Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2011

O ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

O ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

(Tο άρθρο είναι του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου.
Εδημοσιεύθη στο περιοδικό Χριστιανική Σπίθα τον Δεκέμβριο του 1952, φυλ. 137).

Ζητήματα Άβωνος

ΧΡ. ΣΠΙΘΑ «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ» ιστ

Επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, θεολόγοι, κήρυκες του θείου λόγου, πάντες φρουροί της ιεράς ποίμνης του Ιησού. Ινα τί κοιμάσθε; Λύκοι εις τα πρόβατα. Ποιοι είναι οι λύκοι; Αιρετικοί όλων των χρωμάτων και αποχρώσεων, μπήκαν εις τας Μητροπόλεις, τας ενορίας και τα σχολεία.

Ποιοι είναι οι λύκοι; Άνδρες άρπαγες και πλεονέκται τον Μαμμωνά λατρεύοντες και τον λαό κατά ποικίλους τρόπους ληστεύοντες. Λύκοι κοινωνικοί. Λύκοι εκκλησιαστικοί. Λύκοι αραβικοί. Λύκων επιδρομή. Οι χιλιασταί, π.χ. οι οποίοι το 1922 εμετρώντο στα δάκτυλα της μιάς χειρός, σήμερον έφτασαν στις 12.000 άτομα, είναι διασκορπισμένοι εις όλην την χώραν και αρπάζουν καθημερινώς τα πρόβατα, τας ψυχάς.

Ποιμένες του νέου Ισραήλ. Δεν τρέμετε τας ευθύνας σας; Το ποίμνιόν σας διαλύεται και σεις;… Ακούεται η Σάλπιγξ των εσχάτων ημερών! Ποιμένες!  Εκτινάξατε εκ των βλεφάρων σας τον νυσταγμόν, αφήσατε τας φλογέρας, αρπάσατε τας σφενδόνας, καταδιώξατε τους λύκους, σώσατε το ποίμνιο, το υπολειφθέν ελάχιστον ποίμνιον…

2893951

Αλλ’ ακούω αντίρρησιν, που προέρχεται από τους λεγομένους «αγραμμάτους».

Πολύ καλά, σου λέγει ο ιερεύς της υπαίθρου, να εξέλθωμε εις πόλεμο κατά της πλάνης και της αμαρτίας. Βλέπω και εγώ το κακό που εξαπλώνεται και έφθασε εως την τελευταία καλύβη. Αλλ’ εγώ δεν είμαι πτυχιούχος ιερατικών και θεολογικών σχολών. Δεν εσπούδασα επιστήμη. Δεν γνωρίζω γράμματα πολλά. Είς αυτόν τον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας τι μπορώ εγώ να προσφέρω; Τι μπορώ να κάνω;

Αδελφέ! Ερωτάς τι να κάνεις; Φαίνεται ότι δεν διάβασες το Ευαγγέλιο ή, εάν το εδιάβασες, δεν το επίστευσες. Συ ο ένας δύνασαι να σώσεις το χωρίο σου, την επαρχίαν σου, τον νομόν σου, την Ελλάδα όλην. Αρκεί να έχεις πίστι θερμή, ενεργητική, ως κόκκον σινάπεως, και τότε θα είπεις εις το όρος, εις το μεγαλύτερο εμπόδιο που προβάλλει ενώπιόν σου, Όρος, «μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20).

Όχι πτυχία και διπλώματα και μετεκπαιδεύσεις και μισθοί και τυχερά και διπλαί και τριπλαί θέσεις, και τίτλοι κενοί περιεχομένου, αιωρούμενοι ως αερόστατα, αλλά πίστις. Πίστις το παν. Πίστις! Μυστικός μοχλός που μετακινεί όρη. Ω πίστις, μεγάλα τα κατορθώματά σου! Και απόδειξις, μία εκ των μυρίων αποδείξεων της θαυματουργούσης πίστεως, είναι ο Παπουλάκος.

Τί ήτο ο Παπουλάκος; Αρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Αποστολικής Διακονίας; Καθηγητής θεολογικής σχολής; Ιεροκήρυξ; Εφημέριος πλουσίας ενορίας πόλεως; Είχε πτυχία και διπλώματα και σπουδάς του εξωτερικού; Τίποτε από όλα αυτά. Ο Παπουλάκος ήτο ένας απλούς μοναχός, ελαχίστων γραμματικών γνώσεων, αλλ’ ό,τι έπραξεν υπέρ του λαού, υπέρ της ορθοδόξου πίστεως, δεν ηδυνήθησαν να πράξουν όλοι οι επίσκοποι και θεολόγοι της εποχής του. Φαινόμενο, φωτεινόν μετέωρον, αστήρ που εσελάγισεν εις τον ουρανό της Ελλάδος! Νεώτερος απόστολος του Χριστού ανεδείχθη ο Παπουλάκος. «Πίστει» (Εβρ. 11,3 κ.ἑ.) και μόνον πίστει ανεδείχθη.

Εκ του βίου του ήρωος τούτου της Ορθοδοξίας ορισμένα σημεία έκρινα καλόν να σταχυολογήσω και εξάρω εδώ, με την ελπίδα ότι μία υπόμνησις των αγώνων του Παπουλάκου θα ωφελήσει κλήρον και λαόν. Διότι θα είναι μία πρόσκλησις εις αυτοέλεγχον, εις αυτοκριτικήν, που πάντοτε πρέπει να ενεργούμε επί του εαυτού μας, διά να βλέπομε πόσον μακράν είμεθα από το χριστιανικόν ιδεώδες που υποτυπώνει η Ορθοδοξία. Εις τον καθρέπτη της αυστηράς, της αγίας ζωής του Παπουλάκου δια της συγκρίσεως θα ίδωμε και ημείς τα ιδικά μας ράκη και θα κλαύσωμεν και θα πενθήσωμεν δια την αθλιότητα της σημερινής κοινωνικής και εκκλησιαστικής μας καταστάσεως.

2893951

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

Άρμπουνα! Μικρόν και άσημον χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων. Εκεί περί τα τέλη του 17ου ή περί τας αρχάς του 18ου αιώνος εγεννήθη ο αγωνιστής. Βλέπων τις μακρόθεν το μικρόν χωρίον θα ηδύνατο να επαναλάβει «Εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι;» (πρβλ. Ιωάν. 1,47). Και όμως εκ του μικρού εκείνου χωρίου προήλθεν ο Παπουλάκος. Ω μικρά, άσημα, περιφρονημένα και εγκαταλελειμμένα χωρία της πατρίδος, δια τα οποία δεν γράφουν οι εφημερίδες, δεν ομιλούν οι επίσημοι, οι άρχοντες της Εκκλησίας και της πολιτείας, πόσας μυστικάς δυνάμεις κρύπτετε μέσα εις τα στήθη των κατοίκων σας! Είσθε αι ανεξάντλητοι δεξαμεναί του εθνικού και θρησκευτικού μεγαλείου της φυλής μας. Άρμπουνα! Ιδιαιτέρα πατρίς του ήρωός μας. Νέος ο Παπουλάκος (κατά κόσμον ονομάζετο Χρήστος Παναγιωτόπουλος), είδε την επανάστασιν του 1821, είδε τους μαχητάς εκείνους, οι οποίοι δια της πίστεώς των «εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων» (Εβρ. 11,34), ηλευθέρωσαν την πατρίδα εκ ζυγού δουλείας τεσσάρων αιώνων. Της θαυμαστής εκείνης γενεάς θρέμα και ανάστημα ήτο ο Παπουλάκος. Μετά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος ο Παπουλάκος, βαθύτατα συγκεκινημένος από την αιματηράν περιπέτειαν της φυλής μας και πικραμένος από διάφορα ατομικά και οικογενειακά του επεισόδια, εζήτησε την γαλήνη, την ανάπαυσι του πνεύματός του. Απεχαιρέτισε συγγενείς και φίλους, ασπάσθη τον μοναχικό βίο, μετωνομάσθη Χριστοφόρος, και  εκεί εις τας κλιτύας των Αροανίων ορέων εξελαξε τόπον ασκήσεώς του. Γύρω απ’ αυτόν συνεκεντρώθησαν 2-3 μοναχοί νοσταλγούντες όπως αυτός την αιωνιότητα. Με την βοήθεια των αδελφών εκαθάρισε την περιοχή, εδημιούργησε κήπο, εφύτευσε δένδρα. Το όνειρό του ήτο να κτίση εκκλησία και κελλιά, να συγκεντρώσηκαι άλλους αδελφούς, να ιδρύση και να διοργανώση και άλλους αδελφούς, να ιδρύση και να διοργανώση μοναχική αδελφότητα, και εν μέσω αυτής να ζήση και ν’ αποθάνη ψάλλων «Τοις ερημικοίς ζωή μακαρία εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις». Ταύτα εσκέπτετο, ταύτα επόθει η καρδία του Χριστοφόρου. Αλλ’ αι βουλαί του Κυρίου ήσαν άλλαι. Εις μάχας, εις αγώνας υπέρ της πίστεως τον εκάλει μετ’ ολίγον η φωνή του καθήκοντος.
Μία ημέρα τον επισκέφθηκε στο ασκητήριό του ο φλογερός των ημερών εκείνων κήρυξ, ο ιδρυτής της οργανώσεως Αδελφότητος των Φιλορθοδόξων και συντάκτης του μικρού φυλλαδίου «Η φωνή της Ορθοδοξίας», ο εκ Κεφαλληνίας Κοσμάς Φλαμιάτος.
Ήτο η εποχή, κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία υπενομεύετο από το Ελληνικό κράτος, δια την ανάστασιν του οποίου αυτή είχε πρωτοστατήσει! Χωρίς ράσο θα υπήρχε κράτος ελληνικό; Και όμως το κράτος αυτό, ελευθερωθέν, υπεδούλωνε την Εκκλησία. Άνθρωποι αλλόγλωσσοι και αλλόδοξοι, ξένοι προς το πνεύμα της Ορθοδοξίας, περιστοιχίσαντες τον πρώτο βασιλέα των Ελλήνων Όθωνα και δρώντες εκ των παρασκηνίων,  εκυβέρνουν την Ελλάδα. Οι τότε ελληνικαί κυβερνήσεις ήσαν ανδρείκελα εις τας χείρας των Βαυαρών συμβούλων των ανακτόρων. Δια νόμων και διαταγμάτων εζήτουν ν’ αλλοθώσουν τα ήθη, τα έθιμα και τας παραδόσεις του Ελληνικού λαού. Η ορθόδοξος πίστη εμυκτηρίζετο. Οι υιοί του Λούθηρου και του Καλβίνου είχαν στόχο την Εκκλησίαν μας. Τα μοναστήρια διελύοντο. Οι μοναχοί εξεδιώκοντο. Αι μοναχαί εξηναγκάζοντο εις γάμον. Τα ιερά σκεύη εξετίθεντο εις μειοδοτικήν δημοπρασίαν. Οι ιερές κανδύλες και εικόνες κατεβιβάζοντο και ερρίπτοντο ανευλαβώς. Όσα ουδέ αυτά τα όργανα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ετόλμων να πράξουν, έπραττον οι υπάλληλοι του Ελληνικού κράτους, εκτελούντες διαταγές των ξένων. Βαυαροκρατία! Δια πάντα ταύτα θλίψις απλώνετο εις το πανελλήνιον.

Ζωηρά έκφρασις του πόνου, σπαρκτική φωνή οδύνης του λαού δια τον διωγμό της Ορθοδοξίας, ήτο το προφορικό και γραπτό κήρυγμα του Φλαμιάτου. Βλέπων ο ιερός ανήρ, ότι οι επίσκοποι της εποχής εκείνης, πλήν ελαχίστων, είχον τρομοκρατηθή από τα βίαια μέτρα της κυβερνήσεως και ως δούλοι εξετέλουν ό,τι διέτασσαν οι μυστικοσύμβουλοι του βασιλέως, εστράφη προς τον λαό και υπέδειξε εις αυτόν το καθήκον· Σεις, άνδρες και γυναίκες βεβαπτισμένοι, είσθε οι φρουροί της μυστικής αμπέλου, της Ορθοδόξου Εκκλησίας· σεις αναλαμβάνετε από σήμερα την φύλαξίν της. Ο αγών αρχίζει!

Αλλ’ ο αγών αυτός εχρειάζετο στελέχη. Και ο Φλαμιάτος ως κατάλληλον δια τούτον στέλεχος έκρινε και τον μοναχό Χριστοφόρο. Ο Χριστοφόρος έπρεπε ν’ αφήση το ασκητήριο και να κατέλθη εις τον αγώνα. Δι’ αυτό και τον επεσκέφθη. Κατά το διάστημα των ολίγων ημερών, που παρέμεινε εις την σκήτην ο Φλαμιάτος, με τα ζωηρότερα χρώματα περιέγραψε την οικτρά κατάσαση της Εκκλησίας. Βεβαίως πρακτικά της συζητήσεως των δύο ανδρών δεν εκρατήθησαν… αλλά νομίζω ότι ακούω την φωνήν του Φλαμιάτου·

«Αδελφέ Χριστοφόρε! Από την αγίαν Γραφήν εδιδάχθημεν, ότι κεφαλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος ζεί, νικά και βασιλεύει εις τους αιώνας. Αλλά εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος σήμερον κεφαλή δεν είναι ο Χριστός. Κεφαλή της Εκκλησίας αυτής έγινε το κράτος, οι δε επίσκοποι και οι ιερείς έγιναν υπάλληλος και εκτελούν τα θελήματά του κράτους, πού πολλάκις είναι αντίθετα προς εκείνα που διέταξεν ο Κύριος. Νόμον της Εκκλησίας έκαναν την αμαρτίαν, την παράβαση των νόμων του Ευαγγελίου.
Οι επίσκοποι, οι οποίοι δεν αντεστάθησαν κατά της κρατικοποιήσεως της Εκκλησίας, είναι νεκροί, απέθανον πνευματικώς. Όσοι όμως είναι πιστοί και πονούν την μητέρα Εκκλησίαν, ας μη σιωπήσουν· ας διαμαρτυρηθούν και ας πέσουν αγωνιζόμενοι υπερ της ελευθερίας της Εκκλησίας εκ των δεσμών του κράτους. Είναι και ο αγών αυτός ιερός, ιερώτατος…»

2893951

ΠΕΙΘΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΕΤΑΙ

Η φωνή του Φλαμιάτου συνεκλόνισε τον ασκητήν. Οι λόγοι του άναψαν πυρ εις την καρδίαν του Χριστοφόρου. Ο Χριστοφόρος δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει ούτε μιαν ημέραν εις την σκήτην του. Τον εκάλει η φωνή του καθήκοντος. Εγκαταλείπει το ασκητήριον και ρίπτεται εις τον αγώνα.
Αρχίζει να περιοδεύει την ύπαιθρό. Κηρύττει εις τον λαό.

