Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης παρὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
 



(Ἰωάν. ιθ΄ 25-27, κα΄ 24-25)

Πλησιάζουσι τὸν σταυρὸν ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ὡς ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης «εἱστήκεσαν παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ» εἶναι ὄρθιοι πλησίον τοῦ σταυροῦ 1) «ἡ μήτηρ αὐτοῦ» 2) «ἡ ἀδελφή τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ» 3) «Μαρία ἡ Μαγδαληνή». Ἡ Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ, εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ Κλωπᾶ καὶ μήτηρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ Ἰωσήφ. Ὁ Κλωπᾶς ἤ Ἀλφαῖος ἦτο κατὰ τὸν Ἠγήσιππον παρὰ τῷ ἱστορικῷ Εὐσεβίῳ καὶ κατὰ τὸν Ἐπιφάνιον ἀδελφός τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ. Ἑπομένως ἡ σύζυγός του Μαρία ἦτο συνυφάδα τῆς Θεοτόκου καὶ ὀνομάζεται ἐνταῦθα «ἀδελφὴ» ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Ἤδη οἱ δολοφόνοι Φαρισαῖοι εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν ἑαυτόν τους καὶ τοὺς ξένους ἐκτελεστάς τῶν φονικῶν των διαθέσεων. Ἔβλεπον τὸ αἷμα ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ἰησοῦ νὰ πίπτῃ κατὰ σταγόνας εἰς τὴν γῆν. Τὸ δὲ αἷμα τῶν ποδῶν Του νὰ ἀφίνῃ κόκκινες γραμμὲς εἰς τὴν βάσιν τοῦ σταυροῦ. Δὲν φεύγει πλέον, εἶναι καρφωμένος! Περιμένουν τὸ βλάσφημον στόμα Του νὰ ἀνοίξῃ μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ ἀγωνίᾳ, ἀλλὰ θὰ μείνῃ διὰ πάντα ἄδειο ἀπὸ λόγια. Ἐσκέπτοντο, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδηλητηρίασε τὸν λαὸν καὶ ἦτο ἐχθρός τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ἐμπορίου, εἶναι καρφωμένος μὲ τέσσαρα καρφιὰ εἰς τὸ ξύλον τῆς αἰσχύνης !

«Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα, ὅν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ˙ γύναι, ἴδε ὁ Υἱὸς σου˙ εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ˙ ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια». Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴν μητέρα Του καὶ τὸν μαθητὴν Του Ἰωάννην εὑρισκομένους ἐκεῖ, ἀναθέτει εἰς τὸν παρθένον μαθητὴν Του τὴν Παρθένον μητέρα Του διὰ τῶν ἑξῆς φράσεων : «Γύναι, ἰδοὺ ὁ Υἱός σου». Κατόπιν στραφείς πρὸς τὸν μαθητὴν λέγει: «ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου». Αἱ δύο αὗται φράσεις εἶναι ὁ τρίτος λόγος τοῦ Κυρίου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Ὁ Κύριος ἐκάλεσε μὲ τὴν λέξιν «γύναι» τὴν μητέρα Του καὶ ὄχι μὲ τὴν γλυκεῖαν λέξιν «μητέρα», διὰ νὰ μὴ τῆς αὐξήσῃ τὸν πόνον. Ἄλλως τε ἡ λέξις γύναι ἦτο ἀρκετὰ τιμητικὴ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸν Ἰωάννην ἀμείβων διὰ τὴν τόλμην του ἀναθέτει ὁ Κύριος εἰς αὐτὸν τὴν μητέρα Του. Ἐξ αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι ὁ Ἰωσὴφ θὰ εἶχεν ἀποθάνει, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἀνάθεσις τῆς μητρὸς τοῦ Κυρίου εἰς τὸν Ἰωάννην. Ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης παρέλαβε τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου κατ’ ἰδίαν ὡς πνευματικὴν μητέρα εἰς τὸ σπίτι του, μαζὶ μὲ τὴν Σαλώμην, τὴν σαρκικὴν μητέρα Του.

Πόσην θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν ἔδειξαν οἱ σταυρωταί Του καὶ πόσην ἠρεμίαν ἐν μέσῳ τῆς θηριωδίας καὶ κοροϊδίας δεικνύει ὁ Κύριος, ἀφοῦ λησμονεῖ τοὺς πόνους Του καὶ φροντίζει διὰ τὸν ληστὴν καὶ μητέρα Του!

«Οὗτος ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα καὶ οἴδαμεν, ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ». Μετὰ πάσης βεβαιότητας βεβαιοῖ ὁ Ἰωάννης, ὅτι ὅσα γράφει εἶναι ἀληθῆ, διότι εἶναι αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυς. Καὶ τελειώνει˙ «ἔστι δὲ καὶ ἀλλὰ πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν». Τὸ εὐαγγέλιον ἀποτελεῖται ὄχι ἀπὸ βιβλία πολλά, τόμους μεγάλους, τοὺς ὁποίους μόνον θεολόγοι θὰ ἠδύναντο νὰ μελετήσουν, ἀλλὰ εἶναι σύντομον εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μελετᾷ πᾶς χριστιανός.


Θέμα : Θηριωδία - Κοροϊδία - Ἠρεμία.

Ἑβραῖοι ἱερεῖς, Φαρισαῖοι καὶ οἱ λοιποὶ φίλοι τῆς ἀγρίας χαρᾶς, τῶν αἱματηρῶν θεαμάτων εἶχον ἔλθει μέχρι τοῦ Γολγοθά, διὰ νὰ ἀνοίξωσι τὴν ὄρεξίν των μὲ τὸ θέαμα τριῶν ἀγωνιώντων μελλοθανάτων. Πόσα νευρικά, ἀνήσυχα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ποδοπατήματα μέχρις ὅτου ἀρχίσῃ ἡ θηριωδία καὶ κοροϊδία, ἡ ἀγρία των χαρά! Μὲ πόσους σαρκασμοὺς δὲν θὰ παρεκίνουν τὴν τυχὸν ἀργοπορίαν τῶν Ρωμαίων σταυρωτῶν! Ἡ ἀγρία τῶν χαρὰ ἀρχίζει διὰ πραγμάτων καὶ λόγων.

