Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» μιας γιορτής...

''Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» μιας γιορτής...''

Του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου 
Εκπαιδευτικoύ - θεολόγου

Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί... ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο...

Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας - Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου - και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο. 

Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα; 

Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει».

Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου, αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια». 

Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια». 

Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία. 

Είδα παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο, θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω... 

Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει», να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί - με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια! - να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. 

Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά.

Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα». 

Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο», μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα… 

Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους - με θάρρος ή με θράσος; - γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες … κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο, που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο». 

Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν… 

Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, 
αλλά δεν ήμουν σίγουρος.. (λες κι έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω; )… 

Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου...

κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους... 

Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο… Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». 

Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες...


χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες,
μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά...

και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. 

 
Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι, κρυμμένοι θαρρείς, κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν. Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παραμυθία τούς:

Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται - «Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!» - στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει. Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν. Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης. 

Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη - άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους. 

Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία,που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του... 

Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους, - όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα - τους άλλους, που ξέρουν ότι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης… Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. 

Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει... 

Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα. 

Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν. 

Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού! Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές: «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…». 

Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ (!): «Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο, Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο. Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια. Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα, Λοιπόν, αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.» 

Πάτρα, Ιανουάριος 2011 

σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης (Μαρία Νεφέλη), ο Μίλτος Κουντουράς (Κλείστε τα σχολειά), ο Γιώργος Σεφέρης (Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι). 

''Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» μιας γιορτής...''

Του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου 
Εκπαιδευτικoύ - θεολόγου

Το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες

            - Θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος σωστός Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιστής και μαχητής της γνήσιας πίστης; (Άντε και μερικοί άλλοι με τους οποίους συγγενεύεις πνευματικά και διανοητικά…)
- Θέλεις να αποδείξεις ότι όσοι δεν «πας» - από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το γείτονα που δεν χωνεύεις - είναι οικουμενιστές και μεταπατερικοί, άσχετα αν δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;
Παίξε κι εσύ το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες. Υπάρχουν τρεις βασικοί όροι:
α) Επιλέγεις τους κανόνες που σε βολεύουν και αποφεύγεις έντεχνα και σιωπηρά αυτούς που δεν σε βολεύουν.
β) Αλλοιώνεις το κείμενο και το πνεύμα του κανόνα (είτε έντεχνα από σκοπιμότητα, είτε αυτονόητα από ημιμάθεια). Ίσως για να μη μπλέξεις και με πολλά, να παραθέσεις μόνο τον αριθμό του κανόνα κι ας γράφει αυτός ό,τι θέλει. Αν μάλιστα, αντί για νούμερο βάλεις γράμμα (δηλαδή αντί για 21ο κανόνα, πεις κα΄) αποκτάς καλύτερο θρησκευτικό prestige. Για παράδειγμα, σε ερώτηση για το αν η γυναίκα κατά την περίοδό της «ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς μυστηρίοις», ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας απαντά «οὐκ ὀφείλει» που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένη, καθώς το ρήμα ὀφείλω + απαρέμφατο = είμαι υποχρεωμένος. Πού να μπλέκεις όμως; Βάλε εσύ τον αριθμό του κανόνα (ζ’ Τιμοθέου) και πες ότι ο κανόνας ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ και είσαι μέσα…
γ) Ο τρίτος κανόνας είναι ο πολυτιμότερος και ασφαλέστερος. Αν δεις ότι δεν τα καταφέρνεις καλά, ακολουθείς πιστά τον εξίσου ημιμαθή, ξερόλα και ιεροεξεταστή μέντορά σου (κατοικοεδρεύουν πολλοί και στο ιντερνέτι) και φτιάχνετε ένα Χριστιανισμό καταγγελτικό, στυγνό, στενόμυαλο και απάνθρωπο.
Τι μπορεί όμως να σού χαλάσει το «παιγνίδι»;
Κάποιοι που ψάχνουν λίγο παραπάνω, ίσως ξέρουν και λίγα περισσότερα και δεν βαριούνται να σού απαντήσουν, αν και ξέρουν ότι μάλλον μιλάνε στον τοίχο. Αυτοί θα σού προσφέρουν το κείμενο που επικαλείσαι – το οποίο καλά μάντεψες, δεν λέει αυτά που θέλεις – και ενδεχομένως να σού προσφέρουν και άλλους κανόνες που δεν σε βολεύουν.
Για παράδειγμα, τι χειρότερο για ένα δικομανή επίσκοπο που ζητά αποζημειώσεις και χτίζει το προφίλ του ανά την επικράτεια, να του θυμίσεις τον ιδ΄ Αποστολικό κανόνα και τον κα΄ Αντιοχείας περί απαγόρευσης μεταθετού, τον ε΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί μη αφορισμού κληρικού ή λαϊκού λόγω μικροψυχίας και εμπάθειας του επισκόπου, τον κ΄ κανόνα της Πενθέκτης που απαγορεύει σε επίσκοπο να διδάσκει έξω από τα όρια της περιοχής του, τον ι’ κανόνα της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση εκζήτησης τόκων και τον δ΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να μην επινοεί ο επίσκοπος προφάσεις και «αφορισμούς» για να αποκτά χρηματικό κέρδος;
Τι χειρότερο για έναν υπερ-ορθόδοξο κληρικό, αμόλυντο καταγγέλτη, έτοιμο να βγει από το τείχος, να του θυμίσεις τους νε’, νστ’ και νζ’ Αποστολικούς κανόνες για απαγόρευση εξύβρισης επισκόπου, άλλου κληρικού ή ανθρώπου με αναπηρία, τους κβ’ και κγ’ κανόνες της Πενθέκτης για απαγόρευση σιμωνίας (εκζήτηση χρημάτων για την τέλεση των μυστηρίων), τους κδ’ και να’ για απαγόρευση σε κληρικούς να παρακολουθούν θεατρικά θεάματα, ορχήστρες και χορούς, μονομαχίες και ιππόδρομο (βλ. και γήπεδο ή …Survivor), τον ν’ της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση τυχερών παιγνίων και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Τι χειρότερο για έναν υπερφίαλο λαϊκό που τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του ιεροεξεταστή και του σωτήρα της Εκκλησίας, να του θυμίσεις τον ξστ’ Αποστολικό κανόνα για απαγόρευση νηστείας το Σάββατο και την Κυριακή, τον ξθ’ κανόνα της Πενθέκτης για απαγόρευση εισόδου των λαϊκών στο ιερό χωρίς ειδική ευχή, τον ξ’ κανόνα για απαγόρευση προσποίησης κατοχής από πονηρό πνεύμα, τον ν’ για απαγόρευση τυχερών παιγνίων, τον ρ’ για απαγόρευση χρήσης ζωγραφικών πινάκων με άσεμνο περιεχόμενο σε σπίτια, τον κ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και τον 90ο της Πενθέκτης για απαγόρευση γονυκλισίας την Κυριακή, τον 96ο της Πενθέκτης για απαγόρευση περιποίησης μαλλιών και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Οδηγεί κάπου αυτό το «παιγνίδι» ένθεν κακείθεν; Ίσως κάποιοι ακόμη να θυμάστε τον περιβόητο «Οδηγό Εξομολόγησης» που ήταν η πεμπτουσία του ανακριτικού, ευσεβιστικού, ηθικιστικού και εξουθενωτικού πνεύματος.
Οι ιεροί κανόνες που υπάρχουν στη ζωή της Εκκλησίας, είτε Πατέρων είτε Συνόδων (τοπικών και Οικουμενικών) είναι για να διδάσκουν και να διαφυλάσσουν τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας και για να εκκλησιαστικοποιούν την καθημερινότητα. Γι᾿ αυτό το λόγο, οι κανόνες με καθαρά ποιμαντικό και πρακτικό χαρακτήρα υπόκεινται σε ανανοηματοδότηση, βελτίωση, ακόμη και κατάργηση από το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας που εκφράζει την εκκλησιαστική ζωή, ενταγμένη στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ανά εποχές θέσπισαν κανόνες, σίγουρα δεν είχαν στο μυαλό τους την πιθανότητα να τους χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα για να εξοντώνουμε και να «δαγκώνουμε» ο ένας τον άλλον, να κλείνουμε την πόρτα της Εκκλησίας και να προβάλουμε το Χριστιανισμό ως κλειστό club για όσους νομίζουν ότι είναι εξ ορισμού άξιοι, άσπιλοι και αμόλυντοι. Οι Πατέρες άφησαν κανόνες, όχι κανόνια.
Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα της ελευθερίας, της χαράς και της αγάπης είναι για να μάς απαλλάξει από το φορτίο και από τη δουλεία του Νόμου.
Η αλήθεια είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα αποτελεσματικό φονικό όπλο. Τον κρατάς γερά από τη μεγάλη του άκρη και με τις άλλες τρεις ανοίγεις κεφάλια και εξολοθρεύεις τους «απίστους» για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έλα όμως που δεν τον άφησε για αυτή τη δουλειά ο Χριστός στον κόσμο… 
Υ.Γ.: Προφανώς, φίλε αναγνώστη, κατάλαβες ότι το άρθρο αναφέρεται στην κατάχρηση και παράχρηση και όχι στη χρήση των κανόνων...
Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Θεολόγος καθηγητής


