Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκοπος Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκοπος Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012

Πῶς οἱ Πατέρες εἶδαν τὴν Ἁγία Γραφὴ Ἀθανάσιος Γιέφτιτς (Ἐπίσκοπος)



Διαβάζοντας τὸν Μίλτον, μεγάλο ἄγγλο ποιητὴ τοῦ ΙΖ' αἰ, στὸ μεγάλο ποίημά του «Ὁ χαμένος Παράδεισος» ("Paradise lost"), ὅπου βασικὰ ἑρμηνεύει ὅλη τὴν Ἁγία Γραφὴ περιγράφοντας σὲ ποίημα τὴν μοίρα τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ἔχασε τὸν Παράδεισο κτλ., ἀλλὰ καὶ στὸ δεύτερό του ἔργο «Ὁ ξανακερδισμένος Παράδεισος» (Paradise regained), ἔβγαλα τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Μίλτον βλέπει τὴν Βίβλο ὡς ἕνα ἅγιο, ἱερό, δηλαδὴ ὡς ἕνα ἁπλῶς θρησκευτικὸ βιβλίο.

Κατ' ἀρχὴν ὁ Μίλτον, ὡς προτεστάντης θεολόγος καὶ μάλιστα Καλβινιστής, ἀσχολεῖται κυρίως μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀσχολεῖται μὲ ὅλη τὴν Βίβλο, δὲν τὴν βλέπει ὅπως τὴν εἶδαν καὶ τὴν ἑρμήνευσαν οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες. Σ’ αὐτὸ τὸ κείμενο βλέπει κυρίως τὴν δόξα τοῦ θεοῦ, τὸν δοξασμὸ καὶ τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ στέκεται τόσο στὴ δημιουργία, στὰ κτίσματα, δηλαδὴ στὴν πράξη τῆς δημιουργίας καὶ στὰ δημιουργήματα. 

Στὸν Μίλτον ὁ Θεὸς εἶναι κατ' ἐξοχὴν ὁ Δημιουργός. Γι' αὐτὸ καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ Τὸν βλέπει ὡς τὸ μεγαλύτερο καὶ τὸ πιὸ τέλειο κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἐκεῖνο ποὺ φανερώνει ἀπὸ μέσα του τὴν τελειότητα τῆς δόξης καὶ τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ, τὴν ἐξουσία καὶ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.

Ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως τὴ βλέπουν οἱ Πατέρες, εἶναι στραμμένη πρὸς τὴ δόξα τοῦ Ἐρχομένου Μεσσία. Καὶ ἑπομένως εἶναι βιβλίο γιὰ τὸν Μεσσία καὶ ὄχι κατ’ ἀρχὴν γιὰ τὸν Θεό. Διότι εἶναι στραμμένη πρὸς τὴν ἐσχατολογία. Ἐνῶ ἅμα μείνουμε μόνο στὴν περιγραφὴ τῆς δημιουργίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στὰ κτίσματα, αὐτὸ εἶναι μᾶλλον στροφὴ πρὸς τὸ παρελθόν. Πρόκειται γιὰ μία αἰώνια στασιμότητα, γιὰ τὸ παρελθόν, γιὰ ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ ἤδη εἶναι καὶ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἔλθει, τὸν «Μέλλοντα Αἰώνα». Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει πολὺ στενό, νὰ δοῦμε τὴ Γραφὴ ἔτσι, ὡς ἕνα βιβλίο δηλαδὴ ποὺ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς δημιουργίας Του, τῆς δόξης Του καὶ γενικὰ περὶ τῶν ἤδη κτισθέντων ὄντων καὶ τῶν γεγονότων. Αὐτὴ θὰ ἦταν μία στατικὴ προσέγγιση τῆς Βίβλου.

