Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2012

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



 
ΔΕΥΤΕΡΑ (βράδυ) 28 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΧΡΟΝΙΚΟ», του Γεωργίου Φραντζή

Επίσης, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε εκείνο το φοβερό βράδυ της Δευτέρας όλους τους άρχοντες, τους δημάρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού, στους οποίους είπε τα παρακάτω λόγια:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει.
Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι' αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων.

  Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας. Αν λοιπόν, αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα αν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα. 


Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ' όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας.
Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού.  

Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.
 Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ' όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.
Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου? 
  Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, και όπου οι άγγελοι υμνούν το Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέρφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα».
  
  
ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
«ΞΥΓΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Μιχαήλ Κριτόβουλου

   
«Στη συνέχεια ο σουλτάνος με δυνατή φωνή κάλεσε κοντά του τους υπασπιστές του και τους οπλίτες του και όλο το υπόλοιπο υπ' αυτόν στρατιωτικό σώμα και είπε: «Ορμάτε, φίλοι μου και παιδιά μου, τώρα είναι που πρέπει να φανείτε παλικάρια». Κι αυτοί, με κραυγές και αλαλαγμούς που προκαλούσαν φρίκη, πέρασαν την τάφρο και έφτασαν στο εξωτερικό τείχος. Αυτό το τείχος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου γκρεμιστεί και, αντί γι' αυτό, υπήρχε μόνο ένας ξύλινος φράκτης από μεγάλα δοκάρια και δεμάτια από κληματσίδες, μαζί με κάτι ξύλα και πιθάρια από χώμα.
Στο σημείο αυτό έγινε μάχη δυνατή, έτσι που πιάστηκαν στα χέρια και χρησιμοποίησαν αγχέμαχα όπλα. Οι υπασπιστές και η φρουρά του σουλτάνου αγωνίζονταν να απωθήσουν τους υπερασπιστές του τείχους και να υπερκεράσουν το φράκτη, ενώ οι Έλληνες και οι Ιταλοί πάλευαν να τους αποκρούσουν και να περισώσουν αυτό το φράκτη. Κι άλλοτε οι επιτιθέμενοι κατάφερναν, πολεμώντας με πάθος και ορμή αλόγιστη, ν' ανεβαίνουν στο τείχος και να περνούν το φράκτη, άλλοτε πάλι αποκρούονταν και απομακρύνονταν. Στο μεταξύ, βέβαια, κι ο ίδιος ο σουλτάνος, προσπαθώντας να τους ενθαρρύνει, ακολουθούσε από κοντά και πολεμούσε κι ο ίδιος με γενναιότητα.
Τότε έδωσε και στους κανονιέρηδές του το σύνθημα να πυροδοτήσουν τα κανόνια. Κι αυτά, καθώς πήραν φωτιά, εξαπέλυσαν τα λιθάρια τους ενάντια στους υπερασπιστές του τείχους και σκότωσαν αρκετούς άντρες που βρέθηκαν εκεί, κι από τις δύο παρατάξεις.

Έτσι λοιπόν, και ενώ και οι δύο πλευρές πολεμούσαν παλικαρίσια και με πάθος, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τελικά υπερίσχυσαν οι Έλληνες και ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους, όπως βέβαια και ο Ιουστινιάνης και οι δικοί του, ώστε διατήρησαν και εξασφάλισαν την κατοχή του φράκτη, αποκρούοντας με γενναιότητα τους επιτιθέμενους. Έτσι εξελίχθηκαν εδώ τα πράγματα.
Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατηγοί και διοικητές με τα στρατιωτικά τους σώματα, όπως βέβαια και ο αρχηγός του στόλου, επιτέθηκαν και αυτοί στο τείχος κι από τη στεριά και από τη θάλασσα και πολεμούσαν με δύναμη, άλλοι ρίχνοντας βέλη με τους τοξότες τους και λιθάρια με τα κανόνια τους, κι άλλοι κουβαλώντας σκάλες στο τείχος και γέφυρες και ξύλινους πυργίσκους και ποικίλες άλλες πολιορκητικές μηχανές. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, επιχείρησαν με ορμή να ανέβουν στο τείχος, ιδιαίτερα από την πλευρά που είχε παραταχθεί ο Ζάγανος και ο Καρατζίας. 

Ο ένας από αυτούς, ο Ζάγανος, αφού πέρασε χωρίς ζημιά τη γέφυρα και κουβάλησε σκάλες και άλλα αναρριχητικά μέσα, προσπάθησε να σπρώξει τους στρατιώτες του ν' ανέβουν στο τείχος με το ζόρι, ενώ ταυτόχρονα, έχοντας τους τοξότες και τους τυφεκιοφόρους που βρίσκονταν στα εντός του λιμανιού περιπλέοντα πολεμικά πλοία, χτύπησε από τα καταστρώματά τους τους υπερασπιστές των επάλξεων του τείχους από το δεξιό τους πλευρό.
Ο Καρατζίας, από την άλλη, περνώντας την τάφρο και πολεμώντας με γενναιότητα, προσπάθησε να πηδήσει στην εσωτερική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους.

Όμως οι Έλληνες αντιστάθηκαν με επιτυχία και έδιωξαν και αυτούς τους επιτιθέμενους και γενικά πολέμησαν γενναία και αναδείχτηκαν άριστοι και υπέρτεροι μαχητές. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους αποσπάσει από το καθήκον τους, ούτε η πείνα ούτε η αγρύπνια ούτε ο ασταμάτητος πόλεμος ούτε οι τραυματισμοί ή οι σφαγές και οι θάνατοι των δικών τους, που έβλεπαν μπροστά τους, κανένα απ' όλα αυτά τα φοβερά κακά, ώστε να υποχωρήσουν κάπως και να μεταβάλουν την αρχική τους αποφασιστικότητα και ορμητικότητα. Αντίθετα διατήρησαν μέσα τους, σ' όλες τις περιστάσεις, την αρχική τους ορμητικότητα έως ότου τους πρόδωσε η πανούργα, η άδικη τύχη».
ΤΡΙΤΗ (ξημέρωμα) 29 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», του Μιχαήλ Δούκα

«Απ' την άλλη μεριά οι Τούρκοι, λίγο-λίγο και καλυπτόμενοι από ασπίδες, πλησίασαν τα τείχη και τοποθέτησαν σκάλες. Ωστόσο, καθώς τους εμπόδιζαν οι λιθοβολητές απ' τα τείχη, τίποτε δεν είχαν επιτύχει ακόμα. Συνεπώς η επίθεσή τους είχε αποκρουστεί. Οι Έλληνες πάλι, μαζί με τον αυτοκράτορα, είχαν αντιπαραταχθεί και πολεμούσαν τους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μοναδικός στόχος τους ήταν να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να μπουν στην Πόλη απ' τα γκρεμισμένα τείχη.

