Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Δεν μπορεις το μεγαλο; Κανε το μικρο!

λατομοςἘάν, ἀγαπητοί μου, σᾶς πῇ κάποιος, ὅτι ἕ­νας λύκος ἔγινε ἀρνί, ποιός θὰ τὸ πιστέ­ψῃ; Κανείς. Γιατὶ ὁ λύκος τρώει ἀρνιά. Γεννιέ­ται λύκος καὶ λύκος πεθαίνει. Ὁ λαός μας λέει· «ὁ λύκος τρίχα ἀλλάζει, ἀλλὰ τὴ γνώμη (=τὸ νοῦ) δὲν τὸν ἀλλάζει», μένει λύκος. Αὐ­τὸ ὅμως ποὺ δὲν συμβαίνει στὸ φυσικὸ κόσμο, συμβαίνει στὸν πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ κό­σμο. Θέλω δηλαδὴ νὰ πῶ, ὅτι ὑπάρχουν ἄν­θρωποι γεμᾶτοι κακίες καὶ ἐλαττώματα, ποὺ εἶνε σὰν ἄγρια θηρία, καὶ ὅμως αὐτοὶ μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξουν, νὰ γίνουν καλοί, νὰ γίνουν ἅγιοι. Ἕνας λύκος μπορεῖ νὰ γίνῃ ἀρνί· αὐτὸ μᾶς λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 9,9-13).
Γιά νὰ δοῦμε, πῶς γίνονται αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ πράγματα;

* * *

Στὴν ἐποχὴ τοῦ Xριστοῦ ὑπῆρχαν ὡρισμένοι ἄνθρωποι ποὺ τοὺς ἔλεγαν τελῶνες, γιατὶ τὸ ἐπάγγελμά τους ἦταν τέτοιο. Εἰσέπρατταν τοὺς φόρους τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ στὴν εἴσ­πραξι ἔκαναν ἀδικίες. Δὲν εἰσέπρατταν τὰ νό­μιμα. Ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ εἰσπράξουν 100 δρα­χμές, εἰσέπρατταν 200. Τὶς 100 τὶς ἔδιναν στὸ δημόσιο, τὶς ἄλλες 100 τὶς ἔβαζαν στὴν τσέπη τους. Ἔτσι αὐτοί, κλέβοντας τὸ λαό, κατώρθωναν νὰ κάνουν τεράστιες περιουσί­ες, νὰ κτίσουν σπίτια καὶ μέγαρα, καὶ νὰ ζοῦν μὲ πολυτέλεια μεγιστάνων.
Ἦταν εὐτυχεῖς; Ὄχι. Γιατὶ ὁ κόσμος τοὺς ἤξερε καὶ δὲν τοὺς ἀγαποῦσε. Ὅλοι τοὺς μισοῦσαν. Τελώνης = ἁμαρτωλός, τελώνης = κλέφτης, τελώνης = λύκος τῆς κοινωνίας.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελῶνες αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ματθαῖος ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Ἄλλαξε ὅμως· ἀπὸ τελώνης ἔγινε εὐαγγελιστής, ἀπὸ κάρβουνο ἔγινε διαμάντι, ἀπὸ κόρακας ἔγινε περιστέρι, ἀπὸ λύκος ἔγινε ἀρνί. Ποιός τὸν ἄλλαξε καὶ πῶς; Ἀκοῦστε.
Ὁ Ματθαῖος βρισκόταν στὸ τελωνεῖο. Ὅ­πως ἡ ἀράχνη στήνει τὸ δίχτυ της καὶ περιμένει ν᾿ ἁρπάξῃ διάφορα ζῳύφια, ἔτσι κι αὐ­τὸς περίμενε ἐκεῖ ν᾿ ἁρπάξῃ ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς λῃστέψῃ. Ἀλλὰ μιὰ μέρα πέρασε κάποιος, ποὺ ἄλλος σὰν αὐτὸν δὲν ὑπάρχει, κάποιος ποὺ κάνει θαύματα. Τὸ ὄνομά του εἶνε τὸ γλυκύτερο στὸν κόσμο. Ὁ Χριστός!
Ὁ Χριστὸς κοίταξε τὸ Ματθαῖο καὶ ὡς καρδιογνώστης Θεὸς εἶδε, ὅτι στὸ βάθος τῆς ἁ­μαρτωλῆς αὐτῆς ὑπάρξεως ὑπῆρχε κάποιο καλὸ σπέρμα, μία καλὴ διάθεσι, μιὰ σπίθα. Γιατὶ πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι καὶ ὁ πιὸ ἅγιος ἄνθρωπος ἔχει κάποιο ἐλάττωμα, ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἔχει κάτι καλὸ μέσα του· καὶ ἂν αὐτὸ τὸ καλὸ κατορθώσουμε νὰ τὸ καλλι­εργήσουμε, τότε ὁ κακὸς ἄνθρωπος γίνεται καλός.
Εἶδε λοιπὸν ὁ Χριστός, ὅτι στὰ βάθη του ἔ­κρυβε μιὰ σπίθα. Κι ὅπως ἀπὸ μιὰ σπίθα ἀνάβεις φωτιά, ἔτσι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ σπίθα αὐτὴ ἄναψε ἅγια φωτιὰ στὴν καρδιὰ τοῦ Ματθαίου, ποὺ ἔκαψε ὅλο τὸ δάσος τῆς ἁμαρτίας. Τὸν κοίταξε καὶ τοῦ εἶπε δύο λόγια· «Ἀκολού­θει μοι» (Ματθ. 9,9). Ἄσε τὸ τελωνεῖο κ᾿ ἔλα μαζί μου· κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀναθέσω ἄλλη ἀποστολή. Καὶ ὁ τελώνης, χωρὶς ἀντιρρήσεις, ἀκολούθη σε ἀμέσως τὸ Χριστό. Ἡ χαρά του ἦ­ταν πολὺ μεγάλη.
Γιὰ νὰ πανηγυρίσῃ τὸ γεγονός, ἔκανε τραπέζι στοὺς συναδέλφους του καὶ ἄλλο κόσμο. Στὸ τραπέζι ἦταν καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητάς του. Οἱ φαρισαῖοι, ὅταν εἶδαν τὸ Χρι­στὸ μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες, τὸν κατηγόρησαν. Γιά ἰδέστε, εἶπαν, μὲ ποιούς συναναστρέφεται… Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπήντησε μὲ τὰ ἑξ­ῆς λόγια.
Ὅποιος εἶνε καλά, δὲν χρειάζεται γιατρό. Στὸ γιατρὸ πάει ὁ ἄρρωστος. Κ᾿ ἐγὼ ἦρθα γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Οἱ ἄρρωστοι ἔρχονται σ᾿ ἐ­μένα. «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13).
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ Ματθαῖος ἔμεινε πιὰ κοντὰ στὸ Χριστό. Ὅπως τὸ ἀρνὶ ἀκολου­θεῖ τὸν τσομπάνο, ἔτσι κι ὁ Ματθαῖος τὸ Χριστό. Κοντά του ἦταν ὅταν ἐκεῖνος στὴν ἔρημο εὐλόγησε τὰ ψωμιὰ καὶ χόρτασε τὸν κόσμο. Κοντά του ὅταν περπατοῦσε πάνω στὰ κύματα. Κοντά του ὅταν θεράπευε τοὺς ἀρ­ρώστους. Κοντά του τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὅταν τέλεσε τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ εἶπε τὸ «Λάβετε φάγετε…» (Ματθ. 26,26). Κοντά του τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ἔφερε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα. Κοντά του ὅταν ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς. Καὶ στὸ ὑπερῷο τῆς Πεντηκοστῆς ἦταν πάλι ἐκεῖ. Μετά, ὅταν οἱ μαθηταὶ σκόρπισαν σὲ διάφορα μέρη γιὰ νὰ κηρύξουν, ὁ Ματθαῖος πῆρε τὸ ῥαβδί του καὶ πῆγε μακριά, μέσα σὲ ἀγρίους ἀνθρώπους, καὶ κήρυξε τὸ Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιο, καὶ εἶ­χε μαρτυρικὸ τέλος διὰ πυρός.

* * *

Θέλω, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε ἕνα σημεῖο, ἐκεῖ ποὺ ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε· «Ἀκολούθει μοι». Δύο λόγια τοῦ εἶπε, κι αὐτὸς τ᾿ ἄφησε ὅλα· καὶ τελωνεῖο, καὶ σπίτια, καὶ λεφτά, καὶ περιουσία, καὶ φίλους, τὰ πάντα, καὶ ἀκολούθησε τὸ Χριστό.
Ποιός τὸ κάνει σήμερα αὐτό; Τὸ θεωρεῖτε εὔκολο; Γιά φανταστῆτε νὰ ἐρχόταν πάλι ὁ Χριστὸς καὶ νὰ πήγαινε στὸ γεωργὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁδηγεῖ τὸ τρακτέρ, στὸν ψαρᾶ τὴν ὥρα ποὺ ῥίχνει τὸ δίχτυ, στὸν ἐργάτη, στὸν ὑπάλληλο, στὸν πλούσιο, στὸν ἔμπορο, νὰ πήγαινε στὸ νομάρχη, στὸ δήμαρχο, στὸν ὑπουργό. Νὰ πήγαινε καὶ νὰ ἔλεγε· Ἔλα μαζί μου κι ἄφησέ τα αὐτά. Ποιός ἀπ᾿ αὐτοὺς θ᾿ ἀκολουθοῦσε τὸ Χριστό; Σήμερα εἶνε ἐποχὴ τοῦ χρή­ματος. Οἱ ἄνθρωποι ψοφᾶνε γιὰ λεφτά. Χωρὶς λεφτὰ δὲν κάνουν τίποτα.
Ἀλλὰ ὁ Ματθαῖος δούλεψε χωρὶς λεπτά.
Ἤμουν σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ δὲν εἶχε παπᾶ. Πα­ρακάλεσα τὸν πρόεδρο· –Βρῆτε ἕναν, εἴτε βο­σκὸ εἴτε γεωργό, νὰ τὸν κάνουμε ἱερέα, νὰ χτυπᾷ ἡ καμπάνα τὴν Κυριακή… Κανείς δὲν βρέθηκε. Μόνο ἕνας αὐθάδης μοῦ εἶπε· –Ἂν μᾶς δώσῃς, δεσπότη, τόσα τὸ μῆνα, γινόμαστε ὅλοι παπᾶδες. –Δὲν σᾶς χρειάζομαι, τοῦ λέω.
Καὶ ὅμως νὰ ξέρετε, ὅτι καὶ σήμερα ὑπάρχουν παιδιὰ ποὺ ἐγκαταλείπουν τὰ πάντα καὶ πᾶνε κάτω στοὺς ἀγρίους, καὶ κηρύττουν τὸ Χριστό, καὶ θυσιάζονται. Αὐτοὶ ὅμως εἶνε λίγοι. Τρία ἑκατομμύρια ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ σκορπίστηκαν στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος· ἄλλος πῆγε στὴν Ἀμερική, ἄλλος στὴν Αὐστραλία, ἄλλος στὸν Καναδᾶ, ἄλλος στὴ Γερμανία, ἄλλος ἀλλοῦ. Γιατί πήγανε; Γιὰ τὸ χρῆμα. Γιὰ τὸ Θεὸ πόσοι πῆγαν ἐκεῖ;…
Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐδῶ δὲν θὰ σᾶς πῶ ν᾿ ἀφήσετε τὸν τόπο σας καὶ νὰ πᾶτε μακριὰ νὰ γίνετε ἱεραπόστολοι. Σᾶς λέω κάτι ἄλλο, πιὸ εὔκολο. Δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς τὸ μεγάλο; Ἔ, κάνε τὸ μικρό. Ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς πῶ νὰ σηκώσετε τὸν Ὄλυμπο· θὰ σᾶς δώσω νὰ σηκώσετε ἕνα χαλίκι. Μὴν ἀφήσῃς λοιπὸν τὸ σπίτι σου. Μεῖνε κοντὰ στὴ γυναῖκα καὶ στὰ παιδιά σου. Συνέχισε τὴ δουλειά σου. Νὰ εἶσαι ἐργατικὸς καὶ φιλότιμος· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά! μυρμήγκι νὰ εἶσαι, αὐτὸ θέλει ὁ Χριστός. Ἦρθε ὅμως Κυριακὴ καὶ χτύπησε ἡ καμπάνα; Ὁ ἦχος ἐκεῖ­νος εἶνε μήνυμα Κυρίου. Τὴν ὥρα ποὺ χτυπᾷ ἡ καμπάνα μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός. «Ἀκολούθει μοι», σοῦ λέει. Ἔλα, Χριστιανέ μου, νὰ ἐκκλησιαστῇς. Δὲν σὲ καλεῖ νὰ πᾷς κάτω στοὺς ἀ­γρίους, γιὰ νὰ γίνῃς ἐκεῖ κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου· δὲν σὲ καλεῖ νὰ γίνῃς παπᾶς ἢ ἱεροκήρυκας ἢ κάτι ἄλλο. Ἔλα στὴν ἐκκλησία, σοῦ λέει, ν᾿ ἀνάψῃς τὸ κερί σου καὶ νὰ στα­θῇς στὴ θεία λειτουργία. Πόσο νὰ σταθῇς; Μία ὥρα! Ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέ χρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων…» μία ὥρα εἶνε. Ὅλη ἡ βδομάδα ἔχει 168 ὧρες, καὶ ἀπὸ τὶς 168 ὧρες 1 ὥρα μᾶς ζητάει ὁ Θεός· κ᾿ ἐμεῖς οὔτε 1 ὥρα δὲν τοῦ ἀφιερώνουμε; Τόσο φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό;
Γι᾿ αὐτὸ σήμερα, ποὺ ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου καὶ θαυμάζου­με τοὺς ἥρωες ἐκείνους ποὺ ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ ἐργάζονται ὡς ἱεραπόστολοι στὰ δι­άφορα μέρη τῆς γῆς, κάνω μία ἔκκλησι σὲ ὅ­λους. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφοῦ δὲν μπορεῖτε –ἢ μᾶλλον δὲν θέλετε– νὰ κάνετε τὸ μεγάλο, νὰ κάνετε τὸ μικρό. Σεῖς οἱ ἴδιοι δὲν συγκινεῖσθε καὶ δὲν ἐνδιαφέρεστε γιὰ ἱεραποστολή. Kά­ποιο καλὸ παιδί σας δὲν τ᾿ ἀφήνετε νὰ γίνῃ ἱ­ερεύς. Ἔτσι φθάσαμε νὰ ἔχουμε στὴν Ἑλλάδα χίλιες (1.000) θέσεις ἱερέων κενές. Τὸ παιδάκι σας θέλετε νὰ γίνῃ δικηγόρος, γιατρός, μηχανικός…· ἀλλὰ παπᾶς ὄχι. Ἕνα μικρὸ χαρι­τωμένο παιδάκι πήγαινε στὸ κατηχητικὸ καὶ τοῦ ἄρεσε ἡ ἐκκλησία· καὶ λέει στὸν πατέρα του· –Ἐγὼ θέλω νὰ γίνω παπᾶς. – Ἂν τὸ ξαναπῇς, τοῦ εἶπε, θὰ σὲ σκοτώσω!…
Λοιπόν; Τὸ ἕνα δὲν τὸ κάνετε, τὸ ἄλλο δὲν τὸ κάνετε, τί Χριστιανοὶ εἶστε; Ἐλᾶτε τοὐλάχιστον τὴν Κυριακὴ μιὰ ὥρα στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ ἔχετε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φωτιστῆτε· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου Πτελεῶνος – Ἑορδαίας τὴν 16-11-1980

Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε...

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης


 Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;


 Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.
Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους,για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.
Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος. Το πρώτο από όλα. 
Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη:«Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

«Πληγώνοντας τον άλλο…»



Όσο περνούν τα χρόνια και σωρεύονται στην ψυχή αρχειοθετημένα γεγονότα και ενθυμήσεις παλιές, τότε αρχίζει ένα σχολαστικό ξεδιάλυμα όλων αυτών, ώστε να ξαναφανούν (για έσχατη ίσως φορά) τα περιττά κι άχρηστα, αλλά και τα πολύτιμα κι αγαπημένα. Κι εκεί, λοιπόν, στον όλο αυτό σωρό παρατηρείς και κάποιες στιγμές εχθρικής ή άπρεπης συμπεριφοράς, κατά τις οποίες άφησες το στίγμα σου στην ψυχή του άλλου πληγώνοντάς τον με λόγια και απανθρωπία κάποτε.
Ιδίως σε ηλικίες τρυφερές, τότε δηλαδή, που άνοιγαν οι ψυχές να δεχτούν η μια την άλλη με σκοπό τη συνεργασία, τη φιλία, τη συνδρομή.
Κι όμως κάποιες φορές , το νοιώθεις ακόμα, είτε από εγωισμό, είτε από κενοδοξία, είτε από ευθιξία, η συμπεριφορά σου δεν ήταν ευπρεπής και έντιμη.
Γιατί η επιθετική ταχτική, με το σκεπτικό ότι εσύ κατέχεις το δίκιο, τραυμάτισε κάποιες ψυχές. Και μάλιστα άφησε πάνω τους τα σημαδια μιάς αγριότητας, που ο θυμός επέτρεψε να εκδηλωθεί.
Για να περάσουν τα χρόνια και να μην μπορείς να κάμεις τίποτε πιά, ώστε ν’ ανατρέψεις τα πράγματα, αφού οι τύψεις υπάρχουν (κι ενοχλούν) όπως και οι πληγές…
Ναί, τα σκέφτεται κανείς ολ᾿ αυτά, όταν περάσουν τα χρόνια και βαρύνουν πάνω του για τα καλά.
Τότε, λοιπόν, συνειδητοποιεί τα λάθη και τις αστοχίες του, όπως οι τόσες και τόσες φορές που, ηθελημένα ή όχι, πλήγωσε κάποιους, που σήμερα είναι αδύνατο να τους ξαναδεί, νάτούς ξανανταμώσει.
Γι᾿ αυτό και σε στιγμές ησυχίας υψώνει τα χέρια του στον ουρανο ικετεύοντας να τόνελεήσει η Χάρη Του, να του δώσει την ευκαιρία «του οράν» τα πταίσματα, όχι με το φακό της αυτοδικαίωσης ή της όποιας ανοχής, αλλά πρωτίστως με την φωτισμένη διαδαχή του ιερού ψαλμωδού:
«Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου έστι διαπαντός… Ελεησόν με ο Θεός, ελεήσόν με» (πρβλ. Ψαλ. 50).
π. Κ.Ν. Καλλιανός
το είδαμε εδώ

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Συνηθίζω νά δέχομαι εὐχαρίστως τίς μικροδοκιμασίες, πού μοῦ στέλνει ὁ Κύριός μου

Σχετική εικόνα

Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στη σκήτη να επισκεφθούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από την καλύβη του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.

-Πώς ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; Ρώτησαν τον Γέροντα.

-Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, απεκρίθη ο αγαθός Γέρων, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και να τα διώξω. Κάθε φορά όμως αναβάλλω, λέγοντας στον εαυτό μου αν τόσο μικρή ενόχληση δεν ανέχεσαι, πως θα σηκώσεις ένα πιο μεγάλο πειρασμό; Έτσι συνηθίζω να δέχομαι ευχαρίστως τις μικροδοκιμασίες, που μου στέλνει ο Κύριός μου.




Κάποιος ερημίτης είχε ένα νεαρό μαθητή δύστροπο. Ο Όσιος μακροθυμούσε, ελπίζοντας πως με τον καιρό θα φρονίμευε.

Μια μέρα ο υποτακτικός κλείδωσε το κελλαρικό που φύλαγαν τα λίγα τρόφιμά τους και κατέβηκε στην πόλη, χωρίς να πει σε κανένα τίποτα κι έμεινε δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Γέροντας του έμεινε νηστικός, αφού δεν έβρισκε τι να φάει. Κάποτε, τέλος πάντων, τον πήρε είδηση ένας γείτονάς του και του πήγε λίγες μαγειρεμένες φακές.

-Σαν ν’ άργησε πολύ ο υποτακτικός σου, είπε ο γείτονας.

Και ο αγαθώτατος Γέροντας, μ’ όλη του την ανεξικακία

-Ε, όταν ευκαιρήσει ο αδελφός, θα έλθει πάλι, αποκρίθηκε.

(από το γεροντικό)


(Γέροντας Παΐσιος)

- Μπορεί, Γέροντα, να βρεθεί κανείς με φορτίο μεγαλύτερο από αυτό πού μπορεί να σηκώσει;

- Ό Θεός δεν επιτρέπει φορτίο πάνω από τις δυνάμεις μας. Οι αδιάκριτοι άνθρωποι φορτώνουν βαρύ φορτίο στους άλλους. Πολλές φορές ό Καλός Θεός αφήνει τους καλούς ανθρώπους στα χέρια των κακών, για να μαζέψουν μισθό ουράνιο…

Στην πνευματική ζωή είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο, τότε νιώθεις όμορφα. Άμα το δίνης στον άλλον, τότε νιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικιμένο Χριστό στην καρδιά σου. 

Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν την χαρά! Να μάθετε να χαίρεσθε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα. 

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από την χαρά πού νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, την γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; 

¨Δόξα Σοι ο θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω. Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!


Το είδαμε εδώ

τ

Άγιος Νεκτάριος: Έλαμψε με το έργο του – Γιατί θεωρείται ο Άγιος της Αίγινας

νεκτάριος

Ο Άγιος της Αίγινας, ο Άγιος Νεκτάριος, ο ταπεινός ιεράρχης, μοναχικός και παρόλα αυτά προσηνής, έδειχνε από μικρός την αγάπη του για το Χριστό και την ιεραποστολική του κλίση, ενώ έγινε παράδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους της εποχής του.
Ο Άγιος Νεκτάριος από μικρός έφτιαχνε τεχνητούς άμβωνες, μιλούσε για το Χριστό στα παιδιά της ηλικίας του και στο συσκευαστήριο μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, με κάποια ευαγγελική ρήση που μιλούσε για μετάνοια και σωτηρία.
Αρχικά χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Νεκτάριος, το 1889 χειροτονήθηκε επίσκοπος Πενταπόλεως Λιβύης και αργότερα διορίστηκε ιεροκήρυκας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Το 1894 διορίστηκε διευθυντής της Ριζαρείου σχολής και έκανε πράξη τον ουσιαστικό ρόλο του παιδαγωγού με το παράδειγμά του. Κάποτε όταν μαθητές ήρθαν στα χέρια, ο ίδιος αντί να τους τιμωρήσει, αυτοτιμωρήθηκε, θεωρώντας εαυτόν υπαίτιο, με ασιτία 3 ημερών.
Άλλοτε, βρέθηκε ξυπόλητος ενώπιον των μαθητών να αγορεύει, διότι εισερχόμενος στην αίθουσα είδε ένα φτωχό, ο οποίος τον παρακάλεσε, αν μπορούσε να τον βοηθήσει ώστε να αποκτήσει παπούτσια, καθότι δεν είχε, και εκείνος έδωσε τα δικά του. Άλλοτε, σε μια διαμάχη μεταξύ των επιστατών για το ποιος ήταν υπεύθυνος καθαριότητας των αποχωρητηρίων, ο ίδιος έλυσε τη διαφορά τους, καθαρίζοντάς τες.
Στην Αίγινα εγκαταστάθηκε το 1908, σε ένα παλαιό μοναστήρι στη θέση Ξάντος και στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης, οδηγός και συνοδοιπόρος της ζωής αφήνοντας την τελευταία του πνοή το 1920.
Μάλιστα όταν χωρικοί τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό να βρέξει, διότι είχε 3 χρόνια να βρέξει στο νησί, το έκανε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτό και άλλα θαύματά του, εκλείφθηκαν ως θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες, με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή.
Η μνήμη του εορτάζεται σήμερα 9 Νοεμβρίου. Μυστήριο θεωρείται ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Ο άγιος των Εξαρχείων, που δεν είχε ούτε για νοίκι...



Ήρθε από την Αφρική, άρα Μετανάστης. Κυνηγημένος εκεί από κάποιους υψηλά ιστάμενους, που δεν τον χώνευαν ακριβώς επειδή ήταν αυθεντικός και ακέραιος. Εγκαταστάθηκε στου Ρέντη και δεν είχε λεφτά ούτε για να πληρώσει το νοίκι. Είχε πρωτοέρθει ως φοιτητής και είχε εγκατασταθεί στα Εξάρχεια, και πάλι δεν είχε λεφτά να πληρώσει το νοίκι... Ήταν μαθημένος στην πείνα και στην αφραγκία, λοιπόν, μια ζωή.
Αν και τρομερά μορφωμένος, φυτοζωούσε σε μια υπηρεσιακή θέση, περιπλανώμενος στην Ελλάδα, κι έτρωγε στη μάπα τις βρισιές και το κυνήγι εκείνων που "ήξεραν", υποτίθεται, γιατί τον είχαν διώξει από την Αφρική. 
Αυτός έκανε υπομονή. Γιατί να μην κάνει; Άγιος ήταν - ή μήπως ΓΙ' ΑΥΤΟ έγινε άγιος; Ο άγιος των Εξαρχείων, ένας ειρηνικός άνθρωπος, που τα Εξάρχεια της εποχής του τον αγνοούσαν & σημερινά Εξάρχεια επίσης τον αγνοούν.

Αργότερα πήρε μια υπεύθυνη θέση κι εκεί έλαμψε η καλοσύνη του. Όταν όμως πήρε σύνταξη κι έφυγε, για να κάνει επιτέλους αυτό που αγαπούσε η καρδιά του, κι εκεί ακόμα τον κυνηγούσαν οι κακοί άνθρωποι (ο Θεός να τους έχει καλά), τον συκοφαντούσαν -για εκλήματα πια- κι έτσι είχε πρόβλημα και με τον κρατικό μηχανισμό!Υπέση σκληρές ανακρίσεις, αν και γέρος... Και δόξα τω Θεώ, έκανε υπομονή.

