Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουλίου 05, 2011

" Η εξατομίκευση του θανάτου και η ευθανασία: Αναζητώντας το θεολογικό μίτο"

  π. Νικολάου Λουδοβίκου
Λέκτορα Ορθοδόξου Ινστιτούτου, Cambridge University
Καθηγ. Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Θεσ/κης



Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, Χριστός Ανέστη! Παρ' ότι είμαι τελευταίος στη μακρά ομήγυρη των εκλεκτών ομιλητών θα τολμήσω να μεταβάλω το πλαίσιο, λίγο, για να μπορέσουμε να προβληματιστούμε πάνω στο θέμα μας ακόμη καλύτερα.
Σκεφτόμουνα έντονα αυτές τις λίγες μέρες που μπόρεσα να ασχοληθώ με το ζήτημα, το γιατί να είναι τόσο δύσκολο να συνεννοηθούμε, εννοώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πάνω σε ένα θέμα το οποίο φαινομενικά φαίνεται πολύ εύκολο και αυτονόητο. Χριστιανοί είμαστε, στις καταβολές του πολιτισμού μας (όχι, για παράδειγμα, Γνωστικοί, οπότε η Δημιουργία θα ήταν κακή στη φύση της) η ανθρώπινη ζωή είναι έτσι δώρο Θεού, άρα δεν αφαιρείται ουδέποτε με κανένα πρόσχημα. Γιατί το πρόβλημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο; Και οι νομοθεσίες, όπως μαθαίνουμε, και θα γίνουν πιθανώς και άλλες και πιθανώς θα έρθουν και σε εμάς, δεν φαίνεται να αγνοούν πως αυτού του είδους τα διλήμματα προκαλούν συγκρούσεις. Όμως, γιατί άραγε να μην είναι πράγματι αυτονόητο αυτό το τόσο φαινομενικά αυτονόητο θέμα; Αυτό με απασχόλησε και ίσως σε αυτό μπορώ να καταθέσω μια συμβολή· στο να δούμε δηλαδή γιατί δεν είναι τόσο αυτονόητο το ζήτημα της ευθανασίας. Αν μπορούσα, λοιπόν, να απαντήσω μονολεκτικά στο ερώτημα αυτό, θα απαντούσα ως εξής: Προέρχεται το γεγονός αυτής της αντίφασης από το ότι η σύγχρονη mentalité, η σύγχρονη νοοτροπία, έχει διαμορφωθεί από χριστιανικές αλήθειες, όπως έλεγε ο Chesterton, "που τρελάθηκαν". Και έτσι με τον τρόπο αυτό έχουμε αντικρουόμενες γνώμες μέσα σε μια και την αυτή χριστιανική μήτρα. Είναι παράξενο αυτό. Και αυτό είναι που κάνει τη συνεννόηση ακριβώς δύσκολη.

Θα προσπαθήσω να το δείξω αυτό κατ' αρχήν σε ένα φιλοσοφικό και θεολογικό ταυτόχρονα πλαίσιο, μιλώντας για ένα θέμα το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, νομίζω, εξατομίκευση του θανάτου στη Δύση και στη σύγχρονη κοινωνία. Η εξατομίκευση του θανάτου είναι ένα φαινόμενο το οποίο στη χριστιανική Δύση αρχίζει νομίζω από την Αναγέννηση και μετά και μάλιστα από το 15ο-16ο αιώνα. Προηγουμένως υπάρχει ένας κοινοτικός θάνατος. Ο θάνατος συμβαίνει μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, στην ενορία, κατ' αρχήν, στη γειτονιά και στην οικογένεια του νεκρού στη συνέχεια, εκτίθεται ο νεκρός, είναι δημόσιος ο θάνατος, δεν κρύβεται, το μυστήριο του θανάτου είναι αντικείμενο μυήσεως για τους νέους, για τα παιδιά, απ' τα παιδικά τους ακόμα χρόνια, δεν υπάρχει κανένα ταμπού δηλαδή για το θάνατο. Και διατηρεί ο θάνατος έτσι αυτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τα οποία είχε και στην πρώιμη θα λέγαμε Μεσαιωνική περίοδο.

Φυσικά, δεν ξέρω αν πρέπει να αναφέρω κάτι περισσότερο για το μακάριο θάνατο της Αρχαιότητας, όπως είναι γνωστός απ' την πλατωνική παράδοση. Αναφέρθηκε ήδη νομίζω αυτό. Είδαμε το Σωκράτη να πεθαίνει μακαρίως στο Φαίδωνα του Πλάτωνα, να ετοιμάζεται να προσφέρει μάλιστα και θυσία στον Ασκληπιό, γιατί ο θάνατος φαίνεται να πραγματώνει εδώ έργο της φιλοσοφίας. Επομένως, λέγει ο Σωκράτης, αγωνιζόμουν μια ζωή για να πεθάνω, έφτασε η ώρα να πεθάνω και πρέπει να χαίρομαι. Ήρθε η ώρα της φιλοσοφίας, η ώρα της εκπληρώσεως της φιλοσοφίας. Στο νεοπλατωνισμό θα ακολουθήσει αυτού του είδους η, θα το έλεγα, "θανατοφιλία". Όχι τόσο στον Πλωτίνο ίσως, γιατί ο Πλωτίνος δίνει μεγάλη σημασία και στη θέα του Ενός ήδη στη ζωή αυτή, αλλά στον Πορφύριο, το μαθητή του Πλωτίνου, ο οποίος μας έκανε να πιστεύουμε ότι όλος ο νεοπλατωνισμός είναι μια μακάρια "θανατοφιλία" σε μεγάλο βαθμό. Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο Μεσαίωνα. Ο θάνατος είπαμε είναι δημόσιος, κοινός κ.λ.π. και φτάνει κάποια στιγμή ο 15ος-16ος αιώνας όπου έχουμε την πρώτη φάση της εξατομίκευσης του θανάτου. Είναι πέντε αυτές οι φάσεις, όπως τις έχω εγώ, τουλάχιστον κατατάξει.

Η πρώτη φάση λοιπόν είναι η φάση του ανθρωπισμού. Δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος αιώνας και βλέπουμε εκεί (θα έπρεπε να είχα λογοτεχνικά κείμενα να σας διαβάσω, τα οποία θα επιμήκυναν φοβερά, όμως, την εισήγηση αυτή) πως ο θάνατος είναι για πρώτη φορά όχι απλώς ένα φυσιολογικό γεγονός, πνευματικά φυσιολογικό, αλλά είναι και μια οδύνη πολύ προσωπική, η οδύνη της απόλυτης φθοράς. Χάνεται η απτή ομορφιά, χάνεται η μοναδικά πραγματική γήινη ύπαρξή μου. Το γεγονός αυτό προξενεί μια βαθύτατη λυρική ατομική οδύνη, μαζί με τα νεκρώσιμα, συλλογικά ξενυχτίσματα, τα οποία βεβαίως συνεχίζονται: Τα δείπνα, η μεταθανάτια συμφιλίωση, οι οικιακές νεκρώσιμες τελετές, όπως τις ονόμασαν οι κοινωνιολόγοι.

Η αποφασιστική τροπή που θα πάρει, ωστόσο, η εξατομίκευση του θανάτου, νομίζω είναι στο 18ο αιώνα με το Διαφωτισμό. Με το Διαφωτισμό έχουμε, νομίζω για πρώτη φορά, μια αντίθεση ριζική προς το θάνατο και προς την τρομοκρατία του (συνήθως εκκλησιαστικού) λόγου περί του θανάτου. Ας μην ξεχνούμε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ασκεί ένα είδος τρομοκρατίας στο θέμα αυτό, τρομοκρατίας λόγω της θεολογίας της, μια θεολογία η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι δικανική θεολογία. Είναι μια θεολογία ενοχική. Επομένως, ο θάνατος είναι και η παράσταση προ του Κριτού και μάλιστα με έναν τρόπο ο οποίος στο συλλογικό υποσυνείδητο δρα τρομοκρατικά. Έχουμε μια επίθεση ιατρική κατά του θανάτου για πρώτη φορά, με τα ασθενή μέσα της εποχής, στο δέκατο-έβδομο αιώνα με ιδεολογικό, επίσης, περιεχόμενο για πρώτη φορά. Ο θάνατος πλέον σοκάρει, είναι ανυπόφορος, πρέπει, αν θέλετε, να τον ορθολογικοποιήσουμε. Η ορθολογικοποίηση του θανάτου είναι ένα πνευματικό φαινόμενο τελικά που δρα αρνητικά κατά του μυστικισμού του θανάτου ο οποίος στο Μεσαίωνα δεν είναι πάντοτε υγιής αλλά είναι και πολύ άρρωστος πολλές φορές. Να θυμηθούμε τώρα τα περί μαγείας, τα περί ξωτικών, τα περί θρύλων; Όλοι οι θρύλοι και όλη αυτή η κουλτούρα η μυθική του θανάτου είναι κάτι που ο διαφωτιστής χρειάζεται να το απωθήσει, για να βρει τον ατομικό του θάνατο.

Την ίδια εποχή και λίγο νωρίτερα γεννιέται το λεγόμενο αποσυνδεδεμένο "εγώ" με τον Ντεκάρτ, τον Λοκ και τον Καντ. Πρόκειται για το αποσυνδεδεμένο υποκείμενο, detached self το ονόμασαν οι Άγγλοι ιστορικοί της φιλοσοφίας, το καθαρό πνευματικό, ψυχικό "εγώ" το οποίο εξαίρεται από παραδόσεις, από θρησκείες, από το ίδιο το σώμα και τα κρύβει όλα αυτά από την ομάδα, ζει υποκειμενικά ολόκληρο το "είναι". Όσοι έχουν διαβάσει Καρτέσιο ξέρουν τη νοοτροπία του. Η αλήθεια δεν είναι πλέον η μετοχή στην έξω μου αλήθεια του Θεού και του κόσμου, αλλά η αλήθεια είναι ό,τι σκέπτομαι εγώ ο ίδιος, η αλήθεια είναι δεδομένο του νου, δεν είναι κάτι στο οποίο μετέχω υπαρξιακά αλλά κάτι το οποίο παράγω νοητικά. Πολύ περισσότερο προχωρούμε με τον Τζον Λοκ ο οποίος μιλά για ένα υποκείμενο αποσυνδεδεμένο επίσης από την κοινότητα και τις παραδόσεις της, στο οποίο ανήκει η ιστορία. Μεγάλος ιστορικός δυναμισμός απελευθερώνεται έτσι και φυσικά προκαλείται τώρα και ένας νέος προσδιορισμός του θανάτου. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο υποκείμενο να πεθαίνει μέσα στην κοινότητα. Είναι ένα υποκείμενο που πεθαίνει όπως θέλει και κυρίως μόνο του. Ναι μεν στον Καντ, δεν υπάρχει πράγματι η λέξη ευθανασία, αλλά υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ελεύθερη ηθική βούληση, η οποία δρα σαν να μην υπήρχε τίποτα πριν απ' αυτήν. Δηλαδή, σαν να μην υπάρχει η ομάδα, η κοινότητα, η οποία προσδιορίζει την απόφασή μου. Η απόφαση και η αλήθεια κρίνεται μόνο από το ότι εγώ ο ίδιος τη βρίσκω αληθινή και σωστή, την ηθική μου δηλαδή αυτόνομη στάση. Θα ξαναγυρίσω σ' αυτό. Πρόκειται πάντως για τη γέννηση του υποκειμένου στην νεώτερη περίοδο, κατεξοχήν στο 18ο αιώνα ή και λίγο πριν.

Στη συνέχεια έχουμε το Ρομαντικό θάνατο, την τρίτη φάση της εξατομίκευσης του θανάτου. Ας θυμηθούμε τον Σατοβριάνδο, τον Μπαϊρον, τον Γκαίτε, τον Χεντερλίν. Τραγικός και σαγηνευτικός μαζί, ο μυθικός αυτός θάνατος για όσους έχουν διαβάσει τη λογοτεχνία, και την ελληνική ακόμα (θυμάστε κάτι Κλέωνες Παράσχους, οι οποίοι ηδονίζονταν να σκέφτονται νεκρή την αγαπημένη τους, γιατί τότε ήταν η μεγάλη της ομορφιά, τότε που ήταν απολύτως ανυπεράσπιστη και παραδομένη στο πεπρωμένο της μ'έναν τρόπο). Πρόκειται για τη ρομαντική φάση εξατομίκευσης του θανάτου.