Ἡ πατερικὴ προσέγγιση τῆς Βίβλου εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν καλβινιστικὴ καὶ φονταμενταλιστικὴ θεώρηση ποὺ εἴδαμε πρίν. Ἡ πατερικὴ ἀντίληψη ταυτίζεται μὲ τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ στροφὴ καὶ κατεύθυνση πρὸς τὸ μέλλον, πρὸς τὸν Μεσσία. Γι' αὐτὸ οἱ Πατέρες εἶδαν, ὅπως ἔχει παρατηρήσει καὶ ὁ π. Φλωρόφσκυ, καὶ στὰ λόγια ἀλλὰ καὶ στὰ γεγονότα τῆς Βίβλου, ἀκόμη περισσότερο τὸ προμήνυμα, τὴν παιδαγωγία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσία καὶ τοῦ «Μέλλοντος Αἰῶνος». Εἶναι χαρακτηριστικό, λέει ὁ π. Φλωρόφσκυ, ὅτι ὁρισμένοι Πατέρες ἤδη στὰ λόγια τῆς Γραφῆς εἶδαν τὸ προμήνυμα τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου. Αὐτὸ βέβαια ὁ π. Φλωρόφσκυ τὸ παίρνει ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο μιλάει γιὰ τὴν προενσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἤδη ἀπὸ τὴ Δημιουργία τοῦ κόσμου, τὴν ὁποία περιγράφει ἡ Βίβλος. Πάντως αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος γνώμονας, μὲ τὸν ὁποῖο oἱ Πατέρες ἐξηγοῦν τὴν Γραφή.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ λοιπόν, εἶναι γιὰ τοὺς Πατέρες κατ' ἐξοχὴν βιβλίο χριστολογικὸ καὶ ἐσχατολογικό. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο. Ὄχι «κοσμικὸ» μὲ τὴν ἔννοια κοσμολογικό, δηλαδὴ βιβλίο ποὺ μιλάει πρωτίστως περὶ τοῦ κόσμου, τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας του. Οὔτε θεολογικὸ μὲ μία ἔννοια γενικῆς θεολογίας. Δηλαδὴ μὲ τὴν ἔννοια λόγου περὶ Θεοῦ γενικά, περὶ Θεοῦ Δημιουργοῦ, περὶ τῆς δόξης, τῆς παντοδυναμίας καὶ τῶν κτισμάτων τοῦ Θεοῦ. Ἀλλιῶς, ἂν τὸ δοῦμε μόνο ὅπως τὸ βλέπει ὁ Μίλτον καὶ οἱ Προτεστάντες, τότε ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπομένει ἕνα κείμενο θρησκευτικό, ποὺ δὲν διακρίνεται ριζικὰ ἀπὸ ἄλλα θρησκευτικὰ κείμενα ἄλλων θρησκειῶν, ὅπως ἡ Μπαγκαβὰτ Γκίτα, ὅπως ἄλλα ἑβραϊκὰ κείμενα θρησκευτικά, ὅπως τὰ αἰγυπτιακὰ βιβλία περὶ τῶν νεκρῶν, τὸ ἔπος τοῦ Γκιλγκαμὲς κλπ.

Κάπως ἔτσι βλέπει τὴν Βίβλο ὁ Χαμένος Παράδεισος» τοῦ Μίλτον. Ὅπως καὶ ὁ δικός μας σέρβος μεγάλος ποιητὴς τοῦ περασμένου αἰώνα Νιέγκος βλέπει τὴν Ἁγία Γραφὴ στὸ μεγάλο του ποίημα «Ἀκτίνα τοῦ Μικρόκοσμου» ὡς βιβλίο ποὺ μιλάει γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τοὺς οὐρανούς, κυρίως γιὰ τὴν κοσμολογία. Ἂν καὶ ὁ Νιέγκος, ὡς ὀρθόδοξος, εἶναι περισσότερο στραμμένος πρὸς τὸν ἐσχατολογικὸ Χριστὸ ἀπὸ τὸν μὴ ὀρθόδοξο Μίλτον, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχει βέβαια ἐπηρεασθεῖ τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴ βασικὴ ἰδέα. Δὲν εἶναι τυχαῖο πὼς ὁ ὀρθόδοξος Νιέγκος τελειώνει τὸ ποίημά του μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σαρκωθέντος καὶ Ἀναστάντος, ποὺ δίνει τὸ νόημα σ' ὅλη τὴν προηγούμενη ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ σ' ὅλο τὸ δράμα τῆς σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ ὁ παράδεισος τοῦ Μίλτον βρίσκεται κάπου στὸ παρελθόν. Ἰδέα δὲν ἔχει πὼς ὁ Παράδεισος εἶναι στὸ μέλλον, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι καὶ τὸν «Ξανακερδισμένο Παράδεισο» ("Paradise renamed") ὁ Μίλτον τὸν βλέπει στὸν ἠθικοθρησκευτικὸ ἀγώνα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Σατανᾶ στὴν ἔρημο, δηλαδὴ στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ νίκη Του πάνω τους καὶ ὄχι στὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ γεγονὸς τῆς Σαρκώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, στὴ Μέλλουσα Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Πράγμα ποὺ σημαίνει πὼς οἱ Πατέρες βλέπουν τὸν Παράδεισο στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ τελευταῖο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, στὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν καὶ ἐμεῖς ἐν τῷ Χριστῷ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, παίρνοντας βέβαια ἀφορμὴ ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅπου ὁ Χριστὸς δὲν νοεῖται χωρὶς τὸ «μυστήριο τὸν Χριστοῦ», ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐφ' ὅσον ὁ Χριστὸς ἐνσαρκώθηκε.

Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ὁ Μίλτον ξεκινάει ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀπὸ τὴ Δημιουργία, ἀπὸ τὴν Πτώση, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπὸ κεῖ ξεκινώντας φθάνει στὸν Χριστό. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ μιλάει σὰν νὰ εἶναι πράγματι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχει δηλαδὴ θέση στὸ σύστημά του ἡ Χριστολογία ὡς οὐσιαστικὴ θεολογία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δηλαδὴ θεολογία περὶ τοῦ Μεσσία. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ξεκινάει τὰ πάντα ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν ἔχει Χριστολογικὴ πείρα, ποὺ σημαίνει λειτουργικὴ πείρα, ἐκκλησιαστικὴ πείρα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν Ἁγία Γραφὴ ποὺ εἶναι ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο, βιβλίο δηλαδὴ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ὄχι ἁπλῶς θρησκευτικὸ βιβλίο τῆς Συναγωγῆς, τῆς λατρείας δηλαδὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ βιβλίο ποὺ ὁδηγεῖ καὶ παιδαγωγεῖ εἰς Χριστόν. Ἀλλιῶς, ἂν πάρουμε τὴν Βίβλο μόνο ὡς ἑβραϊκὸ βιβλίο Ἱερὸ μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ, παρ' ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι πάλι ἕνα θρησκευτικὸ κείμενο, ἔστω ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ἕνα λαό, ἀλλὰ ποὺ χωρὶς τὸ Μεσσία χάνει τὸ νόημά του. Γι' αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνουν oι Ἑβραῖοι. Ὑπάρχει ἕνα κάλυμμα στὰ κείμενα τῆς Βίβλου καὶ δὲν βλέπουν τὸ τί περιέχει μέσα του αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ ποῦ ὁδηγεῖ, ὥστε νὰ τὸ ὀνομάζει ὁ Παῦλος παιδαγωγὸν εἰς Χριστόν».