Έκαναν όμως λάθος, καθώς το θέλημα του Θεού ήταν να μπουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά από άλλη ατραπό. Όταν δηλαδή οι Τούρκοι είδαν το παραπόρτι για το οποίο ήδη μιλήσαμε (η Κερκόπορτα), ανοιχτό και αφύλαχτο, περίπου πενήντα άνδρες, οι πιο φημισμένοι και οι πιο πιστοί δούλοι του Μωάμεθ, πήδησαν μέσα, ανέβηκαν στα τείχη ξεφυσώντας φωτιά, σκοτώνοντας όποιους συναντούσαν μπροστά τους και χτυπώντας τους ακροβολιστές.
Αλήθεια, τι φρικτό θέαμα ήταν εκείνο! Από τους Έλληνες και τους Λατίνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να απωθούν όσους έστηναν τις σκάλες, άλλοι σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι, κλείνοντας τα μάτια έπεφταν στο κενό, συντρίβοντας τα σώματά τους και δίνοντας έτσι οικτρό τέλος στη ζωή τους. Τώρα πια οι επιτιθέμενοι έστηναν τις σκάλες, χωρίς κανένα εμπόδιο και σαν αετοί σκαρφάλωναν στο τείχος.
   
   Οι Ρωμαίοι που πολεμούσαν μαζί με τον αυτοκράτορα δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, καθώς ήταν μακριά απ' αυτούς το σημείο από το οποίο οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άλλωστε όλη την προσοχή τους την είχαν αποσπάσει οι απέναντι εχθροί, οι οποίοι ήσαν δυνατοί και τόσοι πολλοί, ώστε αντιστοιχούσε ένας Έλληνας προς είκοσι Τούρκους, ενώ κι αυτός ο ένας Έλληνας δεν γνώριζε την πολεμική τέχνη τόσο καλά όσο ένας τυχαίος Τούρκος. Σ' εκείνους λοιπόν είχαν συγκεντρώσει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα τους.

Τότε ξαφνικά, βλέπουν βέλη να τους έρχονται απ' το πάνω μέρος των τειχών και να τους σκοτώνουν. Στρέφουν το βλέμμα προς τα εκεί και διαπιστώνουν ότι είναι Τούρκοι. Βλέποντάς τους, σπεύδουν να γλιτώσουν στο εσωτερικό του τείχους. Και καθώς το πλήθος που προσπαθούσε να εισέλθει από την πύλη, την επονομαζόμενη Χαρισού, ήταν μεγάλο, προκλήθηκε φοβερός συνωστισμός. Πάνω σ' αυτόν, οι σωματικά δυνατότεροι κατάφερναν να μπουν πατώντας κυριολεκτικά τους σωματικά αδύναμους.

Όταν η παράταξη του τυράννου είδε την οπισθοχώρηση των Ρωμαίων, με μια φωνή όρμησαν καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους αμύντορες της Πόλης. Φτάνοντας στην πύλη δεν μπόρεσαν να την περάσουν, καθώς αυτή είχε κλείσει απ' τα σώματα των σκοτωμένων, αλλά και των ετοιμοθάνατων. Έτσι οι περισσότεροι Τούρκοι έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη απ' το γκρεμισμένο τείχος και κατέσφαζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους.
Ο αυτοκράτορας δεν έκανε πίσω, στάθηκε για λίγο κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα και είπε: «Δεν υπάρχει κάποιος χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι»; Κι αυτό γιατί είχε μείνει ολομόναχος. Τότε ακριβώς ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά ο αυτοκράτορας ανταπόδωσε το χτύπημα. Ωστόσο, ένας άλλος Τούρκος, ερχόμενος από πίσω, του κατάφερε καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος σωριάστηκε στο έδαφος, Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι αυτοί δεν γνώριζαν ότι ήταν ο αυτοκράτορας, αφού τον σκότωσαν σαν να ήταν ένας κοινός στρατιώτης, τον άφησαν να κείτεται στο χώμα. 

    
ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 

«ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», του Νέστορος Ισκεντέρη


«Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους. Κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: «Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει».

Γιατί οι αμαρτίες έρχεται η ώρα και κρίνονται από το Θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες και οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών. Μεγάλη η δύναμη του πονηρού κι άπειρα τα κακουργήματά του.

Αλίμονο σε σένα, Εφτάλοφη, τώρα που έπεσες στα χέρια των άπιστων, τόση ήταν η δόξα που σου εδώρισε η χάρη του Κυρίου, άλλοτε λαμπρύνοντάς σε και μεγαλύνοντάς σε όσο καμιάν άλλη χώρα, άλλοτε τιμωρώντας σε με μύριες όσες τιμωρίες και νουθετώντας σε με τη δοκιμασία και με περίφημα θαύματα κι άλλοτε πάλι χαρίζοντάς σου ένδοξες νίκες κατά των εχθρών ούτε μια στιγμή δεν έπαψε να σε νουθετεί και να σε καλεί στο δρόμο της σωτηρίας σου και σου εχάρισε κι όλα τα καλά του επίγειου βίου και τα πιο λαμπρά στολίδια.