Υπάρχει, επίσης, μια τέταρτη φάση εξατομίκευσης του θανάτου, είναι πιο κοντινή μας πια, θα έλεγα είμαστε στον 20ο αιώνα πλέον και είναι η υπαρξικοποίηση του θανάτου. Εδώ μπαίνει στη μέση όλη η μεγάλη φιλοσοφία του υπαρξισμού η οποία όπως και όλα όσα είπαμε προηγουμένως έχει ένα χαρακτηριστικό πολύ σημαντικό στο οποίο θέλω να επιστήσω την προσοχή σας: Είναι ένα χριστιανικό ανάβλυσμα. Εμείς οι θεολόγοι πάρα πολύ εύκολα σήμερα μιλούμε για το άτομο ή το πρόσωπο, διακρίνοντάς τα και καταδικάζοντας το πρώτο για χάρη του δεύτερου. Είναι κάτι που ξεκίνησε κάποια στιγμή και εγκαθιδρύθηκε έκτοτε σχεδόν σαν αυτονόητο. Μα το άτομο είναι κατεξοχήν θα έλεγα χριστιανικό γεγονός. Η εξατομίκευση για την οποία μιλάμε και για την οποία έχουμε σήμερα εύκολες κατάρες είναι κατεξοχήν χριστιανική. Η εξατομίκευση για την οποία σας μιλώ τώρα δεν είναι ένα γεγονός το οποίο παρήχθη απ' την αρχαία φιλοσοφία, ούτε ένα γεγονός το οποίο προήλθε από την ασιατική Ανατολή. Δεν θα βρείτε πουθενά, παρ' ότι θα βρείτε ίχνη εδώ κι εκεί, αυτό το "εγώ" ει μη μόνο στη χριστιανική παράδοση. Τόσο τη δυτική, ξέρετε όλοι για τον Αυγουστίνο, όπου κατεξοχήν, παρέλειψα να το πω, διότι θα μας πήγαινε και θα μας πάει μακριά, γεννιέται το πνευματικό αυτό "εγώ", το άτομο, το πλάσμα αυτό που κοιτάει μέσα του, ενδοσκοπείται, αυτογνωρίζεται, αυτοδιατίθεται όπως θέλει, έχει ένα ασυνείδητο, όπως θα μάθουμε αρκετά αργότερα, έχει μια ενδοχώρα, έχει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα του ιδεών και πραγμάτων, είναι αυτόνομο και είναι και "πνευματικό" επιπλέον, δηλαδή, δεν ταυτίζεται με το σώμα του απλώς είναι μια αυτοσυνείδηση, είναι δηλαδή, ένας ολόκληρος ελεύθερος κόσμος. Χριστιανικό το άτομο λοιπόν. Και στην Ανατολή θα δούμε τα σπέρματα της έννοιας του εαυτού, ήδη στους απολογητές πατέρες, της ψυχοσωματικής υπάρξεως, δηλαδή, στην πληρότητά της. Το "εγώ ειμί" έχει βιβλικές τελικά ρίζες. "Εγώ ειμί" λέει ο Θεός, "εγώ ειμί" απαντά ο άνθρωπος. Λοιπόν, η εξατομίκευση, λοιπόν, αυτή έχει χριστιανικές ρίζες. Ας το κρατήσουμε αυτό, γιατί είναι πολύ σημαντικό.

Φτάνουμε λοιπόν στην υπαρξικοποίηση του θανάτου. Είμαστε τώρα στην τέταρτη φάση. Θα ανέφερα πρώτα τον Μαξ Σέλερ, τον πολύ σημαντικό αυτό φιλόσοφο, ο οποίος μιλάει για μια ενορατική σύλληψη του θανάτου. Δεν είναι ο θάνατος, λέει, ένα γεγονός το οποίο το πληροφορούμαι αλλά υπάρχει μέσα μου κυρίως ενορατικά. Ακόμα και σε ένα νησί να βρεθώ, μόνος κι έρημος, θα διαπιστώσω μετά από λίγο ότι ο θάνατος με αφορά προσωπικά. Έχει προηγηθεί βεβαίως ο Κίρκεγκωρ. Υποφέροντας για τον τελειωμό της η ανθρώπινη ύπαρξη βεβαιώνεται για τον εαυτό της. Πεθαίνω άρα υπάρχω. Είναι ο προσωπικός μου θάνατος ο οποίος μου ανήκει και μου προσφέρεται ως δώρο εξατομικεύσεως. Επειδή πεθαίνω μόνος, εξατομικεύομαι ως ύπαρξη. Είναι αυτή η υπαρξικοποίηση του θανάτου ακριβώς. Ο Χάιντεγκερ, θα έλεγα εγώ, είναι η κορυφή αυτής της προοπτικής. Ο άνθρωπος είναι ένα "είναι προς θάνατον", πρόκειται να πεθάνει και είναι μια αυθεντική ύπαρξη μόνον όταν σκέφτεται ότι θα πεθάνει. Όλα τα πράγματα αυτά λοιπόν, σας είπα, έχουν θεολογικές ρίζες και είναι αυτό που θέλω γενικά να δείξω, τις θεολογικές ρίζες αυτών των πραγμάτων.

Να μην ξεχάσω να αναφέρω τον Σαρτρ, επειδή ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως και ο οποίος επέκρινε τον Χάιντεγκερ στο σημείο αυτό για μια ιδεαλιστικοποίηση του θανάτου. Δηλαδή, λέγει ο Χάιντεγκερ πως με έναν αυθεντικό θάνατο είμαι κι εγώ αυθεντικός. Κάθε αφορμή αυθεντικού θανάτου με τον τρόπο αυτό καθαγιάζεται, αντιλέγει ο Σαρτρ, επειδή προμηθεύει ευκαιρίες δήθεν να γίνω εγώ αυθεντικός ως ύπαρξη. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν καθαγιάζεται όλη η βία και όλη η κουλτούρα του θανάτου στην Ευρώπη; Ο θάνατος, λέει ο Σαρτρ, ο "άθεος" Σαρτρ, είναι ελεεινός, πρόστυχος και απαράδεκτος: Πρόκειται για μια χριστιανικής προέλευσης θέση, από έναν άθεο. Δεν ξέρω, αν σας δίνω να καταλάβετε ακριβώς αυτό το οποίο θέλω να σας δείξω. Άθεος είναι υποτίθεται ο Σαρτρ, εκφράζει, όμως, μια χριστιανική εκδοχή του θανάτου επίσης. Όπως, επίσης, ο Χάιντεγκερ, ο οποίος είναι και δεν είναι άθεος, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει μια "χριστιανική" επίσης άποψη την οποία ακούσαμε από εκλεκτούς ομιλητές προηγουμένως, ότι ο θάνατος δηλαδή είναι μέρος της ζωής. Ότι ο άνθρωπος είναι επίσης αυθεντικός μέσω του θανάτου. Ακριβώς η αντίθετη δηλαδή άποψη παρά το ότι είναι και οι δύο χριστιανικές στην προέλευσή τους. Για τον Σέλερ ο οποίος είναι χριστιανός στην αρχή και στα τέλη της ζωής του άθεος, ο θάνατος είναι περιεχόμενο της συνείδησης. Όπως είδαμε υπάρχει μια, θα λέγαμε, "κατάσταση θανάτου" η οποία είναι δεδομένη ασχέτως του βιολογικού θανάτου. Καθαρά βιβλικό κι αυτό. Βλέπουμε λοιπόν αντικρουόμενες απόψεις με βιβλική όμως προέλευση.

Και περνάμε, βέβαια, στην πέμπτη φάση (την οποία εγώ θα την ονόμαζα ουσιαστικά τέλος αλλά και κορύφωση της εξατομίκευσης του θανάτου) που είναι η άρνηση του θανάτου. Ο θάνατος γίνεται ταμπού. Είναι η πλήρης εκκοσμίκευση του θανάτου. Ο θάνατος είναι, θα λέγαμε, απλώς και μόνο κάτι το οποίο επιδιώκω να αποφύγω, μη μιλώντας ίσως καν γι' αυτόν. Όλοι αυτοί οι τρόποι του θανάτου που περιγράψαμε σε πέντε φάσεις ενεργούνται βαθμιαίως μέσα σε μια κοινωνία την οποία ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, ο Νόρμπερτ Ελάιας, ονομάζει κοινότητα των "χωρίς εμείς εγώ". Είναι ένας τρόπος θανάτου μέσα σε μια κοινότητα η οποία έχει μεν θεσμούς χάνει όμως σιγά-σιγά την υπαρξιακή κοινωνικότητα. (Μακροπρόθεσμα άλλωστε θα λέγαμε ότι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πρόβλημα της Δύσης στο κοινωνικό επίπεδο. Το ότι δηλαδή οι κοινότητες ενώ είναι και οφείλουν να είναι και υπάρχει ειδική μέριμνα να είναι θεσμικά κατοχυρωμένες, υπαρξιακά μένουν μετέωρες). Έτσι, πώς τα εξατομικευμένα "εγώ" ενώνονται μεταξύ τους; Με το κοινωνικό συμβόλαιο γίνεται η σύνδεση αυτή και λειτουργεί η κοινότητα έτσι σε ένα θεσμικό κυρίως επίπεδο αλλά υπαρξιακά επικρατεί χάος. Σε αντίθεση με τη βυζαντινή κοινωνία, για παράδειγμα, η οποία παρά το ότι έχει θεσμικά προβλήματα δημιουργεί τρόπους ανορθολογικούς, (εξαιτίας ίσως των οποίων και κατέρρευσε) υπαρξιακών σχέσεων των υποκειμένων και όχι θεσμικών. Αυτού του είδους η προτίμηση απ' τη μια πλευρά, στη Δύση, της θεσμικής μορφής της κοινωνικότητας, ενώ απ' την άλλη στην Ανατολή της, θα έλεγα, υπαρξιακής μορφής, κατά τη γνώμη μου μπορεί να είναι αποφασιστική, στηρίζεται δε στον τρόπο με τον οποίο κατενόησαν στη Δύση και την Ανατολή την Τριαδολογία.

Ειδικά στον Αυγουστίνο μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται η ενότητα του Θεού διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η ενότητα του Θεού στους Καππαδόκες και στην ανατολική παράδοση. Περιληπτικά θα πω ότι στον Αυγουστίνο βλέπουμε να επιχειρείται μια ταύτιση ουσίας και βουλήσεως του Θεού, οπότε η ενότητα είναι κάτι στο οποίο ο Θεός τείνει με έναν τρόπο. Αυτό δίνει ένα σκοπό στη Θεία ύπαρξη, το να είναι ενωμένος ο Θεός. Στους Καππαδόκες, το ομοούσιο είναι διακοινωνία ή περιχώρηση ελευθερίας. Δεν υπάρχει κάτι το οποίο να μεσολαβεί μεταξύ του σκοπού και της πραγματώσεως της κοινωνίας. Δεν θέλω να επιμείνω σε αυτό. Στη μια περίπτωση μετά από πολλήν εξέλιξη, σε κοινωνικό επίπεδο, παράγεται θεσμική κοινωνικότητα αλλά έλλειμμα υπαρξιακής, ενώ στην άλλη έχουμε υπαρξιακή κοινωνικότητα αλλά έλλειμμα θεσμικότητας. Λοιπόν, εκείνο που θέλω απλά να πω είναι ότι η υπαρξικοποίηση του θανάτου είναι θάνατος απομονωμένων "εγώ" και είναι ένας μη διαλογικός θάνατος, να το πω έτσι. Ένας θάνατος ο οποίος δεν διαλέγεται πλέον. Ο άνθρωπος δε διαλέγεται μόνο με τη ζωή του αλλά και με το θάνατό του, ως γεγονός της ζωής. Ένας λοιπόν μη διαλογικός θάνατος.

Στην τελευταία φάση αυτής της εξατομικεύσεως του θανάτου, την άρνηση του θανάτου, απομένει μόνο μια πλέον χριστιανική ιδέα. Ποια είναι η ιδέα αυτή; Η ιδέα της τυφλής παράτασης της ζωής. Μάθαμε δηλαδή από τη βιβλική παράδοση ότι συναντούμε το Θεό όχι μόνο διανοητικά αλλά στην κυριολεξία ψυχοσωματικά. Αυτό το γεγονός δίνει μια αξία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης στην ψυχοβιολογική ζωή καθαυτή. Διότι λόγω της ενσάρκωσης, βαφτίζομαι ψυχοσωματικά, χρίομαι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Πνεύματος με αγιασμένο έλαιο και κοινωνώ τί; Σώματος και αίματος Χριστού, όχι ιδεών του Χριστού. Δεν κοινωνώ εξωτερικά της βουλήσεως του Χριστού, δεν κοινωνώ των συναισθημάτων του Χριστού, δεν κοινωνώ των προτροπών και των εντολών του Χριστού αλλά κοινωνώ καταρχήν σώματος και αίματος του Χριστού. Κοινωνώ μετά του Χριστού συνεπώς ψυχοσωματικά. Σε χριστιανικό, επομένως, καθαρά πλαίσιο έχει σημασία μεγάλη το γεγονός ότι ζω ψυχοσωματικά την πληρότητα του "είναι" μου, μπορώ δηλαδή να τη ζήσω ψυχοσωματικά. Δεν χρειάζεται να δραπετεύσω όπως ο Πλωτίνος από το σώμα μου και να φτάσω στην έκσταση, στην έξοδο από τα συναισθήματα και από το σώμα για να βρω την αλήθεια. Τη ζω ψυχοσωματικά. Βαφτίζομαι στο νερό, κοινωνώ του Θεού ψυχοσωματικά. Τώρα, ας επιστρέψουμε στην προοπτική που συζητούμε της εξατομικεύσεως του θανάτου. Τί συμβαίνει; Θα λέγαμε πως, ως συνέπεια των παραπάνω θέσεων, ακόμα και μετά την εκκοσμίκευσή τους, θεωρείται αυτονότητο, ακόμη και χωρίς πλέον αναφορά στο Θεό, να έχει αξία η ψυχοσωματική ζωή καθαυτή. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πριν από 2.000 χρόνια ότι η ανθρώπινη ζωή, η ψυχοβιολογική ζωή καθαυτή, έχει σημασία να παρατείνεται. Έχουμε, όμως στα νεότερα χρόνια μια, ανεξαρτήτως ενεργού σχέσεως με την Εκκλησία, χριστιανικής προέλευσης εκκοσμικευμένη πίστη στην παράταση της ανθρώπινης ζωής ψυχοβιολογικά, η οποία γίνεται αυτονόητος αυτοσκοπός και σας είπα ότι είναι κι αυτό μια χριστιανική αλήθεια που τρελλάθηκε όπως και η εξατομίκευση, είναι μια χριστιανική αλήθεια που διαστρεβλώθηκε.