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς του ἀναφέρει συζήτησή του μὲ κάποιον Ἑβραῖο, ὅπου τοῦ ἀναφέρει ὁ Ἑβραῖος ἐνάντια στὸ Χριστὸ τὰ ἀρχεῖα, τὰ ντοκουμέντα, δηλαδὴ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Καὶ ὁ Ἰγνάτιος πολὺ ἁπλὰ ἀπαντάει: «γιὰ μένα τὰ ἀρχεῖα εἶναι ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάσταση τὸν Χριστοῦ». Σὰν νὰ ἀντιπαραθέτει τὰ γεγονότα αὐτὰ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στὴ Γραφή.

Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅπως ἐγὼ εἶπα κάποτε σ' ἕναν προτεστάντη, ὅτι ἡ Γραφὴ δὲν ἔχει νόημα, εἶναι ἕνα κείμενο, ἕνα βιβλίο καὶ δὲν λύνει τίποτα. Ἔστω θεῖο, ἀποκαλυπτόμενο, ἐμπνευσμένο βιβλίο, ἀλλὰ βιβλίο. Δὲν ἔχουμε τὸ γεγονός, τὸν χῶρο ζωῆς, προσωπικῆς ζωῆς καὶ ἐπικοινωνίας, ὅπως εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ ζωντανὸ Σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐπειδὴ λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος, ὅτι δὲν θὰ ξέραμε τίποτα γιὰ τὴν Γραφὴ ἐὰν δὲν μᾶς ἐγγυάτο ἡ Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐγγύηση. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα, τὸ κλίμα, ἡ ζωή, ὁ παλμὸς γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Γραφῆς. Ὅπως δὲν ὑπάρχει ὄργανο ἀνθρώπινο ἔξω ἀπὸ τὸν ὀργανισμό, (ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ κόψουμε τὸ χέρι νὰ τὸ μελετήσουμε καὶ ἄλλο ὅταν λειτουργεῖ μέσα στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό), ἔτσι καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ ὡς σκέτο θρησκευτικὸ κείμενο δὲν εἶναι κατανοητὴ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Γι' αὐτὸ οἱ Πατέρες ἔβλεπαν τὴν Γραφὴ μόνον ἐν τῷ Χριστῷ. Ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ὁ Παῦλος. Αὐτὸς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Προτεστάντες τὴν ἑρμηνεύει αὐθαίρετα. Διότι ἡ πρὸς Ρωμαίους καὶ κυρίως ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ του εἶναι μία ἑρμηνεία ἐντελῶς δική του πρωτότυπη, καὶ κάπως αὐθαίρετη ὡς πρὸς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὸς βλέπει σὲ ὅλα τὸν Χριστὸ καὶ σὲ ὅλα διακρίνει ἐκείνην τὴν τάση ποὺ ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐκφράζει μὲ τὸν λόγο του ὅτι ἡ μὲν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι σκιὰ τῆς Καινῆς, ἡ Καινὴ εἶναι εἰκὼν τῶν ἐσχάτων, «ἀλήθεια δὲ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις». (Ἀπὸ τὰ σχόλια στὸν Ἀρεοπαγίτη). Ποὺ δείχνει μία δυναμικὴ πορεία καὶ κατεύθυνση μεσιανική, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη πρὸς τὴν Καινή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Καινὴ πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ Βασιλεία. Αὐτὰ ποὺ ἤδη καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔλεγε, ὅτι δηλαδὴ ἐκήρυττε ἡ Παλαιὰ τὸν Πατέρα, ἡ Καινὴ ἀπεκάλυψε τὸν Υἱὸ καὶ τώρα εἶναι ἡ περίοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ περίοδος ὅπου ἐμπολιτεύεται τὸ Πνεῦμα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἀκριβῶς τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς διαφεύγει, αὐτὸ ποὺ φέρνει ἡ Γραφὴ ὡς μήνυμα, ὡς μαρτυρία. Τὸ Πνεῦμα τῆς Προφητείας καὶ ἡ Νύμφη μαρτυροῦν, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψη. Δηλαδὴ αὐτὰ ποὺ μαρτυροῦν εἶναι ζωντανὰ πρόσωπα, ὅπως ἦσαν οἱ Προφῆτες, ὅπως ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι, ὅπως εἶναι ἄλλωστε ἡ Κοινότητα ἡ ἐκκλησιαστικὴ μέσα στὴ Λειτουργία.

Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι τὴν ἀκοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ μέσα στὴ Λειτουργία καὶ τὴν καταλαβαίνουμε ὡς Σῶμα. Ὅλα τὰ γεγονότα ἢ τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται, οἱ μυσταγωγίες οἱ ἐκκλησιαστικές μας ἐξηγοῦν τί λένε τὰ λόγια στὴ Γραφή. Ἔτσι μπορεῖ κι ἕνας ἁπλὸς χριστιανὸς νὰ καταλάβει τὴ Γραφή. Τὸ λέγει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὅτι ἡ Βίβλος εἶναι ἕνα ποτάμι ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ περάσει ἕνα ἀρνάκι καὶ μπορεῖ νὰ βυθισθεῖ σ' αὐτὸ ἕνας ἐλέφαντας. Γιὰ νὰ δείξουμε σαφέστερα, πὼς ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τὴν Ἁγία Γραφή, θὰ ἀναφέρουμε μόνο ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Εἶναι τὸ γνωστὸ χωρίο ἀπὸ τὸ «Κεφάλαια Θεολογικά» ἢ ὅπως τὰ λένε ὁρισμένοι βυζαντινολόγοι τὰ «Γνωστικὰ Κεφάλαια», περὶ Θεολογίας ἑκατοντὰς πρώτη, 66.

«Τὸ τῆς ἐνσωματώσεως τοῦ Λόγου μυστήριον», λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, «ἔχει πάντων τῶν τε κατὰ τὴν Γραφὴν αἰνιγμάτων καὶ τύπων τὴν δύναμιν (τὴν δυναμικὴ σημασία δηλαδὴ) καὶ τῶν φαινομένων κτισμάτων τὴν ἐπιστήμην (γνῶσιν). Καὶ ὁ μὲν γνοὺς Σταυρὸν καὶ Ταφῆς (τοῦ Χριστοῦ ἐννοεῖται) τὸ μυστήριον, ἔγνω τῶν προειρημμένων τοὺς λόγους. Ὁ δὲ τῆς Ἀναστάσεως μυηθεὶς τὴν ἀπόρρητον δύναμιν, ἔγνω τὸν ἐφ' ᾧ τὰ πάντα προηγουμένως ὁ Θεὸς ὑπεστήσατο σκοπόν». 

Φαίνεται καθαρὰ σ' αὐτὸ τὸ χωρίο αὐτὴ ἡ δυναμικὴ πορεία ἀπὸ τὴ δημιουργία μέσῳ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρὸς τὴν Καινὴ καὶ ἀπὸ τὴν Καινὴ πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ Βασιλεία, πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Διότι, λέει, ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ Λόγου, τὸ μυστήριο δηλαδὴ τοῦ Σαρκωθέντος Χριστοῦ, τοῦ θεανθρώπου, εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ καταλάβουμε τοὺς τύπους καὶ τὰ αἰνίγματα τῆς Γραφῆς. Τύποι καὶ αἰνίγματα εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράμμα ποὺ σκοτώνει, ἐνῶ τὸ πνεῦμα ζωογονεῖ. Μόνο στὸ μυστήριο τοῦ Μεσσία, τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουμε ὅ,τι ἔχει γραφεῖ. Καταλαβαίνουμε τὴν Γραφὴ ὡς λόγο καὶ ὡς τύπο καὶ ὡς συμβολισμὸ καὶ ὡς ἱστορία, δηλαδὴ περιγραφὴ γεγονότων καὶ συμβάντων. Ἀλλὰ ὁ Μάξιμος λέει στὴ συνέχεια καὶ γιὰ τὰ κτίσματα. Κι αὐτὰ ὁδηγοῦν στὸν Χριστό. Ὁλόκληρη ἡ δυναμικὴ πορεία, ἡ ὀντολογικὴ πορεία τῆς κτίσεως, ὁδηγεῖ στὸν Χριστό.

Ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ πρῶτο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ στὴ συνέχεια λέει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ταφή, τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς καταλαβαίνει τὸ τί εἶπα προηγουμένως, δηλαδὴ τοὺς λόγους αὐτῶν τῶν αἰνιγμάτων καὶ τῶν τύπων τῆς Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν κτισμάτων. Αὐτὰ ὅλα ἰσχύουν μέχρι καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ταφὴ δηλαδή. Ἡ Ἀνάσταση ἤδη εἶναι γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ καινοδιαθηκικὸ γεγονὸς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικό. Καὶ ὅποιος ἔχει μυηθεῖ σ' αὐτὴν τὴν ἀπόρρητο δύναμη (ἀπόρρητος γιατί δὲν χωράει ἀκόμη σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, εἶναι περισσότερο λειτουργικὰ ποὺ τὸ ζοῦμε), αὐτὸς γνωρίζει τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιούργησε ὁ Θεὸς τὰ πάντα. Ἄρα ἀπὸ τὰ ἔσχατα, ἀπὸ τὸ τέλος, ἀπὸ τὸ Ω ἑρμηνεύει τὴν ἀρχή, δηλαδὴ τὸ Α. Εἶναι χαρακτηριστικὴ αὐτὴ ἡ δυναμική, ἐσχατολογική, μεσσιανική, βασιλικὴ καὶ λειτουργική, δηλ. εὐχαριστιακὴ βάση, μὲ τὴν ὁποία ὁ Μάξιμος ἑρμηνεύει. Εἶναι ὁ δυναμισμὸς τῆς Γραφῆς.
Μία τέτοια προσέγγιση τῆς Γραφῆς, ὅπως αὐτὴ τῶν Πατέρων, δὲν μειώνει τὴ σημασία τῶν λόγων τῆς Γραφῆς, ἀλλὰ τοὺς τοποθετεῖ μέσα στὴ ζωντανὴ μήτρα, ὅπου αὐτὰ ὅλα λειτουργοῦν. Συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ τὴν Εἰκονογραφία, ὅπου ὅπως ἔλεγε ἕνας ἱστορικός τῆς τέχνης στὴν Σερβία οἱ Εἰκόνες δὲν εἶναι ἁπλῶς καλλιτεχνικὰ ἔργα καὶ δὲν κατανοοῦνται οἱ τοιχογραφίες ἂν δὲν εἶναι στὴν Ἐκκλησία καὶ μέσα σὲ μία Λειτουργία. Τότε οἱ Προφῆτες, οἱ Μάρτυρες, οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, ἡ Πλατυτέρα, τὰ πάντα, ἡ κάθε εἰκόνα, λειτουργεῖ, ἐπειδὴ βρίσκεται στὴ μήτρα της καὶ ἔτσι ταυτόχρονα συνδέεται μὲ τὴν ὑμνωδία καὶ μὲ ὅλη τὴν μυσταγωγία ποὺ τελεῖται στὸ ναό! Ἐκεῖ ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἕνα ζωντανὸ σῶμα καὶ ὄχι ἀποκόμματα ἢ κύτταρα ἢ ὅπως λέει ὁ Παῦλος γράμματα ποὺ σκοτώνουν.

Τὸ λάθος τῶν Ἑβραίων κυρίως αὐτῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι ἀπομόνωσαν τὴν Γραφὴ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὴν ἔχασαν. Στὸ Ἰσλὰμ εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη ἡ τραγωδία, γιατί αὐτοὶ γύρισαν καὶ πρὸς τὰ πίσω ἀκόμη. Οἱ Ἑβραῖοι τουλάχιστον στάθηκαν μέχρις ἐκεῖ. Γι’ αὐτὸ τὸ Κοράνιο δὲν εἶναι βιβλίο γιὰ τὸ Θεό, μὴ μᾶς ποῦν πὼς εἶναι βιβλίο γιὰ τὸ Θεό. Εἶναι περισσότερο βιβλίο ποὺ μαρτυρεῖ γιὰ τὴ μὴ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ τοῦ Μωάμεθ μὲ τὸ Θεό. «Πλανάσθε μὴ γνωρίζοντες τὴν Γραφὴν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ Χριστὸς στοὺς Φαρισαίους. Ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι ἡ ἄμεση ἐπαφή, ἡ ἐπικοινωνία.

Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως τὴ ζοῦμε ἐκκλησιαστικά, εἶναι τὸ πνεῦμα ποὺ πνέει μέσα στὸ γράμμα. Ἄλλωστε οἱ Ἀπόστολοι τὴ γράψανε ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, οἱ προφῆτες ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα. Αὐτὸ τοὺς ὁδηγοῦσε καὶ αὐτό μᾶς τὴν ἑρμηνεύει πάλι μέσα στὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα τὴν ἐκκλησιαστική, μὲ τὴν ἔμπνευσή Του, μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πνοή Του. Ἀφοῦ λέει ὁ Ἀπόστολος ὅτι δὲν μποροῦμε οὔτε κἄν νὰ προσευχηθοῦμε, ἂν τὸ Πνεῦμα δὲν προσεύχεται μέσα μας, πόσο μᾶλλον δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν Γραφή, ἂν τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα δὲν μιλήσει ἀπὸ μέσα μας καὶ μᾶς ἀποκαλύψει. Γι’ αὐτὸ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ἔχουν μία πιὸ ἄμεση προσέγγιση στὴ Γραφή, ἀμέσως τοὺς μιλάει στὴν καρδιά, ἐνῶ ἄλλοι, πολὺ μορφωμένοι, ἀναπτύσσουν διάφορες θεωρίες, ποὺ τοὺς ἀπομακρύνουν τελικὰ ἀπὸ τὴ Γραφὴ καὶ τοὺς κλείνουν τὴ Γραφή.