Όταν πέθανε, σ' ένα νοσοκομείο της Αθήνας, τον κήδεψαν στο νησί του (που είχε γίνει "δικό του", επειδή είχε μετακομίσει & προσφέρει σπουδαίο έργο εκεί), αλλά στο δρόμο, που έπρεπε να κάνει στάση στον Πειραιά, του έκλεισαν την πόρτα της εκκλησίας κι έμεινε το φέρετρό του απ' έξω. Και μετά, ένας δεσπότης είπε: "Τρελαθήκατε; Αυτός είναι άγιος;", μέχρι που τη νύχτα τον είδε ολοζώντανο μπροστά του και άλλαξε γνώμη.

Δεν είσαι μόνος σου, λοιπόν. Έχουμε έναν άγιο που σου μοιάζει, αναγνώστη μου, έφηβε, απροσάρμοστε, μαυροντυμένε, σκουλαρικά, επαναστάτη, θαμώνα των Εξαρχείων, άφραγκε, ονειροπόλε, που γυρεύεις τον ουρανό και θέλεις να γίνει παράδεισος η κολασμένη γη.
Μου φαίνεται μάλιστα πως όλοι οι άγιοί μας σού μοιάζουν. Δε θέλω να το παίξω έξυπνος, αλλά νομίζω πως έχουνε να σου πούνε κάτι.

Γεννήθηκε το 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης από το Δημοσθένη και τη Μαρία Κεφαλά. Ονομάστηκε Αναστάσιος. Η οικογένεια του ήταν φτωχή, έτσι αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο, δεκατεσσάρων χρονών παιδί, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και δούλεψε, αρχικά μόνο για στέγη και τροφή. Το 1868 πηγαίνει στη Χίο και γίνεται δάσκαλος στο Λιθί, έως το 1873. Μετά, γίνεται μοναχός με το όνομα Λάζαρος. Το 1877 χειροτονείται διάκονος και παίρνει το όνομα Νεκτάριος.

Το 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος και λίγο αργότερα Αρχιμανδρίτης στο Κάιρο. Το 1889 χειροτονείται μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η αγιότητα του, τόσο πολύ φανερή στον κόσμο, έστρεψε εναντίον του τα διεφθαρμένα στοιχεία της εκκλησίας. Κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί διέβαλαν τον Άγιο στον ενενηντάχρονο Πατριάρχη... Τάχα ο Νεκτάριος εποφθαλμιούσε τη θέση του... Ο Νεκτάριος διώκεται άδικα, μέχρι που διώχνεται από την Αίγυπτο... Έρχεται στην Αθήνα χωρίς χρήματα ψάχνοντας για δουλειά για να ζήσει! Μένει στα Εξάρχεια και δεν έχει χρήματα να πληρώσει το νοίκι του... Παίρνει τη θέση του ιεροκήρυκα στην Εύβοια.. μετά στη Φθιώτιδα και Φωκίδα.... Οι εντυπώσεις που αφήνει παντού είναι εξαιρετικές, οι άνθρωποι τον αγαπούν...Το 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής.
 

Το περιβάλλον της Ριζαρείου 

Στην ιερατική σχολή Ριζάρειο δεν φοιτούσαν μόνο πιστοί και παιδιά που ήθελαν να γίνουν ιερείς... φοιτούσαν και άπιστοι, παιδιά πολλών εύπορων οικογενειών, άτομα που ήρθαν γιατί το επίπεδο των σπουδών ήταν υψηλό κλπ. 

Όποιος έχει μπεί έστω και μια φορά για μία ώρα σε τάξη τόσο ανομοιογενή, καταλαβαίνει τη δυσκολια... πόσο μάλλον όλοι αυτοί οι άνθρωποι να συμβιώνουν καθημερινά... 

ΠΡΩΤΗ   ΔΙΗΓΗΣΗ... 

Κάποιοι μαθητές της ριζαρείου έκαναν σοβαρότατα παραπτώματα. Τους οδήγησαν στο διευθυντή λοιπόν για να τιμωρηθούν. Τι έκανε όμως ο Νεκτάριος; 

Ζήτησε να μην του σερβίρεται φαγητό (του ίδιου, όχι των μαθητών...) για τρεις ημέρες. Θεώρησε ο Νεκτάριος τον εαυτό του υπεύθυνο, πίστεψε ότι ο ίδιος έκανε λάθος, δεν έμπνευσε τους μαθητές, δεν τους οδήγησε στη χάρη του Θεού. Την ώρα του κοινού δείπνου, ενώ οι άλλοι έτρωγαν, προσευχόταν στο Θεό για το πρόβλημα... Και δεν είναι δύσκολο για τον κάθε άνθρωπο να ξεχωρίσει τον υποκριτή από τον ειλικρινή... 

Το ζήτημα αυτό συγκλόνισε την μικρή κοινότητα της ριζαρείου. Για πρώτη ίσως φορά στη ζωή τους οι άνθρωποι εκεί είδαν κάποιο διευθυντή να μην ψάχνει για ευθύνες στους άλλους αλλά στον εαυτό του. Η συγκλονιστική ταπείνωση του Νεκταρίου χώρισε το χρόνο στα δύο για την σχολή, το πριν και το μετά. Οι μαθητές άλλαξαν ριζικά. Οι φταίχτες του επεισοδίου δεν ήθελαν να φάνε ούτε αυτοί τις ημέρες που ο Νεκτάριος δεν έτρωγε...έκλαψαν πικρά... μετάνιωσαν... Μετά από αυτό όταν κάποιος έκανε ένα σοβαρό παράπτωμα έπεφταν πάνω του οι ίδιοι οι μαθητές να τον συνεφέρουν...τα λόγια τους ήταν συνήθως 
"Θέλεις πάλι να μη τρώει ο Νεκτάριος... δεν τον βλέπεις πως αγωνίζεται εδώ μέσα... θα αρρωστήσει".

 

ΔΕΥΤΕΡΗ  ΔΙΗΓΗΣΗ... 

Οι άνθρωποι που καθάριζαν τις τουαλέτες της σχολής καβγάδιζαν γιατί ο ένας ήθελε να ρίξει τον άλλο... ο Νεκτάριος ξύπναγε νωρίς και καθάριζε ο ίδιος τις τουαλέτες για να μην υπάρχει καβγάς... δεν κατηγόρησε κανένα... οι άνθρωποι που θα έπρεπε να καθαρίζουν ντράπηκαν και βρήκαν λύση... 



ΤΡΙΤΗ ΔΙΗΓΗΣΗ... 

Μια άλλη χρονιά ένας από τους εργάτες καθαριότητας αρρώστησε... ο Νεκτάριος άρχισε να καθαρίζει ο ίδιος στη θέση του, φοβούμενος ότι θα απολυθεί ο άρρωστος άνθρωπος. Και αυτό συζητήθηκε πολύ ανάμεσα στους μαθητές,όλοι έτρεμαν πλέον μήπως και τον στεναχωρέσουν, μήπως και του προσθέσουν και άλλο βάρος... 


Το 1919 ο Νεκτάριος εισάγεται στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών... ένας γέροντας ιερέας με ένα φτωχό τριμμένο ράσο... Μετά από 50 ημέρες νοσηλείας χωρίς μέσο, και πριν ακόμη να εγχειρισθεί, παρέδωσε την Άγια ψυχή του στον Κύριο που τόσο αγάπησε στη ζωή του...

 Αν και δεν υπήρχα τότε, έχω ακούσει γι' αυτή τη φωτο ότι η σορός του αγίου έμεινε έξω από τις ΚΛΕΙΣΤΕΣ πόρτες του καθεδρικού ναού Πειραιά, περιμένοντας το καραβάκι για Αίγινα.
 Ανεπιθύμητος ο άγιος, όπως όλοι οι δίκαιοι, δεν του άνοιξαν τις πόρτες.
 Δόξα τω Θεώ...

Αν όλα είχαν μείνει εκεί, σήμερα ίσως κανείς δεν θα τον θυμόταν... Ο Κύριος όμως αποφάσισε κάτι άλλο... 

Μόλις πέθανε στο νοσοκομείο ξεκίνησε η γνωστή διαδικασία με το σαβάνωμα... Όμως, το νεκρό σώμα, μύριζε πολύ όμορφα... κάτι σαν ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο που μύριζε καλύτερα από το καλύτερο άρωμα... κάτι που φυσικά οι σαβανωτές δεν είχαν δει ποτέ...ούτε οι γιατροί... ούτε κανείς άλλος... Τα νέα διαδόθηκαν στο νοσοκομείο... Οι γιατροί και το προσωπικό άρχισαν να ρωτάνε, ποιός είναι ο φτωχός καλόγερος;... ποιός;... δεσπότης; πρώην γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο; 

Και άρχισε η πορεία που έκανε τον Νεκτάριο γνωστό στην κάθε άκρη, στο κάθε μικρό χωριό της Ελλάδας, στην κάθε γωνιά του κόσμου που ζουν Έλληνες... Η νεκροφόρα έφθασε στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά... και κόσμος, πολύς κόσμος που ήθελε να δει τον ιδρώτα που έβγαινε απο το άγιο πρόσωπο και μύριζε τόσο όμορφα... Το καραβάκι "Πτερωτή" τον μετάφερε στην Αίγινα... έφθασε στις τέσσερις το απόγευμα στην Αίγινα... θα έλεγε κανείς ότι όλο το νησί περίμενε στην παραλία...Οι καμπάνες χτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή... 

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες ο κόσμος ερχόταν να δει το άγιο σώμα...που αδιάκοπα ανάβλυζε μύρο και η μυρωδιά δεν ήταν μυρωδιά νεκρού, ούτε μυρωδιά αυτού του κόσμου... Και ήρθαν τα θαύματα... τι να πει κανείς για αυτά σε όποιον δεν έχει δοκιμάσει επάνω του την ευεργεσία του Θεού... Η εκκλησία που τόσο ο Νεκτάριος αγάπησε και υπηρέτησε και τόσο κάποια από τα δειφθαρμένα, φιλόδοξα ή κοσμικά μέλη της τον πρόδωσαν και τον αδίκησαν, αναγνώρισε την αγιότητα του... κάτι που ο απλός κόσμος είχε ήδη κάνει μετά τα τόσα σημάδια που έστειλε ο Κύριος... Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται... και ο ταπεινός ιερέας έγινε το παράδειγμα των ευλαβών ιερέων τα χρόνια που ήρθαν... και τόσο πολλών ανθρώπων...
πηγή : εδώ & εδώ

Άγιος Νεκτάριος: Δείτε γιατί καθιερώθηκε ως προστάτης των αδυνάτων






Ο Άγιος Νεκτάριος ή Νεκτάριος Πενταπόλεως ή Νεκτάριος Αιγίνης, έζησε τη περίοδο 1846-1920 και ο βίος του ήταν γεμάτος δυσκολίες και εμπόδια, που πάντα προσπαθούσε υπομονετικά και παίρνοντας δύναμη από τον Θεό να τα ξεπεράσει. Πλέον αποτελεί παράδειγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο ώστε να μην χάνει την ελπίδα του.