Το κήρυγμά του είχε κάτι από το κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίας. Ήτο παρόμοιο με το κήρυγμα Κοσμά του Αιτωλού. Είχε Πνεύμα άγιον. Ό,τι αισθάνετο η καρδιά του, το εξέφραζε κατά τον απλούστερο τρόπο. Το θέλημά του Θεού εκήρυττε. Πρόσωπον ανθρώπου δεν ελάμβανε υπ’ όψιν. Οι τρανοί της γης δεν μπορούσαν να τον πτοήσουν. Είχε λάβει την μεγάλη απόφαση· να μαρτυρήση υπέρ της αληθείας μιμούμενος τον Θεάνθρωπον, ο οποίος ενώπιον του Πιλάτου διεκήρυξεν· «Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιωάν. 18, 37).

2893951

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Ο λόγος του Παπουλάκου ήτο πυρακτωμένος σίδηρος. Η αδικία τον συνετάρασσε. Ο άγιος ασκητής επείνα και εδίψα την δικαιοσύνη. Όταν κατά την περιοδείαν του έβλεπε τους φιλαργύρους και πλεονέκτας πλουσίους να τυραννούν και να βασανίζουν τον πτωχό λαό έστιν ότι χειρότερον απ’ ό,τι τον ετυράννουν και τον αβασάνιζον οι μπέηδες και οι πασάδες των Τούρκων, η φωνή τουν Παπουλάκου υψώνετο και εστηλίτευε τους αδικούντας. Η ηχώ των λόγων του φθάνει μέχρις ημών.

«Είσθε», έλεγε προς αυτούς, «είσθε φονιάδες! Αφού τους αφαιρείτε τα μέσα που ζουν, δεν τους σκοτώνετε; Κάνετε κάτι χειρότερο. Δίνετε μαχαιριές εις το σώμα του Χριστού μας. Σώμα του Χριστού είναι οι πτωχοί. Κάθε αδικία κατ’ αυτών είναι και ένα καρφί εις τα πόδια Του… Σταυρωταί!».

Άλλοτε, όταν έβλεπε τους γραμματισμένους, που έρχόταν από τα πανεπιστήμια της Δύσεως, να περιφρονούν την ορθόδοξο πίστη και με την σφαλερή διδασκαλία των και τον ανήθικον βίον να γίνωνται σκάνδαλο, κάκκιστον παράδειγμα εις τον λαό, ο ασκητής ήλεγχε δριμύτατα και συχνά έλεγε· «Τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπον μας». Πραγματικά φωνή προφητική. Τα άθεα γράμματα ο μεγαλύτερος κίνδυνος του έθνους! Προτιμώ βοσκόν αγράμματον παρά άθεον επιστήμονα. Ο πρώτος φονεύει σώματα· ο δεύτερος ψυχραίνει την πίστη, φονεύει ψυχάς, αποχωρίζει αυτάς από τον Θεό, δημιουργεί άπιστον νεότητα, της οποίας υπάρχει άλλο μεγαλύτερον κακόν; Ο ασκητής ακόμα δεν υπέφερε να βλέπει τους χριστιανούς να τρέχουν εις τα δικαστήρια και για τα πλέον μηδαμινά και ασήματα πράγματα να ορκίζωνται. Εθεώρει τον όρκον, όπως και είναι, αντίθετον προς τον λόγον του Χριστού (Ματθ. 5, 34).

«Τέσσεροι βαγγελιστάδες», έλεγε εις ένα λόγον του που εξεφώνησε το 1851, «έγραψαν τον Νόμον του Θεού και είπαν· Ου μη ομώσει το όνομα Κυρίου, ούτε εις τον ουρανόν, ούτε επί της γης, ούτε στ’ αστέρια, ούτε στο κεφάλι σου, γιατί το Θεό δεν τον είδες… ούτε στο κεφάλι σου, γιατί ούτε μια τρίχα ούτε μαύρη ούτε άσπρη μπορείς να κάμης και δεν ορίζεις. Και τούτον τον Νόμον τον ακούμε, όταν λέμε στην εκκλησία το Βαγγέλιο εκ του κατά Λουκά, εκ του Μάρκου. Αμ τον όρκον που σας λένε οι κριτές να κάνετε, εκ του κατά ποίου Νόμου είναι;…».

Ο κήρυκας του Θεού ήτο ακόμη κατά της πολυτελείας, κατά της κλοπής, κατά της μαγείας. Όσο, έλεγε, πηγαίνετε εις τους μάγους, έχετε «λειψή την πίστη».

Υπέρ πάντα δε τα θέματα τον συνεκίνει βαθύτατα η Ορθοδοξία. Δι’ αυτήν έζη και ανέπνεεν ο Παπουλάκος. Οι αιρετικοί, οι οποίοι με την απελευθέρωση ήλθαν και εγκαταστάθηκαν εις την Ελλάδα και κατέλαβαν υψίστας θέσεις, ήσαν επικίνδυνοι δια τον ορθόδοξο λαό. Ολίγοι ήσαν, αλλά μπορούσαν να κάνουν μεγάλο κακό. Και έλεγε χαρακτηριστικώς· «Ένα ψωριασμένο γίδι φθάνει να κολλήσει όλο το κοπάδι».

Το κήρυγμα του ασκητού ιεροκήρυκος έφερε θαυμάσια αποτελέσματα. Το πέρασμά του ήτο ευλογία Θεού. Τα κλοπιμαία επεστρέφοντο. Οι όρκοι έπαυον. Οι μαγείαι καταργούντο. Οικογένειαι θανασίμως μισούμεναι συνεφιλιώνοντο ενώπιον πάντων. Ανδρόγυνα χωρισμένα ηνώνοντο υπό τας ευλογίας της Εκκλησίας. Πλούσιοι άνοιγον τας αποθήκας των και έδιδον εις τον πεινασμένον λαόν. Η αγάπη του Χριστού εκυριάρχει. Πνοή του παναγίου Πνεύματος ανεζωογόνει τας ψυχάς των κατοίκων της Πελοπονήσου.

2893951

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ, ΦΥΚΑΚΙΣΕΙΣ, ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣΑλλά το κήρυγμα, που με ορμή εκρήμνιζε τα αραχνιασμένα κάστρα του σατανά και ύψωνε παντού την σημαία του παμβασιλέως Χριστού, το κήρυγμα αυτό δεν άρεσε εις τους άρχοντας της Εκκλησίας και της πολιτείας. Και δια εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου του απηγορεύθη να κηρύττει.

Ο ασκητής επιστρέφει εις το ασκητήριό του. Αλλ’ η φωνή του καθήκοντος δεν τον αφήνει ήσυχο. Μία νύκτα εγκαταλείπει και πάλι το ερημητήριο και με νέα φλόγα, με στερεά και ακλόνητο απόφαση να θυσιασθεί υπέρ των αδελφών προς δόξαν του Εσταυρωμένου, ήρχισε την τελευταία του, «παράνομον» μεν από πλευράς καίσαρος, έννομον όμως και ευλογημένην παρά Θεού περιοδεία του. Μόλις ακούετο ότι έρχεται, ο λαός των χωριών πήγαινε για να τον προϋπαντήσει. Ταπεινός, μειλίχιος, αλλ’ άκαμπτος και ασυμβίβαστος προς την πλάνη και την αμαρτία ανέβαινε εις τα πρόχειρα βήματα και εδίδασκε τον λαό. Ο λόγος του ήτο νόμος δια τα πλήθη. Απολάμβανε άκρας εμπιστοσύνης. Είχε γίνει ο ήρωας του λαού, θρησκευτικός και κοινωνικός ηγέτης, ικανός να πλάσει κόσμους κατά τον τύπο του Ευαγγελίου του Χριστού. Περιοδεύων έφθασε μέχρι Καλαμών. Χιλιάδες λαού τον ακολουθούσε. Εσχηματίσθη ιερά λιτανεία. Προηγείτο κάποιος πιστός κρατών τον σταυρό και ακολουθούσε κλήρος και λαός ψάλλοντες «Τη υπερμάχω Στρατηγώ…».

Η τελευταία όμως αυτή κίνηση η οποία απέβλεπε εις την δια της Ορθοδοξίας ηθική και θρησκευτική αναγέννηση της Ελλάδος, έφερε ταραχή μεγάλη εις τους επί κεφαλής της επισήμου Εκκλησίας και το κράτος. Η Ιερά Σύνοδος και τα ανάκτορα εταράχθηκαν. Ο Παπουλάκος κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατα του καθεστώτος, όπως ο Χριστός κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατά του καίσαρος. Ο άοπλος αρχηγός κινήματος! Ώ κόσμε… Προς καταστολήν του κινήματος (!) απεστάλη στρατός και στόλος. Εκστρατεία ολόκληρος διωργανώθη δια την σύλληψιν του επαναστάτου. Ο Παπουλάκος βρήκε καταφύγιο εις τα σπήλαια της Μάνης. Εκεί ήτο αδύνατο να συλληφθεί. Όλη η Μάνη τον εφρούρει.

Αλλ’ ο ιεραπόστολος της Ορθοδοξίας επροδόθη. Τα τριάκοντα αργύρια ετέθησαν σε ενέργια. Ιούδας  ο ιερεύς παπα – Βασίλαρος, εις τον οποίον το κράτος έδωσε 6.000 χρυσές δραχμές  ως ανταμοιβή της προδοσίας. Έτσι ο Παπουλάκος συνελήφθη και την 27ην Ιουλίου 1852 ερρίφθη εις τας φυλακάς του Ρίου των Πατρών.

Μετά ένα έτος περίπου μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος εις τας Αθήνας για να δικασθεί. Όλος ο λαός, ο πιστός λαός, εις το πέρασμά του υπεκλίνετο και προσηύχετο.

Εις το δικαστήριο ο πρόεδρος τον ρώτησε: «Ποιόν διορίζεις συνήγορόν σου;». «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο συνήγορός μου», απαντά ο πιστός του δούλος Χριστοφόρος. Το ακροατήριο εσείσθη από συγκίνηση. Η δίκη ήτο αδύνατο να συνεχισθεί. Εθεωρήθη σκόπιμο να αναβληθεί.

2893951

ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣΕν τω μεταξύ όμως η Ιερά Σύνοδος, σύνοδος γραμματέων και φαρισαίων, ευτελέστατον όργανο του κράτους, συνεδρίασε και εξώρισε τον Παπουλάκο εις την νήσον  Άνδρο, εις την μονήν Παναχράντου. Εκεί επεριωρίσθη εντός κελίου, φρουρός δε χωροφύλαξ εφύλαττεν αυτόν ημέραν και νύκτα. Αλλ’ οι χριστιανοί δεν τον ελησμόνησαν. Από τα νησιά, από τα παράλια της Ευβοίας, από τα βουνά της Μάνης, από πόλεις και χωρία ήρχοντο δια να επισκεφθούν και ν’ ακούσουν τον γνήσιον κήρυκα του Ευαγγελίου. Και επειδή δεν επιτρέπετο να επικοινωνεί με κανέναν, ο Παπουλάκος μέσα από τα κάγκελλα της φυλακής του, του κελλίου του, όπως δεικνύει η δημοσιευομένη εικόνα, εδίδασκε τον λαό. Αλλά και αυτό απηγορεύθη. Ο Παπουλάκος, ο ευεργετικώτατος αυτός Έλλην, καταδικάσθη εις τελείαν απομόνωσιν.

Κατα το διάστημα της εις Άνδρον εξορίας του συνέβη και το εξής γεγονός. Το 1854 επισκέφθη την Ιερά Μονή ο νεοχειροτόνητος επίσκοπος Άνδρου Μητροφάνης Οικονομίδης, τον οποίον ως λαϊκόν ακόμα εγνώριζε καλώς ο Παπουλάκος. Δι’ αυτό τον εκύτταξε με πόνον βαθύν και με την απεριόριστον εκείνην ειλικρίνεια που εχαρακτήριζεν όλην του την ζωήν του είπε· ΚΑΙ ΣΥ ΜΗΤΡΟ ΕΓΙΝΕΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ; ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Ο Δεσπότης έγινε έξαλλος από την οργήν, εσήκωσε την δεσποτικήν του ράβδον και κατέφερε αλλεπάλληλα γενναία κτυπήματα κατά του σεβάσμιου γέροντος. Έτσι άπέδειξε ότι είναι δεσπότης!

Επτά χρόνια έμεινε εξόριστος φυλακισμένος εις την ιερά Μονή. Τα τελευταία Χριστούγεννα που εόρτασε εδώ στη γη ο άγιος ασκητής ήσαν τα Χριστούγεννα του 1860. Χριστούγεννα. Να είσαι φυλακισμένος δια τον Χριστόν είναι γλυκύς παράδεισος. Χριστούγεννα. Να είσαι εις μέγαρον πολυτελέστατον με υπηρέτας και υπηρέτριας, αλλά να εορτάζεις χωρίς Χριστόν, τούτο είναι πικρία και θάνατος. Μετά από ολίγας ημέρας εβάρυνε πλέον. Έπεσε κλινήρης. Ήτο όλος προσευχή, κατάνυξις, δάκρυα. Τις παραμονές του θανάτου του ο χωροφύλαξ που τον εφύλαττε ήλθε, εγονάτισε ενώπιον του και είπε· Πάτερ! Η ζωή σου με συνεκίνησε. Δεν θέλω να επιστρέψω πλέον στον κόσμο. Θέλω να γίνω μοναχός και να λάβω το όνομά σου.