Α) Διά πραγμάτων. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξεν εἰς τὸν κόσμον τὴν λεπτοτέραν ἐντροπήν, εἶναι ὁλόγυμνος εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἐχθρῶν Του! Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε τὴν βαθυτέραν πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ἀκούει νὰ ῥίπτουν οἱ ἐχθροί Του τὰ ζάρια διὰ τὸν ἱματισμόν Του, ὥστε πίστιν ἐδίδαξεν Αὐτός, τύχην ἐφαρμόζουν ἐκεῖνοι ἐνώπιόν Του. Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται καθ’ ἑαυτοὺς χαιρεκάκως: Ὁ προφητεύσας τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ ναοῦ εὑρίσκεται κρεμασμένος ἐνώπιον καὶ τῶν δύο ! Ὁ Μέγας διδάσκαλος τοσούτων μαθητῶν εὑρίσκεται ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑβρίζουν καὶ τεσσάρων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν σταυρώνουν. Ὁ πτωχὸς Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἔχωμεν ἕνα μόνον χιτῶνα, εἶναι ὁλόγυμνος ! Ἐκήρυξε τὸν ἑαυτὸν Του βασιλέα καὶ τώρα ἔχει ὡς θρόνον μία σφήνα ἀπὸ ξύλον ! Ὁ αἰώνιος ταξιδιώτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε μία πέτρα νὰ γύρῃ τὸ κεφάλι Του, ἔχει ὡς νεκρικὴν κλίνην ὄρθιον ξύλον. Ὑπεσχέθη, ὅτι ἦλθε νὰ δώσῃ τὴν ζωὴν καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ διαφύγῃ ὁ ἴδιος τὸν θάνατον ! Ἐκαυχήθη, ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τώρα φωνάζει ὁ ἴδιος : Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες; Ὁ οὐρανὸς δὲν ἀπαντᾷ. Ποῦ εἶναι ὁ Πατήρ Του, περὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦ ὁποίου πάντοτε ὡμίλει μετὰ βεβαιότητος ; Διατὶ δὲν δίδει εἰς Αὐτὸν ἕνα σημάδι τῆς παρουσίας Του ; Διατὶ δὲν κάμνει εἰς Αὐτὸν τὴν χάριν νὰ τὸν πάρῃ μαζί Του ἄνευ τῶν σκληρῶν αὐτῶν ἀναβολῶν; Δὲν ἀπαντᾷς; Δὲν ἐπιθυμεῖς νὰ μᾶς κηρύξῃς; Διατὶ ἀπαξιοῖς νὰ μᾶς προσηλυτίσῃς; Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ σὲ ἀγαπῶμεν, δεῖξόν μας, ὅτι πρῶτον σὲ ἀγαπᾷ ὁ Πατήρ Σου. Μόνον ὁ ἥλιος, ἡ λάμπα αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, φωτίζει, ἵνα βλέπωμεν καλλίτερον τὰς συσπάσεις τοῦ προσώπου Του καὶ τὰ λαχανιάσματα τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου !

Ταῦτα σκεπτόμενοι οἱ ἐχθροί Του θὰ ἐξῆγον τὸ εὐχάριστον δὶ’ αὐτοὺς συμπέρασμα. Ἑπομένως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Πατήρ Του, Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἐψεύσθη. Εἶναι ἄξιος τῆς τύχης Του! Τοῦτο ἦτο γνωστὸν πρὸ καιροῦ. Ἀλλὰ τώρα πλέον ἀπεδείχθη! Ἡ συνείδησίς μας, θὰ ἔλεγον οἱ ἐχθροί Του, εἶναι πάρα πάνω ἀπὸ ἥσυχη, ὅτι ὀρθῶς ἐνηργήσαμεν! Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν μᾶς ἐπέτρεπον οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶται νὰ ἐδίδομεν καὶ ἡμεῖς μερικὰ σφυροκοπήματα, ἀφοῦ μᾶς ἀπηγόρευσαν τὸν ἀνακουφιστικώτατον διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατον, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον! Ποία ποικιλία κοροϊδίας καὶ θηριωδίας ! Ἡ ἀγρία ὅμως χαρὰ αὐτὴ εἶναι ὄχι μόνον διὰ πραγμάτων καὶ ὑπονοουμένων, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγων ῥητῶν.

Διὰ λόγων. Ὅλοι συνέτρεξαν εἰς τὴν παραφωνίαν αὐτήν. Τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, οἱ ἱερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶται, οἱ λησταί, ὁ λαός, οἱ «παραπορευόμενοι» οἱ διερχόμενοι. Καὶ οἱ μὲν ἄρχοντες ἔλεγον : «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ». Ἂν εἶναι βασιλεύς, ἂς καταβῇ ἀπὸ τὸν σταυρόν! Πόση εἰρωνεία εἰς τὸν πόνον Του καὶ ἑπομένως πόση κοροϊδία καὶ θηριωδία ! Οἱ στρατιῶται ἐνέπαιζον καὶ αὐτοὶ προσερχόμενοι ὄξος προσφέροντες καὶ λέγοντες : «Εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν». Οἱ τοσοῦτον βασανίσαντες Αὐτὸν διὰ τῆς σταυρώσεως καὶ φραγγελώσεως τώρα εἰρωνεύονται. Πόση θηριωδία καὶ κοροϊδία! Καὶ οἱ δύο κατ’ ἀρχὰς συσταυρωθέντες λησταὶ ὠνείδιζον Αὐτόν. Ὁ εἷς τῶν κρεμασθέντων κακούργων κατόπιν ἐβλασφήμει Αὐτὸν :

«Οὐχὶ σὺ εἶ ὁ Χριστός; σῶσον σεαυτόν!» Οὔτε ὡς ὁμοιοπαθεῖς οὗτοι συνεπάθουν, οὔτε ὡς κακοῦργοι εἶχον ἐντροπήν! Πόσην θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν δεικνύουσι πρὸς τὸν Ἰησοῦν ! Ἀλλὰ καὶ «οἱ παραπορευόμενοι κινοῦντες τὰς κεφάλας αὐτῶν καὶ λέγοντες˙ οὐὰ ὁ καταλύων τὸν ναόν, σῶσον σεαυτόν. Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ!» Πόση θηριωδία εἰς τὴν κοροϊδίαν των !
Ἡ ἀγρία χαρὰ ἐξακολουθεῖ καὶ ὅταν ὁ Κύριος εὑρίσκεται εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ μετὰ τὸ φοβερὸν σκότος, τὸ ὁποῖον ἐκάλυψεν ὅλην τὴν γῆν. Ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ὁ Κύριος φωνάζει: «Ἠλὶ Ἠλί Λαμμᾶ σαβαχθανί». Τινὲς Ἑλληνισταὶ Ἑβραῖοι νομίζουν, ὅτι φωνάζει τὸν κατὰ τὴν μέλλουσαν κρίσιν ἐλευσόμενον προφήτην Ἠλίαν. Κἄποιος στρατιώτης ἐκ συμπαθείας κατ’ ἀρχὰς λαβών σπόγγον «καὶ περιθείς καλάμῳ πλήσας ὄξους ἐπότιζεν Αὐτόν». Οἱ δὲ Ἑβραῖοι εἰρωνικῶς λέγουσιν : «Ἄφες, ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν!» Πόσην κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν δεικνύουσι καὶ οὗτοι!