Τί είναι λοιπόν η ευθανασία; Με τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε η ευθανασία είναι η φοβερή υποψία, χριστιανικής, επίσης, και αυτή καταγωγής, ότι αυτή η ψυχοσωματική επιβίωση, αν είναι χωρίς νόημα, ακριβώς επειδή δεν είναι ψυχοσωματικά πλήρης και ακέραιη, μπορεί και να τελειώσει. Δεν έχει νόημα να συνεχίζεται επ' άπειρον. Καταλάβατε τί λέω; Είναι χριστιανική η ευθανασία και είναι χριστιανικό και το αντίθετό της. Και γι' αυτό ακριβώς δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε οι Ευρωπαίοι μεταξύ μας, σε επίπεδο νομοθεσίας κυρίως αλλά και σε υπαρξιακό επίπεδο. Η ευθανασία προέρχεται από μια εκκοσμικευμένη χριστιανική υποψία πως μια λειψή ζωή χωρίς νόημα, μια ανάπηρη επιβίωση που είναι αυτοσκοπός μπορεί και να διακοπεί, μπορεί και να τελειώσει. Και είπα υποψία, γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό να το τονίσουμε. Δηλαδή, θέλω να πω ότι μπορεί μεν να υπάρξει μια καθαρά άθεη, δηλαδή εκκοσμικευμένα χριστιανική, υποστήριξη της ευθανασίας, μπορεί, όμως, εδώ είναι το σημαντικό, χωρίς να αντιστρέψουμε τίποτα ουσιαστικά, να έχουμε και μιαν άθεη, δηλαδή εκκοσμικευμένα χριστιανική, υποστήριξη της μη ευθανασίας. Και οι δυο δηλαδή αντιπαρατιθέμενοι προς την ευθανασία μπορούν να είναι άθεοι. Απλώς ο ένας ζη την εκκοσμικευμένη του εξατομίκευση του θανάτου, με τη χριστιανικής προέλευσης πίστη στη δυνατότητα αέναης παράτασης της ψυχοσωματικής ζωής καθαυτής, ενώ ο άλλος ζη την ίδια εξατομίκευση, με τη χριστιανικής επίσης προέλευσης πίστη πως μια ψυχοσωματική επιβίωση που δεν δύναται να εξασφαλίσει την πληρότητα της ανθρώπινης φύσεως μπορεί, για λόγους που αφορούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (ακόμη μια χριστιανική ιδέα αυτή!) να διακόπτεται. Κι έτσι μπορεί η υποστήριξη της ευθανασίας να είναι η αποθέωση της εξατομίκευσης αλλά και η υποστήριξη της μη ευθανασίας να είναι πάλι η αποθέωση αυτού του εξατομικευμένου θανάτου που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, που δεν επικοινωνεί με την κοινότητα, που δεν επικοινωνεί με τον άλλο άνθρωπο και που δεν επικοινωνεί με το Θεό.

Ας έρθουμε, τώρα, λίγο στην πατερική έννοια του θανάτου. Ποια είναι η χριστιανική έννοια του θανάτου, η πατερική έννοια του θανάτου; Νομίζω ότι στην πατερική έννοια του θανάτου, ο θάνατος είναι ένα πνευματικό γεγονός κατ' αρχήν και στη συνέχεια ψυχοβιολογικό. Είναι ένα πνευματικό μόρφωμα. Εγώ το λέω "θανατικότητα" αυτό το πράγμα. Είναι δηλαδή μια κατάσταση πνευματικής αυτονόμησης σε μεγάλο βαθμό, η οποία έχει μέσα της τα σπέρματα ακριβώς της οντολογικής καταστροφής και εκδηλώνεται και ψυχοβιολογικά. Αντίθετα, αίρεται πάλι πνευματικά. Όσες φορές στοχαζόμαστε το γεγονός του θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού δεν πρέπει να το σκεφτόμαστε αυτονόητα ως ένα γεγονός μιας μαγικής εγέρσεως, η οποία γίνεται, μόνο και μόνο γιατί ο τεθνηκώς έτυχε να είναι ο Υιός του Θεού. Όχι, δεν γίνεται έτσι η έγερση του Χριστού. Η έγερση του Χριστού γίνεται με πνευματικό πρώτα τρόπο. Ο Χριστός μας διδάσκει έναν τρόπο ζωής ο οποίος καταλύει τη θανατικότητα και στη συνέχεια ανίσταται δικαίως, διότι βαδίζει και ως άνθρωπος πλέον, όπως και ως Θεός, στο δρόμο της άρσης της θανατικότητας, δηλαδή το δρόμο της συν-χωρήσεως, το δρόμο της περιχωρήσεως, στο δρόμο του Ομοουσίου. Περιχωρεί δηλαδή όλα τα όντα μέσα του και, με τον τρόπο αυτό, αρνούμενος να βγάλει οποιονδήποτε έξω του μέχρι την ώρα του θανάτου, γίνεται ο Θεός και σαν άνθρωπος πλέον, πως να το πω, τόπος όλης της κτίσεως και διδάσκει έναν αναστάσιμο τρόπο ζωής, ο οποίος βέβαια στη συνέχεια, δικαιούται να αναστηθεί και δικαίως ανίσταται. Έτσι, με τον τρόπο αυτό μας γλιτώνει, θα έλεγα, ο Χριστός μια για πάντα από την μεταφυσικοποίηση του θανάτου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί συνδέεται μια ολόκληρη έννοια της ψυχής με το θέμα αυτό, δεν θα μπούμε όμως στο ζήτημα. Μας γλιτώνει από το να είναι ο θάνατος για μας ένα απόλυτο γεγονός, ένα εντελώς απόλυτο γεγονός, ένας γεγονός το οποίο είναι ο Καιάδας των προσώπων. Ο θάνατος για μας είναι ένα μόνον ψυχοβιολογικό τώρα πλέον γεγονός. Είναι κοίμηση. Δεν είναι ο θάνατος το τέλος, είναι κοίμηση. Είναι κοίμηση, ακριβώς διότι μπορεί πνευματικά να υπερβούμε το θάνατο. Αυτό το πράγμα έχει μεταξύ άλλων δύο σημαντικές συνέπειες και πλησιάζουμε ήδη έτσι στο τέλος της εισήγησης αυτής.

Το πρώτο είναι, όπως είπαμε, ότι η ψυχοβιολογική, η ψυχοσωματική ζωή έχει αξία και αξίζει να παρατείνεται, μόνον όμως διότι αποτελεί τρόπο κοινωνίας ψυχοσωματικής τώρα πια μετά του Θεού. Το δεύτερο είναι ότι ο ψυχοβιολογικός θάνατος δεν είναι απόλυτο γεγονός, οντολογικά και μεταφυσικά απόλυτο, αλλά παρόλον ότι συνιστά πρόσκαιρη καταστροφή του ανθρώπινου υποκειμένου "ουδείς δύναται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού" και αποτελεί έτσι ο θάνατος απλώς ένα επεισόδιο βαθύτερης κοινωνίας μετά του Θεού εν Πνεύματι. Αυτό ακριβώς βέβαια υπηρετεί και η χριστιανική κατανόηση της έννοιας της ψυχής. Δεν είναι μια μεταφυσική ψυχή ως η ουσία του ανθρώπου, αλλά είναι ένα ίχνος του ανθρώπου, το οποίο προσφέρεται για την επανασύνδεση του με το σώμα, ως σταθερό εκμαγείο του, στη Βασιλεία, στα έσχατα.

Τί θα λέγαμε για να φτάσουμε σε μια πρόχειρη συμπερασματική κατάληξη, για να μην προχωρήσω περισσότερο στην κατάχρηση του χρόνου; Θα έλεγα το εξής: Ότι το ίδιο το πρόβλημα της ευθανασίας είναι ένα χριστιανικό πρόβλημα, είναι το πρόβλημα της οντολογικής αξίας της ψυχοσωματικής αυτής ζωής, αλλά και της πληρότητας και του νοήματός της. Είναι ταυτόχρονα η εκδίκηση της εκκοσμικεύσεως την οποία εμείς οι ίδιοι, ο δυτικός κόσμος, έχουμε προχωρήσει σε ένα πολύ σημαντικό σημείο. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το πρόβλημα της ευθανασίας, είναι πάρα πολύ δύσκολο συλλογικά να υπάρξει κάποια συναίνεση. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα βρίσκουν ανόητη τη συνέχιση της ζωής, αξιώνοντας έναν "αξιοπρεπή θάνατο", όταν η χριστιανική και εκκοσμικευμένα καταφασκόμενη ψυχοσωματική ζωή τους χάσει την πληρότητα και το "νόημά" της. Ιδεολογικά είναι αδύνατον να τους πείσουμε για το αντίθετο. Μόνον, θα έλεγα, μια αυθεντική επαναβίωση της αποκαλύψεως θα μπορούσε να προσφέρει νέους ορίζοντες, αλλά αυτοί οι νέοι ορίζοντες δεν νομίζω ότι είναι τόσο πολύ προβλέψιμοι όσο νομίζουμε. Δεν είναι πάρα πολύ προβλέψιμοι, γιατί; Γιατί ακριβώς η πτώση μας επιβάλλει, σας είπα, λύσεις τέτοιες οι οποίες είναι προφανώς λογικές εδώ κι εκεί, αλλά πνευματικά δεν είναι πάντα οι καλύτερες. Είχα στενή σχέση με τον πατέρα Παΐσιο και έζησα το θάνατό του. Συγνώμη που το λέω αυτό, αλλά το λέω για την ωφέλειά μου.

Ο πατήρ Παΐσιος, λοιπόν, όταν έφτασε στο τέλος της ζωής του και ζούσε στο μοναστήρι της Σουρωτής, κάποια στιγμή εδέχθη την επίσκεψη ενός άλλου μεγάλου αγιορείτου γέροντος ο οποίος ζει ακόμα, δεν θα το πω το όνομά του και ο οποίος τον ρώτησε "γέροντα πώς είσαι;". "Είμαι καλά πολύ καλά". "Γέροντα πεθαίνεις. Πώς το βλέπεις αυτό;" "Μου έρχεται", απαντά εκείνος, "να σηκωθώ και να χορέψω ένα τσάμικο". Για το ότι πεθαίνει. Φυσικά, αυτό το πράγμα που λέω δεν αποτελεί δικαιολόγηση της ευθανασίας, δεν χρειάζεται καν να το πω. Σκεφτείτε όμως λίγο και θα δείτε ότι ανάμεσα στις αλήθειες τις χριστιανικές οι οποίες αντιπαλεύουν μέσα στα προβλήματα αυτά και δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε οι Ευρωπαίοι μεταξύ μας, θα μας περιμένουν πιθανώς και θέσεις οι οποίες ήδη υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη νομίζω, όπως λόγου χάρη είναι η μη ορθολογική αυτή δήλωση του Παύλου πως, "ήθελον αναλύσαι και συν Χριστώ είναι", οι οποίες θα διαταράξουν πιθανώς την απόλυτη ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, όπως τα έχουμε σχηματικά αρκετά μέσα μας. Θέλω να πω πως ο χριστιανός θεολόγος που υπερασπίζεται αυτονόητα τη ζωή, πρέπει να προσέξει να μην καταλήξει να την υπερασπίζεται εντελώς νατουραλιστικά. Η ζωή είναι σταθερή αναφορικότητα στο Θεό, ο οποίος είναι, Αυτός μόνον, η Αυτοζωή. Ζωή είναι λοιπόν η μετοχή σ' Αυτόν και όχι η στανική και ανάπηρη επιβίωση. Αυτό δεν είναι το θεολογικό νόημα της περιεχόμενης στο Μέγα Ευχολόγιο "ευχής εις ψυχορραγούντα;"

Μπορούμε να είμαστε λοιπόν γενικώς ενάντια στην ευθανασία, είναι καλό όμως να έχουμε κατά νου όλη αυτήν την προβληματική η οποία νομίζω ότι θα μας βοηθήσει να είμαστε πιο συγκαταβατικοί με αυτούς οι οποίοι δεν μας καταλαβαίνουν, το λιγότερο, και κυρίως πιο δίκαιοι με την αλήθεια της ιστορίας του πράγματος. Ευχαριστώ, για τη μεγάλη σας υπομονή

AgrinioNews: Κοσμοσυρροὴ γιὰ τὴν Κάρτα τοῦ Πολίτη. «Ἀγανακτισμένοι» μὲ τὴν «κάρτα τοῦ πολίτη»



Ὁμιλητὲς στὴν ἐκδήλωση, ποὺ εἶχε τὴν ὑποστήριξη τῆς Μητρόπολης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἦταν ὁ πανοσιολογιότατος Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου π. Ἀθανάσιος καὶ ὁ
ἐκπρόσωπος τῆς ΠΡ.Α.Ο.Σ.(Πρωτοβουλία Ἀντιρρησιῶν Ὀρθόδοξης Συνείδησης), οἰκονομολόγος Εὐστάθιος Ἀδαμόπουλος. Στὴν ἐκδήλωση παραβρέθηκε ὁ Μητροπολίτης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ.κ. Κοσμᾶς, σημαντικὸς ἀριθμὸς ἱερέων ἀλλὰ καὶ πλῆθος κόσμου, ὅλως τῶν ἡλικιῶν ποὺ κατέκλυσε τοὺς χώρους στὸ Παπαστράτειο Μέγαρο, ἀκόμη καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτό. Εἰδικότερα, ὁ π. Ἀθανάσιος, ἔκανε λόγο γιὰ «ἠλεκτρονικὴ χειραγώγηση καὶ παρακολούθηση τῶν πολιτῶν» σημειώνοντας πὼς...

