Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020

«Εκείνο το Δείπνο», Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Αποτέλεσμα εικόνας για λογοσ στο μυστικο δειπνο
Πρέπει να πιστέψετε ότι και τώρα, όταν τελούμε τη θεία Λειτουργία και κοινωνούμε, είναι εκείνο το δείπνο, ο Μυστικός Δείπνος, κατά τον οποίο ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς παρίστατο. Τίποτε μάλιστα δεν κάνει το σημερινό δείπνο υποδεέστερο εκείνου. Ούτε να σκεφτούμε ότι τάχα αυτό, το δικό μας 
σημερινό, το ετοιμάζει άνθρωπος, εκείνο δε ο Κύριος. Αλλά και εκείνο και αυτό ο ίδιος, ο Κύριος τα προσφέρει. 
Όταν λοιπόν δεις να σου προσφέρονται τα ιερά και τίμια δώρα, μη θεωρείσεις ότι αυτό το κάνει ο ιερέας, αλλά να βλέπεις, ότι του Θεού είναι το χέρι που προτείνεται…
Διότι εκείνος που έδωσε το μεγαλύτερο, δηλαδή που παρέδωσε τον εαυτό του για τη σωτηρία των ανθρώπων, πολύ περισσότερο δε θα απαξιώσει να σου μεταδώσει το Σώμα του. 
Ας ακούσουμε λοιπόν και ιερείς και πλήρωμα της Εκκλησίας, ποιά μεγάλη δωρεά αξιωθήκαμε. Να ακούσουμε και να τρομάξουμε. Μας έδωσε ο Κύριος να χορτάσουμε με τις αγίες σάρκες του, τον ίδιο τον εαυτό του μας έδωσε θυσιασμένο. Ποια θα είναι η απολογία μας, εάν, ενώ με τέτοια αγία τροφή τρεφόμαστε, σε τόσα πολλά και μεγάλα αμαρτάνουμε; Όταν, ενώ εσθίουμε (κοινωνούμε) Αμνό, γινόμαστε λύκοι; Όταν ενώ ενωνόμαστε με πρόβατο, και τους λέοντες ακόμη ξεπερνούμε;

