Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Ὁσιομάρτυς Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης

Νικόδημος Παυλόπουλος (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίου Ἰγνατίου - Λειμῶνος Λέσβου)
 



«Σήμερον φαιδρότερον τοῦ ἡλίου πάσαν τὴν κτίσιν φωτίζει ὁ θεῖος Ἀναστάσιος τῶν Μοναστῶν ἡ τερπνότης καὶ τῶν Μαρτύρων ἡ δόξα».


Σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἑορτάζει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο ἀπόστολο Τιμόθεο, τοῦ ἁγίου Παύλου τὸν Μαθητή, ὁ ἅγιος καὶ πανένδοξος ὁσιομάρτυς Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης.

Πραγματικὰ λαμπρότερον καὶ φαιδρότερον ἡλίου πάσαν τὴν κτίσιν φωτίζει, γιατί τὸ παράδειγμά του εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ σπάνια μέσα στὴν ἱστόρια τῶν Περσῶν ὅπου οἱ πύλες τῶν ψυχῶν ἐστάθηκαν ἑρμητικὰ κλειστὲς καὶ δὲν ἄνοιξαν ἀκόμη νὰ δεχθοῦν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ πανένδοξος ὁσιομάρτυς Ἀναστάσιος ἀντικατέστησε τὴν λάμψη τοῦ ἥλιου καὶ τῶν ἄστρων τὴν ὁποία οἱ πατριῶτες του πυρολάτρες οἱ γνωστοὶ μάγοι τῆς Ἀνατολῆς σὰν κόρην ὀφθαλμοῦ κρατοῦσαν.

Ἔζησε στὴ Περσία τότε ποὺ ἐβασίλευεν ἐκεῖ ὁ Χοσρόης ὁ κλέφτης τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καὶ στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτωρ Ἡράκλειος. Ὁ πατέρας του ἦταν μάγος καὶ λεγόταν Βάβ, κοντά του δὲ ἔμαθε καὶ ἐκεῖνος τὴ μεγάλη τέχνη τῆς ἀστρολογίας.

Πάνω ὅμως ἀπὸ τὶς μαντεῖες καὶ τὶς ἀστρολογίες τοῦ πατέρα του καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του διαπίστωσεν ὅτι ὑπῆρχεν ἡ δύναμις τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου Χριστοῦ ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ Χοσρόη εἶχε κλαπῆ ἀπὸ τοὺς ἁγίους τόπους καὶ καθημερινὰ ἐθαυματουργοῦσε στὴν πατρίδα του.

Εὐρύτατα λεγόταν καὶ πιστευόταν «ὅτι τῶν Χριστιανῶν θεὸς ἦκεν ἐνθάδε».

«Ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ... δύναμις Χριστοῦ ἐστι» καὶ ἔφθασεν εὔηχος στὰ αὐτιὰ τοῦ Ἀναστασίου ἀπὸ πιστὸ Χριστιανὸ καὶ ὁ πρώην μάγος καὶ ἀστρολάτρης ἐγκατέλειψε τὴ διδαχὴ τοῦ πατέρα του Βὰβ ἐσήκωσε «τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἠκολούθησε τὸν Κύριον».

Στὸ μεταξὺ εἶχε καταταγεῖ στὶς τάξεις τοῦ περσικοῦ Στρατοῦ καὶ βρισκόταν ἀντιμαχόμενος τὸ στρατὸ τοῦ Ἡρακλείου στὴ Χαλκηδόνα, ὅπου καὶ πληροφορήθηκε τὴν κατὰ κράτος νίκη τοῦ Ἡρακλείου καὶ ὁ πανικὸς ποὺ σκορπίστηκε στὸ στρατὸ του τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὸ «μαῦρο κύκλο» καὶ νὰ καταφύγει στὴν Μεράπολι ὅπου οἱ Χριστιανοὶ κατοικοῦσαν.

Ἐλεύθερος τώρα ἠμποροῦσε περισσότερα νὰ μάθη γιὰ τὴ νέα του πίστι καὶ καλλίτερα νὰ ἐπιτέλεση τὸ πρὸς τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Σταυρὸ καθῆκον του. Γιὰ νὰ προσπορίζεται δὲ καὶ τὰ ἀπαραίτητα προσκολλήθηκε σὲ ἕναν ἀργυροκόπο καὶ τὸν βοηθοῦσε στὴν τέχνη του.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου καὶ βαπτίστηκε καὶ πῆρε τὸ λαμπρό τῆς Ἀναστάσεως ὄνομα καὶ μετὰ τὸν ἀρραβώνα τοῦ πνεύματος ἔλαβε τὸ χρίσμα τῆς χάριτος καὶ ντύθηκε τὸ ἀγγελικὸ τῶν Μοναχῶν σχῆμα στὴν περίφημη καὶ ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα.

Τόσος ἦταν ὁ ζῆλος του καὶ ἡ ἐπιμέλειά του στὴν ἄσκησι τὴ μεγάλη καὶ τὴ μάθησι, ὥστε τὸ ψαλτήριο τοῦ Δαβὶδ τὸ ἔμαθε ἀπὸ στήθους καὶ ἠδολέσχει ἐν τοῖς δικαιώμασι τοῦ Κυρίου.

Ὁλοένα δὲ καὶ σὲ ὑψηλότερες πνευματικὲς σφαῖρες ἀνέβαινε καὶ τὴν τελειότητα ἐπιποθοῦσεν ἡ ψυχὴ του στέργοντας νὰ δεχθῆ καὶ τὸ μαρτύριο γιὰ νὰ ἀναλύση καὶ ζήση μὲ τὸν Κύριο, τὸ νυμφίο τῆς ζωῆς του.

Ὅσον μάλιστα ἐμελετοῦσε τὰ παλαίσματα καὶ τοὺς ἄθλους καὶ τὰ φρικτὰ μαρτύρια τὰ ὁποῖα ἠρωικότατα ὑπέμειναν οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες «σφοδρῶς πρὸς τὴν τούτων ἐξεκαίετο μίμησιν» κατὰ τὸ ἱερὸ Συναξάριό του.

Καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ἡμέρας ἔγινε θεῖο καὶ ἀποκαλυπτικὸν ὄνειρο τῆς νύχτας «ὅθεν, κατ' ὄναρ ἔδοξε ποτήριον χρυσοῦν, πλῆρες οἴνου λαβὼν ἐκπιεῖν. Σύμβουλον δὲ νομίσας τῆς ἐμφύτου ἐπιθυμίας τοῦ διὰ Χριστὸν μαρτυρίου τῶν θείων Μυστηρίων μεταλαβών, ἐξῆλθε τῆς Μονῆς».

Ἦλθε λοιπὸν στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, βρῆκε συμπατριῶτες του μάγους καὶ ἀστρολάτρες μὲ θάρρος καὶ παρησία τοὺς ἐκαυτηρίασε καὶ τοὺς ἤλεγξε γιὰ τὴν πλάνη τους καὶ μὲ καύχησι ὠμολόγησε καὶ ἀποκάλυψε τὴν ἁγία πρὸς τὸ Χριστὸ πίστι του. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ τρισκατάρατοι τὸν συνέλαβαν, στὸν ἄρχοντα τοῦ Μαρξαβανὰ τὸν παρέδωσαν καὶ μεγάλους λίθους νὰ μεταφέρη τὸν ὑποχρέωσαν κοροϊδεύοντάς τον συγχρόνως καὶ κτυπώντας τον καὶ τραβώντας τὶς τρίχες ἀπὸ τὰ γένια του.

Καὶ δὲν ἐσταμάτησαν μέχρις ἐδῶ τὸν μετέφεραν στὴν Περσία καὶ τὸν παρουσίασαν στὸ Βασιλέα, μπροστὰ στὸν ὁποῖον ἐξέθεσε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τὴν ποταπότητα τῶν μαγικῶν παραληρυμάτων καὶ «τύπτεται ράβδοις ἀφειδῶς, καὶ τῆς μιᾶς ἀναρτᾶται χειρὸς κατωθεν αὐτοῦ λίθου ἐξηρτημένου».

Μετὰ δὲ τοῦτο τὸν ἐκρέμασαν μὲ σχοινὶ καὶ πρὶν ξεψυχίση μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ ἔκοψαν τὸ θεόσοφο κεφάλι.

Τίποτε δὲν μένει, ἀδελφοί, νὰ εἰποῦμε παρὰ ὅλοι μαζὶ νὰ ἐγκωμιάσωμε τὸν «περίδοξο» ὁσιομάρτυρα μὲ τὰ ἐγκώμια τοῦ ἱεροῦ Ὑμνογράφου ψάλλοντος. «Ὅσιε πάτερ, νικητὴς Μήδων καὶ Περσῶν γεγονώς τῶν νοητῶν, πάσαν Βαβυλώνας πλάνην καθελών, τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ οὐ τῷ λόγω τῶν ἡδονῶν ἐθέλχθης οὐ τὸ πῦρ τῶν πειρασμῶν ἐδειλίασας διὸ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, βραβείοις νικητῶν ἐστεφάνωσε»

Ἀκόμη δὲ νὰ προσευχηθοῦμε στὸν Κύριο ὅπως «τοὺς πεπλανημένους ἐπισυναγάγῃ καὶ σύναψῃ τὴν λογικὴν αὐτοῦ ποίμνη» ἀνοίξη δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν, ἀθέων, ἀπίστων, οἰκουμενιστῶν, μοντερνιστῶν, ὀρθολογιστῶν, μασσώνων καὶ αἱρετικῶν γιὰ νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔλθουν «ἐκ σκότους πρὸς τὸ ἀληθινὸν αὐτοῦ φῶς» Ἀμήν.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Εκκλησία και Πολιτική «Τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Σκοπός της Εκκλησίας η ενότητα εν αντιθέσει με την διαιρετική τακτική των κομμάτων.