Τι είδαμε εδώ

EΚΚΟΛΑΠΤΟΜΕΝΟΙ ΑΓΙΟΙ Άρθρο – γροθιά του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγορίου

 Τα τελευταία χρόνια γεμίσαμε αγίους








Σήμερα τοὺς Ἁγίους δὲν μᾶς τοὺς προβάλλει ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐκκολάπτονται στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὰ σαλόνια, σὲ συγκεντρώσεις ὑπὲρ τὸ μέτρον εὐσεβῶν καὶ εὐλαβῶν χριστιανῶν, ποὺ διακηρύττουν ὁράματα καὶ θαύματα καὶ θεοπτίες, καὶ προβάλλονται σὲ ἡμερολόγια καὶ σὲ ἡμεροδεῖκτες πιὸ μπροστά· πῆραν δηλαδὴ τὴν σειρὰ τῆς Ἐκκλησίας. Πίνοντας τὸν καφὲ καὶ τὸ τσάι της ἡ κάθε μεγαλοκυρία, ἀποφθέγγεται γιὰ «ἁγίους», τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ ἦταν προβληματική. Δυστυχῶς καὶ σὲ καλογερικὲς συνάξεις προβάλλονται πρόσωπα ἀμφισβητούμενα γιὰ τὴν ζωή τους. Καὶ ἀκολουθίες τοὺς συντάσσουνε καὶ πανηγύρεις ἐπιτελοῦνε στὰ καθολικὰ τῶν Μονῶν. Δὲν ἀναμένουν τὴν φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Ὁ αἰσθησιακὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἅγιος. Εἶναι μιὰ πονεμένη ἱστορία. Ὅτι ἔκανε τὸν ἀγῶνα του, τὸν ἔκανε, ἀλλὰ δὲν ὑπερνίκησε τὸν αἰσθησιακό του κόσμο. Σήμερα μακιγιάρουμε τοὺς νεκρούς μας, μὲ τὴν φοβερὴ ἐρώτηση «Θέλετε νὰ εἶναι χαμογελαστός, σοβαρός, ἱλαρός;» Καὶ μετὰ ἐμεῖς προβάλλουμε τὰ χαμογελαστὰ αὐτὰ πρόσωπα σὲ ὅλα τὰ μέσα ἐνημερώσεως ὡς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ὅταν ὅμως πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαμόγελο ὑπάρχουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια, ἐμεῖς τί νὰ κάνουμε; Ἑκόντες-ἄκοντες νὰ τὰ ἀποδεχώμαστε; Ὑπάρχει λύσσα, τοὺς δικούς μας ἀνθρώπους νὰ τοὺς βάζουμε στὴν βιτρίνα τῶν Ἁγίων.
Ἐπληροφορήθηκα, δὲν ξέρω ἂν εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸς ὁ λόγος, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, σταματᾶ τὶς ἁγιοποιήσεις, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια γεμίσαμε ἁγίους, τῶν ὁποίων τὰ συγγράματα διαβάζονται καὶ προβάλλονται περισσότερο ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη! Ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ μαγνητοφώνου, φορτωνόμαστε διδαχὲς καὶ προφητεῖες ποὺ ἐμᾶς ὡς πνευματικοὺς μᾶς φέρνουν σὲ δύσκολη θέση. Ἰδίως οἱ «προφῆτες» ἀναμοχλεύουνε πράγματα, πού, ἀντὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ἀγχώνουν, τοὺς ἁρπάζουν τὸ χαμόγελο τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά τους.Ἑνὸς συγχρόνου ἁγίου τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας του εἶναι οἱ πόλεμοι, οἱ μάχες καὶ οἱ ταραχές. Καὶ ἕνας Ἁγιορείτης, καὶ αὐτὸς προφητάναξ:
– Μαζέψτε τρόφιμα, κρύψτε τὰ γενήματά σας καὶ τὰ ἀγαθά σας, γιατὶ θὰ γίνη πόλεμος.

