που τόσο χρειάζονται σήμερα τα παιδιά μας. Τα συγκρίνουμε με τα σύγχρονα άψυχα, ανελλήνιστα βιβλία και θλιβόμαστε. Ποιον πατριωτισμό και ποια αισιοδοξία για το μέλλον μπορούν να καλλιεργήσουν τα σημερινά εγχειρίδια που αντικατέστησαν τον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Βαλαωρίτη με συνταγές για μακαρόνια με κιμά και με οδηγίες χρήσης καφετιέρας;

    Αναμένοντας τις ανακοινώσεις για το Νέο Λύκειο ευχόμαστε να παραμείνουν υποχρεωτικά τα μαθήματα των Θρησκευτικών και της Ελληνικής Ιστορίας. Το οφείλουμε στους ήρωες του 1821, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, όπως ομολογεί ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το χρωστούμε στους 10 Πατριάρχες, τους 100 Επισκόπους, τους 6000 ιερείς που θυσιάσθηκαν στην Τουρκοκρατία και στην Επανάσταση, όπως παραδέχεται ο τότε Γάλλος Πρόξενος στην Πάτρα Πουκεβίλ. Το οφείλουμε πρωτίστως στα παιδιά μας που είναι το μέλλον του Έθνους.

    Η αγιασμένη επανάσταση (Φ. Κόντογλου)

     
    undefined
    Η Ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στο κόσμο. Είναι αγιασμένη.
    Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και γι’ αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν τη μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται κ’ η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές για πνευματική ζωή θεωρούνε οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι κι αυτές υλικές, κι ας φαίνονται σαν πνευματικές. Ένας επαναστάτης της γαλλικής επανάστασης, να πούμε, θεωρούσε για πνευματικά κάποια πράγματα που, στ’ αλήθεια, δεν ήτανε πνευματικά. Αυτός ήθελε ν’ αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτο τον κόσμο μοναχά, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μη πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτ’ άλλο για να το επιδιώξει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό λέγω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουνε σταθήκανε υλικές, και η ελευθερία που επιδιώξανε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.
    Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και τη κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά, απάνω απ’ αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με τη ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.
    Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούνε καταπάνω στο Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση και η κακο­πάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει τη πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιόντανε τη πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, και η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μονάχα η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε τη ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε και η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.
    Εκείνες οι άπλες ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στη πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τί θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμον όλο, και ζημιωθεί τη ψυχή του;» Ή: «Τί θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη τροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!»  κ.ά.
    Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για τη πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη τη πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για τη πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Μη φοβηθείτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και τη ψυχή».
    Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιάζονταν, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι και η ελευθερία.» Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σας κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».
    Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση, κι αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήτανε αγιασμένοι όσοι πολεμήσανε μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τρακόσα εξηνταοχτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιο οχτρό της πίστης τους.
    Άκουσε με τι λόγια μιλούσε εκείνος ο αγιασμένος βασιλιάς στους στρατιώτες του, σαν να ‘λεγε κανένα τροπάρι: «Ελθών ουν, αδελφοί, ο δυσσεβής αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε και υπεράγνω δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρίσατο, του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν». Και στο τέλος είπε: «Ελπίζω Θεώ λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και αξία εν τω κόσμω έσεται».
    Στην επανάσταση του Είκοσι ένα, όπως και στην πολιορκία της Πόλης, μαζί με τους λαϊκούς πολεμούσανε πλήθος ραφοφορεμένοι, καλόγεροι, παπάδες και δεσποτάδες, και τραβούσανε μπροστά με το σταυρό στο χέρι, κι από πίσω τους χίμιζε κλαίγοντας ο λαός, κ’ έψελνε:
    Για της πατρίδος την ελευθερία, για του Χριστού την πίστη την αγία, γι’ αυτά τα δύο πολεμώ, μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ, κι αν δεν τα αποκτήσω, τί μ’ ωφελεί να ζήσω;
    Στη Πόλη κρεμάστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος, ανοίγοντας πρώτος το μαρτυρολόγιο της Επανάστασης. Ο Θανάσης Διάκος πολέμησε σαν νέος Λεωνίδας, και σουβλίστηκε για τη πίστη του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Παπαφλέσσας, ο Θύμιος Βλαχάβας, κι άλλοι πολλοί, πολεμήσανε για την αγιασμένη πατρίδα τους.
    Στη Τριπολιτσά κλειστήκανε στη φυλακή κατά την Επανάσταση οι δεσποτάδες του Μοριά, κ’ οι περισσότεροι πεθάνανε με αβάσταχτα μαρτύρια. Το ίδιο και στη Πόλη, φυλακωθήκανε και κρεμαστήκανε πολλοί δεσποτάδες.
    Παρακάτω βάζω λίγα λόγια από το ημερολόγιο του αντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:
    «Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Εορτή των Γενεθλίων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αραγμένοι εις Ντάρδιζα με ήσυχον αέρα της τραμουντάνας, πλην με χιόνια. Αυτήν την ημέρα, διά το χαρμόσυνον της εορτής, το πρωί, υψώνοντας την σημαίαν μας, ερρίχθη και μία κανονιά, καθώς και όλα τα ελληνικά εδώ αραγμένα το αυτό έπραξαν.
    Κυριακή, 15 Αυγούστου. Εορτή της Θεοτόκου. Εξημερώθημεν αραγμένοι. Υψώσαμεν τας σημαίας και ερρίξαμεν και από μίαν κανονιάν διά το χαρμόσυνον της ημέρας».
    Ο ναύαρχος Κουντουριώτης έκανε τη προσευχή του, σαν τους παλιούς, να τον βοηθήσει η Παναγία στη ναυμαχία της «Έλλης», κι όπου αλλού τον καλούσε το χρέος του. Το ίδιο κάνανε και κάνουνε όλοι οι Έλληνες στο πόλεμο.
    Κατά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, πρώτοι οι άνθρωποι της θρησκείας πληρώσανε με τη ζωή τους το καινούργιο χαράτσι στον οχτρό της πίστης μας. Ο μητροπολίτης της Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ο δεσπότης των Κυδωνιών Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος θανατώθηκε άσπλαχνα, κι όλοι οι παπάδες κ’ οι καλόγεροι περά­σανε από το σπαθί.
    Οι Γερμανοί κ’ οι Ιταλοί θανατώσανε κι αυτοί τους ρασοφορεμένους των χωριών, για να μην απομείνουν παραπίσω από τους άλλους θεομάχους.
    Ναι! Πίστη και πατρίδα είναι για μας ένα πράγμα. Κι όπως πολεμά το ένα, πολεμά και τ’ άλλο, κι ας μην ξεγελιέται.
    Η μάννα μας η πνευματική είναι η ορθόδοξη Εκκλησία μας, που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα. Κανένας λαός δεν έχυσε και δεν χύνει ως τα σήμερα το αίμα του για τη πίστη, όσο ο δικός μας. Η ορθόδοξη πίστη είναι ο θησαυρός ο κρυμμένος κι ο πολύτιμος μαργαρίτης που λέγει ο Χριστός.

    "Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

      Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...