Εις τις 18 Ιανουαρίου του 1861, εορτή του μεγάλου προμάχου της Ορθοδοξίας Αγίου Αθανασίου ο νεώτερος πρόμαχος της Ορθοδοξίας εν Ελλάδι Χριστόφορος Παπουλάκος παρέδωκε το πνεύμα εις Κύριον.

2893951

Τυπος αποστολικου ιεροκηρυκος

Αγαπητοί αναγνώσται! Αιών και πλέον έχει παρέλθει αφ’ ότου (1852) ο Παπουλάκος συνελήφθει και ερρίφθει ως κοινός κακούργος εις τας φυλακάς του Ρίου, δια να μη αποκτήσει πλέον ελευθερίαν κινήσεως. Ο αετός εκλείσθει εις τον κλωβόν… Αλλ’ ο τόσος χρόνος δεν εστάθει ικανός να εξαλείψει την μνήμην του ονόματός του. Ονόματα υπουργών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων της εποχής του Παπουλάκου, τα οποία τότε έκαναν κρότον μέγαν, έχουν λησμονηθεί τελείως. Τις ενθυμείται λ.χ. ποίος ήτο επίσκοπος Καλαμών προ 100 ετών; Ουδείς. Αλλ’ ουδείς εις την Πελοπόννησον υπάρχει που να μη έχει ακούσει από στόματα γεροντοτέρων το όνομα του μάρτυρος τούτου μοναχού· «Αυτό το έλεγεν ο Παπουλάκος…». Σωρεία ανεκδότων γύρω από την ζωήν και την δράσιν του φλογερού κήρυκος υπάρχει παρά το λαό. Αληθώς, «εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111,6).

Ο Παπουλάκος, και μόνος, ήτο η ελευθέρα και ζώσα Εκκλησία, εάν δε αφήνετο ελεύθερος να δράσει, θα επεξέτεινε το βασίλειον της ελευθέρας και ζώσης Εκκλησίας, θα συνεκέντρωνε πλήθη λαού και θα εγίνετο ο αναμορφωτής της ελληνικής κοινωνίας επί τη βάσει των διδαγμάτων της Ορθοδοξίας.

Επί τη προσεγγίσει εις το εν και ήμισυ περίπου αιώνος από της ημέρας της συλλήψεώς του, από τα βάθη του μοναστηρίου της Άνδρου νοερώς προβάλει και πάλιν η ηρωική του φυσιογνωμία. Παπουλάκος! τύπος αποστολικού ιεροκήρυκος. Παπουλάκος! θρύλος. Παπουλάκος! σύνθημα αγώνων. Παπουλάκος! άγιος! Ας τιμηθεί, λοιπόν, το όνομά του πρεπόντως. Και εάν η επίσημος Εκκλησία θελήσει να επιμείνει εις την άδικον κατ’ αυτού απόφασιν της Ι. Συνόδου του 1852, η ορθόδοξος ελληνική κοινωνία ας κινηθεί διά να αποδώσει την τιμήν. Εις τα Άρμπουνα των Καλαβρύτων ας στηθεί μνημείον. Εις τας ι. μονάς ας αναρτηθεί η εικών του. Εις την πόλιν των Καλαμών ας καταρτισθεί επιτροπή προς κατασκευήν προτομής του Παπουλάκου, η οποία να υπενθυμίζει τον ηρωικόν αγωνιστήν της Ορθοδοξίας, όστις ευκαίρως ακαίρως εκήρυξεν, επετίμησεν, ήλεγξεν, εστηλίτευσε το κοινωνικόν κακόν και εζήτησεν επιμόνως την ελευθερίαν της Εκκλησίας εκ των δεσμών του κράτους. Αλλά δυστυχώς και μετά τόσα έτη ελευθέρου βίου κεφαλή της Εκκλησίας της Ελλάδος εξακολουθεί να είναι ο καίσαρ, το μασονικόν κράτος, το οποίον εκδίδει νόμους καταργούντας τους νόμους της Κ. Διαθήκης, και οι επίσκοποι παρίστανται ως απλοί υπηρέται και ευτελείς διεκπεραιωταί των θελήσεων του κράτους.

Η προτομή του Παπουλάκου θα φωνάζει· Ορθόδοξοι χριστιανοί! Δεν λυπείσθε να βλέπετε επί ένα αιώνα και πλέον την μητέρα σας, την Εκκλησίαν, αισχράν του κράτους υπηρέτριαν εις τα άνομα και αντικανονικά θελήματά του; Εμπρός. Αγωνισθείτε, μικροί και μεγάλοι. Ελευθερώσατε την Μητέρα, δια να είσθε άξιοι υιοί αυτής. «Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις» της Ορθοδοξίας (Β Θεσ. 2,15).

16 Ιουνίου Συναξαριστής


 Τύχωνος Θαυματουργού, Μάρκου Ιερομ., Των Αγίων 5 Μαρτύρων, Των Αγίων 40 Μαρτύρων, Ανακομιδή Λειψάνων Αγίου Θεοδώρου Συκεώτου, Σύναξις Της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Διακοναίς, Μνημονίου Επισκόπου, Ελαππά,Ἅγιος Μνημόνιος, Ἅγιοι Φερραίολος καὶ Φερρούκιος , Ἁγίες Ἀκτινέα καὶ Γρεσινιάνα, Ἅγιος Σιμιλιανὸς, Ἅγιος Κεττίνος,  Κολμανὸς,  Κουρίγγος,  Ἰσμαὴλ, Αὐρηλιανὸς, Ὅσιος Σάββας, Τύχων ο εν Μεντὺν,Ὅσιος Τύχων- Λούκωφ, Ὅσιοι Νίκων, Βασίλειος καὶ Τύχων ,Ὅσιος Τύχων , Καουαϊκχόρσος,Ὅσιος Μωυσῆς, Ἑρμογένης.



Ὁ Ἅγιος Τύχων ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Ἀμαθοῦντος Κύπρου


Ὁ Ἅγιος Τύχων καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἐγεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς στὴν Ἀμαθούντα τῆς Κύπρου, τὴν σημερινὴ Παλαιὰ Λεμεσό. Ἤκμασε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου (395 – 423 μ.Χ.).
Ἀφιερωθεὶς ὑπὸ τῶν φιλοθρήσκων γονέων του στὸν Θεό, ἔλαβε ἄρτια μόρφωση καὶ διακρίθηκε στὴ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου καὶ τὴν ἁγνότητά του ἐχειροτονήθηκε ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμαθούντος Μνημονίου διάκονος καὶ στὴ συνέχεια πρεσβύτερος.
Ἡ ἱκανότητα, ὁ θερμὸς ζῆλος ὑπὲρ τοῦ θείου κηρύγματος καὶ οἱ πολλαπλὲς ἀρετές του τὸν ἀνέδειξαν, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μνημονίου, διάδοχό του, χειροτονηθεὶς ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Ἁγίου Ἐπιφανίου († 12 Μαΐου). Ὡς Ἐπίσκοπος, ὁ Τύχων διακρίθηκε γιὰ τὰ φιλανθρωπικὰ ἔργα, τὴν ἀδιάλειπτη διδασκαλία καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς Χριστιανικῆς πίστεως μέριμνά του.
Ἔτσι, μετέστρεψε πολλοὺς εἰδωλολάτρες, κατέστρεψε ναοὺς εἰδωλολατρικοὺς καὶ εἴδωλα καὶ ἀνήγειρε Χριστιανικὲς ἐκκλησίες.

Κάποια ἡμέρα, ποὺ εἰσῆλθε σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ ναό, ἔδιωξε ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἱέρεια τῆς Ἀρτέμιδος, τὴ Μιαρανάθουσα, ἡ ὁποία τὸν ἐξύβρισε. Μὲ παρρησία ἄρχισε νὰ τὴν ἐλέγχει γιὰ τὴν τυφλὴ ἐμμονή της στὴν ἀσέβεια καὶ τὴν εἰδωλολατρία. Τὸ θάρρος τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ
ἀρετὴ ποὺ ἀπέπνεε ἡ ὅλη του προσωπικότητα προκάλεσαν τέτοια ἐντύπωση στὴν ἱέρεια τῶν εἰδώλων, ποὺ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ Μιαρανάθουσα μὲ σεβασμὸ καὶ φόβο ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ τὴν κατηχήσει. Ἔτσι δέχθηκε τὸ Βάπτισμα μὲ μετάνοια καὶ ὀνομάσθηκε Εὐήθεια.
Ἕνεκα τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του καὶ τῆς ἁγνότητος τοῦ βίου του ἐπροικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας, ἐπιτελέσας πολλὰ θαύματα στὴ ζωὴ καὶ μετὰ θάνατον.Ὁ Ἅγιος Τύχων ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θείας ἔτυχες, ἱερατείας, νεύσι κρείττονι, ἐκλελεγμένος, ὡς θεράπων τῆς Τριάδος ἐπάξιος· σὺ γὰρ τῶν ἔργων ἐκλάμπων ταῖς χάρισι, τὴν Ἐκκλησίαν ἐστήριξας θαύμασι. Τύχων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκετευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ἐν ἀσκήσει Ἅγιε, θεοφιλεῖ διαπρέψας, Παρακλήτου δύναμιν, ἐξ ὕψους καθυπεδέξω, ξόανα, καθαιρεῖν πλάνης λαοὺς δὲ σώζειν, δαίμονας, ἀποδιώκειν νόσους ἰᾶσθαι. Διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς Θεοῦ φίλον, Τύχων μακάριε.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός· χαίροις τὸ δοχεῖον, τῶν τοῦ Πνεύματος ἀγαθῶν· χαίροις ὁ τῆς Κύπρου, ἀνέσπερος δᾳδοῦχος, ὦ Τύχων Ἀμαθοῦντος, ποιμὴν μακάριε.



Ὁ Ἅγιος Μνημόνιος Ἐπίσκοπος Ἀμαθοῦντος Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Μνημόνιος, Ἐπίσκοπος Ἀμαθοῦντος τῆς Κύπρου, εἶναι γνωστὸς σὲ ἐμᾶς ἀπὸ ὑπόμνημα στὸ διάδοχό του, Ἅγιο Τύχωνα. Ὁ ὑπομνηματιστὴς ὀνομάζει τὸν Μνημόνιο «ἁγιώτατο». Διετέλεσε Ἐπίσκοπος κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ὡς δυνάμεθα νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ διάδοχός του Τύχων ἐχειροτονήθηκε ὑπὸ τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου.



Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μάρκος, Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος, ἐτελειώθηκε κρεμασθείς, ἀφοῦ τοῦ ἐφόρτωσαν τὰ χέρια μὲ πέτρες. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα.



Ὁ Ἅγιος Ἐλάππας ὁ Μάρτυρας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἐλάππα.



Οἱ Ἅγιοι Φερραίολος καὶ Φερρούκιος οἱ Ἱερομάρτυρες οἱ ἐν Γαλατίᾳ 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Φερραίολος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Εἰρηναίου, Ἐπισκόπου Λουγδούνου († 23 Αὐγούστου), ἐστάλη μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Φερρούκιο, κατὰ τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ., στὴν πόλη Μπεζανσὸν τῆς Γαλλίας, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο. Συλληφθέντες ἐπὶ αὐτοκράτορος Καρακάλλα (211 – 217 μ.Χ.), ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 212 μ.Χ.



Οἱ Ἅγιοι Πέντε Μάρτυρες ἐν Νικομηδείᾳ 

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἐτελειώθησαν στὴ Νικομήδεια διὰ ξίφους.



Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες οἱ Ρωμαῖοι

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἐτελειώθησαν διὰ πυρός.






Οἱ Ἁγίες Ἀκτινέα καὶ Γρεσινιάνα οἱ Παρθενομάρτυρες 

Οἱ Ἁγίες Παρθενομάρτυρες Ἀκτινέα καὶ Γρεσινιάνα ἐμαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος  Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), στὴν πόλη Βολτέρρα τῆς Ἰταλίας.



Ὁ Ἅγιος Σιμιλιανὸς ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Νάντης 

Ὁ Ἅγιος Σιμιλιανὸς διετέλεσε Ἐπίσκοπος τῆς Νάντης τῆς Γαλλίας κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἐξυμνεῖται ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Τουρώνης ὡς μέγας Ὁμολογητής. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 310 μ.Χ.




Ὁ Ἅγιος Κεττίνος 

Ὁ Ἅγιος Κεττίνος, Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Πατρικίου,  Ἀποστόλου τῆς Ἰρλανδίας († 17 Μαρτίου), ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ὅσιος Κολμανὸς ἐξ Ἰρλανδίας 

Ὁ Ὅσιος Κολμανὸς ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Κολούμπα († 9 Ἰουνίου). Ἵδρυσε τὴ μονὴ τοῦ Ρεχρέιν στὴ νῆσο Λάμπεϋ κοντὰ στὸ Δουβλίνο καὶ διετέλεσε πρῶτος ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ἅγιος Κουρίγγος ἐξ Οὐαλίας 

Ὁ Ὅσιος Κουρίγγος ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ., καὶ θεωρεῖται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Λάνμπανταρν τῆς Οὐαλίας. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ὅσιος Ἰσμαὴλ ἐξ Οὐαλίας

Ὁ Ὅσιος Ἰσμαὴλ ἔζησε τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν μαθητὴς τῶν Ὁσίων Τεϊλίου († 9 Φεβρπυαρίου) καὶ Δαβὶδ τῆς Οὐαλίας († 1 Μαρτίου). Ὁρισμένοι ἐρευνητὲς ὑποστηρίζουν ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως Βουδίκου τῆς Κορνουάλης καὶ Ἐπίσκοπος.Ὁ Ὅσιος Ἰσμαήλ, ἀφοῦ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ στὴν Οὐαλία, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ἅγιος Αὐρηλιανὸς Ἐπίσκοπος Ἀρελάτης

Ὁ Ἅγιος Αὐρηλιανὸς διετέλεσε Ἐπίσκοπος Ἀρελάτης τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὸ 546 ἕως τὸ 551 μ.Χ., πιθανὸν ἔτος τοῦ θανάτου του. Ἐτοποθετήθηκε στὴν ἕδρα αὐτὴ μὲ τὴν ὑπόδειξη τοῦ βασιλέως τῶν Φράγκων Χιλδεβέρτου Α’ ὑπὸ τοῦ Πάπα Ρώμης Βιγιλίου (538 – 555 μ.Χ.).
Τὸ 548 μ.Χ., ἵδρυσε μία ἀνδρικὴ καὶ μία γυναικεία μονή, καθόρισε δὲ καὶ Κανόνα γιὰ κάθε μία ἀπὸ αὐτές. Τοῦ Αὐρηλιανοῦ σώζεται, ἐπίσης, ἐπιστολὴ πρὸς τὸν βασιλέα Θευδεβέρτο Α’.Ὁ Ἅγιος Αὐρηλιανὸς ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν πόλη Λυὼν τῆς Γαλλίας.



Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου 

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου, τιμᾶται τὴν 22α Ἀπριλίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του. Τὸ ἱερὸ λείψανό του εὑρέθηκε τὸ 1200 ἀπὸ τὸ Ρῶσο προσκυνητὴ Ἀντώνιο καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Δευτέρῳ» στὸ Βυζάντιο.











Ὁ Ὅσιος Σάββας τῆς Μόσχας 

Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐμόνασε κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. στὴν ἱερὰ μονὴ Ἀνδρονίκου τῆς Μόσχας καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1378.



Ὁ Ὅσιος Τύχων ὁ ἐν Μεντὺν τῆς Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Τύχων τοῦ Μεντὺν καὶ τῆς Καλούγκα ἔζησε κατὰ τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ Χούντωφ τῆς Μόσχας. Κινούμενος ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐρημικὴ ζωή, ἀσκήτεψε σὲ ἀπομονωμένο τόπο τοῦ Μαρογιαροσλάβλ καὶ μέσα στὴν κοιλότητα μιᾶς βελανιδιᾶς κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Βεπρίκα.
Ἐκεῖ ἀνήγειρε τὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία καὶ κατεύθυνε πνευματικὰ μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, τὸ 1492.



Ὁ Ὅσιος Τύχων ὁ Θαυματουργός ὁ ἐν τῷ Λούκωφ τῆς Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Τύχων, κατὰ κόσμον Τιμόθεος, ἦταν στρατιώτης στὴν περιοχὴ τῆς Λιθουανίας στὴν ὑπηρεσία τοῦ πρίγκιπος τοῦ Μπελύϊ. Τὸ 1482, ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ δεχθεῖ τὴν Οὐνία, ἔφυγε ἀπὸ τὴ Λιθουανία καὶ κατέφυγε στὴ Ρωσία. Ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς πόλεως Λοὺκ στὴν Ἐπισκοπὴ τῆς Κοστρόμας.
Ἡ Λούκ, κατ’ ἐκείνη τὴν περίοδο, ἦταν ὑπὸ τὴν διακυβέρνηση τοῦ Λιθουανοῦ πρίγκιπος Θεοδώρου Βέλσκυ. Ἐκεῖ ἀνήγειραν, μαζὶ μὲ τοὺς συνασκητές του Φώτιο καὶ Γεράσιμο, ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.Ὁ Ὅσιος Τύχων, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1503.



Οἱ Ὅσιοι Νίκων, Βασίλειος καὶ Τύχων οἱ ἐν Σολόκοβο τῆς Ρωσίας
Οἱ ὅσιοι Νίκων, Βασίλειος καὶ Τύχων ἀσκήτεψαν κατὰ τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. στὴν ἔρημο τοῦ Σολόκοβο καὶ ἐκοιμήθησαν μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη τους τιμᾶται, ἐπίσης τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή.



Ὁ Ὅσιος Τύχων ὁ Θαυματουργός ὁ ἐν Καράτσεβ τῆς Ρωσίας 

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Τύχωνος, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τοῦ Καράτσεβ στὴν Ἐπαρχία τοῦ Ὀρέλ, ἀναφέρεται σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 17ου αἰῶνος μ.Χ. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ἅγιος Καουαϊκχόρσος ὁ Μάρτυρας ὁ Ἰβηρίτης μοναχὸς ἐν Ἱερουσαλήμ 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Καουαϊκχόρσος καταγόταν ἀπὸ τὴ Γεωργία καὶ ἐμαρτύρησε ἐπὶ σάχη Ἀμπᾶ, τὸ 1612.



Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς τῆς Ὄπτινα 

Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς τῆς Ὄπτινα, κατὰ κόσμον Τιμόθεος, ἐγεννήθηκε στὸ Μπορισογκλὲμπσκ τῆς Ρωσίας, στὶς 15 Ἰανουαρίου 1782. Οἱ γονεῖς του, Ἰβὰν Γρηγορίεβιτς Πουτίλωφ καὶ Ἄννα Ἰβάνοβνα Γκολοβίνα, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι ἄνθρωποι.
Ὁ παππούς του ἀπὸ τὴν μητέρα του, ὁ Ἰωήλ, ἦταν ἱεροδιάκονος καὶ εὐσεβὴς γέροντας, ποὺ ἐζοῦσε στὴ μονὴ Σερπούκωφ Βυσότσκυϊ. Ἡ οἰκογένεια εἶχε ἀκόμη πέντε παιδιά, τὸν Κύριλλο, τὸν Ἰωνᾶ, τὸν Βασίλειο, τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὴν Ἀνυσία καὶ ἄλλα τέσσερα ποὺ ἀπέθαναν νήπια. Οἱ τρεῖ υἱοὶ Τιμώθεος, μετέπειτα ἡγούμενος Μωυσῆς τῆς Ὄπτινα, Ἀλέξανδρος, μετέπειτα ἡγούμενος Ἀντώνιος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μαλογιαροσλάβετς, καὶ Ἰωνᾶς, μετέπειτα ἡγούμενος Ἡσαΐας τῆς μονῆς Σάρωφ, ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ ἀφιερώθηκαν στὸ Θεό.
Οἱ γονεῖς του ἀνέθρεψαν τὸν Τιμόθεο μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ἀπὸ μικρὸς ἦταν φιλακόλουθος καὶ διακρίθηκε στὴ μελέτη. Ὅταν εὑρισκόταν μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωνᾶ στὴ Μόσχα γιὰ δουλειά, ἐμελετοῦσε πολὺ καὶ ἀντέγραφε ὅσες περικοπὲς πνευματικῶν κειμένων ἐθεωροῦσε ἀξιόλογες.
Στὴ Μόσχα ἐγνώρισε καὶ τὴν ἁγία γερόντισσα μοναχὴ Δοσιθέα, ποὺ ἀσκήτευε στὸ μοναστήρι Ἰβανόφσκυϊ τῆς Μόσχας καὶ τὸν συνέδεσε πνευματικὰ μὲ τοὺς γέροντες τῆς μονῆς Νόβο – Σπάσκυϊ Ἀλέξανδρο καὶ Φιλάρετο, ποὺ εἶχαν πνευματικοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν φημισμένο στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυϊ.
Παρὰ τὶς ἀρχικές του ἀντιρρήσεις καὶ μετὰ ἀπὸ περιπέτειες ὁ πατέρας του ἔδωσε τὴ συγκατάθεσή του στὸν υἱό του Τιμόθεο νὰ πάει στὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ, ἐνῶ ἐκράτησε κοντά του τὸν Ἰωνᾶ, στὸν ὁποῖο ἔδωσε τὴν εὐχή του ἀργότερα. Ἔτσι ὁ Τιμόθεος καὶ ὁ Ἰωνᾶς ἐπῆγαν στὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν στὴν ἀκμή του.
Ὁ Ἰωνᾶς ἔμεινε γιὰ πάντα στὴ μονὴ τοῦ Σάρωφ καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἡσαΐας. Ἀργότερα ἔγινε σκευοφύλακας καὶ μετά, τὸ 1842, ἡγούμενος. Ἐκοιμήθηκε τὸ 1860.
Ὁ Τιμόθεος ἔφυγε γιὰ τὴ Μόσχα τὸ 1808 καὶ ἀποφάσισε νὰ πάει στὸ μοναστήρι Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Σβένσκ, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε στὴν Ἐπισκοπὴ Ὀρλώφ. Ἐκεῖ ἀνέλαβε τὸ διακόνημα τοῦ σκευοφύλακος, τὴν ἀλληλογραφία τῆς μονῆς καὶ τὴν ἀνάγνωση στὶς Ἀκολουθίες.
Διάφορες τυπικὲς δυσκολίες δὲν ἐπέτρεψαν τὴν κουρὰ τοῦ Τιμοθέου, ὁ ὁποῖος, μετὰ ἀπὸ συμβουλὴ τοῦ ἱερομονάχου Ἀλεξίου τῆς μονῆς Σιμονὼς τῆς Μόσχας, προτίμησε νὰ ζήσει τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ τῶν ἀναχωρητῶν τοῦ Ροσλάβλ.
Τὸ 1811, ὁ Τιμόθεος ἔφθασε στὰ δάση τοῦ Ροσλὰβλ καὶ στὴν ἀρχὴ ἔμεινε μὲ τὸν ἱερομόναχο Ἀθανάσιο, τὸν γεροντότερο ἀπὸ τοὺς ἀναχωρητές, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔκειρε μυστικὰ μοναχὸ δίδοντάς του τὸ ὄνομα Μωυσῆς.
Τὸ 1816, ἔφθασε στὸ δάσος τοῦ Ροσλάβλ καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὁσίου Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος ἔγινε, τὸ 1820, μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀντώνιος.
Ὡστόσο ὁ Ὅσιος Μωυσῆς συνέχιζε τὸν πνευματικό του ἀγώνα. Σὲ κάποιες ἐλάχιστες σημειώσεις, ποὺ διασώθηκαν, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Ὅσιος ἔγραφε: «Τὸ Πάτερ ἡμῶν εἶναι ἡ προσευχὴ ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας μας, γιὰ νὰ καλύψει ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς παρούσας καὶ τῆς μέλλουσας ζωῆς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ὁ πολυεύσπλαγχνος  Κύριος εὐλογεῖ καὶ τὴν ἀκόλουθη, ὅταν λέγεται μὲ πίστη καὶ ταπείνωση: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, Πολυεύσπλαγχνε καὶ Οἰκτίρμον, ὁ πολὺς ἐν ἐλέει καὶ πλούσιος ἐν οἰκτιρμοῖς, ὁ συμπαθής, ὁ παρέχων συγγνώμην, ὁ ἀληθινός, μὴ ὀργισθῇς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπίβλεψον ἡμῖν ὡς φιλάγαθος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σῶσον, Κύριε, καὶ ἐλέησον τὸν δοῦλόν Σου, τὸν ἀδελφόν μου (τόνδε).
Κύριε, χάρισέ του γνῶσιν καὶ ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἐντολῶν Σου, εἰρήνην ψυχῆς καὶ σώματος, ὑγείαν εὶς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων τῆς ὑπακοῆς Σου, ὥστε νὰ τελέσῃ ἐν φόβῳ πᾶσαν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐργασίαν, μὲ ταπείνωσιν, ἄνευ δικαιώματος ἢ γογγυσμοῦ ἢ προσκόμματος ὑπὸ τοῦ πονηροῦ, ἐν ἁπλότητι καρδίας, συμφώνως πρὸς τὸ πανάγιον θέλημά Σου...».
Ἐκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, εἶναι πώς, ἀπὸ εὐσέβεια πρὸς τοὺς Πατέρες καὶ Ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, ὁ Ὅσιος Μωυσῆς, ὅσο ζοῦσε στὰ δάση τοῦ Ροσλάβλ, ἐμελετοῦσε ἀλλὰ καὶ ἀντέγραφε τὰ κείμενά τους ὄρθιος. Καὶ αὐτὸ ὕστερα ἀπὸ πολύωρη ὀρθοστασία στὴν προσευχή.
Τὸ 1821, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ φιλομόναχου Ἐπισκόπου Καλούγκα Φιλαρέτου, ὁ Ὅσιος Μωυσῆς, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς πατέρες Ἀντώνιο, Ἱλαρίωνα καὶ Σαββάτιο, ἦλθε στὴ Σκήτη τῆς Ὄπτινα, καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου ἐξεκίνησε τὴ δημιουργία νέας Σκήτης. Μετὰ τὰ ἐγκαίνιά της, στὶς 5 Φεβρουαρίου 1822, ὁ Ὅσιος, στὶς 22 Δεκεμβρίου ἐχειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὶς 25 Δεκεμβρίου πρεσβύτερος.
Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν ἀνέδειξε, τὸ 1826, ἡγούμενο τῆς μονῆς τῆς Ὄπτινα. Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος, παρὰ τὸ ἡγουμενικὸ ἀξίωμα, ἐξακολουθοῦσε νὰ ζεῖ ὡς μοναχός: μὲ ἀγρυπνίες, νηστεία, προσευχή, ἡσυχία, ταπείνωση, αὐστηρὴ ἄσκηση, φιλοξενία, ἐλεημοσύνη, ἀγάπη, πίστη, ὑπομονή, πραότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὡς πνευματικὸς ἀνάπαυε τὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν τῆς μονῆς.
Τὰ χρόνια ὅμως περνοῦσαν. Ἡ ὑγεία τοῦ Ὁσίου ἔφθινε. Ἀλλὰ ὁ ζῆλός του ἐμεγάλωνε. Νοιαζόταν γιὰ τὴν ἀπόλυτη ἐφαρμογὴ τῆς μοναχικῆς πρακτικῆς καὶ τῶν κοινοβιακῶν κανόνων.
Παρὰ τὴν ἀσθένειά του ὁ Ὅσιος Μωυσῆς προσπαθοῦσε νὰ λειτουργεῖ καὶ ἐκοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων συνεχῶς. Τὸ βράδυ τῆς 6ης Ἰουνίου 1862 ἐκάρη μεγαλόσχημος καὶ ἐζήτησε νὰ γραφεῖ ἡ πνευματικὴ διαθήκη του.
Τὶς ἑπόμενες ἡμέρες ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Ὁσίου ἐπιδεινώθηκε. Ἐκεῖνος ἐζήτησε νὰ ἀναγνωσθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὅταν ὁ μοναχὸς ἐδιάβαζε τὸ τέλος τοῦ 16ου κεφαλαίου τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, «Μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ...», ὁ Ὅσιος Μωυσῆς παρέδωκε τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριο.