 αὐτὴ ἡ Κάρτα, ἀποτελεῖ τεχνικὴ ἀνάγκη τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων. Σημείωσε ἀκόμη πὼς σὲ πολλὲς χῶρες ὅπου ἐπιχειρήθηκε αὐτό, ὑπῆρξε ἀντίδραση καὶ τελικὰ ἀποτυχία καὶ δυσκολίες, φέροντας ὡς παράδειγμα αὐτὸ τῆς Βρετανικῆς κυβέρνησης ὅπου ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη, ἀποσύρθηκε τελικά.


Στὰ ἀξιοσημείωτά της ὁμιλίας ἡ σαφὴς αἰχμὴ κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸν π. Ἀθανάσιο ποὺ εἶπε πὼς ἐμφανίζεται στὸ ζήτημα ἀδύναμη , χωρὶς νὰ ὀρθώνει τὸν λόγο της, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν λαό. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ὁ οἰκονομολόγος κ. Ἀδαμόπουλος, ἑστίασε, μέσα καὶ ἀπὸ βιντεοπροβολές, στὰ τεχνικὰ χαρακτηριστικά της Κάρτας τοῦ Πολίτη. Ὁ κ. Ἀδαμόπουλος, μεταξὺ ἄλλων εἶπε πὼς οἱ Κάρτες Ὑγείας, ἐργαζομένου, δημότη κλπ, ἀποτελοῦν τὰ πρῶτα βήματα γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε τελικὰ στὴν Κάρτα τοῦ Πολίτη. Κατέθεσε ἀκόμη στὸ ἀκροατήριο διεθνῆ σχετικὰ παραδείγματα, ἀλλὰ καὶ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους πιθανολογεῖται πὼς θὰ εἶναι ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη στὴν Ἑλλάδα.

Τέλος, στάθηκε μὲ ἔμφαση στὴν πιθανότητα τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ προσωπικὰ δεδομένα, ποὺ περιέχει ἡ Κάρτα νὰ εἶναι εὔκολα στόχος κακόβουλων, χάκερς κλπ

Νὰ σημειωθεῖ τέλος, πὼς περίπου 70 χιλιάδες ὑπογραφὲς ἔχουν συλλεγεῖ μέχρι τώρα, κατὰ τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀποτελεῖ ἐπίσημη πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στὴν ἐκδήλωση στὸ Παπαστράτειο Μέγαρο, οἱ πολίτες εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ ὑπογράψουν τὸ σχετικὸ ἔγγραφο κατὰ τῆς Κάρτας.
http://www.agriniopress.gr/koinonia/3848-ekdilosikartapolitiagrinio

«Ἀγανακτισμένοι» μὲ τὴν «κάρτα τοῦ πολίτη»

Κοσμοσυρροὴ στὴν ἐκδήλωση ἐναντίωσης στὴν » κάρτα τοῦ πολίτη» ποὺ ἔλαβε χώρα χθὲς Κυριακὴ τὸ ἀπόγευμα. Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμα τοῦ Μητροπολίτη Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Κοσμᾶ καὶ παρακολούθησαν τὴν ἐκδήλωση στὸ Παπαστράτειο Μεγάρο τῆς Γυμναστικῆς Ἑταιρείας Ἀγρινίου.

Ὁμιλητὲς ἦταν ὁ πανοσιολογιώτατος Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου π. Ἀθανάσιος καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΠΡ.Α.Ο.Σ.(Πρωτοβουλία Ἀντιρρησιῶν Ὀρθόδοξης Συνείδησης), οἰκονομολόγος Εὐστάθιος Ἀδαμόπουλος.Δὲν ἔλειψαν τὰ πανὸ καὶ οἱ ἑλληνικὲς σημαῖες ἐνῶ διανεμήθηκαν φυλλάδια μὲ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς «κάρτας τοῦ πολίτη» ἐνῶ ὑπῆρχαν καὶ φυλλάδια ὅπου ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν μποροῦσαν νὰ ὑπογράψουν κατὰ τῆς κάρτας. Θυμίζουμε ὅτι ὁ Μητροπολίτης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Κοσμᾶς ἐξαρχῆς πρωτοστάτησε στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς κάρτας τοῦ πολίτη

http://www.agrinionews.gr/?p=17438

Η Αγία Γραφή για τη μετά θάνατον ζωή των ψυχών


ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ


Ζουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά το θάνατο; Ή μήπως (όπως διδάσκουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά) οι νεκροί βρίσκονται σε κατάσταση ανυπαρξίας ή «λήθαργου», κατά την οποία δεν έχουν συνείδηση, σκέψεις κ.τ.λ. και από την οποία θα «ξυπνήσουν» για πρώτη φορά όταν θα γίνει η ανάσταση των νεκρών;
Η καθημερινή εμπειρία των χριστιανών όλων των εποχών (αλλά και ανθρώπων από άλλες θρησκείες, ακόμη και «άθεων») περιέχει αμέτρητες καταγεγραμμένες μαρτυρίες ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ψυχή που δεν πεθαίνει ποτέ, αλλά αμέσως μετά τη στιγμή του σωματικού θανάτου συνεχίζει να ζει, ασώματη, στον πνευματικό κόσμο, τον κόσμο των ψυχών. Αυτές βέβαια τις μαρτυρίες τις απορρίπτουν –αυθαίρετα– ως ψεύδη, μύθους, φαντασίες κ.τ.λ. όσοι θέλουν, για τους δικούς τους ιδεολογικούς λόγους, να αρνηθούν τη ζωή μετά το θάνατο (μια ενδελεχή μελέτη του φαινομένου των εμπειριών από τον κόσμο των πνευμάτων σε διάφορες θρησκείες και στο σύγχρονο κόσμο και προσεκτική εξέταση της αξιοπιστίας τους βλ. στο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ «Η ψυχή μετά το θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας», εκδ. Μυριόβιβλιος). [Ολόκληρο εδώ]
Η Αγία Γραφή όμως τι άποψη έχει γι’ αυτό το θέμα;

Ο ιερός Εκκλησιαστής

Οι αδελφοί μας Μάρτυρες του Ιεχωβά προβάλλουν το εδάφιο Εκκλησιαστής 3, 18-21, για να τεκμηριώσουν τη διδασκαλία τους ότι στον άνθρωπο δεν υπάρχει ψυχή, που να μένει ζωντανή μετά το θάνατο του σώματος. Ο ιερός Εκκλησιαστής όμως, αν και γράφει με τη σοφία που του δόθηκε από το Θεό, δεν αναφέρεται πουθενά ότι γράφει «πλήρης Πνεύματος Αγίου», ούτε, πολύ περισσότερο, ότι ο Θεός μιλάει με το στόμα του, όπως μιλάει με το στόμα των προφητών. Γράφει ως άνθρωπος και μιλάει έτσι, γιατί είναι θλιμμένος και απογοητευμένος: «είπα μέσα στην καρδιά μου για την κατάσταση των υιών των ανθρώπων» (στίχ. 18). Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να ερμηνεύσουμε κατά γράμμα όσα αναφέρει για τους νεκρούς. Αυτό γίνεται φανερό και από τα εξής:
α) Η επωδός «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» δε μπορεί να ερμηνευθεί κατά γράμμα, γιατί τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε «ματαιότητα» και το να λατρεύουμε το Θεό και να κάνουμε το θέλημά Του.
β) Ο Εκκλησιαστής μιλάει σα να μην πρόκειται να υπάρξει ποτέ ανάσταση νεκρών. Μήπως δε γνώριζε ότι θα γίνει ανάσταση; Αν πάντως το γνώριζε, και αν το είχε λάβει υπόψιν στο κείμενό του, δε θα σύγκρινε τους ανθρώπους με τα ζώα. Οι άνθρωποι δεν είναι ζώα – εκτός αν και τα ζώα πρόκειται ν’ αναστηθούν! Ας έχουμε υπόψιν ότι δεν είχε γίνει ακόμη η ενανθρώπιση του Χριστού και ο θάνατος δεν είχε νικηθεί ακόμη.
γ) Στον αμέσως επόμενο στίχ. 22, γράφει το εξής εκπληκτικό: «δεν υπάρχει λοιπόν για τον άνθρωπο τίποτα καλύτερο, από το να ευφραίνεται για τα έργα του, γιατί αυτή είναι η μερίδα του…»! Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός από έναν χριστιανό – το να ευφραίνεται για τα έργα του παραπέμπει στην παραβολή του άφρονα πλούσιου (Λουκ. 12, 13-21). Για το χριστιανό αυτό είναι η μεγαλύτερη «ματαιότητα», ενώ το καλύτερο είναι να ευφραίνεται για τη σχέση του με το Θεό και να προετοιμάζεται για τη βασιλεία Του.
δ) Ακόμη και η περίφημη κατακλείδα του βιβλίου, όπου μιλάει για την πίστη και τη λατρεία του Θεού, δεν περιέχει κανένα θεολογικό νόημα ούτε και αναιρεί την τρομερή απαισιοδοξία του. Δεν αναφέρει καν τη βασιλεία του Θεού ή έστω την αγάπη προς Αυτόν ως λόγο για να κάνουμε το θέλημά Του.
[Για μια αναλυτική παρουσίαση του συγκεκριμένου χωρίου του Εκκλησιαστή, αλλά και του 12, 7, όπου διδάσκεται η επιστροφή του ανθρώπινου πνεύματος στο Θεό, βλ. σχετικό άρθρο εδώ].
Υπάρχουν αντιθέτως πολλά σημεία στην Αγία Γραφή (ιδιαίτερα στην Καινή Διαθήκη), όπου φαίνεται καθαρά ότι ο Ιησούς και οι συγγραφείς των θεόπνευστων βιβλίων θεωρούν τη μετά θάνατον ζωή των ψυχών τόσο αυτονόητη, όσο τη θεωρούσε και η γιαγιά μας και όλοι οι παραδοσιακοί χριστιανοί όλων των γενεών (που συχνά στην εποχή μας, υπεροπτικά, τους περιφρονούμε ως «πρωτόγονους» ή/και «αγράμματους»).
Ας δούμε μερικά από αυτά τα σημεία.

