Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2011

Ἡ κλήση τῶν μαθητῶν

Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)



«Ἐκάλεσεν αὐτοὺς»

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τοὺς τέσσερις πρώτους μαθητὲς νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τοὺς ἀδελφούς. Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια δυὸ φορὲς φαίνεται νὰ καλεῖ ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς αὐτούς. Ἡ πρώτη κλήση ἦταν δοκιμαστική, ἐνῶ ἡ δεύτερη ὁριστικὴ καὶ γίνεται στὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς εἶχε δολοφονηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Ἡ σημερινὴ κλήση ποὺ περιγράφεται στὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἡ δεύτερη, ποὺ ὅπως εἴπαμε εἶναι καὶ ἡ ὁριστική.


Ἡ ποιότητα ζωῆς τῶν Ἀποστόλων

Τί ἄνθρωποι ἦταν αὐτοὶ οἱ ψαράδες ποὺ κάλεσε ὁ Κύριος γιὰ νὰ γίνουν μαθητές του; Ἦταν ἄνθρωποι ταπεινοί, ἀγράμματοι καὶ ἀφανεῖς κοινωνικά. Δὲν ἀνῆκαν στὴν τάξη τῶν Φαρισσαίων καὶ τῶν νομικῶν. Ὁ Βασίλειος ὁ Σελευκείας παρατηρεῖ: «ζητώντας ὁ Κύριος ἀνθρώπους νὰ παιδεύσουν τὴν οἰκουμένη παρέβλεψε πόλεις, δήμους καὶ βασιλεῖες. Ἀπεστράφη τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πλούτου, τοὺς ρήτορες, «ἐμίσησε κράτος ρητόρων»... «Ὁ Κύριος μὲ τὸν τρόπο τῆς κλήσεως τῶν πρώτων εἶναι σὰν νὰ ἔλεγε στοὺς ἀνθρώπους: «ἁλιεῖς, οὐ βασιλέας ζητῶ». Ὁ Ματθαῖος γράφει πὼς ὁ Κύριος τοὺς βρῆκε «ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν» (Ματθ. 4,21). Διόρθωναν τὰ δίχτυά τους «μὴ δυνάμενοι ὠνήσασθαι ἕτερα», δηλ. δὲν μποροῦσαν νὰ ἀγοράσουν ἄλλα, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἦσαν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὅλοι μαζὶ ψάρευαν, ὅλοι μαζὶ διόρθωναν τὰ δίχτυα. Πατέρας καὶ παιδιὰ ἐργαζόντουσαν μαζὶ κι εἶχαν χαρακτηριστικὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ δικαίων τρέφεσθαι πόνων», νὰ τρέφονται μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ τὸν κόπο τους (Χρυσόστομος). Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν μόρφωση ἀλλὰ τοὺς διέκρινε ἡ ἀρετὴ τῆς ἀγάπης. Ἕνας σύγχρονος θεολόγος θὰ προσθέσει πὼς ὁ Κύριος δὲν κάλεσε ἀνέργους στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν λαῶν, ἀλλ’ ἀνθρώπους ποὺ ἐργάζονταν. Τὰ παράτησαν ὅλα, γιατί εἶχαν ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.


Ἡ κλήση τῶν μαθητῶν δείχνει τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ

Αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσε ὁ κόσμος, αὐτοὺς διάλεξε γιὰ Ἀποστόλους Του ὁ Κύριος.Ὁ Παῦλος τὸ σημειώνει αὐτὸ χαρακτηριστικά: «Τὰ μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ» (Α’ Κορ. 1,27). Αὐτοὺς ἐπέλεξε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ φανεῖ στὸν κόσμο πὼς ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα δυνάμεως καὶ σοφίας ἀνθρώπινης, ἀλλ’ ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, «ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (ὅπ.π. στίχ. 29). Ἡ ἀνταπόκριση τῶν μαθητῶν εἶναι αὐθόρμητη καὶ ὁλοκληρωτική. «Ἄφησαν τὰ δίχτυα, τὰ πλοῖα καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν» (Ματθ. 4,22) καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Δὲν εἶχαν δεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ μεγάλα θαύματα ἢ δὲν ἄκουσαν σπουδαίους λόγους κι ὅμως ἀντελήφθησαν καὶ κατανόησαν τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ θυσίασαν τὰ πάντα γι’ Αὐτόν.


Οἱ πιστοὶ μόνο μὲ τὸ Χριστὸ δένονται ἄρρηκτα

Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ δένεται μὲ κανένα πράγμα ἢ πρόσωπο τῆς παρούσης ζωῆς τόσο, ὅσο μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸν πρῶτο λόγο στὴ ζωή μας τὸν ἔχει ὁ Κύριος. Δὲν μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ σπίτια μας, τὰ ὑπάρχοντά μας καὶ τὶς οἰκογένειές μας. Θέλει ὅμως περισσότερο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα νὰ ἀγαπᾶμε τὸ Χριστό. Νὰ ἔχουμε ζωντανὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό. Ὁ σύνδεσμός μας μὲ τὸν Ἰησοῦ νὰ μὴν περιορίζεται σὲ μία διανοητικὴ σχέση, σ’ ἕνα ἰδεολόγημα. Νὰ εἶναι ζωντανὸς καὶ νὰ ἐκφράζεται στὴν προσευχή, στὴ συμμετοχή μας στὰ μυστήρια καί, ἂν παραστεῖ ἀνάγκη, στὴ δημόσια ὁμολογία καὶ στὴ θυσία ὁρισμένων προσφιλῶν μας πραγμάτων.

Στὶς ἡμέρες μας ἀνθεῖ ἡ ἁλιεία τῶν ἀνθρώπων γιὰ διαφόρους σκοπούς. Ἁλιεύονται μὲ πολλὴ τέχνη ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν πολιτικούς, κοινωνικούς, ἰδεολογικούς, παραθρησκευτικοὺς κι ἀκόμα καὶ αἰσχροὺς σκοπούς. Ἀνθεῖ στὶς ἡμέρες μας μία στρατολόγηση ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὸ κέρδος. Παρουσιάζονται πολλοὶ «μεσσίες» μὲ ἀξιώσεις ὑποταγῆς σ’ αὐτοὺς ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Οἱ προσωπικὲς φιλοδοξίες εἶναι στὴν ἡμερήσια διάταξη. Ζητᾶμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀφοσίωση καὶ ὑπακοὴ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὰ πάθη μας ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι καὶ ποταπά. Μόνον ἡ ὑπακοὴ στὸ Χριστὸ ὠφελεῖ τὸν ἄνθρωπο πολλαπλῶς. Τὸν κάνει εἰρηνικὸ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, χωρὶς μικροσυμφέροντα καὶ ὑλικὲς ἀπολαβές. Τὸν καταξιώνει ὡς ἄνθρωπο καὶ ἀναδεικνύει τὰ χαρίσματά του καὶ τὶς ἀρετές του. Τὸν προάγει στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια κοντὰ στὸ Χριστὸ ποὺ ἀγάπησε ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἐγκάρδια.