Πνευματικὴ Διαθήκη Ὁσίου Μωυσῆ

«Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας καὶ Ζωοποιοῦ καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος, τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν!
Ἐγὼ ὁ ὑπογραφόμενος, ὁ πολὺ ἁμαρτωλὸς ἀρχιμανδρίτης Μωυσῆς τῆς μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς Ὄπτινα, τῆς Ἐπισκοπῆς Καλούγκα, ἀξιώθηκα νὰ λάβω ἀμέτρητα καὶ ἀνέκφραστα ἐλέη καὶ εὐεργεσίες ἀπὸ τὸν Πανάγαθο καὶ Πολυεύσπλαγχνο Κύριό μου, σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Ἀξιώθηκα νὰ γίνω μοναχός, νὰ δεχθῶ τὸ ὑπούργημα τῆς ἱερωσύνης καὶ νὰ γίνω ἡγούμενος καὶ ἀρχιμανδρίτης, ἐνῶ εἶμαι ἄμοιρος ἔργων ἀγαθῶν.
“Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ πέρι πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;”. Μέσα μου νιώθω καὶ ἐκφράζω τὴ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη μου καὶ παρακαλῶ τὴν ἀγαθότητά Του νὰ μοῦ χαρίσει τὴ σωτηρία τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς μου. Νὰ μοῦ δώσει τέλος ἀγαθό, ὥστε μὲ πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸ ἀνείκαστο ἔλεός Του καὶ τὴν ἀτίμητη θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, νὰ ἀξιωθῶ νὰ παρασταθῶ ἀκατάκριτος στὴ φοβερὴ καὶ δίκαιη κρίση του καὶ νὰ μὲ βάλει στὰ δεξιά Του, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς Του. Καὶ ἀπὸ σᾶς, πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ πνευματικά μου τέκνα, ζητῶ νὰ εὔχεσθε στὸν Κύριο, ὥστε νὰ μὴ μὲ στερήσει ἀπὸ τὸ ποθούμενο.
Ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ αἰσθάνομαι ἀδύναμος καὶ ἀσθενὴς καὶ καταλαβαίνω πὼς ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου μου εἶναι ἄγνωστος, σκέφθηκα πὼς εἶναι καλὸ ν’ ἀφήσω μία διαθήκη, ὄπως ἔχω δικαίωμα, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ εὑρίσκονται στὴν κατοχή μου.
Αὐτὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἅγιες εἰκόνες καὶ πνευματικὰ βιβλία, ποὺ ἐβοήθησαν στὴν κατάρτιση τῆς ψυχῆς μου. Χρήματα δὲν ἔχω. Ἀπὸ τότε ποὺ εἰσῆλθα στὸ ζυγὸ τῆς μοναχικῆς ζωῆς μέχρι σήμερα ζῶ σὲ μοναστήρι κοινόβιο.
Ἔτσι δὲν εἶχα ποτὲ ἐνδιαφέρον ν’ ἀποκτήσω περιουσία, διότι θυμόμουν τὸν ὅρκο ποὺ ἔδωσα στὸν Θεὸ νὰ ζήσω μὲ ἀκτημοσύνη. Ἀνάγκη γιὰ φαγητὸ καὶ ἔνδυση δὲν εἶχα, διότι μοῦ τὰ ἔδιδε ὄλα τὸ μοναστήρι.
Ἔτσι, τὰ λινά, τὰ εἴδη ρουχισμοῦ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίπλωση, εὑρεθεῖ στὸ κελί μου μετὰ τὸ θάνατό μου δὲν ἀνήκουν σὲ μένα ἀλλὰ στὸ μοναστήρι καὶ θὰ πρέπει νὰ δοθοῦν στὸ κελάρι, γιὰ νὰ μοιρασθοῦν ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνο σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες νὰ τοποθετηθοῦν στὴν ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ταιριάζουν καλύτερα.Τὰ πνευματικά μου βιβλία, ποὺ συλλέγω ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα μοναχός, τὰ θεωρῶ μεγάλο θησαυρό, ποὺ ἔθρεψαν τὴν ψυχή μου μὲ τροφὴ ἀθάνατη, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Τ’ ἀφήνω ὅλα στὴ βιβλιοθήκη τῆς μονῆς, γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῶν πατέρων καὶ τῶν ἀδελφῶν μου.
“Γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας τῆς μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι”. Γι’ αὐτὸ καὶ θέλω ὅλα ὅσα ἔχω στὴν κατοχή μου, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ καλυφθεῖ καὶ νὰ ταφεῖ τὸ σῶμά μου, νὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὸ κελί μου, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις μου.Ἔτσι, μετὰ τὸ θάνατό μου, κανένας δὲν θὰ κουρασθεῖ γιὰ νὰ ἐντοπίσει καὶ νὰ καταγράψει τὴν περιουσία μου καὶ κανένας δὲν θὰ ἔχει εὐθύνη γι’ αὐτήν.
Οἱ συγγενεῖς μου δὲν ἔχουν νὰ κάνουν τίποτα μὲ τὴν περιουσία μου αὐτή. Εἶμαι σίγουρος πὼς δὲν θὰ ἀνακατευθοῦν, θὰ μείνουν εὐχαριστημένοι μὲ αὐτὰ ποὺ ὁ Θεὸς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἔδωσε. Δὲν θὰ θελήσουν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὴ μοναστικὴ περιουσία, διότι ἀνήκει στὸ μοναστήρι. Ἂν τολμήσουν νὰ τὴν ἀγγίξουν, αὐτὴ θὰ γίνει φωτιά, ποὺ θὰ κάψει τὴν κληρονομία τους.
Ὅταν φανεῖ εὐάρεστο στὸν Θεὸ νὰ χωρισθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμά μου, παρακαλῶ τὸν πνευματικό μου πατέρα καὶ ὅλους τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου σὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμά μου σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ καὶ μοναστηριακὴ τάξη. Μετά, σᾶς παρακαλῶ, νὰ συνεχίσετε νὰ μὲ μνημονεύετε, τόσο στὶς Ἀκολουθίες ὅσο καὶ στὶς κατὰ μόνας προσευχές σας, ὥστε ὁ Κύριος νὰ συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ ἀναπαύσει τὴν ψυχή μου μετὰ τῶν δικαίων.
Ἂν ὅσο ἐζοῦσα, ἐλύπησα κάποιον μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, μὲ ἔργα, μὲ λόγια ἢ μὲ τοὺς λογισμούς μου, ζητῶ ταπεινὰ συγγνώμη ἀπὸ ὅλους. Καὶ ἂν κάποιος μὲ ἐλύπησε μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, τὸν συγχωρῶ ἀπὸ τὴν καρδιά μου.
Ἔγραψα τὴν πνευματική μου αὐτὴ διαθήκη μὲ τὴ θέλησή μου, ἔχοντας σώας τὰς φρένας καὶ ἐναργὴ μνήμη.

6 Ἰουνίου 1862
Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Ὄπτινα
Ἀρχιμανδρίτης Μωυσῆς».



Ὁ Ἅγιος Ἑρμογένης ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Τομπὸλσκ Ρωσίας 

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἑρμογένης, κατὰ κόσμον Γεώργιος Ἐφραίμοβιτς Ντολγκάνωφ, ἐγεννήθηκε, στὶς 25 Ἀπριλίου 1858, στὴν περιοχὴ τῆς Χερσονήσου. Ἦταν γόνος ἱερατικῆς καὶ εὐλαβοῦς οἰκογένειας καὶ ὁ πατέρας του ἐγκατέλειψε τὴν ἱερατικὴ διακονία στὸν κόσμο καὶ ἔγινε μοναχός. Μετὰ τὴν ἐγκύκλια μόρφωση ἐσπούδασε στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Νοβοροσίσκ νομική, ἱστορία καὶ φιλολογία καὶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Νικάνορα (Μπρόβκοβιτς) ἀφιερώθηκε στὸν Θεό.
Ἔτσι εἰσήχθη στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε διάκονος, στὶς 28 Νοεμβρίου 1890. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, στὶς 2 Δεκεμβρίου, χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ διορίζεται ἱεροκῆρυξ.
Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ἐργάζεται σκληρὰ καὶ διορίζεται, τὸ 1898, διευθυντὴς τῆς θεολογικῆς ἀκαδημίας τῆς Τυφλίδος. Ἡ δραστηριότητά του εἶναι μεγάλη. Ἱδρύει ἐνοριακὰ σχολεῖα καὶ ἐργάζεται ἱεραποστολικὰ σὲ ὅλη τὴν περιοχή. Λίγο ἀργότερα, στὶς 21 Μαρτίου 1903, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Σαράτωφ καὶ διορίζεται μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.Ἀναλώνει τὸν ἑαυτό του στὴ νέα ἐπισκοπικὴ διακονία καὶ εἶναι πατέρας γιὰ τὸ λαό του.
Ἀνεγείρει ναούς, μεριμνᾶ γιὰ τὴ διοργάνωση τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀκριβὴ τήρηση τοῦ Τυπικοῦ τῶν μονῶν, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγιορείτικη παράδοση, γιὰ τὴν αὔξηση τῆς ἱεραποστολικῆς ἐργασίας, τὴν ἔκδοση ἐκκλησιαστικῶν ἐντύπων γιὰ τὴν κατήχηση τοῦ λαοῦ, κηρύττει συνεχῶς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ τόσο στοὺς ἐπιστήμονες ὅσο καὶ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης ἐθαύμαζε τὸν Ἐπίσκοπο Ἑρμογένη καὶ προεῖπε τὸ μαρτυρικὸ θάνατο αὐτοῦ, ποὺ συνέβη τὸ 1918.



Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Δοκιαναῖς (ἢ πέραν ἐν Εὐδοκιαναῖς) 

Ὁ Μανουὴλ Γεδεὼν ἀναφέρει ὅτι πρόκειται περὶ παραφθορᾶς τοῦ «Ἰουκουνδιαναῖς» καὶ εἰκάζει ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου «τῶν Μαρνακίου» ἢ «Μαρανακίου».

Ο ΓΑΠ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΗΤΑΝ ...


Ο ΓΑΠ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΗΤΑΝ ...
==============
…Ο ΓΑΠ είναι ό,τι ανέκαθεν ήταν:
ένας φοβικός αντικοινωνικός άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων με προφανή την αδυναμία να πάρει έγκαιρα τις αναγκαίες αποφάσεις και με κατάδηλη εκφραστική-επικοινωνιακή υστέρηση.
Στο μυαλό του Γιωργάκη τα προβλήματα είναι μπερδεμένα σαν τον γόρδιο δεσμό, αποκτούν τις διαστάσεις ενός μεταφυσικού κακού και έχουν ως κολλητική ουσία την πατροπαράδοτη αλαζονεία των Παπανδρέου.
Οι συνεργάτες του Γιωργάκη γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο πρωθυπουργός συσκέπτεται μεν και μάλιστα με νευρωτικό, αγχωμένο τρόπο, αλλά δεν αποφασίζει.
Παράλληλα ακούει ευλαβικά και αμίλητος τις στρατιές των συμβούλων του, αλλά δεν πραγματοποιεί καμία εισήγησή τους.

Αυτό είναι το modus operandi του.
Να συσκέπτεται αλλά να μην αποφασίζει, να αποφασίζει αλλά να μην εκτελεί, να εκτελεί αλλά να μετανιώνει και να ανακαλεί.
Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΓΑΠ εμπιστεύεται – όσο εμπιστεύεται – το πολύ στενό του πολίτ μπιρό, δυο-τρεις ανθρώπους του άμεσου προσωπικού του περιβάλλοντος, τους δύο αδελφούς του, ενώ περιφρονεί βαθύτατα το κοινοβουλευτικό ΠΑΣΟΚ αλλά και όλους τους συνεργάτες του πατέρα του.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι ο Γιωργάκης τρέφει σχεδόν υπερβατική πίστη στον αμερικανικό παράγοντα με τρόπο ώστε να καθίσταται συνειδητά ή ασυνείδητα πειθήνιο όργανό του.
Έτσι με περισσή αθωότητα ο Παπανδρέου ο Γ΄ εφαρμόζει πολιτικές που αντιστρατεύονται τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ενώ για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» κυριαρχεί μαύρο σκοτάδι, δηλαδή οι «χειρισμοί» του Δρούτσα.
Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό πως οι εξ απορρήτων του πρωθυπουργού είναι νεαροί τεχνοκράτες χωρίς κοινοβουλευτική ή διοικητική πείρα, μαθητευόμενοι μάγοι, δηλαδή, που οφείλουν την αιφνίδια, κατακόρυφη άνοδό τους στην ανασφάλεια του ηγεμόνα τους.
Σκεφτείτε: ο πιο ικανός υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι και ο πιο αποτυχημένος: ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου.
… Ο Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός από ένα πείσμα. Επειδή έτσι έπρεπε. Επειδή γι’ αυτό τον προετοίμαζε η μαμά του. Και γιατί βεβαίως ο ελληνικός λαός είναι βαθιά συντηρητικός με ναΐφ πολιτικά ανακλαστικά.
… O Γιωργάκης εξελέγη ψευδόμενος, παρέλαβε την εξουσία μέσα σε υπνωτικό πανικό, διαλάλησε urbi et orbi την άθλια κατάστασή μας και μετά απορούσε γιατί μας εκμεταλλεύονται οι αισχροκερδείς αγορές.
Κατέστησε τη χώρα πειραματόζωο της ευρύτερης, ευρωπαϊκής κρίσης, εξιλαστήριο θύμα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν και βέβαια δεν είχε ούτε το σθένος ούτε την ψυχραιμία να διαπραγματευτεί εξαντλητικά, να λειτουργήσει πολιτικά, να συμπεριφερθεί ως πρωθυπουργός κι όχι ως εκ των προτέρων ηττημένος.
Χωρίς μάλιστα να δώσει μάχη.