Τα ίδια κι η υπεραγία Θεοτόκος, μητέρα του Χριστού και Θεού μας, με άπειρες ευεργεσίες κι αναρίθμητες δωρεές σ' ελέησε και σε υπεράσπισε σ' όλους τους καιρούς. Όμως η αφροσύνη σου αποστράφηκε τα ελέη και τα δώρα του Θεού κι ενέδωσες στις πονηρίες και ανομίες και τώρα να, σ' έπληξε η οργή του Θεού και σε παραδίνει στα χέρια των εχθρών σου και ποιος να μην κλάψει γι' αυτά, ποιος να μην θρηνήσει

Εκεί ένας Σέρβος εβγήκε μπροστά του (στον Μωάμεθ) και του έφερε το κεφάλι του καίσαρα. Αυτός καταχάρηκε κι εφώναξε αμέσως τους άρχοντες και στρατηγούς κι ερώτησε να μάθει αν αλήθεια είναι του καίσαρα το κεφάλι. Εκείνοι κατατρομαγμένοι αποκρίθηκαν: «Είναι το αληθινό κεφάλι του καίσαρα». Τότε αυτός το ασπάστηκε και είπε: «Μα την αλήθεια, ο ίδιος ο Θεός σ' έφερε στον κόσμο και σ' έκανε και καίσαρα. Γιατί λοιπόν να πας έτσι άδικα χαμένος»; Κι έστειλε την κεφαλή στον Πατριάρχη να την χρυσώσει και να την ασημώσει και να την φυλάξει καταπώς αυτός γνωρίζει. Ο Πατριάρχης επήρε την κάρα και την εκλείδωσε σε αργυρό και χρυσωμένο σκεύος και την έκρυψε στη μεγάλη εκκλησία κάτω από την αγία τράπεζα. Από άλλους όμως ακούσαμε ότι κάποιοι που εσώθηκαν, από αυτούς που ήταν μαζί με τον καίσαρα στη Χρυσή Πύλη, επήραν κρυφά το σώμα, εκείνη την ίδια νύχτα, και το επήγαν στον Γαλατά και εκεί τον έχουν θαμμένον».

«Στις 29 Μαΐου 1453 ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα»