Κυριακή Β Ματθαίου-Πρεσβύτερος Χρήστος Πυτιρίνης

Ματθαίου
«Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἀλιεῖς ἀνθρώπων».
undefinedΟ Κύριος, αγαπητοί μου αδελφoί, είναι ο Πρώτος και Μοναδικός αλιεύς, ο Θείος Ψαράς των ψυχών των ανθρώπων. Αλλά θέ­λησε να αναδείξει και άλλους αλιείς και άλ­λους ψαράδες μέσα στη νοητή θάλασσα της ανθρωπότητος, που θα συνέχιζαν το άγιο, αλιευτικό, κηρυκτικό, ποιμαντικό και αγιαστικό του έργο. Και κάλεσε ο Χριστός μας τους Αποστόλους Του να τον ακολου­θήσουν, για να τους ετοιμάσει και να τους αποστείλει.
Πότε και πώς τους κάλεσε; Μας το λέει το σημερινό Ιερό Ευαγγέλιο. Μόλις ξεκίνησε για το θείο Του έργο περπατούσε μια μέρα στην θάλασσα της Τιβεριάδος. Ήταν εκεί δύο απλοϊκοί ψαρά­δες με απλή και αγαθή καρδιά, πτωχοί επαγ­γελματίες, που πάλευαν να βγάλουν το με­ροκάματό τους. Και ήταν αδέλφια οι ψαράδες αυτοί. Τον ένα τον έλεγαν Πέτρο και τον άλλον Ανδρέα. Την ώρα εκείνη δόλωναν και έριχναν τα αγκίστρια τους στη θάλασσα.
Μα σαν ήλθε και στάθηκε μπροστά τους ο Χριστός, σταμάτησαν και Τον κοίταζαν πε­ρίεργα. Ήταν ξένος, αλλά η μορφή Του μα­γνήτιζε. Πρέπει να τους είπε  πολλά, που δεν τα αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Μόνο ένας Του λόγος, τούς ξεσήκωσε, τους έκανε ανάστατους, τους οδήγησε στο σημείο να πάρουν μία ηρωϊκή απόφαση. Να παρατήσουν τα δίχτυα και το ψάρεμα, τις βάρκες και την θάλασσα και να Τον ακολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου - τούς είπε – καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἀλιεὶς ἀνθρώπων».
Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Προχωρώντας λίγο πιο πέρα, είδε άλλο ένα ζευγάρι ψαράδων μαζί με τον πατέρα τους τον Ζεβεδαίο. Ήταν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Ανεβασμένοι και αυτοί πάνω στη βάρκα, ετοίμαζαν σιωπηλοί και αφοσιωμένοι τα δίχτυα. Τούς πλησίασε, κουβέντιασε μαζί τους και μετά, τους κάλεσε να Τον ακολου­θήσουν. Εκείνοι, χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς καμία αναβολή τον ακολούθησαν «καὶ εὐθέως ἀφέντες τό πλοῖον καί τόν Πατέρα αὐτῶν ἠκολούθη­σαν αὐτῷ».
Άφησαν δουλειά, πατέρα, μητέρα, οικογένεια, προγράμματα, όνειρα, λογαρια­σμούς, όλα τα υλικά αγαθά, για να πιάσουν μια άλλη Ιερή, αγία, υψηλή, ουράνια δουλειά, ένα έργο θεϊκό. Για να δώσουν όλη την στοργή και την αγάπη τους σε μία άλλη οικο­γένεια, στην Εκκλησία του Χριστού. Ευλογημένη η κλήσις των αγίων Απο­στόλων του Χριστού, των δώδεκα και των εβδομήκοντα και όλων των Αποστόλων και Ιεραποστόλων, των Ιερέων και Αρχιερέων ό­λων των αιώνων.
Χάρη σε αυτή την κλήση εμείς γίναμε Χριστιανοί, ακούσαμε τον λόγο του Ευαγγελίου, λαμβάνουμε Πνεύμα Άγιο, μετέχουμε των Αγίων και αχράντων μυστηρίων, ενωνόμαστε με τον Χριστό. Δεν υπάρχει, αγαπητοί  μου,  στον κόσμο μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ευθύνη και φωτιά από το να γίνει κανείς Απόστολος, Αλιεύς των ανθρώπων, από το να γίνει κανείς Ιε­ρέας. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μας λέει πώς αν στο δρόμο θα δεις έναν Ιερέα και έναν άγγελο θα πρέπει πρώτα να πας να φιλήσεις το χέρι του Ιερέως και μετά του αγγέλου. Διότι τα μυστήρια, που κάνει ο Ιερέας δεν μπορεί να τα κάνει ο άγγελος.
Η αξία του Ιερέως είναι πάνω από την αξία των πρωθυπουργών και των βασιλιάδων και όλων των επιστημόνων της γης αυτής. Παλιά δεν προσέρχονταν στην Ιερωσύ­νη από συναίσθηση βαθειά και φόβο μεγάλο. Διότι η Ιερωσύνη είναι καμίνι και φωτιά και αλλοίμονό μας! Ο Ιερέας χρειάζεται να είναι χρυσός στην καρδιά και στη ζωή του, για να μπει μέσα σε αυτό το καμίνι που ονομάζεται ιερωσύνη. Σήμερα τον ιερέα αντί να τον θεωρούν ευλογία, δένουν κόμπο στο μαντήλι τους, τον βλέπουν στο δρόμο και τον κοροϊδεύουν.
Παλιά, πολλές ευλαβείς Χριστιανές μητέρες προσεύχονταν και έλεγαν: «Χριστέ μου, δος μου ένα αγόρι να τον κάνω παππά, να με μνημονεύη για πάντα». Σήμερα, το θεωρούν υποτιμητικό, για να  μήν πούμε, ότι το θεωρούν κατάρα το να γίνει ένα παιδί τους Ιερέας. Τόσο πολύ αγαπητοί μου, έχει χαλάσει η κοινωνία μας.
Ας προσευχηθούμε, αδελφοί, να βγουν και στην εποχή μας καινούργιοι Απόστολοι, καινούργιοι Ιερείς, άγιοι Ιερείς με φόβο Θεού και αγάπη, Ιερείς, που να αγαπούν το Χριστό, να αγαπουν τον λαό, τα λογικά πρόβατά Του. Ιερείς «όχι για ένα κομμάτι ψωμί», Ιερείς όχι έπαγγελματίες, Ιερείς όχι για την επίγεια, κοσμική δόξα. Η κοινωνία μας έχει ανάγκη από Ιερείς και ποιμέ­νες καλούς. "
Ας προσευχηθούμε αδελφοί να βγουν πα­τέρες άγιοι, που με την αγία, ορθόδoξη, α­σκητική ζωή, με προσευχή και με παράδειγμα θα φτιάξουν ανθρώπους. Φθάνουν πια οι μη­χανές που μας έφτιαξαν οι μηχανικοί, Φθά­νουν οι θεωρίες των φιλοσόφων, φθάνουν οι ανθρώπινοι νόμοι των νομοθετών. Τίποτε δεν έφερε την ποθούμενη ευτυχία και ευη­μερία στην ταλαίπωρη ανθρωπότητα.
Οι Ιε­ρείς, οι άγιοι Ιερείς, οι απαθείς Ιερείς, και απόστολοι του Χριστού. Αυτοί είναι που θα φέρουν  την πραγματική ευτυχία, αυτοί είναι που θα φέρουν την αγιότητα, γιατί θα φέρουν τον ίδιο το Χριστό στην έρημο και στον αλειτούργητο αυτό κόσμο. ΑΜΗΝ


H θαλασσα και «αλιεις ανθρωπων»

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας…» (Ματθ. 4,18)
images-1ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο; Ἐ­ρωτῶ, γιατὶ πολλοὶ ἔχουν αὐτιά, μὰ τὸ Εὐ­αγγέλιο ὄχι μόνο δὲν θέλουν νὰ τὸ ἀκούσουν ἀλλὰ καὶ τὸ κοροϊδεύουν. Τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε, λένε· σήμερα δὲν ἰσχύει…
Αὐτὰ λένε οἱ λεγόμενοι κουλτουριάρηδες. Ἔμαθαν μερικὰ γράμματα, πῆ­ραν ἕνα χαρτί, καὶ φαντάζονται ὅτι ἔλυσαν ὅ­λα τὰ προβλήμα­τα καὶ δὲν ἔχουν πλέον ἀνάγ­κη τὸ Θεό. Καὶ στὶς μέρες μας αὐτοὶ πλήθυναν. Τὸ Εὐαγγέλιο ἦταν γιὰ «τῷ καιρῷ ἐκεί­νῳ», λένε εἰρωνικά. Τί ἔχουμε νὰ τοὺς ἀπαντήσουμε;
Κάποτε ποὺ ἤμουν στὴ Θεσσαλονίκη, περπατώντας στὸ δρόμο εἶδα ξαφνικὰ κάποιον νὰ τρέχῃ, νὰ σκαρφαλώνῃ σὰν τὸ γάτο σ᾽ ἕνα τηλεγραφόξυλο, κι ἀπὸ ᾽κεῖ νὰ φτύνῃ συνε­χῶς. ―Τί κάνεις ἐκεῖ; τοῦ φώναζαν. ―Θὰ σβή­σω τὸν ἥλιο! ἔλεγε. Δὲν ἦταν στὰ λογικά του. Ἐ­ὰν λοιπὸν εἶνε τρελλὸς ὅ­ποιος νομίζει ὅτι μὲ τὸ σάλιο του θὰ σβήσῃ αὐτὸ τὸν ἥλιο ―ποὺ κάποτε βέβαια θὰ σβή­σῃ ἀπὸ μόνος του ὅ­πως τὸ καντήλι―, ἀσυγκρίτως περισσότερο τρελλοὶ εἶ­νε αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πὼς μὲ τὰ λόγια τους θὰ μπορέσουν νὰ σβήσουν τὸ Εὐ­αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε ὁ ἄδυτος ἥλιος.
Γιὰ τὸν Κύ­ριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν λέμε «νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶ­νας τῶν αἰώνων· ἀμήν». Καὶ πράγματι· πέρασαν τόσοι αἰῶνες, ἀλλὰ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ἰσχύουν, ἔ­χουν δύναμι, ἀφοροῦν καὶ ἐμᾶς, ἔχουν ἐφαρμο­γὴ γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους.