Καθήμενος στὴν Μονὴ Δοχειαρίου, ἡ ὁποία εἶναι ἢ ἡ εἴσοδος ἢ ἡ ἔξοδος τοῦ Ὄρους, ἑκών-ἄκων θὰ τὰ ἀκούσω.
– Γέροντα, μᾶς εἶπε καταξιωμένος καὶ χαρισματοῦχος προορατικὸς ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ συνάξουμε τρόφιμα, γιατὶ θὰ γίνη πόλεμος.
– Ἂν τὸ ἐγκολπωθήκατε πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπε, κάνετέ το, ἀλλά, ἂν δῆτε ὅτι πέρασε ὁ καιρὸς καὶ καμμιὰ κίνηση πολέμου δὲν γίνεται, φέρτε τα σὲ μένα· ἐγὼ τὰ τρώγω καὶ ληγμένα.
Εἶναι φοβερὸ νὰ φεύγη ὁ προσκυνητὴς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὄχι μὲ τὴν καρδιά του γεμάτη ἐλπίδα, ἀλλὰ ἀπελπισία καὶ ἀπογοήτευση. Πές του, μωρέ, στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ νὰ βρίσκεται καὶ ὅ,τι καὶ νὰ μᾶς βρῆ, ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ἀφήση. Αὐτὲς βέβαια εἶναι τυράγνιες ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἀλλὰ σήμερα βρίσκονται στὸ ἀποκορύφωμα.
Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔλεγε Γέροντας μεγάλης Μονῆς μὲ μεγάλη ἐπιφάνεια ὅτι πρὸ τοῦ Δεκαπενταυγούστου θὰ γίνη πόλεμος. Ποιός θὰ φρενάρη αὐτὸ τὸ «χάρισμα»; Ποιός θὰ ραπίση αὐτὸν τὸν ψευδοπροφήτη;
Ἔφυγε μιὰ μάννα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ πῆγε ἐκεῖ ποὺ τελεσιουργοῦνται στὴν Ἀμερικὴ τὰ θαύματα καὶ οἱ προφητεῖες, νὰ ρωτήση γιὰ τὸ μέλλον τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ της. Πιὸ μπροστὰ τῆς εἶπα:
– Ἄργησες νὰ θυμηθῆς τὸν Θεό. Τὸ παιδί σου ἔχει πάρει πιὰ τὸν δρόμο του. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴν ψυχή του, γιατὶ καὶ ἐφηβεία πέρασε καὶ χρόνια νεανικῆς ἀκμῆς, ποὺ κανεὶς δὲν ὑπολογίζει τίποτα, θέλει νὰ δοκιμάση ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου.
Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ μεγάλο κέντρο τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς πνευματικότητας, ἀφοῦ πῆρε τὴν χαροποιὸ ἀπάντηση ὅτι τὸ παιδί της θὰ συνέλθη, μὲ πῆρε τηλέφωνο καὶ μοῦ λέγει:
– Νά, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ βρωμόστομά σου μοῦ εἶπες ὅτι τὸ παιδί μου πρέπει νὰ τὸ φροντίσω γιὰ τὰ πέραν τοῦ τάφου.
– Χαίρομαι –τῆς λέω– ποὺ τό ᾽χεις τόσο τακτοποιήσει τὸ παιδί σου καὶ συγχώρα με ποὺ σοῦ τὰ εἶπα, ὄχι ὅμως ὅτι ἔκανα λάθος.
Τὸ παιδὶ σὲ τρεῖς μέρες πέθανε. Μοῦ λέγει ἡ μάννα του:
– Τί νὰ κάνω;
– Ρώτα τοὺς προφῆτες καὶ αὐτοὶ θὰ σοῦ ποῦν…
Ποιός θὰ τοὺς μαζέψη αὐτοὺς τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους; Ἠλίας δὲν ὑπάρχει πιά. Ὁ ποταμός, στὸν ὁποῖο τοὺς μάζεψε καὶ τοὺς ἔκοψε, ξεράθηκε.
Ὑποτακτικός του λιτανεύη τὰ τσουράπια του καὶ τὴν πετσέτα ποὺ σκούπιζε τὸ πρόσωπό του πρὸς ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν! Ἀπὸ κείνους ποὺ περιμέναμε τὴν σοβαρότητα, τὴν ἀκρίβεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως κλονιστήκαμε. Γι᾽ αὐτὸ λέγω ὅτι καλὰ ἔκαμε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἂν καὶ ἀδίκησε δύο μεγάλους Ἁγίους τοῦ αἰῶνα ποὺ μᾶς πέρασε. Καὶ ὄχι μόνον Ἁγίους, ἀλλὰ καὶ ἄνδρες ἐθνικοὺς καὶ διδασκάλους σὲ χρόνια πικρῆς σκλαβιᾶς. Ἄλγος κατέχει τὴν ψυχή μου, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σήμερα δὲν τιμῶνται πανελλαδικά, ὅπως θὰ ἔπρεπε, παρὰ μόνον στὸν τόπο τους καὶ στὰ περίχωρα. Ἀπὸ τὸν Θεὸ βέβαια πῆραν τὸν μισθό τους, ἀλλὰ ἐμεῖς περιμέναμε καὶ τὴν μισθαποδοσία τους ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία.
Στὴν Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Πάτμου τρεῖς μοναχὲς στὴν ἐκταφὴ εὐωδίασαν. Τὸ μοναστήρι –δόξα τῷ Θεῷ– κρατήθηκε στὴν παράδοση τοῦ γέροντα Ἀμφιλοχίου «ἀφήνετε τὸν Θεό, αὐτὸς ἀντιδοξάζει τοὺς δοξάζοντας αὐτόν» καὶ δὲν σηκώσανε σημαῖες καὶ φλάμπουρα.
Τοὐλάχιστον οἱ σὲ ἔντυπα παρουσιάζοντες «ἁγίους», πρέπει νὰ καλοῦνται σὲ ἀπολογία, πρέπει νὰ ὑπάρχουν φρένα στὴν Ἐκκλησία. Νὰ μαζευτοῦν λίγο τὰ πράγματα τῆς ἐλεύθερης διδαχῆς, τῆς προφητείας καὶ τῆς θαυματουργίας. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία ἂς φρενάρη καὶ ἂς χρησιμοποιῆ τὴν διδασκαλία τῶν παλαιῶν Πατέρων καὶ ὄχι τῶν προχειρολόγων τῆς ἐποχῆς μας. Δὲν θέλω βέβαια νὰ ἀποκρύψω ὅτι χαίρομαι ποὺ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία ἐπέκτεινε τὰ ὅρια τῶν ἁγίων Πατέρων μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῶν Κολλυβάδων, ποὺ οἱ θεολόγοι παλαιότερα οὔτε τοὺς ἄγγιζαν. Ἂν μιλοῦσες γιὰ Κολλυβάδες, ἔπεφτε γέλιο εἰρωνικὸ ἀπὸ τοὺς καθηγητές.
Καὶ τὸ φοβερώτερο ἀκόμα εἶναι ὅτι δέχονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν στὸν κύκλο τους καὶ εἶναι δικοί τους ὅτι εἶναι ἅγιοι· μὲ ψιχουλάκια τοὺς παρουσιάζουν ἁγίους. Ἄξιοι προβολεῖς αὐτοί, ἐνῶ τῶν ξένων, ποὺ κρατοῦν τὶς γωνιὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτὲ δὲν βγαίνουν στὸ κέντρο, ἀποσιωπᾶται κάθε διδασκαλία καὶ κάθε ἁγιασμένη ἐνέργειά τους.
Πόσο ἀπὸ τὰ  μικρά μου χρόνια μὲ πίκραινε ἡ φράση «αὐτὸς εἶναι δικός μας» καὶ πρέπει νὰ ἔχη διακεκριμένη μεταχείριση. Ἐργάσθηκα ὡς φοιτητὴς σὲ χριστιανικὸ βιβλιοπωλεῖο. Ἂν ἀπὸ τὰ σπανίζοντα βιβλία τὸ ζητοῦσε κάποιος ἄγνωστος, εἴχαμε βαρειὰ παρατήρηση «αὐτὰ τὰ ἔντυπα τὰ ἔχουμε γιὰ κάποιους δικούς μας κι ἐσὺ τὸ ἔδωσες σὲ ξένο». Ἔκρυβα τὸ πρόσωπό μου κάτω ἀπὸ τὸν πάγκο, γιὰ νὰ μὴν ἰδῆ τὰ δάκρυά μου. Τί πάει νὰ πῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία δικοί μας καὶ ξένοι; Μέχρι σήμερα τὸ ἀκούω καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ θεωροῦνται σοβαροὶ καὶ προχωρημένοι στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀντοχὲς πολλὲς χρειάζονται καὶ στὴν συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ χαρακτηρίζονται πνευματικοί. Περισσότερες καὶ ἀπὸ αὐτὲς ποὺ πρέπει νὰ διαθέσης στὶς σκηνὲς τῆς ἀγορᾶς. Ὅλοι εἶναι δικοί μας, ὅλοι, ἀφοῦ βαπτίστηκαν, εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι. Γι᾽ αὐτὸ στέκομαι καὶ προτιμῶ τὴν ἁγιότητα τοῦ πεζοδρομίου, παρὰ τὸν κύκλο τῶν θρησκευομένων.
Ὁ ἅγιος ἐμφανῶς γίνεται ὅπου ὑπάρχει ἁπλότητα, ταπείνωση καὶ ἀγάπη. Ὅλες οἱ ἐποχὲς ἔχουν ἁγίους. Θὰ τὸ πῆ βέβαια ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ περιμένουμε νὰ τὸ ἐπισφραγίση ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι μὲ δοσίματα, ὄχι μὲ γνωριμίες, ὄχι μὲ προβολὲς ποὺ ἀμαυρώνουν καὶ αὐτὴν τὴν ἱερὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι τὶς ἔσχατες ἡμέρες –ὅπως λέγει ὁ ἀββᾶ Ἰσαάκ–  θὰ ὑπάρχη ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ὑπάρχουν μοναχοὶ καὶ ἀσκητὲς ἀφιερωμένοι τῷ Κυρίῳ καὶ μόνον. Ἂς ἀφήνουμε ὅμως τὸν Θεὸ νὰ λαλῆ τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ μεγάλα καὶ ἐμεῖς ἂς μένουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ.
Παλαιά, τὸ κάθε σπίτι εἶχε καὶ μία βιοτεχνία γιὰ τὴν οἰκονομικὴ στήριξη τῆς οἰκογένειας. Ἔπλεκαν τὶς φανέλλες τῆς λεγόμενης πουλησιᾶς καὶ τὶς φανέλλες γιὰ τοὺς διακεκριμένους. Ἂς μὴ καταντήση ἡ ἁγιότητα σὰν τὶς φανέλλες τῆς πουλησιᾶς.
– Τί πὰ νὰ πῆ, γιαγιά, φανέλλες τῆς πουλησιᾶς;
– Ἔ, ἔ. Γιὰ τὸν ἐργάτη, γιὰ τὸν μαστοράκο, γιὰ τὸν φτωχὸ κι ἡ μοίρα του.
Ὅλα αὐτὰ ὅσο καὶ ἁπλᾶ νὰ φαίνωνται, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ δοθῆ στὸν Θεὸ εἶναι πίκρες, εἶναι στενοχωρίες, εἶναι λουκέτα ποὺ κλείνουν τὶς καρδιὲς καὶ δὲν τὶς ἀφήνουν νὰ πετάξουν οὔτε στὸ ὕψος τοῦ σπουργίτη.
Κύριε, ἐλέησον.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Ίμια: Το παρασκήνιο της κρίσης του 1996 – Ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα αποκαλύπτει άγνωστους διαλόγους

Ίμια: Το παρασκήνιο της κρίσης του 1996 – Ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα αποκαλύπτει άγνωστους διαλόγους [pics, vids] | Newsit.gr
Η κρίση στα Ίμια το 1996 συζητήθηκε και αναλύθηκε πολύ. Ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα εκείνη την εποχή, μιλάει για πρώτη φορά και εξηγεί πως έζησε τα γεγονότα στο «Βήμα της Κυριακής».
Ο Δημήτρης Νεζερίτης μιλάει για την κίνηση που έδωσε το έναυσμα στους Τούρκους να σχεδιάσουν το επεισόδιο, θυμάται διαλόγους που είχε στο τουρκικό υπουργείο εξωτερικών, αναλύει την επιχειρηματολογία της Άγκυρας και κάνει τον τελικό απολογισμό της κρίσης που βρήκε την Ελλάδα να θρηνεί 3 ήρωες αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού.

