Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2012

Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τοῦ Χίου


Ἄγνωστος συγγραφεύς
 




Α) Ἡ καταγωγή του

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος γεννήθηκε στὰ Λειβάδια τῆς πόλεως τῆς Χίου, τὴν 1η Ἰουλίου τοῦ 1869. Οἱ γονεῖς του ὀνομαζόνταν Κωνσταντῖνος καὶ Ἀγγεριώ. Ἦταν ἄνθρωποι σεμνοί, εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετοι. Βάπτισαν λοιπὸν τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιά τους Νικόλαο καὶ Καλλιόπη, ἐνῶ τὸν νεώτερο γιό τους Ἀργύριο. Νὰ σημειώσουμε μόνο τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Καλλιόπη ἔγινε κάποια στιγμὴ μοναχὴ καὶ μετονομάσθηκε Καλλινίκη. Ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία ὁ Ἀργύριος ἔδειξε σὲ ὅλους ὅτι εἶχε ἀξιωθεῖ τῆς Θείας Χάριτος. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ὁ Νικόλαος σὲ ἀναφορές του σχετικὰ μὲ τὸν Ἀργύριο ἔλεγε, ὅτι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀκόμη ποὺ ἦταν, ἔβλεπε πολλὲς φόρές, πάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ εἶχαν τοποθετήσει τὸν Ἀργύριο ὅταν ἦταν βρέφος, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ τὸν σκεπάζει τρυφερά, μὲ μιὰ βασιλικὴ πορφύρα, ἐνῶ ταυτόχρονα πεταγόταν ὁλόγυρα λάμψεις Θείου Φωτός. Ἡ ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ὁ Ἀργύριος ἦταν μιὰ δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὸ μαρτυρικὸ νησὶ τῆς Χίου. Μόνο νὰ ἀναλογιστοῦμε τὸ γεγονός, ὅτι οἱ σφαγὲς τῶν Τούρκων μόλις εἶχαν κοπάσει καὶ οἱ μνῆμες ἀπὸ τὶς θηριωδίες τους ἦταν ἀκόμα νωπές.



Β) Τὰ πρῶτα χρόνια

Οἱ συνθῆκες δὲν ἐπέτρεπαν τότε στὰ παιδιὰ ποὺ προέρχονταν ἀπὸ φτωχὲς οἰκογένειες νὰ σπουδάσουν καὶ ἔτσι, ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του, ὁ Ἀργύριος δὲν σπούδασε καὶ ὅπως ἦταν φυσικό, τὰ γράμματα ποὺ ἔμαθε ἦταν αὐτὰ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τῆς Χίου ἤξεραν ὅτι ὁ τόπος τους ἦταν ποτισμένος μὲ τὸ αἷμα μεγάλων Ἁγίων ποὺ μὲ τὶς θυσίες τους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους εἶχαν στολίσει καὶ ἁγιάσει τὸ μαρτυρικὸ νησί.

Ἔζησε λοιπὸν καὶ ἀνδρώθηκε ὁ Ἀργύριος, μὲσα σὲ μιὰ ἐποχὴ γεμάτη δυσκολίες καὶ κακουχίες, ἀλλὰ σὲ ἕνα χριστιανικὸ περιβάλλον μὲ μνῆμες βαθειὲς ῥιζωμένες. Τὴν τέχνη τοῦ ὑποδηματοποιοῦ λοιπὸν τὴν ἔμαθε ὁ μικρὸς Ἀργύριος γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους, τὴν ὁποία θὰ ἐξασκοῦσε καὶ στὴ συνέχεια τῆς ζωῆς του ὡς δόκιμος μοναχός.



Γ) Ὁ Μοναχὸς Παχώμιος

Ὁ μικρὸς Ἀργύριος ποὺ θὰ μποροῦσε λόγῳ τῆς φτώχειας καὶ τῆς ἀνέχειας νὰ ζήσει ἀνάμεσα στὸν κόσμο τῆς πατρίδας του, ἀναζητώντας μόνο τὴν βιοποριστικὴ λύση, ποτὲ δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ τὶς εὔκολες καὶ ἐφήμερες λύσεις. Προτίμησε λοιπὸν τὸν δύσκολο καὶ βασανιστικὸ δρόμο, τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσε τελικὰ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία ὁ Ἀργύριος προσευχόταν καὶ νήστευε. Ἔφηβος θὰ ἦταν ἀκόμη ὅταν συνδέθηκε μὲ κάποιο Μοναχὸ ὀνόματι Παχώμιο. Ὁ Πατέρας Παχώμιος ἦταν ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τῆς Σκήτης τῶν Ἁγίων Πατέρων ποὺ βρίσκονταν στὸ Προβάτειο Ὄρος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὑπῆρξε καὶ Γέροντας τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τοῦ ἐν Αἱγίνῃ. Ὁ Γέροντας Παχώμιος τοῦ καλλιέργησε κατ᾿ ἀρχὴν τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, καὶ τὸν πλησίον του. Ἡ γνωρίμια αὐτὴ ἔγινε ἀφετηρία νὰ πάρει ὁ Ἀργύριος τὴν μεγάλη ἀπόφαση νὰ ἀφήσει τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι λοιπόν, θέλοντας νὰ γίνει μοναχός, ἀποτάνθηκε στὸν Πατέρα Παχώμιο. Ἀρχικά, καθ᾿ ὑπόδειξή του, ἐπιδόθηκε στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ἀπὸ τὸ σπίτι του ὅπου οἱ νηστεῖες, οἱ συχνὲς ἀγρυπνίες καὶ οἱ συνεχεῖς προσευχές, ἀποτελοῦσαν τὴν καθημερινότητά του. Θεωροῦσε ὡς μητέρα ὅλων τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡσυχία. Τὶς ὧρες λοιπὸν τῆς ἀπομόνωσης καὶ τῆς περισυλλογῆς χρησιμοποιοῦσε σὰν καταφύγιο ἕνα ὑπόγειο δωμάτιο ποὺ ὑπῆρχε στὸ πατρικό του σπίτι. Νηστευτὴς καθὼς ἦταν ἀλλὰ καὶ φιλόπτωχος ἀπὸ μικρός, πρόσφερε τὸ φαγητό του σὲ ὅσους πεινοῦσαν, ἔστω κι᾿ ἂν ὁ ἴδιος θὰ ἔπρεπε νὰ μείνει νηστικὸς γιὰ πολὺ καιρό.



Δ) Μικρόσχημος Μοναχός

Ὁ Παχώμιος, ἀναγνωρίζοντας τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ Ἀργυρίου, τὸν ἔκειρε μικρόσχημο μοναχό, στὴν ἡλικία τῶν 20 μόλις ἐτῶν. Ἐτσι λοιπὸν ὁ Ἀργύριος μετονομάστηκε Ἄνθιμος, γιὰ νὰ εὐωδιάζει τοὺς πλησιάζοντας αὐτὸν μὲ πνευματικὴ εὐωδία ἀπὸ τὰ ὡραῖα ἄνθη τῶν ἀρετῶν του. Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὑπῆρξε λαμπρὸ παράδειγμα ταπεινοφροσύνης καὶ ὑπακοῆς γιὰ τοὺς ἀδελοφὺς ποὺ τὸν ἔζησαν ἀπὸ κοντά. Μάλιστα, τὸν πρῶτο καιρὸ ὁ Παχώμιος, ἔλεγε στοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ Ἄνθιμος σὰν ἀρχάριος εἶναι τέλειος Μοναχός, ἐνῷ δὲν παρέλειπε νὰ τονίζει ὅτι κάποια μέρα ὁ Ἄνθιμος θὰ γίνει Μέγας Πατέρας. Ὁ Γέροντας ἐκτιμῶντας μάλιστα τὴν ἁγνότητα τοῦ νέου τότε Μοναχοῦ τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴν φροντίδα τῶν δόκιμων γυναικῶν Μοναχῶν γιὰ τὴν μετάβασή τους στὴν Σκήτη, τὴν ἐξομολόγησή τους ἐκεῖ καὶ τὴν ἐπιστροφή τους ἀπὸ τὸ Προβάτειο ὄρος στὸ σπίτι τους. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, ὁ Γέροντας, βλέποντας τὴν εὐστροφία του καὶ τὴν ὀξύνοιά του, τοῦ ἀνέθεσε ἀπὸ κοινοῦ μαζὶ μὲ ἄλλους ἀδελφούς, τὴν ἐπίβλεψη τῶν ἐργασιῶν ποὺ γίνονταν γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς γυναικείας Μονῆς τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου.



Ε) Ἡ ἀσθένεια δὲν τὸν καταβάλλει


Νεαρὸς Μοναχὸς τότε ὁ Ἄνθιμος, γεμᾶτος ἐνθουσιασμό, θέλοντας νὰ προσφέρει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα στὴν ἀνέγερση τῆς Μονῆς, ἐξαντλημένος ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνές του, ἀῤῥώστησε. Ἄρχισε νὰ ὑποφέρει ἀπὸ σοβαρὲς στομαχικὲς διαταραχές, τέτοιες ποὺ τὸ σῶμά του τρανταζόταν καὶ πονοῦσε συνέχεια. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἄμεση ἀνάγκη ὁ Ἄνθιμος νὰ μεταφερθεῖ σὲ κάποιο ἄλλο μέρος ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη ἰατρικῆς παρακολούθησης καὶ γιατὶ ἔπρεπε νὰ τρέφεται σωστά. Ὁ καθοριστικὸς λόγος βέβαια ἦταν ὅτι ἡ Σκήτη εἶχε πολλοὺς αὐστηροὺς κανόνες καὶ δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ κατάλυση ὁρισμένων τροφῶν. Ὁ Γέροντας Παχώμιος ὅμως, παρακίνησε καὶ εὐλόγησε τὸν Ἄνθιμο, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιστρέψει στὸ πατρικό του σπίτι μέχρι τὴν ἀνάῤῥωσή του, κοντὰ στοὺς γέροντες γονεῖς του. Ταυτόχρονα, ὁ Γέροντας ἀνέλαβε ὅλες τὶς δαπάνες γιὰ τὴν θεραπεία του. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὸ σπίτι ὁ Ἄνθιμος συνεχίζει νὰ ζεῖ ὅπως ζοῦσε κοντὰ στοὺς ἀδελφούς του. Συνέχισε λοιπὸν τὴν ἄσκηση, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχή, ὑποβάλλοντας τὸν ἑαυτό του σὲ συνεχὴ δοκιμασία. Οἱ ἡμέρες πέρασαν καὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἀποθεραπευτεῖ ἐντελῶς, ζήτησε τὴν ἄδεια τοῦ Γέροντά του γιὰ νὰ χτίσει ἕνα μικρὸ κελλί, σὲ μιὰ γωνιὰ τῶν πατρικῶν του κτημάτων ὅπου καὶ ἐκεῖ θὰ ἡσύχαζε. Κάθε μέρα ἐργαζόνταν ὡς ὑποδηματοποιός, καὶ τὴν νύκτα προσευχόταν ἀδιάκοπα. Τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὴν χειρωνακτικὴ ἐργασία τὰ διέθετε ἔτσι ὥστε νὰ συντηροῦνται οἱ γέροντες γονεῖς του καὶ βέβαια οἱ ἀναξιοπαθοῦντες καὶ ἄῤῥωστοι συνάνθρωποί του.



ΣΤ) Ὁ διάβολος τὸν δοκιμάζει

Μὲ ἀτελειώτους ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ προσευχή, περνοῦσαν τὰ χρόνια γιὰ τὸν Ἄνθιμο. Ὁ διάβολος, βλέποντας τὸν πολύτιμο τοῦτο μαργαρίτη, τὸν φθόνησε. Τὸν ἐπισκέφθηκε λοιπὸν στὸ κελλί του καὶ τὸν ὑπέβαλε σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ δοκιμασίες, στὶς ὁποῖες ὅμως ὁ Ἄνθιμος στάθηκε μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας. Κάποια στιγμὴ μάλιστα, πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ Γέροντά του γιὰ νὰ ἀγρυπνήσει καὶ νὰ νηστέψει. Ἔμεινε λοιπὸν ξάγρυπνος καὶ νήστεψε δέκα ἐννέα μερόνυχτα καὶ ὅλο αὐτὸν τὸν καιρὸ ἔτρωγε λίγο ξερὸ ψωμί, κάθε δύο ἡμέρες καὶ ἔπινε πολὺ λίγο νερό. Κάποια στιγμὴ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα ἦλθε σὲ θεϊκὴ ἔκσταση καὶ τὸ πνεῦμά του κατευθύνθηκε πρὸς τὸν οὐρανὸ ὲνῶ ταυτόχρονα ἄκουγε μελωδίες Ἀγγέλων νὰ ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ. Τὴν στιγμὴ ποὺ βρισκόταν τὸ πνεῦμά του στὸν οὐρανό, παρατηροῦσε τὸ σῶμά του τὸ ὁποῖο βρισκόταν κάτω στὴν γῆ. Μετά, ὅταν ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ σῶμά του, τὸ μόνο ποὺ ἔλεγε ἦταν:
-Κύριε ἐλέησον.
Ἔπειτα λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴ τὴν θαυμαστὴ μὰ πολὺ ἐξαντλητικὴ γιὰ τὸ σῶμά του ἀγρυπνία καὶ νηστεία, αὐτὰ τὰ δέκα ἐννέα μερόνυχτα, ὁ Ἄνθιμος ἔνοιωσε ὅτι ἔπρεπε νὰ φάει καὶ νὰ κοιμηθεῖ. Ἔξω ἀπὸ τὸ κελλάκι του ὑπῆρχε μιὰ πελώρια καὶ γέρικη ἐληά, τῆς ὁποίας τὸ κούφωμα εἶχε κάνει ὁ νεαρὸς Ἄνθιμος τόπο προσευχῆς ὅπου εὕρισκε τὴν βαθιὰ ἡρεμία καὶ γαλήνη.



Ζ) Μεγαλόσχημος Μοναχός

Ὁ Γέροντας Παχώμιος βλέποντας τὴν πνευματικὴ προκοπὴ τοῦ ὑποτακτικοῦ του, αἰσθανόμενος ξεχωριστὴ χαρά, γι᾿ αὐτὸ ἤθελε νὰ κάνει τὸν Ἄνθιμο μεγαλόσχημο Μοναχό, ἀλλὰ ἀνέβαλλε. Τὸ ἔτος 1905 ὁ Γέροντας Παχώμιος κοιμήθηκε καὶ διάδοχός του στὴν ἡγουμενία ἐξελέγη ὁ Ἱερομόναχος Ἀνδρόνικος, ὁ ὁποῖος γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν πορεία τοῦ Ἀνθίμου. Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἄνθιμος βρισκόταν στὴν ἡλικία τῶν σαράντα ἐτῶν, τὸν ἔκειρε μεγαλόσχημο Μοναχό.

Ὁ ἐνάρετος τρόπος ζωῆς του στὰ μάτια ὅλων ὅσων τὸν πλησίαζαν προκαλοῦσε μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ ζῆλο γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο καὶ γιὰ μίμηση τῶν ἀθλημάτων του. Τὰ συχνὰ μάλιστα θαύματα τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, ὁδηγοῦσαν πλήθη πιστῶν ὅλων τῶν ἡλικιῶν στὸ ἀσκητήριό του, ποὺ ἔγινε πόλος ἕλξεως γιὰ τοὺς χριστιανούς. Τὸ ἀσκητήριό του εἶχε γίνει τόπος γιὰ νὰ φρονηματίζονται, νὰ μετανοοῦν, νὰ μαθαίνουν, νὰ προσεύχονται, νὰ νηστεύουν, νὰ ἀγωνίζονται κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν κακῶν παθῶν οἱ πιστοὶ χριστιανοί. Οἱ ἐπισκέπτες τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς ἐξομολογήσει καὶ νὰ τοὺς δώσει τὴν εὐχή του. Ἀλλὰ ὁ Ἄνθιμος δὲν εἶχε ἱερωσύνη καὶ δὲν ἦταν Πνευματικός. Πολλοὶ λοιπὸν προέτρεπαν τὸν Ἄνθιμο νὰ λάβει τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Σύσσωμος ὁ φιλόχριστος λαὸς τῆς Χίου ζήτησε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἱερώνυμο Γοργία νὰ δοθεῖ στὸν Ἄνθιμο τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ ὁ Μητροπολίτης δὲν ἐνέκρινε τὴν χειροτονία του. Ὁ βασικὸς λόγος ἦταν ὅτι ὁ Ἄνθιμος δὲν γνώριζε πολλὰ γράμματα καὶ ἀγνοοῦσε τὴν γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Λειτουργικῶν κειμένων.



Η) Ἱερέας

Ὁ Ἄνθιμος διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα του. Ἄν ὑποβαλλόταν σὲ σύντομη ἀγωγή, εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἐκλεκτὸς ἱερουργός, καὶ σπάνιος πνευματικός. Ἀπὸ Θεία Οἰκονομία πῆγε στὸ Ἀδραμύττι τῆς Σμύρνης τοὺς πρώτους μῆνες τοῦ 1910 γιὰ νὰ μάθει τὰ πρῶτα γράμματα. Ἡ πρώτη ἐξαδέλφη του ποὺ ὀνομαζόταν Λουκία Διοματάρη, ἀνέλαβε νὰ τὸν βοηθήσει. Στὸ Ἀδραμύττι, ὁ σύζυγος τῆς Λουκίας, ὁ προύχοντας Στέφανος Διοματάρης, βάλθηκε νὰ τοῦ μάθει γράμματα γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο. Δάσκαλό του προσέλαβε τὸν ἔμπειρο καὶ σοφὸ Καρακατσάνη γιὰ νὰ τὸν προχωρήσει γρήγορα. Ἡ προετοιμασία κράτησε ἀρκετοὺς μῆνες. Ἔπειτα, ἡ οἰκογένεια Διοματάρη καὶ ὁ Ἄνθιμος ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Σμύρνη. Μὲ ἐντολὴ τοῦ Μητροπολίτη Ἐφέσου, ὁ μοναχὸς Ἄνθιμος χειροτονήθηκε στὴν Σμύρνη ἱερέας, ἀπὸ τὸν βοηθὸ Ἐπίσκοπο Δηλανᾶ.

Τὴν στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Ἐπίσκοπος τὸν προσαγόρευε Ἄξιος, καὶ τὸ ἐκκλησίασμα ἀπαντοῦσε Ἄξιος, ἕνας δυνατὸς σεισμὸς τράνταξε συθέμελα τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχή.

Παναγία μου· ἦταν ἡ ἰαχὴ ποὺ ἀκούστηκε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ ὅλοι σταυροκοπήθηκαν τρομαγμένοι. Ὁ οὐρανὸς ξαφνικὰ μαύρισε καὶ τὸ σύμπαν ἀναστατώθηκε. Βροντές, ἀστραπὲς καὶ κατακλυσμός. Καὶ τότε πάλι ἀκούστηκε ἀπὸ τοὺς πιστούς· Παναγία μου.

Μὲ τὴν ταλάντωση τῶν καντηλιῶν ἀπὸ τὸν σεισμό, μιὰ καντήλα ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια του πρὶν ἀπὸ λίγο χειροτονηθέντος Ἄνθιμου. Ἀμέσως σταμάτησαν ὅλα. Τὴν κοσμοχαλιασιὰ διαδέχθηκε σιωπηλὴ γαλήνη ἐνῷ ὁ Ἄνθιμος ἔκλαιγε. Ὁ Θεὸς ἐπιδοκίμασε τὴν χειροτονία τοῦ Ἱερέα πλέον Ἄνθιμου μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ τὸν ὅπλισε μὲ τὴν θαυματουργική του δύναμη.



Θ) Ὁ δαιμονισμένος

Στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀδραμυττίου, ὑπῆρχε ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βασανιζόταν σκληρὰ ἀπὸ δαιμόνια. Οἱ κάτοικοι τὸν κρατοῦσαν δεμένο μὲ μιὰ μεγάλη σιδερένια ἀλυσίδα στὸν κορμὸ ἑνὸς μεγάλου πλατάνου. Μέρα καὶ νύκτα φώναζε ἄγρια καὶ ἔμενε γυμνὸς καὶ νηστικός. Ἔβγαζε ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα, ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος σὲ ὁλόκληρη τὴν περιοχή.

Οἱ Ἱερεῖς προσεύχονταν γιὰ νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθεῖ ὁ Θεός καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει. Καὶ ἐπειδὴ φοβόντουσαν νὰ τὸν πλησιάσουν, τοῦ διάβαζαν ἐξορκισμοὺς καὶ εὐχὲς ἀπὸ μακριά. Ὅταν ὁ Ἄνθιμος ἔγινε Ἱερέας, ὁ ἀνάδοχός του τὸν προέτρεπε:

-Δὲν πᾶς καὶ ἐσὺ νὰ διαβάσεις τὸν δυστυχισμένο ἐκεῖνο ἄνθρωπο;

Ὁ Ἄνθιμος στὴν ἀρχὴ ἀπέφευγε νὰ πάει. Τελικὰ τὸ πῆρε ἀπόφαση καὶ πῆγε μερικὲς φορὲς καὶ διάβαζε ἐξορκισμούς, ἔψαλλε ἁγιασμούς, ἔκανε παρακλήσεις. Μὲ τὴν θεία δύναμη τῆς προσευχῆς, ὁ ἄῤῥωστος θεραπεύτηκε ἐντελῶς. Στὸ Ἀδραμύττι τῆς Σμύρνης, τὸ γεγονὸς τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονισμένου μαθεύτηκε ἀμέσως καὶ οἱ κάτοικοι ποὺ θεωροῦσαν τὸν Ἄνθιμο Ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ἄφηναν τὶς ἐνορίες τους καὶ μαζεύονταν στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ὅπου ἐκεῖ ἱερουργοῦσε ὁ Ἱερέας Ἄνθιμος.