* * *

Στὴν Παλαιστίνη, στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὑ­πάρχει μιὰ λίμνη, ποὺ λέγεται λίμνη τῆς Γαλιλαίας ἢ τῆς Τιβεριάδος ἤ, ἐπει­δὴ εἶνε μεγάλη, τὴ λένε καὶ θάλασσα. Ψηλὰ ἀ­π᾽ τὸ ἀερο­πλά­νο νομίζεις ὅτι ἔχει σχῆμα ἅρ­πας – κιθάρας· ὅσοι ἔχουν πάει στοὺς Ἁγίους Τόπους τὴν ἔ­χουν δεῖ. Τὰ νερά της εἶνε πεντακά­θα­ρα· προέρχονται ἀπὸ πηγὲς σὲ ψη­λὰ βουνὰ χιονισμέ­να. Ἀπὸ ᾽κεῖ κατεβαίνουν ῥυ­άκια καὶ πο­ταμάκια καὶ φθάνουν σ᾽ αὐτήν. Ἐ­κεῖ ἔρχεται καὶ ὁ Ἰορδάνης ποταμός. Τὰ νερά του πέφτουν στὴ λίμνη, κι ὅσα περισσεύουν φεύγουν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος της καὶ συνεχίζουν. Εὐλογημένος ποταμός, εὐλογημένη λίμνη.
Εἶνε ὡραῖες οἱ λίμνες. Γιά φανταστῆτε, ἡ γῆ νὰ ἦταν ὅλη ξηρά, χωρὶς καθόλου νερό, ὅ­πως εἶνε τὸ φεγγάρι. Φανταστῆτε αὐτὴ τὴν ξεραΰλα, σὰν τὴ Σαχάρα. ῾Ρυάκια, ποταμάκια, λίμνες, θάλασσες, δίνουν ὀμορφιὰ καὶ χάρι στὸν πλανήτη μας, τὸν μοναδικὸ στὸ σύμπαν. Θὰ ἔλθῃ ὅμως μιὰ μέρα ―τὸ λέει ἡ Ἀποκάλυψις―, ποὺ τί θὰ γίνῃ· τὰ καθαρὰ νερά, μέσα στὰ ὁποῖα ζοῦν ψάρια ποὺ ἔπλασε ὁ Θεὸς χάριν τοῦ ἀνθρώπου, θὰ πικραθοῦν, καὶ ἀπὸ τὰ πικρὰ νερὰ θὰ πεθάνουν πολλοὶ ἄνθρωποι (βλ. Ἀπ. 8,11). Κι αὐτὸ τὸ βλέπουμε ἤδη.
Ἡ μητρόπολις Φλωρίνης ἔχει ἀρκετὲς λίμνες. Ἐγὼ τὴν ὀνομάζω μητρόπολι τῶν 5 λιμνῶν. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε ἡ Βεγορίτις ἢ λίμνη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Πῆγα λοι­πὸν ἐκεῖ καὶ εἶδα τοὺς ψαρᾶδες λυπημένους. ―Δὲν ὑπάρ­χουν ψάρια, μοῦ εἶπαν. ―Γιατί; ―Γιατὶ πικρά­θηκαν τὰ νερά.… Πῶς πικράθηκαν; ―Ἀπὸ τὰ λύματα τῶν ἐργοστασίων ποὺ χύνονται ἐδῶ. Πᾶνε τὰ ψάρια! Μοῦ ᾽λεγε γέρος ψαρᾶς στὴ Βεγορίτιδα, ὅτι ὁ παπποῦς του ἔπιασε παλαιότερα ἐκεῖ ἕνα ψάρι ποὺ λέγεται γουλιανός. Ἦταν 40 κιλά, καὶ ἔτρωγαν μιὰ βδομάδα στὸ σπίτι ἀπ᾽ αὐτό! Τώρα…
Κι ὄχι μόνο στὶς μικρὲς λίμνες. Μιὰ μεγάλη λίμνη εἶνε καὶ ἡ Μεσόγειος θάλασσα, λίμνη μεγάλων κρατῶν· Ἱσπανία, Γαλλία, Ἰταλία, Ἑλ­λάδα, Τουρκία, Κύπρος, Αἴγυπτος, Λιβύη, Μαρόκο, ὅλα μέσα σ᾽ αὐτὴν βλέπουν. Στὴ μεγάλη αὐτὴ λεκάνη πέφτουν οἱ ἀκαθαρσίες ὑ­πονόμων 70 περίπου μεγάλων πόλεων. Καὶ ἤ­δη οἱ ἐπιστήμονες κρούουν τὸν κώδωνα γιὰ τὴ μόλυνσι· σὲ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχῃ ψαράκι.
Ἀλλὰ τί ἔπαθα καὶ μιλῶ γιὰ λίμνες καὶ θάλασσες; Τὸ εὐαγγέλιο μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμή. Ἀκούσαμε σήμερα νὰ λέῃ, ὅτι ὁ Χριστὸς περπα­τοῦσε «πα­ρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18). Ἐ­κεῖ πῆγε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖ­ος ἀγαπᾷ τὰ ὡ­ραῖα, τὰ δημιουργήματα ποὺ ὁ ἴδιος ἔ­φτειαξε. Περπατοῦσε κοντὰ στὴ χαριτωμένη λίμνη. Για­τί πῆγε ἐκεῖ; μήπως γιὰ ν᾽ ἀναπνεύ­σῃ καθαρὸ ἀ­έρα; Πῆγε γιὰ κάποιον ἄλλο ἀνώτερο σκοπό. Πῆγε, γιὰ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς μαθητάς του, τὸ ἐ­πι­τελεῖο του μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἀνακαίνιζε τὸν κόσμο. Δὲν πῆγε οὔτε στὴ ῾Ρώμη, οὔτε στὴν Ἀ­θή­να, οὔτε σὲ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀστι­κὰ κέντρα· πῆγε στὴ θάλασσα, κοντὰ στοὺς ψαρᾶδες.
Εἶδε ἐκεῖ δυὸ βάρκες. Στὴ μία δυὸ ἀδέρφια, ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας, ἔρριχναν τὸ δίχτυ γιὰ ψάρεμα. Στὴν ἄλλη ἄλλα δυὸ ἀδέρφια, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους τὸ Ζεβεδαῖο διώρθωναν καὶ τακτοποιοῦ­σαν τὰ δί­χτυα τους. Καὶ τοὺς κάλεσε. Ἀφῆστε, λέει, αὐτὰ τὰ δίχτυα, ἀκολουθῆστε με, κ᾽ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω χάρι· θὰ σᾶς κάνω «ἁλιεῖς ἀνθρώπων», θὰ ψα­ρεύετε ψυχές. Κι αὐτοί; «Εὐθέως» τὸν ἀκολού­θησαν (ἔ.ἀ. 4,19-22). Αὐτὴ ἡ λέξι, «εὐθέως», ζυγίζει πολύ. Τί θὰ πῇ «εὐθέως»; «Ἀμέσως», χωρὶς δι­σταγμό. Δὲν εἶπαν Αὔριο, μεθαύριο, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο. Ἀ­μέσως ἔδωσαν τὸ «παρών», ὅπως ὁ στρατιώτης στὸν ἀξιωματικό. Ἄφησαν βάρκες, δίχτυα, συγγενεῖς, καὶ ἦρθαν κοντὰ στὸ Χριστό.