Ἡ ἠρεμία τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶναι ἤρεμος. Εἶναι τόσον ἤρεμος, ὥστε μέσα εἰς τὴν ἀγωνίαν αὐτὴν τῆς κοροϊδίας καὶ θηριωδίας λησμονῶν τὸν πόνον ἀγαπᾷ μὲ τρυφερότητα ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφίνει, Ἰωάννην καὶ μητέρα Του, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀφῆκαν, τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὸν θάνατόν Του. Τὸ βάθος ὅμως τῆς ἠρεμίας Του φαίνεται ἀπὸ τὴν συγγνώμην, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τὸ βάθος δηλαδὴ τῆς καρδίας Του σὰν ἕνα τραγούδι νίκης τοῦ πνεύματος κατὰ τῆς βαρείας καὶ τσακισμένης σαρκὸς Τοῦ ἀναπηδοῦν τὰ ἀθάνατα καὶ ἀλησμόνητα ἐκεῖνα λόγια : «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι, τί ποιοῦσι». Πόση ἠρεμία! Οὐδεμία προσευχὴ ὑψώθη εἰς τὸν Οὐρανὸν θειοτέρα ἀπ’ αὐτήν, ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξαν καὶ προσηυχήθησαν ἄνθρωποι! Δὲν εἶναι προσευχὴ ἀνθρώπου, ἀλλὰ Θεοῦ πρὸς Θεόν. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν συγχωροῦσι τὰς ἀρετᾶς πολλάκις τῶν ἐναρέτων, οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν πρὸ τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν συγγνώμην δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοῦ δίδουσι θάνατον ἤ τὸν ἐγκαταλείπουν.

Τὸ μεγάλο βάθος ὅμως τῆς ἠρεμίας τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς συγγνώμης «οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» δὲν γνωρίζουσι τί κάμνουσι. Ὁ Κύριος ἦλθε νὰ διδάξῃ, τί πρέπει νὰ κάμνωμεν. Πόσοι ὅμως τὸ ἔμαθαν! Καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδικοί Του, οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ γνωρίσωσιν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεός, νικηθέντες ἀπὸ τὸν φόβον καταφεύγουσιν εἰς τὴν φυγήν. Τὸν ἐγκαταλείπουν τὴν στιγμήν, ὅτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι μαζί Του, Δία τῆς φυγῆς τῶν δεικνύουσιν, ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί ἔκαμνον. Πολὺ ὀλιγώτερον ἐγνώριζον, τί ἔκαμνον οἱ Φαρισαῖοι φοβούμενοι, μήπως καὶ χάσωσιν οἰκονομικὰ των καὶ κοινωνικὴν των θέσιν, οἱ πλούσιοι τὰ χρήματά των, ὁ Πιλᾶτος τὴν θέσιν του. Ἀκόμη ὀλιγώτερον ἐγνώριζε, τί ἔκαμνε ὁ Ἑβραϊκὸς ὄχλος ὑποτεταγμένος εἰς τοὺς Φαρισαίους καθοδηγητάς, ὥστε νὰ φωνάζῃ : «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Ἀκόμη ὀλιγώτερον γνωρίζουσι τί ἔκαμνον οἱ δήμιοι σταυρωταί ἐκτελοῦντες ἐντολὴν τῶν ἀξιωματικῶν των. Τὸ θῦμα των ὅμως ὑπέδειξεν εἰς ὅλους αὐτοὺς τί κάμνουν. Εἰς τοὺς μαθητάς προεῖπε τὴν φυγὴν των, εἰς τὸν Πέτρον τὴν ἄρνησιν καὶ εἰς τὸν Ἰούδα τὴν προδοσίαν. Μετὰ τὴν προφητείαν ἔδωκε καὶ καταλλήλους συμβουλάς, ὥστε νὰ προσεύχωνται οἱ μαθηταί. ἵνα μὴ εἰσέλθωσιν εἰς πειρασμόν. Εἰς Ἄνναν, εἰς Καϊάφαν καὶ Πιλᾶτον ἐδήλωσε τί κάμνουσι, ἀφοῦ ὠμολόγησε ποῖος ἦτο. Εἰς τοὺς στρατιώτας ἐδήλωσε τί κάμνουν, ὅταν τοὺς συνεχώρει κατὰ τὴν σταύρωσίν Του. Πόση εἶναι ἡ ἠρεμία τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ, διότι δὲν γνωρίζουσι τί κάμνουσι, ἂν καὶ τοὺς εἶπεν ὁ ἴδιος τί ἔπρεπε νὰ κάμουν !


Συμπεράσματα: Εἴδομεν τὸν Θεάνθρωπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Δύο μεγάλα διδάγματα λαμβάνομεν, ἂν ἴδωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεάνθρωπον καὶ τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Πρῶτον˙ οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸν Θεάνθρωπον ἔδειξαν θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν. Πᾶσα ἀνθρωπίνη κακία εἶναι θηριωδία καὶ κοροϊδία. Ὅση εἶναι ἡ ἀγριότης, ἄλλη τόση εἶναι καὶ ἡ κοροϊδία! Ὅση εἶναι ἡ κοροϊδία, ἄλλη τόση εἶναι καὶ ἡ ἀγριότης! Σκληρότης καὶ παιγνίδι, τίγρις καὶ παιδίον εἶναι τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον ἐμφωλεύει μέσα μας. Τὸ διπρόσωπον τοῦτο θηρίον εἶναι τρομερόν. Ὅταν καὶ σὺ εἶσαι σκληρὸς καὶ παίζῃς μὲ τὸν πόνον τῶν ἄλλων, ἔχεις καὶ σὺ θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν. Ἐπειδὴ δὲ ὅ,τι κάμῃς εἰς τὸν ἀδελφόν σου, τὸ κάμνεις εἰς τὸν Θεόν σου, φοβοῦ τὴν κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν, τὰς ὁποίας ἀπευθύνεις εἰς τὸν ἀδελφόν σου, διότι μεταβαίνουσιν εἰς τὸν Θεόν σου ! Πρέπει νὰ φοβῆσαι τὴν κοροϊδίαν καὶ θηριωδίαν, ὄχι μόνον, διότι ἀπευθύνονται εἰς τὸν Θεόν σου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς μεγάλης σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι μεταξὺ των. Ἡ θηριωδία μεγαλώνει μὲ τὴν κοροϊδίαν! Ἡ κοροϊδία ἔστω καὶ ἂν δὲν συνοδεύεται ὑπὸ ἐξωτερικῆς θηριωδίας, δὲν παύει ἔστω καὶ μόνη της νὰ εἶναι μεγάλο κομμάτι θηριωδίας. Ἡ κοροϊδία καὶ ἡ θηριωδία ἐγγίζουσι τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς μας, διότι ἀνοίγουν τὸν μεγαλύτερον πόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι βαθύτερος πάσης ἀνθρωπίνης χαρᾶς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν, ὅπως εἶχε καὶ ὁ Κύριος, ὅταν γενώμεθα θύματα κοροϊδίας καὶ θηριωδίας ἄλλων. Πρέπει νὰ ἔχωμεν προσοχήν, ὅταν πρόκειται νὰ εἴμεθα δράσται θηριωδίας καὶ κοροϊδίας, σκληροὶ καὶ εἴρωνες εἰς τοὺς ἄλλους.