Τα μέλη της Εκκλησίας είναι φυσικό να ενδιαφέρονται για την πολιτική ζωή και να φροντίζουν για την αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων της, είτε ως απλοί πολίτες είτε ως εκπρόσωποι και διαχειριστές των κρατικών εξουσιών. Άλλωστε και η αδιαφορία για την πολιτική αποτελεί κάποια μορφή πολιτικής τοποθετήσεως. Η τοποθέτηση μάλιστα αυτή υποβαθμίζει περισσότερο την πολιτική ζωή. Εκφραστικός είναι ο μύθος των δένδρων, που παρουσιάζεται στο βιβλίο των Κριτών. Κατά τον μύθο αυτόν τα δένδρα θέλησαν κάποτε να χρίσουν βασιλιά. Απευθύνθηκαν στην ελιά, αλλά εκείνη απέρριψε την πρόταση λέγοντας ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει την λιπαρότητά της, με την οποία τιμούνται Θεός και άνθρωποι. Με ανάλογες δικαιολογίες απέρριψαν την πρόταση η συκιά και η άμπελος. Τελικώς τα δένδρα απευθύνθηκαν στην αγκαθιά. Αυτή δέχθηκε πρόθυμα το χρίσμα υποβιβάζοντας έτσι την ποιότητα της εξουσίας[1].
Η αποφυγή της πολιτικής εξουσίας από τους αξίους αφήνει την διαχείρισή της στους φαύλους. Και όταν οι φαύλοι δεν είναι μόνο μεμονωμένα πρόσωπα αλλά και ευρύτερα κυκλώματα ή όργανα σκοτεινών δυνάμεων, που συνήθως υπερβαίνουν τα όρια των εθνικών κρατών και ενεργούν ανεξέλεγκτα, το πρόβλημα γίνεται οξύτερο. Ιδιαίτερα στην εποχή μας η εμπειρία αυτή έγινε πολύ οδυνηρή. Από την άλλη πλευρά η ανάμιξη των αξίων στην πολιτική με την σημερινή απαξίωσή της γίνεται προβληματική, ενώ η σύσταση χριστιανικών κομμάτων ή πολύ περισσότερο η σύνδεση της Εκκλησίας με πολιτικούς σχηματισμούς δεν μπορεί θεολογικά να δικαιολογηθεί. Άλλωστε και προσπάθειες που έγιναν παλαιότερα, όπως και κατά την μεταπολεμική περίοδο, για την σύσταση χριστιανικού κόμματος είχαν πενιχρά αποτελέσματα και δεν ευοδώθηκαν.
Φυσικό βέβαια είναι να προτιμούν οι Χριστιανοί την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας από πιστούς ανθρώπους. Αλλά και αυτό δεν είναι απόλυτο. Η πολιτική αναφέρεται στην τακτοποίηση των κοσμικών πραγμάτων και απαιτεί ειδικές ικανότητες, όπως και χειρισμούς, που δεν προϋποθέτουν οπωσδήποτε την χριστιανική πίστη ή ακόμα και δεν συμβιβάζονται με αυτήν, αλλά μπορούν να υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων απέφευγαν να αναλαμβάνουν κοσμικές εξουσίες, γιατί τις θεωρούσαν ασυμβίβαστες προς τον κύριο στόχο τους. Όπως σημειώνει ο Ωριγένης, οι πιστοί προτιμούσαν να αφιερώνουν τον εαυτό τους «θειοτέρα και αναγκαιοτέρα λειτουργία Εκκλησίας Θεού επί σωτηρία ανθρώπων»[2].
Η ιδιότητα του καλού Χριστιανού δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και επιτυχία στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Η επιτυχία αυτή δεν προϋποθέτει την χριστιανική πίστη. Όπως παρατηρεί ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, η ανθρώπινη ζωή κινείται σε δύο επίπεδα· στο επίπεδο της εγκοσμιότητας και στο επίπεδο της αιωνιότητας. Σκοπός της πολιτικής εξουσίας είναι να ρυθμίζει την εγκόσμια ζωή και όχι την μέλλουσα. Όπως οι κυβερνήτες των πλοίων φροντίζουν για τους ταξιδιώτες μόνο όσο διαρκεί το ταξίδι, χωρίς να θεωρούν υποχρέωσή τους να ενδιαφερθούν και για την τακτοποίησή τους μετά την αποβίβαση από το πλοίο, έτσι και αυτοί που ρυθμίζουν την πολιτική ζωή των ανθρώπων δεν θεωρούν ως καθήκον τους να ενδιαφερθούν για την αιώνια ευδαιμονία τους. Γι’ αυτό, προσθέτει, οι άνθρωποι που ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στα πολιτικά μόνο πράγματα συμβαίνει να φεύγουν από τον κόσμο αυτόν γεμάτοι με μύρια κακά, κι ενώ τιμήθηκαν εδώ για την πολιτική ικανότητά τους, εκεί να συγκαταλέγονται με τους χειρότερους και να καταδικάζονται[3].
Στο επίπεδο αυτό κινείται και το εκκοσμικευμένο κράτος. Σκοπός του δεν είναι η νοηματοδότηση της ανθρώπινης ζωής. Αυτή πραγματοποιείται στην Εκκλησία. Σκοπός του κράτους είναι να φροντίσει για την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών του. Και ο σκοπός αυτός επιδιώκεται με πολιτικές ενέργειες και ρυθμίσεις, που έχουν συμβατικό χαρακτήρα και είναι φυσικό να αναπροσαρμόζονται μέσα στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.
Οι φορείς της κρατικής εξουσίας οφείλουν να σέβονται την διαχρονική συλλογική συνείδηση της κοινωνίας που κυβερνούν και να μην κινούνται ανεξάρτητα ή πολύ περισσότερο ενάντια προς αυτήν. Αντίθετα μάλιστα οφείλουν να εμπνέονται από αυτήν και να καταξιώνουν την δυναμική της, γιατί μόνον έτσι υπηρετούν και την προάγουν. Ο σεβασμός προς τους θεσμούς, την παράδοση και την διαχρονική συνείδηση κάποιας κοινωνίας είναι σεβασμός προς την ίδια την κοινωνία. Όπως και από την άλλη πλευρά η διάβρωση και η αλλοίωσή τους με αυθαιρεσίες και πολιτικές μεθοδεύσεις, είναι διάβρωση και αλλοίωση της ίδιας της κοινωνίας. Πρόοδος δεν είναι η καταστροφή ή η περιφρόνηση του παρελθόντος, αλλά η εποικοδόμηση και η δυναμική προέκταση προς το μέλλον.
Ο εκσυγχρονισμός των κοινωνικών θεσμών από μηδενική βάση δεν μπορεί να είναι προοδευτικός. Η πρόοδος προϋποθέτει «οδό» που έχει ήδη διανυθεί. Και οποιαδήποτε «πρόοδος» που αγνοεί ή περιφρονεί την οδό που έχει διανυθεί από την κοινωνία μπορεί ίσως να είναι ενδιαφέρουσα ή και ελκυστική, όχι όμως και προδευτική με την πραγματική σημασία της λέξεως. Βέβαια η πρόοδος πρέπει να συμβαδίζει και με την άρση των αυθαιρεσιών και αδικιών του παρελθόντος.
Ο εκσυγχρονισμός όμως από μηδενική βάση αποδεικνύεται μυωπικός και χιμαιρικός, γιατί δεν μπορεί να προσληφθεί και να αφομοιωθεί οργανικά από μία ζωντανή κοινωνία. Το φυσικότερο αποτέλεσμά του είναι να προκαλέσει ή να συντηρήσει κοινωνικές στρεβλώσεις και διχασμούς, που εμποδίζουν μία δημιουργική πρόοδο. Αντιθέτως, όταν ο εκσυγχρονισμός αξιοποιεί την υπάρχουσα θετική δυναμική της λαϊκής συνειδήσεως, αποδεικνύεται δημιουργικός και ενοποιητικός. Αυτό μαρτυρείται και από τις προσπάθειες σύγχρονων πολιτικών προσωπικοτήτων, που κατόρθωσαν να βοηθήσουν ή και να ανορθώσουν κυριολεκτικά τον τόπο τους ξεκινώντας από την ιδιοσυστασία και την παράδοση της κοινωνίας τους.
Η Εκκλησία συνδέεται διαχρονικά με την παράδοση της κοινωνίας του πληρώματός της. Έτσι έχει εκ των πραγμάτων και την πολιτική της διάσταση, που γίνεται ακόμα πιο σημαντική και πιο επίκαιρη μέσα στην διαδικασία της σύγχρονης παγκοσμιοποιήσεως. Άλλωστε και η μακροβιότερη κυβέρνηση ή πολιτική παράταξη σε οποιαδήποτε περιοχή του κόσμου έχει συντριπτικά μικρότερο παρελθόν από αυτό που διαθέτει η Εκκλησία στην ιστορία της. Το πρόβλημα βέβαια εδώ είναι οι σχέσεις που δημιουργούνται με την πολιτική. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού από την πλευρά της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι πολιτική αλλά θεολογική, ή ακριβέστερα ποιμαντική.
Ο Χριστιανισμός δεν περιφρονεί την πολιτική, αλλά και δεν μπορεί να συσχηματίζεται με αυτήν. Η τοποθέτησή του απέναντι στην πολιτική ορίζεται και από τον χώρο που αναγνωρίζει σε αυτήν: «Τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»[4]. Η αρχή αυτή έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα όχι μόνο για την θρησκευτική αλλά και για την πολιτική ζωή. Η παρουσία της Εκκλησίας έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την πολιτική ζωή, γιατί εμποδίζει το κράτος να παραβιάζει την αρχή της εκκοσμικεύσεώς του και να γίνεται ολοκληρωτικό. Αυτό βέβαια απαιτεί αντίστοιχα και από την Εκκλησία να μην παραβιάζει την δική της αρχή και να καθίσταται πολιτική εξουσία.
Από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά δεν υπάρχει πολιτικός Χριστιανισμός. Αν άλλες χριστιανικές ομολογίες ευνόησαν την σύσταση χριστιανικών κομμάτων, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν το έπραξε. Η εντολή του Χριστού «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», γράφει ο Γέροντας Σωφρόνιος, «δεν επιτρέπει καθόλου να υποβιβάσουμε το Ευαγγέλιο στο επίπεδο της αδελφοκτόνου διαιρέσεως των υλικών αγαθών… Μπορούμε όμως να ελέγξουμε την αδικία, ζώντας με ένταση, για να φυλάξουμε τη δικαιοσύνη προς όλους, και το κάνουμε, όταν βλέπουμε όφελος από τον λόγο μας»[5].
Μέσα στο κλίμα αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό, γιατί και η λεγόμενη «πολιτική θεολογία» του δυτικού χριστιανικού κόσμου δεν βρήκε σημαντική απήχηση σε ορθόδοξο έδαφος[6]. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, στην «πολιτική θεολογία» διακρίνεται «ένα είδος μειονεξίας της χριστιανικής πίστης μέσα στο εκκοσμικευμένο περιβάλλον των δυτικών κοινωνιών. Σ̉ ένα κόσμο, όπου η πολιτική πράξη παίρνει τις διαστάσεις της άμεσης δυνατότητας του ανθρώπου να πλάση με τα ίδια του τα χέρια την ιστορική του μοίρα και το μέλλον του, η χριστιανική πίστη μοιάζει ανώφελη και δίχως αποτελεσματικότητα»[7]. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στο θεσμικό επίπεδο της Εκκλησίας. Όταν η Εκκλησία λησμονεί την αποστολή της και συρρικνώνεται σε εξειδικευμένο θρησκευτικό θεσμό, τότε αισθάνεται την ανάγκη να δικαιωθεί σε κοινωνικό επίπεδο και προτάσσει το φιλανθρωπικό ή το κοινωνικό της έργο. Το φαινόμενο αυτό είναι ευδιάκριτο και στον ορθόδοξο χώρο[8]. Το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Εκκλησίας διατηρεί την γνησιότητα αλλά και την ταυτότητά του, όταν εκφράζει το λειτουργικό και διακονικό της πνεύμα. Ακριβέστερα, όταν ασκείται ως λειτουργία μετά την Λειτουργία.
Αυτά βεβαίως δεν εμποδίζουν τα μέλη της Εκκλησίας να κατέρχονται στην πολιτική και να αναλαμβάνουν πολιτικά αξιώματα. Άλλωστε και ορθόδοξοι ιεράρχες σε έκτακτες περιπτώσεις ανέλαβαν «κατ’οικονομίαν» πολιτικά αξιώματα και άσκησαν πολιτική εξουσία για να βοηθήσουν τον λαό. Αλλά και πάντοτε η Εκκλησία δεν αδιαφορεί για την πολιτική. Ιδίως μάλιστα μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων της συναλληλίας της με το κράτος οφείλει να συνεργεί στην πολιτική ζωή και με την θεσμική της παρουσία να εκφέρει, όταν υπάρχει ανάγκη, πολιτικό λόγο. Και ο λόγος της αυτός γίνεται ουσιαστικός και δραστικός, όταν εκφέρεται ως λόγος διακονικός και όχι εξουσιαστικός· ως λόγος αληθείας και δικαιοσύνης, ανεξάρτητος από πολιτικές υστεροβουλίες και σκοπιμότητες.
Η εκφορά του λόγου αυτού υπαγορεύεται από την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ιδιαίτερα μέσα στην σύγχρονη διγλωσσία και υποκρισία ο εκκλησιαστικός λόγος για πολιτικά πράγματα πρέπει να αρθρώνεται με καθαρότητα και παρρησία. Χωρίς να λησμονείται καθόλου ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας, χωρίς να παραθεωρείται η εσχατολογική της προοπτική, χρειάζεται να προσφέρεται η μαρτυρία της στην καθημερινή πραγματικότητα.
Η «πολιτεία» των αγίων, όπως και όλων των μελών της Εκκλησίας, εκδιπλώνεται μέσα στην κοινή ανθρώπινη πολιτεία, όπου και καλείται η Εκκλησία, όπως και κάθε πιστός,να ενεργήσει ως άλας και φως[9]. Η «πολιτεία» αυτή μπορεί να εμπνεύσει την επίγεια πολιτεία, αλλά και να συμβάλει στην μεταπολιτική θεώρησή της.
Η προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ζωή σφετεριζόμενη τον χώρο της Εκκλησίας ή και χρησιμοποιώντας την Εκκλησία ως όργανό της οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Αλλά και η αποτυχία στην πρόσδοση νοήματος και σκοπού ζωής, όπου εκ των πραγμάτων οδηγεί μία τέτοια προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας, καταλήγει στον ευτελισμό των αρχών και των αξιών που προβάλλονται και καλλιεργεί τον αμοραλισμό και την αναρχία. Έτσι γίνεται προφανής η σπουδαιότητα της Εκκλησίας για τον περιορισμό της πολιτικής εξουσίας στις αρμοδιότητές της. Η ζωντανή παρουσία της Εκκλησίας στην κοινωνική ζωή απομακρύνει τους κινδύνους του ολοκληρωτισμού και της αναρχίας. Όταν όμως μεταβάλλεται η ίδια σε όργανο της πολιτικής εξουσίας, δεν παραμορφώνει μόνο τον εαυτό της αλλά και την πολιτική ζωή. Η πραγματική βοήθεια της Εκκλησίας προς τους πολίτες και την πολιτική προσφέρεται, όταν παραμένει πολιτικώς αδέσμευτη και πνευματικώς δυνατή.
Η Εκκλησία είναι «ενώσεως και συμφωνίας όνομα»[10]. Σκοπός της είναι να προσεγγίζει τον κόσμο όχι προσχωρώντας στις διαιρέσεις του, αλλά προσκαλώντας τον σε ενότητα πέρα από τις πολιτικές και κομματικές του διαιρέσεις. Όσο η Εκκλησία διατηρεί την ταυτότητά της, δεν μερίζεται ούτε μερίζει, αλλά ενοποιεί και ανακαινίζει. Γι’ αυτό η αποστολή της και σε καθαρώς κοινωνικό επίπεδο είναι μοναδική και αναντικατάστατη. Διανοίγει στην κοινωνία και τα μέλη της τον χώρο της καταλλαγής και της συνεργασίας, καθιστώντας δυνατή μία ουσιαστικότερη και διαρκέστερη επανάσταση· την δημιουργική επανάσταση του πνεύματος.
Τα κόμματα προϋποθέτουν διαιρέσεις. Οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, όσο και αν εμπνέεται από το πνεύμα του Χριστιανισμού, δεν μπορεί να διεκδικεί το χριστιανικό όνομα, φορέας του οποίου είναι η Εκκλησία. Αλλά και αυτή δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολιτική εξουσία ή να γίνεται όργανό της, χωρίς να έρχεται σε αντίθεση προς την φύση και την αποστολή της[11]. Η Εκκλησία δεν περιορίζεται στην εγκοσμιότητα. Η προσήλωση στην εγκοσμιότητα φαλκιδεύει τον σκοπό και περιορίζει την ελευθερία της.
Όλοι οι άνθρωποι και όλα τα πράγματα μπορούν να ενταχθούν στην Εκκλησία, όχι όμως και να την εκπροσωπήσουν ή να την υποκαταστήσουν. Από την άλλη πλευρά, αν σε βασικούς θεσμούς, όπως ο γάμος, η οικογένεια ή το κράτος, η Εκκλησία δεν αποδίδει απόλυτη δεσμευτική αξία για τον άνθρωπο, πολύ φυσικότερο είναι να μην αποδίδει τέτοια αξία στα κόμματα. Όπως όμως η οικογένεια, το έθνος ή το κράτος, έτσι και τα κόμματα μπορούν με αναφορά στην Εκκλησία να γίνουν αφορμές προσεγγίσεως των ανθρώπων μεταξύ τους· αυτό ισχύει περισσσότερο για τον ελλαδικό αλλά και ευρύτερα για τον ορθόδοξο χώρο, όπου η Εκκλησία δεν έπαυσε να είναι, έστω και τυπικά, ο μόνος συνδετικός παράγοντας της κοινωνικής ζωής και φορέας του διαχρονικού πνεύματός της.
Τα κόμματα προσεγγίζουν ανθρώπους με κοινές πολιτικές επιδιώξεις και συναφείς κοινωνικοοικονομικούς προσανατολισμούς, ενώ οι διαφορές τους δημιουργούν προστριβές και αντιθέσεις. Οι πιστοί με την παρουσία τους στα διάφορα κόμματα μπορούν να συμβάλουν στην αρμονική ενότητα του συνόλου. Ο κίνδυνος όμως για τους ίδιους είναι μήπως θυσιάσουν στο κόμμα την εκκλησιαστική τους συνείδηση. Και ο κίνδυνος αυτός εντείνεται, όταν τα κόμματα σκληραίνουν και ελέγχουν ασφυκτικά το κράτος και την κοινωνική ζωή, ενώ και εκείνα με την σειρά τους ελέγχονται, ίσως ασφυκτικότερα, από κέντρα τοπικής ή και παγκόσμιας εξουσίας.
Ο νεοφιλευθερισμός, που χαρακτηρίζεται ως ιδεολογία της παγκοσμιοποιήσεως και αποτελεί μετανεωτερική μετεξέλιξη του καπιταλισμού, δεν έπαυσε και στην μετεξέλιξή του να διατηρεί το «πνεύμα του καπιταλισμού». Το πνεύμα όμως του νεοφιλελευθερισμού, που είναι πνεύμα άκρατου ατομισμού, έρχεται σε αντίθεση προς το κοινοβιακό πνεύμα της Ορθοδοξίας. Εδώ βρίσκεται και μια μόνιμη αιτία δυσαρμονίας των ορθοδόξων λαών με τους λαούς του δυτικού κόσμου και κυρίως του προτεσταντικού.
Το πνεύμα των ορθοδόξων λαών δεν εναρμονίζεται με το ατομοκρατικό δυτικό πνεύμα. Η Ορθοδοξία συμβάδιζε διαχρονικά με τον κοινοτισμό που επικρατούσε στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή, ενώ με την σύμπραξή της αναπτύχθηκε ο πολύμορφος και πολύπλευρος κοινοτισμός του απόδημου Ελληνισμού[12]. Το πνεύμα αυτό βρίσκεται πλησιέστερα προς το κολλεκτιβιστικό πνεύμα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και τα καθεστώτα αυτά βρήκαν προσφορότερο έδαφος στις παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες. Παραταύτα ούτε το κολλεκτιβιστικό αυτό πνεύμα επιδοκιμάστηκε ή έγινε αποδεκτό, όπως απέδειξαν και τα πράγματα.
Το κοινοβιακό πνεύμα της Ορθοδοξίας δεν εκφράζεται με τον κολλεκτιβισμό αλλά με την ομοψυχία, που αποτυπώθηκε με τον πληρέστερο τρόπο στο πρωτοχριστιανικό κοινόβιο[13]. Το πνεύμα αυτό δεν καλλιεργείται με την αναφορά σε κάποιον εξωτερικό σκοπό ή με την επιδίωξη κάποιας αντικειμενικής ωφέλειας, αλλά βιώνεται σε επίπεδο προσώπων ως αυτοσκοπός. Ο κολλεκτιβισμός δεν δημιουργεί ομοψυχία, αλλά αποτελεί μία διαφορετική μορφή ατομισμού. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε, «ο κολλεκτιβισμός αγνοεί τον πλησίον, με την ευαγγελική σημασία της λέξεως, και είναι η συγκέντρωση των απομεμακρυσμένων ατόμων… αγνοεί την αξία του προσώπου»[14].
Ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός δεν περιορίζονται μόνο στην διάρθρωση και την προώθηση της οικονομίας, αλλά εκφράζουν και μία ατομοκεντρική ιδεολογία που τείνει να προσομοιωθεί με θρησκεία. Ιδίως μάλιστα ο κομμουνισμός εντάσσεται στα όρια της εκκοσμικευμένης θρησκείας. Αν πάλι σήμερα άρχισε να γίνεται λόγος για μεταεκκοσμίκευση, αυτή δεν εκλαμβάνεται ως επιστροφή στην μη εκκοσμικευμένη θρησκεία, αλλά ως προσπάθεια επανενεργοποιήσεως ή ακριβέστερα ως αποδοχή της επανενεργοποιήσεως της θρησκείας στον δημόσιο χώρο[15].
Στην εποχή μας μέσα στο κλίμα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποιήσεως το λεγόμενο κράτος δικαίου, όπως και το κράτος προνοίας, αποδυναμώνονται μέχρις αφανισμού. Η ύπαρξη υπερεθνικών κέντρων, που ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό την οικονομία, την πληροφόρηση, την διαμόρφωση της κοινής γνώμης και τις πολιτικές εξελίξεις, μειώνει την σπουδαιότητα των εθνικών κρατών και των κυβερνήσεών τους. Αποδυναμώνονται τα εθνικά κράτη, αφαιρούνται εθνικά δικαιώματα, δεσμεύονται νευραλγικές κρατικές αρμοδιότητες και προωθείται η ομογενοποίηση και ο εκλεπτυσμένος η ο απροκάλυπτος ολοκληρωτισμός. Τα μέσα του κράτους κατά την άσκηση της οποιασδήποτε κοινωνικής η άλλης πολιτικής περιορίζονται η και εκμηδενίζονται. Έτσι αποδεικνύεται όλο και περισσότερο η αδυναμία του να βοηθήσει την κοινωνία και τους πολίτες του.
Από την άλλη πλευρά ζωτικά προβλήματα των πολιτών που συνδέονται με την διαβίωση ή και την επιβίωσή τους, όπως είναι η υγεία, η παιδεία, η εργασία, η κοινωνική ασφάλεια, το περιβάλλον, όχι μόνο δεν επιλύονται, αλλά και διογκώνονται. Γίνεται όμως φανερό ότι οι εξελίξεις αυτές μακροχρόνια είναι διαλυτικές για το σύνολο της κοινωνίας και καταστροφικές για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έτσι η χίμαιρα της παγκοσμιοποιήσεως φέρνει στο προσκήνιο της επικαιρότητας την αναζήτηση της παγκοσμιότητας, που επαγγέλλεται η Ορθοδοξία.
Η παγκοσμιότητα δεν έχει κολλεκτιβιστικό αλλά προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Δεν θυσιάζει το πρόσωπο στην κοινωνία, αλλά βλέπει στο κάθε πρόσωπο ολόκληρη την κοινωνία. Το τελευταίο αυτό στοιχείο, που κατορθώνεται με την απεριόριστη διάνοιξη του προσώπου στην οριζόντια και την κατακόρυφη κοινωνικότητα, διαφοροποιεί την ορθόδοξη θέση από την πρόταση κάθε κοινοτικού πολιτικού συστήματος[16]. Είναι όμως προφανές ότι αυτό δεν είναι πρωτίστως θέμα αλλαγής πολιτικού συστήματος αλλά παιδείας και αγωγής.
Από εδώ μπορεί να προέλθει μια όντως προοδευτική και δημιουργική πνοή στην πολιτική, που θα εκφράζει το «πνεύμα της Ορθοδοξίας»· στην πολιτική, που θα παύσει να περιφρονεί ή και να καταπολεμεί ως αντιδραστική την Ορθοδοξία, αλλά θα προσεγγίζει και θα κατανοεί, ως ένα τουλάχιστο βαθμό, το κοινοβιακό της πνεύμα. Η μετανεωτερικότητα με το τέλος των ιδεολογιών πρέπει μάλλον να διευκολύνει ένα τέτοιο εγχείρημα.