Ο πραγματικός στόχος της Τουρκίας στα Ίμια το 1996

«Κατά τη γνώμη μου, ο στόχος ήταν απλός: επιθυμούσε να προκληθεί μια περιορισμένη σύρραξη με έναν σχετικό αριθμό θυμάτων και από τις 2 πλευρές, αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν να πέσουν κυριολεκτικά οι πάντες πάνω σε Ελλάδα και Τουρκία για να αποτρέψουν ευρύρτερη σύρραξη και να τις υποχρεώσουν να καθίσουν σε ένα δωμάτιο και να τα βρουν για όλα τα θέματα του Αιγαίου. Η συνολική αυτή διαπραγμάτευση σίγουρα δεν θα ήταν προς όφελος της Ελλάδας. Είναι προφανές ότι η Τουρκία δεν επέτυχε τον επιδιωκόμενο στόχο.»

Πότε η Τουρκία αποφάσισε να στήσει το επεισόδιο

«Πιστεύω πως το έναυσμα έδωσε μια απόφαση που υιοθετήθηκε στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 1995, η οποία ανακοινώθηκε με τις συνήθεις τυμπανοκρουσίες περί εποικισμού διάφορων ακατοίκητων βραχονησίδων. Ο εποικισμός αυτός προέβλεπε αν θυμάμαι καλά, ανέγερση εικονοστασίου, τοποθέτηση κάποιου λιμενικού υπαλλήλου και κάτι παρεμφερείς συμβολικές ενέργειες. Για την Τουρκία οι ενέργειες αυτές δεν μπορούσαν παρά να είναι τμήμα ευρύτερου σχεδίου της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Εξ ου και θα έπρεπε να προκληθεί μία κρίση, που θα απέτρεπε την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας.»

«Το σχέδιο ήταν πολύ καλά στημένο»

Η αφορμή που έψαχναν οι Τούρκοι δόθηκε με την προσάραξη πλοίου στις βραχονησίδες των Ιμίων. Κατά την διάρκεια της ολιγοήμερης αυτής κρίσης, οι δύο χώρες μετέφεραν στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως ναυτικές) γύρω από τα Ίμια και τις ανέπτυξαν φτάνοντας κοντά στην ένοπλη σύρραξη. Ο Δημήτρης Νεζερίτης επισημαίνει: «Αναρωτιέμαι τι θα είχε συμβεί αν αφήναμε το σκάφος έρμαιο στα κύματα του Νότιου Αιγαίου χειμωνιάτικα. Πιθανότατα θα έστελνε η Τουρκία ένα ρυμουλκό για να προκαλέσει τη δική μας αντίδραση στην οποία θα απαντούσε, επικαλούμενη δική της κυριότητα. Το σχέδιο ήταν πολύ καλά στημένο.»
«Η Τουρκική επιχειρηματολογία ήταν ασθενέστατη. Σε σημείο που ένα από τα βασικά σημεία της, ήταν η επίκληση των «ιδιαζουσών πολιτικών συνθηκών» δηλαδή η ύπαρξη στην Ιταλία, του επιθετικού φασιστικού καθεστώτος, όταν υπεγράφη το ιταλο-τουρκικό πρωτόκολλο χαράξεως των θαλασσίων συνόρων»
Δύο δημοσιογράφοι του γραφείου της εφημερίδας Χουριέτ στη Σμύρνη, πήγαν με ελικόπτερο στις 27 Ιανουαρίου στη Μικρή Ίμια, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική σημαία. Η όλη επιχείρηση των δημοσιογράφων βιντεοσκοπήθηκε και προβλήθηκε από το τηλεοπτικό κανάλι που ανήκει στη Χουριέτ.
Η κρίση κλιμακώθηκε τις επόμενες μέρες. Την Κυριακή το πρωί στις 28 Ιανουαρίου 1996 το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού «Αντωνίου» κατέβασε την τουρκική σημαία και ύψωσε την ελληνική παραβαίνοντας την πολιτική εντολή που ήταν μόνο να υποσταλεί η τούρκικη σημαία. Το βράδυ Έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη Μικρή Ίμια από το περιπολικό «Πυρπολητής» προκειμένου να φυλάξουν τη σημαία κατά τις νυχτερινές ώρες και να επιστρέψουν στο σκάφος τους πριν την ανατολή του ηλίου. Το μεσημέρι της Δευτέρας ο σχεδιασμός άλλαξε και αποφασίστηκε η συνεχής φύλαξή της σημαίας, οπότε οι βατραχάνθρωποι επέστρεψαν στη βραχονησίδα.
Τη Δευτέρα το απόγευμα στις 29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει μήνυμα προς την Τουρκία, ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά. Την Τρίτη στις 30 Ιανουαρίου, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ δηλώνει κατηγορηματικά μέσα στην Τουρκική βουλή ότι την επόμενη μέρα η ελληνική σημαία και ο ελληνικός στρατός θα απομακρυνθούν από τα Ίμια.

Οι σημειώσεις του Ντενίς Μπαϊκάλ

«Κάποια στιγμή καθόμουν στον ίδιο καναπέ με τον κ. Μπαϊκάλ. Διάβαζε από το αντίγραφο της ρηματικής διακοινώσεως της οποία στη συνέχεια μου επέδωσε το πρωτότυπο. Πρόσεξα ότι πάνω στο αγγλικό κείμενο από το οποίο διάβαζε, οι ξένες γλώσσες του οποίου ήταν περιορισμένης εμβέλειας, υπήρχε σε διάφορα σημεία γραμμένη με μολύβι η μετάφραση στα τουρκικά» θυμάται ο κύριος Νεζερίτης που έβλεπε το θερμόμετρο να ανεβαίνει. Και φτάνουμε στη δραματική νύχτα της 31ης Ιανουαρίου…

Ο εκρηκτικός διάλογος στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών

«Λίγο μετά την κρίση στα Ίμια όταν η Τουρκία είχε δημιουργήσει θέμα γκρίζων ζωνών, μιλούσα με τον εκπρόσωπο του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, πρεσβευτή Ακμπέλ. Η Άγκυρα είχε αναφέρει ότι η Ελλάς έπρεπε να αποδείξει την κυριότητά της επί των μη ρητά κατονομαζόμενων σε διεθνή κείμενα νησίδων. Ακολούθησε ο εξής διάλογος
  • Δ.Νεζερίτης: Τι θέλετε να πείτε; Ότι η Ελλάδα πρέπει να σας αποδείξει τους τίτλους κυριότητός της;
  • Ακμπλέκ: Ακριβώς!
  • Δ.Νεζερίτης: Γιατί; Τι είστε εσείς; Ποιοι είστε εσείς;
  • Ακμπλέκ: Είμαστε μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη και έχουμε λέγειν στο τι γίνεται και τι υπάρχει στην περιοχή μας.
Ο Έλληνας πρέσβης τότε δεν μπόρεσε να κρύψει τον εκνευρισμό του. Όπως λέει: «Παρακάμπτω την απάντησή μου που δεν διεκρίνετο για την ευγένειά της».

Ο Έλληνας βοσκός και η διαμαρτυρία της Τουρκίας

«Η Τουρκία εξέφρασε την έντονη δυσφορία της με την εκφρασθείσα εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και διαμαρτυρήθηκε επειδή η Ρώμη υποστήριξε την ελληνική ερμηνεία του ιταλο-τουρκικού πρωτοκόλλου. Θυμάμαι διάβημα του διευθυντού ελληνοτουρκικών θεμάτων κ. Gokce επειδή Έλληνας βοσκός είχε επιστρέψει στα Ίμια με τις κατσίκες του. Σε παρατήρησή μου ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και παλαιότερα και συνεπώς αντεπεκρίνετο στο συμφωνηθέν status quo ante, μου απάντησε πως για εκείνους, το status quo ante αναφερόταν στη χρονικά αμέσως προ της εντατικοποιήσεως  της κρίσεως στιγμή και όχι παλιότερα.»