Ι) Στὸ Ἅγιον Ὄρος

Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀδραμυττίου ποὺ θεωροῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Ἄνθιμου σὰν θεία εὐλογία πήγαιναν κοντά του καὶ οἱ ἐνορίες τῆς περιοχῆς ἄδειαζαν. Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ ξυπνήσει στὶς καρδιὲς τῶν συλλειτουργῶν του ὁ φθόνος. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος, θέλοντας νὰ ἐλευθερώσει τοὺς συλλειτουργούς του, ἀποφάσισε νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ την περιοχή. Τὸ ἔτος 1911 λοιπόν, εὐλόγησε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε τὴν εὐχή του, ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος. Εἶχε μεγάλο πόθο νὰ προσκυνήσει τὰ Ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, καὶ νὰ ἀσπαστεῖ τὶς θαυματουργικὲς Εἰκόνες τῆς Θεομήτορος. Γνώριζε, ὅτι στὸ Ἅγιο Ὄρος ὑπῆρχαν πολλοὶ μοναχοὶ καὶ ἐρημίτες ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ μποροῦσε νὰ ὠφεληθεῖ πνευματικά. Ἐκεῖ λοιπόν, ἐπισκεπτόταν μία-μία τὶς Ἱερὲς Μονές, τὶς Σκῆτες καὶ τὰ ἀσκητήρια τῶν ἐρημιτῶν καὶ μοναχῶν. Οἱ Ἁγιορεῖτες κατάλαβαν ἀμέσως τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἄνθιμου καὶ ἐκδήλωναν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη τους μὲ πολλοὺς τρόπους. Τὸν γέμισαν μὲ δῶρα πολλά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μόνο ἕνα μικρὸ μέρος πῆρε μαζί του ὅταν ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ. Μάλιστα, τὸ βαρύτιμο Ἅγιο Ποτήριο ποὺ χρησιμοποιοῦσε στὴν Μονή του στὴν διάρκεια τῶν μεγάλων ἑορτῶν, τοῦ τὸ δώρισαν οἱ Ἁγιορεῖτες. Πνευματικὰ πλούσιος καὶ γεμᾶτος ἀγάπη ὁ Ἅγιος, θὰ ἐπιστρέψει στὴν γενέτειρά του, την Χίο.



ΙΑ) Οἱ λεπροί

Οἱ λεπροί, ἤδη ἀπὸ τὸν 7ο αἰῶνα στὴν Λομβαρδία καὶ σύμφωνα μὲ τὸ διάταγμα τοῦ Ῥοθαρίου, ἐξορίζονταν ἀμέσως μόλις διαπιστωνόταν ἡ ἀσθένειά τους. Ἔχαναν τὰ δικαιώματά τους, τὴν περιουσία τους καὶ ἐξομοιώνονταν μὲ τοὺς νεκρούς. Ἡ λέπρα, ὅπως ἡ τύφλωση καὶ ἡ τρέλα, θεωροῦνταν σημεῖα ἁμαρτίας. Ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς Γ´ Συνόδου τοῦ Λατερανοῦ προβλεπόταν ὁ περιορισμὸς τῶν λεπρῶν σὲ παρεκκλήσια ἢ σὲ νεκροταφεῖα. Γίνονταν ὅμως καὶ ἐξαιρέσεις, ὅπως τὸ μερικὸ δικαίωμα στὴν ἐκμετάλλευση τῶν ἀγαθῶν τους ἢ τὸ δικαίωμα νὰ συντάσσουν τὴν διαθήκη τους. Στὴν Ἀγγλία, βάσει τῶν ἀποφάσεων μιᾶς τοπικῆς συνόδου, θὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ τὸ 1200, νὰ ἀποδέχονται μιὰ κληρονομιά, ἀλλὰ καὶ νὰ μηνύουν. Ἄν καὶ ἀπαγορεύοταν ἡ διάλυση τοῦ γάμου τους, ἀφοῦ αὐτὸς ὡς μυστήριο δὲν μποροῦσε νὰ λυθεῖ, ἡ κατάστασή τους ταυτίζοταν μὲ τὸν θάνατο, καθὼς ἡ διαδικασία εἰσαγωγῆς τους στὸ λεπροκομεῖο ἀπαιτοῦσε μιὰ ἀκολουθία ἀντίστοιχη μὲ τὴν νεκρώσιμη.



ΙΒ) Τὸ Λεπροκομεῖο τῆς Χίου


Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Χίο, θέλοντας νὰ ἐξασφαλίσει ἀπρόσκοπτα τὴν προσευχή του, καθὼς καὶ την ἡσυχία, ἐπέλεξε νὰ ζήσει στὸ Λεπροκομεῖό της. Ἔτσι ὁ Ἅγιος θὰ μποροῦσε νὰ βρίσκεται κοντὰ στοὺς συνανθρώπους του ποὺ ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ την φοβερὴ ἀσθένεια τῆς λέπρας, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ μάστιζε καὶ τὴν Χίου. Στὸ Λεπροκομεῖο, πρὶν τὴν ἄφιξή του ἀκουγόνταν πολλὲς βρισιές, πολλὲς κατάρες, πολλοὶ τσακωμοί, καὶ τὸ κλῖμα γενικὰ δὲν ἦταν καθόλου καλὸ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Μὲ τὴν ἄφιξή του βρῆκε μιὰ ἄθλια κατάσταση καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῶν κτηριακῶν ἐγκαταστάσεων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς διαβίωσης τῶν ἀσθενῶν. Ἡ ἱερὴ διακονία του, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἐπέτρεψε στοὺς πολυάριθμους τροφίμους τοῦ Ἱδρύματος, νὰ βροῦν τὸν πιὸ στοργικὸ πατέρα στὸ πρόσωπό του. Ὁ νέος λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου ποὺ ὑπηρετοῦσε τοὺς λεπροὺς συνανθρώπους του, δὲν ἄργησε νὰ μετατρέψει τὸ Λωβοκομεῖο, ἀπὸ ἕνα τόπο ὀδύνης σὲ ἕνα ἐπίγειο Παράδεισο, ὅπου πλέον ἐπικρατοῦσε ἡ τάξη καὶ ἡ ὀργάνωση. Ῥίχτηκε λοιπὸν στὴν δουλειά. Ἄρχισε νὰ γλυκαίνει μὲ τὴν καλοσύνη του τὸν πόνο. Ἔχυνε μὲ τὴν στοργή του καὶ τὴν τρυφερότητά του βάλσαμο στὶς πονεμένες ἀπὸ τὴν ἀπελπισία τῆς ἀνίατης ἀσθένειας ψυχές τους. Καὶ οἱ λεπροί, ποὺ μέχρι τότε ἔβλεπαν νὰ τοὺς ὑπηρετοῦν μὲ ἀηδία, κατάλαβαν! Εἶδαν τὸν νεαρό, σὰν Ἄγγελο ἀπὸ τὸν οὐρανό. Καὶ ἦταν πραγματικὰ Ἄγγελος καὶ στὴν μορφὴ καὶ στὴν ψυχή. Καὶ τὸν ἀγάπησαν μὲ ὅλη τους τὴν ψυχή.

Ἡ λειτουργία τοῦ ἱδρύματος βασιζόταν στὸ κοινοβιακὸ σύστημα καὶ ὅλα τὰ φρόντιζε ὁ ἴδιος. Μὲ στοργὴ καὶ ἀγάπη ἀγκάλιασε ὅλους τοὺς ἀῤῥώστους. Ὅλοι ἀνῆκαν στὴν οἰκογένειά του καὶ ὁ Ἅγιος σὰν στοργικὸς πατέρας ἔτρωγε μαζί τους στο ἴδιο τραπέζι. Ἡ συναναστροφή του μὲ τοὺς λεπρούς, φανέρωσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο τὶς ἀρετές του. Ἦταν ὁ τέλειος οἰκονόμος, ἀφοῦ δὲν ἔλειψε ποτὲ καὶ τίποτε ἀπὸ τὸ ἵδρυμα. Ἦταν ὁ τέλειος νοσοκόμος, ἀφοῦ καθάριζε μὲ ἐπιμέλεια τὶς σαπισμένες καὶ δυσώδεις πληγὲς ὅλων τῶν ἀσθενῶν. Ἦταν ὁ γιατρὸς τῶν ψυχῶν ὅλων ἀφοῦ ἔσκυβε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ προσκέφαλό τους, τοὺς παραστεκόταν καὶ μὲ στοργὴ προσπαθοῦσε νὰ ἐλαφρύνει τὸν πόνο τους.

Μὲ τὸ καιρό, στὸ Λεπροκομεῖο ἔπαψαν πλέον νὰ ἀκούγονται βρισιές, τσακωμοὶ καὶ τὴν θέση τους τώρα πιὰ εἶχαν πάρει οἱ ὕμνοι πρὸς τὸν Θεό. Ἦταν μάλιστα πάρα πολλοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδύθηκαν τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Εἰδικὰ οἱ περισσότερες γυναῖκες ἀσθενεῖς τοῦ Λεπροκομεῖου, ἔγιναν μοναχές, οἱ ὁποῖες τώρα πιὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν Γέροντά τους. Παρ᾿ ὅλη ὅμως τὴν ἔντονη καθημερινή του δράση ὁ Ἅγιος ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του σὲ αὐστηρὴ ἄσκηση ἐνῶ ἐμφανιζόταν πάντα ἁπλός, ταπεινὸς καὶ πρᾶος. Ἦταν ἡ ψυχὴ ὅλων τῶν λεπρῶν, ποὺ ἐργαζόταν ἀσταμάτητα γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ Ἱδρύματος. Ὅταν ἔβρισκε λίγο χρόνο, ἀποσυρόταν σὲ κάποιο δάσος καὶ γιὰ πολλὲς ὧρες προσευχόταν κάτω ἀπὸ τὰ πεῦκα.



ΙΓ) Τὸ ὅραμα τῆς Παναγίας

Τὸ Λεπροκομεῖο τῆς Χίου μὲ τὴν παρουσία τοῦ παπα-Ἄνθιμου ἔγινε τὸ κέντρο ὅλων τῶν λεπρῶν, ὄχι μόνο αὐτῶν ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τῆς Χίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ποὺ συνέῤῥεαν ἀπὸ ἄλλες περιοχές, ἀφοῦ τὰ κατορθώματά του ἔγιναν παντοῦ γνωστά. Κέντρο ἰάσεως ὄχι μόνο τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς, ἔγινε τὸ Λεπροκομεῖο τῆς Χίου, γιατὶ τὸ περιβόητο παπαδάκι τοῦ Λωβοκομείου, θεράπευε πρῶτα τὴν ψυχικὴ ἀσθένεια. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος συμπαραστεκόταν στὸν Ἄνθιμο καὶ ἔτρεχε ἀρωγὸς στὴν δύσκολη πάλη του μὲ τὸν ἀνθρώπινο πόνο.

Λίγο μετὰ τὴν ἐγκατάστασή του στὸ Λεπροκομεῖο, τοῦ ἀποκαλύφθηκε μέσα στὸν Ναὸ τοῦ ἱδρύματος μιὰ Εἰκόνα, ἡ Παναγία ἡ Ὑπακοή. Σὲ ὅραμα τοῦ ἐμφανίσθηκε ἡ Παναγία καὶ τοῦ εἶπε: Λάβε τὴν Εἰκόνα μου καὶ ἐπιμελήσου την καὶ νὰ ἰδεῖς τὶ θὰ γίνῃ μίαν ἡμέρα.

Πράγματι, ὁ Ἅγιος ἐπιχρύσωσε καὶ μὲ εὐλάβεια ἐκόσμησε τὴν Εἰκόνα. Ἔτσι ὁ λυτρωτικὸς ποταμὸς τοῦ ἐλέους τῆς Παναγίας ἀνάβλυζε ἀστείρευτος στὸ ἄντρο τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας. Ἡ θαυματουργὴ δύναμη τῆς Παναγίας τῆς Ὑπακοῆς, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μεσιτεία τοῦ Γέροντα Ἄνθιμου ἐπιτέλεσε ἀναρίθμητα θαύματα. Μὲ τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, μὲ τὸ Ἅγιον Ἔλαιον ἀπὸ τὴν καντήλα της καὶ μὲ τὸ σταύρωμα ἀπὸ τὴν δεξιὰ τοῦ Γέροντα, ἐρχόταν ἡ ἐξ ὕψους βοήθεια. Ἀσθενεῖς θεραπεύτηκαν, ἀνίατες πληγὲς ἰάθηκαν, ἀκάθαρτα πνεύματα ἐκδιώθηκαν καὶ τυφλοὶ βρῆκαν τὸ φῶς τους.



ΙΔ) Ἡ φήμη τῆς ἁγιοσύνης του

Σύντομα, ἡ φήμη του διαδόθηκε καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ νησιοῦ. Πρῶτα, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας καὶ ἀργότερα ἀπὸ διάφορες πόλεις τοῦ ἐξωτερικοῦ· τὴν Αἴγυπτο, τὴν Αὐστραλία καὶ τὴν Ἀμερική, ἀναξιοπαθοῦντες προσέτρεχαν κοντά του, ζητῶντας βοήθεια. Ἄμισθος ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωμάτων ὁ Ἅγιος τῶν λεπρῶν ἐργαζόταν ἀκούραστα γιὰ το ποίμνιό του. Ὁ λόγος τοῦ Γέροντα εἶχε τόση δύναμη, ὥστε μποροῦσε νὰ μεταβάλει τοὺς ἀπίστους σὲ πιστούς, τοὺς φιλάργυρους σὲ ἐλεήμονες, τοὺς ἐχθροὺς σὲ φίλους. Ὁ Ἄνθιμος γνώριζε, ὅτι τὰ Μοναστήρια ἀποτελοῦν τὴν καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ εἶχε ὁραματισθεῖ τὴν ἵδρυση μιᾶς γυναικείας Μονῆς, ἑνὸς Ἱεροῦ Παρθενῶνος. Κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν Μικρασιατῶν τοῦ 1914, πολλὲς ἦσαν οἱ Μοναχὲς ποὺ ἐκδιώχθησαν ἀπὸ τὶς Μονές τους καὶ ἦλθαν στὴν Χίο. Μὴ ἔχοντας ποῦ νὰ πᾶνε καὶ ἀκούγοντας γιὰ τὸν πατέρα Ἄνθιμο κατέφυγαν κοντά του γιὰ τὴν προστασία τους.



ΙΕ) Ἡ Ἱερὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας

Ὁ Ἅγιος πίστευε ἀκράδαντα, ὅτι θὰ τὸν βοηθοῦσε ἡ χάρη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ κτίσει ἕνα Μοναστήρι ὅπου θὰ τοποθετήσει τὴν πάνσεπτον Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας. Τὴν Ἱερὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας πῆρε στὰ χέρια του σὰν μιὰ ἀνεκτίμητη κληρονομιὰ ἀπὸ τὴν μακαρίτισσα τὴν μητέρα του. Ἐκείνη μάλιστα τὴν εἶχε πάρει διαδοχικὰ ἀπὸ τὴν γιαγιά της. Στὶς 23 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1889, τὴν πῆρε καὶ πῆγε στὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ νὰ τὴν ἐπιδιορθώσουν ἐκεῖ οἱ μοναχοί, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν πολυκαιρία εἶχε παληώσει. Πῆρε λοιπὸν τὴν Ἁγία Εἰκόνα ἐπιδιορθωμένη καὶ τὴν ἔβαλε μέσα στὸ κελλάκι του, ποὺ ἔκτισε μόνος του τότε σὲ μιὰ ἀπομονωμένη γωνία τῶν πατρικῶν του κτημάτων. Ἐκείνη εἶχε μόνη παρηγοριὰ καὶ βοήθεια σὲ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις τοῦ βίου του. Πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἔτρεχαν καθημερινὰ στὸ ταπεινό του κελλάκι νὰ προσκυνήσουν τὴν θεία ἐκείνη Εἰκόνα ποὺ ἡ Χάρη της ἐνεργοῦσε ἄπειρα θαύματα.



ΙΣΤ) Ἡ ἐπανεμφάνιση τῆς Παναγίας

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 1924 παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο τοῦ Ἄνθιμου μιὰ ὡραιότατη κόρη ὑψηλοῦ ἀναστήματος, ποὺ φοροῦσε ἕνα μαῦρο φόρεμα καὶ τοῦ εἶπε: Ὥς πότε θὰ μὲ ἔχεις ἔτσι μέσα στὸ κελλάκι σου;

Ἀπὸ ἁπλότητα δὲν ἔδωσε σημασία στὸ ὄνειρο καὶ τὸ παραμέλησε. Ὅμως ἀῤῥώστησε βαριά, ἡ δὲ ἀσθένειά του παρατάθηκε μέχρι τὰ τέλη Δεκεμβρίου καὶ βασανίστηκε πολὺ σκληρά. Τότε ὁ Γέροντας εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν ἴδια Κόρη, ἡ Ὁποία τοῦ εἶπε: Σοῦ λέω ἀμέσως νὰ μοῦ κάμεις τὸ λευκό μου φόρεμα. Τί ἀμελεῖς; Κάμε το καὶ ἐγὼ θὰ Σὲ βοηθήσω.

Τότε πίστεψε πλέον ὅτι ἦταν ἡ Παναγία. Μόλις ξημέρωσε ἡ ἑπόμενη μέρα ἔστειλε τὴν εἰκόνα στὸν χρυσοχόο νὰ τὴν ἀσημώσει. Ὅταν ἡ Εἰκόνα ἦλθε πίσω ἀσημωμένη στὸ ταπεινὸ κελλάκι του τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, ἀμέσως πέρασαν οἱ ζαλάδες καὶ οἱ σκοτοδῖνες, ποὺ πέντε μῆνες τὸν βασάνιζαν.

Τὴν Παναγία ἐπικαλοῦνταν ὁ Ἄνθιμος καὶ στὴν Παναγία κατάφευγε, σὰν μία ὄαση ποὺ ἀναπαυόταν στὴν σκιά της καὶ ποὺ ξεδιψοῦσε στὸ δροσερὸ νερό Της. Κάθε βράδυ Τὴν ἱκέτευε θερμά, μὲ δάκρυα στὰ μάτια, νὰ εἶναι Ὁδηγὸς καὶ προστάτης του καὶ νὰ τὸν βοηθοῦσε ἡ Χάρη Της, σύμφωνα μὲ τὸ Ὄνομά Της, νὰ κάνει Μοναστήρι, γιὰ νὰ στεγάσει ἐκεῖ μέσα τὴν πάνσεπτη Εἰκόνα Της.



ΙΖ) Ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Μονῆς πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας

Σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν ἀποφάσισε νὰ οἰκοδομήσει τὸ ποθούμενο Μοναστήρι γιὰ νὰ στεγάσει τὰ πλέον ἀφοσιωμένα τέκνα του, τὶς μοναχές, ποὺ μὲ τοὺς δύο φοβεροὺς διωγμοὺς ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσία, εἶχαν φθάσει στὶς πενήντα τὸν ἀριθμὸ καὶ σὰν περιπλανώμενα πρόβατα στενοχωριόντουσαν ποὺ δὲν εἶχαν μάνδρα νὰ στεγασθοῦν. Γιὰ τὴν ἀνέργεση τῆς Μονῆς κατέφυγε ἀρχικὰ στὸν τοπο καταγωγῆς του, στὰ Καρδάμυλα καὶ μάλιστα στην θέση Πέρα Παναγιά, γιατὶ ἤθελε νὰ ἱδρύσει Μονὴ στὴν περιοχὴ τῆς Βόρειας Χίου. Ὅμως ὁ τότε Ἐπίσκοπος Καρδαμύλων, Βολισσοῦ, Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν, ὁ Ἰωακεὶμ Στρουμπῆς ἀρνήθηκε.

Ἀπαγοητευμένος ἀπὸ τὰ Καρδάμυλα ὁ Ἄνθιμος, ὑπέβαλε νέα αἴτηση στὶς 6 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1927 στὸν Μητροπολίτην Χίου Ἱερώνυμο Γοργία. Ὅμως ὁ Ἱερώνυμος ἀρχικὰ ἁρνήθηκε, θεωρώντας πλέον ξεπερασμένες τὶς ἰδέες περὶ ἱδρύσεως Μοναστηριῶν καὶ τῆς ἐπιστροφῆς στὸν Μοναχικὸ βίο.