Ἂς προσθέσουμε ὅμως ἀκόμη κάτι ποὺ θεωροῦμε σημαντικό. Ἡ Γραφὴ ἔχει κάποιαν, ἂς ποῦμε, ἀδυναμία. Σὰν νὰ χάνει τὴ σιγουριὰ ὡς δυνατὸ κείμενο, ἔτσι ποὺ τὴν προσεγγίζουν οἱ Πατέρες. Ἐξαρτᾶται πολὺ ἀπὸ τὸ μέλλον, εἶναι στραμμένη «ἐν ἐλπίδι Χριστοῦ» καὶ βεβαίως μεταφέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἄλλο ἐπίπεδο, στὴν ἀβέβαιη βεβαιότητα. Ἀλλὰ μὴν ξεχνᾶμε πὼς οἱ Πατέρες μιλοῦσαν καὶ γιὰ τὴν «θεαρχικὴ ἀσθένεια» τοῦ Θεοῦ, ὄχι γιὰ τὴν παντοδυναμία Του, ὅπως μιλάει ὁ Μίλτον, ποὺ ὅλη τὴν ὥρα στέκεται σ' αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ παράδοξο τῶν Πατέρων εἶναι αὐτὴ ἡ «θεαρχικὴ ἀσθένεια». Ἡ ἀσθένεια τῆς Γραφῆς εἶναι ὅτι ὅταν τὴν προσπελάζεις δὲν σοῦ ἐπιβάλλεται, δὲν εἶναι μία τυραννία ἔστω καὶ τῆς ἀλήθειας, ποὺ πείθει. Εἶναι λεπτὴ ὅπως ἡ αὔρα στὸν προφήτη Ἠλία. Δὲν ἔπεισε τὸν Προφήτη οὔτε ἡ θύελλα, οὔτε φουρτούνα, οὔτε σύννεφα ἀλλὰ ἡ λεπτὴ αὔρα τοῦ Πνεύματος. Εἶναι πολὺ σεβαστὴ καὶ ἡ στάση ἡ δική μας πρὸς τὴν Βίβλο καὶ τῆς Βίβλου πρὸς ἐμᾶς. Αὐτὰ μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες καὶ οἱ Ἅγιοι. Γι' αὐτὸ εἶχαν τόση εὐλάβεια πρὸς τὴν Βίβλο. Ἀλλὰ ὄχι λατρεία πρὸς τὴν Βίβλο, σὰν νὰ μποροῦσε νὰ ἀντικαταστήσει καὶ ὑποκαταστήσει τὸ Θεὸ ἕνα βιβλίο. Ἔβλεπαν τὴ Γραφὴ ὡς τὸ βιβλίο τῆς Κοινότητας, μέσα στὴ λατρευτική, λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἑρμηνεῖες τους δὲν ἦσαν συνήθως γραμμένες γιὰ κείμενα, ἀλλὰ περισσότερο ὁμιλίες λειτουργικὲς ποὺ τὶς ἐκφωνοῦσαν μέσα στὸ ναὸ καὶ ἔτσι λειτουργοῦν αὐτὲς οἱ ἑρμηνεῖες οἱ πατερικές, μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐξ ἄλλου, κάποιος στὴν ἐποχὴ μας ἔχει διαπιστώσει πὼς στὴν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἔγραψαν οἱ μεγάλοι ἑρμηνευτὲς Πατέρες, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὑπάρχει καλύτερη ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς. Διότι οἱ ὕμνοι ἑρμηνεύουν μὲ τὸ λειτουργικὸ τρόπο, γεγονὸς μὲ γεγονός, εἰκόνα μὲ εἰκόνα, τύπο μὲ τύπο. ἀνάλογα μὲ τὴν πληρότητα ποὺ ζεῖ ἡ Ἐκκλησία ἔναντί τῆς Συναγωγῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μάλιστα στραμμένοι πρὸς τὸ μέλλον μὲ τὴν πρόγευση τῆς Βασιλείας. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀναγωγική, τυπολογική, μυσταγωγικὴ ἑρμηνεία τῶν Πατέρων, ποὺ καὶ αὐτὴ λειτουργεῖ ὄχι ἁπλῶς ὡς μία ἐπιστήμη. Βεβαίως χρειάζεται καὶ νὰ ἔχουμε καὶ νὰ ξέρουμε τὶς βιβλικὲς ἐπιστῆμες. Ὅμως ἡ ἐκκλησιαστικὴ πατερικὴ ἑρμηνεία δὲν εἶναι κατ' ἀρχὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ εἶναι στάση ζωῆς. Εἶναι κλήση καὶ εἴσοδος καὶ μύηση στὸ μεγάλο μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ποὺ εἶναι κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Τὰ λόγια τῶν Γραφῶν μέσα στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς κοινωνίας, δηλαδὴ ζωντανῆς ἐπικοινωνίας, γίνονται κατανοητὰ καὶ ὄχι ἀντικειμενοποιημένα αὐτὰ καθεαυτό, ὡς ἀρχὲς θρησκευτικές, δογματικὲς ἢ ὅποιες ἄλλες.

Εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ οἱ ἐντολὲς Του ἀκόμη ποὺ συνάπτουν σχέση ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ τὸ Θεό. «Τὸ ὄνομά Σου ὀνομάζομεν», δὲν εἶναι ταυτολογία. Σημαίνει ψελλίζω τὸ ὄνομά Σου καὶ μὲ αὐτὸ ἤδη ἐπικοινωνῶ μαζί Σου σὰν ἀγαπημένος μὲ τὸ ἄλλο ἀγαπημένο πρόσωπο. Σὰν τὸ παιδὶ μὲ τὴ μητέρα ἢ καὶ τὴ μητέρα μὲ τὸ παιδί. Σημασία ἔχει θὰ ἔλεγα περισσότερο τὸ ὅτι συνομιλοῦν μεταξύ τους καὶ ὄχι τὸ τί λένε. Τὸ γεγονὸς ὅτι συνομιλοῦν σημαίνει μία σχέση, μία κοινωνία. Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἔτσι τὴν ἑρμήνευσαν. Ὡς βιβλίο γιὰ τὸν Μεσσία περὶ τοῦ Μεσσία καὶ γιὰ τὴν αἰώνια θέση μας στὸ Μεσσία, ὅπως βιώνεται ἀπὸ ἐδῶ στὴν Εὐχαριστία.
πηγή