Μέσα από τον βίο του καταλαβαίνουμε γιατί οι πιστοί σήμερα επικαλούνται τον Άγιο Νεκτάριο ως προστάτη των φτωχών και του ζητούν να τους βοηθήσει στην εύρεση εργασίας.
Ο Αναστάσιος Κεφαλάς, όπως ονομαζόταν, γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά φτωχής οικογένειας, με αρχοντική όμως καταγωγή. Οι κακές οικονομικές συνθήκες και η έλλειψη σχολείου μέσης εκπαίδευσης στη περιοχή του τον έκαναν να φύγει και να ορίσει τον δρόμο του προς την Κωνσταντινούπολη σε ηλικία μόλις 13 χρονών, με σκοπό να εξελιχθεί και να στηρίξει ταυτόχρονα την οικογένειά του. Εκεί άρχισε να εργάζεται σε συσκευαστήριο καπνού, ο εργοδότης όμως τον εκμεταλλευόταν οικονομικά και τον έδερνε.
Τη διέξοδό του την έβρισκε στον Θεό και στο Ευαγγέλιο. Μάλιστα μαζί με τον καπνό που συσκεύαζε, κάθε φορά έβαζε μέσα και ένα μικρό χαρτάκι, το οποίο έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση. Κάποτε ένας έμπορος βλέποντας τον ξυλοδαρμό του παιδιού το λυπήθηκε και τον πήρε στη δούλεψή του.
Έκτοτε στη ζωή του πέρασε πολλές δυσκολίες σχετικά με την εργασία του, αφού άλλαζε συνεχώς εργασιακό περιβάλλον. Η συνεχής αυτή αλλαγή τον εμπόδιζε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, όμως ποτέ δε σκέφτηκε να τις παρατήσει, καταφέρνοντας τελικά να εργαστεί και ως δάσκαλος.
Η συνέχεια της ζωής του τον βρίσκει στη Χίο μοναχό ενώ σύντομα χειροτονείται διάκονος και παίρνει το όνομα Νεκτάριος. Στη συνέχεια, στην Αλεξάνδρεια πια, χειροτονείται Ιερέας και μετά από 5 μήνες δέχεται το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη.
Χάρη στη ρητορική του ικανότητα γίνεται και ιεροκήρυκας. Ακόμη, το 1889 ανακηρύσσεται επίσκοπος Πενταπόλεως Λιβύης. Η ανοδική του πορεία, η αποδοχή και η αγάπη που δεχόταν από τον κόσμο χάρη στο έργο του δεν πέρασε απαρατήρητη από τους επισκόπους οι οποίοι ένιωσαν τότε να ‘απειλούνται’.
Έτσι στην προσπάθειά τους να τον παραγκωνίσουν του πρόσαψαν μια σειρά ψεύτικες κατηγορίες και τον ανακάτεψαν σε σκάνδαλα ηθικού χαρακτήρα, με κορυφαία τη συκοφαντία πως επιθυμούσε να ανατρέψει τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας, Σωφρόνιο από την θέση του. Αυτό προκάλεσε την παύση της ιδιότητας του Αγ. Νεκταρίου από τον Σωφρόνιο αναγκάζοντάς τον να φύγει από την Αλεξάνδρεια.
Η ψευδείς φήμες κατά του Αγ. Νεκταρίου όμως είχαν καταφέρει να τον στιγματίσουν μέχρι και στην Αθήνα και στη Κωνσταντινούπολη, καθιστώντας αδύνατο για τον ίδιο να εργαστεί οπουδήποτε. Άνεργος πια ξεκίνησε πάλι από το μηδέν, μην έχοντας χρήματα ούτε για ενοίκιο αλλά ούτε και για να τραφεί.
Όταν μετά από καιρό κατάφερε να διοριστεί ιεροκήρυκας στην Χαλκίδα, η καχυποψία προς το πρόσωπο του έκανε το κοινό να αποδοκιμάζει τις ομιλίες του. Ωστόσο ο Άγιος Νεκτάριος είχε εμπιστοσύνη στο Θεό ότι η αλήθεια κάποτε θα αποκαλυφθεί, όπως και έγινε, όταν ήρθε στην επιφάνεια η πλεκτάνη που του είχαν στήσει και έτσι η φήμη του αποκαταστάθηκε.
Έκτοτε εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, όπου έγινε σύντομα λαοφιλής, λόγω των θαυμάτων του έκανε με την προσευχή του. Με τον καιρό κατάφερε να χτίσει τον μοναστήρι του στο νησί που προσέλκυσε μεγάλο αριθμό πιστών οι οποίοι έβρισκαν βοήθεια και λύση στα προβλήματά τους.
Τα προβλήματα υγείας όμως τον ταλαιπώρησαν για πολλά χρόνια και ο θάνατος τον βρίσκει στις 9 Νοεμβρίου 1920 στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Το δωμάτιο στο οποίο νοσηλευόταν έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα μικρό ναό στη μνήμη του.
Η ταφή του έγινε στο μοναστήρι της Αίγινας και χρειάστηκε να περάσουν 40 χρόνια για να ανακηρυχτεί Άγιος. Το λείψανό του παρέμενε αναλλοίωτο για 30 χρόνια και το μέτωπό του μυρόβλιζε.
Σήμερα το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα είναι προορισμός πολλών πιστών από όλα τα μέρη της Ελλάδας που το επισκέπτονται για να προσευχηθούν, να προσκυνήσουν και να ζητήσουν την βοήθειά του στην εύρεση εργασίας αλλά και για καλή υγεία.
Ακόμη πολλοί επισκέπτες υποστηρίζουν πως προσκυνώντας τον τάφο του ακούνε έναν ήχο σαν να χτυπά ο Άγιος την ράβδο του, υποδηλώνοντας την ζωντανή παρουσία του και τη θαυματουργική του ικανότητα μέχρι και σήμερα.

Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου...

  Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου...Πρόσεχε λοιπόν πώς του συμπεριφέρεσαι.Πρόσεχε τί σκέφτεσαι περί αυτού.Πρόσεχε τί επιθυμείς γι' αυτόν.
 Επειδή στην αιωνιό­τητα μέλλεις να ζήσεις μαζί με εκείνον. Γι' αυτό, ας είναι όλα μέσα μας αθάνατα και αιώνια:η αγάπη μας προς τον άνθρωπο,το αγαθό μας,η αλήθεια μας,η δι­καιοσύνη μας.
Για να μην ντρεπόμαστε στον άλλο κό­σμο,μήτε για την αγάπη μας,μήτε για το καλό μας,μή­τε για την αλήθεια μας,μήτε και για την δικαιοσύνη μας ενώπιον του Κυρίου!

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
 
πηγή: εδώ

το μεταφέρουμε απο εδώ

Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ – Τί ακριβώς γιορτάζουμε

αρχάγγελοι

Στις 8 Νοεμβρίου έκαστου έτους, η Εκκλησία τιμά τη σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, ο οποίος είναι και προστάτης Άγιος της Πολεμικής Αεροπορίας, και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων.

Οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ παρουσιάζονται συνήθως με σπαθί ή σκήπτρο στο δεξί χέρι, σύμβολο της εξουσίας που τους χάρισε ο Θεός. Στο αριστερό δε χέρι τους, είθισται να κρατούν μια σφαίρα , η οποία συμβολίζει τον κόσμο.
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι άγγελος, δηλαδή κτιστό, αόρατο και τέλειο πνεύμα, το οποίο δεν το περιορίζει ούτε ο χρόνος, ούτε ο χώρος. Επιπλέον είναι και ο μόνος ο οποίος ονομάζεται Αρχάγγελος κατά την Αγία Γραφή καθώς και «ένας των πρώτων αρχόντων» και «άρχων» και το όνομά του σημαίνει «Ποιος Είναι Ομοιος με τον Θεό;».
Είναι άγγελος, ο οποίος εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, όταν ο Εωσφόρος, το όνομα του οποίου σημαίνει «αυτός που φέρει το φως», ενώ κατείχε την ύψιστη θέση στην κτιστή τελειότητα, ηγήθηκε μικρής ομάδας στασιαστών αγγέλων (μετέπειτα δαίμονες), οι οποίοι ήθελαν να μην υπακούσουν στις διαταγές του Θεού, και επαναστάτησαν.
Τη στιγμή εκείνη ο έως τότε Άγγελος Μιχαήλ, ανέλαβε σημαίνοντα ρόλο στην υποστολή της ανταρσίας του, κερδίζοντας έτσι τον τίτλο του Αρχάγγελου. Μάλιστα ήταν εκείνος που ανήγγειλε στον Αβραάμ την ανάγκη θυσίας του γιου του, Ισαάκ, ενώ ήταν και εκείνος που οδήγησε το λαό του Ισραήλ στη φυγή από την Αίγυπτο.
Στην Καινή Διαθήκη, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι εκείνος που θα αναγγείλει τη δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού και την αρπαγή της εκκλησίας Του, ενώ είναι παρών και στον Ιησού του Ναυί, την πτώση της Ιεριχούς, καθώς και στις ιστορίες του Εμμανουήλ, Δαβίδ και Ηλία. Πάντοτε κρατά ρομφαία, η οποία δίνει την πύρινη τιμωρία στους εχθρούς του Θεού.
Τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον συναντάμε επίσης και στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όπως επίσης και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου ως επικεφαλής των Αγγέλων πολεμά το Σατανά.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο Μιχαήλ θεωρείται από το λαό ότι είναι ο ψυχοπομπός άγγελος, δηλαδή μεταφέρει τις ψυχές στον ουρανό. Μάλιστα σε ορισμένες περιοχές, όπως τη Θράκη, υπάρχουν κάποιες προλήψεις και ο κόσμος δεν αφήνει τη μέρα αυτή τα παπούτσια του έξω από το σπίτι, για να μην τα δει ο Αρχάγγελος και «ενθυμηθεί αυτούς και αναλάβει εκ της ζωής».
Είναι γνωστό και το θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στους Κολοσσούς της Φρυγίας. Στην περιοχή των Κολοσσών είχε αναβλύσει πηγή με αγιασμένο νερό που θεράπευε κάθε αρρώστια. Εκεί χτίστηκε ναός στο όνομα του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Οι ειδωλολάτρες στράφηκαν εναντίον του ιερέα του ναού, τον οποίο όμως προστάτευσε ο Αρχάγγελος και σώθηκε. Οι ειδωλολάτρες δοκίμασαν τότε να εκτρέψουν το ρου ενός ποταμού για να πνίξουν τον ιερέα και να καταστρέψουν το ναό. Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ επενέβη και με τη ρομφαία του έσκισε στα δυο τη γη και τα νερά χωνεύθηκαν μέσα. Έως σήμερα τα νερά των ποταμών χωνεύονται, γι’ αυτό και το μέρος ονομάστηκε Χώναι.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (Ταξίαρχος και Αρχιστράτηγος) είναι επίσης και ο Προστάτης Άγιος της Πολεμικής Αεροπορίας και η μνήμη του γιορτάζεται με κάθε μεγαλοπρέπεια σε όλες τις Μονάδες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ένας από τους απροσμέτρητους αγγέλους. Το όνομά του σημαίνει «ήρωας του Θεού» και είναι ένας από τους λίγους αγγέλους, οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στην Αγία Γραφή.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ο άγγελος που εμφανίστηκε στο προφήτη Δανιήλ, στη γυναίκα του Μανωέ, και της αναγγέλλει ότι θα γεννήσει τον Σαμψών, στον Ιωακείμ και την Αννα, και τους αναγγέλλει πως θα γεννήσουν την Παναγία, στον ιερέα Ζαχαρία, για να του αναγγείλλει ότι θα γεννήσει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι επίσης αυτός με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την γέννηση του Χριστού.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι εκείνος, ο οποίος  έδωσε τον κρίνο στην Παναγία και της ανακοίνωσε ότι θα γεννήσει το Γιο του Θεού και αυτός παρουσιάστηκε στους βοσκούς. Αυτός είπε στον Ιωσήφ, να πάρει την Μαρία και το βρέφος και να φύγει στην Αίγυπτο και ύστερα από καιρό, να επιστρέψει στη γη του Ισραήλ.
Στα νεώτερα χρόνια στον Ιερό Ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές του Αγ.Ορους εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ σε έναν μοναχό και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας άρχισε να ψάλλει το «Αξιον Εστί».Του μοναχού του άρεσε αυτός ο ύμνος, αλλά στεναχωρέθηκε γιατί θα το ξεχνούσε. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ όμως με το δάχτυλό του χάραξε τον ύμνο πάνω σε μαρμάρινη πλάκα. Έτσι η εικόνα της Παναγίας ονομάστηκε «Αξιον Εστί» και υπάρχει μέχρι σήμερα η θαυματουργική αυτή εικόνα της Παναγίας «Άξιον Εστί» υπενθυμίζοντάς μας ότι η ύπαρξη των αγγέλων είναι μία πραγματικότητα, καθώς και ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους γνωματεύουν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλισε την βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το τέλος.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης παρὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
 



(Ἰωάν. ιθ΄ 25-27, κα΄ 24-25)

Πλησιάζουσι τὸν σταυρὸν ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ὡς ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης «εἱστήκεσαν παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ» εἶναι ὄρθιοι πλησίον τοῦ σταυροῦ 1) «ἡ μήτηρ αὐτοῦ» 2) «ἡ ἀδελφή τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ» 3) «Μαρία ἡ Μαγδαληνή». Ἡ Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ, εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ Κλωπᾶ καὶ μήτηρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ Ἰωσήφ. Ὁ Κλωπᾶς ἤ Ἀλφαῖος ἦτο κατὰ τὸν Ἠγήσιππον παρὰ τῷ ἱστορικῷ Εὐσεβίῳ καὶ κατὰ τὸν Ἐπιφάνιον ἀδελφός τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ. Ἑπομένως ἡ σύζυγός του Μαρία ἦτο συνυφάδα τῆς Θεοτόκου καὶ ὀνομάζεται ἐνταῦθα «ἀδελφὴ» ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Ἤδη οἱ δολοφόνοι Φαρισαῖοι εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν ἑαυτόν τους καὶ τοὺς ξένους ἐκτελεστάς τῶν φονικῶν των διαθέσεων. Ἔβλεπον τὸ αἷμα ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ἰησοῦ νὰ πίπτῃ κατὰ σταγόνας εἰς τὴν γῆν. Τὸ δὲ αἷμα τῶν ποδῶν Του νὰ ἀφίνῃ κόκκινες γραμμὲς εἰς τὴν βάσιν τοῦ σταυροῦ. Δὲν φεύγει πλέον, εἶναι καρφωμένος! Περιμένουν τὸ βλάσφημον στόμα Του νὰ ἀνοίξῃ μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ ἀγωνίᾳ, ἀλλὰ θὰ μείνῃ διὰ πάντα ἄδειο ἀπὸ λόγια. Ἐσκέπτοντο, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδηλητηρίασε τὸν λαὸν καὶ ἦτο ἐχθρός τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ἐμπορίου, εἶναι καρφωμένος μὲ τέσσαρα καρφιὰ εἰς τὸ ξύλον τῆς αἰσχύνης !

«Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα, ὅν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ˙ γύναι, ἴδε ὁ Υἱὸς σου˙ εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ˙ ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια». Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴν μητέρα Του καὶ τὸν μαθητὴν Του Ἰωάννην εὑρισκομένους ἐκεῖ, ἀναθέτει εἰς τὸν παρθένον μαθητὴν Του τὴν Παρθένον μητέρα Του διὰ τῶν ἑξῆς φράσεων : «Γύναι, ἰδοὺ ὁ Υἱός σου». Κατόπιν στραφείς πρὸς τὸν μαθητὴν λέγει: «ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου». Αἱ δύο αὗται φράσεις εἶναι ὁ τρίτος λόγος τοῦ Κυρίου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Ὁ Κύριος ἐκάλεσε μὲ τὴν λέξιν «γύναι» τὴν μητέρα Του καὶ ὄχι μὲ τὴν γλυκεῖαν λέξιν «μητέρα», διὰ νὰ μὴ τῆς αὐξήσῃ τὸν πόνον. Ἄλλως τε ἡ λέξις γύναι ἦτο ἀρκετὰ τιμητικὴ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸν Ἰωάννην ἀμείβων διὰ τὴν τόλμην του ἀναθέτει ὁ Κύριος εἰς αὐτὸν τὴν μητέρα Του. Ἐξ αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι ὁ Ἰωσὴφ θὰ εἶχεν ἀποθάνει, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἀνάθεσις τῆς μητρὸς τοῦ Κυρίου εἰς τὸν Ἰωάννην. Ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης παρέλαβε τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου κατ’ ἰδίαν ὡς πνευματικὴν μητέρα εἰς τὸ σπίτι του, μαζὶ μὲ τὴν Σαλώμην, τὴν σαρκικὴν μητέρα Του.

Πόσην θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν ἔδειξαν οἱ σταυρωταί Του καὶ πόσην ἠρεμίαν ἐν μέσῳ τῆς θηριωδίας καὶ κοροϊδίας δεικνύει ὁ Κύριος, ἀφοῦ λησμονεῖ τοὺς πόνους Του καὶ φροντίζει διὰ τὸν ληστὴν καὶ μητέρα Του!

«Οὗτος ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα καὶ οἴδαμεν, ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ». Μετὰ πάσης βεβαιότητας βεβαιοῖ ὁ Ἰωάννης, ὅτι ὅσα γράφει εἶναι ἀληθῆ, διότι εἶναι αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυς. Καὶ τελειώνει˙ «ἔστι δὲ καὶ ἀλλὰ πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν». Τὸ εὐαγγέλιον ἀποτελεῖται ὄχι ἀπὸ βιβλία πολλά, τόμους μεγάλους, τοὺς ὁποίους μόνον θεολόγοι θὰ ἠδύναντο νὰ μελετήσουν, ἀλλὰ εἶναι σύντομον εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μελετᾷ πᾶς χριστιανός.


Θέμα : Θηριωδία - Κοροϊδία - Ἠρεμία.

Ἑβραῖοι ἱερεῖς, Φαρισαῖοι καὶ οἱ λοιποὶ φίλοι τῆς ἀγρίας χαρᾶς, τῶν αἱματηρῶν θεαμάτων εἶχον ἔλθει μέχρι τοῦ Γολγοθά, διὰ νὰ ἀνοίξωσι τὴν ὄρεξίν των μὲ τὸ θέαμα τριῶν ἀγωνιώντων μελλοθανάτων. Πόσα νευρικά, ἀνήσυχα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ποδοπατήματα μέχρις ὅτου ἀρχίσῃ ἡ θηριωδία καὶ κοροϊδία, ἡ ἀγρία των χαρά! Μὲ πόσους σαρκασμοὺς δὲν θὰ παρεκίνουν τὴν τυχὸν ἀργοπορίαν τῶν Ρωμαίων σταυρωτῶν! Ἡ ἀγρία τῶν χαρὰ ἀρχίζει διὰ πραγμάτων καὶ λόγων.

Α) Διά πραγμάτων. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξεν εἰς τὸν κόσμον τὴν λεπτοτέραν ἐντροπήν, εἶναι ὁλόγυμνος εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἐχθρῶν Του! Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε τὴν βαθυτέραν πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ἀκούει νὰ ῥίπτουν οἱ ἐχθροί Του τὰ ζάρια διὰ τὸν ἱματισμόν Του, ὥστε πίστιν ἐδίδαξεν Αὐτός, τύχην ἐφαρμόζουν ἐκεῖνοι ἐνώπιόν Του. Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται καθ’ ἑαυτοὺς χαιρεκάκως: Ὁ προφητεύσας τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ ναοῦ εὑρίσκεται κρεμασμένος ἐνώπιον καὶ τῶν δύο ! Ὁ Μέγας διδάσκαλος τοσούτων μαθητῶν εὑρίσκεται ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑβρίζουν καὶ τεσσάρων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν σταυρώνουν. Ὁ πτωχὸς Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἔχωμεν ἕνα μόνον χιτῶνα, εἶναι ὁλόγυμνος ! Ἐκήρυξε τὸν ἑαυτὸν Του βασιλέα καὶ τώρα ἔχει ὡς θρόνον μία σφήνα ἀπὸ ξύλον ! Ὁ αἰώνιος ταξιδιώτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε μία πέτρα νὰ γύρῃ τὸ κεφάλι Του, ἔχει ὡς νεκρικὴν κλίνην ὄρθιον ξύλον. Ὑπεσχέθη, ὅτι ἦλθε νὰ δώσῃ τὴν ζωὴν καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ διαφύγῃ ὁ ἴδιος τὸν θάνατον ! Ἐκαυχήθη, ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τώρα φωνάζει ὁ ἴδιος : Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες; Ὁ οὐρανὸς δὲν ἀπαντᾷ. Ποῦ εἶναι ὁ Πατήρ Του, περὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦ ὁποίου πάντοτε ὡμίλει μετὰ βεβαιότητος ; Διατὶ δὲν δίδει εἰς Αὐτὸν ἕνα σημάδι τῆς παρουσίας Του ; Διατὶ δὲν κάμνει εἰς Αὐτὸν τὴν χάριν νὰ τὸν πάρῃ μαζί Του ἄνευ τῶν σκληρῶν αὐτῶν ἀναβολῶν; Δὲν ἀπαντᾷς; Δὲν ἐπιθυμεῖς νὰ μᾶς κηρύξῃς; Διατὶ ἀπαξιοῖς νὰ μᾶς προσηλυτίσῃς; Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ σὲ ἀγαπῶμεν, δεῖξόν μας, ὅτι πρῶτον σὲ ἀγαπᾷ ὁ Πατήρ Σου. Μόνον ὁ ἥλιος, ἡ λάμπα αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, φωτίζει, ἵνα βλέπωμεν καλλίτερον τὰς συσπάσεις τοῦ προσώπου Του καὶ τὰ λαχανιάσματα τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου !

Ταῦτα σκεπτόμενοι οἱ ἐχθροί Του θὰ ἐξῆγον τὸ εὐχάριστον δὶ’ αὐτοὺς συμπέρασμα. Ἑπομένως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Πατήρ Του, Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἐψεύσθη. Εἶναι ἄξιος τῆς τύχης Του! Τοῦτο ἦτο γνωστὸν πρὸ καιροῦ. Ἀλλὰ τώρα πλέον ἀπεδείχθη! Ἡ συνείδησίς μας, θὰ ἔλεγον οἱ ἐχθροί Του, εἶναι πάρα πάνω ἀπὸ ἥσυχη, ὅτι ὀρθῶς ἐνηργήσαμεν! Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν μᾶς ἐπέτρεπον οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶται νὰ ἐδίδομεν καὶ ἡμεῖς μερικὰ σφυροκοπήματα, ἀφοῦ μᾶς ἀπηγόρευσαν τὸν ἀνακουφιστικώτατον διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατον, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον! Ποία ποικιλία κοροϊδίας καὶ θηριωδίας ! Ἡ ἀγρία ὅμως χαρὰ αὐτὴ εἶναι ὄχι μόνον διὰ πραγμάτων καὶ ὑπονοουμένων, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγων ῥητῶν.

Διὰ λόγων. Ὅλοι συνέτρεξαν εἰς τὴν παραφωνίαν αὐτήν. Τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, οἱ ἱερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶται, οἱ λησταί, ὁ λαός, οἱ «παραπορευόμενοι» οἱ διερχόμενοι. Καὶ οἱ μὲν ἄρχοντες ἔλεγον : «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ». Ἂν εἶναι βασιλεύς, ἂς καταβῇ ἀπὸ τὸν σταυρόν! Πόση εἰρωνεία εἰς τὸν πόνον Του καὶ ἑπομένως πόση κοροϊδία καὶ θηριωδία ! Οἱ στρατιῶται ἐνέπαιζον καὶ αὐτοὶ προσερχόμενοι ὄξος προσφέροντες καὶ λέγοντες : «Εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν». Οἱ τοσοῦτον βασανίσαντες Αὐτὸν διὰ τῆς σταυρώσεως καὶ φραγγελώσεως τώρα εἰρωνεύονται. Πόση θηριωδία καὶ κοροϊδία! Καὶ οἱ δύο κατ’ ἀρχὰς συσταυρωθέντες λησταὶ ὠνείδιζον Αὐτόν. Ὁ εἷς τῶν κρεμασθέντων κακούργων κατόπιν ἐβλασφήμει Αὐτὸν :

«Οὐχὶ σὺ εἶ ὁ Χριστός; σῶσον σεαυτόν!» Οὔτε ὡς ὁμοιοπαθεῖς οὗτοι συνεπάθουν, οὔτε ὡς κακοῦργοι εἶχον ἐντροπήν! Πόσην θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν δεικνύουσι πρὸς τὸν Ἰησοῦν ! Ἀλλὰ καὶ «οἱ παραπορευόμενοι κινοῦντες τὰς κεφάλας αὐτῶν καὶ λέγοντες˙ οὐὰ ὁ καταλύων τὸν ναόν, σῶσον σεαυτόν. Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ!» Πόση θηριωδία εἰς τὴν κοροϊδίαν των !
Ἡ ἀγρία χαρὰ ἐξακολουθεῖ καὶ ὅταν ὁ Κύριος εὑρίσκεται εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ μετὰ τὸ φοβερὸν σκότος, τὸ ὁποῖον ἐκάλυψεν ὅλην τὴν γῆν. Ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ὁ Κύριος φωνάζει: «Ἠλὶ Ἠλί Λαμμᾶ σαβαχθανί». Τινὲς Ἑλληνισταὶ Ἑβραῖοι νομίζουν, ὅτι φωνάζει τὸν κατὰ τὴν μέλλουσαν κρίσιν ἐλευσόμενον προφήτην Ἠλίαν. Κἄποιος στρατιώτης ἐκ συμπαθείας κατ’ ἀρχὰς λαβών σπόγγον «καὶ περιθείς καλάμῳ πλήσας ὄξους ἐπότιζεν Αὐτόν». Οἱ δὲ Ἑβραῖοι εἰρωνικῶς λέγουσιν : «Ἄφες, ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν!» Πόσην κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν δεικνύουσι καὶ οὗτοι!

Ἡ ἠρεμία τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶναι ἤρεμος. Εἶναι τόσον ἤρεμος, ὥστε μέσα εἰς τὴν ἀγωνίαν αὐτὴν τῆς κοροϊδίας καὶ θηριωδίας λησμονῶν τὸν πόνον ἀγαπᾷ μὲ τρυφερότητα ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφίνει, Ἰωάννην καὶ μητέρα Του, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀφῆκαν, τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὸν θάνατόν Του. Τὸ βάθος ὅμως τῆς ἠρεμίας Του φαίνεται ἀπὸ τὴν συγγνώμην, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τὸ βάθος δηλαδὴ τῆς καρδίας Του σὰν ἕνα τραγούδι νίκης τοῦ πνεύματος κατὰ τῆς βαρείας καὶ τσακισμένης σαρκὸς Τοῦ ἀναπηδοῦν τὰ ἀθάνατα καὶ ἀλησμόνητα ἐκεῖνα λόγια : «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι, τί ποιοῦσι». Πόση ἠρεμία! Οὐδεμία προσευχὴ ὑψώθη εἰς τὸν Οὐρανὸν θειοτέρα ἀπ’ αὐτήν, ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξαν καὶ προσηυχήθησαν ἄνθρωποι! Δὲν εἶναι προσευχὴ ἀνθρώπου, ἀλλὰ Θεοῦ πρὸς Θεόν. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν συγχωροῦσι τὰς ἀρετᾶς πολλάκις τῶν ἐναρέτων, οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν πρὸ τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν συγγνώμην δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοῦ δίδουσι θάνατον ἤ τὸν ἐγκαταλείπουν.