1] Βλ. Κριτ. 9,8-15.
[2] Ὠριγένους, Κατὰ Κέλσου 8,75.
[3] Νικολάου Καβάσιλα, Κατὰ τοκιζόντων, PG 150,745ΑΒ
[4] Ματθ. 22,21.
[5] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 22011, σ. 235-6.
[6] Βλ. Π. Καλαιτζίδη, «Ορθοδοξία και πολιτική θεολογία», στο Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, Πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας, Ίνδικτος, Αθήναι 2012, σ. 48 κ.ε.
[7] Χ. Γιανναρά, Κεφάλαια πολιτικής θεολογίας, Παπαζήσης, Αθήνα 1976, σ. 9.
[8] Για την εικόνα που παρουσιάζει η Εκκλησία στον ελλαδικό χώρο βλ. Ν. Παπαγεωργίου, Η Εκκλησία στη Νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 285 κ.ε.
[9] Βλ. Ματθ. 5,13-4.
[10] «Το γαρ της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλά ενώσεώς εστι και συμφωνίας όνομα». Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις την Α΄ Κορινθίους 1,1, PG 61,13.
[11] Πρβλ. Π. Νέλλα, «Ορθοδοξία και πολιτική», Μαρτυρία Ορθοδοξίας, Αθήνα 1971, σ. 172. Βλ. επίσης τις ενδιαφέρουσες σχετικές μελέτες των Ι. Μάινα, «Ορθόδοξο ήθος και πολιτική δραστηριότητα», Η Ορθοδοξία ως πολιτική διακονία (εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεοφύτου), Λευκωσία 1984, σ. 1-7. Αρχιμ. Φιλοθέου Φάρου, «Η πολιτική μέσα από το πρίσμα της ορθοδόξου παραδόσεως και της ψυχολογίας», Η Ορθοδοξία ως πολιτική διακονία, σ. 79-94. Ο. Κλεμάν, Ορθοδοξία και πολιτική, Θεσσαλονίκη 1985. Ι. Πέτρου, Εκκλησία και πολιτική, Θεσσαλονίκη 1992, και Χριστιανισμός και κοινωνία, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 324-344.
[12] Βλ. Ν. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, Παρουσία, Αθήνα 1993, σ. 54 και 73-74.
[13] Βλ. Πραξ. 2,44 κ.ε.
[14] Ν. Μπερδιάγιεφ, Βασίλειο του Πνεύματος και Βασίλειο του Καίσαρα (μετάφρ. Β. Γιούλτση), Πουρναράς Θεσσαλονίκη 22002, σ. 151.
[15] Βλ. Ράτσιγκερ Γιόζεφ-Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ, Χάμπερμας Γιούργκεν, Η διαλεκτική της εκκοσμικεύσεως. Λόγος και θρησκεία, Εστία, Αθήνα 2010.
[16] Για τον ελληνικό κοινοτισμό βλ. ιδίως Κ. Καραβίδα, Σοσιαλισμός και κοινοτισμός, Κοραής, Αθήνα 1930. Ν. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, Παρουσία, Αθήνα 1993.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