* * *

Ἄν, ἀγαπητοί μου, ἐρχόταν σήμερα ὁ Χριστὸς καὶ ἔλεγε «Ἐλᾶτε μαζί μου, ἀφῆστε τα ὅλα κι ἀκολουθῆστε με», ποιός θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε; Κάποιος θὰ ἔλεγε· Τί λὲς τώρα, τρελλὸς εἶμαι νὰ τ᾽ ἀφήσω ὅλα;… Ἄλλος θά ᾽λεγε· Πόσα θὰ μοῦ δίνῃς;… Θέλουν χρήματα. Ἂν ὁ Χριστὸς ἔταζε κέρδη, πολλοὶ θὰ δέχονταν· τώρα, οὔτε ἕνας.
Ἀπὸ ἄλλα ἔθνη (Ἰτάλια, Γαλλία, Γερμανία κ.λπ.), ξεκινοῦν ἱεραπόστολοι γιὰ τὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἀσία, καὶ ἐργάζονται συχνὰ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Τρία ἑκατομμύρια ἔχουν φύγει στὸ ἐξωτερικό· ὄχι ὅ­μως γιὰ ἱεραποστολή, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθοῦν καὶ νὰ βγάλουν χρήματα. Κάποτε ἔφευγαν κι ἀπ᾽ ἐδῶ καὶ πήγαιναν ἀλλοῦ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂν λ.χ. στὴ ᾽Ρωσία, στὴ Βουλγαρία, στὴ Σερβία εἶνε σήμερα ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὑπέροχοι νέοι ἔ­φυγαν ἀπ᾽ τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ τὴ Θεσ­σαλονίκη καὶ πῆγαν ἐκεῖ καὶ τοὺς ἔκαναν χριστιανούς. Τώρα σπανίως παρουσιάζεται κάποιος ἱεραπόστολος. Τέτοιος ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Ἀσλανίδης, ἕνα χαριτωμένο θαυμάσιο παιδί, ἔξυπνος, τετραπέρατος, πολυτάλαντος. Αὐτὸς μὲ βοήθησε καὶ ὕψωσα στὸ ὕψωμα 1020 τῆς Φλωρίνης τὸ μεγάλο σταυρὸ ὕψους 30 μέτρων, ἕνα ἔργο ποὺ ἄλλος δὲν τὸ ἀνελάμβανε. Τοῦ ἔλεγαν τότε ὡρισμένοι· Πόσα λεφτὰ σοῦ δίνει ὁ δεσπότης; Κι ὅταν ἔμαθαν ὅτι δὲν πληρώνεται, τοῦ ἔλεγαν· Ἀνόητος εἶσαι; ἀφοῦ δὲν παίρνεις λεφτά, τί κάθεσαι κοντὰ στὸ δεσπότη;… Τοὺς σιχάθηκε γιὰ τὴ νοοτροπία τους καὶ ἔφυγε. Πῆγε κάτω στὴν Ἀφρική, ἔγινε ἱεραπόστολος μὲ τὸ ὄνομα Κοσμᾶς (πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ), καὶ ἔφερε πολλοὺς στὸ Χριστό.
Σπανίζουν στὴν ἐποχή μας τέτοιοι ἄνθρωποι. Καλεῖ ἡ Ἐκκλησία στὴν ἱεραποστολή, καὶ οἱ «χριστιανοὶ τοῦ γλυκοῦ νεροῦ» λένε· Ἐγὼ δὲ γίνομαι ἱεραπόστολος, εἶνε δύσκολο πρᾶ­γμα. Καλεῖ στὴν ἱερωσύνη, ἀλλὰ οἱ γονεῖς δὲν δίνουν οὔ­τε ἕνα παιδί τους νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἐκκλησία ὡς κληρικός. Ἕνα καλὸ παιδὶ εἶπε στὸν πατέρα του ὅτι θέλει νὰ γίνῃ πα­πᾶς, κι αὐτὸς πῆγε νὰ τὸ σκοτώσῃ!
Λοιπόν, ἱεραπόστολος δὲ γίνεσαι, παπᾶς δὲ γίνεσαι. Ἔ, τότε σοῦ ζητῶ κάτι ἄλλο, τὸ πιὸ εὔκολο. Δὲ σοῦ λέω νὰ σηκώσῃς ἕνα βουνό· σοῦ δίνω νὰ σηκώσῃς ἕνα χαλικάκι. Ποιό εἶνε τὸ χαλικάκι; Ὁ ἐκκλησιασμός. Ἀκοῦς τὴν καμπάνα ποὺ χτυπάει; Σὲ καλεῖ ὁ Χριστός. Πήγαινε νὰ ἐκκλησιασθῇς. Πήγαινε νὰ προσ­κυ­νή­σῃς καὶ νὰ λατρεύσῃς τὸ Θεό, νὰ τοῦ πῇς ἕνα εὐχαριστῶ. Τὸ εἶπα κι ἄλλοτε· 168 ὧρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα, 1 ὥρα μᾶς ζητάει ὁ Θεός, τόσο βαστάει ἡ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐ­λογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…». Μπὲς στὴν ἐκκλησία, θυμήσου ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος, πὲς ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἕνα «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ», ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε».
Διαφορετικά; Τὸ ἕνα δὲν κάνουμε, τὸ ἄλλο δὲν κάνουμε, στὸ τέλος θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεὸς. Καὶ ἔρχονται πονηρὲς ἡμέρες….

* * *

Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, τί ἀφορμὲς καὶ τί θέ­ματα δίνει τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ κάποιοι νομίζουν ὅτι πάλιωσε; Καὶ δὲν προχωρήσαμε στὴν ἑρ­μηνεία· μόλις ἀγγίξαμε τὸ στίχο ποὺ λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς περπατοῦσε «παρὰ τὴν θάλασσαν».
Εἴθε τὰ πτωχὰ αὐτὰ λόγια νὰ τὰ ἐφαρμό­ζουμε καὶ νὰ ζοῦμε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων, νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γερμανοῦ Πρεσπῶν 21-6-1987

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Ὁ Χριστὸς ἀναζητᾶ καὶ καλεῖ τοὺς πρώτους μαθητὲς Του «παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας», μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον καθημερινὸ καὶ ἁπλό, μὲ ἐλεύθερο φυσικὸ ὁρίζοντα. Οἱ πρῶτοι στοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται εἶναι ἄνθρωποι τοῦ καθημερινοῦ μόχθου, γνήσιοι καὶ ἀληθινοὶ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀνεπιτήδευτοι, ἂν καὶ μὲ διαφορετικὴ ἰδιοσυγκρασία μεταξύ τους.


Ἡ κλήση τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ στὴν ὕπαρξη, ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ, πρὶν ἀκόμη μᾶς δημιουργήσει, γι' αὐτὸ καὶ μᾶς γνωρίζει, πρὶν μᾶς φέρει στὴ ζωή. Αὐτὸς ποὺ μᾶς καλεῖ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Δὲν μᾶς καλεῖ στὴν ὕπαρξη, γιὰ νὰ γεννηθοῦμε καὶ νὰ πεθάνουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ σωθοῦμε, δηλαδὴ γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του σὲ μία ἀτέλειωτη ζωή. Ἡ κλήση τοῦ Χριστοῦ στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας, εἶναι ἕνα μυστήριο, ἔργο τοῦ θελήματος καὶ τῆς πρόγνωσης τοῦ Θεοῦ. «Οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς» (Ἰω. 15,16), δὲν μὲ διαλέξατε ἐσεῖς, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς διάλεξα. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται στὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ κοινὸ σκοπό, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς διαλέγει καὶ μᾶς ἐκλέγει, ὅταν Ἐκεῖνος μᾶς καλεῖ, σέβεται τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς προσωπικότητάς μας. Δὲν παραβλέπει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι μοναδικὸς καὶ ἀνεπανάληπτος. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία μας, δὲν μᾶς ἰσοπεδώνει καὶ δὲν μᾶς ἐξισώνει, γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν κατασκευάζει πανομοιότυπους ἁγίους.

Μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καλούμαστε νὰ χωρέσουμε ὅλοι, κλειστοὶ καὶ ἀνοιχτοὶ τύποι χαρακτήρων, πρόσχαροι καὶ σοβαροί, ἐπιεικεῖς καὶ αὐστηροί, εὐαίσθητοι καὶ δυναμικοί, ὅποιοι καὶ ἂν εἴμαστε ἐμεῖς, ὅποιοι καὶ ἂν εἶναι oι ἄλλοι, oἱ διαφορετικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς. Οἱ μαθητὲς δέχθηκαν ἀμέσως τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ, ἀνταποκρίθηκαν αὐθόρμητα καὶ ὁλοκληρωτικά. Γιατί, ἄραγε; Ἐπειδὴ ἦταν καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι. Ἡ ἀπάντησή τους στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ ἦταν πράξη ὑπακοῆς.

Ἐμπιστεύθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ παραδόθηκαν στὸ θέλημά Του καὶ στὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ, λοιπόν, ὁ δρόμος πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός, ἡ ὑπακοὴ στὴν κλήση Του.

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα βαθύτατα προσωπική. Ἀγγίζει τὸ κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸν πυρήνα τῆς ὕπαρξής μας. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία νεφελώδης φιλοσοφία οὔτε μία ἀκατανόητη, ὑψηλὴ καὶ φλύαρη θεολογία, ὅπως, δυστυχῶς, κάποτε τὸν παραμορφώνουμε καὶ τὸν κακοποιοῦμε ἐμεῖς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἔχει πάντοτε ἀμεσότητα μὲ τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀναφέρει πολλὲς φορὲς τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι στοὺς ἀκροατές Του ποὺ σκέφτονται τὸν θερισμό, μιλᾶ γιὰ τὸν πνευματικὸ θερισμό. Στὴ Σαμαρείτιδα ποὺ πῆγε γιὰ νερὸ στὸ πηγάδι, κάνει λόγο γιὰ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Στοὺς ψαράδες ποὺ τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ ἐργασία τους, τοὺς μιλᾶ γιὰ μία διαφορετικὴ παράδοξη καὶ θαυμαστὴ ἁλιεία.