Στὴν αἴτηση διατυπωνόταν παράκληση τοῦ Ἀρχιμανδίτη Ἄνθιμου ἀλλὰ καὶ τῶν μοναχῶν, θυμάτων τοῦ Μικρασιατικοῦ ξεῤῥιζωμοῦ, ποὺ ἄστεγες καὶ ῥακένδυτες ἐπαιτοῦσαν στέγη καὶ τροφή, καὶ ζητοῦσαν τὴν προστασία του. Σκοπὸς τοῦ Ἄνθιμου ἦταν νὰ κτίσει ἱερὸ Παρθενώνα μὲ Ἱερὸ Ναὸ γιὰ νὰ μένουν, νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ἐργάζονται οἱ Μοναχές. Τελικά, μὲ τὶς πιέσεις μεγάλων Χίων εὐπατρίδων καὶ εὐεργετῶν, οἱ δυσκολίες παρακάμφθηκαν. Ἔτσι στὶς 5/11/1927 χορηγήθηκε ἡ ἄδεια.

Στὶς 19/2/1928, ἡμέρα Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω, τέλεσε ὁ ἴδιος τὸν ἁγιασμὸ τῶν θεμελίων τῆς Μονῆς καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ κατάνυξη ψυχῆς, τοποθέτησε ὁ ἴδιος τὸν θεμέλιο λίθο, παρουσίᾳ πλήθους πιστῶν καὶ πνευματικῶν του τέκνων σὲ μιὰ περιοχὴ λίγα χλμ. ἔξω ἀπὸ τὸν συνοικισμὸ Φραγκομαχαλᾶ, ἐπάνω στὸ λοφίσκο καὶ στὸν δρόμου ποὺ ὁδηγεῖ στὸ χωριὸ Καρυές. Τὰ ὑλικά, μὲ τὴν φροντίδα του συγκεντρώθηκαν καὶ οἱ ἐργασίες του ἄρχισαν μὲ τὴν ἐπίβλεψή του. Ὁ ἴδιος ἐκτελοῦσε χρέη ἀρχιτέκτονα, διευθυντή, γραμματέα καὶ ταμία. Μὲ βροχὲς καὶ χιόνια τὸν χειμώνα καὶ μὲ καύσωνα τὸ καλοκαίρι ἐργαζόταν μαζὶ μὲ τοὺς μαστόρους. Διέθεσε γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ ὅτι χρήματα εἶχε συγκεντρώσει ἀπὸ τὶς οἰκονομίες του ὡς Ἱερέας καὶ διευθυντὴς τοῦ Λωβοκομείου. Ἀλλὰ καὶ ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Χίου, γεμάτος ἔνθερμο ἐνθουσιασμό, βοήθησε τὸν Γέροντα. Τότε μάλιστα ἐμφανίστηκαν κάποιοι καὶ ζήτησαν ἀκόμα καὶ τὴν κατεδάφιση τῆς μισοκτισμένης Μονῆς. Οἱ διῶκτες σιώπησαν, ἀφοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀγνοήσουν τὰ θαύματα ποὺ γίνονταν ἀπὸ τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, ποὺ ἦσαν γνωστὰ καὶ παραδεκτὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς γιατρούς. Μέσα σὲ δύο χρόνια περατώθηκε ἡ ἀνέργεση τῆς Μονῆς, ὅπως καὶ τοῦ περικαλλοῦς βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ ναοῦ στὴν μέση τῶν ἄλλων κτισμάτων, τοῦ ὁποίου ὁ θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε μετὰ ἀπὸ μία μεγαλοπρεπὴ τελετή, στὶς 26/8/1928.



ΙΗ) Ἡ Ἱερὴ Εἰκόνα στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μονῆς

Ἡ Μονή, ἕτοιμη πλέον, δέχτηκε τὴν ἐγκατάσταση τῶν γυναικῶν μοναχῶν. Ὁ Ἱερομόναχος Ἄνθιμος πανευτυχὴς χαιρόταν, ποὺ τὸ ὄνειρό του πραγματοποιήθηκε ἔστω καὶ τώρα, στὰ ἑξῆντα δύο του χρόνια. Ἡ ψυχική, σωματικὴ καὶ διανοητική του κούραση τέτοιες στιγμὲς ξεχνιόταν.

Στὶς 30 Μαρτίου τοῦ 1930 ἡ θαυματουργὴ Εἰκόνα Παναγία ἡ Βοήθεια μεταφέρθηκε μὲ κατανυκτικὴ τελετή, ἀπὸ τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου στὸ νεόδμητο βυζαντινὸ ναὸ τῆς Μονῆς.

Οὐδέποτε ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ βίου μου, θὰ λησμονήσω τὴν χαρὰ ποὺ εἶχα. Ἢ στὴν γῆ ἐπατοῦσα ἢ ἐπετοῦσα στὸν ἀέρα δὲν ἐγνώριζα. Ἢ στὰ ἐπίγεια ἤμουν ἢ στὰ οὐράνια δὲν αἰσθανόμουν· ἔλεγε ὁ ἴδιος στὰ μετέπειτα χρόνια.

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μετοίκησε στὸ ναὸ πολὺ ἐνωρίτερα! Τὸ βεβαίωσαν οἱ φύλακες τῆς Μονῆς, Νικόλαος καὶ Μαριάνθη Χατζημανώλη, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἀποπεράτωση τῆς Μονῆς καὶ χωρὶς νὰ ἔχει κατοικηθεῖ κανένα κτίριο ἀκόμη, ἐνῶ ἀσφάλισαν καὶ ἔλεγξαν τὸ Μοναστήρι, εἶδαν μιὰ ὡραιότατη γυναίκα ὑψηλοῦ ἀναστήματος, ντυμένη μεγαλοπρεπῶς, νὰ ἀνοίγει μία-μία τὶς πόρτες κάθε κελλιοῦ καὶ νὰ προχωρεῖ στὸ ἑπόμενο μέχρι τὸ τελευταῖο!

Ἔντρομοι οἱ φύλακες ἀπόρησαν ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε μπεῖ ἡ γυναίκα, ἀφοῦ ὅλες οἱ πόρτες ἦσαν κλειστές, καὶ ἔτρεξαν νὰ τὴν φθάσουν ἀπὸ τὸ ἀντίθετο σημεῖο τοῦ διαδρόμου, ὅπου δὲν ὑπῆρχε ἄλλη διέξοδος. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα ἐκείνη ἔγινε ἄφαντη απὸ τὰ μάτια τους.

Τὸ Μοναστήρι λειτούργησε μὲ κοινοβιακὸ σύστημα. Ὁ Ἱερὸς Παρθενώνας, πῆρε τὴν ἐπωνυμία τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας, δηλαδὴ Παναγία Βοήθεια.

Ὁ Γέροντας ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸ Λωβοκομεῖο μετὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια προσφορᾶς. Οἱ ποικίλες ὡστόσο συμφορὲς τῆς ζωῆς, ὁ βαθὺς πόνος, οἱ ἀσθένειες καὶ οἱ θλίψεις ὁδηγοῦσαν τοὺς πιστοὺς στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν τὴν βοήθεια τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνας τῆς Παναγίας. Οἱ πιστοί, κουρασμένοι ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς, ἔτρεχαν νὰ πάρουν τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντα. Καὶ ὁ παπα-Ἄνθιμος μὲ ἀνεξάντλητη καλωσύνη πρόσφερε σὲ ὅλους πνευματικὴ στήριξη καὶ ὁδηγοῦσε ὅλους στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς. Ἡ Μονὴ στάθηκε τὸ ὀχυρὸ τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων, τὸ καταφύγιο πάσης ψυχῆς θλιβομένης, τὸ ἀληθινὸ λιμάνι στὶς τρικυμίες τοῦ βίου καὶ ἄγκυρα ἐλπίδας.



ΙΘ) Ἡ φιλοπατρεία του

Ὁ Ἄνθιμος ὑπῆρξε ταυτόχρονα καὶ φλογερὸς πατριώτης. Ἔζησε μέσα στὴν τυραννία τῆς Τουρκοκρατίας. Γεύτηκε ὅλη τὴν κακὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀλλοτρίων ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς γέννησής του μὲχρι τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Χίου στὶς 11 Νοεμβρίου 1912. Μὲ τὴν συνείδηση, ὅτι εἶναι πατέρας τοῦ χριστιανικοῦ λαοῦ τοῦ νησιοῦ, ὁ Γέροντας Ἄνθιμος συμμετεῖχε καὶ στὸν ἀμυντικὸν ἀγῶνα τῆς Ἑλλάδας τοῦ 1940-1941 μὲ κάθε τρόπο. Τὴν Γερμανικὴ κατοχὴ γνώρισε ἡ Χίος στὶς 4 Μαΐου 1941.

Κατὰ τὴν σκοτεινὴ κατοχὴ τῆς πατρίδας μας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ Ἰταλοὺς ὑπῆρξε ἐμψυχωτὴς καὶ συμπαραστάτης στοὺς σκληρὰ δοκιμαζόμενους συμπατριῶτές του. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο, διεφύλαξε καὶ διέσωσε τὴν Ἱερὰ Μονή, τὴν ὁποία οἱ Γερμανοὶ θέλησαν νὰ κάνουν ὁρμητήριό τους, τοποθετώντας πολεμοφόδια στὸ Μοναστήρι.

Ὁ ἁγιασμένος Γέροντας ἱερουργοῦσε μὲ πατριαρχικὴ μεγαλοπρέπεια. Στὸ πρόσωπό του, τὸ εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο, ἀντιφέγγιζε ἡ ὁσία ψυχή του, ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή του, ἡ συντροφιά του μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν Παναγία Δέσποινα. Ἡ Γερμανικὴ Κατοχὴ τερματίστηκε στὶς 10 Σεπτεμβρίου 1944 καὶ στὴν διάρκειά της σημειώθηκαν ἡρωϊκὲς πράξεις ἀντίστασης ἀπὸ μέρους τῶν Χιωτῶν.

Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, γρήγορα ξεπέρασε τὰ ὅρια τοῦ νησιοῦ, ἁπλώθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα καὶ πιὸ πέρα ἀκόμη, στὴν Ἑλληνικὴ διασπορὰ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Αὐστραλίας καὶ τοῦ Καναδᾶ.



Κ) Ἄριστος βοτανολόγος

Ὁ Γέροντας ἦταν μιὰ πνευματικὴ παρουσία στὴν Χίο, ποὺ κάλυψε σχεδὸν ἑπτὰ δεκαετίες. Στὸ διάστημα αὐτό, ὅπως ὁ ἴδιος ἐξομολογήθηκε, δὲν χόρτασε οὔτε τὸ ψωμί, οὔτε τὸν ὕπνο.

Δεῖγμα χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔβαλε σκοπὸ τῆς ζωῆς του νὰ δίνει. Νὰ δίνει χωρὶς ποτὲ νὰ ζητᾶ τίποτε, χωρὶς νὰ παίρνει τίποτα.

Ἡ ἰατρική του ἦταν καθαρή, ἐμπειρική, καὶ τίμια. Ὅταν ὑπῆρχαν περιπτώσεις, ποὺ ξέφευγαν ἀπὸ τὰ γνωστά του γιατροσόφια, ἀλλὰ καὶ τὶς εὐχὲς καὶ σταυρώματα, τότε ὁ ἴδιος ἔστελνε τοὺς ἀσθενεῖς στοὺς εἰδικοὺς γιατρούς. Τὰ βότανα τὰ μάζευε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὰ πλούσια Χιώτικη χλωρίδα καὶ τὰ φύλαγε μὲ περισσὴ ἐπιμέλεια. Βασικὸς τρόπος θεραπείας, τὸ σταύρωμα καὶ ἡ ἐπίθεση τῶν χεριῶν του πάνω στὸν πάσχοντα, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν βαθιὰ προσευχή. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἀναμφίβολη γνώση τοῦ Ἄνθιμου γιὰ τὴν χρήση τῶν βοτάνων, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ γιὰ τὴν χρησιμοποίησή τους· ἡ ταπείνωση.

Ἤθελε νὰ κρύβει τὰ κατὰ Θεία Χάριν θαυματουργικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπεμβάσεών του καὶ ἕνας τρόπος ἦταν τὰ βότανα ἢ τὸ λαδάκι τῆς Παναγίας, ὥστε νὰ μὴν φαίνεται, ὅτι ὁ ἴδιος ἔκανε τὸ θαῦμα, ἀλλὰ ὁ χόρτος τοῦ ἀγροῦ, ὅπως ὁ Ἰησοῦς χρησιμοποίησε πηλὸ ἢ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ.

Ἡ πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους, Χριστιανούς, Τούρκους ἢ Ἑβραίους. Τοὺς δεχόταν ὅλους καὶ τοὺς ἐφρόντιζε μὲ τὴν ἴδια στοργὴ καὶ ἀγάπη.



ΚΑ) Βαρύτατα ἀσθενής

Ὅμως ὁ χρόνος βαρύς, συσσωρεύθηκε πάνω του. Ἡ μακροχρόνια ἀῤῥώστια τοῦ στομάχου ἔφτασε πιὰ στὸ ἀπροχώρητο. Οἱ δυνάμεις του σταδιακὰ τὸν ἐγκατέλειπαν. Πέρασε πλέον τὰ ὀγδόντα ἑπτά του χρόνια, ἂν καὶ πρὶν δέκα χρόνια ὁ θεράποντας γιατρὸς τῆς Μονῆς εἶχε διαπιστώσει, ὅτι Ἀνωτέρα Δύναμις συγκρατεῖ στὴν ζωὴ τὸν Γέροντα.

Τὴν πρώτη Ἰανουαρίου τοῦ 1959 ἐτέλεσε τὴν τελευταία του Λειτουργία. Πλῆθος κόσμου εἶχε κατακλύσει τὸν ναό, σὰν νὰ γνώριζε ὅτι ὁ Γέροντας θὰ λειτουργοῦσε γιὰ τελευταία φορά. Στὰ Εἰσόδια τῆς Παναγίας τοῦ 1959 ὁ πολυσέβαστος καὶ ὁλόλευκος Γέροντας ἔχοντας ξεχάσει τοὺς ἐνενῆντα χειμῶνες ποὺ εἶχε περάσει, τέλεσε καὶ σὲ αὐτὴ τὴν τελευταία χρονιὰ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του τὴν περιφορὰ τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας, ψάλλοντας.

Στὶς 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1960, ἦλθε γιὰ τελευταία φορά, ὅπου κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, εἶπε καὶ ἀσπάσθηκε τὴν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.

Τὸ πρωὶ τῆς 1ης Φεβρουαρίου τοῦ 1960 κάλεσε στὸ κελλί του τὶς μοναχές, στὶς ὁποῖες καὶ ἀνακοίνωσε ὅτι θὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Τὶς παρακάλεσε νὰ μὴν προσεύχονται πιὰ γιὰ τὴν ὑγεία του, γιατὶ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα νὰ φύγει γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, καὶ ἔδωσε τὶς τελευταῖες συμβουλές του. Τοὺς τόνισε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πάντα ἀγαπημένες μεταξύ τους καὶ νὰ σέβονται τὴν Μονή. Τὶς εὐχαρίστησε, γιατὶ καταδέχθηκαν καὶ ἔγιναν ὑποτακτικές του καὶ ζήτησε συγγνώμη, ἄν ποτὲ τὶς ἐπίκρανε.

-Ὅλη ἡ Χίος νὰ ἔχει τὴν εὐχή μου, τὴν ταπεινὴ εὐχή μου· καὶ ἐὰν παρεπίκρανα κανένα, τοῦ ζητῶ συγχώρεση. Ὅλους τοὺς παρακαλῶ νὰ εὔχονται γιὰ τὴν ἁμαρτωλή μου ζωή.

Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἄνθιμος ἔμεινε στο κρεββάτι του, ὑποφέροντας βαρειὰ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του χωρὶς νὰ δοκιμάζει τροφή, πίνοντας μόνο λίγο νερό, καὶ μεταλαμβάνοντας κάθε μέρα μὲ κατάνυξη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Μὲ τὴν διάδοση τὴς ἀσθένειάς του μεγάλος ἀριθμὸς πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, πηγαινοέρχονταν στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ δεῖ τὸν Γέροντα καὶ νὰ πάρει τὴν εὐχή του. Ὅ Ἄνθιμος ὅλους τοὺς γνώριζε καὶ ἀπὸ ὅλους ζητοῦσε μὲ δακρυσμένα μάτια συγχώρεση. Μία ἦταν ἡ θερμὴ παράκληση σὲ ὅλους· νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ προστατεύουν τὸ Μοναστήρι του.



ΚΒ) Ὁσιακὴ Κοίμηση

Στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960, πρὶν ὁ ἥλιος ἀνατείλει, ὁ φωστήρας καὶ ποδηγέτης Πατέρας Ἄνθιμος παρέδωκε τὸ πνεῦμά του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, σὲ ἡλικία 91 χρόνων. Κοιμήθηκε τὸν τίμιο καὶ γαλήνιο ὕπνο τοῦ δικαίου. Ὁ θρῆνος καὶ ἡ ὀδύνη τῶν ὀγδόντα καὶ πλέον μοναζουσῶν δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιγραφεῖ. Πένθιμα διακοσμήθηκε ὅλη ἡ Μονή. Οἱ καμπάνες τοῦ Μοναστηριοῦ σήμαιναν λυπητερά, καὶ θρηνοῦσαν τὸν χαμὸ τοῦ ἱδρυτῆ καὶ κτίτορα. Οἱ θλιμμένες κωδωνοκρουσίες τους ἀνακοίνωναν στὸν Χιακὸ λαό, ὅτι ὁ μέγας εὐεργέτης τους ἐκοιμήθη. Ἀλλὰ καὶ οἱ καμπάνες ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Χίου ἀνήγγειλαν στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Χίου, τὴν κοίμηση τοῦ στοργικοῦ Πατέρα. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 16ης Φεβρουαρίου καὶ ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔδυε, ἡ σεβάσμιος σορὸς τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου ἐναποτίθετο σὲ μνημεῖο δίπλα στὸν ναό, κοντὰ στὸ πεύκο ποὺ ὁ ἴδιος φύτεψε. Οἱ ἀραιὲς σταγόνες τῆς βροχῆς καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τοῦ Χιακοῦ λαοῦ καὶ τῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ Γέροντα πότισαν το χῶμα, ποὺ δέχτηκε τὸ σεπτὸ σκήνωμά του. Τέτοιες Ἅγιες μορφὲς στέλνει κοντά μας ὁ Κύριος γιὰ νὰ μὴν ξεχνᾶμε καὶ ξεμακραίνουμε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά Του.



ΚΓ) Θαυματουργεῖ ἐν ζωῇ

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος δὲν μᾶς ἄφησε πολλὰ συγγράμματα, γιατὶ δὲν γνώριζε πολλὰ γράμματα. Ἄφησε ὅμως νουθεσίες πολλές, καὶ πολύτιμους λόγους, τοὺς ὁποίους φρόντισαν οἱ μοναχὲς νὰ καταγράψουν, ὅπου φαίνεται ἡ φλογερή του πίστη καὶ ἡ κατὰ Θεὸν σοφία του. Ὅπως ὁμολογεῖται καὶ ἀπὸ τὶς μοναχές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλους, τόσο στὴν Χίο, ὅσο καὶ ἄλλους εὑρισκόμενους πιστούς, ὁ Ἱερομόναχος Ἄνθιμος μὲ τὴν Θεία Χάρη ἐμφάνισε θαυματουργικὴ δύναμη καὶ ἐνῷ ἀκόμη ἦταν στὴν ζωή.

Ἔτσι λοιπόν, θεράπευσε πληγές, ἕλκη, διάφορα τραύματα, στραμπουλήγματα, φνιδιάσματα (δηλαδὴ πρηξίματα ὅπως τὰ λένε στὴν Χίο). Κατὰ τὴν ὁμολογίας τῆς μακαριστῆς Ἡγουμένης Βρυαίνης, κάθε μέρα ἀπὸ τὸ κελλί του περνοῦσαν ἑξῆντα ἕως ἑβδομήκοντα ἀσθενεῖς, στοὺς ὁποίους ἔδινε πάντα παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα. Ἀναρίθμητα τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου. Τὶς ἀλοιφὲς τὶς ἔφτιαχνε μόνος του. Μὲ ἀφεψήματα βοτάνων καὶ μὲ καταπλάσματα προσέφερε σὲ ὅλους ἀνακούφιση. Γιὰ τοὺς βασανιζόμενους ἀπὸ δαιμόνια καὶ τοὺς ψυχικὰ ἀῤῥώστους εἶχε τοὺς ἐξορκισμούς.



ΚΔ) Μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου

1. Σηκωτὴ πῆραν τὴν Παρασκευὴ Αἰκατερίνη στὸ Λωβοκομεῖο μὲ πρήξιμο στὴν κοιλιά, καὶ κίνδυνο νὰ φτάσει τὸ νερὸ στὴν καρδιά. Ἄταφη νεκρὴ πῆγα κοντά του· εἶπε ἡ ἴδια. Οἱ γιατροὶ τῆς Χίου καὶ ὁ περίφημος γιατρὸς Κουντουρᾶς δὲν πίστευαν στὰ μάτια τους, ὅταν διαπίστωσαν τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας της.