Ο τελικός απολογισμός του Έλληνα πρέσβη

«Είναι γνωστό ότι οι χειρισμοί της ελληνικής πλευράς στο θέμα των Ιμίων επεκρίθηκαν από διάφορους που προέκριναν τη λύση της δυναμικής αντιμετωπίσεως της κρίσης. Πιστεύω ότι η γραμμή που ακολουθήθηκε δηλαδή η εκτόνωση της κρίσης με ειρηνικά μέσα ήταν κατά πολύ η καλύτερη. Για την ακρίβεια η μόνη ενδεδειγμένη. Μια δυναμική επιλογη, ανεξαρτήτως βραχυπρόθεσμου αποτελέσματος ουσιαστικά έπαιζε το παιχνίδι των Τούρκων που την επεδίωκαν».
Σήμερα 22 χρόνια μετά οι τουρκικές προκλήσεις στα Ίμια συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Οι Τούρκοι προκαλούν και καταγράφουν τα επεισόδια που στήνουν οι ίδιοι…
Πηγή:Βήμα της Κυριακής
 το είδαμε  εδώ

Γιατί η σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών είναι τόσο σπουδαία και ξεχωριστή


Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Βασιλεωνοίκου Χίου στα πλαίσια του σχολικού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών από τον Θεολόγο Καθηγητή του 1ου ΕΠΑΛ Χίου Κωνσταντίνο Γεωργ. Καρατζά.

Σεβαστέ πατέρα, κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι, κύριε Πρόεδρε του Τοπικού Συμβουλίου Βασιλεωνοίκου, κύριοι Τοπικοί Σύμβουλοι, κύριε Διευθυντά του Σχολικού Κέντρου Καμποχώρων, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους υπάρχουν κάποιες ημέρες, που αντί να γίνεται μάθημα πραγματοποιούνται σχολικές εορτές. Κάποιες απ’ αυτές συνδέονται με νικηφόρες πολεμικές αναμετρήσεις του Έθνους μας (28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου και 11η Νοεμβρίου), κάποιες με σημαντικά γεγονότα απ’ τη ζωή του Χριστού, του Σωτήρα όλων των ανθρώπων (Χριστούγεννα και Πάσχα) και η γιορτή του Πολυτεχνείου την 17η Νοεμβρίου με την αντίσταση της τότε ελληνικής νεολαίας ενάντια στη Χούντα των Συνταγματαρχών.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια σχολική εορτή, η οποία έχει ένα ξεχωριστό χαρακτήρα, μιας και συνδέεται με κατακτήσεις του Έθνους μας στο χώρο του πνεύματος και της παιδείας. Έτσι, λοιπόν, ήρθαμε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε την ιερή μνήμη Τριών μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων, του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου (του γνωστού σ’ όλους μας Άγιου Βασίλη), του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ή Ναζιανζηνού και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Να μνημονεύσουμε και να τιμήσουμε με τον δέοντα τρόπο το καλύτερο δείγμα του πνευματικού θησαυρού που διαθέτει ο Ορθόδοξος Ελληνισμός, όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Ήρθαμε, επίσης, εδώ σήμερα για να εορτάσουμε την ημέρα των Γραμμάτων, μιας και οι Τρείς Ιεράρχες έζησαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων.
Φέτος, μάλιστα, συμπληρώνονται 173 χρόνια από τότε που με απόφαση της η τότε Σύγκλητος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθιέρωσε την 30η Ιανουαρίου και ως τέτοια ημέρα. Επιπλέον, τη σημερινή μέρα τιμάμε και όλους όσους έχουν διατελέσει δάσκαλοι, καθηγητές, δωρητές και ευεργέτες των σχολείων μας.
Βέβαια, ο εορτασμός από κοινού της μνήμης των τριών Αγίων κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που για τον καθένα υπάρχει χωριστή γιορτή, προϋπάρχει της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Δεν απέχουμε, μάλιστα, πολύ από την συμπλήρωση χιλίων ετών από την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού (1048/1056 – 15 Αυγούστου 1118), οπότε και καθιερώθηκε να τιμώνται τη σημερινή ημέρα με εορταστικές εκδηλώσεις ο μέγας ιεροφάντορας Βασίλειος, ο θεορρήμονας Γρηγόριος και ο χρυσούς την γλώτταν Ιωάννης.
Ποιοι είναι, όμως, οι λόγοι εκείνοι που κάνουν τη σημερινή σχολική εορτή τόσο σπουδαία και ξεχωριστή για τον εκπαιδευτικό κόσμο της χώρας μας κι όχι μόνο; Κατ’ αρχάς, οι τρεις αυτοί άνδρες πέτυχαν να θεμελιώσουν και να πραγματώσουν τη σύνθεση του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος με το επαναστατικό πανανθρώπινο κήρυγμα της χριστιανικής αγάπης, της αρχαιοελληνικής κλασικής παιδείας με τον χριστιανικό τρόπο σκέψης και ζωής. Η σύνθεση αυτή απετέλεσε τον μεγαλύτερο ίσως σταθμό στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος και του παγκοσμίου πολιτισμού. Χάρη στην παιδευτική εκείνη ευρύτητα των Τριών Ιεραρχών το αρχαίο ελληνικό πνεύμα δεν καταστράφηκε, η αρχαία ελληνική γραμματεία σώθηκε μέχρι και σήμερα.
Επίσης, μιας και στην εποχή μας, δυστυχώς, παιδεία σημαίνει λίγες γενικές γνώσεις κι εξειδίκευση, μαθαίνουμε δηλαδή κάτι καλά κι αυτό μας αρκεί, το παράδειγμά των Τριών Ιεραρχών με τις πολυετείς και πολύπλευρες σπουδές τους είναι επίκαιρο, μιας και μαρτυρεί την μεγάλη εμπιστοσύνη που οι τρεις αυτοί Δάσκαλοι είχαν στην αναμορφωτική δύναμη της παιδείας, την οποία παιδεία σπούδασαν ως μια συνολική πρόταση ζωής. Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο Φιλοσοφία ή Ρητορική ή Αστρονομία ή Θεολογία ή Ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.
Και οι τρεις Άγιοι άνδρες ήταν επιμελείς, φιλομαθείς και επιλεκτικοί, σε σημείο που να αναδειχθούν ως πρότυπα μίμησης και θαυμασμού από τους συμφοιτητές, αλλά και από τους ίδιους τους καθηγητές τους. Ο Μέγας Βασί- λειος τόσο είχε εντυπωσιάσει τους συμμαθητές του με την ευστροφία και τις γνώσεις του, ώστε εκείνοι να προσπαθούν να τον μιμηθούν ακόμη και στην ομιλία, στη γενειάδα και στις κινήσεις. Μόλις τελείωσε τις σπουδές του, θέλησαν να τον ανακηρύξουν καθηγητή τους. Στην ίδια απαίτηση υπέκυψε ο Γρηγόριος, ο οποίος και έγινε καθηγητής στην Αθήνα για έναν μόλις χρόνο. Τέλος, τον Ιωάννη, ο ειδωλολάτρης καθηγητής του, ο περίφημος ρήτορας Λιβάνιος, λυπήθηκε που τον κέρδισαν οι Χριστιανοί και δεν κατάφερε να τον αφήσει διάδοχό του στη ρητορική έδρα.
Απόρροια των παραπάνω ήταν οι Τρείς Ιεράρχες να σχηματίσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες με συνέπεια να μην διακριθούν μόνο σ’ έναν τομέα, αλλά σε πλειάδα πεδίων. Όλοι τους χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική, αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Ήθελαν την Εκκλησία κοντά στους ανθρώπους να αφουγκράζεται τα μηνύματα των καιρών, να δίνει σύγχρονές απαντήσεις, να είναι μέσα στον κόσμο και όχι στον κόσμο της.
Σήμερα, μάλιστα, όπου τα προγράμματα για την παιδεία, όλα πιστές αντιγραφές των αντιστοίχων ευρωπαϊκών, είναι σε πρώτη γραμμή, κι η ψυχολογική βιβλιογραφία έχει κορεσθεί, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία, τους παιδαγωγούς και τους παιδαγωγούμενους είναι απίστευτα σύγχρονος, δημιουργικός κι επίκαιρος.
Επιπλέον, οι τρεις αυτοί Άγιοι, παρόλο που έζησαν 1700 περίπου χρόνια πριν, οφείλουμε όλοι μας ακόμη και σήμερα να τους έχουμε ως παραδείγματα και άξια πρότυπα προς μίμηση, γιατί δεν έμειναν στη θεωρία, αλλά παρουσίασαν ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Αυτό πρωτίστως οφείλεται στο γεγονός ότι είχαν  συνειδητοποιήσει ότι, όσο πιο πολύ προσεγγίζει κάποιος το Θεό, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτει και πλησιάζει τον συνάνθρωπό του. Μετά από σκληρό, δύσκολο και γεμάτο εμπόδια πνευματικό αγώνα είχαν πετύχει να ριζώσει στην καρδιά τους η θεϊκή εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, την οποία και έμπρακτα τήρησαν στη συνέχεια. Γι’ αυτούς ο κάθε άνθρωπος αποτελούσε μία, μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητα. Ήταν εικόνα του Θεού.        
Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι και οι Τρεις Ιεράρχες, πιστοί στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί δικαιοσύνης, πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την επικράτηση της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, καλλιεργώντας το κοινωνικό – κοινοτικό πνεύμα και πολεμώντας, με πάθος κάθε τάση ατομικισμού ως διαστροφή της ουσίας της χριστιανικής κοινωνικής διδασκαλίας και του χριστιανικού τρόπου ζωής. Αντιτάχθηκαν, έτσι, σε κάθε μορφή αδικίας, πήραν εμπράκτως το μέρος των φτωχών και των αδυνάτων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήταν «θύματα» των πλουσίων εκείνων που δεν έκαναν σωστή χρήση του πλούτου τους ή δεν τον αποκτούσαν με νόμιμα μέσα. Διατυπώνοντας μάλιστα και υψηλές κοινωνικές αρχές, αποδείχτηκαν τολμηρότεροι και ριζοσπαστικότεροι απ’ όλους τους εκφραστές των συγχρόνων κοινωνικών συστημάτων (κομμουνισμού, σοσιαλισμού κ. λπ.).
Το γεγονός, μάλιστα, ότι πιστά υπηρέτησαν τον Θεό και τον άνθρωπο, προσφέροντας λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τους καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού μας, ως τα αιώνια πρότυπα αγάπης και κοινωνικής προσφοράς.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν δίστασαν, ακόμη, να μιλήσουν ανοιχτά και να καταγγείλουν τους υπευθύνους των συγκρούσεων και των πολέμων. Για τον Χρυσόστομο, η πλεονεξία των πλουσίων, που έχει σαν συνέπεια την ανισοκατανομή των αγαθών, είναι η αιτία των κοινωνικών συγκρούσεων. Υπογράμμισαν πως η ειρήνη συμπορεύεται με τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Ξεκαθάρισαν στα κείμενά τους, ότι μιλούν για την αληθινή ειρήνη, αυτή που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους μεταξύ τους και με το Θεό.
Οι Τρείς Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Θλίβεται, έτσι, κανείς, όταν βλέπει την αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μία μεριά και από την άλλη, την άγνοια ή ακόμα και την συνεχή προσπάθεια απαξίωσής τους, που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας.
Σήμερα, ειδικά, που αντί για την αγάπη προβάλλεται το συμφέρον, που αντί για την προσευχή στο Θεό προβάλλεται η λατρεία των σύγχρονων ειδώλων, που αντί για την ταπείνωση προβάλλεται ως πρότυπο ο εγωισμός και ο ατομικισμός, γεγονός που δεν επιτρέπει τελικά στην παιδεία μας να ακολουθήσει έναν πιο ουσιαστικό δρόμο, οι Τρεις Ιεράρχες μπορούν να αποτελέσουν τους αληθινούς φάρους, τα πρότυπα εκείνα που θα μας δείξουν τον δρόμο του αγώνα και της αντίστασης.
Κλείνοντας, αυτά ήταν τα τρία άγια και οικουμενικής ακτινοβολίας πρόσωπα που το 1843/44, το νέο ελληνικό κράτος αποφάσισε να κάνει σύμβολα της εκπαίδευσής του και να καθιερώσει τη γιορτή τους, της 30ης Ιανουαρίου ως επίσημη σχολική εορτή των Γραμμάτων και της Παιδείας κι όχι μέρα που απλώς χάνουμε μάθημα ή πάμε για καφέ ή μένουμε σπίτι μας. Και μιας και η περίοδος που διανύουμε εμείς, οι Νεοέλληνες ως κοινωνία είναι δύσκολη και αβέβαιη, για να προχωρήσουμε δυναμικά μπροστά θα ήταν καλό να μην πετάξουμε, κινούμενοι από ιδεοληπτικά ελατήρια, στην κάλαθο των αχρήστων, αλλά να συνεχίσουμε να προβάλλουμε στη νέα γενιά ως πρότυπα προς μίμηση αξιόλογες οικουμενικού χαρακτήρα προσωπικότητες από το τρισχιλιετές εθνικό μας παρελθόν, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων των Τριών Ιεραρχών. Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο παρόν σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους. Θα είναι λυπηρό, αν όχι εγκληματικό, τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς να τις βάλουμε στο περιθώριο, ίσως γιατί ενοχλούν κάποιους (άραγε ποιους;) με τα λεγόμενα και τις πράξεις τους. Μήπως ήρθε η ώρα να ανακοπούν οι ενέργειες εκείνες που ως κεντρικό στόχο έχουν να διχάσουν τους Νεοέλληνες και βίαια να τους αποκόψουν από τις ρίζες και τη μακραίωνη εθνική τους παράδοση, ειδικά τώρα που ως κοινωνία οι καταστάσεις που βιώνουμε είναι τραγικές; 