Δεύτερον˙ Ὁ Θεάνθρωπος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἔδειξεν ἠρεμίαν, διότι δὲν ἐγνώριζον τί κάμνουσι. Καὶ πράγματι! Ἡ ἄγνοια εἶναι τόσον μεγάλη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὀλίγοι εἶναι οἱ γνωρίζοντες, τί κάμνουσι. Ἡ κατηραμένη κακὴ συνήθεια, ὁ πιθηκισμός, ἡ μίμησις δηλαδὴ ἀδιακρίτως καλῶν καὶ κακῶν πράξεων, τὰ πάθη τὰ ὁποία κρύπτονται εἰς τὸ βάθος μας, αἱ εὐχάριστοι ἱκανοποιήσεις, τὰς ὁποίας αἰσθανόμεθα εἰς τὸ αἷμά μας καὶ εἰς τὸ πνεῦμά μας, ὅταν ἁμαρτάνωμεν, εἶναι τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῶν πράξεών μας. Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς ξυπνᾷ εἰς τὸ τέλος, ὄτε δὲν μένει παρὰ στάχτη καὶ ἐντροπή, στάχτη εἰς τὸ θῦμα, ἐντροπὴ εἰς τὸν δράστην. Συγχωρεῖς καὶ σὺ τὴν φίλην σου, τὸν φίλον σου, τὸν ἀδελφόν σου, τὸν ἐχθρόν σου, ἔχων ὑπ’ ὄψιν σου τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ τῆς κακίας; Προσέχεις τὸν ἑαυτόν σου, ἔχων ὑπ’ὄψιν σου τὴν ὑπουλότητα τοῦ κάκου, τὴν δύναμιν τῆς συνηθειάς του, τὴν γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας; Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος σὲ κάμνει νὰ συγχωρῇς τοὺς ἄλλους, διότι ἡ κακία εἶναι μεγάλη εἰς ὑπουλότητα, γλυκύτητα καὶ πιθηκισμόν, εἶναι ὁ αὐτὸς ὁ ὁποῖος σοῦ ἐπιβάλλει νὰ προσέχῃς τὸν ἑαυτόν σου. Πόσον μεγάλο εἶναι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ, διότι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστωμένη συναίσθησις τοῦ κακοῦ σοῦ συνιστᾷ νὰ δίδῃς συγγνώμην εἰς τοὺς ἄλλους, προσοχὴν διὰ τὸν ἑαυτόν σου.

Ἂς συγχωρῶμεν λοιπὸν τὴν θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν τῶν ἄλλων, ἂς προσέχωμεν τὴν ἰδικὴν μᾶς θηριωδίαν καὶ κοροϊδίαν, ἵνα εἴμεθα πάντοτε ἤρεμοι. Ἀναγνῶστά μου, ἡ πλεονεξία σου κατέστησε τὸν Χριστὸν γυμνὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Αἱ διὰ τῶν χειρῶν σου γενόμενοι ἁμαρτίαι ἤνοιξαν τὰς πληγάς εἰς τὰς χεῖρας Ἐκείνου. Οἱ ἀπρεπεῖς λογισμοὶ τῆς κεφαλῆς σου εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸν ἀκάνθινον στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς Του. Ἡ ἰδική σου παράνομος ἀνακεκλιμένη ὁριζόντια θὲσις, ὅταν ἡμάρτανες σαρκικῶς, ἔφερε τὴν κάθετον ἀνακεκλιμένην ἐπώδυνον θέσιν Ἐκείνου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Ὁ ἰδικός σου ἐγωϊσμὸς ἔφερε τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ συντριβὴν καὶ ἐξευτελισμὸν Ἐκείνου ! Φτερουγίζεις, πετᾷς ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμόν σου; Μετέωρον καὶ ἐπώδυνον μεταξὺ Οὐρανοῦ καὶ γῆς ὡδήγησας τὸν Ἀρχηγόν σου.

Ὁ Κύριος συνετρίβη. Ἡ ἄψυχος φύσις ἐπίσης. Ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι; Δία τοῦτο εἴμεθα ἄξιοι δακρύων, ἐὰν εἰς τὴν σημερινὴν συντριβὴν Ἐκείνου μείνωμεν ἡμεῖς ἀσυγκίνητοι. Ἂς παρακαλέσωμεν τὸν συντετριμμένον Ἰησοῦν, ὅπως συντρίψῃ τὰς καρδίας πρὸς μετάνοιαν ! Γένοιτο !

Λόγος εἰς τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


 