2. Ὁ βουλευτὴς Χίου Ῥοδοκανάκης, στὸν Γέροντα Ἄνθιμο κατέφυγε, ὅταν ὁ γαμπρός του, ὁ ξακουστὸς γιατρὸς Κουντουρᾶς, στάθηκε ἀνήμπορος νὰ τὸν θεραπεύσει καὶ ἀπὸ τότε ὁ Κουντουρᾶς πολὺ σεβόταν τὸν Πατέρα Ἄνθιμο καὶ τοῦ φάνηκε μάλιστα καὶ χρήσιμος. Τὸν ἀθώωσε ὅταν οἱ δημιοί του θέλησαν νὰ τὸν φυλακίσουν γιὰ τὶς γιατρειὲς ποὺ ἔκανε.

3. Ἀπὸ πολυαρθρίτιδα θεραπεύει τὸν νεαρὸ Ἐμμανουὴλ Βακέντη ἀπὸ τὴν Σάμο τὸ 1930, ἐνῶ τὸν φιλοξενοῦσε στὸ κελλί του.

4. Ἀργότερα, τὸ 1966,ἡ Παναγία ἡ Βοήθεια χάρισε ξανὰ τὴν ὑγεία τῆς γυναίκας του, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ ὄγκο στὸ στῆθος.

5. Στὸ Λωβοκομεῖο ἦταν ἀκόμη, ὅταν πῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ ἡ Κυριακὴ Ἀμπατζῆ, γιατὶ ἤθελε νὰ χαλάσει τὸ τέταρτο παιδὶ ποὺ περίμενε. Εἶχε ἦδη τρία κορίτσια καὶ φοβόταν μήπως ἀποκτοῦσε πάλι κορίτσι. Ὁ Γέροντας τὴν ἀπέτρεψε, τὴν στήριξε καὶ τὴν διαβεβαίωσε ὅτι ἦταν ἀγόρι καὶ θὰ τὸ βαπτίσει ὁ ἴδιος.

6. Ἀπὸ βέβαιο πνιγμὸ ἔσωσε τὸν καπετὰν Γιώργη τὸν Λιγνὸ καὶ τὸ πλήρωμά του ἀπὸ τὶς Αἰγνοῦσες, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόμενος τον Γέροντα, τοῦ εἶπε εἰς ἐπήκοον ὅλων:

-Ἐκεῖ ποὺ ταξιδεύαμε Γέροντά μου, μᾶς ἔπιασε κυκλώνας…κλάματα, φωνές, ἀπελπισία στὸ πλήρωμα. Παναγία μου Βοήθεια καὶ Ἅγιε Ἄνθιμε, σῶσέ μας ἀπὸ τοῦτο τὸ κακό, φωνάζω. Δὲν θὰ τὸ πιστέψεις Γέροντά μου! Μιὰ ἀόρατος δύναμις ἅρπαξε τὸ ὑπερωκεάνειο ἐκεῖνο σὰν νὰ ἦταν καρυδόφυλλο, τὸ πέταξε στὴν ξηρά, πάνω σὲ ἕνα βουνό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πάλι τὸ παίρνει καὶ τὸ φέρνει μέσα στὴν θάλασσα σὲ ἄλλο μέρος μακριὰ ἀπὸ τὸν κυκλώνα.



ΚΕ) Θαύματα μετὰ τὴν κοίμησή του ἐν Κυρίῳ

Ὅμως τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου συνεχίζονται καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του.

1. Ἀπὸ βέβαιο θάνατο σώζει τὸ κοριτσάκι τοῦ Αἰμίλιου καὶ τῆς Εἰρήνης Πολίτση ἀπὸ τὸν Κορυδαλλό. Οἱ γιατροὶ τοῦ ἀφαίρεσαν μέρος ἀπὸ τὸ συκώτι μὲ τὴν γνωμάτευση ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ζωῆς. Τώρα, κάθε καλοκαίρι φέρνουν τὴν μικρὴ Μαρία στὴν Χίο, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Γέροντα.

2. Τρεῖς φορὲς ἄνοιξαν τὴν Μαρία Βαμβούρη στὴν κλινικὴ τοῦ Ἀντωνάκου στὸν Πειραιᾶ, γιὰ νὰ τὴν χειρουργήσουν, μὰ ἀπελπισμένοι οἱ γιατροὶ τὴν ἄφησαν. Στὸν ὕπνο της ὅμως ὁ Γέροντας τὴν ἐνθάῤῥυνε νὰ μὴν φοβᾶται. Δὲν θὰ πεθάνεις. Δύο ποτήρια χαμομήλι ἀπὸ θερμός, ποὺ ἔχεις δίπλα σου καὶ μιὰ ἀσπιρίνη θὰ σὲ βοηθήσουν νὰ ξεπρησθεῖς. Εἶχε γίνει σὰν ἀστακός. Οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ πιστέψουν στὸ θαῦμα!

3. Μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Γέροντα καὶ τὴν θαυματουργὴ δάφνη, ἡ Παναγία χαρίζει ὑγιέστατα καὶ πανέξυπνα παιδιὰ σὲ πολυάριθμα ἄτεκνα ζευγάρια. Γιὰ πρώτη φορά, ἔχουμε λύση τῆς στείρωσης στὴν Μαρκέλλα Τσίμηλα. Τὴν νύκτα τῆς κηδείας του, ὁ Γέροντας παρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο της καὶ τῆς εἶπε νὰ βράσει φύλλα ἀπὸ τὴν δάφνη ποὺ εἶναι γύρω ἀπὸ τὸ φέρετρό του καὶ νὰ πιεῖ τὸ ζουμί της.

4. Σὲ πολλὰ παιδιὰ ποὺ γεννιοῦνται μὲ τὴν θαυματουργὴ δύναμη τοῦ Γέροντα, πίνοντας τὸ ἀφέψημα τῆς δάφνης, ποὺ ὁ ἴδιος φύτεψε στὸ Μοναστήρι, οἱ γονεῖς δίνουν τὸ ὄνομα Ἄνθιμος, Ἀνθίμη.



ΚΣΤ) Κατατάσσεται στὸ Ἁγιολόγιο

Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου ἔγινε στὶς 3 Σεπτεμβρίου τοῦ 1965, ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρα Ἀνθίμου Ἐπισκόπου Νικομηδείας, ἀλλὰ καὶ ἑορτὴ ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Πλῆθος πιστῶν ἦλθαν νὰ ἀσπαστοῦν τὰ Ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα τοποθετήθηκαν καὶ φυλάσσονται μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα τῆς Μονῆς, δεξιὰ τῆς Ἁγίας Τράπεζας.

Τὸ κελλί του βρίσκεται ἀκριβῶς μπροστὰ στὴν εἴσοδο δεξιὰ μετὰ ἀπὸ τὴν σιδερένια θύρα τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ οἱ εὐσεβεῖς προσκυνητὲς μποροῦν νὰ βρεθοῦν στὸν Ἱερὸ Χῶρο, ποὺ ἔζησε ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος, καὶ νὰ προσκυνήσουν τὴν πτωχική του κλίνη, μὲ ὅλα τὰ προσωπικά του ἀντικείμενα, μικρὰ καὶ μεγάλα.

Μὲ τὴν ὑπ᾿ ἀριθμ. 1148 ἀπὸ 14-8-1992 ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος κατετάγη εἰς τὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 15ην Φεβρουαρίου

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 ἐγκαινιάσθηκε ὁ πρῶτος Ναὸς τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τοῦ Χίου, ποὺ κτίσθηκε στὴν τοποθεσία ὅπου γεννήθηκε ὁ Ὅσιος, στὰ Λειβάδια τῆς Βροντάδου.

Εἶθε μὲ τὶς πρεσβεῖές του νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.






Βιβλιογραφία

1. +Βρυαίνης Μοναχῆς Καθηγουμένης τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Βοήθειας: Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἀνθίμου τοῦ θαυματουργοῦ· ποιηθεῖσα τῷ 1960. Ἱ. Μ. Παναγίας Βοήθειας, Χίος, 1993.

2. Θεοκλήτου μοναχοῦ Διονυσιάτου: Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου ὁ θαυματουργός. Ἱ. Μ. Παναγίας Βοήθειας, Χίος, 1987.

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας


Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ἐκ τῆς ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Η ΘΕΙΑ Λειτουργία ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὀρθόδοξης λατρείας. Εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ παραμένει πάντα ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα ἀληθινῆς ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς θείας Λειτουργίας μᾶς εἰσάγει ἀριστοτεχνικὰ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μεγάλος μυστικὸς θεολόγος καὶ κορυφαῖος θεωρητικὸς της λειτουργικοπνευματικῆς ζωῆς, ὁ σημαντικότερος ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθόδοξου ἀνθρωπισμοῦ τοῦ 14ου αἰῶνα.

Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γύρω στὰ 1322. Ἀνατράφηκε χριστιανικὰ ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ μητέρα του, ποὺ μετὰ τὴ χηρεία της (1363) ἔγινε μοναχή, διδάχθηκε τὰ ἐγκύκλια γράμματα ἀπὸ τὸν λόγιο θεῖο του Νεῖλο Καβάσιλα, ποὺ ἀργότερα ἀναδείχθηκε σὲ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1361-1363), καὶ καλλιεργήθηκε πνευματικὰ μέσα στοὺς ἡσυχαστικοὺς κύκλους τῆς γενέτειράς του, ποὺ διευθύνονταν ἀπὸ τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη Ἰσίδωρο, τὸν κατοπινὸ οἰκουμενικὸ πατριάρχη (1347-1349).

Γιὰ ἑφτὰ περίπου χρόνια (1335-1342) σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλοσοφία, θεολογία, ρητορική, νομική, μαθηματικὰ καὶ ἀστρονομία.

Στὴν πατρίδα του ξαναβρέθηκε στὰ χρόνια της ἐπαναστάσεως καὶ κυριαρχίας τῶν Ζηλωτῶν (1342-1349), παίρνοντας ἐνεργὸ μέρος στὶς πολιτικὲς ζυμώσεις, καθὼς καὶ στὰ 1363-1364 γιὰ οἰκογενειακὲς ὑποθέσεις. Τὸ ὑπόλοιπο καὶ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του τὸ πέρασε στὴ Βασιλεύουσα, ὅπου, πέρα ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή του μὲ τὰ κοινὰ πράγματα -κοντὰ στ᾿ ἄλλα διετέλεσε καὶ σύμβουλος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνοῦ (1347-1355)-, ἐπιδόθηκε σὲ περαιτέρω μελέτες καὶ στὴ συγγραφή. Τελικά, πάντως, ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καί, καθὼς φαίνεται, ἔγινε μοναχός, ἴσως καὶ κληρικός. Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ μετὰ τὸ 1391, πιθανότατα στὴ μονὴ τῶν Μαγγάνων.

Στὴν τελευταία καὶ ὥριμη περίοδο τῆς ζωῆς τοῦ ἱεροῦ Καβάσιλα ἀνήκουν τὰ δυὸ κύρια πνευματικά του ἔργα, «Εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν» καὶ «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ λαμπρότερα κείμενα τῆς χριστιανικῆς γραμματείας. Μιὰ σύνθεση ἐκλεκτῶν ἀποσπασμάτων τοῦ πρώτου, σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, παρουσιάζεται στὶς ἑπόμενες σελίδες.

Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἁγίου ἀνοίγει τὰ πνευματικά μας μάτια, κάνοντάς μας ἱκανοὺς νὰ πλησιάσουμε μὲ αἴσθηση ψυχῇς τὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ γίνουμε οὐσιαστικοὶ συμμέτοχοί της, ὄχι παθητικοὶ θεατές της. Ἔτσι θὰ μπορέσουμε ν᾿ ἀνταποκριθοῦμε μὲ ἐπίγνωση στὸ εὐφρόσυνο κάλεσμα ποὺ ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνει σὲ κάθε εὐχαριστιακή της σύναξη: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος».




Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

ΕΡΓΟ τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ μεταβολὴ τῶν δώρων ποὺ προσφέρουν οἱ πιστοί – τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου – σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Καὶ σκοπὸς τῆς εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ θεία μετάληψη ἀποκομίζουν τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τὸ σκοπὸ συμβάλλουν οἱ προσευχές, οἱ ψαλμῳδίες, τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται καὶ λέγονται στὴ διάρκεια τῆς Λειτουργίας. Μέσα σε αὐτὰ εἶναι σὰν νὰ βλέπουμε σὲ ἕνα πίνακα ζωγραφισμένη ὁλόκληρή τη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος της. Γιατὶ ὁ καθαγιασμὸς τῶν δώρων, ἡ ἴδια δηλαδὴ ἡ θυσία, διακηρύσσει τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του, καθὼς τὰ δῶρα αὐτὰ μεταβάλλονται στὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο, τὴ δημόσια ἐμφάνισή Του, τὰ θαύματα καὶ τὴ διδασκαλία Του. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται τῆς θυσίας, συμβολίζουν τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὸ Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία τους μαζί Του.

Οἱ πιστοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ συμμετέχουν σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ προσηλωμένο τὸ νοῦ, γίνονται πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, πιὸ θερμοὶ στὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τέτοιες λοιπὸν διαθέσεις ἀξιώνονται νὰ πλησιάσουν καὶ τὴ φωτιὰ τῶν μυστηρίων καὶ νὰ μεταλάβουν μὲ κάθε ἀσφάλεια καὶ οἰκειότητα.

Αὐτὸ εἶναι συνοπτικὰ τὸ νόημα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἂς τὴν ἐξετάσουμε τώρα ὅσο μποροῦμε λεπτομερέστερα, ἀρχίζοντας μὲ ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται στὴν ἁγία Πρόθεση [Εἰδικὸς χῶρος ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα, ὅπου τοποθετοῦνται (προτίθενται-πρόθεση) τὰ δῶρα ποὺ προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οἱ πιστοὶ γιὰ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἐδῶ γίνεται ἡ ἀναγκαία προετοιμασία τους ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἱερέα].

Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ

Τὰ τίμια δῶρα

Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ προσφέρουν οἱ πιστοὶ γιὰ τὴ λειτουργία, καὶ τὰ ὁποία συμβολίζουν τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, δὲν τοποθετοῦνται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸ Θυσιαστήριο γιὰ τὴ θυσία, ἀλλὰ πρῶτα τοποθετοῦνται στὴν ἁγία Πρόθεση καὶ ἀφιερώνονται στὸ Θεὸ σὰν δῶρα τίμια – αὐτὴ εἶναι πλέον καὶ ἡ ὀνομασία τους.

Προσφέρουμε στὸ Θεὸ ψωμὶ καὶ κρασί, γιατὶ αὐτὰ ἀποτελοῦν τροφὴ ἀποκλειστικὰ ἀνθρώπινη, μὲ τὴν ὁποία συντηρεῖται καὶ ἐκδηλώνεται ἡ ζωή μας. Γιὰ αὐτὸ καὶ πιστεύεται πώς, ὅταν προσφέρει κανεὶς τροφή, εἶναι σὰν νὰ προσφέρει τὴν ἴδια τη ζωή. Ἐπειδὴ λοιπὸν μὲ τὰ μυστήρια ὁ Θεός μας χαρίζει τὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἦταν φυσικὸ καὶ τὸ δικό μας δῶρο νὰ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ζωή, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἀταίριαστη ἡ προσφορά μας μὲ τὴν ἀνταπόδοση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ ἔχει κάτι συγγενικό. Ἄλλωστε ὁ Κύριος παρήγγειλε νὰ Τοῦ προσφέρουμε ψωμὶ καὶ κρασί, κι Αὐτὸς πάλι μᾶς ἀνταποδίδει «ἄρτον οὐράνιον» καὶ «ποτήριον ζωῆς». Θέλησε νὰ Τοῦ προσφέρουμε ἐμεῖς ἐφόδια τῆς πρόσκαιρης ζωῆς, κι Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἀντιπροσφέρει τὴν αἰώνια ζωή. Γιὰ νὰ φανοῦν ἔτσι ἡ χάρη Του σὰν ἀμοιβὴ καὶ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του σὰν πράξη δικαιοσύνης.

Ἀνάμνηση τῆς σταυρικῆς θυσίας

Ὁ ἱερέας ἀφοῦ πάρει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ κόψει τὸ ἱερὸ τμῆμα ποὺ θὰ μεταβληθεῖ σὲ σῶμα Χριστοῦ, λέει: «Εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὰ λόγια αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ ὅλη τη λειτουργία καὶ ἀνταποκρίνονται στὴν παραγγελία ποὺ ἄφησε ὁ Χριστὸς ὅταν παρέδωσε τὸ μυστήριό της Θείας Εὐχαριστίας: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. 22:19).

Ἀλλὰ ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνάμνηση; Πῶς θὰ θυμηθοῦμε τὸν Κύριο στὴ Λειτουργία καὶ τί θὰ διηγηθοῦμε γιὰ Αὐτόν; Μήπως ἐκεῖνα ποὺ Τὸν ἀπέδειξαν Θεὸ παντοδύναμο; Ὅτι δηλαδὴ ἀνέστησε νεκρούς, χάρισε τὸ φῶς σὲ τυφλούς, πρόσταξε τοὺς ἀνέμους νὰ κοπάσουν, χόρτασε χιλιάδες ἀνθρώπους μὲ λίγα ψωμιά; Ὄχι, ὁ Χριστὸς δὲν ζήτησε νὰ θυμόμαστε αὐτά, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκεῖνα ποὺ φανερώνουν ἀδυναμία, δηλαδὴ τὴ σταύρωση, τὸ πάθος, τὸ θάνατο. Γιατὶ τὰ πάθη ἦταν πιὸ ἀναγκαῖα ἀπὸ τὰ θαύματα. Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ μᾶς προξενοῦν τὴ σωτηρία καὶ τὴν ἀνάσταση, ἐνῷ τὰ θαύματά Του ἀποδεικνύουν μόνο ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἱερέας πεῖ, «Εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου…», προσθέτει ἐκεῖνα ποὺ δηλώνουν τὴ σταύρωση καὶ τὸ θάνατο. Τεμαχίζει δηλαδὴ μὲ τὸ μαχαίρι τὸν ἄρτο, λέγοντας τὴν προφητεία: «Σὰν πρόβατο ὁδηγήθηκε στὴν σφαγή. Καὶ σὰν ἀρνὶ ἀμώμητο, ποὺ παραμένει ἄφωνο μπροστὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει, ἔτσι κι Αὐτὸς δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα Του. Καταδικάστηκε σὲ ταπεινωτικὸ θάνατο καὶ Τοῦ ἀρνήθηκαν δίκαιη κρίση. Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν καταγωγή του; Γιατὶ ἐξαλείφθηκε ἡ ζωή Του ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς» (Ἡσ. 53:7-8). Κι ἀφοῦ ἐναποθέσει στὸ ἅγιο Δισκάριο τὸ ἱερὸ τμῆμα ποὺ ἔκοψε (Ἀμνό), προσθέτει τὰ λόγια: «Θυσιάζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ παίρνει ἐπάνω Του τὴν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων» (πρβλ. Ἰω. 1:29). Μετὰ χαράζει πάνω στὸν Ἀμνὸ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, δείχνοντας ἔτσι τὸν τρόπο ποὺ ἔγινε ἡ θυσία: μὲ τὸ σταυρό. Ὕστερα, μὲ τὸ μαχαίρι ποὺ ἔχει σχῆμα λόγχης, κεντάει τὸν Ἀμνὸ στὸ δεξὶ μέρος καὶ λέει: «Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες Του τρύπησε τὴν πλευρὰ μὲ τὴ λόγχη». Καὶ χύνοντας μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο κρασὶ καὶ νερό, συμπληρώνει: «κι ἀμέσως βγῆκε αἷμα καὶ νερό» (Ἰω. 19:34).

Μνημονεύσεις τῶν ὀνομάτων

Ὁ ἱερέας συνεχίζει τὴν Προσκομιδή. Ἀφαιρεῖ τώρα μικρὰ κομματάκια (μερίδες) ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἄρτους, καὶ σὰν δῶρα ἱερὰ τὰ τοποθετεῖ στὸ ἅγιο Δισκάριο, λέγοντας γιὰ τὸ καθένα: «Εἰς δόξαν τῆς Παναγίας τοῦ Θεοῦ Μητρός», ἢ «Εἰς πρεσβείαν τοῦ τάδε ἢ τοῦ τάδε Ἁγίου» ἢ «Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τῶν τάδε ζώντων ἢ τῶν τάδε τεθνεώτων».