Ο Αβραάμ, ο Μωυσής και ο Θεός των ζώντων
 

1. Κατά τη μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17, 1-13, Μάρκ. 9, 2-13, Λουκ. 9, 28-36 - για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη μπορείς να μπεις εδώ) εμφανίστηκαν δίπλα του οι προφήτες Μωυσής και Ηλίας. Ο προφήτης Ηλίας, ως γνωστόν, δεν πέθανε, αλλά «αναλήφθηκε στον ουρανό μέσα σε άρμα πυρός» σύμφωνα με τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, στο βιβλίο Δ΄ Βασιλειών, 2, 11 (δηλ. εντός του ακτίστου Φωτός, κατά τους αγίους της αρχαίας Εκκλησίας και της ορθόδοξης συνέχειάς της). Ήρθε επομένως στο Θαβώρ από κάποιο τόπο, όπου βρίσκεται ζωντανός. Ο Μωυσής δίπλα του όμως προφανώς ήρθε από τον τόπο των ψυχών. Και η παρουσία αυτών των δύο αγίων ανδρών δεν ήταν ένα «όραμα» χωρίς περιεχόμενο, γιατί «συζητούσαν» με τον Ιησού – άρα ήταν πράγματι παρόντες. Αυτό και μόνον το γεγονός, κατά τη γνώμη μου, αρκεί για να αποδείξει, τουλάχιστον σε κάποιον που θεωρεί έγκυρη την Αγία Γραφή, ότι οι ψυχές των ανθρώπων ζουν μετά το θάνατο του σώματος.
2. Στο ευαγγέλιο κατά Ιωάννην, 8, 56, ο Κύριος λέει προς τους ακροατές Του: «Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν, και είδε και εχάρη» (ο Αβραάμ, ο πατέρας σας, προσδοκούσε να δει την ημέρα μου και την είδε και χάρηκε). Η «ημέρα του Κυρίου» είναι μια έκφραση που χρησιμοποιεί στην Παλαιά διαθήκη ο Ίδιος ο Θεός εννοώντας είτε τον ερχομό του Χριστού είτε τη Δευτέρα Παρουσία Του (π.χ. Αμώς 5, 18 και 20, Ιωήλ 2, 1 και 11, Ιωήλ 3, 14, Ησ. 2, 12, Ιεζ. 30, 3 κ.λ.π.). Με τη δεύτερη έννοια χρησιμοποιείται ο όρος στην Καινή Διαθήκη (π.χ. Β΄ Πέτρ. 3, 10), όπου γίνεται και «ημέρα του Κυρίου Ιησού», «ημέρα του Υιού του ανθρώπου» ή και «ημέρα του Χριστού» (π.χ. Λουκ. 17, 24, Ιω. 8, 56, Α΄ Κορ. 1, 8 και 5, 5, Β΄ Κορ. 1, 14, Β΄ Θεσσ. 1, 2, Φιλιππ. 1, 10). Εδώ φυσικά προφανώς εννοείται η γέννηση του Χριστού, την οποία, όπως ο Ίδιος λέει, «είδε» ο Αβραάμ και χάρηκε. Πώς την είδε, αφού ήταν ήδη νεκρός περισσότερο από δύο χιλιετίες; Την είδε η ψυχή του.
3. Στο Ματθ. 22, 31-32, ο Κύριος λέει: «περί δε της αναστάσεως των νεκρών ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υπό του Θεού λέγοντος, εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (σχετικά με την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε το λόγο του Θεού που είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ»; Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων).
Τα λόγια αυτά έχουν νόημα μόνον αν οι τρεις αναφερόμενοι άγιοι άνδρες ήταν ζωντανοί την ίδια ώρα που μιλούσε ο Κύριος. Διότι, αν ήταν νεκροί, έστω και προσωρινά (μέχρι την ανάσταση), αν έστω κι ένας άνθρωπος έχει υπάρξει νεκρός έστω και για μια στιγμή, τότε ο Θεός δεν είναι μόνο Θεός ζώντων, αλλά και νεκρών! Εφόσον φυσικά δεχόμαστε ότι είναι ο Θεός των πάντων.
4. Με βάση τα παραπάνω, κατανοούμε ορθά και το Ιω. 11, 26, «ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (εκείνος που πιστεύει σε μένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει· και κάθε ζωντανός που πιστεύει σε μένα δεν θα πεθάνει ποτέ), καθώς και το Ιω. 5, 24, όπου ο Κύριος λέει: «αμήν αμήν λέω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωή» (αλήθεια σας λέω, ότι, όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ’ Εκείνον που με έστειλε, έχει ζωή αιώνια και δεν έρχεται σε κρίση [=δίκη], αλλά προχώρησε από το θάνατο στη ζωή)! Εφόσον έχει «αιώνια ζωή», επομένως δεν μεσολαβεί θάνατος, παρά μόνον ως στιγμιαίο γεγονός. Δηλαδή από τη στιγμή του θανάτου ήδη «προχώρησε» από το θάνατο στη ζωή –σ’ αυτά τα λόγια δεν απομένει «κενό διάστημα» ανάμεσα στο θάνατο και την αιώνια ζωή.

Η πρόσκληση προς τους νεκρούς

5. Στο ίδιο Ιω. 5, 28, διαβάζουμε: «μη θαυμάζετε τούτο· ότι έρχεται ώρα εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού [του Χριστού], και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (μην απορείτε, γιατί έρχεται ώρα, που όλοι όσοι βρίσκονται στους τάφους θα ακούσουν τη φωνή Του και θα προχωρήσουν εκείνοι που έκαναν τα καλά σε ανάσταση ζωής και εκείνοι που διέπραξαν τα φαύλα σε ανάσταση κρίσης).
Από τα λόγια αυτά συμπεραίνουμε τα εξής: α) ενώ οι άνθρωποι θα είναι ακόμη νεκροί («εν τοις μνημείοις» = μέσα στους τάφους) θα ακούσουν το κάλεσμα του Υιού του Θεού και θα αναστηθούν – επομένως οι ψυχές είναι ζωντανές, αφού μπορούν να ακούσουν το κάλεσμα· β) όλοι θα αναστηθούν, οι μεν για την αιώνια ζωή, οι δε για την «κόλαση», στους οποίους θα τους οδηγήσουν τα φαύλα, που διέπραξαν. Το τελευταίο μας χρειάζεται παρακάτω. Το ότι όλοι θα αναστηθούν, και όχι μόνον οι σωσμένοι (όπως νομίζουν οι ΜτΙ), φαίνεται και από άλλα σημεία, όπου αναφέρεται καθαρά ότι «όλα τα έθνη» θα συγκεντρωθούν μπροστά στον Ιησού κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του και θα μιλήσει και στους σωσμένους και στους «καταδικασμένους» (Ματθ. 25, 31-46). (Θέτω το «κόλαση» και το «καταδικασμένους» σε εισαγωγικά, γιατί, ως γνωστόν, δεν πρόκειται για τιμωρία από το Θεό, αλλά από την αιώνια κατάσταση στην οποία έφεραν οι ίδιοι οι αμετανόητοι αμαρτωλοί τον εαυτό τους –όπου εύχομαι να μην περιλαμβανόμαστε κι εμείς). Επομένως, όταν λέει λίγο πριν, στο Ιω. 5 25, «και οι ακούσαντες ζήσονται» (και αυτοί που άκουσαν θα ζήσουν) εννοεί όλους τους ανθρώπους (αφού άλλωστε έχει πει ότι «οι νεκροί» θα ακούσουν τη φωνή Του, άρα όλοι, όχι μόνον «κάποιοι νεκροί» ή έστω «πολλοί νεκροί») και όχι μόνον κάποιους ανθρώπους.
Μια αντίρρηση σ’ αυτά θα μπορούσε να λέει ότι ο Κύριος μιλάει με ανθρωπομορφικούς συμβολισμούς, όταν λέει ότι «θα ακούσουν τη φωνή Του» (όπως ο άγιος προφήτης Ιεζεκιήλ, στο κεφ. 37, που, με εντολή του Θεού, «διατάζει» τα ξηρά οστά να αποκτήσουν σάρκες και πνεύμα και να ζωντανέψουν). Άλλωστε οι ψυχές σαφώς δεν βρίσκονται μέσα στους τάφους.
Το τελευταίο είναι σωστό, στους τάφους βρίσκονται μόνο τα σώματα. Όμως, εφόσον πρώτα θα ακούσουν τη φωνή του Κυρίου και έπειτα, «αυτοί που άκουσαν», θα ζήσουν, επομένως όταν θα ακούσουν θα είναι ακόμη νεκροί. Άρα ο τάφος είναι το σύμβολο της κατάστασης του νεκρού. Εκεί βρίσκονται τα λείψανα των σωμάτων και συνεπώς από εκεί θα βγουν οι αναστημένοι άνθρωποι.
Για το συμβολισμό της πρόσκλησης όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Κύριος ανέστησε την κόρη του Ιάειρου, το γιο της χήρας στη Ναΐν και τον άγιο Λάζαρο ακριβώς με αυτό τον τρόπο: τους κάλεσε, όπως λέει ότι θα καλέσει τους νεκρούς (βλ. Μάρκ. 5, 41, Λουκ. 7, 14, Ιω. 11, 43). Και δε νομίζω πως είναι σωστό να πούμε ότι το έκανε απλώς επειδή «κάπως έπρεπε να το κάνει» ή, πολύ περισσότερο, για να εντυπωσιάσει τους θεατές Του με μια «θεατρική» κίνηση. Η απλοϊκή αυτή ερμηνεία είναι φανερό πως δεν ταιριάζει στον Ιησού.
Η ανάσταση του Λαζάρου (από εδώ)
Άλλωστε και ο απόστολος Παύλος, στην Α΄ Θεσσαλ. 4, 16, γράφει ότι ο Κύριος θα κατεβεί από τον ουρανό «εν κελεύσματι» (=με πρόσταγμα), «εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού» και θα ακολουθήσει η ανάσταση των νεκρών. Η δε προφητική εμπειρία του Ιεζεκιήλ η «διαταγή» προς τους νεκρούς δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά προτύπωση της πράξης που θα κάνει ο Κύριος, όπως αναφέρεται ξεκάθαρα στους στίχους Ιεζ. 37, 11-14 (σημειωτέον δε ότι ο Κύριος που μιλάει στον Ιεζεκιήλ λέει ότι θα κάνει αυτό που ο Ιησούς λέει ότι θα κάνει Αυτός, άρα ο Κύριος του Ιεζεκιήλ, όπως ξέρουν οι ορθόδοξοι, δεν είναι ο Πατήρ, αλλά ο Υιός).
Επί τη ευκαιρία, γιατί τα σώματα των νεκρών στον Ιεζεκιήλ, αφού αποκαταστάθηκαν, χρειάζονταν και «πνεύμα» για να ζωντανέψουν, αν «δεν υπάρχει ιδιαίτερο πνευματικό τμήμα στον άνθρωπο», όπως νομίζουν οι ΜτΙ;
Επειδή η ψυχή πάντοτε ζει, γι’ αυτό το λόγο υποθέτω ότι ο Κύριος είπε για την κόρη του Ιάειρου ότι «δεν πέθανε, αλλά κοιμάται» και για τον άγιο Λάζαρο ότι «κοιμήθηκε» (Μάρκ. 5, 39, Ιω. 11, 11): ο άνθρωπος, όταν κοιμάται, δεν έχει τις αισθήσεις του σε επιφυλακή ούτε συναισθάνεται την ύπαρξή του, όμως ο νους του είναι παρόν, ξύπνιος, βρίσκεται «μέσα του» και έχει πλήρως τη συνείδησή του. Αν ο νεκρός χάνεται εντελώς μέχρι την ανάσταση, δεν έχει νόημα να τον χαρακτηρίσουμε «κεκοιμημένο».

Το «βραβείον» του αποστόλου Παύλου

6. Στην προς Φιλιππησίους επιστολή, 1, 23, ο άγιος απόστολος Παύλος αναφέρει ότι επιθυμεί σφόδρα «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (να διαλυθώ [=να πεθάνω] και να βρίσκομαι κοντά στο Χριστώ). Η εκπληκτική αυτή μαρτυρία αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι, για τον άγιο απόστολο, αμέσως μετά το θάνατο, ακολουθεί η συνύπαρξη με το Χριστό. Αν πίστευε ότι θα παρέμενε νεκρός μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, δε θα μπορούσε να ποθεί τόσο έντονα να πεθάνει για είναι μετά το θάνατό του μαζί με το Χριστό, αφού ήταν μαζί Του ενώ ζούσε (βλ. στο ίδιο, στίχ. 21).
Για την περίπτωση του Παύλου –σχετικά με το συγκεκριμένο σημείο– οι «ΜτΙ» διδάσκουν ότι ο Παύλος «γνώριζε πως θα περιλαμβανόταν στους 144.000 αγίους της Αποκάλυψης, που τα “αγγελικά τους σώματα” βρίσκονται ήδη στον ουρανό μαζί με το Χριστό», σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, που θα «κοιμούνται» μέχρι την ανάσταση. Προβάλλουν μάλιστα το στίχο του αποστόλου Φιλιππ. 3, 14, «κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (τρέχω με σκοπό το βραβείο της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού) ως επιχείρημα για το ότι, δήθεν, γνώριζε ποια θα είναι η μετά το θάνατο θέση του (η «άνω κλήσις» στους 144.000 αγίους). Αντίθετα όμως, εδώ φαίνεται ότι προσπαθεί να λάβει αυτό το βραβείο, που τόσο πολύ ποθεί (όχι επειδή είναι υστερόβουλος, αλλά γιατί το «βραβείο» είναι η αιώνια συνύπαρξη με τον αγαπημένο του Ιησού). Ομοίως, λίγο πιο πάνω, στο Φιλιπ. 3, 7-11, φαίνεται καθαρά ότι ο Παύλος δεν ένιωθε καθόλου βέβαιος για τη θέση του κοντά στον Κύριο. Αφού απαριθμεί τις προσπάθειές του να είναι συνεπής χριστιανός, καταλήγει: «εί πως καταντήσω εις την εξανάστασιν των νεκρών» (μήπως και καταλήξω στην ανάσταση των νεκρών).
Δεδομένου ότι όλοι οι νεκροί θα αναστηθούν –όπως είπαμε παραπάνω– εδώ ο απόστολος εννοεί καταφανώς τη σωτηρία του, δηλ. τη συμμετοχή του στην ουράνια δόξα του Χριστού, την οποία κοινώς ονομάζουμε «παράδεισο». Ωστόσο, γεγονός είναι ότι δεν εμφανίζεται να έχει κάποια «πληροφορία» για τη μετά θάνατον κατάληξή του.

