Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

Ὅταν οἱ μάγοι ἔφθασαν στά Ἱεροσόλυμα

 

Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου 
Ὅταν ὁ ὁδοιπόρος βρεῖ κάποιον ἄλλο, καλό συνοδοιπόρο, χαίρεται τόν κόπο τῆς μακρινῆς ὁδοιπορίας, ἐπειδή ξεγελιέται ἀπό τή συντροφιά· καθώς στηρίζεται δηλαδή, σάν σέ ραβδί, στήν εὐχάριστη συζήτηση, ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι συνοδοιπορεῖ μέ σκονισμένα τά πόδια, ἀλλά μέ ἀκούραστο τό στόμα. Μοιράζει ἔτσι τόν κόπο τῶν ποδιῶν καί ἐλαφρύνει μέ τή συνομιλία τήν κούραση τῆς μεγάλης πορείας. 
Ἔτσι λοιπόν καί οἱ μάγοι, ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, καθώς εἶδαν τό ἄστρο, καί τό ἔλαβαν αὐτό συνοδοιπόρο, ξεγελοῦσαν −ὅταν κουράζονταν− μέ τήν ἐρώτηση, «ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος Βασιλιάς», τήν ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας· ἀνέκριναν δηλαδή μέ τό λόγο τούς Ἑβραίους σάν κλέφτες Ἐκείνου πού γεννήθηκε.

Σ’ αὐτούς λοιπόν πού ρωτοῦσαν γιά τόν Βασιλιά, εὔλογα ἀπαντοῦν...

οἱ Ἰουδαῖοι, λέγοντας: «Τί λοιπόν τολμᾶτε, ξένοι, τί λέτε, ἄνθρωποι; 
Γιατί ἔχετε ἔρθει, φέρνοντας ἐπικίνδυνη εἴδηση; 
Γιατί διακηρύσσετε τόν καινούριο βασιλιά στήν πόλη πού ἔχει ἤδη βασιλιά;
 Γιατί διακινδυνεύετε τόν ἑαυτό σας σέ πρόωρο τέλος; 
Γιατί μπήγετε στούς τραχήλους σας τή γλώσσα σάν μάχαιρα;
 Γιατί ἀνοίγετε τόν τάφο σας μέ τό στόμα, καί τό θάνατο πού
 κοιμᾶται τόν ξυπνᾶτε γιά νά σᾶς ἁρπάξει; 
Δέν εἶχε μνήματα ἡ Περσία, ὥστε, νά ἔρθετε ἐδῶ καί, ἐνῶ ἀκόμη
 ζεῖ ὁ Ἡρώδης, νά ρωτᾶτε γιά ἄλλο βασιλιά;
 Ὅταν τό ἀκούσει, θά ὁμολογήσει σ’ ἐσᾶς πολλή
 εὐγνωμοσύνη καί θά σᾶς ἀνταμείψει μέ μεγάλα δῶρα»!.

Ἀλλά ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτά ἀπό τούς μάγους ἦταν σύντομη:

 «Εἴδαμε, λένε, τό ἄστρο του στήν ἀνατολή καί ἤρθαμε νά

 τόν προσκυνήσουμε». Δέν ἀρκέσθηκαν νά ρωτήσουν μόνο,

 ἀλλά καί νά ποῦν γιά προσκύνηση· φανερώνοντας μ’ αὐτή τή

 φράση ὅτι Αὐτός πού γεννήθηκε εἶναι Θεός.

Μόλις λοιπόν ἔφθασε ἡ εἴδησή τους στόν Ἡρώδη, ἀφήνοντας αὐτός 

στό μεταξύ τούς μάγους, κάλεσε τούς σοφούς τῶν ‘Ιουδαίων, λέγοντας:

 «Ποῦ θά γεννηθεῖ ὁ Χριστός;». 

Καί αὐτοί ἀπάντησαν: 

«Στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας».

Ὤ τό θαῦμα! Γνωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι τόν τόπο, 

καί ἀποστρέφονται τόν τεχθέντα· τή Βηθλεέμ ἐπαινοῦν,

 καί τήν οἰκονομία κρύβουν· τήν Ἰουδαία σημειώνουν,

 καί τή δεσποτεία ἀρνοῦνται.

 Ἄν ἔτσι λέει ἡ Γραφή, γιατί δέν συγκατατίθεστε; 

Ἄν ἀναγνώσατε, γιατί δέν πιστεύετε; 

Ἄν θά γεννηθεῖ στή Βηθλεέμ, γιατί δέν θά τόν προσκυνήσετε;

Ἐπειδή λοιπόν κατάλαβε ὁ Ἡρώδης ὅτι δέν ἦρθαν 

χωρίς λόγο οἱ μάγοι νά ρωτήσουν, τούς κάλεσε κρυφά 

καί ρωτοῦσε νά μάθει ἀπ’ αὐτούς τό χρόνο πού φάνηκε τ

ό ἄστρο, λέγοντάς τους:

 «Διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια τόν τρόπο πού ἤρθατε καί πέστε 

μου τό σκοπό τῆς ὁδοιπορίας σας. Μή μᾶς παρακάμψετε.