Με τη φράση αυτή ο Άγγλος βυζαντινολόγος Στίβεν Ράνσιμαν περιγράφει την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς, τις εκτεταμένες λεηλασίες και την πανηγυρική είσοδο του Μωάμεθ του Πορθητή στην Αγία Σοφία το βράδυ της άλωσης, όπου, «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», ευχαρίστησε τον Αλλάχ.
Οι αιτίες της πτώσης
Η κατάληψη της Πόλης από τους Μωαμεθανούς ήταν το τραγικό τέλος μιας θλιβερής ιστορίας με ποικίλες διαπλοκές, εντός και εκτός των τειχών. Το ειδεχθές έγκλημα των σταυροφόρων του 1204, η πνευματική παρακμή, τα θρησκευτικά πάθη, οι προσπάθειες επιβολής της Ένωσης των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς, οι εμφύλιοι σπαραγμοί και η περικύκλωση της Κωνσταντινούπολης από διάφορους εχθρούς ήσαν από τις κυριότερες αιτίες της πτώσης της Βασιλεύουσας. Ιδιαιτέρως δε η αίσθηση της αυτάρκειας και η λήθη των ευεργεσιών του Θεού, δεν επέτρεπαν την αλλαγή της νοοτροπίας, παρόλο που, όπως αναφέρεται σε ιστορικές πηγές, ο Θεός προειδοποιούσε, τόσο με φωτισμένους ανθρώπους, όσο και με διάφορα φυσικά φαινόμενα, για την επερχόμενη καταστροφή.
Οι διοικούντες την Πόλη, ενώ η οθωμανική λαίλαπα βρισκόταν προ των πυλών, αναζητούσαν την ανθρώπινη βοήθεια προς τα μέρη της Ευρώπης. Ωστόσο, για να βοηθήσει ο Πάπας έθεσε ξανά την ’Ενωση ως όρο. Με τη σύμφωνη γνώμη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη αντιπροσώπους, για το σκοπό αυτό. Όμως, η συμπεριφορά τους προκάλεσε την αντίδραση αντί να φέρει την ομόνοια. Τα τραύματα από τις σταυροφορίες ήταν ακόμη νωπά, αλλά και η κακομεταχείριση των Ορθοδόξων από τους Ρωμαιοκαθολικούς συνεχιζόταν, σε κάποιες περιοχές. Ταυτόχρονα δε, οι οικονομικοί παράγοντες έβλεπαν με καχυποψία τη συμμετοχή της Βενετίας, όπως και της Γένουας, στην διαπλοκή των γεγονότων. Οι σχετικές επαφές, όμως, κατέληξαν χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Η προετοιμασία του Μωάμεθ
Ήδη, το 1453, ο Μωάμεθ ο Πορθητής ήταν σχεδόν έτοιμος για την μεγάλη και τελική επίθεση, αφού από το 1452 οικοδόμησε το φρούριο «Ρούμελη Χισάρ», στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου, ώστε να ελέγχει απόλυτα την περιοχή. Έχοντας, λοιπόν, στη διάθεσή του γύρω στις 150.000-300.000 χιλιάδες ανθρώπινο δυναμικό, καράβια και άρματα πυροβολικού, φάνταζε τρομακτικός.
Μάλιστα, έδωσε εντολή σε ένα "τεχνίτη δοκιμώτατο" να κατασκευάσει ένα τεράστιο κανόνι με "χωνείαν μεγάλην, πέτραν φέρουσαν υπερμεγέθη", ειδικό για την περίπτωση των ισχυρότατων τειχών της Πόλης. Το μεγάλο αυτό κανόνι μετέφεραν τριάντα βοϊδάμαξες και πεντακόσιοι τουλάχιστον άνδρες από την Αδριανούπολη, όπου ήταν η έδρα του Μωάμεθ, έξω από τα διπλά τείχη της Πόλης.
Αυτή η έντονη επιθετική δραστηριότητα του Μωάμεθ προκάλεσε την αντίδραση του Αυτοκράτορα, ο οποίος ενίσχυσε την Πύλη του Ρωμανού, όπου είχε τοποθετηθεί το μεγάλο κανόνι, ενώ κατάφερε να συγκεντρώσει μόνο 7.000 μάχιμους άνδρες.
Αρχές Απριλίου του 1453 κηρύχτηκε επίσημα, πλέον, η πολιορκία της Βασιλεύουσας. Οι Τούρκοι κανονιοβολούσαν αδιάκοπα τα τείχη προκειμένου να επιτύχουν άνοιγμα. Ωστόσο, τα τείχη και οι υπερσασπιστές της Βασιλεύουσας κρατούσαν γερά. Ο Μωάμεθ αντιλήφθηκε νωρίς ότι έπρεπε να χτυπήσει και από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη. Έδωσε εντολή, λοιπόν, με την καθοδήγηση ενός ειδικού Ιταλού να φτιαχτεί δίολκος δώδεκα χιλιομέτρων, ανάμεσα στο Βόσπορο και στον Κεράτιο. "Την γην εθαλάσσωσε και την ξηράν ως υγράν», αναφέρουν οι χρονογράφοι της εποχής, για το γεγονός αυτό. Μέσω αυτού μετέφερε σε μία νύχτα εβδομήντα περίπου ελαφρά πλοιάρια και αρκετό στρατό.
Βράδυ Δευτέρας 28ης Μαΐου 1453
Το τρομακτικό βράδυ της Δευτέρας 28ης Μαΐου 1453, όπως διηγείται στο «ΧΡΟΝΙΚΟ» του ο Γεώργιος Φραντζής, ο Αυτοκράτορας σύναξε όλους τους βαθμοφόρους, στους οποίους απηύθυνε τα εξής λόγια:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει...
...Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την αγία πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ' όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας.
Ο βάρβαρος σουλτάνος μάς έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού...
Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα...».
Στη συνέχεια, όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Κριτόβουλος στη «ΞΥΓΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», ο Μωάμεθ, «με δυνατή φωνή, κάλεσε κοντά του τους υπασπιστές του και τους οπλίτες του και όλο το υπόλοιπο υπ' αυτόν στρατιωτικό σώμα και είπε: «Ορμάτε, φίλοι μου και παιδιά μου, τώρα είναι που πρέπει να φανείτε παλικάρια». Κι αυτοί, με κραυγές και αλαλαγμούς που προκαλούσαν φρίκη, πέρασαν την τάφρο και έφτασαν στο εξωτερικό τείχος. Αυτό το τείχος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου γκρεμιστεί και, αντί γι' αυτό, υπήρχε μόνο ένας ξύλινος φράκτης από μεγάλα δοκάρια και δεμάτια από κληματσίδες, μαζί με κάτι ξύλα και πιθάρια από χώμα. Στο σημείο αυτό έγινε μάχη δυνατή .... Άλλοτε οι επιτιθέμενοι κατάφερναν, πολεμώντας με πάθος και ορμή αλόγιστη, ν' ανεβαίνουν στο τείχος και να περνούν το φράκτη, άλλοτε πάλι αποκρούονταν και απομακρύνονταν...
...Έτσι λοιπόν, και ενώ και οι δύο πλευρές πολεμούσαν παλικαρίσια και με πάθος, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τελικά υπερίσχυσαν οι Έλληνες και ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους, όπως βέβαια και ο Ιουστινιάνης και οι δικοί του, ώστε διατήρησαν και εξασφάλισαν την κατοχή του φράκτη, αποκρούοντας με γενναιότητα τους επιτιθέμενους...
...Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους αποσπάσει από το καθήκον τους, ούτε η πείνα ούτε η αγρύπνια ούτε ο ασταμάτητος πόλεμος ούτε οι τραυματισμοί ή οι σφαγές και οι θάνατοι των δικών τους, που έβλεπαν μπροστά τους, κανένα απ' όλα αυτά τα φοβερά κακά, ώστε να υποχωρήσουν κάπως και να μεταβάλουν την αρχική τους αποφασιστικότητα και ορμητικότητα. Αντίθετα διατήρησαν μέσα τους, σ' όλες τις περιστάσεις, την αρχική τους ορμητικότητα έως ότου τους πρόδωσε η πανούργα, η άδικη τύχη».
Ξημερώματα Τρίτης 29ης Μαΐου 1453
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μιχαήλ Δούκα στη «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», «...οι Τούρκοι, λίγο-λίγο και καλυπτόμενοι από ασπίδες, πλησίασαν τα τείχη και τοποθέτησαν σκάλες... Οι Έλληνες πάλι, μαζί με τον αυτοκράτορα, είχαν αντιπαραταχθεί και πολεμούσαν τους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μοναδικός στόχος τους ήταν να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να μπουν στην Πόλη απ' τα γκρεμισμένα τείχη.
Έκαναν όμως λάθος, καθώς το θέλημα του Θεού ήταν να μπουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά από άλλη ατραπό. Όταν δηλαδή οι Τούρκοι είδαν το παραπόρτι για το οποίο ήδη μιλήσαμε (η Κερκόπορτα), ανοιχτό και αφύλαχτο, περίπου πενήντα άνδρες, οι πιο φημισμένοι και οι πιο πιστοί δούλοι του Μωάμεθ, πήδησαν μέσα, ανέβηκαν στα τείχη ξεφυσώντας φωτιά, σκοτώνοντας όποιους συναντούσαν μπροστά τους και χτυπώντας τους ακροβολιστές.
Αλήθεια, τι φρικτό θέαμα ήταν εκείνο! Από τους Έλληνες και τους Λατίνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να απωθούν όσους έστηναν τις σκάλες, άλλοι σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι, κλείνοντας τα μάτια έπεφταν στο κενό, συντρίβοντας τα σώματά τους και δίνοντας έτσι οικτρό τέλος στη ζωή τους. Τώρα πια οι επιτιθέμενοι έστηναν τις σκάλες, χωρίς κανένα εμπόδιο και σαν αετοί σκαρφάλωναν στο τείχος.
Οι Ρωμαίοι που πολεμούσαν μαζί με τον αυτοκράτορα δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, καθώς ήταν μακριά απ' αυτούς το σημείο από το οποίο οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άλλωστε όλη την προσοχή τους την είχαν αποσπάσει οι απέναντι εχθροί, οι οποίοι ήσαν δυνατοί και τόσοι πολλοί, ώστε αντιστοιχούσε ένας Έλληνας προς είκοσι Τούρκους, ενώ κι αυτός ο ένας Έλληνας δεν γνώριζε την πολεμική τέχνη τόσο καλά όσο ένας τυχαίος Τούρκος. Σ' εκείνους λοιπόν είχαν συγκεντρώσει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα τους.
Τότε ξαφνικά, βλέπουν βέλη να τους έρχονται απ' το πάνω μέρος των τειχών και να τους σκοτώνουν. Στρέφουν το βλέμμα προς τα εκεί και διαπιστώνουν ότι είναι Τούρκοι. Βλέποντάς τους, σπεύδουν να γλιτώσουν στο εσωτερικό του τείχους. Και καθώς το πλήθος που προσπαθούσε να εισέλθει από την πύλη, την επονομαζόμενη Χαρισού, ήταν μεγάλο, προκλήθηκε φοβερός συνωστισμός. Πάνω σ' αυτόν, οι σωματικά δυνατότεροι κατάφερναν να μπουν πατώντας κυριολεκτικά τους σωματικά αδύναμους.
Όταν η παράταξη του τυράννου είδε την οπισθοχώρηση των Ρωμαίων, με μια φωνή όρμησαν καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους αμύντορες της Πόλης. Φτάνοντας στην πύλη δεν μπόρεσαν να την περάσουν, καθώς αυτή είχε κλείσει απ' τα σώματα των σκοτωμένων, αλλά και των ετοιμοθάνατων. Έτσι οι περισσότεροι Τούρκοι έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη απ' το γκρεμισμένο τείχος και κατέσφαζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους.
Ο αυτοκράτορας δεν έκανε πίσω, στάθηκε για λίγο κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα και είπε: «Δεν υπάρχει κάποιος χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι»; Κι αυτό γιατί είχε μείνει ολομόναχος. Τότε ακριβώς ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά ο αυτοκράτορας ανταπόδωσε το χτύπημα. Ωστόσο, ένας άλλος Τούρκος, ερχόμενος από πίσω, του κατάφερε καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος σωριάστηκε στο έδαφος, Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι αυτοί δεν γνώριζαν ότι ήταν ο αυτοκράτορας, αφού τον σκότωσαν σαν να ήταν ένας κοινός στρατιώτης, τον άφησαν να κείτεται στο χώμα».
«Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους. Κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: ''Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει...'', αναφέρει στο «ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ» ο Νέστορας Ισκεντέρης.
Στη συνέχεια ο χρονογράφος προσθέτει για την Βασιλεύουσα: «...η υπεραγία Θεοτόκος, μητέρα του Χριστού και Θεού μας, με άπειρες ευεργεσίες κι αναρίθμητες δωρεές σ' ελέησε και σε υπεράσπισε σ' όλους τους καιρούς. Όμως η αφροσύνη σου αποστράφηκε τα ελέη και τα δώρα του Θεού κι ενέδωσες στις πονηρίες και ανομίες και τώρα να, σ' έπληξε η οργή του Θεού και σε παραδίνει στα χέρια των εχθρών σου και ποιος να μην κλάψει γι' αυτά, ποιος να μην θρηνήσει».
Οπωσδήποτε δεν υπάρχει ανθρώπινη γραφίδα, η οποία να αποδίδει τον αβάστακτο ανθρώπινο πόνο των τραγικών εκείνων ημερών. Ποιος μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του όταν στ' αυτιά του ηχούν οι κραυγές απόγνωσης και ο τρόμος των παιδιών και των μανάδων τους, υπό την απειλή του ξίφους; Ποιοι μπορούν να παραμείνουν ασυγκίνητοι από την στάση των μάχιμων χριστιανών, οι οποίοι έπεφταν ηρωϊκά ο ένας μετά τον άλλο; Πραγματικά, ιλιγγιά ο νους του ανθρώπου, όταν συλλογίζεται πως «στις 29 Μαΐου 1453 ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα».
Επιμέλεια: Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος – Εκκλησία Κύπρου