Τὸ μεγάλο βάθος ὅμως τῆς ἠρεμίας τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς συγγνώμης «οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» δὲν γνωρίζουσι τί κάμνουσι. Ὁ Κύριος ἦλθε νὰ διδάξῃ, τί πρέπει νὰ κάμνωμεν. Πόσοι ὅμως τὸ ἔμαθαν! Καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδικοί Του, οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ γνωρίσωσιν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεός, νικηθέντες ἀπὸ τὸν φόβον καταφεύγουσιν εἰς τὴν φυγήν. Τὸν ἐγκαταλείπουν τὴν στιγμήν, ὅτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι μαζί Του, Δία τῆς φυγῆς τῶν δεικνύουσιν, ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί ἔκαμνον. Πολὺ ὀλιγώτερον ἐγνώριζον, τί ἔκαμνον οἱ Φαρισαῖοι φοβούμενοι, μήπως καὶ χάσωσιν οἰκονομικὰ των καὶ κοινωνικὴν των θέσιν, οἱ πλούσιοι τὰ χρήματά των, ὁ Πιλᾶτος τὴν θέσιν του. Ἀκόμη ὀλιγώτερον ἐγνώριζε, τί ἔκαμνε ὁ Ἑβραϊκὸς ὄχλος ὑποτεταγμένος εἰς τοὺς Φαρισαίους καθοδηγητάς, ὥστε νὰ φωνάζῃ : «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Ἀκόμη ὀλιγώτερον γνωρίζουσι τί ἔκαμνον οἱ δήμιοι σταυρωταί ἐκτελοῦντες ἐντολὴν τῶν ἀξιωματικῶν των. Τὸ θῦμα των ὅμως ὑπέδειξεν εἰς ὅλους αὐτοὺς τί κάμνουν. Εἰς τοὺς μαθητάς προεῖπε τὴν φυγὴν των, εἰς τὸν Πέτρον τὴν ἄρνησιν καὶ εἰς τὸν Ἰούδα τὴν προδοσίαν. Μετὰ τὴν προφητείαν ἔδωκε καὶ καταλλήλους συμβουλάς, ὥστε νὰ προσεύχωνται οἱ μαθηταί. ἵνα μὴ εἰσέλθωσιν εἰς πειρασμόν. Εἰς Ἄνναν, εἰς Καϊάφαν καὶ Πιλᾶτον ἐδήλωσε τί κάμνουσι, ἀφοῦ ὠμολόγησε ποῖος ἦτο. Εἰς τοὺς στρατιώτας ἐδήλωσε τί κάμνουν, ὅταν τοὺς συνεχώρει κατὰ τὴν σταύρωσίν Του. Πόση εἶναι ἡ ἠρεμία τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ, διότι δὲν γνωρίζουσι τί κάμνουσι, ἂν καὶ τοὺς εἶπεν ὁ ἴδιος τί ἔπρεπε νὰ κάμουν !


Συμπεράσματα: Εἴδομεν τὸν Θεάνθρωπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Δύο μεγάλα διδάγματα λαμβάνομεν, ἂν ἴδωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεάνθρωπον καὶ τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Πρῶτον˙ οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸν Θεάνθρωπον ἔδειξαν θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν. Πᾶσα ἀνθρωπίνη κακία εἶναι θηριωδία καὶ κοροϊδία. Ὅση εἶναι ἡ ἀγριότης, ἄλλη τόση εἶναι καὶ ἡ κοροϊδία! Ὅση εἶναι ἡ κοροϊδία, ἄλλη τόση εἶναι καὶ ἡ ἀγριότης! Σκληρότης καὶ παιγνίδι, τίγρις καὶ παιδίον εἶναι τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον ἐμφωλεύει μέσα μας. Τὸ διπρόσωπον τοῦτο θηρίον εἶναι τρομερόν. Ὅταν καὶ σὺ εἶσαι σκληρὸς καὶ παίζῃς μὲ τὸν πόνον τῶν ἄλλων, ἔχεις καὶ σὺ θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν. Ἐπειδὴ δὲ ὅ,τι κάμῃς εἰς τὸν ἀδελφόν σου, τὸ κάμνεις εἰς τὸν Θεόν σου, φοβοῦ τὴν κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν, τὰς ὁποίας ἀπευθύνεις εἰς τὸν ἀδελφόν σου, διότι μεταβαίνουσιν εἰς τὸν Θεόν σου ! Πρέπει νὰ φοβῆσαι τὴν κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν, ὄχι μόνον, διότι ἀπευθύνονται εἰς τὸν Θεόν σου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς μεγάλης σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι μεταξὺ των. Ἡ θηριωδία μεγαλώνει μὲ τὴν κοροϊδίαν! Ἡ κοροϊδία ἔστω καὶ ἂν δὲν συνοδεύεται ὑπὸ ἐξωτερικῆς θηριωδίας, δὲν παύει ἔστω καὶ μόνη της νὰ εἶναι μεγάλο κομμάτι θηριωδίας. Ἡ κοροϊδία καὶ ἡ θηριωδία ἐγγίζουσι τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς μας, διότι ἀνοίγουν τὸν μεγαλύτερον πόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι βαθύτερος πάσης ἀνθρωπίνης χαρᾶς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν, ὅπως εἶχε καὶ ὁ Κύριος, ὅταν γενώμεθα θύματα κοροϊδίας καὶ θηριωδίας ἄλλων. Πρέπει νὰ ἔχωμεν προσοχήν, ὅταν πρόκειται νὰ εἴμεθα δράσται θηριωδίας καὶ κοροϊδίας, σκληροὶ καὶ εἴρωνες εἰς τοὺς ἄλλους.

Δεύτερον˙ Ὁ Θεάνθρωπος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἔδειξεν ἠρεμίαν, διότι δὲν ἐγνώριζον τί κάμνουσι. Καὶ πράγματι! Ἡ ἄγνοια εἶναι τόσον μεγάλη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὀλίγοι εἶναι οἱ γνωρίζοντες, τί κάμνουσι. Ἡ κατηραμένη κακὴ συνήθεια, ὁ πιθηκισμός, ἡ μίμησις δηλαδὴ ἀδιακρίτως καλῶν καὶ κακῶν πράξεων, τὰ πάθη τὰ ὁποία κρύπτονται εἰς τὸ βάθος μας, αἱ εὐχάριστοι ἱκανοποιήσεις, τὰς ὁποίας αἰσθανόμεθα εἰς τὸ αἷμά μας καὶ εἰς τὸ πνεῦμά μας, ὅταν ἁμαρτάνωμεν, εἶναι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῶν πράξεών μας. Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς ξυπνᾷ εἰς τὸ τέλος, ὄτε δὲν μένει παρὰ στάχτη καὶ ἐντροπή, στάχτη εἰς τὸ θῦμα, ἐντροπὴ εἰς τὸν δράστην. Συγχωρεῖς καὶ σὺ τὴν φίλην σου, τὸν φίλον σου, τὸν ἀδελφόν σου, τὸν ἐχθρόν σου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν σου τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ τῆς κακίας; Προσέχεις τὸν ἑαυτόν σου, ἔχων ὑπ’ὄψιν σου τὴν ὑπουλότητα τοῦ κάκου, τὴν δύναμιν τῆς συνηθειάς του, τὴν γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας; Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος σὲ κάμνει νὰ συγχωρῇς τοὺς ἄλλους, διότι ἡ κακία εἶναι μεγάλη εἰς ὑπουλότητα, γλυκύτητα καὶ πιθηκισμόν, εἶναι ὁ αὐτὸς ὁ ὁποῖος σοῦ ἐπιβάλλει νὰ προσέχῃς τὸν ἑαυτόν σου. Πόσον μεγάλο εἶναι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ, διότι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστωμένη συναίσθησις τοῦ κακοῦ σοῦ συνιστᾷ νὰ δίδῃς συγγνώμην εἰς τοὺς ἄλλους, προσοχὴν διὰ τὸν ἑαυτόν σου.

Ἂς συγχωρῶμεν λοιπὸν τὴν θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν τῶν ἄλλων, ἂς προσέχωμεν τὴν ἰδικὴν μᾶς θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν, ἵνα εἴμεθα πάντοτε ἤρεμοι. Ἀναγνῶστά μου, ἡ πλεονεξία σου κατέστησε τὸν Χριστὸν γυμνὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Αἱ διὰ τῶν χειρῶν σου γενόμενοι ἁμαρτίαι ἤνοιξαν τὰς πληγάς εἰς τὰς χεῖρας Ἐκείνου. Οἱ ἀπρεπεῖς λογισμοὶ τῆς κεφαλῆς σου εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸν ἀκάνθινον στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς Του. Ἡ ἰδική σου παράνομος ἀνακεκλιμένη ὁριζόντια θὲσις, ὅταν ἡμάρτανες σαρκικῶς, ἔφερε τὴν κάθετον ἀνακεκλιμένην ἐπώδυνον θέσιν Ἐκείνου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Ὁ ἰδικός σου ἐγωϊσμὸς ἔφερε τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ συντριβὴν καὶ ἐξευτελισμὸν Ἐκείνου ! Φτερουγίζεις, πετᾷς ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμόν σου; Μετέωρον καὶ ἐπώδυνον μεταξὺ Οὐρανοῦ καὶ γῆς ὡδήγησας τὸν Ἀρχηγόν σου.

Ὁ Κύριος συνετρίβη. Ἡ ἄψυχος φύσις ἐπίσης. Ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι; Δία τοῦτο εἴμεθα ἄξιοι δακρύων, ἐὰν εἰς τὴν σημερινὴν συντριβὴν Ἐκείνου μείνωμεν ἡμεῖς ἀσυγκίνητοι. Ἂς παρακαλέσωμεν τὸν συντετριμμένον Ἰησοῦν, ὅπως συντρίψῃ τὰς καρδίας πρὸς μετάνοιαν ! Γένοιτο !

Λόγος εἰς τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


 


αʹ. Ἰωάννης ἐν Ἐφέσῳ τῆς Ἀσίας, Ἰωάννης τῆς Ἀσίας τὸ καύχημα, μᾶλλον δὲ τῆς οἰκουμένης ὁ στῦλος, Ἰωάννης ὁ ἀγαπητὸς τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς, καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σάλπιγξ, τῶν Ἐφεσίων τὸ κλέος, καὶ τῶν περάτων ὁ κήρυξ, ἡ κιθάρα τῆς θεολογίας, Θεολόγος ἀξίως καλούμενος· τὸ Χερουβικὸν στόμα, καὶ τὸ Σεραφικὸν μυσταγώγημα, ἢ καὶ ὑπὲρ ταῦτα εἰπεῖν οὐ παραιτήσομαι. Ὃν γὰρ αἱ ἄνω δυνάμεις ἀγγέλων τρόμῳ δοξάζουσιν, Ἰωάννης μεγάλῃ τῇ φωνῇ παῤῥησίᾳ ἐκήρυξεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ πρῶτον ἤχησεν ἡ τοιαύτη θεόλεκτος βροντή· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ συνετάγη τὸ τοιοῦτον γραμματεῖον· μακαρία εἶ, ὅτι ἐν σοὶ ὁ τοιοῦτος Ἰωάννης. Καὶ ἄλλοι μὲν γὰρ Ἰωάνναι ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ καὶ ἐν σοὶ, ἀλλ' οὐδεὶς τοιοῦτος Ἰωάννης, οὔτε ἐν σοὶ, οὔτ' ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ὅθεν ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καὶ γινώσκων τὰ κρύφια τῆς καρδίας, εὑρὼν αὐτὸν τοιοῦτον, ἅγιον καὶ ἀμίαντον, ὑψηλὸν τὸν βίον, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, κεκοσμημένον τῇ ἀγνείᾳ, τετελειωμένον ἐν ἀγάπῃ. τοῦτον ὡς πιστὸν ἐν πᾶσι πιστεύειν τὴν ἰδίαν μητέρα παραδοὺς, τὴν ἀμίαντον περιστερὰν, τὴν ἄσπιλον ἀμνάδα, τὴν ἀκηλίδωτον δάμαλιν, τὴν ἀσύγκριτον ἐν ἀνθρώποις, τὴν πάντων τῶν ποιημάτων Θεοῦ ἀνωτέραν· ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἁγίων πεπίστευται.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι τοιούτου σε ἀνδρὸς πόδες πάτησαν, οὗ τὴν καθαρὰν διαγωγὴν καὶ τὰ ἴχνη ἄγγελοι ἐθαύμασαν· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι πρώτη πάσης πόλεως ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης, διὰ Ἰωάννην τὸν ἠγαπημένον· μακαρία εἶ, ὅτι πᾶσαι τῆς οἰκουμένης αἱ Ἐκκλησίαι σου μαθήτριαι τυγχάνουσι, παρὰ σοῦ διδαχθεῖσαι θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὥσπερ γὰρ ἐὰν ᾖ λύχνος ἔν τινι τόπῳ καιόμενος, καὶ πανταχόθεν πολλοὶ προστρέχοντες, ἐκεῖθεν ἕκαστος ἀνάψας θαῤῥῶν λοιπὸν πορεύεται, μηδαμῶς προσκόπτων, μηδὲ πλανώμενος· οὕτω καὶ ἐν Ἐφέσῳ γέγονε. Πρώτη ἀνάψασα τὸν τῆς θεολογίας λύχνον, πᾶσαι τῶν περάτων αἱ Ἐκκλησίαι πρὸς σὲ δραμοῦσαι, ἑκάστη τὴν ἑαυτῆς λαμπάδα τὴν θεολογίαν ἀνῆψε, καὶ ὑπέστρεψε χαίρουσα. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Καὶ ἐν Ἐφέσῳ τοῦ ἰδίου φωτὸς τῆς θεολογίας οὐκ ἠλαττώθη, καὶ ἡ οἰκουμένη τὰ ἴσα φῶτα κατέχουσα κηρύττει τὸ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Ἀναγκαῖόν τε καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ εἰς μέσον ἀγαγεῖν, ὅσον ἡμῖν δυνατὸν, ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα· πάντα γὰρ αὐτοῦ τὰ κατορθώματα οὐκ ἐξαρκέσαι πᾶς ὁ καιρὸς πρὸς διήγησιν. Τὰ μὲν γὰρ πλεῖστα ἠκούσαμεν ἐκ τῆς βίβλου τῶν Πράξεων, ὅσα συνὼν τοῖς ἀποστόλοις καλῶς ἠγωνίσατο. Ὕστερον ἐξόριστος ὑπὸ Δομετιανοῦ τοῦ τῶν Ῥωμαίων βασιλέως εἰς τὴν νῆσον τὴν καλουμένην Πάτμον γίνεται διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα τῆς εὐσεβείας, καὶ Ἐκκλησίαν συγγράφει, ἣν ἔδειξεν αὐτῷ ὁ Θεὸς, καὶ Ἀποκάλυψιν μυστηρίων ἀῤῥήτων καὶ φοβερῶν, ἔπειτα καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ τρεῖς Ἐπιστολάς.