Τί σημαίνουν αὐτά; Εὐχαριστία στὸ Θεὸ καὶ ἱκεσία. Γιατὶ μὲ τὰ δῶρα μας εἴτε ἀνταποδίδουμε στὸν εὐεργέτη τὴν εὐεργεσία ποὺ μᾶς ἔκανε εἴτε καλοπιάνουμε κάποιον γιὰ νὰ μᾶς εὐεργετήσει. Ἔτσι καὶ ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὰ δῶρα ποὺ προσφέρει στὸ Θεό, Τὸν εὐχαριστεῖ γιατὶ στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων της τῆς δόθηκαν ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καὶ Τὸν ἱκετεύει νὰ δοθοῦν αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ στὰ παιδιά της ποὺ ἀκόμα ζοῦν καὶ τὸ τέλος τους εἶναι ἀβέβαιο, καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν πεθάνει, ἀλλὰ μὲ ἐλπίδες ὄχι τόσο καλὲς καὶ σίγουρες. Γιὰ αὐτὸ λοιπὸν μνημονεύει ὀνομαστικὰ πρῶτα τους Ἁγίους, ἔπειτα τοὺς ζῶντες καὶ τέλος τοὺς κεκοιμημένους. Καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους εὐχαριστεῖ, ἐνῷ γιὰ τοὺς ἄλλους ἱκετεύει.

Κάλυψη τῶν τιμίων δώρων

Τὰ ὅσα εἰπώθηκαν καὶ ἔγιναν πάνω στὸν Ἀμνό, γιὰ νὰ συμβολίσουν τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου, εἶναι ἁπλὲς περιγραφὲς καὶ σύμβολα. Ὁ Ἀμνὸς παρέμεινε ἄρτος, μόνο ποὺ τώρα ἔγινε δῶρο ἀφιερωμένο στὸ Θεό, καὶ συμβολίζει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὴν πρώτη Του ἡλικία. Γιὰ αὐτὸ ὁ ἱερέας ἀναπαριστᾷ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν στὸν νεογέννητο Κύριο στὴ φάτνη. Βάζει πάνω στὸν ἄρτο τὸν λεγόμενο Ἀστερίσκο καὶ λέει: «Καὶ νά, τὸ ἀστέρι ᾖρθε καὶ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν τόπο, ὅπου ἦταν τὸ Παιδί» (Ματθ. 2:9). Ὕστερα σκεπάζει τὸ Δισκάριο καὶ τὸ Ποτήριο μὲ πολυτελῆ καλύμματα καὶ θυμιάζει. Γιατὶ ἀρχικὰ ἦταν συγκαλυμμένη ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, μέχρι τὸν καιρὸ ποὺ Αὐτὸς ἄρχισε νὰ θαυματουργεῖ, καὶ ὁ Θεὸς Πατέρας ἔδινε τὴ μαρτυρία Του ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁλοκληρωθεῖ ἡ Προσκομιδή, ὁ λειτουργὸς ἔρχεται στὸ Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ ἀρχίζει τὴ Λειτουργία.


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Δοξολογία

«Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος…». Μ᾿ αὐτὴ τὴ δοξολογία ἀρχίζει ὁ ἱερέας τὴ Λειτουργία. Γιατὶ καὶ οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι τὸ ἴδιο κάνουν ὅταν παρουσιάζονται στὸν κύριό τους. Πρῶτα-πρῶτα δηλαδὴ τὸν ἐγκωμιάζουν, κι ἔπειτα τὸν παρακαλοῦν γιὰ τὶς δικές τους ὑποθέσεις.

Εἰρηνικά

Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ πρώτη αἴτηση τοῦ ἱερέα; «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Λέγοντας εἰρήνη, δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴ μεταξύ μας εἰρήνη, ὅταν δηλαδὴ δὲν μνησικακοῦμε ἐναντίον κανενός, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρήνη πρὸς τοὺς ἑαυτούς μας, ὅταν δηλαδὴ ἡ καρδιά μας δὲν μᾶς κατηγορεῖ γιὰ τίποτα. Τὴν ἀρετὴ τῆς εἰρήνης, βέβαια, τὴν ἔχουμε πάντοτε ἀνάγκη, μὰ ἰδιαίτερα τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, γιατὶ χωρὶς αὐτὴν κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ σωστὰ καὶ νὰ ἀπολαύσει κάποιο καλὸ ἀπὸ τὴν προσευχή του.

Στὴ συνέχεια παρακαλοῦμε γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸ κράτος καὶ τοὺς ἄρχοντες, γιὰ ὅσους βρίσκονται σὲ κινδύνους, γιὰ ὅλους γενικὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ δὲν προσευχόμαστε μόνο γιὰ ὅ,τι ἐνδιαφέρει τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἀναγκαῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ – «ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς…». Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ αἴτιος καὶ χορηγὸς ὅλων, καὶ σ᾿ Αὐτὸν μόνο πρέπει νὰ ἔχουμε στραμμένα τὰ βλέμματά μας.

Σὲ ὅλες τὶς αἰτήσεις οἱ πιστοὶ ἐπαναλαμβάνουν μία μόνο φράση, τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Τὸ νὰ ζητᾶμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ζητᾶμε τὴ βασιλεία Του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ ἀρκοῦνται σ᾿ αὐτὴ τὴ δέηση, γιατὶ αὐτὴ τὰ περιλαμβάνει ὅλα.


Ἀντίφωνα

Ἔπειτα ἀρχίζουν οἱ ψαλμῳδίες ποὺ περιέχουν θεόπνευστα λόγια ἀπὸ τοὺς Προφῆτες. Τὰ ἀντίφωνα -ἔτσι λέγονται- μᾶς ἁγιάζουν καὶ μᾶς προπαρασκευάζουν γιὰ τὸ μυστήριο. Ταυτόχρονα ὅμως μᾶς θυμίζουν τὰ πρῶτα χρόνια της παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, τότε ποὺ Ἐκεῖνος δὲν φαινόταν ἀκόμα στὸν πολὺ κόσμο, καὶ γιὰ αὐτὸ ἦταν ἀπαραίτητα τὰ προφητικὰ λόγια. Ὅταν ἀργότερα ἐμφανίστηκε ὁ Ἴδιος, δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀνάγκη τῶν προφητῶν, ἀφοῦ Τὸν ἔδειχνε παρόντα ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης.


Μικρὴ εἴσοδος

Τὴν ὥρα ποὺ ψάλλεται τὸ τρίτο ἀντίφωνο, γίνεται ἡ εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴ συνοδεία λαμπάδων. Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ κρατάει ὁ διάκονος ἤ, ἂν δὲν ὑπάρχει διάκονος, ὁ ἱερέας. Ἐνῷ λοιπὸν αὐτὸς πρόκειται νὰ εἰσέλθει στὸ Ἱερό, στέκεται σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ τὸν συνοδεύσουν ἅγιοι ἄγγελοι, γιὰ νὰ γίνουν συμμέτοχοί του στὴν ἱερουργία καὶ τὴ δοξολογία. Στὴ συνέχεια σηκώνει ψηλὰ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ δείχνει στοὺς πιστοὺς καί, ἀφοῦ εἰσέλθει στὸ Θυσιαστήριο, τὸ ἀποθέτει στὴν ἁγία Τράπεζα.

Ἡ ὕψωση τοῦ Εὐαγγελίου συμβολίζει τὴν ἀνάδειξη τοῦ Κυρίου ὅταν ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται στὰ πλήθη. Γιατὶ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο δηλώνεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Τώρα λοιπὸν ποὺ φανερώνεται ὁ Χριστός, κανεὶς δὲν προσέχει τὰ λόγια τῶν Προφητῶν, γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ μικρὴ Εἴσοδο, ψάλλουμε ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὴν καινούρια ζωὴ ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός. Ὑμνοῦμε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ γιὰ ὅσα ἔκανε γιὰ μᾶς. Ἐγκωμιάζουμε ἐπίσης τὴν Παναγία ἢ ἄλλους Ἁγίους, ἀνάλογα μὲ τὴν ἑορτὴ ἢ τὸν Ἅγιο ποὺ τιμᾷ ἡ Ἐκκλησία κάθε φορά.


Τρισάγιος ὕμνος

Ἀνυμνοῦμε τέλος τὸν ἴδιο τὸν Τριαδικὸ Θεό, ψάλλοντας: «Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος ἰσχυρός, ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Τὸ «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος…» ἀποτελεῖ τὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων (Ἡσ. 6:3). Καὶ τὰ «Θεός», «ἰσχυρός» καὶ «ἀθάνατος» εἶναι λόγια τοῦ προφήτη Δαβίδ: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» (Ψαλμ. 41:3).

Ψάλλουμε τὸν Τρισάγιο Ὕμνο μετὰ τὴν εἴσοδο τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ διακηρύξουμε πὼς μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι ἑνώθηκαν καὶ ἀποτελοῦν πλέον μία Ἐκκλησία.


Ἀναγνώσματα

Ἀμέσως μετὰ ὁ ἱερέας παραγγέλλει σὲ ὅλους νὰ μὴ στέκονται μὲ ὀκνηρία, ἀλλὰ νὰ ἔχουν προσηλωμένο τὸ νοῦ τους σὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «Πρόσχωμεν». Καὶ μὲ τὸ «Σοφία» ὑπενθυμίζει στοὺς πιστοὺς τὴ σοφία μὲ τὴν ὁποία πρέπει νὰ συμμετέχουν στὴ Λειτουργία. Αὐτὴ εἶναι οἱ καλοὶ λογισμοὶ ποὺ ἔχουν ὅσοι εἶναι πλούσιοι σὲ πίστη καὶ ξένοι ἀπὸ καθετὶ ἀνθρώπινο. Εἶναι πράγματι ἀνάγκη νὰ παρακολουθοῦμε τὴ Λειτουργία μὲ τοὺς πρέποντες λογισμούς, ἂν βέβαια θέλουμε νὰ μὴν χάνουμε ἄδικα τὸν καιρό μας. Ἐπειδὴ ὅμως κάτι τέτοιο δὲν εἶναι εὔκολο, χρειάζεται καὶ ἡ δική μας προσοχὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ὑπενθύμιση, ὥστε νὰ ξανασυγκεντρώνουμε τὸ νοῦ μας, ποὺ συνεχῶς ξεχνιέται καὶ παρασύρεται σὲ μάταιες φροντίδες.

Ἐπίσης καὶ ἡ ἐκφώνηση «Ὀρθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστὰ στὸ Θεὸ νὰ στεκόμαστε πρόθυμοι, μὲ εὐλάβεια καὶ ζῆλο πολύ. Καὶ πρῶτο σημάδι αὐτοῦ τοῦ ζήλου εἶναι ἡ ὄρθια στάση τοῦ σώματός μας. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκφωνήσεις, διαβάζονται τὸ Ἀποστολικὸ καὶ τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Αὐτὰ δηλώνουν τὴ φανέρωση τοῦ Κυρίου, ὅπως γινόταν σιγὰ-σιγὰ μετὰ τὴν πρώτη Του ἐμφάνιση στοὺς ἀνθρώπους. Στὴ μικρὴ Εἴσοδο τὸ Εὐαγγέλιο ἦταν κλειστὸ καὶ συμβόλιζε τὸ διάστημα τῶν τριάντα πρώτων ἐτῶν τοῦ Κυρίου, τότε ποὺ ὁ Ἴδιος ἀκόμα σιωποῦσε. Τώρα ὅμως ποὺ διαβάζονται τὰ ἀναγνώσματα, ἔχουμε τὴν πληρέστερη ἀποκάλυψή Του, μὲ ὅσα ὁ Ἴδιος δίδασκε δημόσια κι μὲ ὅσα πρόσταζε τοὺς Ἀποστόλους νὰ κηρύσσουν.


Μεγάλη Εἴσοδος

Σὲ λίγο ὁ λειτουργὸς θὰ προχωρήσει πλέον στὴ θυσία, καὶ πρέπει τὰ δῶρα ποὺ πρόκειται νὰ θυσιαστοῦν, νὰ τοποθετηθοῦν στὴν ἁγία Τράπεζα. Γιὰ αὐτὸ ἔρχεται τώρα στὴν Πρόθεση, παίρνει τὰ τίμια δῶρα, τὰ κρατάει στὸ ὕψος τοῦ κεφαλιοῦ του καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ Ἱερό. Προχωρώντας μὲ πολλὴ κοσμιότητα καὶ μὲ βῆμα ἀργό, τὰ περιφέρει στὸ ναό, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, συνοδευόμενος ἀπὸ λαμπάδες καὶ θυμιάματα. Τελικὰ εἰσέρχεται στὸ θυσιαστήριο καὶ τὰ ἀποθέτει στὴν ἁγία Τράπεζα.

Στὸ πέρασμα τοῦ ἱερέα οἱ πιστοὶ ψάλλουν καὶ προσκυνοῦν μὲ κάθε σεβασμὸ παρακαλώντας νὰ τοὺς μνημονεύει τὴν ὥρα ποὺ θὰ προσφέρει στὸ Θεὸ τὰ τίμια δῶρα. Γιατὶ ξέρουν πὼς δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικότερη ἱκεσία ἀπὸ τούτη τὴ φρικτὴ θυσία, ποὺ καθάρισε δωρεὰν ὅλες τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου (Χαρακτηριστικὸ λειτουργικὸ στοιχεῖο τῆς Μεγάλης Εἰσόδου εἶναι ὁ Χερουβικὸς Ὕμνος, ποὺ ψάλλεται σὲ ἀργὸ μέλος ἀπὸ τὸ χορό: «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσάδοντες, πᾶσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν, ὡς τὸν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Ἀλληλούια». Δηλαδή: «Ἐμεῖς ποὺ μυστικὰ εἰκονίζουμε τὰ Χερουβεὶμ καὶ ψάλλουμε στὴ ζωοποιὸ Τριάδα τὸν τρισάγιο ὕμνο, ἂς ἀφήσουμε κάθε βιοτικὴ μέριμνα, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλιὰ τῶν ὅλων, ποὺ ἀόρατα συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ τάγματα. Ἀλληλούια»).

Ἡ μεγάλη Εἴσοδος συμβολίζει τὴν πορεία τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἔπρεπε νὰ θυσιαστεῖ. Καθισμένος τότε πάνω σὲ ζῷο, ἔμπαινε στὴν Ἁγία Πόλη, συνοδευόμενος καὶ ὑμνούμενος ἀπὸ τὰ πλήθη.


Σύμβολο τῆς πίστεως

Ὁ ἱερέας καλεῖ τώρα τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν «ὑπὲρ τῶν προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ ἁγιαστοῦν τὰ τίμια δῶρα ποὺ εἶναι μπροστά μας, ὥστε νὰ ἐκπληρωθεῖ ἔτσι ὁ ἀρχικός μας σκοπός».

Ὕστερα, ἀφοῦ προσθέσει καὶ ἄλλες αἰτήσεις, παρακινεῖ ὅλους νὰ ἔχουν μεταξὺ τοὺς εἰρήνη («Εἰρήνη πᾶσι») καὶ ἀγάπη («Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους…»). Κι ἐπειδὴ τὴ μεταξύ μας ἀγάπη ἀκολουθεῖ ἡ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ ἡ τέλεια καὶ ζωντανή μας πίστη σ᾿ Αὐτόν, γι᾿ αὐτό, ἀμέσως μετὰ ὁμολογοῦμε τὸν ἀληθινὸ Θεό: «Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον».

«Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν», συμπληρώνει ὁ λειτουργός. Μ᾿ αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ: «Ἀνοῖξτε διάπλατα ὅλες τὶς πόρτες, δηλαδὴ τὰ στόματα καὶ τὰ αὐτιά σας, στὴν ἀληθινὴ σοφία, δηλαδὴ σὲ ὅσα ὑψηλὰ μάθατε καὶ πιστεύετε γιὰ τὸ Θεό. Αὐτὰ συνεχῶς νὰ λέτε καὶ νὰ ἀκοῦτε, καὶ μάλιστα μὲ ζῆλο καὶ προσοχή».

Τότε οἱ πιστοὶ ἀπαγγέλλουν δυνατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως («Πιστεύω εἰς ἕναν Θεόν…») .


Ἁγία ἀναφορά

«Στῶμεν καλώς· στῶμεν μετὰ φόβου. Πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν», προτρέπει πάλι ὁ ἱερέας. Δηλαδή: «Ἂς σταθοῦμε γερὰ σὲ ὅσα ὁμολογήσαμε μὲ τὸ «Πιστεύω…», χωρὶς νὰ κλονιζόμαστε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Ἂς σταθοῦμε μὲ φόβο, γιατὶ εἶναι μεγάλος ὁ κίνδυνος νὰ πλανηθοῦμε. Ὅταν ἔτσι σταθεροὶ παραμένουμε στὴν πίστη, τότε ἂς προσφέρουμε τὰ δῶρα μας στὸ Θεὸ μὲ εἰρήνη».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ ἔχουν στὸ νοῦ τους καὶ τὰ λόγια του Κυρίου: «Ἂν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ θυμηθεῖς ὅτι κάποιος κάτι ἔχει ἐναντίον σου, συμφιλιώσου πρῶτα μαζί του, καὶ μετὰ ἔλα νὰ προσφέρεις τὸ δῶρο σου» (Ματθ. 5:23 -24).

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἱερέας ἀνυψώσει τὶς ψυχὲς καὶ τὰ φρονήματα τῶν πιστῶν ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πρὸς τὰ οὐράνια, ἀρχίζει τὴν εὐχαριστήρια προσευχή. Μιμεῖται ἔτσι τὸν πρῶτο Ἱερέα, τὸν Χριστό, ποὺ εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ Πατέρα προτοῦ παραδώσει τὸ μυστήριό της θείας Εὐχαριστίας.

Τὸν δοξολογεῖ τώρα κι αὐτὸς καὶ Τὸν ὑμνεῖ μαζί με τοὺς ἀγγέλους. Τὸν εὐγνωμονεῖ γιὰ ὅλες τὶς εὐχαριστίες ποὺ μᾶς ἔκανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Τὸν εὐχαριστεῖ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ στὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Διηγεῖται μάλιστα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…» (Ματθ. 26:26–27).

Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ πεῖ, «Ἔχοντας λοιπὸν στὸ νοῦ μας αὐτὴ τὴ σωτήρια ἐντολὴ καὶ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει γιὰ μᾶς, δηλαδὴ τὴ σταύρωση, τὴν ταφή, τὴν τριήμερη ἀνάσταση, τὴν ἀνάληψη στοὺς οὐρανούς, τὴν ἐνθρόνιση στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, τὴ δεύτερη καὶ ἔνδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει μὲ τὴν ἐκφώνηση: «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέροντες κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα, σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν». Μὲ τοῦτα τὰ λόγια εἶναι σὰν νὰ λέει στὸν οὐράνιο Πατέρα: «Σοῦ προσφέρουμε τὴν ἴδια ἐκείνη προσφορὰ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Μονογενής Σου Υἱὸς πρόσφερε σ᾿ Ἐσένα, τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα. Καὶ προσφέροντας τὴν, Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, γιατὶ κι Ἐκεῖνος προσφέροντας τὴν Σ᾿ εὐχαριστοῦσε. Τίποτα δικό μας δὲν προσθέτουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν προσφορὰ τῶν δώρων. Γιατὶ δὲν εἶναι δικά μας ἔργα τοῦτα τὰ δῶρα, ἀλλὰ δικά Σου δημιουργήματα. Οὔτε καὶ δική μας ἐπινόηση εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς λατρείας, ἀλλὰ Ἐσὺ μᾶς τὸν δίδαξες κι Ἐσὺ μᾶς παρακίνησες νὰ Σὲ λατρεύουμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γι᾿ αὐτό, ὅσα Σοῦ προσφέρουμε, εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου δικά Σου...».

Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ ἱερέας προσπίπτει καὶ ἱκετεύει θερμὰ τὸ Θεό. Παρακαλεῖ γιὰ τὰ δῶρα ποὺ ἔχει μπροστά του, ὥστε νὰ δεχθοῦν τὸ πανάγιο καὶ παντοδύναμο Πνεῦμα Του καὶ νὰ μεταβληθοῦν ὁ μὲν ἄρτος στὸ ἴδιο τὸ ἅγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ δὲ οἶνος στὸ ἴδιο τὸ ἄχραντο αἷμα Του.

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς εὐχές, ἡ θεία ἱερουργία ὁλοκληρώθηκε! Τὰ δῶρα ἁγιάστηκαν! Ἡ θυσία πραγματοποιήθηκε! Τὸ μεγάλο θῦμα καὶ σφάγιο, ποὺ θυσιάστηκε γιὰ χάρη τοῦ κόσμου, βρίσκεται μπροστὰ στὰ μάτια μας, πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα! Γιατὶ ὁ ἄρτος δὲν εἶναι πλέον τύπος τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Κυρίου ποὺ δέχτηκε ὅλες ἐκεῖνες τὶς προσβολές, τὰ ῥαπίσματα, τὰ φτυσίματα, τὶς πληγές, τὴ χολή, τὴ σταύρωση. Καὶ ὁ οἶνος εἶναι τὸ ἴδιο τὸ αἷμα ποὺ ξεπήδησε ὅταν σφαζόταν τὸ σῶμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα, αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα ποὺ ἔλαβε σύσταση ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Παρθένο Μαρία, ποὺ θάφτηκε, ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα, ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθησε στὰ δεξιά του Πατέρα.