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ
Του κ. Στέλιου Παπαντωνίου
=============
Η Παναγιά από ψηλά παρακολουθούσε. Στην ποδιά της ο μικρός Χριστός. Μισοσκόταδο στο ναό της Μεγάλης του Θεού Σοφίας. Με πεντακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες, πεντακόσια πενήντα έξι χρόνια από την τελευταία λειτουργία. Με τον πατριάρχη δεξιά και τον τελευταίο Έλληνα, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Και τότε, στην άλωση, από ψηλά παρακολουθούσε. Πόσο αιμοβόροι μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα σε ναό. Κρατούσε και τότε σφιχτά το Χριστό, αν κι έζησε και χειρότερα, τη σταύρωσή Του. Τότε όμως ακόμα δεν ήξερε πώς ήταν η ανάσταση.
Ο Βαρούχ Ομπάμα μπαίνει στο ναό. Μεγάλη η κουστωδία. Βασικός συνοδός ο Ερντοάν. Μόνο που δεν ξέρει εγγλέζικα. Δυσανασχετεί συνεχώς και το δείχνει. Πρέπει να’ χουν κι ένα γνώστη της αρχιτεκτονικής και της αισθητικής. Να’ χει μελετήσει ιδιαίτερα το Υψηλό, να μιλήσει στο φιλοξενούμενο, να του αναλύσει την τέχνη. «Να του μιλήσει για τον τουρκικό πολιτισμό», θέλει ο Ερντοάν. Ο κύριος αρχαιολόγος αδυνατεί. Για την Αγιά Σοφιά ο λόγος, κι ύστερα για το αντίγραφο, το Μπλε Τζαμί. Η ισλαμική τέχνη.
Ο Βαρούχ, ο επονομαζόμενος ευλογημένος, ακούει με ενδιαφέρον. Η Παναγία από ψηλά παρακολουθεί. Προς στιγμή, η ματιά του Προέδρου τη συλλαμβάνει. « Όπου και να πάω με παρακολουθεί η Παναγιά. Κάνω πως δε βλέπω, δεν ακούω. Άλλοι κόσμοι φτερουγίζουν εδώ. Ρωμιοί σφαγμένοι, αρμένηδες σφαγμένοι, μια χώρα για την Ευρώπη με τόσο αίμα κι άδικο στα σωθικά. Και πώς να τα σβήσει; Όσο κι αν κρύβομαι δεν κρύβομαι. Όσο κι αν άλλα προεκλογικά λέω, αλλού τα συμφέροντα οδηγούν.»
Ο Πατριάρχης δεν περιμένει το Βαρούχ στο Πατριαρχείο. Ο Πατριάρχης ζει στην Κωνσταντινούπολη πεντακόσια πενήντα έξι χρόνια από την κατάληψη του Βυζαντίου από τους Τούρκους. Σειρά πατριαρχών αγωνίζεται, πάσχει, προσπαθεί να ισορροπήσει καταστάσεις, να επιβιώσει, να σωθεί η Ρωμιοσύνη.
Ο Πατριάρχης επισκέπτεται τον Πρόεδρο στο ξενοδοχείο του. Δώδεκα λεπτά.