Σκόπει δὲ τὴν ἄφατον τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, πανταχοῦ συγξενιτεύοντος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν· κἂν ἐν φυλακῇ κατέχωνται, κἂν ἐν ἐξορίαις τυγχάνωσιν, εἴτε ἐν βυθῷ θαλάσσης, εἴτε ἐν λάκκῳ κατακλεισθῶσιν, κἂν ὅπου δ' ἂν παραῤῥιφῶσιν, οὐ χωρίζεται τούτων, συμμαχῶν καὶ ἐνισχύων, καὶ τῶν πόνων ἐπικουφίζων. Εἶτα ἐπανελθὼν τῆς ἐξορίας, καταλαμβάνει τὴν Ἔφεσον, κἀκεῖσε διατρίβων συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον ὢν ἐτῶν ἑκατὸν, διαρκέσας ἕως ὅλων ἑκατὸν εἴκοσιν. Ἐκεῖσε διάγων συγγράφεται τὴν θεολογίαν, μᾶλλον δὲ ἐν οὐρανοῖς, ὅθεν αὐτὴν ἐκομίσατο· τῶν γὰρ τοιούτων ἐν οὐρανοῖς διάγει τὸ πολίτευμα. Ἐν Ἐφέσῳ διάγων, ἐν σαρκὶ, εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῆς θεολογίας τὴν σαγήνην ἐξήπλωσε λέγων, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὡς ἀληθῶς Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός· ὁ εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν. Πόσοι βασιλεῖς καὶ δυνάσται καὶ σοφοὶ ἐφώνησαν πολλάκις ἐν δυνάμει μεγάλῃ, ἀλλ' ἡ φωνὴ αὐτῶν οὐδ' ἕως τῶν τειχέων τῆς πόλεως ἔφθασε; καὶ ὁ πένης ὁ ἁλιεὺς ἐν Ἐφέσῳ ἐφθέγξατο· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ φωνὴ ἐκάλυψεν. Εἶδες στόμα πάσης φωνῆς ὑψηλότερον; εἶδες γλῶσσαν ἀστραπῆς ὀξυτέραν; εἶδες φωνὴν πάσης βροντῆς τρανοτέραν; εἶδες δύναμιν τοιαύτην; διδάσκαλον ἀπὸ τῆς Ἐφέσου πάντα τὰ ἔθνη μαθητεύοντα, καὶ θεολογεῖν διδάσκοντα· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Αὕτη ἡ φωνὴ τὴν οἰκουμένην ἡλίευσε, καὶ σαλευομένην ἐστήριξεν· αὕτη ἡ φωνὴ τὸν κόσμον ἐφώτισε, καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπάλου ἐνίσχυσεν· αὕτη ἡ φωνὴ τῶν πολλῶν ἀνάστασις καὶ σωτηρίας πρόξενος τινῶν δὲ πτῶσις καὶ καθαίρεσις διὰ τὸ ἀντιλεγόμενον σημεῖον· τῶν μὲν πιστευόντων, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἦν, ἀνάστασις· τῶν δὲ λεγόντων, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο, πτῶσις καὶ σιωπή. Πολὺ γὰρ πλῆθος τῶν αἱρετικῶν τότε ἐπαναστάντες ἐσάλευον τὴν Ἐκκλησίαν, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος λαλοῦντες, καὶ λέγοντες, ὅτι ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Ὦ στόματα μιαρὰ, καὶ γλῶσσαι ἐβδελυγμέναι, καὶ χείλη ἰοῦ ἀσπίδων πεπληρωμένα!

Τί ταύτης τῆς βλασφημίας χεῖρον; τί ταύτης τῆς ἀθεΐας ἀτιμότερον; Ὅθεν ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης μηκέτι φέρων ἀκούειν τὰς τούτων μιαρὰς φωνὰς, συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον, παρακαταθεὶς τῇ Ἐκκλησίᾳ μέγαν θησαυρὸν, τὸν τέταρτον ποταμὸν, τὸν πολύτιμον μαργαρίτην. Ἐπανελθὼν γὰρ, ὡς προείρηται, ἀπὸ τῆς ἐξορίας εἰς Ἔφεσον, καὶ κατανοήσας λοιπὸν, ὅτι τῶν λοιπῶν εὐαγγελιστῶν αἱ βίβλοι κατηρτίσθησαν, καὶ πᾶσα σχεδὸν θεόπνευστος Γραφὴ πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας, λείπει δὲ ὁ τέταρτος τῆς οἰκουμένης θεμέλιος, καὶ ὅτι τούτου ἐκτὸς τὴν οἰκουμένην σταθῆναι οὐκ ἔνι ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων. Τί ἀναβάλλομαι; τί, φησὶ, μακροθυμῶ ἔτι; τί οὐ προσφέρω εἰς μέσον τὸ ἀπὸ τῶν αἰώνων κεκρυμμένον μυστήριον; τί ἀποκρύβω ἑαυτῷ τὴν ἀπὸ τῶν αἰώνων σοφίαν, ἣν ἐκ τῆς ἀθανάτου πηγῆς ἐπιπεσὼν εἵλκυσα; τί οὐ δημοσιεύω, ὃν ἄγγελοι ἀγνοοῦσι; τί οὐκ ἀποκαλύπτω τοῖς πέρασιν, ὃν οὐδεὶς ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ; τί οὐ γράφω, ὅπερ Ματθαῖος καὶ Μάρκος καὶ Λουκᾶς δι' ἐπαινουμένην δειλίαν παρασιωπήσαντες παρέδραμον, τελέσαντες τὰ προστεταγμένα αὐτοῖς; Ὅθεν λαλήσω κἀγὼ κατὰ τὴν δοθεῖσάν μοι δωρεὰν ἄνωθεν. Ματθαῖος μὲν ὅσον ἐχώρει, ἔγραψε κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, Μάρκος δὲ καὶ Λουκᾶς ὁμοίως κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χορηγίαν τὰς ἑαυτῶν βίβλους θεοπρεπῶς ἐδογμάτισαν.

Γράψω κἀγὼ καὶ προσθήσω τοῖς ἔμπροσθεν τὴν τετάρτην πηγὴν τῆς ζωῆς. Λείπει γὰρ εἰς θεοσύστατον φωνὴν ὁ περὶ θεολογίας λόγος, καὶ κινδυνεύει ὁ κόσμος ἐν τῷ μέρει τούτῳ. Γράψω βίβλον, δι' ἧς ἐμφραγῇ πᾶν στόμα λαλοῦν κατὰ Θεοῦ ἀδικίαν· γράψω βίβλον τὴν καλύπτουσαν πᾶσαν ἐν κόσμῳ σοφίαν· γράψω βίβλον, οὐ περὶ ἀνθρώπου διηγουμένην. Οὐ γὰρ λείπει τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἃ περὶ τούτων ἔγραψε Μωϋσῆς περὶ οὐρανοῦ τε καὶ γῆς καὶ θαλασσῶν καὶ ἰχθύων καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων, καὶ ἑρπετῶν καὶ φυτῶν καὶ σπερμάτων καὶ φωστήρων καὶ βρωμάτων καὶ λοιπῆς κτίσεως· ἐγὼ δὲ πάντα τὰ ἀπὸ χρόνου καὶ ἐν χρόνῳ γινόμενα καταλείψας, λαλήσω περὶ τοῦ ἀχρόνου καὶ ἀκτίστου τοῦ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντος Θεοῦ Λόγου, περὶ οὗ Μωϋσῆς οὗτος εἰπεῖν οὐκ ἴσχυσεν· ἐγὼ δὲ Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ. Ταῦτα ἐν ἑαυτῷ σκεπτόμενος ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, καὶ τὸν γραφικὸν κάλαμον ἐν τῇ χειρὶ κατέχων, καὶ ἐννοῶν πῶς τῆς θεολογίας ἄρξηται, χαίρων μὲν τῇ ψυχῇ, τρέμων δὲ τῇ χειρὶ μετάρσιος γίνεται, καὶ τῷ σώματι ἐν Ἐφέσῳ ὢν τῇ καθαρᾷ καρδίᾳ τῷ πνεύματι μετέωρος ὑπῆρχε. Καταλείψας οὖν πᾶσαν τὴν γῆν, διεπέρασε τὸν ἐν μέσῳ κεχυμένον ἀέρα, παρέδραμε τὰς τῶν ἀστέρων διακοσμήσεις, παρῆλθε τὰς στρατιὰς τῶν ἀγγέλων, τὰς τῶν ἀρχαγγέλων χοροστασίας, καὶ πάσας τὰς νοερὰς δυνάμεις, Χερουβὶμ καὶ Σεραφὶμ τάγματα, καὶ πάντα, ὅσα ἐξ οὐκ ὄντων παρήχθη, κατέλιπε, καὶ ὑπερέβη πάντας τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὅσα οὐκ ἦν παρέδραμε. Προσήγγισε τοὺς ὅρους τῶν ἀνεφίκτων, καὶ οὐδεὶς ὁ κωλύων ἢ ἐμποδίζων τὴν τούτου ἄνοδον. Πᾶς γὰρ ἄσπιλος τῷ σώματι, καθαρὸς δὲ τῇ καρδίᾳ, καὶ τὴν ψυχὴν ἄκακος, καὶ ταπεινὸς τῷ πνεύματι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀερικῶν πνευμάτων ἐμποδίζεται, οὔτε ὑπὸ τῶν οὐρανίων δυνάμεων κωλύεται ἀνελθεῖν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἔνθα πάντες οἱ μακάριοι συνάγονται, ὥσπερ οὗτος ὁ μακάριος ἀπόστολος ὁ μικρότερος Ἰωάννης, καὶ μείζων τοῦ μεγάλου ἁγίου Ἰωάννου.