αʹ. Ἰωάννης ἐν Ἐφέσῳ τῆς Ἀσίας, Ἰωάννης τῆς Ἀσίας τὸ καύχημα, μᾶλλον δὲ τῆς οἰκουμένης ὁ στῦλος, Ἰωάννης ὁ ἀγαπητὸς τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς, καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σάλπιγξ, τῶν Ἐφεσίων τὸ κλέος, καὶ τῶν περάτων ὁ κήρυξ, ἡ κιθάρα τῆς θεολογίας, Θεολόγος ἀξίως καλούμενος· τὸ Χερουβικὸν στόμα, καὶ τὸ Σεραφικὸν μυσταγώγημα, ἢ καὶ ὑπὲρ ταῦτα εἰπεῖν οὐ παραιτήσομαι. Ὃν γὰρ αἱ ἄνω δυνάμεις ἀγγέλων τρόμῳ δοξάζουσιν, Ἰωάννης μεγάλῃ τῇ φωνῇ παῤῥησίᾳ ἐκήρυξεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ πρῶτον ἤχησεν ἡ τοιαύτη θεόλεκτος βροντή· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ συνετάγη τὸ τοιοῦτον γραμματεῖον· μακαρία εἶ, ὅτι ἐν σοὶ ὁ τοιοῦτος Ἰωάννης. Καὶ ἄλλοι μὲν γὰρ Ἰωάνναι ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ καὶ ἐν σοὶ, ἀλλ' οὐδεὶς τοιοῦτος Ἰωάννης, οὔτε ἐν σοὶ, οὔτ' ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ὅθεν ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καὶ γινώσκων τὰ κρύφια τῆς καρδίας, εὑρὼν αὐτὸν τοιοῦτον, ἅγιον καὶ ἀμίαντον, ὑψηλὸν τὸν βίον, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, κεκοσμημένον τῇ ἀγνείᾳ, τετελειωμένον ἐν ἀγάπῃ. τοῦτον ὡς πιστὸν ἐν πᾶσι πιστεύειν τὴν ἰδίαν μητέρα παραδοὺς, τὴν ἀμίαντον περιστερὰν, τὴν ἄσπιλον ἀμνάδα, τὴν ἀκηλίδωτον δάμαλιν, τὴν ἀσύγκριτον ἐν ἀνθρώποις, τὴν πάντων τῶν ποιημάτων Θεοῦ ἀνωτέραν· ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἁγίων πεπίστευται.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι τοιούτου σε ἀνδρὸς πόδες πάτησαν, οὗ τὴν καθαρὰν διαγωγὴν καὶ τὰ ἴχνη ἄγγελοι ἐθαύμασαν· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι πρώτη πάσης πόλεως ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης, διὰ Ἰωάννην τὸν ἠγαπημένον· μακαρία εἶ, ὅτι πᾶσαι τῆς οἰκουμένης αἱ Ἐκκλησίαι σου μαθήτριαι τυγχάνουσι, παρὰ σοῦ διδαχθεῖσαι θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὥσπερ γὰρ ἐὰν ᾖ λύχνος ἔν τινι τόπῳ καιόμενος, καὶ πανταχόθεν πολλοὶ προστρέχοντες, ἐκεῖθεν ἕκαστος ἀνάψας θαῤῥῶν λοιπὸν πορεύεται, μηδαμῶς προσκόπτων, μηδὲ πλανώμενος· οὕτω καὶ ἐν Ἐφέσῳ γέγονε. Πρώτη ἀνάψασα τὸν τῆς θεολογίας λύχνον, πᾶσαι τῶν περάτων αἱ Ἐκκλησίαι πρὸς σὲ δραμοῦσαι, ἑκάστη τὴν ἑαυτῆς λαμπάδα τὴν θεολογίαν ἀνῆψε, καὶ ὑπέστρεψε χαίρουσα. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Καὶ ἐν Ἐφέσῳ τοῦ ἰδίου φωτὸς τῆς θεολογίας οὐκ ἠλαττώθη, καὶ ἡ οἰκουμένη τὰ ἴσα φῶτα κατέχουσα κηρύττει τὸ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Ἀναγκαῖόν τε καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ εἰς μέσον ἀγαγεῖν, ὅσον ἡμῖν δυνατὸν, ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα· πάντα γὰρ αὐτοῦ τὰ κατορθώματα οὐκ ἐξαρκέσαι πᾶς ὁ καιρὸς πρὸς διήγησιν. Τὰ μὲν γὰρ πλεῖστα ἠκούσαμεν ἐκ τῆς βίβλου τῶν Πράξεων, ὅσα συνὼν τοῖς ἀποστόλοις καλῶς ἠγωνίσατο. Ὕστερον ἐξόριστος ὑπὸ Δομετιανοῦ τοῦ τῶν Ῥωμαίων βασιλέως εἰς τὴν νῆσον τὴν καλουμένην Πάτμον γίνεται διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα τῆς εὐσεβείας, καὶ Ἐκκλησίαν συγγράφει, ἣν ἔδειξεν αὐτῷ ὁ Θεὸς, καὶ Ἀποκάλυψιν μυστηρίων ἀῤῥήτων καὶ φοβερῶν, ἔπειτα καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ τρεῖς Ἐπιστολάς.

Σκόπει δὲ τὴν ἄφατον τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, πανταχοῦ συγξενιτεύοντος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν· κἂν ἐν φυλακῇ κατέχωνται, κἂν ἐν ἐξορίαις τυγχάνωσιν, εἴτε ἐν βυθῷ θαλάσσης, εἴτε ἐν λάκκῳ κατακλεισθῶσιν, κἂν ὅπου δ' ἂν παραῤῥιφῶσιν, οὐ χωρίζεται τούτων, συμμαχῶν καὶ ἐνισχύων, καὶ τῶν πόνων ἐπικουφίζων. Εἶτα ἐπανελθὼν τῆς ἐξορίας, καταλαμβάνει τὴν Ἔφεσον, κἀκεῖσε διατρίβων συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον ὢν ἐτῶν ἑκατὸν, διαρκέσας ἕως ὅλων ἑκατὸν εἴκοσιν. Ἐκεῖσε διάγων συγγράφεται τὴν θεολογίαν, μᾶλλον δὲ ἐν οὐρανοῖς, ὅθεν αὐτὴν ἐκομίσατο· τῶν γὰρ τοιούτων ἐν οὐρανοῖς διάγει τὸ πολίτευμα. Ἐν Ἐφέσῳ διάγων, ἐν σαρκὶ, εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῆς θεολογίας τὴν σαγήνην ἐξήπλωσε λέγων, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὡς ἀληθῶς Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός· ὁ εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν. Πόσοι βασιλεῖς καὶ δυνάσται καὶ σοφοὶ ἐφώνησαν πολλάκις ἐν δυνάμει μεγάλῃ, ἀλλ' ἡ φωνὴ αὐτῶν οὐδ' ἕως τῶν τειχέων τῆς πόλεως ἔφθασε; καὶ ὁ πένης ὁ ἁλιεὺς ἐν Ἐφέσῳ ἐφθέγξατο· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ φωνὴ ἐκάλυψεν. Εἶδες στόμα πάσης φωνῆς ὑψηλότερον; εἶδες γλῶσσαν ἀστραπῆς ὀξυτέραν; εἶδες φωνὴν πάσης βροντῆς τρανοτέραν; εἶδες δύναμιν τοιαύτην; διδάσκαλον ἀπὸ τῆς Ἐφέσου πάντα τὰ ἔθνη μαθητεύοντα, καὶ θεολογεῖν διδάσκοντα· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Αὕτη ἡ φωνὴ τὴν οἰκουμένην ἡλίευσε, καὶ σαλευομένην ἐστήριξεν· αὕτη ἡ φωνὴ τὸν κόσμον ἐφώτισε, καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπάλου ἐνίσχυσεν· αὕτη ἡ φωνὴ τῶν πολλῶν ἀνάστασις καὶ σωτηρίας πρόξενος τινῶν δὲ πτῶσις καὶ καθαίρεσις διὰ τὸ ἀντιλεγόμενον σημεῖον· τῶν μὲν πιστευόντων, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἦν, ἀνάστασις· τῶν δὲ λεγόντων, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο, πτῶσις καὶ σιωπή. Πολὺ γὰρ πλῆθος τῶν αἱρετικῶν τότε ἐπαναστάντες ἐσάλευον τὴν Ἐκκλησίαν, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος λαλοῦντες, καὶ λέγοντες, ὅτι ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Ὦ στόματα μιαρὰ, καὶ γλῶσσαι ἐβδελυγμέναι, καὶ χείλη ἰοῦ ἀσπίδων πεπληρωμένα!