Όσο κι αν είσαι Πρόεδρος της Αμερικής δεν μπορείς να καταλάβεις το βάθος της ιστορίας των παθών και των δεινών και προπάντων του χρέους αλλά και το θαύμα ενός Οικουμενικού Πατριάρχη μες στην Πόλη, εκτός αν βυθιστείς μέσα στην Μαύρη Ιστορία σου, οπότε θα συλλάβεις τον πόνο και το δάκρυ της δικής σου φυλής που ανέβασες εσύ εκεί ψηλά. Και θα καταλάβεις.
Ο Βαρούχ της Μαύρης Φυλής του τον πόνο και το δάκρυ, ο Οικουμενικός Πατριάρχης της Ρωμιοσύνης τον πόνο και το δάκρυ. Κι εμείς…
Τριάντα πέντε χρόνια στην προσφυγιά, την αδικία, την άγνοια, τον εγκλωβισμό. Χειροτερεύοντας τις συμπεριφορές, αυτοεμπαιζόμενοι για να κερδίζουμε ψηφοφόρους ή καταθέτοντας στα τούρκικα καζίνα κι ανεχόμενοι. Περιμένοντας ποιος θ’ ανεβάσει τον Ελληνισμό του τόπου εκεί που του αξίζει. Ποιος δε θα γονατίσει στις απάνθρωπες πιέσεις, ποιος δε θα ξεπουλήσει την ελευθερία, ανταλλάσσοντάς την με ψευδεπίγραφα δικαιώματα. Ποιος θα ξαναδεί ολοκάθαρο το πρόβλημά μας κι όχι με τη σκουριά των χρόνων. Ποιος θα ξαναπεί την εισβολή εισβολή, τη λευτεριά λευτεριά, χωρίς μαλάματα.
Κι αν ένας δεν μπορεί μόνος, πού είναι οι Έλληνες; Το δίκαιο δεν φτάνει να υπάρχει. Με λαγαρό μυαλό και λόγο πρέπει πρώτα ο ίδιος ο αδικημένος να το δει, να συστρατεύσει τις δυνάμεις και να το διεκδικήσει.
Δυστυχώς προς το παρόν, δίχως τη δική μας χείρα, η Αθηνά αδυνατεί στη σύγχυση. Κι η μεγάλη βδομάδα επεκτείνεται.

ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ...




ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ...
========
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.
Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.
Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».
Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».

ΤΟΝ ΕΙΔΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΓΙΑΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ;




Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
Του Γεώργιου Βιζυηνού
==========
- Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα
ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;
- Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.
- Απέθανε, γιαγιά;
- Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.
- Και τώρα πια δεν ημπορεί
γιαγιάκα να ξυπνήση;
- Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς,
σηκώνει το κεφάλι,
και βλεπ' αν ήρθεν η στιγμή,
πόχει ο Θεός ορίσει.
- Πότε, γιαγιά μου, πότε;
- Οταν τρανέψης, γιόκα μου,
να αρματωθείς, και κάμης,
τον όρκο στην Ελευθεριά,
συ κι όλη η νεολαία,
θα σώσετε την χώρα.
Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί
τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα
πίσω στην κόκκινη μηλιά,
και πίσω από τον ήλιο,
που πια να μη γυρίση!
ΠΗΓΗ:
Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Πατρών

Το ταξίδι ενός ανθρώπου από την αθεΐα, την μαγεία και τα ναρκωτικά στο Χριστό



  
 

Εισαγωγή "Νεκρού": Το ότι ο άνθρωπος που βιογραφείται παρακάτω επέστρεψε σε μια προτεσταντική εκδοχή του χριστιανισμού δεν αποτελεί βέβαια τον καλύτερο δρόμο σωτηρίας γι' αυτόν... Την ίδια ώρα πολλοί προτεστάντες ανακαλύπτουν την Ορθοδοξία και επιστρέφουν σ' αυτήν, στην αρχαία και αυθεντική μορφή του χριστιανισμού. Αυτό ευχόμαστε και για το Bob Williamson - όχι για να "κερδίσουμε ψήφους" ή να "γράψουμε μέλη", αλλά για να πάρει ένα μεγάλο προβάδισμα στην πορεία του για τον ουρανό.
ΟΜΩΣ σε σχέση με τους σκοτεινούς δρόμους της μαγείας, της αθεΐας & των ναρκωτικών, η επιστροφή στο Χριστό (έστω και σε μια αίρεση) είναι σαφώς ήδη ένα μεγάλο βήμα. Ευχόμαστε να σωθεί, είτε κάποτε γίνει ορθόδοξος είτε όχι - αυτό άλλωστε ευχόμαστε για ΟΛΟΥΣ τους ανθρώπους, ό,τι κι αν πιστεύουν!...Για να γίνει ορθόδοξος εξάλλου, χρειάζεται κάποιον από μας. Κάποιον που θα του μιλήσει, όπως ο άγιος Φίλιππος στον Αιθίοπα (Πράξεις των αποστόλων, 8, 26-40). Θα βρεθεί κάποιος; Θα βρεθεί Ο κάποιος; Μακάρι, ο Θεός να δώσει.
ΥΓ. Οι καφέ αγκύλες περιέχουν δικά μας σχόλια.