(ΑΠ)ΟΙΚΙΑ ή Ο ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ Ο ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΑΚΙΑΣ



(ΑΠ)ΟΙΚΙΑ ή Ο ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ Ο ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΑΚΙΑΣ!
Του κ. Χαράλαμπου Στανίτσα
===========
Νομίζω ότι ο ΣΤΑΘΗΣ από την “Ελευθεροτυπία” τα λέει καλά. Αν εξαιρέσει κάποιος μερικούς οξύτατους χαρακτηρισμούς, νομίζω ότι ακτινογραφεί τον Πρωθυπουργό πολύ καλά. Ας όψονται όλοι όσοι προεκλογικά πίστεψαν τις αρλούμπες τύπου "λεφτά υπάρχουν". Τώρα είναι αργά για δάκρυα. Μας πήρε και μας σήκωσε. Για πόσο βέβαια θα μας σηκώνει εξαρτάται από εμάς. Εμείς όμως βάλαμε μυαλό ή θα πιστέψουμε τον συμφοιτητή του Άμχερστ που υπόσχεται επανεκκίνηση της οικονομίας και μηδενισμό του χρέους; Νομίζω πρέπει να πιστέψουμε τον ίδιο τον κ. Σαμαρά που, σε συνομιλία του με τον Γάλλο Πρωθυπουργό κ. Φιγιόν, είπε ότι τα λέει για προεκλογικούς λόγους.
Τελικά δεν υπάρχει κανείς με παντελόνια; Όταν ο Μητσοτάκης το 1990 έλεγε την αλήθεια στον ελληνικό λαό, τότε όλοι τον λοιδορούσαν και κάποιοι έσπευσαν, υπακούοντας σε κελεύσματα πέραν του Ατλαντικού, να τον ρίξουν. Αν τον είχαμε ακούσει τότε, σήμερα ίσως ο ΓΑΠ να εκπροσωπούσε την Ελλάδα στον παγκοσμίου φήμης Ποδηλατικό Αγώνα "Tours de FRANCE" και όλοι να αισθανόμασταν υπερήφανοι για το παιδί. Αλλά δυστυχώς με τα "αν" δεν γράφεται ιστορία.
Οψόμεθα. Παραθέτω το άρθρο του ΣΤΑΘΗ:

Η ανεργία στο 16,2%, δηλαδή οκτακόσιες χιλιάδες άνεργοι, στην πραγματικότητα, ένα εκατομμύριο. Βόμβα.

Στους νέους η ανεργία στο 42% - ο ένας στους δύο! Δεν υπάρχει σπίτι - πλην Συβαριτών χωρίς άνεργο, ή ανέργους.

Βόμβα.

Και οι Δωσιπάτριδες πουλάνε τα όπλα της χώρας, ενέργεια, λιμάνια, δρόμους, νερά, αεροδρόμια για να προσπορισθούν πόρους για τους τόκους δύο-τριών-πέντε ετών. Κι ύστερα;

Οχι! δεν θυσιάζεται κατά εκατόμβες ο λαός προκειμένου να υπάρξει μια έστω αμυδρή ελπίδα για το αύριο, εξουθενώνεται συστηματικώς κι ενσυνειδήτως για να ξαναγίνει σκλάβος. Στο διηνεκές.

Είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση και οι Ελληνες πολίτες, ο λαός, ηττάται από πεμπτοφαλαγγίτες ταγούς κι ανδράποδα...
Ο Παπανδρέου πρέπει να φύγει.
Πρέπει να φύγει, είναι παράνομος. Επέβαλε το Μνημόνιο με κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και τώρα πάει να κάνει το ίδιο με το «Μεσοπρόθεσμο».
Πρέπει να φύγει, είναι ψεύτης. Είπε ψέματα στον Ελληνικό Λαό, ότι «υπάρχουν τα λεφτά», για να υφαρπάξει την εξουσία.
Πρέπει να φύγει, είναι συνωμότης. Είχε μυστικές επαφές με την Γκόλντμαν Σακς, τον Στρος-Καν και Κύριος οίδε ποιους άλλους, πίσω από την πλάτη, του λαού, του κόμματός του, όλων των θεσμών.
Πρέπει να φύγει, είναι συκοφάντης. Διέσυρε τους Ελληνες διεθνώς ότι είναι «τεμπέληδες κι άχρηστοι» και συνεχίζει να το κάνει.
Ο Παπανδρέου πρέπει να φύγει, είναι ανδρείκελο. Εφερε στη χώρα Διευθυντήριο την Τρόικα και την κατέστησε φόρου υποτελή στους Τοκογλύφους εσαεί.
Πρέπει να φύγει, είναι βλαξ ή βαλτός. Μετέτρεψε το πρόβλημα δανεισμού της χώρας σε κρίση χρέους που απειλεί την ίδια της την υπόσταση και το αυτεξούσιον.
Πρέπει να φύγει, είναι ανίκανος. Δεν αντιμετώπισε τη φοροδιαφυγή, δεν σταμάτησε τη σπατάλη, δεν έκανε τίποτα για να υπάρξει οποιουδήποτε τύπου ανάπτυξη.
Πρέπει να φύγει, είναι ανάλγητος. Εφαγε τις συντάξεις, διέλυσε το Ασφαλιστικό, δημιούργησε τη γενιά των 500 ευρώ, χαράτσωσε, ξαναχαράτσωσε και εξακολουθεί να χαρατσώνει τον λαό, νέκρωσε την αγορά κι έφθασε την ανεργία στα ύψη - με έναν στους δύο νέους να 'ναι άνεργος.
Πρέπει να φύγει, είναι πουλητάρι. Πουλάει τη ΔΕΗ, τα ύδατα, τα πάντα, αφοπλίζει τη χώρα από κάθε εργαλείο ανάπτυξης, συρρικνώνει τα ΑΕΙ - ό,τι αγγίζει το κάνει κάρβουνο.
Πρέπει να φύγει, είναι δειλός. Δεν τολμάει να ανακηρύξει ΑΟΖ, φέρεται στην Τουρκία σαν να βρίσκεται η Ελλάδα υπό καθεστώς Σχεδίου Ανάν και αντιμετωπίζει το Βερολίνο ως άλλη Κομαντατούρ.
Πρέπει να φύγει, είναι επικίνδυνος. Αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα της χώρας, εσωτερικά και διεθνή, στη βάση της προσωπικής του ατζέντας, εκτός ιστορικού πλαισίου και θεσμών.
Πρέπει να φύγει, είναι ένας ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης, ανελλήνιστος, περιβεβλημένος από έναν εσμό κολλητάρια, τυχάρπαστους, απίθανους και τυχοδιώκτες. Φίλους, συμβούλους - Ελληνες και ξένους - ένα «περιβάλλον» εκτός πάσης λογοδοσίας κι ελέγχου.
Ο Παπανδρέου πρέπει να φύγει, δεν είναι σοβαρός. Είναι ικανός μόνον για όπενγκοβ και λοιπά καραγκιοζιλίκια, ενώ ταυτοχρόνως είναι ένας κοινός καλοπερασάκιας, που τρώει σούσι, ενώ εξαθλιώνει τον κοσμάκη, ένας ελαφρόμυαλος που πάει ανέμελος στα γυμναστήρια, ενώ έχει βυθίσει τη χώρα στην κατάθλιψη και τους νέους στην απελπισία.
Ο Παπανδρέου πρέπει να φύγει, είναι ολετήρας. Τα μέτρα που παίρνει και ξαναπαίρνει δεν είναι μόνον καταστροφικά, είναι ατελέσφορα. Ενώ δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, οδηγούν την Ελλάδα απ' την αιχμαλωσία στην εξουθένωση κι εν τέλει στον διαμελισμό της...
Τα εξ Εσπερίας νέφη μαύρα κι άραχλα, οι καιροί ου μενετοί, ο Παπανδρέου πρέπει να φύγει...
Εδώ και τώρα!

H μετάνοια του εκλύτου συνταγματάρχη.

 

Στο Πατερικό του Γκλίνσκ διαβάζουμε το εξής θαυμαστό γεγονός:
Ο Βασίλειος Μιλόνωφ ήταν συνταγματάρχης και γνωστός για τον έκλυτο βίο του. Δεν πίστευε τίποτα. Βλασφημούσε και περιγελούσε κάθε τι που είχε σχέση με την θρησκεία. Η ηλικιωμένη μητέρα του είχε βαθιά πίστη κι ευλάβεια και τον εκλιπαρούσε να συμμορφωθεί, μα του κάκου. Οι προσευχές της όμως δεν πήγαν χαμένες. Ο Κύριος που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι την άκουσε και να τι έγινε.
Μια φορά ο Μιλόνωφ είχε μεθύσει με τους φίλους του και μετά γύρισε στο σπίτι και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Δεν είχε καλά καλά κλείσει τα μάτια του κι άκουσε μια φωνή πίσω από τη στόφα να του λέει:
-Μιλόνωφ, πάρε ένα όπλο και πυροβολήσου.
Ξαφνιάστηκε. Νόμισε πως κάποιος του κάνει κακόγουστο αστείο. Έριξε μια ματιά γύρω στο δωμάτιο κι αφού δεν είδε κανένα, νόμισε πως ήταν παραίσθηση. Σε λίγο όμως ξανάκουσε τη φωνή. Αυτή τη φορά μάλιστα ήταν πιο επιτακτική και του απαιτούσε να πάρει αμέσως το όπλο και να αυτοπυροβοληθεί. Αναστατωμένος φώναξε τον ιπποκόμο του και του τα διηγήθηκε όλα. Ο ιπποκόμος του ήταν πιστός και του είπε πως όλ’ αυτά ήταν δαιμονικά και πως έπρεπε να κάνει το σταυρό του και να προσευχηθεί. Ο Μιλόνωφ είχε πολύ καιρό να κάνει το σταυρό του ή να προσευχηθεί και γι’ αυτό του φάνηκε αστεία η πρόταση του ιπποκόμου. Γέλασε με τη δεισιδαιμονία του. Εκείνος όμως επέμεινε και του είπε την άλλη φορά που θ’ ακούσει τη φωνή, να κάνει το σταυρό του.
-Τότε θα δεις, του είπε, πως υπάρχει Θεός, υπάρχουν και δαίμονες. Η φωνή θα σταματήσει, αφού είναι ολοφάνερο πως προέρχεται από το δαίμονα και θέλει να σκοτωθείς για να κολαστείς αιώνια.
Ο Μιλόνωφ έδιωξε τον ιπποκόμο και ξανάκουσε τη φωνή. Τότε αποφάσισε να κάνει το σταυρό του. Στη στιγμή η φωνή σταμάτησε κι αυτό του ’κανε μεγάλη εντύπωση. Άρχισε ξαφνικά να σκέφτεται όλη την προηγούμενη ζωή του. Ένας ακαθόριστος φόβος τον έπιασε κι αποφάσισε να τα παρατήσει όλα και ν’ αφιερώσει το υπόλοιπο της ζωής του στη μετάνοια για τις αμαρτίες του.
Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό έστειλε την παραίτησή του, φόρεσε μια προβιά και κίνησε για το Κίεβο. Ήθελε να μονάσει στη λαύρα των Σπηλαίων. Ο ηγούμενος δυσκολεύτηκε να τον κρατήσει και του είπε να πάει προσωπικά στο μητροπολίτη. Εκείνος με τη σειρά του ξαφνιάστηκε που είδε μπροστά του ένα συνταγματάρχη με ρούχα ζητιάνου. Κι όταν ο τελευταίος του μίλησε ανοιχτά για τη ζωή του τον συμβούλεψε να μην πάει στη λαύρα, που βρισκόταν κοντά σε μια θορυβώδη πόλη, αλλά στο ερημητήριο του Γκλίνσκ, στον ηγούμενο Φιλάρετο. Με τη δική του έμπειρη καθοδήγηση του είπε ν’ αγωνιστεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Κι ο Μιλόνωφ τον άκουσε, πήγε στο Γκλίνσκ κι έγινε εκεί υπόδειγμα πραγματικής μετάνοιας.
Το Γεροντικό του Βορρά, Β΄ τόμος,
Π. Μπότση, Αθήνα, 2001, σ. 108 -110.
Από το περιοδικό «ΚΙΒΩΤΟΣ», Τεύχος υπ’ αριθμ. 24, Χειμώνας 2010, σελ. 12 -13.
ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