Βασική βιβλιογραφία: Αργυρόπουλου Ανδρέα Χ. , Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, Αθήνα Δεκέμβριος 2009.

Οι Τρεις Ιεράρχαι διδάσκαλοι της Οικουμένης και ίδια των Ελλήνων

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Παναγιώτου I. Μπρατσιώτου, Ακαδημαϊκού, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών (+21.1.1982)
 Υπό την σκέπην των τριών τούτων μεγάλων του Ελληνισμού διδασκάλων έθεσαν οι πατέρες ημών την εκπαίδευσιν της νεολαίας του δούλου γένους μαζί με την αναζωπύρησιν της ελληνικής παιδείας δια της πληθύνσεως των σχολείων, ήδη κατά τον ιζ' και ιη' αιώνα, άφ' ης εποχής φαίνεται ότι καθιερώθη και η κοινή των Τριών Ιεραρχών εορτή, ως εθνική σχολική και των γραμμάτων εορτή.

 Εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία οι Τρεις Ιεράρχαι γεραίρονται και υμνούνται ευλόγως «ως φωστήρες και διδάσκαλοι της Οικουμένης». Σκοπός δε του παρό­ντος άρθρου είναι να δειχθή δι' ολίγων άφ' ενός μεν ότι ο τοιούτος χαρακτηρι­σμός αυτών ισχύει και δια σήμερον, άφ' ετέρου δε ότι προ παντός οι Ιεροί ούτοι άνδρες είναι οι κατ' εξοχήν διδάσκαλοι του ελληνικού έθνους.