Τί ταύτης τῆς βλασφημίας χεῖρον; τί ταύτης τῆς ἀθεΐας ἀτιμότερον; Ὅθεν ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης μηκέτι φέρων ἀκούειν τὰς τούτων μιαρὰς φωνὰς, συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον, παρακαταθεὶς τῇ Ἐκκλησίᾳ μέγαν θησαυρὸν, τὸν τέταρτον ποταμὸν, τὸν πολύτιμον μαργαρίτην. Ἐπανελθὼν γὰρ, ὡς προείρηται, ἀπὸ τῆς ἐξορίας εἰς Ἔφεσον, καὶ κατανοήσας λοιπὸν, ὅτι τῶν λοιπῶν εὐαγγελιστῶν αἱ βίβλοι κατηρτίσθησαν, καὶ πᾶσα σχεδὸν θεόπνευστος Γραφὴ πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας, λείπει δὲ ὁ τέταρτος τῆς οἰκουμένης θεμέλιος, καὶ ὅτι τούτου ἐκτὸς τὴν οἰκουμένην σταθῆναι οὐκ ἔνι ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων. Τί ἀναβάλλομαι; τί, φησὶ, μακροθυμῶ ἔτι; τί οὐ προσφέρω εἰς μέσον τὸ ἀπὸ τῶν αἰώνων κεκρυμμένον μυστήριον; τί ἀποκρύβω ἑαυτῷ τὴν ἀπὸ τῶν αἰώνων σοφίαν, ἣν ἐκ τῆς ἀθανάτου πηγῆς ἐπιπεσὼν εἵλκυσα; τί οὐ δημοσιεύω, ὃν ἄγγελοι ἀγνοοῦσι; τί οὐκ ἀποκαλύπτω τοῖς πέρασιν, ὃν οὐδεὶς ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ; τί οὐ γράφω, ὅπερ Ματθαῖος καὶ Μάρκος καὶ Λουκᾶς δι' ἐπαινουμένην δειλίαν παρασιωπήσαντες παρέδραμον, τελέσαντες τὰ προστεταγμένα αὐτοῖς; Ὅθεν λαλήσω κἀγὼ κατὰ τὴν δοθεῖσάν μοι δωρεὰν ἄνωθεν. Ματθαῖος μὲν ὅσον ἐχώρει, ἔγραψε κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, Μάρκος δὲ καὶ Λουκᾶς ὁμοίως κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χορηγίαν τὰς ἑαυτῶν βίβλους θεοπρεπῶς ἐδογμάτισαν.

Γράψω κἀγὼ καὶ προσθήσω τοῖς ἔμπροσθεν τὴν τετάρτην πηγὴν τῆς ζωῆς. Λείπει γὰρ εἰς θεοσύστατον φωνὴν ὁ περὶ θεολογίας λόγος, καὶ κινδυνεύει ὁ κόσμος ἐν τῷ μέρει τούτῳ. Γράψω βίβλον, δι' ἧς ἐμφραγῇ πᾶν στόμα λαλοῦν κατὰ Θεοῦ ἀδικίαν· γράψω βίβλον τὴν καλύπτουσαν πᾶσαν ἐν κόσμῳ σοφίαν· γράψω βίβλον, οὐ περὶ ἀνθρώπου διηγουμένην. Οὐ γὰρ λείπει τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἃ περὶ τούτων ἔγραψε Μωϋσῆς περὶ οὐρανοῦ τε καὶ γῆς καὶ θαλασσῶν καὶ ἰχθύων καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων, καὶ ἑρπετῶν καὶ φυτῶν καὶ σπερμάτων καὶ φωστήρων καὶ βρωμάτων καὶ λοιπῆς κτίσεως· ἐγὼ δὲ πάντα τὰ ἀπὸ χρόνου καὶ ἐν χρόνῳ γινόμενα καταλείψας, λαλήσω περὶ τοῦ ἀχρόνου καὶ ἀκτίστου τοῦ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντος Θεοῦ Λόγου, περὶ οὗ Μωϋσῆς οὗτος εἰπεῖν οὐκ ἴσχυσεν· ἐγὼ δὲ Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ. Ταῦτα ἐν ἑαυτῷ σκεπτόμενος ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, καὶ τὸν γραφικὸν κάλαμον ἐν τῇ χειρὶ κατέχων, καὶ ἐννοῶν πῶς τῆς θεολογίας ἄρξηται, χαίρων μὲν τῇ ψυχῇ, τρέμων δὲ τῇ χειρὶ μετάρσιος γίνεται, καὶ τῷ σώματι ἐν Ἐφέσῳ ὢν τῇ καθαρᾷ καρδίᾳ τῷ πνεύματι μετέωρος ὑπῆρχε. Καταλείψας οὖν πᾶσαν τὴν γῆν, διεπέρασε τὸν ἐν μέσῳ κεχυμένον ἀέρα, παρέδραμε τὰς τῶν ἀστέρων διακοσμήσεις, παρῆλθε τὰς στρατιὰς τῶν ἀγγέλων, τὰς τῶν ἀρχαγγέλων χοροστασίας, καὶ πάσας τὰς νοερὰς δυνάμεις, Χερουβὶμ καὶ Σεραφὶμ τάγματα, καὶ πάντα, ὅσα ἐξ οὐκ ὄντων παρήχθη, κατέλιπε, καὶ ὑπερέβη πάντας τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὅσα οὐκ ἦν παρέδραμε. Προσήγγισε τοὺς ὅρους τῶν ἀνεφίκτων, καὶ οὐδεὶς ὁ κωλύων ἢ ἐμποδίζων τὴν τούτου ἄνοδον. Πᾶς γὰρ ἄσπιλος τῷ σώματι, καθαρὸς δὲ τῇ καρδίᾳ, καὶ τὴν ψυχὴν ἄκακος, καὶ ταπεινὸς τῷ πνεύματι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀερικῶν πνευμάτων ἐμποδίζεται, οὔτε ὑπὸ τῶν οὐρανίων δυνάμεων κωλύεται ἀνελθεῖν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἔνθα πάντες οἱ μακάριοι συνάγονται, ὥσπερ οὗτος ὁ μακάριος ἀπόστολος ὁ μικρότερος Ἰωάννης, καὶ μείζων τοῦ μεγάλου ἁγίου Ἰωάννου.