πηγή:  https://www.orp.gr/?p=69

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΡΙΤΗΣ


«Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων σου, πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφῶνα, ὁ χιτών με ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπὸ τῶν Ἀγγέλων. Καθάρισον Κύριε, τὸν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου, καὶ σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος».
(Μέσα στό φῶς τῆς λάμψης τῶν ἁγίων σου, πῶς θά εἰσέλθω ὁ ἀνάξιος; Γιατί ἄν τολμήσω νά μπῶ μαζί μ’ αὐτούς στόν νυμφώνα σου, Κύριε, τό ἔνδυμά μου μοῦ δημιουργεῖ ἔλεγχο, γιατί δέν εἶναι ἔνδυμα γάμου, ὁπότε σάν δέσμιος θά πεταχτῶ ἔξω ἀπό τούς ἀγγέλους. Καθάρισε, Κύριε, τόν ρύπο τῆς ψυχῆς μου καί σῶσε με σάν φιλάνθρωπος πού εἶσαι).
Ἀπό τούς αἴνους τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Τρίτης σέ ἦχο α΄ τό γνωστό τροπάριο, τό ὁποῖο ἔχει τή βάση καί τήν πηγή του σέ παραβολή τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος μίλησε γιά τή βασιλεία πού φέρνει, ἡ ὁποία ἐνῶ ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο: νά μπορεῖ αὐτός νά παρακάθεται μαζί μέ τόν Δημιουργό του καί τούς ἁγίους ἀγγέλους στό τραπέζι τοῦ γάμου, γιατί εἶναι ἐκλεκτός προσκεκλημένος – γι’ αὐτόν στήθηκε τό γαμήλιο τραπέζι - ταυτοχρόνως ἀπαιτεῖ καί τή δική του προετοιμασία· τήν καθαρότητα τοῦ ἐνδύματός του, τήν καθαρότητα δηλαδή ὅσον εἶναι δυνατόν ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί τοῦτο γιατί δέν μπορεῖ νά συνυπάρξει σχέση τοῦ ἀπολύτως καθαροῦ καί ἁγίου Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο πού ἐνσυνείδητα καί ἀμετανόητα ἁμαρτάνει. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». «Ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, (τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἐννοεῖται), ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Ὁ Θεός μας θέλει τόν ἄνθρωπο συνεργό τῆς σωτηρίας του. Τόν καθάρισε ἀπό τήν ἁμαρτία του μέ τή σταυρική Του θυσία, ντύθηκε ὁ ἄνθρωπος τόν καθαρό χιτώνα μέ τό ἅγιο βάπτισμα, τόν ἴδιο δηλαδή τόν Χριστό, ἀλλά ἀπό κεῖ καί πέρα χρειάζεται καί ἡ δική του συμμετοχή. Καί τελικῶς τί ζητάει ὁ πανάγαθος Θεός μας, ξέροντας τήν ἀδυναμία καί τήν ἀσθένειά μας; Ἕνα «ἥμαρτον», βγαλμένο ὅμως ἀπό τήν καρδιά μας. Ἡ μετάνοιά μας ἔχει τή δύναμη νά ξεπλύνει μέ τά δάκρυά της τόν ὅποιο ρύπο στόν χιτώνα τῆς ψυχῆς μας, καί σ’ αὐτό μᾶς καλεῖ καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος. 
 «Ὁ Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος, παρὰ πάντας ἀνθρώπους, ὁ συγκαλέσας ἡμᾶς, πρὸς ἑστίασιν πνευματικὴν τοῦ νυμφῶνός σου, τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον, τῇ μεθέξει τῶν παθημάτων σου, καὶ στολὴν δόξης κοσμήσας, τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρὸν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος».
(Νυμφίε Χριστέ, πού εἶσαι ὁ ὡραιότερος ὡς πρός τό πνευματικό κάλλος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους καί πού μᾶς μάζεψες γιά πνευματική ἑστίαση τοῦ νυμφῶνος Σου, βγάλε ἀπό πάνω μου τήν τερατώδη ἀπό τίς ἁμαρτίες μου μορφή, κάνοντάς με μέτοχο τῶν παθῶν Σου. Κι ἀφοῦ μέ στολίσεις μέ τή στολή τῆς δόξας τῆς ὡραιότητάς Σου, ἀνάδειξέ με χαρούμενο συνδαιτημόνα τῆς βασιλείας Σου, σάν εὔσπλαγχνος πού εἶσαι).
Στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τό προηγούμενο κινεῖται καί τό ὑπέροχο τροπάριο τῶν ἀποστίχων τῶν αἴνων ἀπό τόν ὄρθρο τῆς Μ. Τρίτης, «ὁ νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος». Ὁ πιστός, τόν ὁποῖο ἐκπροσωπεῖ ὁ ὑμνογράφος ὡς στόμα τῆς Ἐκκλησίας, βλέπει νά πρόκειται ἐνώπιόν του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός – Αὐτός εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τόν Χριστό καλεῖται νά πλησιάσει, ὄχι μέ μία ἔννοια ἐξωτερική – τί νά κάναμε ἕναν τέτοιον ἀπόμακρο Θεό; - ἀλλά βαθιά ἐσωτερική καί ὁλοκάρδια. Γιατί ὁ Χριστός προσέλαβε τόν ἄνθρωπο καί τόν κατέστησε μέλος Του, δικό Του κομμάτι ὀργανικό καί ἀναντικατάστατο. Λοιπόν, ὁ Χριστός εἶναι γιά τόν πιστό ὅ,τι πιό κοντινό, ὁ ἴδιος του κυριολεκτικά ὁ ἑαυτός, χωρίς τόν Ὁποῖον δέν μπορεῖ πιά νά ζήσει. Ἡ ἐντολή Του μάλιστα «νά Τόν τρῶμε καί νά Τόν πίνουμε» μέσα στό πλαίσιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «γιατί διαφορετικά ζωή μέσα μας δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει» ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια αὐτή. Τί γίνεται ὅμως; Ἡ καθημερινότητά μας φανερώνει τό πόσο ἀδύναμοι καί ὀλιγόπιστοι εἴμαστε, γιατί ξεχνᾶμε αὐτό πού εἶναι ἡ… ζωή μας! Καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Χριστό καί ἁμαρτάνουμε καί χάνουμε ἔτσι τήν ὀμορφιά τῆς παρουσίας Του στήν ὕπαρξή μας, γινόμενοι κυριολεκτικά τέρατα! Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ μετάνοια! Μέ τή μετάνοια στρεφόμαστε πρός τήν πηγή τῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς ὡραιότητας, τόν Κύριο, καί τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς καθαρίσει καί πάλι. Κι ἕνας τρόπος καθαρίζει τόν ἄνθρωπο στήν ψυχή: ἡ μετοχή στά πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετοχή δηλαδή στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Σάν τόν ἄσωτο τότε πού ἐπιστρέφει στό σπίτι τοῦ Πατέρα, μπαίνουμε καί πάλι στήν πατρική ἀγκαλιά, μᾶς ντύνει Ἐκεῖνος μέ τήν πρώτη στολή, μᾶς κάνει ἄξιους συνδαιτημόνες τῆς βασιλείας Του.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ


«Τῷ τὴν ἄβατον, κυμαινομένην θάλασσαν, θείῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἀναξηράναντι, καὶ πεζεῦσαι δι' αὐτῆς, τὸν Ἰσραηλίτην λαὸν καθοδηγήσαντι, Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».
Ἡ ἀπόρρητος, Λόγου Θεοῦ κατάβασις, ὅπερ Χριστὸς αὐτός ἐστι, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, τὸ Θεὸς οὐχ ἁρπαγμόν, εἶναι ἡγησάμενος, ἐν τῷ μορφοῦσθαι δοῦλον, δεικνύει τοῖς Μαθηταῖς· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
Διακονῆσαι, αὐτὸς ἐλήλυθα, οὗ τὴν μορφὴν ὁ Πλαστουργός, ἑκὼν περίκειμαι, τῷ πτωχεύσαντι Ἀδάμ, ὁ πλουτῶν Θεότητι, θεῖναι ἐμήν τε αὐτοῦ, ψυχὴν ἀντίλυτρον, ὁ ἀπαθὴς Θεότητι».
(Ἄς ὑμνολογήσουμε τόν Κύριο, γιατί εἶναι ὁ μεγαλοπρεπής δοξασμένος Θεός. Εἶναι Αὐτός πού μέ τό θεϊκό πρόσταγμά Του τήν ἀδιάβατη ταραγμένη ἀπό κύματα θάλασσα τήν ἔκανε ξηρά καί καθοδήγησε τόν Ἰσραηλιτικό λαό ὥστε νά τήν διαβεῖ.
Ἡ μυστική κάθοδος στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ Λόγου, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δείχνει στούς μαθητές Του ὅτι εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος, ἐξηγώντας ὅτι ἡ θεότητά Του μέ τό νά γίνει πραγματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι καρπός βίαιης ἁρπαγῆς.
Ἐγώ ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός, μέ τόν πλοῦτο τῆς θεότητός Μου, ἦλθα στόν κόσμο προκειμένου νά ὑπηρετήσω τόν Ἀδάμ πού πτώχευσε ἀπό τήν ἁμαρτία του καί τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τή θέλησή Μου περιβλήθηκα· κι ἀκόμη νά θυσιάσω σά νά δίνω λύτρα γιά χάρη του, τή ζωή μου, ἐγώ πού εἶμαι ἀπαθής ὡς πρός τή θεότητά Μου).
Ἡ πρώτη ὠδή τοῦ τριωδίου κανόνα τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας, ποίημα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ ὑμνογράφου, δοσμένο στόν γλυκύ καί ταπεινό δεύτερο ἦχο, ἀποτελεῖ ἐν σμικρῷ μία σύνοψη ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος χωρίς νά σταματᾶ ποτέ βεβαίως νά εἶναι καί ὁ Παντοδύναμος Θεός. Κι αὐτό μέ σκοπό νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση του στήν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶχε τραυματίσει τόσο τήν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε δέν ἀρκοῦσε ἡ ἀποστολή τῶν προφητῶν - ἐκεῖνοι ἦρθαν γιά νά προετοιμάσουν ἁπλῶς τό ἔδαφος· ἀπαιτεῖτο ἡ κάθοδος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Καί πῶς μᾶς σώζει Αὐτός ὁ ἐν σαρκί Θεός; Μ’ ἕναν τρόπο πού οὐδέποτε μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὁ ἄνθρωπος: καί γενόμενος τέλειος ἄνθρωπος ὡς πρός ὅλα, (πλήν φυσικά τῆς ἁμαρτίας ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κανονικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου), ἀλλά ἐπιλέγοντας ὅ,τι πιό «ἀναξιοπρεπές» γιά ἕναν Θεό· νά ὑπηρετήσει ὁ Δημιουργός τό ἁμαρτωλό δημιούργημά Του, κι ἀκόμη· νά πεθάνει μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο, πάνω στόν Σταυρό, γιά χάρη του, παίρνοντας πάνω Του ὅλες τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος σώθηκε καί ἀναστήθηκε, δηλαδή πέρασε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάτι πού προτυπώθηκε καί προεικονίστηκε ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τό γεγονός τῆς θαυμαστῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπό τούς Ἰσραηλίτες μέ ἡγέτη τόν Μωυσῆ. Δοξολογοῦμε τόν Θεό γιά τήν ἄπειρη συγκατάβαση καί ἀγάπη Του.