Και οι τρεις ούτοι μεγάλοι της Εκκλησίας πατέρες ήκμασαν κατά το δεύτερον ήμισυ του δ' αιώνος. Ήδη όμως από του ε' αιώνος άρχεται όχι μό­νον η τελετουργική αυτών τιμή ανά την οικουμενικήν Εκκλησίαν, κατ' αρχάς εν τη Ανατολή και συν τω χρόνω και εν τη Δύσει, αλλά και εις τας γλώσσας πάντων των χριστιανικών λαών μετάφρασις και διάδοσις και επίδρασις των συγγραμμά­των αυτών. Τι λέγω; Ήδη καθ' ον χρόνον έζων ούτοι είχε εξέλθει των ορίων της πε­ριοχής της δράσεως αυτών η φήμη και η ακτινοβολία αυτών. Ούτω π.χ. ο άγιος Βασίλειος καλείται ήδη υπό των συγχρό­νων του «μέγας» και δέχεται την επίσκεψιν ανδρών της περιωπής Ευφραίμ του Σύρου και φιλολογικήν ασκεί επίδρασιν επί τον κλεινόν των Μεδιολάνων επίσκοπον Αμβρόσιον (Εξαήμερος), μεθ’ ου και επιστολάς ανταλλάσσει. Ήδη δε περί τα τέλη του δ' αιώνος μεταφράζεται λατινιστί και διαδίδεται ανά την Δύσιν η «Εξαήμερος» αυτού και επιδρά επί τον Αυγουστίνον, και μετά τινα χρόνον επα­κολουθεί και νέα μετάφρασις του έργου τούτου και πολλών άλλων έργιοων του ανδρός όχι μόνον εις την λατινικήν, αλλά και εις πολλάς ανατολικάς γλώσσας.
Προς τοις άλλοις και ο μοναχικός της Δύσεως βίος εδέχθη ζωηράν την επίδρασιν του Βασιλείου, την οποίαν εδέχθη γενικώτερον και η Σχολαστική θεολογία. Κατά δε τους νεωτέρους χρόνους όχι μό­νον επανειλημμένως εκδίδονται ελληνι­στί τα έργα του (αρίστη παραμένει η έκδοσις των Gamier και Maran, διωρθωμένη υπό του L. De Sinner), αλλά και εις πάσας τας ευρωπαϊκάς γλώσσας μετα­φράζονται επανειλημμένως πολλά τού­των, υπό δε του Wendel γερμανιστί τα άπαντα αυτού (1776-78).
Εκ των έργων του την μεγαλυτέραν διάδοσιν και επίδρασιν έσχεν η περίφημος πραγματεία του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», όπερ έργον πλείστους απέκτησε και εν τη Δύσει θαυμαστάς, μάλιστα κατά τους χρόνους της Αναγεννήσεως, ότε εντός 40 ετών (1449-1500) εξεδόθη εικοσάκις, διότι εθεωρείτο ως η σπουδαιότα­τη μαρτυρία περί της αξίας των ανθρωπι­στικών σπουδών.
Αλλά και κατά τους νε­ωτέρους χρόνους είναι περιζήτητα και θαυμάζονται εκ πάσης επόψεως τα έργα του Μ. Βασιλείου, συμπεριλαμβανομέ­νων και των υπέροχων επιστολών του, και περί αυτά έχει δημιουργηθή πλουσιωτάτη γραμματεία. Εκ των νεωτέρων αξιόλογων δημοσιευμάτων περί αυτού το πλέον πρόσφατον είναι το του Lukas Vischer υπό τον τίτλον Basilius der Grosse. Untersuchungen zu einem Kirchenvater des 4 Jahrhunderts (1953). Ουδέ θα έλεγε τις υπερβολήν ότι ισχύει και μέχρι σήμε­ρον περί του ιερού τούτου ανδρός εν τη Ανατολή και τη Δύσει η φωνή της ημετέ­ρας Εκκλησίας: «Ζη Βασίλειος και θανών εν Κυρίω, ζη και παρ' ημίν ως λαλών εκ των βίβλων» και «εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου ως δεξαμενήν τον λόγον σου».
Και ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο μετά του αποστόλου Ιωάννου επικληθείς θεολόγος, ήδη ζων εδέχθη εν Κωνσταντινουπόλει, της οποίας επί τινα χρόνων διετέλεσεν Αρχιεπίσκοπος, εδέχθη, λέγω, την επίσκεψιν και ακρόασιν των λόγων του υπό του επιφανούς της Λατινικής Εκκλησίας πατρός Ιερωνύμου, όστις και μεταξύ των επιφανών ανδρών εν τω φερωνύμω βιβλίω του (De viris illustribus) τον συγκαταλέγει και ως διδάσκαλόν του τον αναγνωρίζει. Ήδη εν τη Γ' εν Εφέσω Οικουμενική Συνόδω εχαρακτηρίσθη ο Γρηγόριος ως «μέγας». Ολίγα δε έτη μετά τον θάνατόν του ο Ρουφίνος μεταφράζει λατινιστί (περί το 400) εννέα λόγους του. Θαυμασταί του δε αναφαίνοται εν τη Δύσει άλλοι τε και ο πάπας Λέων ο μέγας και ο Αυγου­στίνος, όστις τον χαρακτηρίζει ως «μεγαλώνυμον» και ως «επιφανή επίσκοπον ενδοξότατης φήμης». Από του στ' έως ιγ' αιώνος κυκλοφορούν πλήθος σχο­λίων εις τους λόγους του, οι οποίοι και επί την ελληνικήν υμνογραφίαν ασκούν ζωηράν επίδρασιν, αφού και τμήματα όλα εξ αυτών παραλαμβάνονται αυτολεξεί υπό των Ελλήνων υμνογράφων (Χριστός γεννάται δοξάσατε, Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει κ.λπ., Πεντηκοστήν εορτάζομεν κ.λπ.).
Ζωηρότατη εν γένει είναι η επίδρασις των έργων του Γρηγορίου εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει κατά τον Μεσαίωνα και κατά τους νεωτέρους χρόνους. Άπαντα τα έργα του εκδίδονται μετά πολλής φιλοτιμίας εν τη Δύσει ελληνιστί. Και αρίστη μεν πασών παραμένει η έκδοσις των Μαυρίνων εν Παρισίοις (1778-1840), ήτις ανετυπώθη και εν τη ελληνική Πατρολογία του Migne. Κατά δε τας παραμονάς του β' παγκοσμίου πολέμου είχεν αναγγελθή η προπαρασκευή νέας εκδόσεως αυτών υπό της Ακαδημίας της Κρακοβίας. Αλλά και πολλαί μεταφρά­σεις των κυριωτέρων έργων του Γρηγορί­ου εκυκλοφόρησαν εν τη Δύσει εις τας κυριωτέρας ευρωπαϊκάς γλώσσας και πλούσια βιβλιογραφία πέριξ πάντων των έργων του έχει δημιουργηθή και εξακο­λουθεί να πλουτίζεται μέχρι των ημερών ημών. Εξ αυτών αναφέρομεν το μάλιστα πρόσφατον και περισπούδαστον έργον του Ρωμαιοκαθολικού καθηγητού του Στρασβούργου J. Plagnicux (1952).
Αρά γε θα ωνειρεύθη ποτέ, ότι τοσούτους και τηλικούτους έμελλε να εύρη θαυμαστάς και υμνητάς ο μελαγχολικός πως την διάθεσιν και φιλήσυχος πατήρ, όστις απευ­θυνόμενος προς τον Μ. Βασίλειον εν τω εις αυτόν επιταφίω του (κεφ. πβ') ως εξής κατέκλειε τον λόγον του; «Σοί μεν ουν ούτος παρ' ημών ο λόγος. Ημάς δε τις επαινέσεται μετά σε τον βίον απολίποντας, ει και τι παράσχομεν επαίνου τοις λόγοις άξιον;»
Αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήδη υπό μεν του συγχρόνου του Θεοδωρήτου επισκόπου Κύρρου χαρα­κτηρίζεται ως «μέγας διδάσκαλος της οικουμένης», υπό δε του επίσης συγχρόνου του Λατίνου εκκλησιαστικού πατρός Ιερωνύμου συγκαταλέγεται και αυτός μεταξύ των «επιφανών ανδρών» και θεωρείται ύπ' αυτού ως αυθεντία εκκλησια­στική. Μετά δε χρόνον όχι μόνον ο Αυγουστίνος επικαλείται τας μαρτυρίας του και τον χαρακτηρίζει ως «μέγαν άνδρα» και τον συγκαταλέγει μεταξύ των «αγίων», αλλά και ο Πάπας Ρώμης Καιλεστίνος λέγει περί αυτού, ότι «ο λόγος του εξεχύθη εις πάντα τον κόσμον», ενώ ο Κασσιανός τον παρέβαλε προς τον επιπεσόντα εις το στήθος του Κυρίου απόστολον Ιωάννην.
Ήδη από της εν έτει 438 ανακομιδής του ιερού του λειψάνου εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων εν Κωνσταντινουπόλει υπό του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Β' και του οικουμενικού πατριάρχου Πρόκλου άρχεται ο εορτασμός της μνή­μης του εν τη Ανατολική Εκκλησία και έκτοτε πληθύνονται και οι προς αυτόν έπαινοι και τα εγκώμια.