 Ἐμπιστευθεῖτε σ’ ἐμένα τήν αἰτία τῆς παρουσίας σας

 καί πέστε  μου ποιός εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔπεισε 

νά προσκυνήσετε ἕναν ἀλλοεθνή. Καί ποιό εἶναι 

τό ἀνάλογο κέρδος γιά τόν τόσο μεγάλο κόπο σας; 

Ἄν ὅμως αὐτός πού σᾶς κάλεσε δέν εἶναι ἄνθρωπος, 

ἀλλά ἀστερόμορφος ἄγγελος, διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια 

τό γεγονός τῆς ἀνατολῆς του νά μάθω τό χρόνο καί τόν καιρό,

 κατά τόν ὁποῖο ἔχουν μάθει καί τά ἄστρα νά ὑπηρετοῦν

 τό βρέφος πού τά ἀποστέλλει, 

ὥστε νά ἔρθω καί ἐγώ καί νά τόν προσκυνήσω».

Ἀφοῦ λοιπόν εἶπαν τό χρόνο τοῦ πρωτοφανοῦς ἄστρου, ἔφυγαν,

 παίρνοντας ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά μήν ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη.

 Σ’ αὐτούς παρουσιάσθηκε πάλι τό συνοδοιπόρο ἄστρο, καί 

ἀφοῦ ἦρθε ἐκεῖ πού βρισκόταν τό παιδί, ἔμεινε ἀκίνητο,

 σάν νά διακήρυσσε μέ αὐτή τή στάση του καί νά ἔλεγε: 

«Αὐτός εἶναι ὁ βασιλιάς, πού ἐγώ σάν σημαία του προχωροῦσα

 μπροστά σας· αὐτός μοῦ ἄναψε τή δάδα τοῦ ὁδηγοῦ καί μέ ἔστειλε σ’ ἐσᾶς,».

Ποιός λοιπόν ἐρευνώντας θά βρεῖ μιά τέτοια γέννηση; 

Ποιός λόγος θά κατανοήσει τόν τρόπο τοῦ μυστηρίου; 

Κανείς νά μήν προσπαθήσει νά φθάσει τόν ἀκατάληπτο μέ

 ἀνθρώπινες σκέψεις· διότι ἐδῶ δέν χρειάζονται ἀναλογίες, ἀλλά μόνο πίστη.

Σταμάτα νά ἐρευνᾶς, ἄνθρωπε, καί διδάξου νά προσκυνᾶς μαζί 

μέ τούς μάγους. Μπόρεσε πρῶτα νά ἀντικρύσεις κατευθείαν τίς

 ἀκτίνες τοῦ ἥλιου καί τότε θά ἀτενίσεις ἀκίνδυνα τήν παρθενική γέννα. 

Ἡ θεότητα εἶναι φωτιά πού κατακαίει, ἄν θελήσεις νά ψηλαφήσεις 

τή φλόγα, θά κατακάψεις τά χέρια σου χωρίς νά βρεῖς τίποτε.

Ποιός δηλαδή, ὅταν γεννήθηκε, συντάραξε τόν οὐρανό μέ 

τήν ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων; Ποιός ἀνέτειλε ἄστρο καί μονάχα τούς

 ἀστρολόγους ἀνέδειξε θεολόγους; 

Ποιός ὀνομάσθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους Κύριος, ἄν καί ἦταν στήν

 κοιλιά τῆς μάνας του;

 Ποιός ὀνομάσθηκε μέ τό ὄνομα αὐτό πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ; 

Ποιός, ἄν καί ἦταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, προσκυνήθηκε

 ποτέ μέ σκίρτημα; Ποιός, ἄν καί ἦταν στή μήτρα,

 δέχθηκε τό σεβασμό ἀπό αὐτούς πού ἦταν στή μήτρα; 

Ποιός ἕλκυσε τούς μάγους ἀπό τήν Περσία γιά νά τόν προσκυνήσουν;

Πραγματικά, εἶναι ὡραῖο νά θαυμάσουμε τήν πίστη τους. 

Δέν δίστασαν νά τόν προσκυνήσουν, ἄν καί εἶδαν τό σπήλαιο καί 

τή μεγάλη φτώχεια· διότι ἔμαθαν μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

 ὅτι γιά μᾶς Ἐκεῖνος ἔγινε φτωχός, ἄν καί ἦταν πλούσιος· 

ὅτι κρατάει στήν παλάμη του ὅλο τόν κόσμο, ἄν καί γεννήθηκε

 στό σπήλαιο· ὅτι περιβάλλει τόν οὐρανό μέ νέφη, ἄν καί περιβάλλεται

 μέ κουρέλια, ὅπως συνηθίζεται γιά τά νεογέννητα· ὅτι ἀναπαύεται στούς κόλπους 

τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ἄν καί ὡς ἄνθρωπος εἶναι ξαπλωμένος στή φάτνη·

καί ὅτι βρίσκεται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ-Πατέρα28, ἄν καί βαστάζεται 

στήν ἀγκάλη τῆς μητέρας.