Παρασκευή, Αυγούστου 31, 2012

Ὁ ἄνθρωπος κατὰ Παπαδιαμάντη καὶ Ντοστογιέφσκυ ,Επίσκοπος Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος




[Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπάνθισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ἐρζεγοβίνης (τῆς Σερβίας) Ἀθανασίου Γέφτιτς, μὲ θέμα: «Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εἰς τὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001]


Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…
πηγή

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

Άνθρωπος και χωροχρόνος.(Αθανασίου Γιέφτιτς, Πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης)



      Έρχομαι από το Άγιον Όρος όπου πήγα να προσκυνήσω, γιατί αγαπώ το Άγιον Όρος. Εκεί, κάθε μοναστήρι, κάθε σκήτη, κάθε κελλί, είναι ολόκληρος γαλαξίας με τον χώρο του και τον χρόνο του. Αλλά πάλι όλοι μοιάζουν, είναι ενοποιημένοι σαν το Σύμπαν μας. Στο Άγιον Όρος ζεις τον χώρο και τον χρόνο άμεσα, ενώ, ταυτόχρονα, λες και εκεί υπερβαίνεται και ο χώρος και ο χρόνος. Διότι ο άνθρωπος ως ύπαρξη είναι μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά την ίδια στιγμή ως πρόσωπον κατ’ εικόνα Θεού τείνει να υπερβεί τον χωρόχρονο…
     Κι εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε και το μαρτυρούμε και ομολογούμε ότι στην Εκκλησία ο χώρος και ο χρόνος βρήκαν το νόημα τους. Στην Εκκλησία, ο χωρόχρονος μας είναι ένα πρόσωπο. Είναι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ο Χριστός εν τη Εκκλησία και ως Εκκλησία…
     Η Ορθόδοξη Εκκλησία με την εμπειρία της δίνει την μαρτυρία ότι και ο χώρος και ο χρόνος είναι για τον άνθρωπο όχι απλώς αναγκαίες φυσικές προϋποθέσεις υπάρξεως και ζωής, αλλά έχουν το νόημα και το πλήρωμά τους στον Χριστό, ο οποίος ως δημιουργός Θεός όλου του κόσμου μπήκε στον χώρο και στον χρόνο. Ο Χριστός με την Ενσάρκωση και Ενανθρώπησή Του εισήλθε και εχωρήθη στον χωρόχρονό μας…
     Είναι γεγονός ότι, αν και είμαστε δέσμιοι του χώρου και του χρόνου, την ίδια στιγμή, ο χώρος και ο χρόνος είναι συνθήκες ζωής δοσμένοι από τον Θεό. Ο χώρος και ο χρόνος είναι το ενιαίο υπαρκτικό και γνωστικό context μας, το οποίο προσπαθούμε να υπερβούμε υπαρξιακά και γνωσιολογικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αποκάλυψις του Θεού μιλάει ταυτόχρονα για την κτίση και του χώρου και του χρόνου…
    Είναι ζυγός ο χωρόχρονος και θέλει ο άνθρωπος να ξεφύγει από αυτόν, αλλά αγαπάει και αγκαλιάζει και τον χώρο και τον χρόνο, ενώ θέλει να τον υπερβεί. Και τον υπερβαίνει ακόμη και σε αυτή τη ζωή, ιδίως όταν βρεθεί σε ακραίες, οριακές καταστάσεις, σε μεγάλη θλίψη, σε μεγάλο πόνο, σε μεγάλη χαρά, σε κάποια έξαρση, διότι έχει κάποια έμφυτη τάση να βγει από τα «δεσμά» αυτά. Αυτό δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για κάτι μεγαλύτερο από τον κόσμο του χωροχρόνου.
     Οι άγιοι της Εκκλησίας μας μαρτυρούν ότι, όταν ο άνθρωπος συναντιέται με τον Θεό, όταν ενώνεται με τον Θεό, όταν γεύεται την χάρη του Θεού, παρουσία θείας δυνάμεως, «πνευματικής ισχύος» που λέει ο Άγιος Μάξιμος -πνευματικής δύναμης του Αγίου Πνεύματος-, όταν μεταγγίζεται με κάτι θείον, με κάτι παραπάνω από ό,τι είναι απλώς σύνοψη των δικών του ψυχοφυσικών δυνάμεων, τότε νιώθει ότι ο Ζων Θεός είναι και εντός και πέραν του χωροχρόνου. Νιώθει, επίσης, ότι δεν κατάγεται ούτε παράγεται από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή δεν μπορεί να προέλθει ένας άνθρωπος ακόμη κι αν συνοψίσει κανείς όλη την φύση ή όλο το Σύμπαν, όλο το χωρόχρονο· από αυτά και μόνο δεν βγαίνει ο άνθρωπος ως πρόσωπο. Ούτε μπορεί να πει κανείς ότι από μία ενδοκοσμική εξίσωση προκύπτει ο άνθρωπος και ο χώρος και ο χρόνος του…