Διὰ πάντων οὖν παρῆλθε, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιβαίνων. Ἄγγελοι γὰρ ὁρῶντες ἀπὸ γῆς ἄνθρωπον ἀγγέλων ἐνδοξότερον, μηδὲν ἔχοντες εἰπεῖν, ἐσιώπων· οἱ τῶν ἀγγέλων δὲ χοροὶ ἄλλον ἀπὸ γῆς ἄγγελον λαμπρὸν τῇ παρθενίᾳ, πλήρη ἁγιασμοῦ, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, ἐμπεπλησμένον εὐωδίας κατασχεῖν οὐκ ἐτόλμησαν. Αἱ πύλαι τῶν οὐρανῶν πάλιν ἰδοῦσαι ξένον πρόσωπον δεδοξασμένον, ὑπὲρ τὸν ἥλιον θείας ἀκτῖνας ἀποστίλβοντα, καὶ ὑπονοοῦσαι τοῦτον εἶναι, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐν τῷ στήθει αὐτοῦ ἐν πολλῇ καθαρόθητι ἀναπεσόντα, ὅθεν καὶ ἡ τοιαύτη αὐτῷ δόξα περικέχυται, σπουδαίως ἀνεῳχθεῖσαι τὴν εἴσοδον παρεχώρουν. Εἶτα ἐπλησίασε λείπων τὰ ἀνεπίβατα· ἔφθασεν εἰς τὸν ἄνω βυθόν. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ἀληθὴς ἡ θεία φωνὴ διὰ τοῦ προφήτου λέγουσα, Ἀλλ' ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω· καθὼς περὶ τούτου καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ προεφήτευσεν, ὅτι Τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν· καὶ πάλιν, Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς. Τί γὰρ μεῖζον τούτου τοῦ θαύματος, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀφικέσθαι ἄνθρωπον χοϊκόν; Ἐν πολλῇ παῤῥησίᾳ, καὶ ὅσα δυνατόν ἐστι θεαθῆναι, ἐθεάσατο, καὶ εἰς τὰ ἐπέκεινα αὐτὸν φιλονεικεῖν βουλόμενον, Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται, καθὼς γράφει Παῦλος ὁ ἀπόστολος· καθὼς καὶ αὐτὸς Ἰωάννης τὰ ὅμοια, ὅτι Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ὅτι Παῦλος μὲν καλῶς ἔγραψε λέγων· Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται. Ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ἔστι, τὰ κατὰ ἀνθρώπους, οὔτε τὰ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ φύσιν· οὔτε τῆς δουλείας, ἀλλὰ τῆς υἱοθεσίας καὶ φιλίας (Ὑμεῖς γὰρ φίλοι μου ἐστὲ, οὐκέτι καλέσω ὑμᾶς δούλους)· οὔτε μὴ καθαρὰ, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ λαλούμενα, καθὼς πρὸς αὐτοὺς ἡ θεία φωνὴ λέγει, ὅτι Ὑμεῖς καθαροί ἐστε· οἱ δὲ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Ταῦτα τοίνυν τὰ μέγιστα καὶ θεῖα χαρίσματα ἐπιφερόμενος ὁ Ἰωάννης, καὶ τεθαῤῥηκὼς ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπέραντον πέλαγος, καὶ τοῖς ἀμιάντοις αὐτοῦ τῆς καρδίας ὀφθαλμοῖς θεασάμενος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς τὸν συνάναρχον Λόγον, τὸν πρὸ πάντων αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντα, καὶ μηκέτι τὴν ἀνεκλάλητον ἐκείνην χαρὰν ἐν ἑαυτῷ κατέχειν ἐνισχύων τὸ ἅγιον καὶ σεραφικὸν αὐτοῦ στόμα, καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἀνέκραξε λέγων· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Βλέπε μοι σύνεσιν ἁλιέως, σκόπησον σοφίαν ἀνδρὸς ἀγραμματίστου. Εἶδές μοι ὕψος διδασκάλου ἀδιήγητον, ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν θεώμενον; Τῷ πνεύματι εἰς τὸν ἄνω βυθὸν ἀπεδήμησε, καὶ ἐκ τοῦ πατρικοῦ κόλπου τὴν θεολογίαν ἁλιεύσας τῷ σώματι κάτω ἔγραφεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ἀκούσατε, οἱ πιστοὶ, καὶ στηρίχθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· ἀκούσατε, οἱ γλωσσαλγοῦντες ἀντίλογοι, καὶ αἰσχύνθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Μηκέτι παῤῥησιάζεσθε βλάσφημοι, μηκέτι πολεμεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν ἀντίχριστοι· μηκέτι παρανομεῖτε, μηκέτι ὑψοῦτε κέρας, Μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν, καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν, λέγοντες, ὅτι Ἦν πότε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. Αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ προῆν, καὶ ἀεὶ ἦν, οὔτε ἀρξάμενος, οὔτε παυσάμενος τοῦ εἶναι, οὔτε ἐν χρόνῳ ὁ ἄχρονος, οὔτε κτίσμα, ἢ ποίημα· αὐτὸς γὰρ ποιητὴς καὶ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων. Πάντα γὰρ δι' αὐτοῦ ἐγένετο. Ἀληθῶς καὶ νῦν εἰπεῖν καιρὸς ἐκεῖνο τὸ προφητικὸν λόγιον, Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν· οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν.

Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰωάννῃ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ' αὐτοῦ. Θέασαί μοι γὰρ διὰ μιᾶς φωνῆς πῶς Τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐκατόρθωσεν, ἥτις οὐ σαλευθήσεται· βλέπε μοι ἕνα ἄνθρωπον ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὸν κόσμον ὅλον θεολογίαν διδάξαντα· κατανόησον, πόσαι κατὰ ἀνατολὴν πολιτεῖαι, πόσαι χῶραι, πόσαι Ἐκκλησίαι, πόσαι πάλιν ἐπὶ δυσμὰς ἡλίου, καὶ τὴν μεγάλην Ῥώμην ὁμοίως, καὶ ἐπὶ τὰ πλευρὰ, καὶ ἐπὶ τὰ μέρη τοῦ νότου, τήν τε Καππαδόκων χώραν, καὶ τὰ ἐν μέσῳ πάντα, νήσους, ἐρήμους, καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Ἐννόησον πάλιν τῶν Ἐκκλησιῶν τὰ πλήθη, τὸν κλῆρον, καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, εἰ δύνασαι ἐξαριθμῆσαι τούτους.

Ἀλλ' εὐκοπώτερον ἄμμον θαλάσσης ἐξαριθμῆσαι ἢ τοσαῦτα πλήθη. Καὶ οὗτοι πάντες μαθηταὶ Ἰωάννου, παρ' αὐτοῦ διδαχθέντες θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦτο ψάλλουσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ὁδοιπόροι, καὶ πελάγιοι καὶ πλωτῆρες τοῦτο μελῳδοῦσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ἰδιῶται καὶ σοφοὶ, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ πᾶς ὅστις ἐννοεῖ, ταῦτα θεολογεῖ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ λοιπὸν ἐν τῷ πληθυνθῆναι πανταχοῦ κράζοντας ἀπαύστως τὸ Ἦν καὶ ἦν ἐξέλιπον οἱ λέγοντες τὸ Οὐκ ἦν. Οἱ θεολογοῦντες ἐπληθύνθησαν, καὶ οἱ ματαιολογοῦντες ἐξέλιπον· οἱ εὐσεβεῖς προέκοψαν, καὶ οἱ ἀσεβεῖς προσέκοψαν· οἱ πιστοὶ εὐφράνθησαν, καὶ οἱ ἄπιστοι ἐτάκησαν. Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξηλέγχθησαν, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου κατηργήθησαν.