Το κήρυγμα του Κυρίου στους νεκρούς

7. Στην Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20, αναφέρεται ότι ο Κύριος, κατά το διάστημα του τριήμερου θανάτου Του, «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν, απειθήσασί ποτε, ότε απεξεδέχετο η του Θεού μακροθυμία εν ημέραις Νώε κατασκευαζομένης κιβωτού…» (πήγε και κήρυξε στα πνεύματα στη φυλακή, που είχαν απειθήσει κάποτε, όταν περίμενε η μακροθυμία του Θεού, τις ημέρες του Νώε… κ.τ.λ.).
Οι ΜτΙ ερμηνεύουν αυτό το εδάφιο ως αναφερόμενο στους «υιούς του Θεού», που πόθησαν τις θυγατέρες των ανθρώπων και ενώθηκαν με αυτές (Γένεσις, 6, 1-4), οι οποίοι, κατ’ αυτούς, ήταν άγγελοι που «υλοποιήθηκαν», ζευγάρωσαν με γυναίκες ανθρώπους και γέννησαν τους γίγαντες του Γέν. 6, 4.
Όμως αυτή η ερμηνεία πάσχει σε δύο σημεία:
α) Τι νόημα είχε να πάει ο Κύριος και να κηρύξει σε έκπτωτους αγγέλους; Μήπως επρόκειτο να μετανοήσουν και να σωθούν; Πουθενά δεν φαίνεται κάτι τέτοιο – αντίθετα οι έκπτωτοι άγγελοι θεωρούνται αμετανόητοι. Αντίθετα, το να κηρύξει στους νεκρούς ανθρώπους, που βρίσκονταν «στον Άδη», είχε τεράστιο νόημα: έτσι τους δίνει την ευκαιρία να σωθούν, δηλαδή να κριθούν μαζί με τους μετά Χριστόν ανθρώπους και να ενωθούν με αυτούς στη βασιλεία του Θεού. Αυτή είναι η ευκαιρία των αρχαίων νεκρών, όχι κάποια «προσωρινή» ανάσταση, ανάμεσα στο θάνατο και στην Τελική Κρίση, για «να μάθουν τις εντολές του Θεού» και να «δοκιμαστεί» η πίστη και η ηθική τους, όπως νομίζουν οι ΜτΙ. Σε όλες τις αναφορές της Αγίας Γραφής στην ανάσταση και στην Τελική Κρίση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 28, Δανιήλ 7, 9-10, Β΄ Θεσσαλ., 1, 6-11, Β΄ Πέτρου, κεφ. 3, κ.λ.π.) δεν φαίνεται να μεσολαβεί κάποιο διάστημα ανάμεσά τους. Άλλωστε «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (επιφυλάσσεται στους ανθρώπους να πεθάνουν μία φορά και, μετά από αυτό, κρίση, Εβρ. 9, 27). Ένας θάνατος υπάρχει, άρα και μία ανάσταση, και οι αναφορές του κεφ. 20 της Αποκάλυψης σε «πρώτη ανάσταση» και «δεύτερο θάνατο» πρέπει να κατανοηθούν πνευματικά, αλλιώς αντιφάσκουν με τα προηγούμενα.
β) Λίγο πιο κάτω, Α΄ Πέτρου 4, 6, αναφέρεται ότι ο Κύριος «και νεκροίς ευηγγελίσθη» (έδωσε το μήνυμα του ευαγγελίου και στους νεκρούς)! Εδώ οι ΜτΙ γράφουν ότι αναφέρεται σε «πνευματικά νεκρούς», δηλ. σε ανθρώπους απομακρυσμένους από το Θεό. Όμως τότε ποιοι είναι οι «ζώντες», αφού πρό Χριστού όλοι οι άνθρωποι ήταν πνευματικά νεκροί. Άλλωστε, αν εδώ διαβάζουν για «πνευματικό θάνατο», γιατί δεν δέχονται και ότι η «πρώτη ανάσταση» της Αποκάλυψης είναι «πνευματική ανάσταση», δηλαδή η ένταξη του ανθρώπου στο «σώμα Χριστού», την Εκκλησία;

Α΄ Θεσσαλ. 4, 16-17: Δύο αναστάσεις;

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε μία αναφορά, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι θα γίνουν «δύο αναστάσεις»: είναι το Α΄ Θεσσαλ. 4, 16β-17: «…και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα» (…και οι νεκροί εν Χριστώ θα αναστηθούν πρώτα, έπειτα εμείς οι ζωντανοί, που θα απομένουμε, αμέσως μαζί με αυτούς θα αρπαχτούμε σε σύννεφα, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα, και έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο).
Το εδάφιο αυτό μπορεί να σημαίνει: α) πρώτα θα αναστηθούν οι «νεκροί εν Χριστώ», δηλαδή οι χριστιανοί, και έπειτα οι υπόλοιποι άνθρωποι, β) πρώτα θα αναστηθούν οι νεκροί (όλοι) «εν Χριστώ», δηλαδή η ανάστασή των νεκρών θα γίνει «εν Χριστώ», διά της χάριτος, της δυνάμεως και του «κελεύσματος» του Χριστού, και έπειτα όσοι ζωντανοί έχουν απομείνει θα αρπαχτούν μαζί με τους αναστημένους στον αέρα κ.τ.λ. Ό,τι κι αν σημαίνει όμως, ακόμη κι αν ισχύει η εκδοχή α΄, δεν έπεται ότι θα γίνουν δύο αναστάσεις (αμέσως μετά θα αναστηθούν οι υπόλοιποι). Άλλωστε, αν ίσχυε ο ισχυρισμός ότι, όσοι δεν γνώρισαν το μήνυμα του Χριστού στη ζωή τους, θα το γνωρίσουν μετά την ανάστασή τους και στη συνέχεια θα κριθούν, θα έπρεπε να αναστηθούν πρώτοι οι «άλλοι» και τελευταίοι οι «εν Χριστώ».

Το «νέφος μαρτύρων»

8. Στην προς Εβραίους, 11, 32-40, ο άγιος απόστολος Παύλος, απαριθμεί τα μαρτύρια που υπέστησαν οι έως τότε άγιοι (ιδίως της Παλαιάς Διαθήκης) για την πίστη τους και καταλήγει στο ότι, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι» (δεν έλαβαν αυτό που τους υποσχέθηκε, καθώς ο Θεός πρόβλεψε κάτι καλύτερο για μας, ώστε να μη φτάσουν στην τελειότητα χωρίς εμάς).
Εδώ ένας ΜτΙ θα μπορούσε να πει ότι υπονοείται η ανυπαρξία του ανθρώπου στο διάστημα ανάμεσα στο θάνατο και την ανάσταση. Όμως, αμέσως παρακάτω (11, 1) ο απόστολος λέει: «τουγαρούν και ημείς, τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα…» (λοιπόν κι εμείς, έχοντας γύρω μας τόσο νέφος μαρτύρων... κ.τ.λ.).
Και ρωτώ: με ποια έννοια οι μάρτυρες συνιστούν «νέφος» που «περίκειται ημίν» (μας περικυκλώνει); Αν και θα μπορούσε κάποιος, αυθαίρετα, να θεωρήσει την έκφραση αυτή απλό λογοτεχνικό εύρημα του αποστόλου, ωστόσο η εικόνα στο κείμενο είναι σαφής: οι ψυχές των μαρτύρων «πετούν γύρω μας» σαν σύννεφο (ομίχλης, γιατί αυτό το σύννεφο περικυκλώνει τους ανθρώπους, όχι τα σύννεφα του ουρανού): πυκνές (λόγω του πλήθους τους), «άυλες» και διάφανες, όπως το σύννεφο.

Ο ληστής στο σταυρό και ο «κόλπος του Αβραάμ»

Οι άγιοι πάντες (=όλοι οι άγιοι). Στην κάτω μεριά της εικόνας παριστάνεται ο "κόλπος του Αβραάμ" (δεξιά), ο Ιακώβ που παρουσιάζει τα παιδιά του στον Κύριο (ίσως συμβολική αναφορά στο Ησαΐα 8, 18) και στη μέση ο Ληστής που σώθηκε κατά τη σταύρωση (από εδώ).
9. Άμεση μαρτυρία για τη ζωή των ψυχών συνιστά αυτονόητα για την αρχαία Εκκλησία και την ορθόδοξη ο λόγος του Κυρίου προς το ληστή πάνω στο σταυρό «αλήθεια σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκ. 23, 43). Η άποψη των ΜτΙ, ότι ο Κύριος είπε «αλήθεια σου λέω σήμερα, θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», είναι λογικά αστήρικτη· από κάθε άποψη, το «σήμερα» θα ήταν περιττό, πολλώ μάλλον για έναν άνθρωπο καρφωμένο στο σταυρό, που δεν έχει την πολυτέλεια να λέει περιττές λέξεις.
10. Αφήσαμε τελευταία την πασίγνωστη παραβολή του πλούσιου και του Λάζαρου (Λουκ. 16, 19-31). Εκεί οι ψυχές των δύο ανθρώπων συναντιούνται στον Άδη, του μεν πλούσιου σε κατάσταση αιώνιας δίψας, του δε Λάζαρου σε κατάσταση αναψυχής. Ο δεύτερος μάλιστα αναπαύεται «στους κόλπους» (στην αγκαλιά) του Αβραάμ, και ο Αβραάμ συνομιλεί με τον πλούσιο.
Οι περιγραφές αυτές, κατά τους ΜτΙ, δεν σημαίνουν τίποτε απολύτως για την κατάσταση των ανθρώπων μετά το θάνατο. Είναι λογοτεχνικό εύρημα του Ιησού, για να περάσει το φιλανθρωπικό Του μήνυμα.
Φυσικά, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Ο Κύριος εδώ δίνει ένα κίνητρο στους ακροατές Του: αν συμπεριφερθούν με καλοσύνη, θα βρεθούν στους «κόλπους του Αβραάμ», ενώ, αν ζήσουν με σκληρότητα και δαπανήσουν τα πλούτη τους μόνο για τον εαυτό τους, θα βρεθούν «σ’ αυτό τον τόπο της βασάνου», όπως χαρακτηριστικά λέει ο πλούσιος (στίχ. 28) αγωνιώ-ντας για την τύχη των πέντε αδελφών του! Αν ο τόπος της βασάνου και ο κόλπος του Αβραάμ δεν υπάρχουν, τότε –ας με συγχωρέσει ο Θεός– ο Κύριος έδωσε ψεύτικο κίνητρο στους ακροατές Του, δηλαδή τους εξαπάτησε!
Πώς κάποιος να αγωνιστεί να αποφύγει την τύχη του πλούσιου και να απολαύσει την τύχη του Λάζαρου, αν όλα αυτά δεν ήταν παρά κενά περιεχομένου ρητορικά σχήματα; Αν ο Κύριος μιλούσε για κάποια μελλοντική βασιλεία Του, θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετήσει τη σκηνή στο μέλλον, ενώ τώρα αναφέρεται σε άμεσηγι’ αυτό οι πέντε αδελφοί του πλούσιου ζούσαν ακόμη στη γη «ανταπόδοση», αμέσως μετά το θάνατο, !
Άλλωστε, αν ο Κύριος χρησιμοποιούσε κενά λογοτεχνικά ή ρητορικά ευρήματα στις παραβολές Του, πρέπει να δεχτούμε ότι θα μπορούσε να αναφερθεί ακόμη και στο… Δία.
Τι είναι όμως ο «κόλπος του Αβραάμ»; Αυτό ασφαλώς είναι μια εικόνα συμβολική. Συμβολίζει όμως όχι κάτι ανύπαρκτο, αλλά τη στοργή και την ασφάλεια που νιώθει ο άνθρωπος στον παράδεισο – καθώς ίσως και την επικοινωνία με τα πνεύματα των αγίων, που πατρικά τον περιβάλλουν με την αγία αγάπη τους. Θα τολμούσα να πω πως ο «κόλπος του Αβραάμ» είναι η πρόγευση της σωτηρίας, σωτηρίας που θα υπάρξει στην απερίγραπτη πληρότητά της μετά τη Δευτέρα Παρουσία και την ανάσταση όλων των νεκρών.
Αναφορά στους πνευματικούς συμβολισμούς της παραβολής του πλούσιου και του Λάζαρου γίνεται και από τους αγίους διδασκάλους της αρχαίας και της ορθόδοξης Εκκλησίας. Δες π.χ. τη διδασκαλία της αγίας Μακρίνας για την αθανασία της ψυχής, όπως φαίνεται στο συγκλονιστικό διάλογό της –λίγο πριν πεθάνει– με τον αδελφό της άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον οποίο ο ίδιος κατέγραψε υπό τον τίτλο «Τα Μακρίνεια – Περί ψυχής και αναστάσεως», παρ. 45-52. Δες το κείμενο, με νεοελλ. μετάφραση, εδώ.

Είθε ο Θεός της αγάπης να αξιώσει εμάς, και όλους τους λαούς της Γης, «της εκ δεξιών του παραστάσεως» και της «μερίδος των σωζομένων», όπου υπάρχει «ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η απέραντος ηδονή των καθορόντων του Σου (Κύριε) προσώπου το κάλλος το άρρητον» (από την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως). Αμήν.

Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου

Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου

π. Βασίλειος Θερμός*

Ο θάνατος αποδεικνύεται η οριακή πρόκληση για τον άνθρωπο, αφού ο τελευταίος καλείται να διαμορφώσει μια στάση απέναντι του χωρίς να γνωρίζει το μετά, αγνοώντας δηλαδή το ουσιαστικό περιεχόμενο της κατάστασης θανάτου. Είναι η μοναδική πτυχή της ανθρώπινης ζωής για την οποία ισχύει ένα απόλυτο γνωσιολογικό κενό. Όλες οι στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε άλλες πτυχές και φαινόμενα της ζωής επηρεάζονται και διορθώνονται είτε από το δίπολο ‘δοκιμή-λάθος’ είτε από την παρατήρηση των άλλων και την πείρα τους. Με τον θάνατο ο άνθρωπος βιώνει ένα «τυφλό παίγνιο», αφού η μεν πείρα των άλλων δεν μπορεί να κοινολογηθή εξ ορισμού, ενώ όσοι μιλούν γι’ αυτόν δεν έχουν πείρα του. Εν ολίγοις δεν υπάρχει διαθέσιμος επιστημονικός τρόπος να αποδειχθή η ορθότητα μιας υπαρξιακής επιλογής και στάσης έναντι του θανάτου.




Ενώ στην παραδοσιακή κοινωνία ο θάνατος εμφανίζεται σχετικά «εξημερωμένος», ως φυσιολογικό μέρος της ζωής, από τη νεωτερικότητα και μετά «εξαγριώνεται», αρχίζει να γίνεται σκάνδαλο και ανυπέρβλητη απειλή, αφού εκμηδενίζει το νέο κέντρο βάρους και πηγή κάθε αξίας, το νεωτερικό υποκείμενο.1 Το περιβόητο άγχος του θανάτου, ενώ ως υπαρξιακό βίωμα είναι διαχρονικό, ως συγκεκριμένη συμπτωματολογία κοινωνικής και ατομικής παθολογίας αποτελεί καθαρά νεωτερικό κατασκεύασμα. Και τούτο διότι το άγχος του θανάτου εύλογα διογκώνεται σε βαθμό ανάλογο προς την αξία εκείνου που διακυβεύεται και το νεωτερικό αυτόνομο υποκείμενο τώρα έχει καταστή επίκεντρο του ενδιαφέροντος και απέκτησε αυταξία, έξω και πέρα από τις παλιές συλλογικότητες.

Έτσι προκύπτουν οι γνωστοί μηχανισμοί της απώθησης και της άρνησης, ενώ εγκόσμιες «θρησκείες», τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο οι ψυχοθεραπείες ή ο καταναλωτισμός, έχουν επιστρατευθή για να «θεραπεύσουν» (τρόπος του λέγειν) την αγωνία του θανάτου.2 «Ποια είναι η στάση μας απέναντι στον θάνατο; έχω τη γνώμη ότι είναι πολύ παράξενη. Γενικά συμπεριφερόμαστε ωσάν να θέλαμε να εξουδετερώσουμε το θάνατο από τη ζωή, θέλουμε να τον περιορίσουμε τρόπον τινά σε σιγή θανάτου, τον σκεπτόμαστε ωσάν εις θάνατον!... Κανένας από εμάς δεν πιστεύει κατά βάθος στο δικό του θάνατο».3 Ας συγκρατήσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Φρόϋντ ότι αγωνιζόμαστε να καταδικάσουμε σε θάνατο τον θάνατο! Η «θεραπεία» έρχεται εντελώς φαντασιακά, με μια ομόλογη τιμωρία.

Ο Μπωντριγιάρ διέκρινε πως οι πεισματικές απόπειρες να απωθήσουμε στην εποχή μας τον θάνατο (κυρίως μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης) και να τον διαχωρίσουμε από τη ζωή, καταλήγουν τελικά σε ένα πολιτισμό που διαποτίζεται από τον θάνατο. (Το απωθημένο εκδικείται και επιστρέφει). Όλες οι υπάρχουσες δράσεις απώθησης και ελέγχου, λέγει, έχουν τις ρίζες τους στον καταστροφικό διαχωρισμό του θανάτου από τη ζωή.4 Η μανιακή απόκτηση ηδονών και αγαθών καταλήγει να γίνει διαστροφή (με την ψυχιατρική έννοια), η οποία σέρνει μαζί της τον θάνατο εγγενώς, παρά τις υπερβολικές προσπάθειες του εξωραϊσμού τον οποίο επιχειρεί η διαφήμιση και η εν γένει κοινωνία του θεάματος.

Η θρησκεία θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση σε αυτό το δράμα, ως το τέρμα και η ακύρωση κάθε απώθησης. Δυστυχώς όμως συχνά εκτρέφει ιδεολογήματα που ενισχύουν τη απώθηση του θανάτου, ή ακόμη χειρότερα, την διείσδυση του μέσα στη ζωή, αν θυμηθούμε την θρησκευτική τρομοκρατία η οποία μιλά και δρα με γνώμονα το μίσος, δηλαδή από τη θέση του θανάτου, σκορπώντας τον και κυριολεκτικά μερικές φορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο περισσότερο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου βαρειά επάνω του.

Με την άγνοια μας λοιπόν, τόσο την εμπειρική όσο και την επιστημολογική, παραμένει μόνο ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το προνομιακό πεδίο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες έχουν αποψη για τον θάνατο και (καθόλου τυχαίο) όλες δέχονται την μετά τον θάνατο συνέχεια. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Έχουν διαμορφώσει ένα πλέγμα αντιλήψεων για την μεταθανάτια ανταμοιβή ή τιμωρία 5, επειδή έχουν προηγουμένως εξοπλίσει τον πιστό τους και με ένα σύστημα ηθικών προτάσεων και διανοητικων ερμηνειών του συμπλέγματος ζωή-θάνατος. Απώτερος στόχος και ορίζοντας της μεταθανάτιας πρότασης εμφανίζεται η υπέρβαση του χρόνου, με τη μορφή της αθανασίας. Αν ο χρόνος είναι, κατά τον Ελύτη, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», ο πόθος της αθανασίας συνιστά και ένα είδος «ρεβάνς» απέναντι στον παράγοντα εκείνο που, μέσα από σαγηνευτικές παραπλανήσεις, οδήγησε τελικά το ανθρώπινο ον στη φθορά και στον θάνατο, δηλαδή στην αφαίρεση του απόλυτου ελέγχου πάνω στον εαυτό του.

Θα τολμήσω εδώ παρενθετικά τον ισχυρισμό πως η αθανασία ως πανανθρώπινη δίψα γνωρίζει και μη θρησκευτικές μορφές. Για παράδειγμα, η απόλυτη αξίωση των ουτοπιών και η ναρκισσιστική παντοδυναμία της επιστήμης αποτελούν δύο άτυπες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συγκαλυμμένος (ως «μεταφορά») και περισσότερο «νομιμοποιημένος» ο ποθος της αθανασίας. Αν ώριμη αντιμετώπιση του θανάτου είναι η ικανότητα για πένθος, τότε η ανικανότητα να πενθήσουμε λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα στον πολιτισμό, μία εκ των οποίων είναι και η ουτοπία της αθανασίας.
Αν, όπως έχει επισημανθή, «κοιτίδα της δοξασίας για την αθανασία είναι η θρησκεία» 6, εν τούτοις κατά την σαφή θεολογική τοποθέτηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «μια ‘αθανασία ασωμάτων ψυχών’ δεν θα έλυνε το ανθρώπινο πρόβλημα... Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγαλύτερο από μια ‘φυσική’ αθανασία, λαχταρούν μια αιώνια κοινωνία με το Θεό, μια θέωση».7 Βάση σε αυτή την θεολογική πρόταση αποτελεί το αίτημα της αρτιότητας του ανθρώπου (να είναι το ανθρώπινο πλάσμα ολοκληρωμένο) και ο ποθούμενος στόχος εδώ βρίσκεται σε μια σχέση.

Αλλά όσοι βιάστηκαν να ονομάσουν την κοινωνία μας μεταχριστιανική καλό θα είναι να προβληματισθούν μήπως δεν έχει ακόμη καν εκχριστιανισθή πλήρως. Ο προβληματισμός για τη θέωση φαίνεται τόσο δυσεύρετος σήμερα ανάμεσα στην φοβική ανησυχία για μια τιμωρία στην κόλαση ή στην βεβαιότητα για τη μεταθανάτια ανυπαρξία ή στην δυσπιστία προς την κοινή ανάσταση. Ο σημερινός έλληνας δηλαδή παραπαίει μεταξύ νομικισμού, μηδενισμού, και παγανισμού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα εξέχον προϊόν της παραδοσιακής μας κοινωνίας, το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να αντιστέκεται στον εκχριστιανισμό του. «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη χριστιανική εικονοποιία περί Παραδείσου και Κολάσεως το δημοτικό τραγούδι αγνόησε ολότελα την πρώτη και κράτησε μόνο τη δεύτερη, τη γενίκευσε και την ταύτισε με τη μεταθανάτια ζωή... (Στα μοιρολόγια) μόνο η επίγεια ζωή έχει αξία. Καμία συνείδηση αμαρτίας, καμία μετάνοια ή αίτηση συγχώρησης, καμία προσδοκία αναστάσεως. Η μόνη ανάσταση που μπορεί να νοηθή στον δημοτικό θρήνο είναι η επάνοδος στον επάνω κόσμο».8 Η διαπίστωση αυτή εγείρει καίρια ερωτήματα για τη νεοελληνική ταυτότητα, μια και είναι πιθανό να αποτελεί μέρος και σύμπτωμα μιας γενικώτερης απουσίας της χριστιανικής διδασκαλίας και από άλλες πτυχές τοῦ λαϊκού πολιτισμού. Θα άξιζε δε να συνδυασθή με τα ευρήματα ερευνών σύμφωνα με τα οποία οι έλληνες νέοι σήμερα δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα 58% δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, 56% δεν πιστεύουν στην ενανθρώπησή Του, 54% δεν πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία και 42% δεν πιστεύουν στα θαύματα!

Αν λάβουμε υπ’ όψη, από τη μια την ανθεκτικότητα αυτή της παγανιστικής παράδοσης (που διαθέτει και πληθώρα άλλων συμπτωμάτων στη ζωή του λαού μας) και από την άλλη την αυξανόμενη στον δυτικό κόσμο δημοφιλία θρησκειών όπως το Ισλάμ και οι απωασιατικές (ινδουϊσμός, βουδισμός), ίσως νομιμοποιούμαστε να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται μια διαχρονική τάση να ευνοούνται από τα πλήθη θρησκευτικές επιλογές οι οποίες κατεβάζουν τον πήχυ ως προς την μεταθανάτια ευδαιμονία. Και με αυτό εννοώ ότι σε μαζικό επίπεδο φαίνονται αρκετά ελκυστικές οι θρησκείες εκείνες οι οποίες προτιμούν να χαράσσουν σαφείς οδηγίες ηθικής συμπεριφοράς που οδηγούν νομοτελειακά σε μεταθανάτια ανταμοιβή.

Αλλά και στο εσωτερικό του χριστιανισμού τείνουν να ευνοούνται από τους πολλούς εκδοχές θρησκευτικότητας μάλλον μαγικού τύπου, δηλαδή δεσμευτικές για το θείο, παρά εκδοχές πιο υπαρξιακές οι οποίες βασίζονται σε προσωπική σχέση αγάπης με τον Θεό. Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί λόγοι που καθορίζουν την ποιότητα της θρησκευτικότητας κάποιου, αλλά νομίζω ότι αξίζει να τονισθή και το κίνητρο εκείνο που σχετίζεται με την κατάσταση επέκεινα του θανάτου. Με άλλα λόγια, προτιμώνται πιο «στεγνές» και «ψυχρές» προσδοκίες μεταθανάτιας ευωχίας αν δίνουν την εντύπωση ότι μπορείς με την συμπεριφορά σου να δεσμεύσεις τον Θεό να σου τις παράσχει, παρά το βάθος και ο πλούτος της θέωσης αφού αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την ανάπτυξη κάποιας νεφελώδους, μη μετρήσιμης, σχέσης ανθρώπου και Θεού την οποία αδυνατείς να θέσεις υπό τον απόλυτο έλεγχό σου.

Έτσι τείνω να δω την στάση του πιστού προς τον θάνατο ως ένα πρόβλημα σχέσης με τον όποιο θεό του, στο οποίο οι ιδιότητες αυτής της σχέσης θα χρωματίσουν, για καλό ή για κακό, τη στάση του προς την προοπτική του προσωπικού του θανάτου και την ηθική του συμπεριφορά. Αλλά η σχέση μάς παραπέμπει αναπόφευκτα στην έννοια του προσώπου. Όπως θα δούμε, το πρόσωπο δοκιμάζεται από τον θάνατο αλλά και δοκιμάζει τις θρησκείες ενώπιον του θανάτου.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματσούκας: «Ο θάνατος, ενώ κορυφώνει τό κακό στον κόσμο στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, συνάμα ο ίδιος διαδραματίζει πολλούς ρόλους στις δημιουργικές επιδόσεις του ανθρώπου. Κατά παράδοξο τρόπο ο θάνατος γίνεται ο ‘σκοτεινός’ καθρέφτης της ανθρώπινης υπαρξης. Σ’ αυτόν καθρεφτίζεται και μαθαίνει κατά το εφικτό ποια είναι. Το σκοτάδι του θανάτου γίνεται το πέρασμα προς τη ζωή και το νόημα της».9 Με άλλα λόγια η παγκόσμια σταθερά του θανάτου επιτρέπει τη διαμόρφωση και αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορεί να ξεδιπλωθή το δυναμικό του μέσα στη ζωή, το κίνητρο  και ο καταλύτης της αλλαγής. Είναι μόνο επειδή υπάρχει το όριο που μπορεί να μάς δίδεται η εντύπωση μιας απεριόριστης προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης.