Καὶ πιστεύουμε πῶς ἔτσι εἶναι, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε:
«Τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα μου… τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα μου» (Μαρκ. 14:22, 24). Καὶ γιατὶ ὁ Ἴδιος παρήγγειλε στοὺς Ἀποστόλους καὶ σ᾿ ὅλη τὴν Ἐκκλησία: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Δὲν θὰ πρόσταζε νὰ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὸ τὸ μυστήριο, ἂν δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τοὺς δώσει δύναμη νὰ τὸ ἐπιτελοῦν. Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ δύναμη; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ τὸ χέρι καὶ τὴ γλῶσσα τῶν ἱερέων τελεσιουργεῖ τὰ μυστήρια. Ὁ λειτουργὸς εἶναι ὑπηρέτης τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς νὰ προσφέρει τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει σημασία ἂν τύχει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος γεμάτος ἁμαρτίες. Κάτι τέτοιο δὲν νοθεύει τὴν προσφορὰ τῶν δώρων, τὰ ὁποία εἶναι πάντοτε εὐάρεστα στὸ Θεό. Ὅπως κι ἕνα φάρμακο ποὺ κατασκευάστηκε ἀπὸ ἄνθρωπο ἄσχετό με τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, δὲν χάνει τὴ θεραπευτική του δράση, ἀρκεῖ μόνο νὰ κατασκευάστηκε σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ γιατροῦ.

Ἀφοῦ λοιπὸν συμπληρωθεῖ ἡ θυσία, ὁ ἱερέας, βλέποντας μπροστά του τὸ ἐνέχυρο τῆς θείας φιλανθρωπίας, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, εὐχαριστεῖ καὶ ἱκετεύει. Εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλους τοὺς ἁγίους, γιατὶ στὸ πρόσωπό τους ἡ Ἐκκλησία βρῆκε ἐκεῖνο ποὺ ζητάει, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἰδιαίτερα -«ἐξαιρέτως»- εὐχαριστεῖ γιὰ τὴν ὑπερευλογημένη Θεοτόκο καὶ ἀειπάρθενο Μαρία, γιατὶ αὐτὴ ὑπερβαίνει κάθε ἁγιοσύνη. Καὶ ἱκετεύει ὁ ἱερέας γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς -τοὺς κεκοιμημένους καὶ τοὺς ζῶντες- γιατὶ αὐτοὶ δὲν ἔφτασαν στὴν τελειότητα ἀκόμα κι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ προσευχή.


Θεία Κοινωνία

Σὲ λίγο ὁ λειτουργὸς θὰ κοινωνήσει ὁ ἴδιος καὶ θὰ προσκαλέσει καὶ τοὺς πιστοὺς στὰ θεῖα Μυστήρια. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται σὲ ὅλους ἀνεξαίρετα ἡ θεία Μετάληψη, ὁ ἱερέας, ὑψώνοντας τὸν ζωοποιὸ Ἄρτο καὶ δείχνοντάς Τον, ἐκφωνεῖ: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις». Εἶναι σὰν νὰ λέει: «Νὰ ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς! Τὸν βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε νὰ τὸν μεταλάβετε. Ὄχι ὅμως ὅλοι, ἀλλὰ ὅποιος εἶναι ἅγιος. Γιατὶ τὰ ἅγια ἐπιτρέπονται μόνο στοὺς ἁγίους».

Ἁγίους ἐδῶ ἐννοεῖ ὄχι μόνο ἐκείνους ποὺ ἔφτασαν στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ κι ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται νὰ φτάσουν σ᾿ αὐτήν, ἔστω κι ἂν ἀκόμα ὑστεροῦν. Γιὰ αὐτὸ οἱ χριστιανοί, ἂν δὲν πέφτουν σὲ θανάσιμα ἁμαρτήματα ποὺ τοὺς ἐμποδίζουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς νεκρώνουν πνευματικά, δὲν ἔχουν κανένα ἐμπόδιο νὰ κοινωνοῦν [Ἄλλωστε ἡ θεία Λειτουργία γίνεται γιὰ νὰ κοινωνοῦν οἱ πιστοί. Ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «τὸ νὰ κοινωνεῖ κανεὶς καὶ νὰ μεταλαμβάνει κάθε μέρα τὸ ἅγιο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καλὸ καὶ ὠφέλιμο». Ἡ συχνὴ θεία Κοινωνία, ὅμως, προϋποθέτει τὸν συνεχῆ πνευματικὸ ἀγῶνα καὶ τὴν κατάλληλη προετοιμασία (νήψη-προσευχή, μετάνοια-ἐξομολόγηση κ.λπ.)].

Στὴν ἐκφώνηση τοῦ ἱερέα, «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», οἱ πιστοὶ ἀποκρίνονται δυνατά: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Γιατὶ κανεὶς δὲν ἔχει τὴν ἁγιότητα ἀπὸ μόνος του, οὔτε εἶναι καὶ κατόρθωμα τῆς ἀνθρώπινης ἀρετῆς, ἀλλά, ὅλοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴν ἀντλοῦν. Καὶ ὅπως, ἂν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοποθετηθοῦν πολλοὶ καθρέφτες, ὅλοι ἀκτινοβολοῦν, καὶ νομίζεις ὅτι βλέπεις πολλοὺς ἥλιους, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα ἕνας εἶναι ὁ ἥλιος ποὺ ἀστράφτει σὲ ὅλους τοὺς καθρέφτες, ἔτσι καὶ ὁ μόνος Ἅγιος, ὁ Χριστός, καθὼς διαχέεται μὲ τὴ μετάληψη μέσα στοὺς πιστούς, φαίνεται σὲ πολλὲς ψυχὲς καὶ παρουσιάζει πολλοὺς ὡς ἁγίους. Αὐτὸς ὅμως εἶναι ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς Ἅγιος.

Ἀφοῦ λοιπὸν μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο συγκαλέσει ὁ λειτουργὸς τοὺς πιστοὺς στὸ ἱερὸ δεῖπνο, μεταλαμβάνει πρῶτα ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄλλοι κληρικοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ ἅγιο Βῆμα. Προηγουμένως ὅμως χύνει θερμὸ νερὸ μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο, πρᾶγμα ποὺ ὑποδηλώνει τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ αὐτὸ τὸ ζεστὸ νερό, ἐπειδὴ καὶ νερὸ εἶναι ἀλλὰ καὶ φωτιὰ ἔχει μέσα τοῦ λόγω τοῦ βρασμοῦ, φανερώνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο μὲ «ὕδωρ ζῶν» (Ἰω. 7:38) τὸ παρομοίασε ὁ Κύριος, καὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς φωτιᾶς κατέβηκε στοὺς Ἀποστόλους τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Στὴ συνέχεια ὁ ἱερέας στρέφεται πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα καί, δείχνοντας τὰ Ἅγια, προσκαλεῖ ὅσους θέλουν νὰ κοινωνήσουν, νὰ προσέλθουν «μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πίστεως». Νὰ μὴν καταφρονήσουν δηλαδὴ τὴν ταπεινὴ ἐμφάνιση ποὺ ἔχουν τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ νὰ πλησιάσουν ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀξίας τῶν μυστηρίων καὶ πιστεύοντας ὅτι αὐτὰ προξενοῦν τὴν αἰώνια ζωὴ σ᾿ ἐκείνους ποὺ μεταλαμβάνουν.

Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀληθινὴ τροφὴ καὶ ἀληθινὸ ποτό. Καὶ ὅταν τὰ μεταλαμβάνει κανείς, δὲν μετατρέπονται αὐτὰ σὲ ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως γίνεται μὲ τὶς συνηθισμένες τροφές, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα μεταβάλλεται σὲ ἐκεῖνα. Ὅπως καὶ τὸ σίδερο, ὅταν ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ φωτιά, γίνεται κι αὐτὸ φωτιά· δὲν κάνει τὴ φωτιὰ σίδερο.

Τὴ θεία Κοινωνία τὴ δεχόμαστε βέβαια μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ αὐτὴ εἰσέρχεται πρῶτα στὴν ψυχὴ κι ἐκεῖ πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Χριστό, ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐκεῖνος ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Κύριο, γίνεται ἕνα πνεῦμα μὲ Αὐτόν» (Α´ Κορ. 6:17). Χωρὶς τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ Χριστό, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ μόνος του, εἶναι ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τὸ Θεό.

Ποιὰ ὅμως εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς ἁγιάσει μὲ τὰ θεία μυστήρια; Εἶναι ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς, ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη στὸ Θεό, ὁ διακαὴς πόθος καὶ ἡ λαχτάρα μας γιὰ τὴ θεία Κοινωνία. Αὐτὰ ἑλκύουν τὸν ἁγιασμό, κι ἔτσι πρέπει νὰ κοινωνοῦμε. Γιατὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ προσέρχονται στὰ μυστήρια, καὶ ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦνται καθόλου, ἀλλὰ φεύγουν χρεωμένοι μὲ ἀμέτρητες ἁμαρτίες.


Ἀπόλυση

Ἀφοῦ κοινωνήσουν οἱ πιστοί, εὔχονται νὰ παραμείνει μέσα τους ὁ ἁγιασμὸς ποὺ ἔλαβαν, καὶ νὰ μὴν προδώσουν τὴ χάρη οὔτε νὰ χάσουν τὴ δωρεά.

Ὁ ἱερέας τοὺς καλεῖ τώρα νὰ εὐχαριστήσουν μὲ ζῆλο τὸ Θεὸ γιὰ τὴ θεία Μετάληψη. Γι᾿ αὐτὸ λέει: «Ὀρθοί... ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». Ὄχι δηλαδὴ ξαπλωμένοι οὔτε καθισμένοι, ἀλλὰ ὑψώνοντας τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα πρὸς Αὐτόν. Καὶ οἱ πιστοὶ μὲ λόγια της Γραφῆς δοξολογοῦν τὸ Θεό, ποὺ εἶναι αἴτιος καὶ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. 112:2). Ἀφοῦ ψάλλουν τρεῖς φορὲς αὐτὸν τὸν ὕμνο, ὁ ἱερέας βγαίνει ἀπὸ τὸ Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστὰ στὸ πλῆθος καὶ ἀπευθύνει τὴν τελευταία εὐχή: «Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν...». Ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μᾶς σώσει μὲ τὸ ἔλεός Του, γιατὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε τίποτε ἄξιο σωτηρίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὡς πρεσβευτὲς μνημονεύει πολλοὺς ἁγίους καὶ ἰδιαίτερα τὴν παναγία Του Μητέρα.

Τέλος, ὁ λειτουργὸς μοιράζει τὸ ἀντίδωρο. Αὐτὸ ἔχει ἁγιαστεῖ, καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀρχικὸ ἄρτο, ποὺ προσφέραμε στὸ Θεὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Οἱ πιστοὶ παίρνουν μὲ εὐλάβεια τὸ ἀντίδωρο, φιλώντας τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἱερέα. Γιατὶ αὐτὸ τὸ χέρι, μόλις πρίν, ἄγγιξε τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δέχτηκε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὸν μεταδίδει τώρα σὲ ὅσους τὸ ἀσπάζονται.

Ἐδῶ ἡ θεία Λειτουργία φτάνει στὸ τέλος της καὶ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁλοκληρώνεται. Γιατὶ καὶ τὰ δῶρα, ποὺ προσφέραμε στὸ Θεό, ἁγιάστηκαν καὶ τὸν ἱερέα ἁγίασαν καὶ στὸ ὑπόλοιπο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μετέδωσαν τὸν ἁγιασμό.

Γιὰ ὅλα αὐτά, λοιπόν, στὸ Χριστό, στὸν ἀληθινὸ Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ πανάγιο Πνεῦμα Του, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στὴν ἀτέλειωτη αἰωνιότητα. Ἀμήν.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΟΝΗΣΙΜΟΥ



Τῌ ΙΕ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου.
Τῇ ΙΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου, μαθητοῦ 
τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου.

Ἥπλωσεν Ὀνήσιμος εἰς θλάσιν σκέλη,
Παύλου σκελῶν δραμόντα γενναίους δρόμους.
Πέμπτῃ Ὀνησίμου σκέλεα θραῦσαν δεκάτῃ τε.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μαΐωρ αἰκιζόμενος τελειοῦται.

Μάστιξι πλησθεὶς τὰς ψόας ἐμπαιγμάτων,
Δαυῒδ τὸ ῥητὸν φάσκε, Μάρτυς Μαΐωρ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐσεβίου.

Ἀνθρώπινον παρῆλθεν ἀσμένως βίον,
Εὐσέβιος τὸ θαῦμα καὶ τῶν Ἀγγέλων.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2012

ΠΩΣ ΑΝΤΕΔΡΑΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΥΠΟΤΑΧΘΗΣΑΝ




Μελετῶντας ὅσα κείμενα ἔφθασαν εἰς ἡμᾶς διά τήν ἁγιορείτικη ἀποτείχισι, διαπιστώνομε ὅτι αὐτή ἐξεκίνησε μέ ὅλες τις πατερικές προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πρέπει νά ὑπάρχουν διά νά εἶναι νόμιμος ἡ ἀποτείχισις καί θεάρεστος ὁ σκοπός της. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῶ τό ξεκίνημα ἦτο ἄριστον, τό τέλος της ἦτο ἀπελπιστικά κακό, ταπεινωτικό καί ἄδοξο. Διότι οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες κατέθεσαν τά ὅπλα τότε πού ἔπρεπε νά ἐντείνουν τόν ἀγῶνα των, ὅταν δηλαδή ἄρχισαν οἱ ἀπειλές καί οἱ φοβέρες ἀπό τούς Πατριαρχικούς ἐξάρχους· τότε πού ἦταν προβληματισμένοι οἱ Πατριαρχικοί καί οἱ Οἰκουμενιστές · τότε πού τά βλέμματα τῶν Ὀρθοδόξων ἐνατένιζον εἰς τό Ἅγ. Ὄρος ὡς εἰς τήν ἀκρόπολιν τῆς Ὀρθοδοξίας, προσδοκῶντας τήν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως. Καί θυμίζει αὐτή ἡ ἀποτείχισις τήν Μικρασιατική καταστροφή, ἡ ὁποία ἐξεκίνησε μέ νίκες καί θριάμβους καί κατέληξε σέ ταπεινωτική ἧττα καί θρίαμβο τῶν ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τό ἑξῆς θά ἔχουν τόν ἀέρα τοῦ νικητοῦ καί θά ρυθμίζουν τίς κινήσεις καί τούς «πατριωτισμούς» τῶν ἡττημένων. Ὁ νοῶν νοείτω καί διά τά ἐκκλησιαστικά.
Οἱ λόγοι πού ἐπικαλοῦνται οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες, διά τούς ὁποίους διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἦταν καθαρά λόγοι πίστεως καί συνίσταντο στήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων πού αὐτός ἐνήργησε μέ συνοδική ἀπόφασι τό 1965, στή συνάντησι τοῦ Ἀθηναγόρα μέ τόν Πάπα στά Ἱεροσόλυμα καί γενικῶς στήν φιλοπαπική του στάσι. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δέν εἶχε δογματικούς φραγμούς, δέν ἐπίστευε
στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε βεβαίως δεχόταν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Θά ἀναφέρωμε δύο-τρία ἀποσπάσματα ἀπό ὁμιλίες του διά νά βεβαιωθῆ καί ὁ πλέον δύσπιστος περί τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου:
«Ἀπατώμεθα καί ἁμαρτάνομεν (ἔλεγε), ἐάν νομίζωμεν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος πίστις κατῆλθεν ἐξ οὐρανοῦ καί ὅτι τά ἄλλα δόγματα εἶναι ἀνάξια. Τριακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐξέλεξαν τόν Μουσουλμανισμόν διά νά φθάσουν εἰς τόν Θεόν των καί ἄλλαι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων εἶναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας εἶναι νά βελτιώσῃ τόν ἄνθρωπον» (Ἐκ δηλώσεών του, ἴδ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 94, Δεκ. 1968).
«Εἰς τήν κίνησιν πρός τήν ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν,
ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας Θεολογικάς διαφοράς» (Ἐκ τοῦ μηνύματός του ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1967, ἴδ. «Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης», σελ. 87).
«Ὁ αἰών τοῦ δόγματος παρῆλθε» (Δήλωσίς του, ἴδ. «Ἀκρόπολις», 29-6-63).
«Καλούμεθα ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ πλέγματος τῆς πολεμικῆς καί τῆς ἀντιρρήσεως ἐν τῇ Θεολογίᾳ καί νά ἐφοδιάσωμε αὐτήν διά τοῦ πνεύματος τῆς ζητήσεως καί τῆς διατυπώσεως τῆς ἀληθείας ἐν τῇ ἀγάπῃ καί τῇ ὑπομονῇ. Ὁ Χριστιανισμός ἔχει ἀνάγκη σήμερον μιᾶς Θεολογίας τῆς καταλλαγῆς» (Ἐξ ὁμιλίας του εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν Βελιγραδίου τήν 12-07-67, ἴδ. «Ἔθνος», 13-10-67).
Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν των οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες καί, κυρίως, τήν συνοδική ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων καί τήν ἄνευ ὅρων ὑποστολή τῆς σημαίας τῆς Ὀρθοδοξίας, διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου. Εἰς τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως προέβησαν οἱ μισές περίπου μονές τοῦ Ἁγ. Ὄρους, ὅλες οἱ σκῆτες καί τά περισσότερα κελία.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅπως ὁμολογοῦν οἱ παλαιοί ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δέν ἐπίεσε τήν ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγ. Ὄρους πρός ἐπαναφορά τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματός του, εἴτε διότι δέν τόν ἐνδιέφερε, εἴτε διότι δέν ἦτο διατεθειμένος νά ἀλλάξη πορεία πλεύσεως.
Ἡ ἱερά Κοινότης, λοιπόν, τοῦ Ἁγ. Ὄρους, ζῶντος ἀκόμη τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἐπῆρε κατά τήν τακτική συνεδρία τῆς 17-10-70, μία ἱστορική διά τούς καιρούς μας ἀπόφασι, κατά τήν ὁποία σεβόμενη τήν ἐλευθερία καί τό αὐτοδιοίκητον τῶν μονῶν, ἄφηνε τελεία ἐλευθερία ἐπιλογῆς εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου.
Ἡ ἴδια ἀπόφασις ἐπανελήφθη στήν διπλή σύναξι τῆς 13- 11-71 εἰς τήν ὁποία μνημονεύεται αὐτή ἡ πρώτη ἀπόφασις ὡς ἑξῆς:
«Διαμνημόνευσις Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἡ ἔκτακτος Δ. Ι. Σύναξις ἀναφέρεται εἰς τήν ἀκόλουθον ἀπόφασιν αὐτῆς, ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι ἑκάστη Ἱερά Μονή ἔχει τήν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν ὅπως ἐνεργῇ ἐν προκειμένῳ κατά τήν ἑαυτῆς κρίσιν καί συνείδησιν. “Συνεδρία ΞΘ΄. Τακτική 17-11-70 ἡμέρα Δευτέρα. Συνελθούσης τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Κοινότητος ἐν ἀπαρτίᾳ... μεθ’ ὅ ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερά Κοινότης, ἀναγινώσκει τά γράμματα τῶν Ἱερῶν Μονῶν τά ἀπαντητικά εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. 139/5-9-70 ἐγκύκλια αὐτῆς, ὧν τά στοιχεῖα ἔχουσιν ὡς ἀκολούθως... Μετ’ ἐμπεριστατωμένην συζήτησιν διαπιστοῦται ὅτι τό περιεχόμενον τῶν γραμμάτων τῶν Ἱερῶν Μονῶν, συμφωνεῖ μέ τάς ἐκτεθεῖσας γνώμας τῶν Πανοσιολ. Πληρεξουσίων αὐτῶν καί τήν δυνάμει αὐτῶν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν κατά τήν ΜΓ΄./ 23-9-69 Συνεδρίας τῆς Ε.Δ.Ι. Συνάξεως, ἥτις καί καταχωρεῖται ὡς ἀκολούθως ὡς καί ἀπόφασις σημερινή τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Κοινότητος. Κατά τά ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, ὑπό πάντων τῶν Πανοσιολ. Πληρεξουσίων Ἀντιπροσώπων διαπιστοῦται ἡ ἐμμονή τῶν πλείστων Ἱερῶν Μονῶν, εἰς τήν περί μνημοσύνου τοῦ Σεπτοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς τοῦ οἰκείου ἡμῶν ἐπισκόπου ὑποχρέωσιν κατά τήν Νομοκανονικήν τάξιν. Καί παρά πάντων ἐκφράζεται ἡ εὐχή ὅπως εἰς ὁλόκληρον τόν Ἁγιώνυμον ἡμῶν Ὄρος ἐπανέλθη συντόμως, θείᾳ συνάρσει, ἡ Κανονική Τάξις, αἰρομένων τῶν ὡς μή ὤφειλε δημιουργηθέντων αἰτίων τῆς παρούσης πνευματικῆς ἀντιθέσεως καί παρά πάντων τῶν Μοναστῶν Αὐτοῦ ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ὑμνεῖται τό Πανάγιον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί ἔχομεν διά τῆς Ἐκκλησίας, βεβαίαν τήν σωτηρίαν ἡμῶν ἅπαντες, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρός, τῆς Ἐφόρου καί Προστάτιδος τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου καί τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν».
Εἴπαμε ὅτι εἶναι διά τούς καιρούς μας ἱστορική αὐτή ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ ἁγ. Ὄρους, ἐπειδή οἱ καιροί μας εἶναι πνευματικά ἄνυδροι καί ὁμολογιακά ἐνδοτικοί. Διά νά ἦταν ὁμολογιακή αὐτή ἡ ἀπόφασις θά ἔπρεπε νά ἀποφασίσουν ὁμοφώνως οἱ μονές τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου, μέχρις ὅτου αὐτός ἐπιστρέψει εἰς τήν Ὀρθοδοξία. Αὐτό θά ἦταν ἀφ’ ἑνός μέν ἕνα ἄριστο παράδειγμα τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων διά κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς εἰς τόν κόσμον, ἀφ’ ἑτέρου δέ θά βοηθοῦσε τά μέγιστα εἰς τήν κατάσβεσιν τῆς αἱρετικῆς πυρκαϊᾶς.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀθηναγόρα ὁ νέος Πατριάρχης Δημήτριος, ὅσο πρᾶος καί ἄν ἐφαίνετο ἐξωτερικά, ἀπαίτησε μετά ἀπειλῶν τήν μνημόνευσι τοῦ ὀνόματός του ἀπό τούς ἁγιορεῖτες Πατέρες. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν, δύο μόλις μῆνες μετά τήν ἐνθρόνισί του, ἀπέστειλε τόν Μητροπολίτη Φιλίππων Νεαπόλεως καί Θάσου Ἀλέξανδρον ὡς πατριαρχικόν Ἔξαρχον, διά νά ἐπιβάλλη μέ κάθε τρόπο τήν ἐπαναφορά τῆς μνημονεύσεως. Ἀπό τό περιοδικό «Ἅγ. Σίμων ὁ μυροβλήτης» μεταφέρουμε τά σχετικά μέ τήν ὑπόθεσι γεγονότα:
«ΜΕΤΑ τήν ἄφιξι τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐξάρχου ἐγένετο λόγος περί μνημοσύνου τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος. Ὀκτώ Ἱεραί Μοναί δέν ἐμνημόνευον τόν Οἰκ. Πατριάρχην.
Ἀφοῦ προσεπάθησεν ὁ πατριαρχικός Ἔξαρχος νά πείσῃ τούς ἀντιπροσώπους τῶν Μονῶν ὅτι ὁ πατριάρχης εἶναι ὀρθόδοξος ὅπως καί ὁ προκάτοχός του, ἐκλήθησαν νά ἀπαντήσουν γραπτῶς αἱ μή μνημονεύουσαι Ἱεραί Μοναί. Ἡ Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα ἀπήντησεν ὅτι θά μνημονεύῃ τοῦ λοιποῦ» (Ἔτος Γ΄, Σεπτέμβριος-Ὀκτωβριος 1972, τεῦχος 13, σελ. 22).
Οἱ γραπτές ἀπαντήσεις τῶν μονῶν, οἱ ὁποῖες διέκοψαν τήν μνημόνευσι, πρός τήν Ἱερά Κοινότητα καί τόν πατριαρχικό Ἔξαρχο ἦταν ὄντως ὁμολογιακές, δεδομένου ὅτι ἐγνώριζον οἱ Πατέρες τίς πιέσεις καί ἀπειλές πού θά ὑφίσταντο καί τά ἐπακόλουθα τῆς ὀρθοδόξου ἐνστάσεώς των.
Ἡ Ἱερά μονή Καρακάλλου μεταξύ τῶν ἄλλων ἀνέφερε:
«... Ἐπιθυμοῦμεν νά ἐπαναλάβωμεν τήν ἐν πεποιθήσει καί ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περί συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ Μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφ’ ὅσον ὁ Νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος ὁ Α΄ θά συνεχίσῃ τήν τηρουμένην ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Γραμμήν, τήν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας. Ἡμεῖς οἱ ἁγιορεῖται ἐνομίζαμεν ὅτι θά ἠκολούθει αὐστηράν συντηρητικήν γραμμήν ἀντίθετον ἀπό ἐκείνην τοῦ Ἀθηναγόρα. Ἑπομένως ἔργον τοῦ νέου Πατριάρχου εἶναι ἡ ἐπί 24 ἔτη χαραχθεῖσα γραμμή τῆς συνεργασίας μετά τοῦ ἀμετανοήτου πάπα Παύλου διά τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Συνεπῶς ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερά Μονή τοῦ Καρακάλλου ἐπανέρχεται καί αὖθις εἰς τήν παλαιάν ἀπόφασιν τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ἥτις λέγει καί ἀποφασίζει, σύν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἐπαφίεται εἰς τήν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκ. Πατριάρχου, διότι δέν δυνάμεθα νά καταπατήσωμεν τούς Ἱερούς Κανόνας, οὕς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐλάλησεν εἰς αὐτούς παρά ταῖς Ἱ. Συνόδοις. Θά πειθώμεθα εἰς τόν νέον Πατριάρχην, ὅταν διαπιστώσωμεν ὅτι οὗτος θά ἀναθεωρήσῃ τάς αἱρετικάς ὁμολογίας τοῦ προκατόχου του καί δέν θά συνεχίσῃ τήν φιλοπαπικήν γραμμήν» (ὅπ. ἀν., σελ. 22).
Ἡ ἱερά Μονή ἁγ. Παύλου ἐδήλωσε γραπτῶς τά ἑξῆς:
«Ἀνταποκρινόμενοι εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. 627 τῆς 19ης τρέχοντος μηνός Ὑμετέραν ἐγκύκλιον, γνωρίζομεν τῇ Ἱ. Κοινότητι ὅτι ἐπί τοῦ θέματος τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ οἰκ. Πατριάρχου κυρίου Δημητρίου, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅτι δέν δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν παρά μόνον ἐφ’ ὅσον δηλωθῇ ὑπό τῆς Α. Παναγιότητος διά τοῦ τύπου ὅτι δέν θά ἀκολουθήσῃ τήν πορείαν τοῦ προκατόχου Αὐτοῦ» (ὅπ. ἀν., σελ. 23).
Ἡ ἱερά Μονή Ξενοφῶντος ἐδήλωσε τά ἑξῆς:
«Ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή ἐμμένει ἐπί τῆς ὑπό στοιχ. ΝΒ΄ 13.11.71 ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως δεδομένου ὅτι τά αἴτια, ἅτινα μᾶς ἔφερον εἰς τήν διακοπήν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, δέν ἤρθησαν ὡς εὐχόμεθα καί ἀναμένομεν. Ἀντιθέτως μάλιστα, ἐάν λάβῃ κανείς ὑπ’ ὄψιν του τον ἐνθρονιστήριον λόγον τοῦ νέου Πατριάρχου Παναγιωτάτου κ.κ. Δημητρίου ( Ἐφημερίς «Ὀρθοδ. Τύπος», φύλ. 167-168, 1ης και 15ης Αὐγούστου 1972) ὡς καί τάς προγραμματικάς δηλώσεις του πρός τήν ἐνδημοῦσαν Σύνοδον («Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 60, 8.8.1972, σελ. 7), ἡ ἐμμονή μας ἐγένετο πλέον σταθερά» (ὅπ. ἀν., σελ. 23).
Ἡ Ἱ. Μονή Γρηγορίου κάνει πολύ ἐκτενῆ ἀναφορά διά τούς λόγους πού τήν ἠνάγκασαν νά προβῆ στήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ Ἀθηναγόρα. Μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρει: «Δυστυχῶς οὐσιαστικῶς δέν ἤρθησαν οἱ λόγοι οὐδέ αἱ ἐπιφυλάξεις πού ἐπέβαλον, τήν διακοπήν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος, δεδομένου ὅτι ὁ νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης ὄχι μόνον δέν ἐφάνη συντηρητικώτερος τοῦ Προκατόχου Του, ἀλλά τοὐναντίον ὑπερθεματίζει τούτου διά τήν Οἰκουμενικήν κίνησιν» (ὅπ. ἀν. σελ. 24). Ζητᾶ ἐπίσης ἡ ἰδία μονή γραπτῶς τήν καθαίρεσι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Ἰακώβου Κουκούζη, διότι, σύμφωνα μέ καταγγελίες ὁμογενῶν, ἀρνήθηκε σέ δηλώσεις του στόν τύπο τό δόγμα τῆς ἁγ. Τριάδος καί διέθεσε ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς 300.000 δολλάρια πρός ἀνέγερσι πανθεϊστικοῦ ναοῦ, ὅπου θά λατρεύονται ὅλοι οἱ θεοί ἀνεξαρτήτως θρησκείας. Ἡ κατάληξις τοῦ ὁμολογιακοῦ κειμένου τῆς μονῆς Γρηγορίου ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Κατόπιν ὅλων τούτων, ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή θά συνεχίσῃ τήν ἀκολουθητέαν Αὐτῆς γραμμήν κατ’ ἐφαρμογήν τῆς προρρηθείσης ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως. Ὁ Σεβασμιώτατος Πατριαρχικός Ἔξαρχος ἐπεσήμανε τό φάσμα τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων. Δηλαδή θά ἐξασκηθῇ βία; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θά θελήσουν νά ἐξασκήσουν βίαν ἄς ἀναλογισθοῦν τάς εὐθύνας των διά τήν τύχην τῶν Ἱερῶν τούτων καί αἰωνοβίων Σκηνωμάτων. Ἄς ἀφήσουν ἡσύχους ἡμᾶς τούς Μοναχούς, τούς ἀπομεμακρυσμένους ἐκ τοῦ κόσμου νά συνεχίζωμεν τήν ἐφαρμογήν τῶν ὧν παρελάβομεν ἐκ τῶν πατέρων μας ἱερῶν παραδόσεων. Ὄχι κατά τό δοκοῦν νά ζητῶμεν δῆθεν τήν ἐφαρμογήν τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων καί ὅταν δέν θέλωμεν τήν ἐφαρμογήν τούτων νά θέτωμεν τά δόγματα εἰς τά Σκευοφυλάκια, ὅπως διεκήρυσσεν ὁ ἀποθανών Πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Ἐπί τούτοις διατελοῦμεν μετά πολλῆς τῆς ἐν Χῷ φιλαδελφίας καί ἀγάπης» (ὅπ. ἀν., σελ. 25).
Ἡ ἐπιβολή λοιπόν τῶν κυρώσεων ἦτο γνωστή εἰς τούς Πατέρας καθώς καί ἡ ἄσκησις βίας καί διά τοῦτο ἔχει μεγάλη ἀξία ἡ ἐμμονή των εἰς τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ νέου Πατριάρχου Δημητρίου.
Εἶναι λοιπόν ἄξιον ἀπορίας τό τί προέκυψε καί, μετά ἀπό τίς δύο ἀποφάσεις τῆς ἱερᾶς Κοινότητος καί τίς γραπτές ἀπαντήσεις τῶν μονῶν, ὑπέστειλαν οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες τήν σημαία τῆς ὁμολογίας, δεδομένου ὅτι, ὄχι μόνο οἱ δύο ἑπόμενοι Πατριάρχες μετά τόν Ἀθηναγόρα δέν διώρθωσαν τίποτε στά θέματα τῆς πίστεως, ἀλλά ἀπεναντίας ἐπροχώρησαν σέ μεγαλυτέρους συμβιβασμούς καί προδοσίες. Ἡ μεγαλύτερη προδοσία καί ὁ χειρότερος συμβιβασμός ὅλων τῶν αἰώνων στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτός πού ἔγινε στήν διετία 1991-1993, κατά τήν ὁποία ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἔγκυρα στό Σαμπεζύ καί στό Μπελαμέντ τοῦ Λιβάνου τά μυστήρια τῶν Μονοφυσιτῶν καί τῶν Παπικῶν ἀντιστοίχως. Αὐτό σημαίνει ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι οἱ Παπικοί καί οἱ Μονοφυσίτες, χωρίς νά ἀποκηρύξουν οὐδεμία αἵρεσι καί παραμένοντας ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται, ἔχουν τό ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο τούς ἁγιάζει τά μυστήρια πού τελοῦν, ἀφ’ ἑτέρου οἱ Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι πού τούς ἀπέκοψαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς ἀνεθεμάτισαν ἦσαν, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, παρανοϊκοί καί διέπραξαν τό μεγαλύτερο ἔγκλημα τῶν αἰώνων, ἐφ’ ὅσον ἀπέκλεισαν ἀπό τήν σωτηρία καί τήν Ἐκκλησία διά μέσου τῶν αἰώνων ἄπειρα πλήθη ἀνθρώπων. Ἐπί πλέον δέ μέ αὐτές τίς ἀποφάσεις ἐδείξαμε ὅτι, τό νά εἶναι κάποιοι ἐντός ἤ ἐκτός Ἐκκλησίας καί νά ἔχουν ἔγκυρα ἤ ἄκυρα μυστήρια, δέν εἶναι θέμα κατ’ ἐξοχήν Ὀρθοδόξου πίστεως καί αἱρέσεως ἀντιστοίχως, ἀλλά θέμα τό ὁποῖο ρυθμίζεται ἀπό κάποια Σύνοδο ἤ διμερῆ ἐπιτροπή καί βεβαίως ἕνας τρόπος ἄγνωστος σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἁγίους ὅλων τῶν αἰώνων.
Θέσαμε σέ κάποιους ἀπό τούς παλαιούς ἁγιορεῖτες αὐτό τό ἐρώτημα, τό πῶς δηλαδή ἀντίθετα στίς γραπτές δηλώσεις των ἐπανέφεραν τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, ἐνῶ τά θέματα τῆς πίστεως πηγαίνουν ἀπό τό κακό στό χειρότερο καί ὁ Οἰκουμενισμός καθημερινῶς κερδίζει ἔδαφος εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Κάποιοι ἀπήντησαν ὅτι τούς ἐξεγέλασαν οἱ Πατριαρχικοί, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο στό Ὄρος μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀθηναγόρα, συστηματικά καί ἐπί τό αὐτό καί ὑπέσχοντο στούς ἁγιορεῖτες ὅτι, ἄς ἐπαναφέρουν αὐτοί τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου καί ὅλα, μέ τό νέο Πατριάρχη, θά διορθωθοῦν. Αὐτό προφανῶς ἦτο ἁπλή δικαιολογία, διότι τίποτε δέν τούς ἐμπόδιζε ἐφ’ ὅσον ἐξηπατήθησαν νά ἐφαρμόσουν ἐκ νέου τίς δύο ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος. Ἐκεῖνο πού ἴσως δέν θέλουν νά ὁμολογήσουν οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες εἶναι ὁ φόβος τῶν κυρώσεων καί ἡ σιδηρᾶ ράβδος μέ τήν ὁποία θέλησε νά τούς ποιμάνη ὁ νέος Πατριάρχης.
Οἱ ἐπιπτώσεις δηλαδή τῶν ποινῶν καί τῶν καθαιρέσεων, τῶν ἐξώσεων καί τῶν βιαίων ἀπομακρύνσεων ἐκ τῆς ἡγουμενικῆς ἀρχῆς καί ἐξουσίας. Αὐτό τουλάχιστον ἀποδεικνύεται ἀπό τά κείμενα.
Ὁ «Ὀρθόδ. Τύπος» τῆς 15ης Ἰουλίου 1974 μᾶς πληροφορεῖ τά ἑξῆς:
«Ὁ πολιτικός διοικητής τοῦ Ἁγ. Ὄρους προειδοποιεῖ. Ἄκυρος ἡ ἐκλογή ἡγουμένου ἐάν δέν ἐπαναφερθῆ τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου εἰς τήν Μονήν. Ἡ Ἱ. Μονή Ἁγ. Παύλου ἐμμένει εἰς τήν διακοπήν τοῦ Μνημοσύνου. Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος (Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας).
»Ὁ πολιτικός Διοικητής κ. Δ. Κριεκούκιας ἀπέστειλε πρός τήν Ἱεράν Μονήν Ξενοφῶντος τό ὑπ’ ἀριθ. Φ. 26/15.6.1974 ἔγγραφον δι’ οὗ “ἐντέλλεται ἡ ἀπομάκρυνσις” τοῦ Ἡγουμένου π. Εὐδοκίμου “ἐκ τῆς Ἱερᾶς αὐτοῦ μετανοίας”, ἐπειδή οὗτος (ὁ Ἡγούμενος) “παραμένει εἰς τάς ἰδίας αὐτοῦ πνευματικάς θέσεις”. Κατά τάς πληροφορίας μας, ὁ ὁ Καθηγούμενος θά προσφύγη εἰς τό Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς τυγχάνει καί τοῦτο: Ὁ κ. Διοικητής τονίζει ὅτι “ἡ τυχόν ἐκλογή νέου Ἡγουμένου, μή συμμορφουμένου εἰς τήν ἀπαίτησιν ταύτην”, δηλαδή νά ἐπαναφέρη τήν Μονήν “εἰς τήν ὁδόν τῆς κανονικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς τάξεως” θά εἶναι ἄκυρος καί ὁ νεοεκλεγείς Ἡγούμενος θά ἐκπίπτη τοῦ ἀξιώματός του! Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά δηλώνη ὁ ὑποψήφιος Ἡγούμενος, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θά ἐφαρμόζη τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου».
Αὐτό τό κείμενο εἶναι πολύ ἀποκαλυπτικό καί ἀποδεικνύει τά μέσα πού μεταχειρίσθηκε ὁ νέος Πατριάρχης, ὁ «πρᾶος» καί «εἰρηνικός», προκειμένου νά φιμώση τά στόματα τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων. Δέν ἤθελε ὁ ἄνθρωπος τούς καλογήρους νά γίνουν ἐμπόδιο καί τροχοπέδη στά ἑνωτικά του σχέδια. Καί βεβαίως ἐγνώριζε καλά καί αὐτός καί τά κέντρα ἀπό τά ὁποῖα κατευθύνετο ὅτι δέν εἴμεθα εἰς τήν πρωτοχριστιανική περίοδο τῶν διωγμῶν, μέ τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἐδυνάμωσε, ἐδοξάσθηκε καί ἐνίκησε τή βία μέ τήν θυσία καί τήν ἐμμονή στήν ἀλήθεια, οὔτε ἀκόμη στήν ἐποχή τοῦ λατινόφρονος Βέκκου κατά τήν ὁποία στό ἅγ. Ὄρος κατοικοῦσαν μοναχοί οἱ ὁποῖοι στά θέματα τῆς πίστεως δέν ὑπεχώρουν οὐδέ βῆμα ποδός.
Τώρα, προκειμένου νά γίνη στό Ὄρος κάποιος ἡγούμενος, χρειάζεται νά κάνη ὄχι ὅπως ἄλλοτε ὁμολογία πίστεως, ἀλλά ὁμολογία συμβιβασμοῦ, εἰδάλλως δέν θά ἀναγνωρίζεται ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἡ κατά τά ἄλλα νόμιμη ἐκλογή του. Ἡ πνευματική δέ δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου ἐπί τοῦ ἁγ. Ὄρους μεταβάλλεται σέ τυραννία καί ὁ βασικός σκοπός καί στόχος τοῦ ἁγιορείτικου πλέον μοναχισμοῦ ἀπό τή δημιουργία φυλάκων τῆς πίστεως, κατά τά πρότυπα τῶν ὁσιομαρτύρων τῶν ἐπί Βέκκου, μεταλλάσσεται στή δημιουργία πειθήνιων ὀργάνων τοῦ Πατριάρχου κατά τά πρότυπα τοῦ παπικοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ δέ μνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου εἶναι πλέον τό σύμβολον τῆς ὑποτελείας καί τό δεῖγμα τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ πού ἀντικατέστησε ἄδοξα τήν χριστοκεντρική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.
Κάποια τελευταῖα λείψανα ἀγωνιστικότητος ἤ ὅπως θά λέγαμε διασώσεως τῆς τιμῆς τῶν ὅπλων μᾶς δίδει στό ἴδιο φύλλο ὁ «Ὀρθόδ. Τύπος». Ἀναφέρει συγκεκριμένα τά ἑξῆς:
«Ἡ στάσις τῆς μονῆς Ἁγ. Παύλου. Κατά πληροφορίας μας, μεγάλος ὑπῆρξεν ὁ ἐνθουσιασμός διά τήν στάσιν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγ. Παύλου, μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων. Ὡς ἀνέγραψεν ὁ «Ὀρθόδ. Τύπος» εἰς τό προηγούμενον φύλλον, ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγ. Παύλου, π. Ἀνδρέας, ἐδήλωσε ρητῶς εἰς τόν πολιτικόν Διοικητήν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅτι δέν πρόκειται νά ἐπαναλάβη τό μνημόσυνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐφ’ ὅσον οὖτος δέν ἀποκηρύξη τήν γραμμήν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ φιλενωτισμοῦ. Μέ τήν δήλωσιν τοῦ Ἡγουμένου συνεφώνησεν ὁλόκληρος ἡ Ἀδελφότης, ἐπί τούτῳ προσκληθεῖσα εἰς τό Ἡγουμενεῖον. Ἡ στάσις αὕτη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐνεδυνάμωσε πολλούς καί οἱ ὀφθαλμοί τῶν ἀγωνιζομένων εἶναι προσηλωμένοι ἐπάνω της» («Ὀρθόδ. Τύπος», 15ης Ἰουλίου 1974).
Ἔχομε καί ἕνα κείμενο τό ὁποῖο καταχωροῦμε καί μέ τό ὁποῖο φαίνεται ἐναργέστατα ὁ συμβιβασμός καί ἡ ὑποστολή τῆς σημαίας ἐκ μέρους τῆς ἱερᾶς Κοινότητος, μετά τά πατριαρχικά «φιρμάνια» καί τίς πολιτικές ἀπαγορεύσεις.
Αὐτό ἀποδεικνύει τήν πιστή καί κατά γράμμα ἐφαρμογή τῶν πατριαρχικῶν καί πολιτικῶν ἐντολῶν.
Προέρχεται μάλιστα τό κείμενο αὐτό ἀπό δισενιαύσιο Σύναξι τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ ἁγ. Ὄρους, τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἡ γραμμή πλέον τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος κατευθύνετο ἀπό τούς ἡγουμένους τῶν μονῶν, οἱ ὁποῖοι προφανῶς «στένοντες καί τρέμοντες» ἔσπευσαν νά εὐθυγραμμισθοῦν μέ τίς πατριαρχικές προσταγές.
Τό κείμενο αὐτό ὁμιλεῖ ἀπό μόνο του καί σηματοδοτεῖ τήν περαιτέρω πορεία τοῦ ἁγ. Ὄρους:
«ΔΙΣΕΝΙΑΥΣΙΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ»
20 Αὐγούστου 1974
»Συνελθούσης τῆς καθ’ἡμᾶς ΔισενιαυσίουἹερᾶς Συνάξεως σήμερον 20ην Αὐγούστου τοῦ ἐ.ἔ. 1974 ἡμέραν Δευτέραν ἐν ἀπαρτίᾳ ἐν τῇ Κοινῇ Αἰθούσῃ τῶν Συνεδριῶν τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος εἰς 95ην Σύνοδον Αὐτῆς...
»Μετά ταῦτα Ι) ἀναγινώσκονται τά πληρεξούσια Γράμματα τῶν Ἱερῶν Μονῶν, δι’ ὧν ἐξαγγέλεται ὁ διορισμός παρά τῇ Δισενιαυσίῳ Ἱερᾷ Συνάξει τῆς παρούσης Συνόδου τῶν Πληρεξουσίων ἀντιπροσώπων αὐτῶν...
Ἀναγιγνώσκεται ἐπίσης καί ἐπιστολή τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγ. Παύλου διορίζουσα ὡς ἀντιπρόσωπον τόν Παν/τον Ἀρχιμ. Ἀνδρέαν ὡς Καθηγούμενον αὐτῆς.
Ἡ ἐπιστολή αὕτη ὑπογράφεται ὑπό τοῦ αὐτοῦ Ἀρχιμ. ὡς Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Παύλου.
Τό γεγονός ἐσχολιάσθη ὑπό τῶν ἁγίων ἀντιπροσώπων, διότι κατόπιν τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς σχετικῆς ἐπιστολῆς τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρός τήν Ἱεράν Μονήν Ἁγ. Παύλου καί τήν Ἱεράν Κοινότητα ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιμ. θεωρεῖται ὑπό τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος ὡς ἔκπτωτος τοῦ καθηγουμενικοῦ λειτουργήματος· δι’ ὅ καί δέν γίνονται δεκτά ἔγγραφα φέροντα τήν ὑπογραφήν του.
»Πολλῶν λεχθέντων διά τό πρακτέον ἀπεφασίσθη ἐν προκειμένῳ, ὅπως κληθῇ ὁ ἅγιος Πρωτεπιστάτης καί ἐνημερώσῃ ὑπευθύνως τήν Δ.Ι. Σύναξιν περί τοῦ ποία εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καί ἄρα περί τοῦ πῶς πρέπει νά ἐνεργήσῃ καί ἡ Δισενιαύσιος Ἱερά Σύναξις. Μετά τήν ἔλευσιν καί διαβεβαίωσιν τοῦ ἁγίου Πρωτεπιστάτου διά τήν στάσιν τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Δ.Ι.Συνάξεως παρεκάλεσαν μετά πολλῆς ἡρεμίας καί ἀγάπης τον Παν/τον Ἀρχιμ. κ. Ἀνδρέαν ὅπως μή μετάσχῃ εἰς τάς ἐργασίας τῆς παρούσης Συνόδου διά λόγους κανονικῆς τάξεως καί εὐρυθμίας, ὅπερ καί ἐγένετο μετά κατανοήσεως δεκτόν ὑπό τοῦ Παν/του Ἀρχιμ. Ἀνδρέου».
Ἡ Δισενιαύσιος λοιπόν Ἱερά Σύναξις τοῦ ἁγ. Ὄρους ἐκήρυξε ἔκπτωτο τόν Καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Παύλου, ἀρχ/την Ἀνδρέα, διότι δέν ἐμνημόνευε. Ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι προηγουμένως ἡ ἴδια Ἱερά Κοινότης ἄφησε ἐλεύθερες τίς μονές εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχη, (ἀπόφ.17/10/70), κατανοοῦμε ὅτι ἡ ἀπότομη ἀλλαγή τῆς γραμμῆς πλεύσεως προῆλθε ἀποκλειστικά καί μόνο ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἀπειλουμένων δεινῶν καί τιμωριῶν.
Παρεπιμπτόντως ἀναφέρομε, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Παύλου ἔκτοτε, χωρίς νά μνημονεύη, ἔζησε ὡς ἡσυχαστής μακράν τῆς μονῆς εἰς ἀγρόκτημα αὐτῆς, πλησίον τοῦ Μονοξυλίτου.
Τελικά, ὅπως ἀνεμένετο, μέ τήν μέθοδο τῶν ἐξοριῶν καί τήν συνεργασία πάντοτε τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀπεκατεστάθη ἡ κανονική τάξις χωρίς ἀποκατάστασι τῆς πίστεως καί ἡ μνημόνευσις τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος ἀντιλάλησε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον στό περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἴσως καί ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης δέν ἐπερίμενε τόσο εὔκολη ὑποταγή, ἡ ὁποία τοῦ ἔδιδε τό πράσινο φῶς καί τοῦ ἐξησφάλιζε τά νῶτα διά νά συνεχίση τήν πορεία του. Ἀπέμεινε ἡ Ἱ. Μονή Ἐσφιγμένου νά κρατῆ τήν σκυτάλη τοῦ ἀγῶνος, τήν ὁποία ἴσως ἀνέχεται ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης, προκειμένου νά ἐπιδεικνύη τήν ἀνοχή καί τήν δημοκρατικότητά του καί μέ τόν σκοπό τῆς ἐκτονώσεως τῶν ἐναντιουμένων στόν Οἰκουμενισμό ἁγιορειτῶν Πατέρων. Κατά καιρούς βεβαίως τό Πατριαρχικό μειδίαμα ἀφήνει τήν θέσι του στό Πατριαρχικό κατασπάραγμα καί ἡ ἐξωτερική μορφή τοῦ προβάτου παραμερίζει καί ἐμφανίζεται ἡ πραγματική διάθεσις τοῦ λύκου. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τήν παράνομη ἀπόφασι τοῦ Πατριαρχείου πρός ἀποσχηματισμό τοῦ ἡγουμένου καί τριῶν μοναχῶν τῆς Ἱ. Μονῆς Ἐσφιγμένου. Εἰς αὐτήν τήν παράνομο ἀπόφασι ἀντέδρασαν πολλοί ἁγιορεῖτες Πατέρες καί ὑπέγραψαν ἔγγραφο διαμαρτυρίας. Τό γεγονός αὐτό συνέβη πάλι ἐπί τοῦ πράου καί εἰρηνικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καί τό περιγράφει ὁ «Ὀρθόδ. Τύπος» στό φύλλο τῆς 1-10-74 ὡς ἑξῆς:
«Δήλωσις 373 ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί ἀντικανονικῶν πρωτοφανῶν ἀποφάσεων. Τριακόσιοι ἑβδομήκοντα τρεῖς ἁγιορεῖται μοναχοί μέ κοινή δήλωσίν των διαμαρτύρονται ἐντόνως διά τήν ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρός ἀποσχηματισμόν τοῦ ἡγουμένου καί τριῶν μοναχῶν τῆς Ἱ. Μονῆς Ἐσφιγμένου καί δηλοῦν ὅτι «θά ἀγωνισθοῦν μέχρι θανάτου, κατά τῆς ἀντικανονικῆς καί παρανόμου ἀποφάσεως, ἵνα μή εἰς τοιαύτην ἀπώλειαν περιπέση ἡ Ἀκρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας». Σημειωτέον ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ὑπεγράφη ἐντός ἐλαχίστου χρόνου. Θά ἦσαν, ἀσφαλῶς «πολλῷ περισσότεραι, ἄν μή αἱ μακριναί ἀποστάσεις καί ἡ τραχύτης τῶν ὁδῶν ἐδυσχέραινον τοῦτο».
Εἶναι γεγονός ὅτι σήμερα οἱ πλεῖστοι τῶν ἁγιορειτῶν προσπαθοῦν νά ξεχάσουν τήν τριετία αὐτή τῆς τελευταίας ἁγιορείτικης ἀποτειχίσεως καί ἄν τούς ἐρωτήσης δι’ αὐτήν ἀπαντοῦν μέ μισόλογα, προφασίζονται ὅτι δέν γνωρίζουν ἤ καί τήν ἀρνοῦνται τελείως λέγοντας ὅτι ἦταν κάποια μεμονωμένα κρούσματα τά ὁποῖα κατεστάλησαν καί ὅτι πάντοτε τό ἅγ. Ὄρος στήν πλειοψηφία του ἐμνημόνευε τό σεπτόν ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Αὐτά τά ἀκούσαμε πολλές φορές ἀπό στόματα κοινοβιατῶν Πατέρων καί ἐπιφανῶν ἡγουμένων τοῦ ἁγ. Ὄρους. Πολλοί λέγουν ὅτι ἡ ἀθρῶα εἰσροή τεραστίων χρηματικῶν ποσῶν εἰς τό ἅγ. Ὄρος συνετέλεσε καί αὐτή ἀπό τήν πλευρά της, εἰς τήν ὑποστολή τῆς σημαίας τῆς πίστεως. Τό πλέον ὅμως λυπηρό καί ἀξιοθρήνητο, τό ὁποῖο σηματοδοτεῖ ἀπό μόνο του τόν ξεπεσμό τῆς Ἀθωνικῆς Χερσονήσου εἰς τά θέματα τῆς πίστεως, εἶναι ὅτι πλέον οἱ μονές κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Πατριαρχείου δέν δίδουν κελιά σέ μοναχούς πού δέν μνημονεύουν. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ἀναπαύονται ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν συντελοῦν εἰς τήν εἰρήνη τοῦ Ὄρους καί ἀφ’ ἑτέρου ἀσκοῦν ἄριστα τήν εὐλογημένη τους ὑπακοή εἰς τόν πνευματικό τους ἡγέτη καί προϊστάμενο. Κατά τά ἄλλα βεβαίως ὁ χορός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βαστάει καλά, ἐνῶ οἱ Πατέρες στό Ὄρος ἀσχολοῦνται μέ τίς λαμπρές τελετές καί ἀγρυπνίες, μέ τήν ἀκριβῆ τήρησι τοῦ Τυπικοῦ, τήν σύνθεσι καί μελοποίησι καινούριων βυζαντινῶν ὕμνων, τήν συντήρησι τῶν κειμηλίων, τήν συγγραφή καί τά κηρύγματα καί φυσικά τή νοερά προσευχή καί ἡσυχία.