Ἡ ἀπάντηση στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλευθερία

«Οἱ δὲ ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν τὸν Χριστό». Ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. Δὲν ἦταν μὲ κανέναν καὶ μὲ τίποτε στὸν κόσμο τόσο δεμένοι ὅσο μπόρεσαν νὰ δεθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ παραδοθοῦν στὴν ἀγάπη Του. Γι' αὐτὸ καὶ ὅποιος ἀκολουθεῖ πραγματικὰ τὸν Χριστὸ δὲν προτρέχει οὔτε στέκεται μακριά του, ἀλλὰ ἀπελευθερώνεται ἀπὸ κάθε δέσμευση μὲ πρόσωπα, πράγματα καὶ καταστάσεις καὶ ζεῖ μιὰ καινούργια πραγματικότητα. Βιώνει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀκλόνητη πίστη καὶ βεβαιὸτητα ὅτι ἔχει βρεῖ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐλευθερώνει ἀπὸ ὅλα ὅσα καθημερινὰ τὸν περικυκλώνουν.

Πράγματι, ὅσο ὡριμάζουμε καὶ ὁλοκληρωνόμαστε ἐσωτερικά, συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ πολυσυζητημένη ἐλευθερία τὴν ὁποία ὁ κόσμος ἐπιδιώκει καὶ ὁ πολιτισμὸς προβάλλει ὡς βασικὸ σύνθημα εἶναι ἐξωτερική, σχετικὴ καὶ περιορισμένη. Γιατί εἴμαστε αἰχμάλωτοι τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν μέσα στὶς ὁποῖες ζοῦμε, τῆς κληρονομικότητας καὶ τῆς ἰδιοσυγκρασίας μας, τοῦ περιβάλλοντός μας, ἀλλὰ καὶ ὁτιδήποτε ἄλλου μᾶς δεσμεύει καὶ μᾶς ὑποτάσσει σ' αὐτό. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐλεύθεροι στὰ σύνορά τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Κανεὶς δὲν μᾶς ρωτᾶ πότε, ποῦ καὶ ἀπὸ ποιοὺς θὰ ἔρθουμε στὴ ζωή, ἀλλὰ οὔτε πότε, ποῦ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ φύγουμε ἀπὸ αὐτὴν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ὅταν θεληματικὰ ὑποταχθοῦμε στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ, μποροῦμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ κάθε δουλεία στὴν ὁποία εἴμαστε φυλακισμένοι, γιὰ νὰ ζήσουμε τὴν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ». Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ (Β' Ματθαίου

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Ματθ.δ' 18-23
Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ  «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»
   Το σημερινό ιερό Ευαγγέλιο μάς μετα­φέρει στην ακροθαλασσιά της Γαλιλαίας. Έριχναν τα δίχτυα τους ό Πέτρος και ό Ανδρέας, και λίγο πιο πέρα ό Ιάκωβος και ό Ιωάννης. Τότε τούς πλησίασε ό Κύ­ριος Ιησούς και τούς κάλεσε να Τον ακο­λουθήσουν, ώστε στο έξης να απλώνουν δίχτυα πνευματικά και να αλιεύουν ψυ­χές για τη Βασιλεία των ουρανών: «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς αν­θρώπων», τούς είπε. Ακολουθήστε με και θα σάς κάνω αλιείς ανθρώπων.
«Αλιείς ανθρώπων»! Αυτός ό παραβο­λικός λόγος του Κυρίου μάς δίνει την α­φορμή να δούμε ποιό είναι αυτό το έργο της αλιείας ανθρώπων και τί σχέση μπο­ρεί να έχει με τη δική μας ζωή.
1. ΕΡΓΟ ΥΨΗΛΟ
«Αλιεία ανθρώπων» ό Κύριος ονόμασε το έργο του κηρύγματος και της ιεραπο­στολής, πού ό Ίδιος ανέθεσε στους αγί­ους Αποστόλους πρώτα κι έπειτα σε όλη την Εκκλησία. Μετά την Ανάσταση του ό Κύριος Ιησούς άφησε ως ιερή παρακα­ταθήκη στους μαθητές του την εντολή να μεταδώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο: «Πορευθέντες μαθη­τεύσατε πάντα τα έθνη», τούς είπε. Με τα λόγια αυτά κάλεσε τούς μαθητές του να ρίχνουν σαν άλλοι ψαράδες τα δίχτυα του θείου λόγου και να ελκύουν τις ψυχές των ανθρώπων στην αληθινή ζωή.
Αυτό το έργο της αλιείας των ψυχών πού άρχισαν οι άγιοι Απόστολοι, το συνέ­χισαν οι διάδοχοι τους, οι επίσκοποι και οι ιερείς, οι όποιοι έχουν την κύρια ευθύ­νη στο έργο αυτό. Αυτοί, με το να κηρύτ­τουν το λόγο του Θεού, να συμβουλεύουν και να καθοδηγούν τούς ανθρώπους, κυ­ρίως όμως με την τέλεση των ιερών Μυ­στηρίων, βοηθούν ώστε όλο και περισ­σότερες ψυχές να απεγκλωβίζονται από τα δίχτυα του κόσμου και να ασφαλίζον­ται στη σαγήνη της Εκκλησίας.
Αυτή ακριβώς είναι και ή αποστολή του ιερέως, όπως μάς την περιγράφει ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος: «πτερώσαι ψυχήν, άρπάσαι κόσμου και δούναι Θεώ»-δηλαδή, να δώσει φτερά στην ψυχή, να την αρπάξει από τα νύχια του διεφθαρμέ­νου κόσμου και να την προσφέρει στον Θεό. Υπάρχει σπουδαιότερη προσφορά από αυτή; Ακόμη και μία ψυχή να σω­θεί, το έργο αυτό δεν παύει να είναι με­γαλειώδες. Διότι όπως μάς βεβαίωσε ό ίδιος ό Κύριος, τίποτε στον κόσμου δεν α­ξίζει όσο μία ψυχή (Μάρκ. η' 36)!
Πώς όμως μπορούμε κι εμείς να βοηθή­σουμε σε αυτό το μεγάλο και υψηλό έργο, το όποιο κατ' εξοχήν επιτελείται από τούς κληρικούς;
2. ΤΟ ΔΙΚΌ MAΣ ΧΡΕΟΣ
Πρωτίστως αυτό πού μπορούμε όλοι να κάνουμε είναι να προσευχόμαστε στον άγιο Θεό να αναδεικνύει πρόσωπα κατάλληλα και άξια για να αναλάβουν μία τόσο υπεύθυνη και μεγάλη αποστολή. Ό ίδιος ό Κύριος μάς προτρέπει: «Δεήθητε ούν του κυρίου του θερισμού όπως έκβάλη έργάτας εις τον θερισμόν αυτού» (Ματθ. θ' 38)- δηλαδή, προσευχηθείτε θερμά στον Κύριο, ώστε να βγάλει και να αποστείλει εργάτες στον θερισμό του.
Έπειτα ό καθένας από εμάς μπορεί να συμπαρίσταται στο έργο των ιερέ­ων με διάφορους τρόπους: είτε στη δια­κονία του ιερού ναού, είτε στο έργο της κατηχήσεως, της φιλανθρωπίας ή σε κά­ποια άλλη ευκαιρία πού παρουσιάζεται, ας είμαστε πρόθυμοι να συνδράμουμε το έργο της αλιείας ψυχών και με τις δικές μας πτωχές δυνάμεις.
Κανείς δεν είναι άξιος να αναλάβει από μόνος του ένα τέτοιο έργο. Γι' αυτό και ό Κύριος δεν είπε «ελάτε να γίνετε αλιείς ανθρώπων», αλλά τί είπε; «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Θα σάς κάνω εγώ αλιείς ανθρώπων. Πράγματι ή Χάρις του Θεού είναι αυτή πού μετέβαλε τούς αγράμματους ψαρά­δες σε πάνσοφους Αποστόλους και κή­ρυκες του Ευαγγελίου. Ή Χάρις του Θεού είναι αυτή πού μπορεί να εμπνεύσει και άλλους ώστε να γίνουν «αλιείς ψυ­χών».
Εμείς το μόνο πού έχουμε να κάνου­με είναι να απαντήσουμε πρόθυμα στην πρόσκληση του Κυρίου «δεύτε οπίσω μου...» και να παρακαλούμε τον Κύριο να μάς δίνει τη χάρη του, ώστε να αξιο­ποιούμε κάθε ευκαιρία πού μάς παρου­σιάζεται, προκειμένου να ελκύσουμε ψυ­χές κοντά του: είτε προσφέροντας ένα ορθόδοξο έντυπο, είτε παρακινώντας για την ιερά Εξομολόγηση, είτε με ένα λόγο οικοδομής και στηριγμού, πού τόσο πο­λύ έχει ανάγκη κάθε ανθρώπινη ψυχή.
   Στις μέρες μας είναι φανερό ότι το κακό έχει πληθυνθεί. Απλώνει τα δίχτυα του ό κόσμος της αμαρτίας και παγιδεύει πολ­λούς. Έχει ανάγκη λοιπόν ή εποχή μας από «αλιείς ανθρώπων». Από εκείνους πού θα απλώσουν το δίχτυ του θείου λό­γου. Το δίχτυ πού δεν συλλαμβάνει αλλά απελευθερώνει. Οδηγεί τις ψυχές στην αληθινή ζωή και σωτηρία, στη σαγήνη της Βασιλείας του Θεού.

Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Η ΚΛΗΣΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ)

Κυριακή Β’ Ματθαίου – Μπροστά στη μέλλουσα κρίση

Απόστολος Κυριακής: Ρωμ. β’ 10-16
Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν,  Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ  Ἓλληνι· 11 οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων – 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ  Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μπροστά στη μέλλουσα κρίση

Χωρίς διακρίσεις

Ένα ερώτημα που συχνά προβληματίζει πολλούς είναι το εξής: Τι θα γίνουν στην άλλη ζωή τα αμέτρητα εκατομμύρια των ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ στη ζωή τους τον Χριστό και το νόμο του; Θα καταδικαστούν όλοι στην Κόλαση; Είναι δυνατόν ο Θεός να επιτρέψει μια τέτοια αδικία; Στο ερώτημα αυτό μας απαντά το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Μας λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις σε πρόσωπα. Θα χαρίσει τις δωρεές του σ’ όλους τους ανθρώπους που κάνουν το καλό, ανεξάρτητα εάν είναι Ιουδαίοι ή ειδωλολάτρες. Σ’ όλους αυτούς θα χαρίσει τη δόξα, την τιμή και την ειρήνη του.
Βέβαια δεν θα κρίνει όλους ο Θεός με τον ίδιο τρόπο. Αλλά τον καθένα θα τον κρίνει ανάλογα με τα όσα γνώρισε και έμαθε. Γι’ αυτό όσοι αμάρτησαν χωρίς να έχουν κάποιο γραπτό νόμο, θα κριθούν χωρίς να έχουν ως κατήγορο το νόμο αυτό. Και όσοι αμάρτησαν, ενώ γνώρισαν το νόμο του Θεού, αυτοί θα κριθούν με βάση το νόμο αυτό. Διότι τελικά θα δικαιωθούν και θα σωθούν όχι όσοι απλώς άκουσαν το θείο νόμο, αλλά όσοι τον τήρησαν στη ζωή τους.
Με βάση λοιπόν όλα αυτά θα κρίνει ο Θεός πολύ αυστηρότερα όχι όσους έζησαν μέσα στην άγνοια και την αμάθεια, αλλά εμάς που γνωρίσαμε το θέλημα του Θεού. Διότι εμείς, εάν δεν εφαρμόσουμε τα όσα μάθαμε, θα είμαστε αναπολόγητοι. Θα έχουμε κατήγορό μας το νόμο του Θεού που γνωρίσαμε.
Έτσι όμως τελικά εμείς οι πιστοί είμαστε προνομιούχοι ή όχι; Είμαστε προνομιούχοι, αλλά έχουμε και μεγαλύτερη ευθύνη. Διότι εμείς γνωρίσαμε και μάθαμε τι θέλει ο Θεός από μας. Ζήσαμε μέσα στη χάρη της Εκκλησίας του, απολαύσαμε τις ευλογίες των ιερών Μυστηρίων. Αλλά όλα αυτά τα προνόμιά μας μεγαλώνουν κατά πολύ και την ευθύνη μας. Διότι δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο το θέλημα του Θεού, αν είμαστε μόνο ακροατές του νόμου. Πρέπει και να τον τηρούμε στη ζωή μας. Δεν φθάνει να καυχιόμαστε ότι έχουμε την αληθινή πίστη, την Ορθοδοξία. Θα πρέπει και να ζούμε όπως ο Θεός θέλει. Και θα είναι πράγματι τραγικό κάποιοι από μας τους Ορθοδόξους πιστούς να βρεθούμε κάποτε στην αιώνια Κόλαση, ενώ αμέτρητοι άλλοι που δεν γνώρισαν τον αληθινό Θεό, να ζουν αιωνίως μαζί Του στην άληκτη χαρά του Παραδείσου. Ας προσέξουμε λοιπόν πολύ, για να μη βρεθούμε στην άλλη ζωή μπροστά σε φοβερές εκπλήξεις.
Με ποιο κριτήριο όμως θα κριθούν όλοι όσοι δεν γνώρισαν στη ζωή τους το νόμο του Θεού; Σ’ αυτό μας απαντά ο θείος Απόστολος στη συνέχεια.

Η φωνή της συνειδήσεως

Λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι αρκετοί από τους ειδωλολάτρες, ενώ δεν έχουν λάβει από τον Θεό γραπτό νόμο, τηρούν στη ζωή τους όσα προστάζει ο γραπτός νόμος. Γιατί; Επειδή ακριβώς έχουν ως οδηγό στη ζωή τους τον έμφυτο ηθικό νόμο, δηλαδή τη συνείδησή τους. Και εξηγεί ο Απόστολος ότι αυτοί οι ειδωλολάτρες ξέρουν να διακρίνουν το καλό από το κακό, διότι έχουν γραμμένο μέσα στις καρδιές τους τον έμφυτο ηθικό νόμο. Η συνείδησή τους τους δίνει τα κριτήρια για κάθε πράξη. Όλοι αυτοί, συνεχίζει, θα ανακηρυχθούν δίκαιοι και τηρητές του νόμου την ημέρα που θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Κυρίου.
Η συνείδηση λοιπόν είναι το κριτήριο με το οποίο θα κριθούν οι άνθρωποι που δεν έχουν λάβει γραπτό νόμο. Διότι μέσα στη συνείδηση κάθε ανθρώπου ο Θεός φύτεψε το νόμο του. Βέβαια ο θείος Απόστολος δεν αναφέρεται σ’ όλους τους ειδωλολάτρες αλλά σε όσους φοβούνται τον Θεό. Για να έχει όμως η συνείδηση φωνή θα πρέπει ο άνθρωπος να την καλλιεργεί με τη μελέτη του λόγου του Θεού, να την εξαγιάζει με τη χάρη των Μυστηρίων, να την αφήνει να ενεργεί μέσα του. Αρκετοί άνθρωποι όμως με την αδιαφορία και τη σκληρότητά τους, την καθιστούν πορωμένη, τυφλή και αδρανή. Μια καλλιεργημένη συνείδηση επιτελεί τεράστιο πνευματικό έργο στην ψυχή κάθε ανθρώπου. Τον βοηθά να διακρίνει ποιο είναι το σωστό και ποιο όχι. Και αντίστοιχα τον προτρέπει στο καλό ή τον αποτρέπει από το κακό. Αυτή δίνει εσωτερική μαρτυρία για καθετί. Η φωνή της αντηχεί μυστικά στα βάθη της ψυχής μας. Κάποτε διαμαρτύρεται τόσο έντονα που κυριολεκτικά μας αναστατώνει. Διότι είναι το λυχνάρι που έβαλε ο Θεός στις ψυχές όλων μας, ένα λυχνάρι που φανερώνει ότι είναι θεόπλαστος ο άνθρωπος.
Ας μάθουμε λοιπόν να ακούμε τη φωνή της συνειδήσεώς μας, ιδιαιτέρως εμείς που γνωρίζουμε το θείο θέλημα. Ας αγαπήσουμε τη μυστική αυτή φωνή της ψυχής μας κι ας ακούμε τις διαμαρτυρίες της και τις προτροπές της με φόβο Θεού και με διάθεση μετανοίας. Κι ας εκθέτουμε στον Πνευματικό μας τους λογισμούς που αυτή μας αποκαλύπτει. Έτσι θα καθαίρεται η συνείδησή μας. Έτσι θα προοδεύουμε περισσότερο στην εν Χριστώ ζωή. Και έτσι θα αξιωθούμε κάποτε να παρασταθούμε μπροστά στο φοβερό βήμα του Κριτού με ελπίδα στο έλεός του και να ζήσουμε μαζί Του στην αιώνια μακαριότητα.

Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΥ-ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στην ανάλυση που κάνει ο Απόστολος Παύλος της Σκηνής του Μαρτυρίου που είχε θεσπίσει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως είναι γνωστόν η Σκηνή του Μαρτυρίου είχε καθιερωθή κατόπιν οδηγιών του Θεού, πριν κτιστή ο Ναός του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα και βέβαια θεωρείται και προτύπωση του χριστιανικού Ναού.
Σύμφωνα με την περιγραφή της προς Εβραίους επιστολής η Σκηνή του Μαρτυρίου ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα, ήτοι το άγιο, και το εσωτερικό που ονομαζόταν άγια αγίων. Και φυσικά έξω από την σκηνή υπήρχε μία αυλή που λεγόταν κοσμικόν. Στον αύλειο χώρο, που είχε την ονομασία κοσμικό παρέμεναν οι Ιουδαίοι, οι Ναζιραίοι, οι προσήλυτοι και οι ειδωλολάτρες. Στο εσωτερικό, δηλαδή στο άγιον, εισέρχονταν οι ιερείς, που επιτελούσαν τα της λατρείας και εκεί υπήρχεν η λυχνία, η τράπεζα και η πρόθεση των άρτων. Και τέλος, στο εσωτερικό της σκηνής ήταν τα άγια των αγίων, όπου εισέρχονταν μόνο ο Αρχιερεύς και μάλιστα μια φορά τον χρόνο, κατά την ημέρα του εξιλασμού και εκεί υπήρχαν το χρυσούν θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, μέσα στην οποία φυλασσόταν η στάμνα η χρυσή που είχε το μάννα, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε και οι πλάκες της Διαθήκης, επάνω στις οποίες εγράφη ο νόμος που έδωσε ο Θεός στον Μωϋσή.
Αυτός ο τύπος της Σκηνής του μαρτυρίου ήταν πρότυπο του Χριστιανικού Ναού, που είναι χωρισμένος σε τρία μέρη, τον Νάρθηκα, τον κυρίως Ναό και το ιερό Βήμα, όπου τελείται η αναίμακτη μυσταγωγία. Ο Χριστιανισμός αποτελεί την νέα Διαθήκη, η οποία έχει οικουμενικό χαρακτήρα, αυτή είναι που σώζει τον άνθρωπο, αφού τον οδηγεί στην τελεία κοινωνία και ένωσή του με τον Θεό εν προσώπω Ιησού Χριστού.
Αυτή η περικοπή διαβάζεται σήμερα γιατί εορτάζουμε την Κατάθεση της τιμίας Εσθήτος της Παναγίας στον ναό των Βλαχερνών. Και βέβαια, στην ερμηνεία των αγίων Πατέρων φαίνεται ότι η Παναγία είναι στην πραγματικότητα η έμψυχη σκηνή του Θεού, αυτή είναι η λυχνία, η τράπεζα και η πρόθεση των άρτων, αυτή είναι το χρυσούν θυμιατήριο, η Κιβωτός της Διαθήκης, η στάμνα, η ράβδος του Ααρών και οι πλάκες της Διαθήκης. Όλα όσα έγιναν στην παλαιά Διαθήκη απέβλεπαν στο να προετοιμασθή ο λαός, να ευρεθή το κατάλληλο πρόσωπο, από το οποίο θα εγεννάτο ο Χριστός. Γι’ αυτό τιμούμε πολύ την Παναγία μας, που είναι η χαρά, η ελπίδα, η παρηγοριά και η θερμή μας πρεσβεία.
Και βέβαια, πρέπει να πούμε ότι, όπως η Παλαιά Διαθήκη είναι προτύπωση της Καινής Διαθήκης, έτσι και η Καινή Διαθήκη και όσα τελούνται στην λατρεία μας είναι προτύπωση και βίωση των όσων θα ακολουθήσουν στον ουρανό μετά την συντέλεια του κόσμου. Η Παναγία, που έγινε αιτία της ενσαρκώσεως του Χριστού, να γίνη και η γέφυρα, που θα μας οδηγήση στην επουράνια και αιώνια λατρεία.

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 26η Ιουνίου 2011

26 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011
ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ
(Ματ. δ', 18-23)
κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

   Η σημερινή ευαγγελική περικοπή αναφέρεται στην κλήση των τεσσάρων μαθητών του Κυρίου, δηλαδή του Ανδρέα του Πέτρου του Ιάκωβου και του Ιωάννη, οι οποίοι άφησαν τα δίκτυα και ακολούθησαν Αυτόν. Κατόπιν προσχώρησαν και οι υπόλοιποι μαθητές και έτσι συμπληρώθηκε ο αριθμός των δώδεκα.
Ο μαγνήτης όμως του Χριστού σαγηνεύει τους ανθρώπους και έτσι πολλοί άλλοι προστέθηκαν στους ακολούθους Του εις τρόπον ώστε ο κύκλος μεγάλωσε με την προσέλευση των εβδομήκοντα, των πεντακοσίων, καθώς και των τριών χιλιάδων που προστέθηκαν στην Εκκλησία κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Αλλά και στη συνέχεια η εκκλησιαστική κοινωνία των πιστών συνεχώς μεγάλωνε με την προσέλευση μυριάδων ανθρώπων από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Έγινε αυτό, γιατί   η Εκκλησία έχει στόχο να συμπεριλάβει όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους που θα αποτελούν μία οικογένεια με πατέρα το Θεό.
Οι πύλες της Εκκλησίας παραμένουν διαρκώς ανοιχτές ώστε κάθε συνετός άνθρωπος να μπορεί να εισέλθει σ' Αυτή ελεύθερα εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, γιατί οι ημέρες είναι πονηρές.
Ο Θεός φυσικά δεν εκβιάζει κανένα να γίνει μέλος της Εκκλησίας.   Οι προσερχόμενοι όμως αναλαμβάνουν την υποχρέωση να είναι συνεπείς με τα καθήκοντα τους ως χριστιανοί, γιατί η χριστιανική ζωή είναι αγώνας και δεν είναι αρκετό να είναι κανείς χριστιανός μόνο των τύπων. Πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι αγνοούν το περιεχόμενο του Ευαγγελίου και συνεχίζουν να βρίσκονται στους κόλπους της αμαρτίας. Άλλοι πάλι δεν προσέχουν το Ευαγγέλιο και συνεχίζουν να ζουν στο βασίλειο της ανομίας αν και άκουσαν τη χριστιανική διδασκαλία   και διαπίστωσαν ποια είναι η αλήθεια και η οδός της ζωής. Αυτοί αν και νομίζουν ότι απολαμβάνουν τη ζωή, κατά βάθος είναι δυστυχείς, δούλοι των παθών και της αμαρτίας, αφού «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστί της αμαρτίας». Ασκεί δε τέτοια γοητεία και δύναμη η αμαρτία σ' εκείνους που υποτάσσονται σ' αυτή ώστε όχι μόνο η σκέψη τους ρέπει επιμελώς στα πονηρά αλλά και όλα τα κέντρα της ψυχής μαγνητίζονται, και έλκονται από αυτή.
Μοναδικός δρόμος σωτηρίας είναι η χριστιανική διδασκαλία την οποία απολαμβάνουν όσοι είναι αφοσιωμένοι σ' αυτή.
Μόνο η πνευματική καθαρότητα και η συνεχής πειθαρχία στη διδασκαλία του Κυρίου εξασφαλίζουν τη σωτηρία του ανθρώπου καθότι χωρίς αυτούς τους δύο σημαντικούς παράγοντες δεν είναι δυνατή η ελπίδα σωτήριας του ανθρώπου.
Τα ρήματα της χριστιανικής διδασκαλίας αρδεύουν όλη την οικουμένη, αποτελούν ζωηφόρα νάματα κάθε ψυχής, εμποτίζουν την ανθρώπινη οντότητα, φρεσκάρουν τη δύναμη της ανθρώπινης προσωπικότητας, τονώνουν την τάση της ψυχής προς το αγαθό, διατηρούν τη λαμπρότητα της πνευματικής στολής, προσθέτουν ενθουσιασμό και αισιοδοξία και κάνουν τα φτερά της ψυχής καθαρά.
Έτσι η πίστη δυναμώνει και ο πιστός ατενίζει τον ουράνιο κόσμο και συμμετέχει και προγεύεται τα ουράνια αγαθά, τα οποία οφθαλμός δεν είδε, αυτιά δεν άκουσαν και καρδιά ανθρώπινη δεν ένιωσε.
Όταν όμως ο πιστός βρεθεί στον ουρανό τότε θα ολοκληρωθεί η γνώση του και θα γνωρίσει «πρόσωπον προς πρόσωπον» την ουράνια πραγματικότητα, την οποία μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας. Αμήν.