Συμπληρώνει ο ίδιος: «Ο άνθρωπος πεθαίνει από τη στιγμή που έμαθε πως πεθαίνει. Τον θάνατό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συσχετίζει όχι προς την καταστροφή της βιολογικής του υπόστασης- κάτι τέτοιο το θεωρεί πολύ φυσικό έτσι κι αλλιώς- αλλά προς την απώλεια του προσώπου του, προς τον εκμηδενισμό της προσωπικής του ζωής», γι’ αυτό «πολλές φορές θυσιάζει τη ζωή του με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του για να εξασφαλίσει μεταθανατια φήμη και ένα ηρωικό όνομα».10 Με άλλα λόγια, ο βιολογικός θάνατος δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ αντίθετα «ο προσωπικός εκμηδενισμος αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής που ρωτάει για ποιό λόγο ένα πρόσωπο να χάνεται».11 Επιθυμώντας δηλαδή να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η ψυχολογική φύση του άγχους του θανάτου, θα διαπιστώναμε μεν ότι πολλοί βιώνουν την αγωνία του θανάτου ως άγχος ενός ριζικού αποχωρισμού, ένα είδος υπαρξιακού πλέον άγχους αφού δεν πρόκειται για ένα εκ των συνηθισμένων γήινων αποχωρισμών, θα έπρεπε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι άλλοι οδυνώνται με τη μορφή της αγωνίας ενώπιον του εκμηδένισης, μια μορφή αγωνίας ανώτερη ποιοτικά από την προηγουμένως αναφερθείσα.

Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να διατυπώσω την κεντρική πρόταση μου πως η στάση των θρησκειών απέναντι στον θάνατο εξαρτάται από –και ουσιαστικά μετατοπίζεται στην– στάση τους απέναντι στην έννοια του προσώπου. Το αν το πρόσωπο εκμηδενίζεται ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνεται με τον θάνατο συνιστά βαρόμετρο της σημασίας που κατέχει ο θάνατος στη συγκεκριμένη θρησκεία ή θρησκευτική στάση. Και κατά φυσική συνέπεια είναι ανάλογοι και οι μηχανισμοί παρηγοριάς που η θρησκεία προσφέρει, δηλαδή στην πραγματικότητα οι χρήσεις της θρησκείας.
Στο σημείο αυτό βρίσκω εξόχως διδακτική και βοηθητική την περίπτωση του γνωστού Ρώσου αρχιμανδρίτη Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος έχει στα γραπτά του αποκαλύψει πολλές πτυχές του προσωπικού του ταξιδιού προς την πίστη. «Για τον γέροντα Σωφρόνιο το γεγονός του θανάτου αποκαλύπτει την υποστατική αρχή του ανθρώπινου είναι, αναδεικνύοντας το στοιχείο της ‘μικρο-απολυτότητας, ακόμα και της ‘μικρο-θεότητας’ το ανθρώπου- αν και στην αρνητική τους διάσταση. Ο θάνατος φανερώνει την ‘μικρο-απολυτότητα’ και ‘θεοείδεια’ του ανθρώπινου προσώπου. Εάν το πρόσωπο, ένα θεοειδές κέντρο, πάψει να υπάρχει, τότε οτιδήποτε συνέλαβε η συνείδηση- ο κόσμος ολόκληρος όπως υποκειμενικά τον προσλαμβάνει το συγκεκριμένο πρόσωπο- πεθαίνει μαζί του».12
Με αφορμή την τραγική εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου διακρίνουμε μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία του γέροντα Σωφρονίου ενώπιον του θανάτου ως μηδενισμού: «Ο θάνατός μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο ανεξαρτήτως του πολέμου. Ο αναποφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘εις ολιγώτερον’. Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησις μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα, έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού. Ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης... Η αιωνία λήθη, ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ, εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου».13

Το παραπάνω αγωνιώδες βίωμα οπωσδήποτε το συμμερίζονται πολλοί άλλοι, λίγοι όμως είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να εξαγάγουν από αυτό συμπεράσματα για το ανθρώπινο πρόσωπο: «Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού».14 Ο άνθρωπος δηλαδή είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του.15 Ο γέροντας Σωφρόνιος συν τω χρόνω επεξεργάσθηκε διεξοδικά τις σκέψεις του για το ανθρώπινο πρόσωπο και τις διατύπωσε σε διάφορα έργα του, παρέχοντάς μας έτσι ένα εμπλουτισμό και μια εμβάθυνση της θεολογικής μας κληρονομιάς που διαμόρφωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Η φανέρωση αυτή του ανθρωπίνου προσώπου μέσα από την οδυνηρή βίωση του μυστηρίου του θανάτου επιτρέπει στο πρόσωπο και το παρακινεί να ζήσει υποστατικά, δηλαδή με αγάπη και ελευθερία. Αλλού γράφει: «η ‘μυστική’ μνήμη του θανάτου ελευθερώνει».16 Εδώ έχουμε μια πλήρη ανατροπή: η κατ’ εξοχήν δέσμευση και δουλεία του ανθρώπου στον κοινό προορισμό, ο θάνατος, να έχει τη δυνατότητα να ελευθερώνει! Αλλά αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού.

Η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του, φυσικά δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική. Η ειδοποιός διαφορά που κομίζει ο χριστιανισμός έγκειται στο γεγονός ότι εδώ την αγωνία του θανάτου αγκάλιασε ο Ίδιος ο Θεός. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Χριστός έρχεται στον θάνατο με φόβο, όχι όπως ο Σωκράτης. Επιζητεί στήριξη από τους μαθητές Του. Αισθάνεται εγκαταλελειμμένος από τον Πατέρα Του προς τον Οποίο καταφεύγει με αγωνιώδεις δεήσεις (Εβρ. 5: 7).17 Αλλά αναλαμβάνοντας εκούσια την ανθρώπινη μοίρα του θανάτου κατέστησε και τον θάνατο (μαζί με όλη την ανθρώπινη φύση και ζωή) υπαρξιακό «τόπο» του Θεού. Έτσι ώστε, αντίστροφα, να γίνει ο «τόπος»-τρόπος του Θεού (με ό,τι αυτό σημαίνει) κατοικία του ανθρώπου. Επειδή η θεότητα μπόρεσε να χωρέσει μέσα στην αγωνία του θανάτου, και τελικά στον θάνατο τον ίδιο, εγκαταστάθηκε οριστικά μέσα στην ανθρωπινότητα. Η εμπιστοσύνη που τελικά έδειξε ο Υιός-Χριστός προς τον Πατέρα Του, και η οποία δικαιώθηκε με την Ανάσταση, γίνεται εικόνα και πρότυπο της εμπιστοσύνης την οποία καλείται να δείξει ο πιστός προς τον Χριστό, δηλαδή προς ένα Θεό που όντως πέθανε ο Ίδιος και αναστήθηκε. Εμπιστοσύνη προσώπου προς Πρόσωπο.

Συνεπώς στη χριστιανική πρόταση ζωής ο πιστός επωφελείται από την Ενανθρώπηση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να συνδεθή μαζί Του προσωπικά, με τρόπο οντολογικό και όχι απλά συναισθηματικό, κατά το παύλειο «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. 1: 23). Ο θάνατος δηλαδή αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συνάντηση και κοινωνία με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο-πηγή κάθε ζωης και κάθε χαράς. Το (αλλιώς ανυπέρβλητο) πρόβλημα του θανάτου μετασχηματίζεται τώρα σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, γι’ αυτό και η νεκρώσιμη ακολουθία μπορεί να ψάλλει: «Εν τω φωτί Χριστέ του προσώπου Σου και τω γλυκασμώ της Σης ωραιότητος ον εξελέξω ανάπαυσον ως φιλάνθρωπος».18

Έτσι νοηματοδοτείται ξανά από την αρχή ολόκληρος ο κόσμος και η ζωή. Έτσι μόνο κατανοεί κανείς εκφράσεις σαν αυτή του π. Δημητρίου Στανιλοάε, ότι με την Ανάσταση του Χριστού «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε τώρα σε κίνηση προς την ανάσταση, μια ολοφώτεινη αποκάλυψη, ένα ατέλειωτο πανηγύρι».19

Σημειώσεις

1 Δημήτρη Μπεκριδάκη «Πέρα από τον ‘εξαγριωμένο’ θάνατο». Θρησκειολογία, τ. 3, 2002, σ. 153-170 (156).
2  Για τη σημερινή άρνηση του θανάτου στον δυτικό κόσμο βλέπε ενδεικτικά Ernest Becker The denial of death, The Free Press, 1973. Κρίστοφερ Λας Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979), εκδ. Νησίδες, 1999, σ. 201-210. π. Φιλοθέου Φάρου Το πένθος, εκδ. Ακρίτας, 1981, σ. 58-67. Jonathan Dollimore Death, desire, and loss in western culture. Penguin books, 1998. Ζygmunt Bauman Ρευστός φόβος (2006), εκδ. Πολύτροπον, 2007, σ. 37-75. Επίσης στο βιβλίο Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής, εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, τα άρθρα του Δημήτρη Μαγριπλή Κοινωνικές καταγραφές του θανάτου από το Βυζάντιο έως σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα (σ. 17-48) και του Γεωργίου Αλεξιά Ο θάνατος ως show, ως καταναλωτικό αγαθό: η περίπτωση της έκθεσης ”Body Worlds”, σ. 73-98.
3 Σίγκμουντ Φρόϋντ «Εμείς και ο θάνατος» (1915), Εκ των υστέρων, τ. 7, 2002, σ. 9-21 (10).
4 Jean Baudrillard Symbolic exchange and death (1976), transl. Iain Hamilton Grant. Sage, 1993, σ. 127, 130.
5 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 93-116.
6 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 94.
7 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ Δημιουργία και απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σ. 274-275.
8 Σταύρου Ζουμπουλάκη «Δημοτικό τραγούδι, λαϊκός πολιτισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία». Νέα Εστία, Μάρτιος 2005, σ. 336-347 (338-339). Βλ. καί Αριστείδη Δουλαβέρα Η αξία της ζωής και η απαξία του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 49-72.
9 Νίκου Ματσούκα Το πρόβλημα του κακού, εκδ. Πουρναρά, 3η έκδ. 1992, σ. 91.
10ό.π., σ. 96.
11 ό.π., σ. 97.
12 π. Νικολάου Σαχάρωφ Αγαπώ, άρα υπάρχω: η θεολογική παρακαταθήκη του γέροντα Σωφρονίου, 2η έκδ., 2008, Εν πλω, σ. 315.
13 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 18.
14 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 19.
15 Για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία βλ. Πάουλ Τίλλιχ Το θάρρος της υπάρξεως, εκδ. Δωδώνη και Σόρεν Κίρκεγκαρντ Η έννοια της αγωνίας, εκδ. Δωδώνη.
16 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 25-27. Βλ. και Κωνσταντίνου Κορναράκη Si vis vitam, para mortem: Η αγωνία της υπάρξεως ενώπιον του θανάτου στη διαλεκτική μεταξύ θεολογικής και κοσμολογικής επιστημονικής σκέψεως. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 169-202.
17 Oscar Cullmann Αθανασία της ψυχής ή Ανάσταση εκ των νεκρών; Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Άρτος Ζωής, 1993, σ. 36-37.
18 Για μια σύγχρονη θεολογία του θανάτου βλ. π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη Εν ασθενείαις καύχησις: θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, εκδ. Αρμός, σ. 31-43 και Ιωάννη Πλεξίδα Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου: δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα με αφορμή τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, καθώς και τον συλλογικό τόμο Το μυστήριον του θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας (πρακτικά θ΄ πανελληνίου λειτουργικού συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2009.
19 π. Δημητρίου Στανιλοάε, Ορθοδοξία, αναστάσιμη ζωή. «Ανάσταση και ζωή», Αρμός, 1996, σ. 104.

*Εισήγηση στα πλαίσια της εκδήλωσης της Εταιρείας Μελέτης των Σχέσεων Επιστήμης και Θρησκείας (ΕΜΕΣΕΘ) της 31 Μαΐου 2011 με θέμα "Λογος περί θανάτου: Θρησκεία, Τέχνη και Επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου".

Σημ. του blog μας: Ας μου επιτραπεί να προσθέσω στα παραπάνω τα posts: Τα πνεύματα των νεκρών και εμείς, Η Αγ. Γραφή για τη μετά θάνατον ζωή των ψυχών και π. Ν. Λουδοβίκου Η εξατομίκευση του θανάτου & η ευθανασία, καθώς και γενικά τις αναρτήσεις μας στην ενότητα Θάνατος.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...