Ο Bob Williamson 64 ετών, είναι σήμερα και ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας. Είναι επίσης και χριστιανός. Ποιος να πιστέψει ότι αυτός ο πρώην άθεος, στα πέντε του σκότωνε το λαγουδάκι του, στα 15 του ήταν αλκοολικός, στα 17 του τοξικομανής και στα 18 του κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική;
Ο Williamson δεν έχει την καλύτερη γνώμη για τους ανθρώπους της εκκλησίας. Γνώρισε την υποκρισία που υπάρχει στους εκκλησιαστικούς χώρους. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και οι δύο συμμετείχαν ενεργά στην [προτεσταντική]εκκλησία, και φυσικά έπαιρναν αυτόν και τον αδελφό του μαζί. Η εκκλησία ήταν μικρή, αλλά γεμάτη υποκρισία, λέει ο Williamson.
«Η [προτεσταντική] εκκλησία είχε τους χειρότερους ποιμένες. Είτε ήταν μεθυσμένοι είτε κυνηγούσαν γυναίκες μέσα στην εκκλησία και οι εκκλησίες όλο τσακωνόντουσαν μεταξύ τους. Αλλά σου ερχόταν ένας αδαής τύπος που όλο ούρλιαζε και φώναζε. Το όλο θέμα ήταν τελείως αποκρουστικόΌταν θα γινόμουν αρκετά μεγάλος και δεν θα ήμουν υποχρεωμένος να πηγαίνω, θα έφευγα».
Η θρησκεία ποτέ δεν ήταν πραγματικά σημαντική για αυτόν. Η όλη ιδέα του φαινόταν γελοία, ειδικά όταν άρχισε να διαβάζει διάφορα βιβλία εναντίον της. Τότε έγινε άθεος. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, κοιμόταν μόνο τρεις με τέσσερις ώρες την ημέρα, βρίσκοντας παρηγοριά στα βιβλία - μια συνήθεια που σχεδίαζε να την χρησιμοποιήσει ως ‘πυρομαχικά’ στη μάχη εναντίον του χριστιανισμού αργότερα στη ζωή του.

 
Έφυγε από το σπίτι όταν έγινε 17 και ζούσε στους δρόμους, όπου δοκίμαζε σχεδόν κάθε ναρκωτικό μπορεί να φανταστεί κανείς. Είχε πάνω του και ένα 357 Magnum. Η πρώτη του απόπειρα να ενταχθεί στον στρατό απέτυχε, αφού μπλέχτηκε σε φασαρία, βρέθηκε στο δικαστήριο και στάλθηκε να επαναξιολογηθεί από ψυχίατρο.
«Διαγνώστηκε ότι ήμουν ‘κοινωνιοπαθής’ (sociopath / ψυχοπαθής). Μου είπαν ότι δεν έχω συνείδηση ​​και ότι η περίπτωσή μου ήταν ανίατη και γι’ αυτό θα με απάλλασσαν από την στρατιωτική θητεία», θυμάται.
Στη συνέχεια, ο Williamson συνελήφθη για κατοχή ηρωίνης, αλλά αφέθηκε ελεύθερος για τεχνικούς λόγους.
Κατά την παραμονή του στη Νέα Ορλεάνη, αποφάσισε να δοκιμάσει την μαγεία, μια πρακτική που αποδείχθηκε επιτυχής για αυτόν.
«Πίστευα στο Σατανά τότε, είχα μια μεγάλη επιτυχία σε ξόρκια για τους ανθρώπους και πετυχαίνανε. Το έβλεπα με τα μάτια μου».
Τα παράτησε όμως όταν πέτυχε να επικαλείται δαίμονες στις όχθες του ποταμού, μια πρακτική για την οποία μετάνιωσε, όπως λέει. Σύμφωνα με τη μαγεία, το ποτάμι υποτίθεται ότι θα δώσει στο άτομο περισσότερη δύναμη.
"Προσπάθησα να επικαλεστώ ένα δαίμονα κάποτε και με τρόμαξε τόσο πολύ που έφυγα από την μαγεία."
Επειδή είχε μπλέξει σε ένα καυγά σε μπαρ και παραλίγο να σκοτώσει έναν άνθρωπο με ένα σπασμένο μπουκάλι, οι αστυνομικοί τον έψαχναν. Έτσι αποφάσισε να πάει στην Ατλάντα. Δύο εβδομάδες μετά την άφιξή του, χτύπησε με το αυτοκίνητο σε μετωπική σύγκρουση που σχεδόν έφτασε κοντά στο θάνατο.
Κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο, έκανε παρέα με μια Αφρο-Αμερικάνα νοσοκόμα. Επειδή είχε ανέκαθεν αϋπνίες και ήταν αδηφάγος αναγνώστης, της ζήτησε να του φέρει κάποια βιβλία κατά τη διάρκεια νοσηλείας του.
«Θα πήγαινε στη βιβλιοθήκη να μου τα φέρει. Ο βιβλιοθηκάριος άρχισε να μου στέλνει μια λίστα με όλα τα bestselling βιβλία στον κόσμο και ήθελα να ελέγξω ποια από αυτά θα διάβαζα. Τότε είδα ότι η Βίβλος ήταν περισσότερο bestselling βιβλίο στον κόσμο. Έτσι αποφάσισα να την διαβάσω, όχι για να γίνω χριστιανός, αλλά για να την διαψεύσω.
"Σκέφτηκα ότι αν υπήρχε Θεός, ήταν κακός και δεν ήθελα να έχω σχέσεις μαζί του, γιατί η ζωή μου μέχρι εκείνο το σημείο ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή και κατηγορούσα τον Θεό για αυτό."
Ξεκίνησε με την ανάγνωση της Παλαιάς Διαθήκης και διαπίστωσε ότι ήταν "απίστευτα βαρετή." Θυμάται ότι η Γένεση του φάνηκε ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά είπε ότι δεν θα την διαβάσει πια.
Μετά την πρώτη προσπάθεια του να διαβάσει την Αγία Γραφή, η νοσοκόμα του έδωσε την δική της Αγία Γραφή, όπου πρόσεξε ότι είχε υπογραμμίσει τους στίχους στην Καινή Διαθήκη.
"Ξεκίνησα να διαβάζω ξανά και όσο πιο πολύ διάβαζα έβρισκα ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν τίποτα σαν αυτό που πάντα πίστευα. Ήταν πολύ συμπονετικός, αγαπούσε και νοιαζόταν για τους ανθρώπους που είχαν πέσει και τους είχαν απορρίψει."