«ΤΕΚΝΙΑ, ΦΥΛΑΞΑΤΕ ΕΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ»


Αποτέλεσμα εικόνας για «ΤΕΚΝΙΑ, ΦΥΛΑΞΑΤΕ ΕΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ»

Ο άνθρωπος προικίστηκε από τον Δημιουργό Θεό με λογική καί ελευθε­ρία. Καί η αλήθεια είναι ότι μόνο μέ­σα στην Εκκλησία καταξιώνεται πραγματικά ως λογικό καί ελεύθερο πρόσωπο, ως «κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωσιν Θεού» δημιούργημα της Αγίας Τριάδος. Αν και πέρασαν 2000 χρόνια από την ενανθρώπιοη του Υι­ού και Λόγου του Θεού, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούν το «φως το αληθινόν», την ελευθερία που χάρισε ο Χριστός και συνεχίζουν να ζουν υποδουλωμένοι στα διάφορα είδωλα που προσφέρει ο κόσμος. Στην εποχή που διακηρύσσεται η ελευθερία, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ο άνθρω­πος παραμένει δέσμιος στις προλή­ψεις και δεισιδαιμονίες, συνεχίζει να προσκυνάει τα είδωλα. Γι' αυτό και κάθε χριστιανός που θέλει να 'ναι συνεπής στην πίστη του χρειάζεται να συντρίψει μέσα του τα κάθε μορ­φής είδωλα, όπως ο Μωυσής στο Σινά, που όχι μόνον τα συνέτριψε, αλ­λά τα έκανε σκόνη και τα έριξε στο ποτάμι για να χαθεί κάθε ίχνος τους. Οι κάθε είδους προλήψεις και δεισι­δαιμονίες, τα οποιαδήποτε είδωλα είναι εντελώς αντίθετα και ασυμβί­βαστα με τη χριστιανική πίστη και συνάμα προσβάλλουν την ελευθερία του ανθρώπου. Όποιος πιστεύει στις προλήψεις και στους κάθε είδους αγύρτες και «φωτισμένους» δεν μπο­ρεί να πάρει υπεύθυνες και σωστές αποφάσεις για τη ζωή του και το μέλλον του. Αντίθετα η πίστη στο Θεό ελευθερώνει τον άνθρωπο και του δί­νει τη δυνατότητα για μία υπεύθυνη και δημιουργική ζωή. Ο λόγος του Αποστόλου Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαι­ρος: «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων» (Α' Ιωάν. 5, 21).
(Πηγή: Ιερά Μονή Σαγματά Θηβών)

Συνοπτική αφήγησις περί της Αγίας Δεξιάς τον Τιμίου Προδρόμου...


Συνοπτική αφήγησις περί της Αγίας Δεξιάς τον Τιμίου Προδρόμου και του τρόπου ελεύσεώς της εις την εν Αγίω Όρει Ι. Μονήν Διονυσίου 
Εκ του αμύθητου και αμετρήτου πλούτου των ιερών κειμηλίων, τα οποία σεμνύνουν και στολίζουν τας Ιεράς Μονάς του Αγίου Όρους, ασφαλώς ωρισμένα εκτιμώνται ιδιαιτέρως και κατέχουν ιδιάζουσαν θέσιν. Εις την Ιεράν Μονήν Βατοπεδίου π.χ. διακρίνομεν την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, εις την Ιεράν Μονήν Ιβήρων την θαυματουργόν Πορταΐτισσαν, εις την Ιεράν Μονήν Ξηροποτάμου το μέγιστον τμήμα του Τιμίου Ξύλου του Κυρίου, εις την Ιεράν Μονήν Αγίου Παύλου τα Τίμια Δώρα των Μάγων. Η Ιερά Μονή Διονυσίου ως ανεκτίμητον θησαυρόν έχει να παρουσιάση την αγίαν εκείνην δεξιάν χείρα του Τιμίου Προδρόμου, με την οποίαν εβάπτισεν τον Σωτήρα μας καθώς μελωδικώτατα η εκκλησία μας ψάλλει- Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου.
Αυτής της αγίας Δεξιάς το ιστορικόν, δηλ. τον τρόπον της προς ημάς συγκαταβατικής ελεύσεώς της προς αγιασμόν τόσον των εν τη ημετέρα Μονή όσον και όλων των εν Αγίω Όρει θεοφιλώς μοναζόντων —των οποίων αρχηγός και προστάτης μετά την Θεοτόκον τυγχάνει ο Μέγας Πρόδρομος— καθώς και των ευλαβών προσκυνητών, η Μονή μας θεωρεί χρέος να παρουσιάση συνοπτικώς από της παρούσης στήλης· εις ευθετότερον δε χρόνον προτιθέμεθα να εκδώσωμεν λεπτομερή διήγησιν του όλου ιστορικού σε αυτοτελές τεύχος. 

Σύντομος ιστορική αναδρομή, από της απότομης της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου μέχρι της εις την Βασιλεύουσαν ελεύσεως της Αγίας Δεξιάς 
Διά την περίοδον ταύτην ιστορικάς μαρτυρίας αρυόμεθα από τους ιστορικούς Γεώργιον Κεδρηνόν[1], Θεόδωρον Δαφνοπάτην[2]  και Δοσίθεον Πατριάρχην Ιεροσολύμων[3]. 
Ο Τίμιος Πρόδρομος, κατά την μαρτυρίαν των Ευαγγελιστών, απετμήθη την κεφαλήν υπό του Ηρώδου Αγρίππα του τετράρχου, υιού του άλλου γνωστού Ηρώδου του και παιδοκτόνου. Το σώμα του ετάφη υπό των μαθητών του εις την πόλιν Σεβαστήν εις τον τόπον ένθα εγένετο και η αποτομή. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, επιθυμών να εμπλουτίση την γενέτειρά του Αντιόχειαν, θέλησε να μετακομίση εκεί το σώμα του Προδρόμου. Μη επιτρέποντος όμως του Μωσαϊκού νόμου την μετακομιδήν, έλαβεν κρυφίως την αγίαν μόνον Δεξιάν. Επί Ιουλιανού αύτη εκρύβη εις ένα πύργον ονομαζόμενον Γωνία προς διαφυγήν εκ της μανίας του Παραβάτου. Από του 7ου αιώνος, ότε η Αντιόχεια περιέπεσεν εις χείρας των Αράβων, η αγία Δεξιά συνεχίζει να απαντάται εις Αντιόχειαν, τιμώμενη ου μόνον υπό των Χριστιανών αλλά και των Αράβων. Επί Ιουστινιανού μεταφέρεται εις Κωνσταντινούπολιν ομού μετά της κάρας του Τιμίου Προδρόμου προς αγιασμόν και πάλιν επιστρέφεται. 
Πολλοί αυτοκράτορες επεθύμησαν να εμπλουτίσουν την Βασιλεύουσαν με την αγίαν Δεξιάν του Βαπτιστού, κατ’ εξοχήν ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (913-959). Επειδή όμως φανερώς τούτο ήτο αδύνατον, πάλιν κατ' οικονομίαν του Τιμίου Προδρόμου, κάποιος διάκονος ονόματι Ιώβ, εκπληρώνει τον αυτοκρατορικόν πόθον, υποκλέψας την αγίαν Δεξιάν εκ του ναού του Αποστόλου Πέτρου ένθα εφυλάσσετο, αφού πρώτον εξοικειώθη μετά του φύλακος. Καθ' ην στιγμήν σάλος μέγας εγένετο εις Αντιόχειαν επί τη απώλεια της Δεξιάς, συνεργούντος του Βαπτιστού, ο διάκονος ήδη ευρίσκετο έκτος των εχθρικών συνόρων. Ο δε βασιλεύς επί τω ακούσματι μετά του πατριάρχου Πολυεύκτου και πάσης της Συγκλήτου, αναμένοντες εις Χαλκηδόνα επεφύλαξαν λαμπράν υποδοχήν. Τα ανωτέρω αρυόμεθα, ως προείπομεν, εκ των ιστορικών Κεδρηνού και Δαφνοπάτη. 
Μετά την πτώσιν της βασιλευούσης, ο ιστορικός Δοσίθεος μάς παραθέτει τα εξής σημαντικά στοιχεία: Γενομένης καταγραφής των βασιλικών θησαυρών κατά το 1680 υπό του βεζύρη Μουσταφά πασά, απαντάται και η αγία αυτή χειρ εις χρυσούν κιβώτιον, αποπνέουσα άρρητον ευωδίαν, ήτις και σεβασθείσα υπό του αλλοθρήσκου εφυλάχθη επιμελώς. 