“Του Κυρίου δεηθώμεν”

 
undefined
Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, είναι περισσότερο Εκκλησία προσευχόμενη και λιγότερο διδάσκουσα. Όχι γιατί υποτιμά την αξία του λόγου του Θεού και την εξαγγελία των θείων μηνυμάτων του, προς τον λαό. Κάθε άλλο! Αλλά διότι πιστεύει -και αυτό θέλει να εμπνεύσει και στους πιστούς- ότι η προσευχή και η λατρεία του Θεού, είναι η πιό άμεση οδός επικοινωνίας μαζί Του, φωτισμού του νου μας, εμπειρικής θεογνωσίας, αλλά και επιλύσεως όλων των προβλημάτων της ζωής.
Γι’ αυτό και συνεχώς προτρέπει και παρωθεί τα μέλη της να προσεύχονται “εν παντί καιρώ και πάση ώρα”, υψώνοντας “οσίους χείρας, χωρίς οργής και διαλογισμού” (Α! Τιμ. 2,8) προς τον “δυνάμενον σώζειν αυτούς εκ θανάτου” (Εβρ. 5,7).
Τούτο δε κάνει κατ’ εξοχήν κατά την κοινή λατρεία της, όπου συχνότατα ακούγεται το λειτουργικό της παράγγελμα: “Του Κυρίου δεηθώμεν”.
Το “δεηθώμεν” είναι προστακτική του ρήματος δέομαι, δηλαδή έχω ανάγκη κάποιου πράγματος και κατ’ επέκταση σημαίνει προσεύχομαι, αφού στην προσευχή προς τον Θεό μας σπρώχνουν οι ποικίλες πνευματικές και υλικές μας ανάγκες.
Η Εκκλησία μας επιθυμεί, κατά την διάρκεια της λατρείας και της θείας Λειτουργίας, συχνότατη, αν όχι συνεχής, να είναι η ανύψωση των καρδιών μας, προς τον Σωτήρα μας Χριστό, με ειρήνη και εσωτερική αίσθηση της  παρουσίας Του, ανάμεσά μας. Και γι’ αυτό πολλές φορές επανέρχεται στην προτροπή της αυτή “έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν”, θέλοντας να μας βοηθήσει να αποτινάξουμε από την ψυχή μας τη ραθυμία και τη λήθη, τους φοβερούς αυτούς κλέπτες της χάριτος. Την πράξη της αυτή η Εκκλησία τη στηρίζει στην εντολή του Χριστού, ο οποίος θέλει να επιμένουμε στις προσευχές και να μη αποκάμουμε: “Έλεγε δε και παραβολήν αυτοίς προς το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν (να μη αποκάνουν)” (Λουκ. 18,1).
Είναι δε ρητές και κατηγορηματικές οι υποσχέσεις του Κυρίου μέσα στο Λόγο Του, ότι εισακούει τις δεήσεις των δικαίων και ικανοποιεί αμέσως τα προς το συμφέρον ποικίλα αιτήματά τους: “θέλημα των φοβούμενων Αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται” (Ψαλμ. 144) Και: “Αιτείτε και δοθήσεται υμίν…” (Ματθ. 7,7). Και πάλι: “πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε” (Ματθ. 21,22).
Επί πλέον και η πείρα των Αγίων, αλλά και των απλών πιστών, έχει να μαρτυρήσει, με αδιάσειστα και χειροπιαστά ντοκουμέντα, πόσο πιστός στις υποσχέσεις Του είναι ο Κύριος επεμβαίνοντας πολλές φορές θαυματουργικά!
Όμως ο ίδιος πάλιν ο Κύριος μας έχει βεβαιώσει ότι η επί το αυτό σύναξη των πιστευόντων σε Αυτόν, εξασφαλίζει κατά τρόπο απόλυτο και άμεσο την   ζωντανή παρουσία Του ανάμεσά τους. “Ου γαρ είσί -λέ­γει- δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών” (Ματθ. 18,20), Αυτό σημαίνει ότι όταν η προσευχή και η δέηση των πιστών εντάσσεται μέσα στην κοινή λατρεία της Εκκλησίας, αποκτά πολύ μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα, από κάθε άλλη ατομική αναφορά τους προς τον Θεό. Και από αυτό αντιλαμβάνεται κανείς πόσο μεγάλη αξία έχει η συμμετοχή στις κοινές συνάξεις της Εκκλησίας και μάλιστα στην ευχαριστιακή σύναξη της θ. Λειτουργίας, όπου ο Χριστός είναι παρών όχι μόνον αοράτως, αλλά και αισθητώς, ως το “εσφαγμένον αρνίον”  επί της Αγίας Τραπέζης.
Εν μέσω της θείας Λειτουργίας -γράφει ο οσ. Θεόγνωστος- η λατρεία και εξιλέωση και ικέτευση του Θεού, υπερέχει τόσο από κάθε ψαλμωδία και προσευχή, όσο διαφέρει στη λαμπρότητα από τα άστρα ο ήλιος. Γιατί στη θεία ιερουργία θυσιάζουμε και παρουσιάζουμε και προβάλλουμε για εξιλέωσή μας, τον ίδιο τον μονογενή Υιό του Θεού”.
Η θέση αυτή στηρίζεται και πάλι στην ρητή υπόσχεση του Σωτήρος μας Χριστού, προς τους αποτελούντας το Σώμα Του: “αμήν λέγω υμίν ότι, εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γης περί παντός πράγματος, ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά του Πατρός μου του εν ουρανοίς” (Ματθ. 18,19). Πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή μας στα δύο ρήματα: “συμφωνήσωσιν” και “γενήσεται”. Το πρώτο υπονοεί ενότητα καρδιών στο όνομα του Χριστού, αλλά και ταυτότητα αιτημάτων, δηλ. εκκλησιαστικότητα και κοινότητα “εν ενί στόματι και μια καρδία”. Το δεύτερο υπόσχεται άμεση αποδοχή και πιστή εκπλήρωση των “ων εάν αιτήσωνται”, παρά του Πατρός των φώτων.
Στην αρχή της θ. Λειτουργίας και ενώ ο διάκονος προτρέπει συνεχώς το λαό “έτι και έτι του Κυρίου δεηθώμεν” ο ιερέας απευθύνει προς τον Θεό, εκ μέρους του λαού, μια θαυμάσια ευχή: “ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς, ο και δυσί και τρισί συμφωνούσιν επί τω ονόματί Σου, τας αιτήσεις παρέχειν επαγγειλάμενος, αυτός και νυν των δούλων τα αιτή­ματα προς το συμφέρον πλήρωσον… κ.λπ.”. Οι από συμφώνου προσευχές και αιτήματα είναι χάρισμα και δωρεά του Θεού.
Στην ευχαριστιακή Σύναξη της Εκκλησίας παραδίδουμε με εμπιστοσύνη όλη τη ζωή μας στα χέρια του Χριστού (Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα). Γι’ αυτό και όλα τα αιτήματα που απευθύνουμε προς Αυτόν, υπερκα­λύπτουν όλες τις πλευρές του ανθρώπινου, ατομικού, οικογενειακού και κοινωνικού μας βίου. Αναφέρονται σε όλο το φάσμα των υπαρξιακών, μεταφυσικών, πνευματικών και άλλων αναγκών της ανθρώπινης υπάρξεως. Αγκαλιάζουν όλες τις τάξεις και καταστάσεις, καταργώντας όλες τις αποστάσεις, που χωρίζουν τους ανθρώπους έξω από το Χριστό. Κατά τον Άγ. Συμεών τον Θεσσαλονίκης: “Η Εκκλησία πάντας συνάπτει και υπέρ πάντων εύχεται”. Δεόμεθα λοιπόν και αιτούμεθα παρά του Κυρίου για την ειρήνη ημών αλλά και του σύμπαντος κόσμου. Την ενότητα, την μετάνοια και επιστροφή προς τον Θεό. Το έλεος και τη συγχώρησή μας, την αγάπη και συναδέλφωση πάντων. Την υγεία μας και την απόλαυση των επιγείων αγαθών, όπως και των επουρανίων. Και όλα αυτά δυνάμει της θυσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Έτσι, με τα λειτουργικά μας αιτήματα, βοηθούμαστε να ζούμε την καθολικότητα και την οικουμενικότητα της ορθοδόξου Εκκλησίας και λατρείας. Αποκτούμε καθολική συνείδηση, και οικουμενική καρδιά, με την θυσιαστική αγάπη του Χριστού, η οποία περιχωρεί τους πάντας και τα πάντα.
Επίσης παρατηρούμε ότι στις δεήσεις και τα αιτήματά μας, υπάρχει μία ιεράρχηση. Ξεκινάμε από τα κατώτερα για να φθάσουμε, καθώς η Λειτουργία προχωρεί προς την φρικτή θυσία και την θεία Κοινωνία, προς τα ανώτερα. Αρχίζουμε από τα γήινα και εγκόσμια αγαθά και φθάνουμε στα πνευματικά και υπερκόσμια. Από την ευκρασία των αέρων και την ευφορία των καρπών της γης στο “άνω σχώμεν τας καρδίας” και στην “καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού”. Έτσι η Εκκλησία παιδαγωγικά και αναγωγικά μας βοηθά να αξιολογούμε τις ανάγκες μας υπό το πρίσμα της αιωνιότητας και να ιεραρχούμε τη ζωή μας. Κάνει δηλαδή αυτό που συμβαίνει και στην προσωπική ζωή του ανθρώπου, καθώς ο άνθρωπος, στα πρώτα του βήματα, αγωνίζεται μέσα στην πεζή καθημερινότητα, αλλά σιγά-σιγά φθάνει στην αναζήτηση ανωτέρων εμπειριών. Αντιλαμβανόμεθα επομένως ότι στην ορθόδοξη Εκκλησία μας όλα τα προβλήματά μας λύνονται μέσα στη λατρεία και την προσευχή, χάρις στη θυσία του Γολγοθά που ένωσε “τα το πριν διεστώτα”, τον ουρανό και τη γη. Ο ιερός Χρυσόστομος θα τονίσει: “Μέσα στον οίκο του Θεού βρίσκεται η ευθυμία των πικραμένων. Στην Εκκλησία βρίσκεται η ευχαρίστηση των λυπημένων. Στην Εκκλησία βρίσκεται η παρηγοριά των βασανισμένων. Γιατί ο Χριστός λέει: “Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς”. Τί πιό ποθητό από τη φωνή αυτή; Τί πιό γλυκό από αυτή την πρόσκληση;”.
Η αλήθεια είναι ότι όσα δεν μπορεί η Εκκλησία να τα διδάξει με το λόγο τα διδάσκει «εν Μυστηρίω». Ο λόγος αντιπαλαίει συχνά με τον αντίλογο· η Χάρις του Μυστηρίου όμως αναπαύει και πείθει.
Λοιπόν, ας δεώμεθα του Κυρίου έτι και έτι εν ειρήνη…

(Αρχιμ. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη, «Στώμεν

Παναγία η Αρβανίτισα

Είμαστε προετοιμασμένοι να βρούμε τον Θεό



 Antony Bloom

Είμαστε προετοιμασμένοι να βρούμε τον Θεό όπως είναι, ακόμα και αν η συνάντηση καταλήξει σε καταδίκη μας και η ανατροπή όλων των αξιών που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε σε υπόληψη; Μήπως η απουσία του Θεού από τη ζωή μας και από τις προσευχές μας δεν οφείλεται συχνά στο γεγονός ότι εμφανιζόμαστε σαν άγνωστοι συχνά σε Αυτόν, που αν κάποτε βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του δε θα Τον προσέχαμε ή δε θα Τον αναγνωρίζαμε; Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε και όταν ο Χριστός περπατούσε στους δρόμους της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας; Πόσοι από τους σύγχρονούς Του δεν Τον συνάντησαν, δεν πέρασαν από δίπλα Του χωρίς να Τον γνωρίσουν ή ακόμα να υποπτευθούν ότι είχε κάτι ξεχωριστό επάνω Του; Κάπως έτσι δεν Τον είδαν τα πλήθη στο δρόμο προς τον Γολγοθά; Σαν έναν εγκληματία, σαν κάποιο που είχε ταράξει τη δημόσια τάξη και τίποτε άλλο; Κάπως έτσι δε σκεπτόμαστε τον Θεό, ακόμα και είμαστε σε θέση να νιώσουμε κάπως την παρουσία Του; Και μήπως δεν τον αποφεύγουμε γιατί καταλαβαίνουμε πως θα ταράξει και τις δικές μας ζωές, θα κλονίσει τις αξίες μας;
Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορούμε να περιμένουμε να Τον συναντήσουμε στην προσευχή μας. Για να το θέσω πιο ωμά, θα έπρεπε να ευχαριστούμε το Θεό με όλη μας την καρδιά που δεν μας παρουσιάζεται σε κάτι τέτοιες στιγμές, που δεν είμαστε έτοιμοι, αφού Τον αμφισβητούμε όχι όπως ο Ιώβ, αλλά όπως ο κακός ληστής στο σταυρό. Μια τέτοια συνάντηση θα ήταν δικαστήριο και καταδίκη για μας. Πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε αυτή Του την απουσία και να κρίνουμε τους εαυτούς μας, μια και δε μας κρίνει ο Θεός.

Πέρα ἀπὸ τὸ σοσιαλισμὸ καὶ τὸν καπιταλισμὸ

Γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς, ἡ μοναστικὴ κοινοβιακὴ ζωὴ εἶναι τὸ πρότυπό της κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς τους ζωῆς. 