Ἀλλά ἐμεῖς ἄς δοξάσουμε τήν ἔνσαρκη γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Παρθένο

 καί τήν προσκύνησή του ἀπό ὅλη τήν κτίση, προσφέροντας ὁλόκληρη

 τή ζωή μας, στόν Χριστό· στόν Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα στούς αἰῶνες 

τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

imaik 

Το ειδαμε εδώ

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Προετοιμασία γιὰ τὰ Χριστούγεννα

 


Ἡ περίοδος μέχρι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἰδιαίτερα εὐλογημένη ἀπὸ τo Θεό, γιατί μᾶς ὁδηγεῖ λειτουργικὰ καὶ ἑορταστικὰ πρὸς τὴν κυρία ἡμέρα, ὅπου ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν ἔχουν ἕνα χαρακτήρα μόνο ἀναμνηστικό, ἀλλὰ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ μετάσχει ὁ ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτὴ τὴ χάρη, ποὺ δίνει ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εἶναι παρατηρημένο μέσα ἀπὸ τὴν πείρα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι αὐτὲς οἱ μέρες διακρίνονται γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα χάρη ἡ ὁποία διαχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς καὶ εἶναι σταθμοὶ μέσα στὴ ζωή μας ἀπὸ τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Βέβαια, καθημερινὰ ἑορτάζουμε τὸ μυστήριο τῆς γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μετέχουμε σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς παρέδωσε κάποια πράγματα τὰ ὁποῖα τηρώντας τα βοηθούμαστε νὰ προχωρήσουμε πνευματικά. Πρῶτα μᾶς ἑτοιμάζει μὲ τὴν περίοδο τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεκολλήσει τὸ μυαλό του ἀπὸ τὰ γήινα πράγματα, βοηθᾶ τὸν νοῦ του στὴν προσευχή, σπρώχνει τὴν καρδία στὴν ἀναζήτηση τῆς Θείας Χάριτος, κινεῖ τὴν καρδία εἰς προσευχὴ καὶ ἕνωση μετὰ τοῦ νοός, καθαρίζει τὸ σῶμα ἀπὸ τὶς ροπὲς πρὸς τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Γενικὰ ὡς μέσο, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς παρέδωσε, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα καὶ βασικὰ ὅπλα στὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Βέβαια, νηστεία δὲν εἶναι μόνο τῶν φαγητῶν. Εἶναι ἡ νηστεία ἀπὸ ὅλες μας τὶς ἐπιθυμίες, στὰ ἔξοδα, ἐνδύματα, ἐκδηλώσεις, στὸ τί ἀκοῦμε καὶ στὸ τί βλέπουμε.

Ἐφόσον εἶναι καιρὸς νηστείας εἶναι καὶ καιρὸς ἐλεημοσύνης. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ κατὰ τὴ νηστεία διέθεταν τὸ ὑπόλοιπο τῶν χρημάτων ποὺ τοὺς περίσσευε ἀπὸ τὰ καθημερινὰ πράγματα γιὰ ἐλεημοσύνη.

Ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι, ἡ ἐξομολόγηση. Προσερχόμαστε στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, γιὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ ὅλα ὅσα ὡς ἄνθρωποι ἔχουμε προσλάβει μέσα στὰ καθημερινά μας γεγονότα καὶ τὶς περιπέτειες τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ νὰ γίνουμε ἀναμάρτητοι, γιατί αὐτὸ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ φύση μας. Μέσα στὴν ἀδυναμία μας βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ πάθη, ἁμαρτίες, ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις μας. Γιατί ἁμαρτία δὲν εἶναι μόνο ἡ παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Θεό, ἡ βίωση τῆς στροφῆς τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὸν Θεό. Τὸ ὅτι δηλαδὴ καλούμεθα νὰ ἀγαπήσουμε ἀπόλυτα τὸν Θεὸ καὶ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας μας.

Πέραν τῆς νηστείας, ἐλεημοσύνης καὶ ἐξομολόγησης ἕνα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτὸ τὸ διάστημα ἂν ὁ χριστιανὸς γεμίσει τὸν χρόνο του μὲ προσευχὴ , κυρίως μὲ τὴ μονολόγηστη τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἔχει συνεχῆ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἑτοιμάζει τὴν καρδία πρὸς τὴν κοινωνία μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.