π. Χ.Φ

Κυριακή β΄ Ματθαίου

Ἡ ἡμέρα εἶναι ὄμορφη καί ὁ Κύριος περιπατεῖ στήν ἀκρογιαλιά τῆς θάλασσας τῆς Τιβεριάδος. Βλέπει δυό ψαράδες, πού εἶναι ἀδέλφια, τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί τόν Ἀπόστολο Ἀνδρέα νά ψαρεύουν μέ τό δίχτυ τους. Τούς πλησιάζει, ἐκεῖνοι Τόν κοιτάζουν καί τότε τούς λέει: «Ἀκολουθῆστε μέ καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων».
Καί ἐκεῖνοι, χωρίς κανένα δισταγμό καί χωρίς καμία ἐρώτηση ἀφήνουν τό δίχτυ τους καί Τόν ἀκολουθοῦν.
Προχωροῦν στήν ἀκρογιαλιά καί βλέπουν ἄλλους δυό ψαράδες, ἀδέλφια κι αὐτοί, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη πού μαζί μέ τόν πατέρα τούς ράβουν τά δίχτυα τούς ἐπάνω στό καΐκι τους.
Ὁ Κύριος τους πλησιάζει περισσότερο καί ἐκεῖνοι παραξενεμένοι Τόν κοιτάζουν καί ὅταν Ἐκεῖνος τούς λέει: «ἀκολουθῆστε μέ», ἀφήνουν τόν πατέρα τους, τά δίχτυα καί τό καΐκι τους καί τόν ἀκολουθοῦν. Ὁ Κύριος εἶχε διαλέξει πιά τούς πρώτους Μαθητές Του.
Ἀδελφοί μου,
Ἔτσι ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπῆ μας παρουσίασε τόν Κύριο σέ ἕνα παράδοξο τόπο καί μέ ἕνα παράδοξο τρόπο νά ἐκλέγει ὡς μαθητές Τοῦ παράδοξους ἀνθρώπους.
Τόπος τῆς ἐκλογῆς ἡ ἀκρογιαλιά τῆς Τιβεριάδος, διαλέγει ἁπλοϊκούς καί ἀγράμματους ψαράδες πού ράβουν τά δίχτυά τους καί τούς καλεῖ μέ τήν ἁπλή φράση «δεῦτε ὀπίσω μου» μέ τήν ὑπόσχεση «θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων».
Ἑπομένως μας παρουσίασε ἕνα Θεό παράδοξο καί εἶναι παράδοξος ὁ Θεός γιατί εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ ἀληθινός Θεός εἶναι παράδοξος ἀφοῦ δέν εἶναι Θεός κάποιας ἀνθρώπινης φαντασίας.
Ὅλα εἶναι πραγματικά παράδοξα, ὁ τόπος, οἱ ἄνθρωποι, ὁ τρόπος καί ἡ ὑπόσχεση καί εἶναι παράδοξα γιά τή λογική μας γιατί ὅλα ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ αὐτή πού θέλει ὡς τόπους πνευματικά ἱδρύματα, ἀνθρώπους μέ πτυχία καί τίτλους, συγγράμματα καί ὑπόσχεση μέ ὑψηλή ἀμοιβή.
Τίποτα ὅμως ἀπ’ ὅλα αὐτά. Γιατί ἄραγε ὁ Κύριος διάλεξε ἔτσι ὅπως διάλεξε; Φαίνεται ὅτι ἐκτύπησε κάποιες μυστικές χορδές τῆς ψυχῆς, τίς ὁποῖες μόνον Αὐτός γνωρίζει. Τίς ἐκτύπησε μέ τήν γοητεία τῶν λόγων Του καί τῆς ταπεινῆς ἐμφάνισής Του, γι’ αὐτό καί ἐκεῖνοι ἀρνήθηκαν ὅτι ἀποτελοῦσε μέχρι τή στιγμή ἐκείνη τῆς πρόσκλησης περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους, ὅπως γονεῖς, συγγενεῖς, φίλους, ἐπάγγελμα κ.λ.π.
Μέσα στά μύχια βάθη τῆς ψυχῆς μας ὑπάρχει μία μυστική κοινωνία μαζί Του γι’ αὐτό καί ὅταν κάνει τήν πρόσκλησή Του, ἡ ψυχή μας δέχεται καί ἀκολουθεῖ εἴτε εἶναι θετική εἴτε ἀρνητική ἀπέναντί Του.
Ἀφοσιώνεται σέ Αὐτόν ἀρνούμενη κάθε ἄλλη σχέση καί πολλές φορές ἀκολουθεῖ τό μοναχικό βίο.
Αὐτή ἡ ἄρνηση πρός τόν κόσμο καί αὐτή ἡ ἀφοσίωση γίνεται σέ κάθε ἐποχή γιατί πάντοτε ὁ Κύριός μας προσκαλεῖ μέ αὐτό τό «δεῦτε ὀπίσω μου». Ἔτσι, πάντοτε θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού σάν τούς μαθητές Του θά ἀρνοῦνται τά πάντα καί θά τόν ἀκολουθοῦν. Εἴτε εἶναι νέοι, εἴτε μεγάλοι, εἴτε πλούσιοι, εἴτε φτωχοί, εἴτε μορφωμένοι, εἴτε ἀμόρφωτοι.
Ὅσοι δέν μποροῦν νά καταλάβουν τήν γοητεία πού ἀσκεῖ ὁ Θεός στή ψυχή καί ἔτσι, γιατί ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἀρνοῦνται τά κοσμικά, διαμαρτύρονται καί καταφέρονται δημιουργώντας σταυρούς στούς ἀφοσιωμένους.
Ἀδελφοί μου,
Ἀπό μία Πειραιώτικη οἰκογένεια φεύγει ἡ κόρη καί γίνεται μοναχή. Οἱ συγγενεῖς μέ ἀρχηγό τόν μεγάλο ἀδελφό τῆς  τόν Διονύση γεμάτοι ὀργή τήν ἀναζητοῦν παντοῦ. Παίρνουν τήν πληροφορία ὅτι εἶναι στό Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στή Πάρνηθα.
Ἀποφασισμένοι νά πάρουν τήν ἀδελφή τους πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Δέν τή θέλουν καλόγρια ἀλλά κοντά τους γιά νά χαρεῖ τή ζωή τῆς ὅπως λένε.
Μπαίνουν στήν αὐλή τοῦ μέ ἄγριες διαθέσεις. Σέ ἕνα μικρό μπαλκόνι, βλέπουν ἕνα Γέροντα Ἱερέα ὁ ὁποῖος σηκώνεται ἀπό τό κάθισμά του καί τούς φωνάζει:
«Καλῶς τό Διονύση. Ἐλᾶτε περάστε. Καλῶς ἤλθατε, ἐδῶ ἔχομε τήν ἀδελφή σας».
Ἔκπληκτοι τόν πλησιάζουν καί μένουν ἐμβρόντητοι διότι διαπιστώνουν ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι τελείως τυφλός. Δέν ἤξεραν τί νά ὑποθέσουν. Ζοῦν τό ρίγος ἑνός μυστηρίου. Τυφλός ἄνθρωπος καί βλέπει. Ξέρει ποιοί εἶναι καί γιατί πῆγαν καί φωνάζει μέ τό ὄνομα. Αἰσθάνονται σάν νά ἔχουν ἀπέναντι τούς ἕνα προφήτη.
Τό ἀποτέλεσμα. Ὄχι μόνον δέν ἐνόχλησαν τήν ἀδελφή τους καί δέν ἐδημιούργησαν ἐπεισόδιο ἀλλά καί ἀπό ἄσπονδοι ἐχθροί του μοναχικοῦ βίου ἔγιναν ὑμνητές του. Στήν γειτονιά τούς ὅλοι συζητοῦσαν τήν ἀνέλπιστη μεταστροφή τους καί ἔτριβαν τά μάτια τους γιά τά παράδοξα πού ἔβλεπαν.
Ἀδελφοί μου,
Ναί! Παράδοξος καί ἀκατανόητος ἀπό τή λογική μας εἶναι ὁ Θεός μας. Παράδοξες καί ἀκατανόητες εἶναι καί οἱ ἀποφάσεις Του, γιατί αὐτό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ποτέ δέν πρέπει νά κρίνουμε τίς ἀποφάσεις Του.
«Εἴμαστε ἀμαθεῖς» μας λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Θά πρέπει ὅμως νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι οἱ ἀποφάσεις Τοῦ εὐεργετοῦν τίς ψυχές μας, γιατί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός του, νά ὠφελήσει καί νά εὐεργετήσει γιά νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία Του καί νά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά Του.
Ο Θεός να εἶναι  μαζί σας.
εκ της Ιεράς Μητρο΄πόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...