Στὴν προεκλογικὴ περίοδο ποὺ προηγήθηκε δὲν ὑπῆρξαν σοβαρὲς ἀμφισβητήσεις γιὰ τὴ συμμόρφωσή μας μὲ τὶς οἰκονομικὲς ἐπιταγὲς τῶν ὑπερκρατικῶν κέντρων ἐξουσίας. Τὰ περισσότερα πολιτικὰ κόμματα φάνηκαν νὰ διαφωνοῦν περισσότερο γιὰ τὸ ἂν ἡ οἰκονομική μας πολιτικὴ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη δύναμη, παρὰ γιὰ τὸ ἂν θὰ πάψει νὰ ἀποτελεῖ τὸ παράσιτό της παγκοσμιοποιημένης οἰκονομίας.Ἡ ἀπόλυτη προτεραιότητα τῆς οἰκονομίας καὶ ὁ ἀνάλγητος ἀνταγωνισμὸς ἀποτελοῦν μία παγερὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία δυναμιτίζει τὸ κοινωνικὸ κράτος καὶ προβάλλει τὸ δίκαιό του οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρου ὡς μονόδρομο πρὸς τὴν εὐημερία. Ἡ παγκοσμιοποίηση ἀπειλεῖ νὰ συνθλίψει καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὴν ἑτερότητα τῶν προσώπων μέσα στὴν ἀπρόσωπη ἀνωνυμία τοῦ γιγαντισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐξελίξεων καὶ μεγεθῶν».
Ὡς Χριστιανοὶ ἴσως νὰ μὴν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε τὸ παγκόσμιο οἰκονομικὸ σύστημα ποὺ βασίζεται στὴν ἐκμετάλλευση καὶ τὸν ἐγωισμό. Κι αὐτὸ γιατί γνωρίζουμε πολὺ καλὰ πώς, κι ἂν χτυπήσουμε τὸν ἐγωισμὸ μὲ ἐπαναστατικὸ τρόπο στὶς οἰκονομικές του ἐκδηλώσεις, χωρὶς νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἐσωτερική του κακία, γρήγορα θὰ παρουσιασθεῖ ξανὰ ὕπουλα μεταμφιεσμένος. Μήπως κάτι τέτοιο δὲ συνέβη καὶ μὲ τὸν ὑπαρκτὸ σοσιαλισμό, ὁ ὁποῖος κατέληξε κρατικὸς καπιταλισμός; Μήπως ὁ ὑλισμὸς ὡς βάση τοῦ καπιταλισμοῦ δὲν εἶναι κυρίαρχος καὶ στὸ σοσιαλισμό; Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογικὴ πείρα, ποὺ ἔχει ἀποκτήσει ὁ Χριστιανισμὸς ἀπὸ...
 τοὺς εἴκοσι αἰῶνες ζωῆς του. Μὰ κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε αὐτό, εἶναι, ὡστόσο, στὸ χέρι μας νὰ μεταβάλλουμε τὸν τρόπο ποὺ ἐμεῖς συμμετέχουμε στὸ σύστημα αὐτὸ καὶ πρωτίστως τὸν τρόπο ποὺ διαχειριζόμαστε τὸ εἰσόδημα καὶ τὴν περιουσία μας.
Σύμφωνα μὲ τὶς Παροιμίες, ὁ εὐσεβὴς ἄνθρωπος παρακαλεῖ τὸ Θεό: «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μὴ μοὶ δῶς, συνταξὸν δὲ μοὶ τὰ δέοντα καὶ τὰ αὐτάρκη» (κέφ. ΚΔ΄). Ὁ Ἱερὸς Συγγραφέας ζητάει ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν αὐτάρκεια, τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του καὶ ὄχι ἄλλα. Στὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸ ἰδεῶδες σύστημα τῆς ἰδιοκτησίας ἀποκρυσταλλώνεται στὴν πρακτικὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων. «Πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἤσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινὰ» (Πράξ. β΄ 44). Ἡ κοινοκτημοσύνη ἐν ἀγάπη ἐντάσσεται στὸ θαῦμα τῆς πρωτοχριστιανικῆς ζωῆς καὶ διὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς κηρύσσεται σ’ ὅλη τὴν Οἰκουμένη. Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, ἡ κοινοκτημοσύνη θὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ περισσότερα ἀπὸ 1700 χρόνια. Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προβάλλοντας σὰν πρότυπο ὀρθόδοξης ζωῆς τὸ μοναστικὸ κοινόβιο ἔλεγε σ’ ἕνα λόγο του πῶς θέλει, ὀνειρεύεται νὰ φτιάξει τὴ χριστιανικὴ κοινωνία: «Σ’ ὅσα λέγαμε μέχρι τώρα, ἂς τονίσουμε καὶ τοῦτο: Καὶ ὅλοι νὰ πουλήσουν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους, καὶ νὰ φέρουν ἐδῶ τὶς εἰσπράξεις, μπροστά μας. Μὲ τὰ λόγια τὸ λέω. Μὴν ταραζόσαστε. Κανείς, οὔτε πλούσιος, οὔτε φτωχός… Ἔτσι καὶ στὰ μοναστήρια τώρα ζοῦν, ὅπως ἄλλοτε οἱ πρῶτοι πιστοὶ Χριστιανοὶ στὰ Ἱεροσόλυμα… Ἂν ὅμως εἴχαμε τὴν πείρα τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, τότε θὰ ‘χατε κι ἐσεῖς ὅλο τὸ θάρρος νὰ τὴν πραγματοποιήσετε. Καὶ πόση χάρη ἔχει αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς… Ἂν προχωροῦμε ἔτσι, σ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ζωῆς, πιστεύω στὸ Θεό, ὅτι κι αὐτὸ θὰ γίνει. Μόνο νὰ ‘χετε ἐμπιστοσύνη σ’ ἐμένα, καὶ μὲ τὴν τάξη θὰ κατορθώσουμε νὰ τὸ πραγματοποιήσουμε. Κι ἂν δώσει ὁ Θεὸς ζωή, πιστεύω, πὼς γρήγορα θὰ σᾶς ὁδηγήσω σ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ζωῆς, στὴν κοινοκτημοσύνη.» (Εἰς τὰς πράξεις, 11, 3)
Ἡ πατερικὴ γραμματεία ἔχει ἀσχοληθεῖ ἐκτενῶς μὲ τὸ σύστημα τῆς χριστιανικῆς κοινοκτημοσύνης ὡς τὸ ἰδανικὸ σύστημα ἰδιοκτησίας. Συνοπτικὰ μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε:

Γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς, ἡ μοναστικὴ κοινοβιακὴ ζωὴ εἶναι τὸ πρότυπό της κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς τους ζωῆς. Ἀντίστοιχα, ἡ κοινοκτημοσύνη, ὅπως τὴ βρίσκουμε στὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, εἶναι τὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς φυσικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου στὴν κλίμακα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν καὶ πάνω ἀπὸ τὶς φυσικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μόνο ἡ ἀκτημοσύνη.

Ἡ κοινοκτημοσύνη ἐφαρμόζεται μὲ ἐπιτυχία σὲ μικρὲς κοινότητες, ποὺ τὰ μέλη τοὺς συνδέονται μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, γιατί ἡ ἰδιοκτησία «τοῦ Κυρίου» εἶναι γιὰ ὅλους τους «δούλους» του. Εἶναι ἡ συνέπεια τῆς τέλειας ἀγάπης, γιατί ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει νὰ ἀγαπάει ἐξίσου ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Θεός. «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του, δὲν ἀνέχεται νὰ ἔχει ὁ ἴδιος τίποτα περισσότερο ἀπ’ τὸν πλησίον του», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Μὲ τὴν χριστιανικὴ κοινοκτημοσύνη καταργεῖται ἢ περιορίζεται ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία καὶ ἐξαλείφεται τὸ ἀτομιστικοῦ (εἰδωλολατρικὸ-ρωμαϊκὸ-σύγχρονο εὐρωπαϊκὸ) πνεῦμα, ποὺ εἶναι καὶ ἡ αἰτία γένεσης γιὰ τὶς ζήλειες, τὶς φιλονικίες, τοὺς χωρισμούς, τὶς ἔχθρες καὶ τοὺς πολέμους. «Τὸ σὸν καὶ τὸ ἐμὸν ἐξώρισται», λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Μὲ τὴν κοινοκτημοσύνη ἐπέρχεται ἡ οὐσιαστικὴ ἰσότητα καὶ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων καὶ στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Χωρὶς αὐτές, ὁλόκληρη ἡ οὐμανιστικὴ φιλολογία περὶ ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει κουτσή. Γι’ αὐτό, καὶ ὅποιος ἔχει ἀτομικὴ ἰδιοκτησία μέσα στὸ κοινόβιο θεωρεῖται προδότης σὰν τὸν Ἰούδα. Ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, ἡ “ἰδιάζουσα κτήσις” εἶναι κλοπή.



Αἰτία καὶ βάση τῆς κοινοκτημοσύνης ἀποτελεῖ ἡ ἀγάπη, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὴν δημιουργεῖται ἡ ὑποδειγματικὴ ἀνθρώπινη κοινωνία, μὲ ἀποτέλεσμα ἀκόμη καὶ οἱ ἄπιστοι νὰ γίνονται Χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ θαυμασμό τους γιὰ τὴν ἀγαπητικὴ ὀργάνωση τῶν Χριστιανῶν, νὰ ἑνώνεται ὅλος ὁ κόσμος κι ἔτσι νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς στὴ γῆ. Ἡ κοινοκτημοσύνη εἶναι ἱκανὴ «τὴν οἰκουμένην ἐπιστρέψαι ἅπασαν», ὅπως λέει ὁ Ἄγ. Ἰω. Χρυσόστομος. Ἀντίστοιχα, ἡ χριστιανικὴ κοινοβιακὴ ζωὴ βοηθάει ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο, γιατί τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς πολλὲς φροντίδες γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ κι ἔτσι τὸν βοηθάει χρονικὰ καὶ ἠθικὰ γιὰ ν’ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ πνευματικά. Καταργεῖ τὴν ὑπερηφάνεια τοῦ πλουσίου καὶ δίνει ἀξιοπρεπῆ ἀλλὰ χωρὶς ἐγωισμὸ ζωὴ στὸ φτωχό. Ἀναπτύσσει τὴ συνεργασία, τὴν ἑνότητα καὶ τὴ συναισθηματικότητα τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ στὸν κάθε ἀδελφό, καὶ τελικὰ τὴν ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ Θεό, κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καὶ σ’ αὐτὴ τὴ γῆ ζεῖ εὐτυχισμένος.

Ὅλα αὐτὰ ἴσως ἠχοῦν παράξενα στὰ ἀφτιά μας, γιατί εἴμαστε μία γενιὰ ποὺ μεγάλωσε μέσα στὴν ἀφθονία καὶ τὴν ἀπόλαυση. Τὰ οἰκονομικὰ ἀδιέξοδα ὅμως καὶ ἡ πίεση ποὺ δέχονται σήμερα οἱ πανεπιστημιακοὶ πτυχιοῦχοι στὴν ἀγορὰ ἐργασίας ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ τὰ σκεφτοῦμε. Ἴσως εἶναι ὁ καιρὸς νὰ γυρίσουμε στὴν ἁπλὴ ζωὴ τῆς κοινότητας. Τὰ ὀφέλη θὰ εἶναι τεράστια γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή, ἀλλὰ θὰ βοηθήσουν καὶ στὴν ἀπήχηση τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος στὴ σύγχρονη κοινωνία. Γιατί ὁ Χριστιανισμὸς «εἶναι στὴν οὐσία τῆς ἀποστολῆς τοῦ προοδευτικός. Δὲν ἔρχεται νὰ μᾶς πεῖ ὅτι τὰ ἀνθρώπινα ἔχουν “εὖ καὶ καλώς”, ἴσα-ἴσα ζητάει τὸ νέο, ποὺ θὰ εἶναι συγχρόνως καὶ καλύτερο. Τοὺς “καινοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν καινὴν γην”, ἐν οἶς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Ἀλέξανδρος Τσιριντάνης).

(Τὸ κείμενο εἶναι βασισμένο στὸ βιβλίο «Τὸ πρόβλημα τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας» τοῦ Ν. Θ. Μπουγάτσου τῶν ἐκδόσεων «Κοράλι»)


Πρόεδρος Ἀρείου Πάγου: Κίνδυνος ἐθνολογικῆς ἀλλοίωσης ἀπὸ τὴν λαθρομετανάστευση. Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα πρόβλημα, μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση

Τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ τὴν ἀλλοίωση τοῦ ἐθνολογικοῦ ἱστοῦ τῆς Ἑλλάδας στὸ ἐγγὺς μέλλον ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη εἰσροὴ χιλιάδων λαθρομεταναστῶν ἔκρουσε ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Γεώργιος Καλαμίδας, μιλώντας στὸ συνέδριο τῆς Μυτιλήνης μὲ θέμα τὴ μετανάστευση καὶ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, χαρακτηρίζοντας τὴν παράνομη μετανάστευση ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα πρόβλημα, μεγαλύτερο ἀκόμα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τῆς οἰκονομικῆς κρίσης. O Γεώργιος Καλαμίδας χαρακτήρισε τὴν παράνομη μετανάστευση ὡς τὸ ὑπ' ἀριθμὸν ἕνα πρόβλημα τῆς χώρας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους, μεγαλύτερο ἀκόμα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τῆς οἰκονομικῆς κρίσης. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι μία μικρὴ χώρα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπορροφήσει τόσους μεγάλους ἀριθμοὺς ἀλλοδαπῶν. Περισσότεροι ἀπὸ 400 σύνεδροι, στὴν πλειονότητά τους δικαστικοὶ λειτουργοί, ἀντάλλαξαν...

 ἀπόψεις γιὰ τὸ ἀκανθῶδες ζήτημα τῆς λαθρομετανάστευσης στὸ διήμερο συνέδριο ποὺ συνδιοργάνωσαν ἡ Ἕνωση Δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέων, ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Μυτιλήνης καὶ ὁ Διεθνὴς Ὀργανισμὸς Μεταναστεύσεως στὸ νησὶ τῆς Λέσβου, ποὺ ἀποτελεῖ πύλη εἰσόδου ἑκατοντάδων λαθρομεταναστῶν, μὲ τοὺς ὁμιλητὲς νὰ ἀναγνωρίζουν τὴν ἀναγκαιότητα νὰ χαραχθεῖ μία ἀποτελεσματικότερη στρατηγικὴ ἀπὸ πλευρᾶς Πολιτείας.

Σύμφωνα μὲ τοὺς ὁμιλητὲς ἡ λαθρομετανάστευση δημιουργεῖ προβλήματα ὄχι μόνο ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀσφάλεια τῶν πολιτῶν ἀλλὰ καὶ στὴν αὔξηση τῆς ἀνεργίας Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ συνεδρίου ἀναδείχθηκε καὶ ὁ σημαντικὸς ρόλος τῶν τοπικῶν παραγόντων τῆς Λέσβου στὴ διαχείριση τοῦ προβλήματος τῆς λαθρομετανάστευσης καὶ στὴν προάσπιση τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀλλοδαπῶν, ποὺ σχεδὸν καθημερινὰ φθάνουν ἀπὸ τὰ τουρκικὰ παράλια.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...