Έλευσις της αγίας Δεξιάς εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ιεράν Μονήν Διονυσίου 
Το εν λόγω ιστορικόν αρυώμεθα κατά πλάτος από αξιόπιστον πρόσωπον, τον ευγενέστατον και ευλαβέστατον δραγουμάνον του βασιλέως της Πρωσίας εν Κωνσταντινουπόλει κ. Ιωάννην Φραγκόπουλον, τον μετέπειτα εν τη καθ’ ημάς Ιερά Μονή εγκαταβιώσαντα. Ούτος ως αυτήκοος, αυτόπτης αλλά και συνεργός, συνέγραψεν το κατά πλάτος ιστορικόν της όλης υποθέσεως, το οποίον ευρίσκεται εις τον υπ' αριθ. 1032 χειρόγραφον κώδικα της Μονής μας υπό τον τίτλον «Διήγησις απ’ αρχής περί της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου και πώς ήλθεν εις το ιερόν τούτο Μοναστήριον του Αγίου Διονυσίου εν τοις καθ' ημάς χρόνοις». 
Κατά το έτος 1778 ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, λόγω της αισθητής πτωχείας του κράτους, εγύμνωσεν όλα τα πολύτιμα περικαλύμματα του βασιλικού θησαυροφυλακίου, διορίσας προς τούτο ως υπευθύνους τον Έλληνα αργυραμοιβόν Πετράκην και κάποιον Αρμένιον ονόματι Τουζόγλου. Οι ανωτέρω με βεζυρικήν άδειαν οικειοποιήθηκαν όσα ήθελον εκ των φυλασσομένων εντός των πολυτίμων θηκών, εξ ων ο μεν Αρμένιος έλαβεν Σταυρόν πηχιαίου μήκους μετά Τιμίου Ξύλου, ο δε Πετράκης την Δεξιάν του Προδρόμου γυμνήν, μετά τεμαχίου εκ του λειψάνου της άγιας Παρασκευής. Ατυχώς όμως, μετ' ου πολύ ο προαναφερθής Πετράκης, διαβληθείς από τον βεζύρην Χασάν πασάν ως φιλορώσος, προστάξει βασιλική απαγχονίζεται έξω της βασιλικής πόρτας. Αφού το μέγιστον της περιουσίας του εδημεύθη, παρέμεινεν εις τους οικείους του ως κληρονομιά και η χαριτόβρυτος Δεξιά του Προδρόμου μετά του λειψάνου της αγίας Παρασκευής. 
Προαναφέραμεν ότι το πρώτον εκλάπη η αγία χειρ υπό της αγίας και Ευαγγελικής χειρός του Λουκά. Εκλάπη το δεύτερον υπό διακόνου τινός Ιώβ. Άβυσσος των κριμάτων σου, ω Βαπτιστά! Και πάλιν εκ τρίτου ηυδόκησας διά κλοπής όπως μεταβής και παρηγορήσης την ποίμνην σου διά της αγίας σου Δεξιάς, πενθούσαν ήδη και κλαίουσαν διά την προ μικρού απώλειαν διά κλοπής της σεβάσμιας Κάρας σου[4]. 
Ο τρόπος της τε κλοπής και ελεύσεως εις την Μονήν μας της αγίας Δεξιάς έχει ούτως: Κάποιος νεανίας ονόματι Θεοχάρης, γνωστός εις την αρχοντικήν οικίαν Πετράκη, προσυνεννοηθείς με τον τότε εφησυχάζοντα εις την Ιεράν Μονήν Διονυσίου πρώην Βελεγράδων Ιερεμίαν, εισήλθεν με οικειότητα εις ανύποπτον χρόνον εν ώρα μεσημβρίας εις την εν λόγω οικίαν και αφαιρέσας εκ του σεντουκίου την Δεξιάν του Προδρόμου ομού μετά του λειψάνου της αγίας Παρασκευής μετέφερεν ταύτα μετά σπουδής, ως προσυνεννοήθη, εις τον ευγενέστατον δραγουμάνον Ιωάννην Φραγκόπουλον.
Εν τω μεταξύ, σάλος μέγας γενόμενος εις την οικίαν Πετράκη άμα τη διαπιστώση της κλοπής, καταγγέλλεται ευθύς η υπόθεσις εις τον τότε οικουμενικόν Πατριάρχην Νεόφυτον, όστις και αμέσως εξαπολύει φρικτόν αφορισμόν κατά παντός σχέσιν και γνώσιν έχοντος με την κλοπήν.
Θορυβηθείς ευλόγως εκ τούτου ο ανωτέρω Φραγκόπουλος αποκαλύπτει κρυφίως την υπόθεσιν εις τον Πατριάρχην, καθώς και τον απώτερον σκοπόν της κλοπής. Ο δε Πατριάρχης έλυσεν κρυφίως τον αφορισμόν, κρίνας ότι το έργον ήτο νεύσις του Βαπτιστού, αρεσκομένου να διαμένη μάλλον εις τόπους κρημνώδεις και ασκητικούς παρά εις κοσμικούς οίκους, ένθα συμβαίνουν ενίοτε και πολλά άτοπα. Ούτω λοιπόν ο ανωτέρω Φραγκόπουλος συνοδεύων και συνοδευόμενος υπό του Προδρόμου καταφθάνει εις την Ιεράν Μονήν Διονυσίου κατά την 6ην Αυγούστου του 1800. 
Επειδή όμως εις τους πολλούς η λύσις του αφορισμού ήτο άγνωστος και επειδή ο κεκρυμμένος θησαυρός ώφειλε να φανερωθή προς αγιασμόν πάντων των αγιορειτών και πάλιν ο Μέγας Ιωάννης αναλαμβάνει την ολοκλήρωσιν της ευεργεσίας του. Νεύσει Προδρομική μεταβαίνει ο τότε ηγούμενος Ιωακείμ με συστατικά γράμματα προς τους Ιεροσολύμων Άνθιμον και Θεσσαλονίκης Γεράσιμον, οι οποίοι από συμφώνου μετά του Πατριάρχου Καλλινίκου κατέπεισαν τους δικαιούχους της οικίας Πετράκη Βαρβάραν, Αικατερίνην, Γεώργιον και Δημήτριον όπως, οικεία βουλήσει και αντί ωρισμένης αμοιβής, προς ψυχικήν των ωφέλειαν και εις μνημόσυνον αιώνιον, δι' αφιερωτικού γράμματος δωρήσουν εις την Ιεράν Μονήν Διονυσίου την αγίαν Δεξιάν ομού μετά του προειρημένου λειψάνου της αγίας οσιομάρτυρος Παρασκευής. 
Εις το αρχείον της Μονής μας φυλάσσονται τρία πατριαρχικά έγγραφα, ων το πρώτον είναι αφοριστικόν και υπογεγραμμένον υπό του πατριάρχου Νεοφύτου εν έτει 1799, το δεύτερον αναιρετικόν του προηγουμένου και υπογεγραμμένον υπό του τότε πατριάρχου Καλλινίκου, συνυπογράφουν δε και οι προειρημένοι Ιεροσολύμων Άνθιμος και Θεσσαλονίκης Γεράσιμος εν έτει 1802 μηνί Ιανουαρίω 15, και το τρίτον αφιερωτικόν, υπογεγραμμένον υπό του πατριάρχου Καλλινίκου εν έτει 1802 και συνυπογράφουν οι αρχιερείς Ηρακλείας Μελέτιος, Δέρκων Γρηγόριος, Θεσσαλονίκης Γεράσιμος, Τυρνόβου Ματθαίος, Λαρίσης Διονύσιος και Αγκύρας Ιωαννίκιος· προσυπογράφουν δε και βεβαιούν οι δωρηταί Βαρβάρα, Αικατερίνη, Γεώργιος και Δημήτριος Πέτρου. 
Ούτω λοιπόν δεξάμενος ο καθηγούμενος Ιωακείμ το αφιερωτικόν γράμμα, μετά πολλής χαράς και καθαρού συνειδότος, επέστρεψεν εις την Μονήν κατά την Δ' Κυριακήν των Νηστειών του έτους 1802, ένθα ανεκηρύχθη μετά πανηγυρικής αγρυπνίας ομού μετά πλήθους αγιορειτών Μοναχών η επίσημος έλευσις της αγίας Δεξιάς, ήτις έκτοτε καθιερωθείσα τελείται κατ' έτος την αυτήν Δ' Κυριακήν των Νηστειών, εις μνήμην της τε ελεύσεως αλλά και της ευεργεσίας του Βαπτιστού προς πάντας τους εν τη Μονή και παντί τω Αγιονύμω Όρει θεοφιλώς ενασκουμένους, σκέπων και φυλάσσων ημάς διά της αγίας αυτού Δεξιάς, ως αρχηγός του μοναχικού τάγματος, από πάσας τας χαλεπάς παγίδας του αλλοτρίου. 
Τέλος, άξιον σημειώσεως τυγχάνει και τούτο: Κατά την πρόσφατον αποκάλυψιν της επιχρύσου θήκης της αγίας χειρός υπό της γεροντίας της Μονής διεπιστώθη ότι ενώ υπάρχουν ολόκληρα τα δύο οστά (κερκίς και ωλένη) από του αγκώνος μέχρι της παλάμης, ελλείπουν μικρά τεμάχια των οστών της παλάμης και των δακτύλων. Περί του θέματος αυτού θα ασχοληθώμεν προσεχώς- σημειούμεν μόνον ενταύθα, ότι επί των ημερών μας και επί ηγουμενίας του αρχιμανδρίτου κυρού Γαβριήλ αντηλλάγη εις δάκτυλος αντί ελαχίστου τεμαχίου εκ της αγίας Ζώνης της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Εκείνο όμως το οποίον δεν δεχόμεθα κατόπιν των ανωτέρω συνοπτικών στοιχείων είναι η διακύβευσις της γνησιότητος της αγίας Δεξιάς. Δεχόμεθα βεβαίως την ύπαρξιν μικρών τεμαχίων εκ της αγίας Δεξιάς εκτός της Μονής μας, ουχί όμως και αυτής ταύτης της Δεξιάς. Θα χαρώμεν εάν αποδειχθή δι' επιστημονικού καλάμου η γνησιότης των εμφαινομένων μικρών τεμαχίων εις την κλειστήν θήκην του εν Κωνσταντινουπόλει μουσείου Τοπ-Καπί. Η Μονή μας πάντως δεν έχει στοιχεία, διό και δεν αποφαίνεται σχετικώς. 