Ἀλλὰ μέχρι τίνος οὐ στήσω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον; Καὶ γὰρ εἰ ἐπιμενῶ τοῦ λέγειν, οὐ μὴ φθάσω τὸ ὕψος διηγήσασθαι τῆς τούτων δόξης. Τὴν γὰρ δόξαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ διδάσκαλος, δέδωκεν αὐτοῖς. Καὶ τί λοιπὸν ἐπιμένω διήκων ἀνέφικτα; Καὶ γὰρ καὶ ἅπερ εἰπεῖν ἐτολμήσαμεν, οὐχ ὅσον ἄξιον τοῦ προκειμένου χοροῦ τῶν ἁγίων μαθητῶν, ἀλλ' ὅσον δυνατὸν τῇ ἡμετέρᾳ δυνάμει· τὸ γὰρ τούτους ἐπαξίως ἐγκωμιάσαι πᾶς ἄνθρωπος ἀπορεῖ. Ὅθεν κἀγὼ φόβῳ λαλῶ, ἃ λαλῶ περὶ τούτων, μή πως διὰ τὴν οἰκείαν ἀνικανίαν, καὶ τὸ σμικρὸν τοῦ λόγου καὶ πενιχρὸν, σμικρύνω τούτων τοὺς ἐπαίνους, καὶ ἀγανακτεῖν αὐτοὺς κατ' ἐμαυτοῦ παρασκευάσω. Πλὴν ὥσπερ εἰς πάντας συμπαθεῖς ὄντες, καὶ τανῦν συγγνώσονται τῇ ἡμετέρᾳ ἀσθενείᾳ. Εἰ γὰρ λοιδορούμενοι εὐλογοῦσι, διωκόμενοι ἀνέχονται, δυσφημούμενοι παρακαλοῦσι, πολλῷ μᾶλλον ἐγκωμιαζόμενοι κατὰ τὴν ἡμῶν δύναμιν οὐ μὴ ἀγανακτήσουσιν ἐπιστάμενοι τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως, εἰ καὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν νῦν εἰληφότες παρὰ τοῦ ἀγαπήσαντος Θεοῦ. Καὶ λοιπὸν οἱ ποτὲ πτωχοὶ γεγόνασι πλούσιοι, οἱ ἄδοξοι ἔνδοξοι, οἱ ἀγράμματοι σοφοὶ, οἱ τῶν ἰχθύων ἁλιεῖς, ἁλιεῖς ἀνθρώπων· καὶ οὕτω τὸν δρόμον τελέσαντες ἐξεδήμησαν πρὸς τὴν οὐκ ἔχουσαν τέλος ζωὴν, πρὸς τὸν ἑαυτῶν διδάσκαλον καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν· αὐτῷ ἡ δόξα. Ἀμήν.


βʹ. Τοῖς αὐτῶν διαδόχοις παραδεδωκότες τὰς σαγήνας καὶ τὰ θήρατρα, τὴν δὲ ἐξουσίαν, ἣν εἰλήφασι παρὰ τοῦ πᾶσαν ἐξουσίαν ἔχοντος ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶ, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.

Τούτων τοίνυν ὡς προείρηται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχοντίαν καὶ τὸν ζῆλον διαδέχονται οἱ τίμιοι διδάσκαλοι, οἱ ἱεράρχαι, καὶ ποιμένες τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, κατ' ἴχνος τῶν ἀποστόλων βαδίζοντες, οἱ γενναῖοι τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι, οἱ τὸ χρῆμα τοῦ νόμου παραδραμόντες, καὶ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα παραλαβόντες, οἱ δίκην ἀρότρου ἀνορύττοντες, καὶ βαθύνοντες, καὶ ἐρευνῶντες, καὶ τὸν νοῦν ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς πᾶσι τηλαυγῶς φανερώσαντες, οἱ τὴν πίστιν τρανώσαντες καὶ τὴν κακοπιστίαν ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς ὀρθοδόξους τοῖς θείοις δόγμασι στηρίξαντες, καὶ τοὺς κακοδόξους τοῖς θείοις βέλεσι ῥήξαντες, οἱ τῆς κατανύξεως οἶνον κεκρυμμένον εὑρόντες, καὶ τὴν ποίμνην διψῶσαν ποτίσαντες, οἱ τὸν ποιμενικὸν αὐλὸν ἀναλαβόντες, καὶ τὰ θεῖα σαλπίσαντες· οἱ λειτουργοὶ καὶ φύλακες καὶ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος, οἱ τῶν θείων δογμάτων ῥήτορες, καὶ ῥομφαῖαι κατὰ τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τεθέντες ἐπίσκοποι, ὡς ἔφη ὁ ἅγιος Παῦλος· Ποιμάνατε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· οἱ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις μὴ παραιτησάμενοι, καὶ τὸν ἐπηγγελμένον τῆς ζωῆς στέφανον κομισάμενοι· οἱ τὰς νεωτερικὰς ἐπιθυμίας ἀποφυγόντες, καὶ τὴν μακαρίαν ἐλπίδα κληρονομήσαντες· οἱ στρατηγοὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, οἱ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ πλούσιοι, καὶ πτωχοὶ τῷ πνεύματι· οἱ μιμηταὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τύποι τῶν πιστῶν· οἱ τῶν πόλεων ἀγελάρχαι καὶ τῆς οἰκουμένης κήρυκες· οἱ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ποίμνης θέντες, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐκχέαντες· οἱ τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον Ἀβραὰμ μιμησάμενοι, καὶ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἀναπαυσάμενοι· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι ἐκδικηταὶ τοῦ Κυρίου, τὴν φάσιν δεξάμενοι περὶ τῶν δυσωνύμων καὶ κακοδόξων, οἳ τὰς θείας Γραφὰς στρεβλώσαντες καὶ τὴν ἀλήθειαν συγχέαντες, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἐκνεύσαντες ψυχὰς αἰχμαλωτεύουσιν, εἰς τὸ ἀΐδιον ἕλκοντες τῆς αἱρέσεως σκότος, συναθροισθέντες ἅμα πάντες ὁμοφρόνως οἱ πιστοὶ, Δαυϊδικὸν ζῆλον, δίκην λίθων τὰ θεῖα λόγια ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, ἤγουν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἄῤῥηκτον πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος ἀναλαβόντες, παρετάξαντο πόλεμον κατὰ τῶν ἀναριθμήτων καὶ ἀθέων αἱρετικῶν, σύμψυχοι τὸ ἓν συμφωνοῦντες καὶ λέγοντες μετὰ τοῦ Ἀποστόλου, Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα, Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ὁ φωτισμὸς πάντων, μία θεότης, εἷς Θεός· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.