Εν τη Δ' Οικου­μενική Συνόδω αναγνωρίζεται επισήμως ως «διδάσκαλος της Εκκλησίας» και εν ταίς λοιπαίς Οικουμενικαίς Συνόδοις αναφέρεται ως αυθεντικός μάρτυς της ορθής πίστεως. Τα έργα του διαδίδονται καταπληκτικώς ανά την Ανατολήν και την Δύσιν εις το πρωτότυπον και εις με­ταφράσεις, ο δε αριθμός των σωζόμενων ελληνικών χειρογράφων είναι κατά πολύ μεγαλύτερος των άλλων εκκλησιαστικών πατέρων, υπερβαίνων τας 2000. Ανθολογίαι εκ των έργων του, ως και των άλλων δύο μεγάλων ιεραρχών, συντάσσονται προς εποικοδομήν είτε ιδιωτικήν είτε λειτουργικήν. Οι «Μαργαρίται» του Χρυσο­στόμου αναγιγνώσκονται εν τη θεία Λει­τουργία αντί κηρύγματος. Ακόμη και σχολικαί ανθολογίαι συντάσσονται. Ο Χρυσόστομος είναι το κλασσικόν ανά­γνωσμα των Βυζαντινών.
Αλλ' η επίδρασίς του δεν περιωρίσθη εις το Βυζάντιον. Τα βιβλία του μεταφρασθέντα εις τε τας γλώσσας των χριστιανικών λαών της Ανατολής και εις την Λατινικήν εγένοντο λίαν ενωρίς κτήμα όλης της Εκκλησίας τόσον εις την Ανατολήν όσον και εις την Δύσιν. Δέκα περί­που έτη μετά τον θάνατόν του εφιλοτεχνήθη η πρώτη, ως φαίνεται, μετάφρασις χρυσοστομείων έργων, των επτά ομιλιών του εις τον απόστολον Παύλον, και επηκολούθησεν η μετάφρασις και άλλων έργων του και συν τω χρόνω και των απάντων αυτού εις την Λατινικήν.
Δια την έκδοσιν και ευρυτέραν διάδοσιν των συγγραμμάτων του Χρυσοστόμου εν τω πρωτοτύπω ημιλλήθησαν Άγγλοι και Γάλλοι λόγιοι. Εκ τούτων άξια μνείας μάλιστα τα ονόματα άφ' ενός του Sir Savile, περί του οποίου αναφέρε­ται ότι ελάτρευε κυριολεκτικώς τον Χρυσόστομον, μέχρι του σημείου να προκαλέση την ζηλοτυπίαν της συζύγου του και την απόπειραν αυτής όπως πυρπολήση τα σχετικά χειρόγραφα αυτού, άφ' ετέρου δε του Montfaucon και του Bareille. Πο­λυάριθμοι είναι και αι μεταφράσεις πλεί­στων έργων του εις τας ευρωπαϊκάς γλώσσας, ως απέραντος είναι η περί αυτού σχηματισθείσα βιβλιογραφία και ανυπολόγιστος η επίδρασις αυτού ως ιεροκήρυκος και ηθικολόγου και εξηγητού και δογματικού επί την νεωτέραν σχετικήν θεολογικήν γραμματείαν, μάλιστα δε την ρωμαιοκαθολικήν.
Εν έτει 1908 επί τη συμπληρώσει 1500 ετών από του θανάτου του εξεδόθη εν Ρώμη ειδικός αναμνηστικός τόμος περιέ­χων ποικίλας περί αυτού μονογραφίας υπό τον ελληνικόν τίτλον «Χρυσοστομικά» και κατά το αυτό έτος ανεκηρύχθη υπό του Πάπα Πίου του Χ εις «προστάτην των χριστιανικών ιεροκηρύκων». Πάντως αν δεν είναι ακριβές, διότι δεν ανταποκρίνεται προς τα πράγματα, το υπό του αρίστου των συγχρόνων βιογρά­φων του ρωμαιοκαθολικών Χρυσοστ. Baur λεχθέν ότι «οι κράτιστοι των υπέρ του ιερού ανδρός επαίνων ηκούσθησαν εν τη Δύσει», δύναται όμως να θεωρηθή ως λίαν εύστοχος ο ισχυρισμός αυτού ότι ο Χρυσόστομος «εξακολουθεί δια των συγ­γραμμάτων του να ζη και σήμερον ακό­μη», ότι «ο άμβων της Αντιοχείας και της Κωνσταντινουπόλεως επεξετάθη εις παγκόσμιον άμβωνα» και ότι «καθώς οι Απόστολοι κατά την ημέραν της Πεντη­κοστής, ούτω και ο Χρυσόστομος λαλεί μέχρι σήμερον προς πάντας τους λαούς τη ιδία εκάστω αυτών διαλέκτω». Παρεμ­φερές τι (αν και ουχί βεβαίως το αυτό) θα ηδύνατο να λεχθή και περί των δύο προμνημονευθέντων μεγάλων πατέρων και διδασκάλων, οίτινες, ως ο Χρυσόστομος, αναγνωρίζονται ως τοιούτοι και υπό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, κατά δε τους τελευταίους χρόνους στρέφεται προς αυτούς μετ' ιδιάζοντος σεβασμού και ο προτεσταντικός κόσμος, τουλάχι­στον ο συντηρητικώτερος και εκκλησιαστικώτερος, ως αποδεικνύει προς τοις άλλοις και η υπάρχουσα και διαρκώς πληθυνομένη σχετική γραμματεία.
Προς παντός όμως άλλου οι τρεις ιε­ράρχαι υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι οι αυθεντικοί και οι προσφιλέστα­τοι πατέρες και διδάσκαλοι της Ορθοδό­ξου Εκκλησίας και μάλιστα του ελληνι­κού λαού, όχι μόνον κατά τους βυζαντι­νούς χρόνους, αλλά και επί τουρκοκρα­τίας και μέχρι σήμερον. Τι άλλο εσήμαινε και ο επί Αλεξίου του Κομνηνού θεσμός της κοινής αυτών εορτής αγομένης κατά την 30 Ιανουαρίου και η κατά τε τους Βυζαντινούς χρόνους και επί Τουρκοκρατίας και μετά την εθνικήν ημών παλιγγενεσίαν σύνταξις σχολικών Ανθολο­γιών ή «Χρηστομαθειών», εν ταις οποίαις -παραλλήλως προς τους λόγους του Δημοσθένους και του Λυσίου και του Ισοκράτους και άλλων θύραθεν Ελλή­νων συγγραφέων- παρετίθεντο και λόγοι των Τριών Ιεραρχών, ίνα μη αναφέρω το πλήθος των νεοελληνικών μεταφράσεων μάλιστα έργων του Βασιλείου και του Χρυσοστόμου;
Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και υπό την σκέπην των τριών τούτων μεγάλων του Ελληνισμού διδασκάλων έθεσαν οι πατέρες ημών την εκπαίδευσιν της νεο­λαίας του δούλου γένους μαζί με την αναζωπύρησιν της ελληνικής παιδείας δια της πληθύνσεως των σχολείων, ήδη κατά τον ιζ' και ιη' αιώνα, άφ' ης εποχής φαίνεται ότι καθιερώθη και η κοινή των Τριών Ιεραρχών εορτή, ως εθνική σχολι­κή και των γραμμάτων εορτή. Εντεύθεν δ' εξηγείται, ότι τέσσαρα έτη μετά την ίδρυσιν της εορτής ταύτης, ήδη το 1841, η πανεπιστημιακή του Εθνικού ημών Πα­νεπιστημίου Σύγκλητος, ή το «Ακαδημαϊκόν Συμβούλιον», ως ελέγετο αύτη τότε, ώρισεν ίνα κατά την εορτήν ταύτην, συμφώνως προς παλαιόν έθος, τελήται και το μνημόσυνον υπέρ της αναπαύσεως των ψυχών των ευεργετών αυτού. Η ιστορική δε εκείνη απόφασις εγένετο και αφετηρία της παλινορθώσεως της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως πανελληνίου εορτής των σχολείων και των γραμμάτων όχι μόνον εν τω ελληνικώ κράτει, αλλά και εν τω υποδούλω και τω απανταχού της γης Ελληνισμώ. Και κατεβλήθησαν μεν προσπάθειαι εις ωρισμένην εποχήν απομακρύνσεως από την εθνικήν ημών παράδοσιν προς παραμερισμόν της εορ­τής ταύτης, άλλ' είναι ευχάριστον ότι κα­τά τα τελευταία έτη αναζωογονείται αύτη και πάλιν και τείνει εις την επαναφοράν του παλαιού της μεγαλείου εν τη πνευμα­τική του έθνους ημών ζωή, ως κατ' εξο­χήν εορτή των γραμμάτων, εορτή συμβολίζουσα τα ιδανικά του ελληνοχριστιανι­κού πολιτισμού, τα οποία και εν τω 16ω άρθρω του νέου Ελληνικού Συντάγματος ορίζονται ως τα ιδανικά της ελληνικής παιδείας. 
 Περιοδικό ΤΟΛΜΗ (τεύχος 59 – Ιανουάριος 2006)