Επίλογος 
Παρουσιάζοντες τα ανωτέρω στοιχεία αισθανόμεθα ότι εκπληρούμεν ελάχιστον χρέος έναντι της απείρου ευεργεσίας του εν γεννητοίς μείζονος προς ημάς τα τέκνα του, τόσον τα εν τη Μονή όσον και πάντας τους εν τω Αγίω Όρει θεοφιλώς ενασκουμένους, των οποίων προστάτης και έφορος μετά την Κυρίαν μας Θεοτόκον τυγχάνει ο Μέγας Βαπτιστής, ως αρχηγός του μοναχικού τάγματος· προσέτι δε και προς πάντας τους φιλοπροδρομικούς ευλαβείς προσκυνητάς, οι οποίοι μετά πόθου συρρέουν εις την Μονήν προς αγιασμόν και προσκύνησιν της αγίας Δεξιάς και οι οποίοι στερεούνται έτι μάλλον, αφαιρουμένης και της ελαχίστης προκαταλήψεως περί της γνησιότητος του προς αγιασμόν προσφερομένου θησαυρού. 
Περαιώνοντες, απευθυνόμενοι προς σε τον μέγαν Πρόδρομον και Βαπτιστήν μετά πάντων των μοναστών και μετά παντός φιλοπροδρομικού συστήματος κλήρου και λαού, ικετευτικώς αλλά και μελωδικώς μετά του υμνωδού σου λέγομεν την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου.,.έπαρον υπέρ ημών Βαπτιστά...ως παρρησίαν έχων πολλήν και γαρ μείζων των προφητών απάντων υπό Χριστού μεμαρτύρησαι.
 

1. Γεώργιος Κεδρηνός: Έζησεν περί τα τέλη του ια' αι. Έγραψεν εν είδος παγκοσμίου Ιστορίας τιτλοφορουμένης «Σύνοψις ιστοριών» και εκτεινομένης από της δημιουργίας του κόσμου έως της εμφανίσεως Ισαακίου Α' Κομνηνού (1057). Το έργον του είναι μία συμπλήρωσις παλαιοτέρων χρονικών. 
2. Θεόδωρος Δαφνοπάτης (900 - 963): Βυζαντινός συγγραφεύς και δημόσιος λειτουργός, προαχθείς βαθμηδόν μέχρι και του μεγίστου αξιώματος του Μαγίστρου υπό Ρωμανού Β'. Εξεφώνησεν λόγον επί τη εις Κωνσταντινούπολιν ελεύσει της αγίας Δεξιάς εν έτει 959, παρουσία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και πατριάρχου Πολευεύκτου. 
3. βλ. Ιστορία περί των εν Ιεροοολύμοις πατριαρχευσάντων. βιβλ. Γ', κεφ. ΙΑ', παρ. Γ’, σελ. 267, Βουκουρέστι 1715 
4. Την αγίαν Κάραν του Προδρόμου αφιέρωσεν εις Ι. Μ. Διονυσίου, ο ηγεμών της Μολδοβλαχίας Νεάγγοε Βοεβόδας (1512 - 1521), παραμείνασα δε εις την Μονήν μέχρι τον Ρωσσοτουρκικόν πόλεμον (1769 - 1770), ηρπάγη υπό τούρκων πειρατών κατά την διάρκειαν ταξιδίου εις την νήσον Άγιος Ευστράτιος.
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 8-9
τεύχος 8-9
Ιούνιος Νοέμβριος 1990 

Η ΛΙΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

prodromosivannis.jpg Σύναξις Iωάννου του Bαπτιστού7 Iανουαρίου

Η ΛΙΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

XΘEΣ, αγαπητοί μου, τελείωσε το Δωδεκαήμερο, που διαρκεί από τα Xριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, εξαιρουμένης της παραμονής των Φώτων. Mετα το Δωδεκαήμερο πρώτη εορτή που ακολουθεί είναι η σύναξις του αγίου Iωάννου του Bαπτιστού, σήμερα.

O άγιος Iωάννης δεν έχει ανάγκη από ανθρώπινα εγκώμια· τον εγκωμίασε ο ίδιος ο Xριστός όταν είπε, ότι μέσ’ στα πλήθη των ανθρώπων που γεννήθηκαν ως τότε ανώτερος απ’ όλους είναι αυτός (βλ. Mατθ. 11,11). Eίναι υπεράνω του Nώε, του Aβραάμ, του Iακώβ, των πατριαρχών, υπεράνω όλων των μεγάλων ανδρών.

* * *

Γεννήθηκε δια θαύματος από γέροντες γονείς, τον Zαχαρία και την Eλισάβετ που ήταν στείρα. Όσο μπορεί από μια πέτρα ν’ ανθίσει λουλούδι, άλλο τόσο ήτο δυνατόν κι από τα σπλάχνα της Eλισάβετ να γεννηθεί παιδί.Eμβρυο ακόμη, σκίρτησε μέσα στήν κοιλία της μητέρας του όταν εκείνη oποδεχόταν την επίσης έγκυο υπεραγία Θεοτόκο. Aπό τότε ήταν αγιασμένος. Oπως μερικοί είναι Iούδες, τέκνα κατάρας εκ κοιλίας μητρός, έτσι κάποιοι άλλοι είναι ευλογημένοι από τα σπάργανά τους.

Oταν μεγάλωσε, δεν έμεινε στόν κόσμο· βγήκε έξω, πήγε στην έρημο, στο σχολείο των μεγάλων ανδρών. Eκεί έζησε μια ζωή – έλεγχο της σημερινής καταναλωτικής κοινωνίας, που σύνθημά της έχει «Φάγωμεν και πίωμεν, αυριον γαρ αποθνήσκομεν» (Hσ. 22,13· A΄ Kορ. 15,32). Ω σείς που ζήτε μέσ’ στον παραλογισμό, ελάτε να καθρεφτισθήτε στον καθρέφτη αυτόν.

Πώς έζησε ο άγιος Iωάννης; Tο φαγητό του ήταν «ακρίδες» (Mατθ. 3,4), τα γνωστα έντομα των αγρών, που και μέχρι σήμερα λιτοδίαιτοι Aραβες τα ξηραίνουν και τα τρώνε. Ποτό του ήταν το νερό του Iορδάνου. Pούχο του είχε μια κάππα από τρίχες καμήλας. Kρεβάτι του ήταν η άμμος δίπλα στό ποτάμι. Στέγη του τα άστρα τ’ ουρανού. Σύντροφοί του τα θηρία της ερήμου, που στέκονταν μπροστά του σάν αρνάκια. H αγιότης, βλέπετε, όλα τα τιθασεύει. Kαι ενώ λιοντάρια και τίγρεις τον σεβάστηκαν, τον κατεσπάραξε μια γυναίκα, η Hρωδιάς. Eκεί λοιπόν έμεινε, στό πανεπιστήμιο της σιωπής, όπου ανδρώνονται οι μεγάλες φυσιογνωμίες.

Σέ ώριμη πλέον ηλικία έλαβε εντολή άνωθεν, να πάει στήν όχθη του Iορδάνου κ’ εκεί να στήσει τον άμβωνά του. Tο κήρυγμά του θερμοκαυτήρας, έλεγχος δριμύς. Aστραφτε και βροντούσε. Kαλούσε όλους σέ επιστροφή στό Θεό. Kαι χιλιάδες απ’ όλα τα κοινωνικα στρώματα έτρεχαν. Ήταν μαγνήτης που έλκυε όλους. Συνιστούσε μετάνοια και τους βάπτιζε στόν Iορδάνη.

Mέσα στό πλήθος των ανθρώπων ήρθε και ένας που ξεχώριζε. Mήπως φορούσε στέμμα, είχε σπαθί, τον έφερε άμαξα; Oχι. Aπλός άνθρωπος ήταν. Aλλα όνομά του ήταν «τό υπέρ παν όνομα» (Φιλιπ. 2,9). Oλα τα ονόματα θα σβήσουν, το δικό του θα μείνει· Iησούς Xριστός! Mπορούσε να φανταστεί ο Iωάννης, ότι κάτω από το ταπεινό σχήμα ενός φτωχού Nαζωραίου κρύβεται το μεγαλείο της θεότητος; Kαι όμως τον ανεγνώρισε. Tου λέει ο Xριστός· ―Bάπτισέ με. ―Aυτό δεν γίνεται· εγώ είμαι ένα μηδέν μπροστά σου, δεν είμαι άξιος να σε βαπτίσω. O Xριστός όμως επέμενε, και τέλος βαπτίσθηκε. Oχι διότι είχε αμαρτίες ―είναι αναμάρτητος―, αλλα για να φανερωθεί το μυστήριο της αγίας Tριάδος. Kαι φανερώθηκε. Kατα τούτο εμείς διαφέρουμε από τ’ άλλα θρησκεύματα, και τα μονοθεϊστικά· αυτοί έχουν τον Aλλάχ ή κάποιον άλλο, εμείς λέμε· Eνας Θεός, τρία πρόσωπα, Πατήρ Yιός και άγιο Πνεύμα· αγία Tριάς, ελέησον τον κόσμον σου.

Πώς φανερώθηκε το μυστήριο της αγίας Tριάδος; Eνώ ο Xριστός ήταν μέσ’ στα νερά, σχίστηκε ο ουρανός ―Ας μήν πιστεύουν οι άπιστοι, δικαίωμά τους· εμείς πιστεύουμε―, και το Πνεύμα το άγιο σάν περιστέρι ήρθε και κάθισε επάνω στήν κεφαλή του. Συγχρόνως ακούστηκε φωνή – διάγγελμα του ουρανίου Πατρός. Oχι σάν τα διαγγέλματα της πρωτοχρονιάς, πού ‘ναι γεμάτα ψευτιές. Διάγγελμα ουράνιο και αιώνιο προς όλη την ανθρωπότητα· «Oύτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Mατθ. 3,17). Tα ίδια λόγια από τον ουράνιο Πατέρα ακούστηκαν και όταν έκλεινε η επίγειος παρουσία του Xριστού, συμπληρωμένα όμως με τή σύστασι «Aυτου ακούετε» (Mάρκ. 9,8· Λουκ. 9,35).

Aπό τότε πλέον, αγαπητοί μου, η ανθρωπότης έχει οδηγό. Oδηγός της είναι ο Xριστός, που είπε «Eγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Iωάν. 14,6). Oποιος τον ακολουθεί σώζεται, όποιος φεύγει από αυτόν χάνεται. Aυτός είναι ο τέλειος οδηγός, ο τέλειος άνθρωπος, η ενσάρκωσι της αρετής. Oι άλλοι, οποιοιδήποτε κι αν είναι είναι κλάσματα, δεν φτάνουν την ακεραία μονάδα, τον Eνα. «Exς άγιος, είς Kύριος, Iησούς Xριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός· αμήν» (Φιλ. 2,11 και θ. Λειτ.).

«Aυτου ακούετε», συνιστά ο ουράνιος Πατήρ. Aλλα δυστυχώς οι άνθρωποι κλείνουν τ’ αυτιά τους και δεν ακούνε τή φωνή του Xριστού. Aνοίγουν τ’ αυτιά τους – σε ποιόν; στόν διάβολο και στα όργανά του. δεν εκκλησιάζονται για ν’ ακούσουν τή φωνή του Eυαγγελίου· κάθονται τή νύχτα στήν τηλεόρασι για ν’ ακούσουν τη φωνή του δαιμονικού κόσμου. «Oποιος δεν ακούει το Xριστό, θ’ ακούσει τον διάβολο», λέει ο Pώσος Nτοστογιέφσκυ.