 
Ο Williamson συνέχισε, «άρχισε να μου κερδίζει την καρδιά (ο Χριστός) όπως και όλα αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα στα Ευαγγέλια. Αλλά όταν έφτασα στο Φιλιππησίους 4:13 («τα πάντα μπορώ να κάνω μέσα από τον Χριστό που μου δίνει δύναμη»), την έκλεισα με δύναμη και ζήτησα τη νοσοκόμα μου.
«Της είπα ‘η Αγία Γραφή σας δεν είναι παρά ένα ψέμα’. Της έδειξα τον στίχο και είπα ‘Είμαι ένας βαριά τοξικομανής και λιγότερο από 2 τοις εκατό των που βάζουν βελόνα στο χέρι τους καταφέρνουν να γλυτώσουν. Είχα πάρα πολλούς φίλους μου να πεθαίνουν. Έχω δει ανθρώπους να αυτοκτονούν, συμπεριλαμβανομένων του αδελφού μου. Κι εγώ ο ίδιος έχω τάσεις αυτοκτονίας. Έχω διαπράξει ένοπλη ληστεία".
"Εκείνη έβαλε τα χέρια της στη μέση της και είπε: «Ο Ιησούς είναι Θεός και μπορεί να κάνει οτιδήποτε θέλει να κάνει και Αυτός μπορεί να αλλάξει την λυπητερή σου ιστορία».
«Από τότε άρχισα να πιστεύω ότι η Βίβλος είναι ο Λόγος του Θεού». «Ποτέ δεν άγγιξα ξανά ναρκωτικά και λίγο αργότερα ξέκοψα και από το αλκοόλ» λέει ο Williamson.
Όταν έφυγε από το νοσοκομείο, ερωτεύτηκε τη σημερινή του γυναίκα με την οποία είναι παντρεμένος για πάνω από 40 χρόνια και με την οποία έχει κάνει τρεις γιους.
Φυσικά, η ζωή του ως νέος χριστιανός δεν ήταν εύκολη. Χωρίς πτυχίο κολεγίου και χρήματα, άρχισε να εργάζεται σε σκληρές δουλειές σε ένα εργοστάσιο χρωμάτων.
Στα είκοσί του και κάτι, αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος εξόδου από την κατάστασή του ήταν να εργαστεί σκληρότερα από κάθε άλλον, πράγμα που σήμαινε να φτάνει νωρίς στην εργασία και να φεύγει αργά.
Τελικά προήχθη οκτώ φορές και έκανε να κερδίσει η εταιρεία ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Άρχισε να ψάχνει μέσα στην επιχείρηση χρωμάτων και πήρε ένα δάνειο $ 1.000 και άρχισε τη δική του εταιρεία στο υπόγειο, την ‘Wildlife Artist Supply’ το 1977.
"Όλοι μου έλεγαν ότι ήμουν τρελός και με κορόιδευαν, αλλά συνέχεια σκεπτόμουν «τα πάντα μπορώ να κάνω μέσα από τον Χριστό που μου δίνει δύναμη» ".
Δεν υπήρχε αερογράφος εκείνη την εποχή κι έτσι ξεκίνησε με δική του σύνθεση και μέσα σε έξι μήνες η επιχείρησή του αποδείχθηκε ένα τεχνολογικό επίτευγμα, που του έφερε πολλά δολάρια.
Αλλά το 1988 πούλησε την επιχείρησή του λόγω χρεών που δεν μπορούσε να πληρώσει εκείνη την εποχή.
Απογοητευμένος από τη βιομηχανία, αποφάσισε να βρει άλλες εναλλακτικές λύσεις. Στη συνέχεια εξέτασε την πώληση συστημάτων σε εστιατόρια σχολείων με την εταιρεία του, την Horizon, που είχε τρεις υπαλλήλους.

 
Το 2008, πούλησε την εταιρεία του για 75 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά και την έκλεισε λίγο πριν την κατάρρευση του χρηματιστηρίου, κάτι που το πιστώνει στον Θεό. Επειδή δεν είναι ο τύπος που θα κάτσει και θα βγει στην σύνταξη, αποφάσισε να χτίσει την Honey Lake Plantation, ένα θέρετρο και σπα στο Greenville της Φλόριντα.
Πρόσφατα δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του, ‘Miracle on Lucky Street’.

 
Παρά την επαγγελματική του επιτυχία, ο Williamson λέει ότι η επιτυχία δεν μπορεί να βρεθεί σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό ή σε μεγάλα επιτεύγματα. "Η επιτυχία είναι να βρεις την ειρήνη, την χαρά και την ευτυχία στη ζωή σου και αυτά προέρχονται μόνο από τον Θεό, αλλά είναι διαθέσιμα σε όποιον τα θέλει. Νομίζω ότι μπορείτε να κάνετε τα πάντα δια του Χριστού, αλλά πρέπει να είναι κάτι που Εκείνος θέλει να κάνετε".
"Νιώθω ότι η αποστολή μου για το υπόλοιπο της ζωής μου είναι να βοηθήσω τους ανθρώπους, να πείσω τους ανθρώπους να μην εγκαταλείψουν ποτέ την ελπίδα. Ήμουν εκεί. Ήμουν ένας τοξικομανής, ήμουν στη μαγεία, παραλίγο να πεθάνω σε μετωπική σύγκρουση. Αν μπόρεσα να τα ξεπεράσω όλα αυτά με τη δύναμη του Θεού, τότε ο καθένας μπορεί. Ξέρω πολλούς κοσμικούς ανθρώπους εκεί έξω που δεν θέλουν να ακούσουν. Λυπάμαι. Ο αδελφός μου γύρισε την πλάτη στον Θεό και κατέληξε να αυτοκτονήσει. Αυτοπυροβολήθηκε και για καιρό ήμουν συντετριμμένος. Μιλάω δημόσια επειδή ξέρω πώς είναι να πέσεις κάτω και πώς μπορείς να βγεις από αυτή την κατάσταση. Ονόμασα την αυτοβιογραφία μου «Θαύμα στην Οδό Luckie (τυχερή)». Όταν προσγειώθηκα με το αεροπλάνο στην Ατλάντα, ήμουν στη διασταύρωση των οδών Luckieκαι Fairlie. Αρκετά τυχερός; (‘Fairlie luckie?’). Αυτός είμαι, αλλά μόνο μέσα από την αγάπη του Ιησού Χριστού.

 
Κοιτώντας πίσω στη ζωή μου, δυσκολεύομαι και εγώ να πιστέψω το πόσο άλλαξα.
Όταν ήμουν 5 χρονών σκότωσα το κατοικίδιο κουνέλι μου. Εξακολουθώ να βρίσκω δύσκολο να πιστέψω ότι άλλαξα τόσο πολύ. Πραγματικά, δεν θα με αναγνώριζες.
"Ευτυχώς, έγινα ένας κατά συρροή επιχειρηματίας, αντί ένας κατά συρροή δολοφόνος."

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...