ΠΗΓΗ ''Ἡ Διαχρονικὴ Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὸ Ὑποχρεωτικὸ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περὶ Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν'' π. Ευθυμίου Τρικαμηνά


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ: ΠΩΣ ΑΝΤΕΔΡΑΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΥΠΟΤΑΧΘΗΣΑΝ http://entoytwnika.blogspot.com/2012/02/blog-post_14.html#ixzz1mOaQGybP
Under Creative Commons License: Attribution

To Μοναστήρι του Αυτοκράτορα Βατάτζη μέχρι το 1922. Ένα μυστήριο μνήμα και μια παλιά εικόνα.



Πάνω σε μια χαμηλή πλαγιά του Νύφ-ντάγ, οροσειράς του Τμώλου που οι αρχαίοι το ωνόμαζαν Όλυμπο, πάνω από το Μπουνάρμπασι, υπάρχει μια πηγή με άφθονο νερό που βγαίνει μέσα από βράχους και που οι χωριανοί την έλεγαν «της Παναγιάς το μπουνάρι». Πλάϊ στην πηγή υπάρχει ένας μεγάλος πλάτανος και ένα πεύκο. Η γύρω περιοχή ελεγόταν ως το 1922 ακόμη «Μοναστήρι» και εκεί ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, χτισμένη η βασιλική Μονή των Λέμβων (ή της Λέμβου, ή του Λέμβου), αφιερωμένη εις την παναγίαν Θεοτόκον. Η ονομασία προέρχεται, χωρίς άλλο, από παραφθορά της λέξης Όλυμπος. Μονή του Ολύμπου, του Λέμπου, του Λέμβου, της Λέμβου και τέλος Μονή των Λέμβων. Κανένα σημάδι δεν υπάρχει σήμερα που να φανερώνει πως άλλοτε υπήρχε εκεί το πλούσιο και περίφημο αυτό μοναστήρι, που το έχτισε στις αρχές του 13ου αιώνα ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Βατάτζης, πάνω στη θέση άλλου παλαιότερου μοναστηριού.

Ο Βατάτζης επροίκησε το μοναστήρι με πολλά κτήματα, που έφταναν ως τη Μαινεμένη και τούτο για να μπορεί να συντηρείται άνετα. Ανάμεσα στα κτήματα αυτά ήταν και η Βάρις ή Μήλα της εποχής εκείνης, το Μπαϊρακλή δηλαδή, ή Πασά-κιοϊ των ιδικών μας χρόνων (χωριό του πασά, γιατί εκεί έμενε ο Γιαχγιά πασάς που είχε πολλά κτήματα στον Κάμπο. Κοντά στο Μπαϊρακλή είχε επίσης παλαιότερα πολλά κτήματα και ο Θρασ. Πιττακός).
Από τα έγγραφα της Μονής βλέπομε πώς το Μπαϊρακλή ήταν τότε μια περιοχή αρκετά μεγάλη.
Είχε στην κατοχή του του αλυκές, κοντά στις εκβολές του Τσαγιού του Μπουρνόβα, είχε δυο εκκλησιές: της αγίας Μαρίνας και του αγίου Θεοδώρου, και μιαν άλλη κατεστραμμένη, κι είχε ακόμη κι ένα μοναστηράκι: το μετόχι του αγίου Γεωργίου. Τα κτήματα του άρχιζαν από την παραλία και προχωρούσαν μέσα στον κάμπο του Μπουρνόβα, καθώς και σε αρκετή απόσταση από την άλλη πλευρά προς τη Μαινεμένη.
Οι κάτοικοί της ήσαν 22 οικογένειες με περισσότερα από 86 μέλη. Τα σύνορα της περιοχής της Μονής των Λέμβων «ο καθολικός περίορος» σημειώνονται με πολλές λεπτομέρειες σε έγγραφο του 1235, που συντάχθηκε από τον στρατοπεδάρχη Φωκά, «δια ορισμού βασιλέως Ιωάννη». (….)
Μια από τις οικογένειες που κατοικούσαν στον Μπουρνόβα από την εποχή εκείνη, και την οποίαν απαντούμε και πολύ αργότερα, ήσαν οι Γορδάτοι. ΄Ενας από αυτούς ονομαζόμενος Θεόδωρος έγινε καλόγερος και κατατάχτηκε στη Μονή των Λέμβων. (…)
Φαίνεται πως οι Μπουροβαλήδες ήσαν άνθρωποι σκαιοί, αυθαίρετοι και παλληκαράδες.
Περιφρονούσαν τα δικαιώματα του μοναστηριού, καταπατούσαν τα κτήματά του, έσπαζαν και λεηλατούσαν τις αποθήκες του και όταν οι καλόγεροι κατέβαιναν να διαμαρτυρηθούν, εκείνοι ωπλισμένοι με ακόντια, τόξα και άλλα παρόμοια όπλα τους εκακοποιούσαν και κάποτε τους εσκότωναν . Οι αυθαιρεσίες των αυτές και η βάναυση συμπεριφορά των ανάγκασε το μοναστήρι το 1232 να κάνη αναφορά στον ίδιο το βασιλιά Βατάτζη και να ζητήση την επέμβασί του. Ο Αυτοκράτωρ διέταξε τότε τον γραμματέα του «δούκα του θέματος των Θρακησίων, Φωκάν Αυτορειανόν» να πάει επί τόπου, να κάνει ανακρίσεις και, αν τα παράπονα των καλογέρων αποδειχτούν αληθινά, να τιμωρήσει τους υπαιτίους και να τους αναγκάσει να πλερώσουν τις ζημιές. (….)
Από την έκθεση που συνετάγη φαίνονται με αποδείξεις όλες οι άδικες πράξεις και τα «κακουργήματα» των Μπουρνοβαλήδων εναντίον των δύστυχων καλογέρων.(….)
Στον Μπουρνόβα, πάνω σ΄ένα ύψωμα στη βορειοανατολική πλευρά του, υπάρχει μια θέση που λεγότανε «τσακμάκι», από ένα μεγάλο πεύκο, πούχε στη ρίζα του ένα χαμηλό μάντρωμα και μέσα σ΄αυτό ένα μνήμα και άπειρα κρεμασμένα κουρέλια. Το μνήμα έλεγαν πως ήταν τούρκικο, χωρίς όμως κανείς να ξέρη ποιος ήταν θαμμένος εκεί.
Θάταν κανείς από τους παλιούς εκείνους ανώνυμους ιερωμένους που τους τιμούσαν πολύ και τους έθαβαν σε περίοπτα μέρη και τους έδιναν το γενικό όνομα «Ντεντές» σαν να λέμε εμείς Άγιος. Τον Ντεντέ τους ετιμούσαν οι Τούρκοι εκεί, μα στον ίδιο χώρο λάτρευαν και οι δικοί μας τον Αη Γιάννη τον Κουρελά, όπως τον έλεγαν που γιάτρευε τον «παροξυμό».
Μετρούσαν ένα κουρέλι ή μια κλωστή ως το μποϊ του αρρώστου και το κρεμούσαν εκεί σ’ ένα κλαδί πουρναριού.
Κατά παράξενο τρόπο σ΄εκείνο το σημείο συνέπεφτε ένα κοινό προσκύνημα και των Τούρκων για τον Αη Γιάννη μας και των Χριστιανών για τον Ντεντέ τους.
Στην άλλη άκρη του λόφου, προς το νότο, υπήρχε η μικρή εκκλησία που έχτισε το 1909, απέναντι στο σπίτι της η σεβαστή κερά Πηνελόπη Σοφιανοπούλου, στο όνομα πάλι του Αη Γιάννη.
Η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών ακραίων σημείων του χωριού είναι περίπου πεντακόσια μέτρα, η δε συνοικία λεγότανε από μας γενικά Αη Γιάννης, και ένα τμήμα της Ηράκλειο. Από πού άρα γε να πήρε το όνομα αυτό; Όχι βέβαια από τον Αη Γιάννη τον Κουρελά, γιατί εκεί κοντά δεν υπήρχαν κατοικίες, ούτε κι από το μικρό εκκλησάκι της Σοφιανοπούλου, που χτίστηκε τελευταία. Κοντά όμως στην εκκλησούλα αυτή υπήρχε ένα φτωχόσπιτο, σ΄ένα δωμάτιο του οποίου επήγαινε ο κόσμος και προσκυνούσε μια παλιά εικόνα του Αη Γιάννη. Έλεγαν πως την εικόνα αυτή την βρήκε σε μια σπηλιά εκεί κοντά η γριά Ελένη Τελάλη. Δε θάταν λοιπόν δυνατό να υποθέσωμε ότι κάπου μέσα στην περιοχή αυτή βρισκότανε η παλιά εκκλησία του 13ου αιώνα, που καταστράφηκε από τους πρώτους Τούρκους κατακτητάς, αλλά διασώθηκε η εικόνα του αγίου, για να ξαναβρεθεί πρώτα μέσα στην σπηλιά, ύστερα στο φτωχό σπιτάκι και κατόπιν στη νεώτερη εκκλησούλα που το αντικατέστησε…..
(Μικρασιατικά Χρονικά, 1955, από ανέκδοτο βιβλίο του Ν. Καραρά "Ιστορική τοποθέτηση του χωριού Μπουρνόβας" )

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...