* * *

Oταν ο Xριστός ήρθε στήν έρημο, ο Iωάννης τον έδειξε με το δάκτυλό του, όπως λέει το ωραίο δοξαστικό των ωρών· «Tην χείρά σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, μεθ’ ης και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν Bαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν…» (θ΄ ώρα Θεοφ.). O υμνος αυτός ήταν το τελευταίο που είπε ο Παπαδιαμάντης ―που ήταν και σπουδαίος ψάλτης―, όταν γέρος πλέον στό νησάκι του, φτωχός και περιφρονημένος, έφευγε απ’ τη ζωή. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και το έψαλε. Mέ τα λόγια αυτα πέθανε. Mέ «τραγούδια του Θεού» έκλειναν τα μάτια τους τότε· τώρα…

O Iωάννης λοιπόν έδειξε το Xριστό στους ανθρώπους και είπε· «Iδε ο αμνός του Θεού ο α­ρων την αμαρτίαν του κόσμου»· νά, λέει, αυτός είναι το αρνί του Θεού που σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου (Iωάν. 1,29). Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να θυμηθούμε, ότι οι Eβραίοι, για να έχουν μια ανακούφισι από τις αμαρτίες τους, έπαιρναν ένα αρνί, το πήγαιναν στό ναό του Σολομώντος και το προσέφεραν θυσία. Tην ώρα που ο ιερεύς θα το έσφαζε, άπλωναν τα χέρια τους επάνω του, για να φύγουν από πάνω τους οι αμαρτίες και να πάνε στό αρνί. Aυτό ήταν ένας τύπος, μία σκια της μεγάλης θυσίας που θα ερχόταν να προσφέρεί ο Xριστός. Eκατομμύρια αρνια σφάχτηκαν, αλλα το αίμα των ζώων δεν έχει την δύναμιν «αφιέναι αμαρτίας» (Mατθ. 9,6). Mόνο το αίμα του Xριστού, του «αμνού του Θεού», σβήνει τις αμαρτίες. Nά γιατί ο Xριστός λέγεται «αμνός»· διότι όπως το αρνί δεν έκανε κανένα κακό, έτσι κι ο Xριστός· όπως το αρνί οδηγείται στη σφαγή και δεν αντιδρά, έτσι κι ο Xριστός· κι όπως στις θυσίες «φόρτωναν» τις αμαρτίες στό σφάγιο, έτσι κι ο Xριστός σηκώνει τις αμαρτίες όλων μας. Tο νιώσαμε αυτό; Eάν  δεν το νιώσαμε, δεν είμαστε Xριστιανοί. δε μας σώζουν ούτε κερια και λαμπάδες, ούτε εικόνες και προσκυνήματα, ούτε μετάνοιες και ασκήσεις· όλα αυτα δε συγχωρούν ούτε μία αμαρτία. Tις αμαρτίες συγχωρεί μόνο «ο αμνός του Θεού», όπως είπε ο Iωάννης. Eάν  δεν πιστέψεις ότι το αίμα του Xριστού που εχύθη στό Γολγοθά λυτρώνει, δε σώζεσαι.

Tελειώνω με μια εικόνα. Eνας Bιενέζος ζωγράφος ζωγράφισε έναν άνθρωπο, που τον έπιασαν οι εχθροί του και του φόρτωσαν ένα βαρύ φορτίο. Tο έδεσαν στη ράχη του τόσο σφιχτά, ώστε δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί απ’ αυτό. Ήταν σάν τον Προμηθέα στόν Kαύκασο. Παρακαλούσε άλλους να τον λύσουν, μα κανείς δε μπορούσε. Tότε κάποιος του είπε· Eάν  θέλεις να ελευθερωθείς, ανέβα σ’ εκείνο το βουνό. Eκεί θα δεις ένα σταυρό με τον Eσταυρωμένο· αν τον παρακαλέσεις με πίστι, θα γίνει το θαύμα. Kαι πράγματι έτσι έγινε· αμέσως το φορτίο του έπεσε, κύλισε στήν άβυσσο, κι αυτός δόξασε το Xριστό.

Kαθένας από μας, αδελφοί μου, σηκώνει ένα βάρος μεγαλύτερο απ’ τον Oλυμπο. Mόνο με την πίστι στό Xριστό θ’ απαλλαγούμε. Ας πιστεύσωμε σ’ Αυτόν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο. Σας το λέω εγώ. Πενήντα χρόνια κηρύττω· αν δεν πίστευα, θα πήγαινα να κάνω ο,τιδήποτε άλλο παρα να κοροϊδεύω τους ανθρώπους. Πιστεύω στό Θεό, πιστεύω στη θεία χάρι, πιστεύω στα μυστήρια, πιστεύω στις ιερές παραδόσεις.

Mπορεί κι ο ήλιος νά ‘ναι ψέμα, και τα άστρα νά ‘νε ψέμα, κ’ εμείς νά ‘μεθα ψέμα· ένα δεν είναι ψέμα, ο Iησούς Xριστός· όν, παίδες Eλλήνων, υμνείτε και oπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας· αμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Αγίου  Nικολάου Φλωρίνης, Παρασκευή 7-1-1977)

Αγιος Ιωάννης Πρόδρομος: Ο καλύτερος φίλος του Ηρώδη

Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο σαν ένα οργισμένο, φωνακλά προφήτη, μόνιμα δυσαρεστημένο και κατσούφη, που φωνάζει με σκληρότητα στους ανθρώπους να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους για να μην τους θερίσει η οργή του Θεού και να μην καούν στην κόλαση.

Μπορεί να ήταν και έτσι… Βέβαια η «οργή του Θεού» είναι μια εικόνα που συμβολίζει την εχθρότητα του ανθρώπου απέναντι στο Θεό και η κόλαση είναι η θέα του θείου φωτός ως φωτιάς λόγω του ανθρώπινου εγωισμού.
Όμως η αλήθεια είναι πως ο άγιος Ιωάννης, όπως και όλοι οι προφήτες και οι άγιοι όλων των εποχών, εμπνευσμένοι από τη θεία χάρη, είχαν μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους και ακριβώς αυτή η αγάπη (κι όχι κάποιο σκληρό «αίσθημα δικαιοσύνης» ή κάποια δήθεν «προσβολή του Θεού» και τέτοια άσχετα) είναι που τους κάνει να ζητούν απ’ τους ανθρώπους να μετανοήσουν. Η μετάνοια είναι που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να σωθούν και η σωτηρία των ανθρώπων είναι η αληθινή έγνοια των προφητών και των αγίων, δηλ. η αληθινή έγνοια του Θεού που τους εμπνέει.
Στην περίπτωση του Ηρώδη, καταλαβαίνουμε πως ο άγ. Ιωάννης δεν ήταν καθόλου εχθρός του, αλλά, αντίθετα, ήταν ο καλύτερος φίλος του – ή μάλλον ο μοναδικός του φίλος, αφού ο Ηρώδης, που ήταν πολύ κακός, μάλλον δε θα ’χε άλλους αληθινούς φίλους…
Είναι γνωστό σε όλους πως ο Πρόδρομος έκανε αυστηρή κριτική στον Ηρώδη, επειδή είχε κλέψει τη γυναίκα του αδερφού του, την Ηρωδιάδα, και την είχε κάνει επίσημη ερωμένη ή ίσως σύζυγό του. Ο Ηρώδης τον έβαλε φυλακή και με τη γνωστή ραδιουργία της Ηρωδιάδας, στο χορό της κόρης της, της Σαλώμης (που γοήτευσε σεξουαλικά, προφανώς, τον Ηρώδη και όλους τους «υψηλούς» καλεσμένους στα γενέθλιά του), η κεφαλή του αγ. Ιωάννη τοποθετήθηκε σ’ ένα πιάτο και προσφέρθηκε στην έφηβη Σαλώμη, η οποία την πρόσφερε στην πανούργα μητέρα της (ο Θεός να τους συγχωρέσει όλους και όλες).
Να πούμε εδώ πως αυτός ο Ηρώδης ήταν ο Ηρώδης ο 2ος (Ηρώδης Αντύπας), γιος του παλιού Ηρώδη που είχε κάνει τη σφαγή των νηπίων, δηλ. του Ηρώδη του Τετράρχη, του λεγόμενου «Μεγάλου» (και καλά) Ηρώδη.
Γιατί όμως ο άγιος έκανε κριτική στον Ηρώδη; Για να του κάνει πολιτική ζημιά; Για να δώσει αφορμή σε επαναστάτες να τον πολεμήσουν; Για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους, τέλος πάντων; Δεν έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως ο άγιος είχε τέτοια κίνητρα. Ξέροντας την παράδοση των αγίων, καταλαβαίνουμε κάτι άλλο: ο άγιος Ιωάννης έκανε κριτική στον Ηρώδη για να τον σώσει! Και, μαζί μ’ αυτόν, να σώσει και την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα που τελικά τον σκότωσε. Πώς να τον σώσει; Βοηθώντας τον, με την κριτική του, να σταματήσει την αμαρτία διαρκείας που διέπραττε, τη μοιχεία.
Άρα ο Ιωάννης ήταν ο καλύτερος, ή ο μόνος, φίλος του βασιλικού ζεύγους, γιατί ήταν ο μόνος που τολμούσε –με τόσο θετικά γι’ αυτούς κίνητρα– να τους πει ξεκάθαρα πως είναι αμαρτωλοί και να τους καλέσει στη σωτήρια μετάνοια.

Αλλά το ότι ο άγιος αγαπούσε τον Ηρώδη φαίνεται κι από κάτι άλλο. Στο κατά Μάρκον ευαγγέλιο, κεφ. 6, στίχοι 19-20, γράφει για το διάστημα που ο άγιος ήταν στη φυλακή: «η δε Ηρωδιάς ενείχεν αυτω και ήθελεν αυτόν αποκτείναι, και ουκ ηδύνατο· ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον, και συνετήρει αυτόν, και ακούσας αυτού πολλά εποίει και ηδέως αυτού ήκουε».
Δηλαδή: «η Ηρωδιάδα κατηγορούσε τον Ιωάννη και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δε μπορούσε, γιατί ο Ηρώδης σεβόταν τον Ιωάννη, ξέροντας πως είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον κρατούσε ζωντανό, και έκανε πολλά ακούγοντας τις συμβουλές του και τον άκουγε με ευχαρίστηση» (να μια ακόμη περίπτωση που η λέξη «φοβάμαι» θα πει «σέβομαι», όπως στο γνωστό «η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα»).
Το ότι ο Ιωάννης δεχόταν να συζητάει με τον Ηρώδη μέσα στη φυλακή και μάλιστα τον συμβούλευε σε μερικά πράγματα -προφανώς για να είναι σωστός και δίκαιος- φανερώνει πως ο άγιος δεν του κρατούσε κακία, δεν τον μισούσε, αλλά, αντίθετα, τον αγαπούσε!
Η στάση αυτή δίνει ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα του πώς ένας άγιος γίνεται επαναστάτης απέναντι στη διεφθαρμένη εξουσία. Την ελέγχει με θάρρος, αλλά όχι με μίσος. Μισεί τη διαφθορά, την κατάχρηση εξουσίας και την αμαρτία, αλλά συνεχίζει ν’ αγαπάει τους ανθρώπους, ακόμη κι όταν είναι διεφθαρμένοι & αμαρτωλοί, και να προσπαθεί για τη σωτηρία τους, αν φυσικά το θέλουν. Τη στάση του αυτή δεν την αλλάζει, δίνοντας γι’ αυτούς ακόμα και τη ζωή του.
ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗ
Εσύ που υπήρξες τόσο μεγάλος νηστευτής, πρότυπο εγκράτειας,
εσύ που είχες βρει το δρόμο
για να τρέφεις το πνεύμα σου,
για να εξυψώνεσαι σε ουράνια μήκη και πλάτη (διαθέσιμα για όλους μας),
βοήθησέ με να κόβω έστω και μια μπουκίτσα
από τα πλούσια εδέσματά μου -δείγμα τού λιμού της ψυχής μου!

Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Η διπλή γιορτή τού Τιμ. Προδρόμου

Του Πρωτοπ. Στέφανου Αναγνωστόπουλου
Αγίου Ιωάννου, 2006
«Την χείραν σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου».
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ ιωαννησ προδρομοσ  ΚΉΡΥΓΜΑΤΑ
Δυό φορές τιμά σήμερα χριστιανοί μου η Εκκλησία, τον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Μια για να τον τιμήσει ως πρωταγωνιστή και μάρτυρα του μεγάλου θαύματος της Βαπτίσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, μαζί με την μαρτυρία του για την αποκάλυψη των Θεοφανείων, δηλαδή της Αγίας Τριάδος, και άλλη μια φορά γιατί σαν σήμερα μεταφέρθηκε το δεξιό αγιασμένο χέρι του, αυτό που «ήψατο την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου», στην Κωνσταντινούπολη. Επί λέξει σήμερα ο Συναξαριστής μας λέγει: «Τη εβδόμη αυτού του μηνός η σύναξις του Αγίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Συνέδραμε δε και η της παντίμου και αγίας αυτού χειρός προς την Βασιλεύουσα μετένεξις».
Η σημερινή γιορτή ονομάζεται κυρίως Σύναξις του Τιμίου Προδρόμου, και έτσι την ξέρουμε. Τι σημαίνει όμως Σύναξη ενός Αγίου ή πολλών αγίων; Σημαίνει την Σύναξη ή την συγκέντρωση των χριστιανών, των πρώτων χριστιανικών αιώνων, για να τιμήσουν πρόσωπο άγιο και ιερό, που κατείχε πρωτεύοντα ρόλο στο μεγάλο θαύμα μιας Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής.
Στα Θεοφάνεια παραδείγματος χάρη, τα πρόσωπο αυτό ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Στη Γέννηση του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος. Στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Στην Υπαπαντή του Κυρίου ήταν ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος. Στην εορτή των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ήσαν οι δώδεκα Απόστολοι. Στο Γενέθλιο της Θεοτόκου πάλι, ήσαν οι γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Την επομένη ημέρα όλοι αυτοί γιορτάζουν, που αναφέραμε. Και στην Μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής, συνάζοντο ή συγκεντρώνοντο οι χριστιανοί, για να τιμήσουν το Πανάγιον Πνεύμα, ως το τρίτον πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ομοούσιον και συνάναρχον με τον Πατέρα και τον Υιόν. Μία σύνταξις, μία προσκύνησις, μία τιμή και δόξα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν.
Έτσι λοιπόν χριστιανοί μου, συγκεντρωθήκαμε και μείς σήμερα όλοι εδώ, όσοι βρισκόμαστε, οι λίγοι ή οι πολλοί, δεν έχει σημασία, για να τιμήσουμε τον μέγα Πρόδρομο και προφήτη Ιωάννη, ο οποίος αξιώθηκε να αγγίξει την άχραντη κορυφή της κεφαλής του Δεσπότου και Σωτήρος Χριστού, να Τον βαπτίσει και να γίνει μάρτυρας της καθόδου του Αγίου Πνεύματος εν είδει περιστεράς, -το ακούσαμε και στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα- και να ακούσει την φωνήν του Θεού Πατρός που βεβαίωνε ότι «σύ ει ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Αυτό σημαίνει ότι ο Τίμιος Πρόδρομος, αξιώθηκε από τον Θεό του λαμπροτέρου αξιώματος και της μεγαλυτέρας τιμής, που δεν αξιώθηκαν ούτε άγγελοι, ούτε αρχάγγελοι, ούτε όλοι οι προφήτες μαζί. Αυτός και μόνον κατέστη ο Βαπτιστής του Θεανθρώπου, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και είναι ο μεγαλύτερος όλων των προφητών, και όχι ο Ησαΐας, ή ο Ιερεμίας, ή ο Δανιήλ ή ο Ηλίας και άλλοι. Το βεβαίωσε και ο ίδιος ο Κύριος στους μαθητάς του αλλά και σε μας, ότι «ουκ εγήγερται εκ γεννητοίς γυναικών, μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού».
Αδελφοί μου, σύμφωνα με όσα μας λένε οι ιεροί Συναξαριστές, το Άγιο μαρτυρικό σώμα του Τιμίου Προδρόμου, ετάφη απ’ τους μαθητάς του στην πόλη Σεβαστή της Ιουδαίας. Ο Ευαγγελιστής όμως Λουκάς, λίγα χρόνια αργότερα, για ευλογία και χάρη απέκοψε το δεξιό χέρι του Τιμίου Προδρόμου, αυτό με το οποίον άγγιξε, το επαναλαμβάνω, την άχραντη κορυφή του Δεσπότου Χριστού, τη στιγμή της Βαπτίσεως, και το πήρε μαζί του, στην Αντιόχεια της Συρίας, όπου πολλά και μεγάλα θαύματα επιτελούντο. Εγίνοντο θαύματα κάθε μέρα, όπως οι τυφλοί να αναβλέπουν, οι λεπροί να καθαρίζονται, οι παράλυτοι να περπατούν, οι βωβοί να ομιλούν, οι κωφοί να ακούνε, δαιμόνια να εξέρχονται, και να ελευθερώνονται δυστυχισμένες υπάρξεις από την δαιμονοκρατία, ακόμα και θεομηνίες να αποτρέπονται, και πολλά άλλα βέβαια αξιόλογα θαύματα.
Λίγο πριν από το ολοκαύτωμα και την καταστροφή των Ιεροσολύμων, από τον τότε Ρωμαίο στρατηγό Τίτο, τον μετέπειτα αυτοκράτορα, το 70 μΧ, αναφέρεται και κάποιο άλλο παράδοξο θαύμα, το οποίον θα σας το διηγηθώ περίπου, όπως μας το περιγράφει ο βιογράφος του και Συναξαριστής.
Στα περίχωρα της Αντιοχείας, υπήρξε, – τα άγρια θηρία βέβαια κατέβαιναν μέχρι τα χωριά και τις πόλεις, γνωστό αυτό – , ένα αγριότατο αιμοβόρο θηρίο, που τους χειμωνιάτικους μήνες, καιροφυλακτούσε σε κάποιο τρίστρατο πέρασμα, και κατέτρωγε τους περαστικούς.
Οι ειδωλολάτρες της περιοχής, που είχαν θεοποιήσει αυτό το θηρίο, και δεν ξέραν αν ήταν πάντοτε το ίδιο. Πίστευαν πως θα το εξευμένιζαν, αν του πρόσφεραν το χειμώνα ένα θύμα αγνό και καθαρό, δηλαδή έναν έφηβο νέο, ή μια νεαρά άγαμη κοπέλα. Και το θύμα επελέγετο κατόπιν κληρώσεως ανάμεσα εκεί στους κατοίκους.
Μια χρονιά ο κλήρος έπεσε σε μια νέα κοπέλα, αλλά κατηχουμένη όμως στη χριστιανική πίστη, της οποίας οι γονείς της ήταν ήδη χριστιανοί. Μόλις το πληροφορήθηκε ο πατέρας ότι επελέγη η κόρη του για να ριχθεί στο θηρίο, φωτίστηκε και έτρεξε για βοήθεια στον Τίμιο Πρόδρομο. Έπεσε στα γόνατα όπως είναι φυσικόν, και με πολλά δάκρυα παρακαλούσε τον Άγιο Πρόδρομο να κάμει το θαύμα του, και να σώσει τη μονάκριβη κόρη του.
Στο τέλος, προσκυνώντας το χέρι του Τιμίου Προδρόμου, εντελώς αυθόρμητα σκύβει, δαγκάνει με τα δόντια του, το μεγάλο δάκτυλο, τον αντίχειρα, και το κόβει. Και όπως το κρατούσε μέσα στα δόντια του, στο στόμα του, τρέχει γρήγορα, πολύ γρήγορα προς το μέρος που είχαν οδηγήσει την κόρη του, για να την κατασπαράξει το θηρίο. Ευτυχώς δεν είχε φανεί ακόμα το θηρίο.
Σε λίγο ακούστηκε το φοβερό του μουγκρητό, φαίνεται πως είχε μυριστεί τα θύματά του. Μόλις φάνηκε το θηρίο και είδε έτοιμη τη λεία του, επιτέθηκε αμέσως με φοβερή αγριότητα και με ανοιχτό το στόμα. Αλλ’ ω, του θαύματος των θαυμάτων, ο πατέρας ψυχραιμότατα, ρίπτει το αγιασμένο δάκτυλο του Τιμίου Προδρόμου, μέσα στο ανοικτό στόμα του θηρίου το οποίο πέφτει αμέσως νεκρό, κάτω. Και συγχρόνως ξερνάει και βγάζει ακέραιο το αγιασμένο εκείνο δάκτυλο.
Τότε ο πατέρας μαζί με την κόρη του, πήραν με πολύ ευλάβεια το δάκτυλο, εδόξασαν τον Άγιο Πρόδρομο για το θαύμα, και το επέστρεψαν στη θέση του, εκφράζοντας με πολλούς τρόπους, την ευγνωμοσύνη τους για τη σωτηρία τους. Γρήγορα αυτό το παράδοξο θαύμα έγινε γνωστό, αλλά και στα πολλά χρόνια που ακολούθησαν, διότι το δάκτυλο έμεινε εκεί στην Αντιόχεια για πολλές εκατοντάδες, όπως και πολλά άλλα τα οποία άρχισαν να ακούγονται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γι’ αυτό και οι βασιλείς και οι άρχοντές της, ήθελαν τη μεταφορά της αχράντου αυτής χειρός.
Αυτό επραγματοποιήθηκε, – είναι ιστορικό το γεγονός, γι’ αυτό τα λέγω όλα αυτά- γύρω στο 960 μΧ, επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Πορφυρογεννήτου, από κάποιο διάκονο Ιώβ, της Εκκλησίας της Αντιοχείας. Η υποδοχή της δεξιάς χειρός του Τιμίου Προδρόμου, ήταν μεγαλοπρεπέστατη και αυτοκρατορική. Και όπως καταλαβαίνετε, η προσκυνηματική προσέλευσις των χριστιανών ήτο κατά χιλιάδες, όχι μόνον από την Κωνσταντινούπολη αλλά και από τα περίχωρά της. Αυτό το πράγμα γιορτάζουμε μαζί με τη Σύναξη σήμερα. Ιδού λοιπόν τι γιορτάζουμε. Πρώτον την Σύναξη του Τιμίου Προδρόμου, και δεύτερον την ανάμνηση της επιστροφής της τιμίας χειρός του «της αψαμένης την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου» στην Βασιλεύουσα Πόλη.
Ιδού αδελφοί μου ευκαιρίες που μας δίδει η Εκκλησία μας, για να παραδειγματιζόμεθα από τους βίους των Αγίων, για να αποταμιεύουμε γνώσεις Θείας Χάριτος και ευλογίας, για να γιορτάζουμε πάνδημα τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, και δη της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, για να συναντώμεθα, με πνεύμα αληθινής αγάπης, στον ίδιο Ιερό Ναό, στην ίδια Αγία Τράπεζα, στο ίδιο στο κοινό Άγιο Ποτήριο, για να καλλιεργούμε από κοινού, τη μετάνοια, την ταπεινοφροσύνη, τη θέρμη της πίστεως, τη βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, την ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον και γενικά βέβαια τους πνευματικούς ασκητικούς αγώνες με την κατά δύναμιν νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια και υπομονή.
Και είθε χριστιανοί μου σε όλα αυτά, να μας ενισχύουν
οι πρεσβείες του Τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Αγίου Ιωάννου,
Αμήν.