Διὰ πάντων οὖν παρῆλθε, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιβαίνων. Ἄγγελοι γὰρ ὁρῶντες ἀπὸ γῆς ἄνθρωπον ἀγγέλων ἐνδοξότερον, μηδὲν ἔχοντες εἰπεῖν, ἐσιώπων· οἱ τῶν ἀγγέλων δὲ χοροὶ ἄλλον ἀπὸ γῆς ἄγγελον λαμπρὸν τῇ παρθενίᾳ, πλήρη ἁγιασμοῦ, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, ἐμπεπλησμένον εὐωδίας κατασχεῖν οὐκ ἐτόλμησαν. Αἱ πύλαι τῶν οὐρανῶν πάλιν ἰδοῦσαι ξένον πρόσωπον δεδοξασμένον, ὑπὲρ τὸν ἥλιον θείας ἀκτῖνας ἀποστίλβοντα, καὶ ὑπονοοῦσαι τοῦτον εἶναι, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐν τῷ στήθει αὐτοῦ ἐν πολλῇ καθαρόθητι ἀναπεσόντα, ὅθεν καὶ ἡ τοιαύτη αὐτῷ δόξα περικέχυται, σπουδαίως ἀνεῳχθεῖσαι τὴν εἴσοδον παρεχώρουν. Εἶτα ἐπλησίασε λείπων τὰ ἀνεπίβατα· ἔφθασεν εἰς τὸν ἄνω βυθόν. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ἀληθὴς ἡ θεία φωνὴ διὰ τοῦ προφήτου λέγουσα, Ἀλλ' ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω· καθὼς περὶ τούτου καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ προεφήτευσεν, ὅτι Τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν· καὶ πάλιν, Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς. Τί γὰρ μεῖζον τούτου τοῦ θαύματος, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀφικέσθαι ἄνθρωπον χοϊκόν; Ἐν πολλῇ παῤῥησίᾳ, καὶ ὅσα δυνατόν ἐστι θεαθῆναι, ἐθεάσατο, καὶ εἰς τὰ ἐπέκεινα αὐτὸν φιλονεικεῖν βουλόμενον, Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται, καθὼς γράφει Παῦλος ὁ ἀπόστολος· καθὼς καὶ αὐτὸς Ἰωάννης τὰ ὅμοια, ὅτι Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ὅτι Παῦλος μὲν καλῶς ἔγραψε λέγων· Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται. Ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ἔστι, τὰ κατὰ ἀνθρώπους, οὔτε τὰ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ φύσιν· οὔτε τῆς δουλείας, ἀλλὰ τῆς υἱοθεσίας καὶ φιλίας (Ὑμεῖς γὰρ φίλοι μου ἐστὲ, οὐκέτι καλέσω ὑμᾶς δούλους)· οὔτε μὴ καθαρὰ, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ λαλούμενα, καθὼς πρὸς αὐτοὺς ἡ θεία φωνὴ λέγει, ὅτι Ὑμεῖς καθαροί ἐστε· οἱ δὲ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Ταῦτα τοίνυν τὰ μέγιστα καὶ θεῖα χαρίσματα ἐπιφερόμενος ὁ Ἰωάννης, καὶ τεθαῤῥηκὼς ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπέραντον πέλαγος, καὶ τοῖς ἀμιάντοις αὐτοῦ τῆς καρδίας ὀφθαλμοῖς θεασάμενος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς τὸν συνάναρχον Λόγον, τὸν πρὸ πάντων αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντα, καὶ μηκέτι τὴν ἀνεκλάλητον ἐκείνην χαρὰν ἐν ἑαυτῷ κατέχειν ἐνισχύων τὸ ἅγιον καὶ σεραφικὸν αὐτοῦ στόμα, καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἀνέκραξε λέγων· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Βλέπε μοι σύνεσιν ἁλιέως, σκόπησον σοφίαν ἀνδρὸς ἀγραμματίστου. Εἶδές μοι ὕψος διδασκάλου ἀδιήγητον, ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν θεώμενον; Τῷ πνεύματι εἰς τὸν ἄνω βυθὸν ἀπεδήμησε, καὶ ἐκ τοῦ πατρικοῦ κόλπου τὴν θεολογίαν ἁλιεύσας τῷ σώματι κάτω ἔγραφεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ἀκούσατε, οἱ πιστοὶ, καὶ στηρίχθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· ἀκούσατε, οἱ γλωσσαλγοῦντες ἀντίλογοι, καὶ αἰσχύνθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Μηκέτι παῤῥησιάζεσθε βλάσφημοι, μηκέτι πολεμεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν ἀντίχριστοι· μηκέτι παρανομεῖτε, μηκέτι ὑψοῦτε κέρας, Μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν, καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν, λέγοντες, ὅτι Ἦν πότε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. Αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ προῆν, καὶ ἀεὶ ἦν, οὔτε ἀρξάμενος, οὔτε παυσάμενος τοῦ εἶναι, οὔτε ἐν χρόνῳ ὁ ἄχρονος, οὔτε κτίσμα, ἢ ποίημα· αὐτὸς γὰρ ποιητὴς καὶ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων. Πάντα γὰρ δι' αὐτοῦ ἐγένετο. Ἀληθῶς καὶ νῦν εἰπεῖν καιρὸς ἐκεῖνο τὸ προφητικὸν λόγιον, Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν· οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν.

Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰωάννῃ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ' αὐτοῦ. Θέασαί μοι γὰρ διὰ μιᾶς φωνῆς πῶς Τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐκατόρθωσεν, ἥτις οὐ σαλευθήσεται· βλέπε μοι ἕνα ἄνθρωπον ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὸν κόσμον ὅλον θεολογίαν διδάξαντα· κατανόησον, πόσαι κατὰ ἀνατολὴν πολιτεῖαι, πόσαι χῶραι, πόσαι Ἐκκλησίαι, πόσαι πάλιν ἐπὶ δυσμὰς ἡλίου, καὶ τὴν μεγάλην Ῥώμην ὁμοίως, καὶ ἐπὶ τὰ πλευρὰ, καὶ ἐπὶ τὰ μέρη τοῦ νότου, τήν τε Καππαδόκων χώραν, καὶ τὰ ἐν μέσῳ πάντα, νήσους, ἐρήμους, καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Ἐννόησον πάλιν τῶν Ἐκκλησιῶν τὰ πλήθη, τὸν κλῆρον, καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, εἰ δύνασαι ἐξαριθμῆσαι τούτους.

Ἀλλ' εὐκοπώτερον ἄμμον θαλάσσης ἐξαριθμῆσαι ἢ τοσαῦτα πλήθη. Καὶ οὗτοι πάντες μαθηταὶ Ἰωάννου, παρ' αὐτοῦ διδαχθέντες θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦτο ψάλλουσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ὁδοιπόροι, καὶ πελάγιοι καὶ πλωτῆρες τοῦτο μελῳδοῦσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ἰδιῶται καὶ σοφοὶ, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ πᾶς ὅστις ἐννοεῖ, ταῦτα θεολογεῖ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ λοιπὸν ἐν τῷ πληθυνθῆναι πανταχοῦ κράζοντας ἀπαύστως τὸ Ἦν καὶ ἦν ἐξέλιπον οἱ λέγοντες τὸ Οὐκ ἦν. Οἱ θεολογοῦντες ἐπληθύνθησαν, καὶ οἱ ματαιολογοῦντες ἐξέλιπον· οἱ εὐσεβεῖς προέκοψαν, καὶ οἱ ἀσεβεῖς προσέκοψαν· οἱ πιστοὶ εὐφράνθησαν, καὶ οἱ ἄπιστοι ἐτάκησαν. Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξηλέγχθησαν, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου κατηργήθησαν.

Ἀλλὰ μέχρι τίνος οὐ στήσω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον; Καὶ γὰρ εἰ ἐπιμενῶ τοῦ λέγειν, οὐ μὴ φθάσω τὸ ὕψος διηγήσασθαι τῆς τούτων δόξης. Τὴν γὰρ δόξαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ διδάσκαλος, δέδωκεν αὐτοῖς. Καὶ τί λοιπὸν ἐπιμένω διήκων ἀνέφικτα; Καὶ γὰρ καὶ ἅπερ εἰπεῖν ἐτολμήσαμεν, οὐχ ὅσον ἄξιον τοῦ προκειμένου χοροῦ τῶν ἁγίων μαθητῶν, ἀλλ' ὅσον δυνατὸν τῇ ἡμετέρᾳ δυνάμει· τὸ γὰρ τούτους ἐπαξίως ἐγκωμιάσαι πᾶς ἄνθρωπος ἀπορεῖ. Ὅθεν κἀγὼ φόβῳ λαλῶ, ἃ λαλῶ περὶ τούτων, μή πως διὰ τὴν οἰκείαν ἀνικανίαν, καὶ τὸ σμικρὸν τοῦ λόγου καὶ πενιχρὸν, σμικρύνω τούτων τοὺς ἐπαίνους, καὶ ἀγανακτεῖν αὐτοὺς κατ' ἐμαυτοῦ παρασκευάσω. Πλὴν ὥσπερ εἰς πάντας συμπαθεῖς ὄντες, καὶ τανῦν συγγνώσονται τῇ ἡμετέρᾳ ἀσθενείᾳ. Εἰ γὰρ λοιδορούμενοι εὐλογοῦσι, διωκόμενοι ἀνέχονται, δυσφημούμενοι παρακαλοῦσι, πολλῷ μᾶλλον ἐγκωμιαζόμενοι κατὰ τὴν ἡμῶν δύναμιν οὐ μὴ ἀγανακτήσουσιν ἐπιστάμενοι τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως, εἰ καὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν νῦν εἰληφότες παρὰ τοῦ ἀγαπήσαντος Θεοῦ. Καὶ λοιπὸν οἱ ποτὲ πτωχοὶ γεγόνασι πλούσιοι, οἱ ἄδοξοι ἔνδοξοι, οἱ ἀγράμματοι σοφοὶ, οἱ τῶν ἰχθύων ἁλιεῖς, ἁλιεῖς ἀνθρώπων· καὶ οὕτω τὸν δρόμον τελέσαντες ἐξεδήμησαν πρὸς τὴν οὐκ ἔχουσαν τέλος ζωὴν, πρὸς τὸν ἑαυτῶν διδάσκαλον καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν· αὐτῷ ἡ δόξα. Ἀμήν.


βʹ. Τοῖς αὐτῶν διαδόχοις παραδεδωκότες τὰς σαγήνας καὶ τὰ θήρατρα, τὴν δὲ ἐξουσίαν, ἣν εἰλήφασι παρὰ τοῦ πᾶσαν ἐξουσίαν ἔχοντος ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶ, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.

Τούτων τοίνυν ὡς προείρηται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχοντίαν καὶ τὸν ζῆλον διαδέχονται οἱ τίμιοι διδάσκαλοι, οἱ ἱεράρχαι, καὶ ποιμένες τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, κατ' ἴχνος τῶν ἀποστόλων βαδίζοντες, οἱ γενναῖοι τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι, οἱ τὸ χρῆμα τοῦ νόμου παραδραμόντες, καὶ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα παραλαβόντες, οἱ δίκην ἀρότρου ἀνορύττοντες, καὶ βαθύνοντες, καὶ ἐρευνῶντες, καὶ τὸν νοῦν ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς πᾶσι τηλαυγῶς φανερώσαντες, οἱ τὴν πίστιν τρανώσαντες καὶ τὴν κακοπιστίαν ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς ὀρθοδόξους τοῖς θείοις δόγμασι στηρίξαντες, καὶ τοὺς κακοδόξους τοῖς θείοις βέλεσι ῥήξαντες, οἱ τῆς κατανύξεως οἶνον κεκρυμμένον εὑρόντες, καὶ τὴν ποίμνην διψῶσαν ποτίσαντες, οἱ τὸν ποιμενικὸν αὐλὸν ἀναλαβόντες, καὶ τὰ θεῖα σαλπίσαντες· οἱ λειτουργοὶ καὶ φύλακες καὶ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος, οἱ τῶν θείων δογμάτων ῥήτορες, καὶ ῥομφαῖαι κατὰ τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τεθέντες ἐπίσκοποι, ὡς ἔφη ὁ ἅγιος Παῦλος· Ποιμάνατε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· οἱ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις μὴ παραιτησάμενοι, καὶ τὸν ἐπηγγελμένον τῆς ζωῆς στέφανον κομισάμενοι· οἱ τὰς νεωτερικὰς ἐπιθυμίας ἀποφυγόντες, καὶ τὴν μακαρίαν ἐλπίδα κληρονομήσαντες· οἱ στρατηγοὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, οἱ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ πλούσιοι, καὶ πτωχοὶ τῷ πνεύματι· οἱ μιμηταὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τύποι τῶν πιστῶν· οἱ τῶν πόλεων ἀγελάρχαι καὶ τῆς οἰκουμένης κήρυκες· οἱ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ποίμνης θέντες, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐκχέαντες· οἱ τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον Ἀβραὰμ μιμησάμενοι, καὶ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἀναπαυσάμενοι· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι ἐκδικηταὶ τοῦ Κυρίου, τὴν φάσιν δεξάμενοι περὶ τῶν δυσωνύμων καὶ κακοδόξων, οἳ τὰς θείας Γραφὰς στρεβλώσαντες καὶ τὴν ἀλήθειαν συγχέαντες, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἐκνεύσαντες ψυχὰς αἰχμαλωτεύουσιν, εἰς τὸ ἀΐδιον ἕλκοντες τῆς αἱρέσεως σκότος, συναθροισθέντες ἅμα πάντες ὁμοφρόνως οἱ πιστοὶ, Δαυϊδικὸν ζῆλον, δίκην λίθων τὰ θεῖα λόγια ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, ἤγουν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἄῤῥηκτον πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος ἀναλαβόντες, παρετάξαντο πόλεμον κατὰ τῶν ἀναριθμήτων καὶ ἀθέων αἱρετικῶν, σύμψυχοι τὸ ἓν συμφωνοῦντες καὶ λέγοντες μετὰ τοῦ Ἀποστόλου, Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα, Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ὁ φωτισμὸς πάντων, μία θεότης, εἷς Θεός· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.