     Είναι το είναι μας, η ύπαρξή μας, χρονική και χωρική. Όμως ο άνθρωπος είναι σαν βέλος («βέλος πόθου και αγάπης», λένε οι Πατέρες), που θέλει να ξεφύγει, να υπερβεί τον χωρόχρονο, για να φτάσει πέραν και υπεράνω. Αυτή η θεόσδοτη τάση, ο δυναμισμός να υπερβαίνουμε τη φύση και να μην μένουμε δέσμιοι δικοί της, είναι η εικόνα του Θεού μέσα μας…
     Η πτώση μας, του Αδάμ και του καθενός μας, ήταν ότι χάσαμε την πείρα, την γεύση, την κοινωνία με τον Θεό, και τότε άρχισε ο θάνατος. Και ο χώρος και ο χρόνος γίνανε τόποι και περιβάλλον του θανάτου και της φθοράς, επειδή χάσαμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι με την πτώση άρχισε η αποδιοργάνωση του είναι μας, της ζωής μας, της περι-ουσίας μας. Χάσαμε τότε την χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ήταν ο συντονιστής στην δοσμένη από τον Θεό ψυχοσωματική φύση μας, συντονιστής και ζωντανή σύνδεση, κάτι σαν την ασβεστολάσπη όταν κτίζουμε σπίτι με πέτρες, τούβλα, κλπ. Το Άγιο Πνεύμα είναι η συνεκτική χάρη του Θεού που ενώνει και συντονίζει τα πάντα…
     Ως άνθρωπος δεν μπορώ να ζήσω απρόσωπα, διότι αυτό με απανθρωπίζει. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο χρόνος και ο χώρος, όταν τους ζούμε απρόσωπα, μπορεί να μας απανθρωπίζουν. Ενώ μπορεί να μας εξανθρωπίζουν μέσα στην προσωπική σχέση με τον Θεό και με τους άλλους. Εδώ είναι η μεγάλη σημασία του Χριστού, ο ρόλος του Χριστού που, με την Σάρκωση και την Ενανθρώπησή Του, ενεχρονίσθη και ενεχωρήθη.    Έγινε ο Ίδιος ο χρόνος και ο χώρος μας, χώρα ζώντων, όπως λέει ο Ψαλμωδός. Σαρκώθηκε, και με την σάρκα Του ήλθε σε όλες τις καταστάσεις μας, στον χώρο και στον χρόνο μας, και δίνεται σε μας στην Εκκλησία, στην Θεία Λειτουργία, στον χωρόχρονό μας ως Θεία Κοινωνία, ως πρόγευση, ως αρραβώνας, ως μετοχή και μέθεξη.
     Αλλά εκείνο που κάνει τον Χριστό να είναι για μας ο καινούργιος θεανθρώπινος χωρόχρονος, είναι το Άγιο Πνεύμα, ακριβώς η χάρις Του. Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται ερήμην εμού, έρχεται με την ελεύθερη συγκατάβασή μου, με την άσκηση της αγάπης μου. Συμμετέχω με την θέλησή μου στην έλευσή Του. Λέει η θεωρία του Χάους: κινουμένου ενός σημείου, κινούνται όλες οι σταθερές· κινουμένης της θελήσεώς μου, της ελευθερίας μου, κινείται και αλλάζει όλη η σχέση μου με τον γύρω μου κόσμο και κυρίως με τον Θεό. Ή, μάλλον, από την σχέση με τον Θεό ρυθμίζονται οι υπόλοιπες σχέσεις. Άρα, υπάρχει μέσα στον άνθρωπο δοσμένο ως τάλαντο, ως δυνατότητα, ως εν δυνάμει, ως επιτηδειότητα, το να επικοινωνώ, το να ζω με τον Θεό…
      Εμείς, ως ζωντανά πρόσωπα και εικόνες του Θεού, καλούμεθα να υπερβούμε και τον χώρο και τον χρόνο, ώστε να μεταμορφωθούν, να θεωθούν μέσα μας εν Χριστώ. Αυτό σημαίνει ότι στην Ανάσταση του Χριστού, και στην δική μας κοινή ανάσταση, θα αναστηθούν και ο χώρος και ο χρόνος ως «ουρανός καινός και γη καινή» (Αποκ. 21, 1). Διότι, κατά τους αγίους, «καινοτομούνται αι φύσεις», όταν «ο Θεός άνθρωπος γίνεται» και «ο άνθρωπος θεός κατά χάριν». Και αυτό είναι η εν Χριστώ ανάστασις των πάντων και η θέωσις…
       Έτσι, ρεαλιστικά, τοποθετούμαι ως Ορθόδοξος χριστιανός, ως άνθρωπος, ως επίσκοπος: Να ζω στον χρόνο και στον χώρο, υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, αλλά χωρίς να παραδέχομαι τον χώρο και τον χρόνο ως την τελική πατρίδα μου, ως τον οίκο μου. Είμαι στον οίκο του Πατέρα μου, αλλά θέλω πρωτίστως τον Πατέρα και όχι τον οίκο του και τα πλούτη του μόνον…Έτσι και ο κόσμος, ο χώρος και ο χρόνος, είναι έργο της αγάπης Του, αλλά δεν πρέπει να υποκαταστήσουν αυτά την αγάπη του.

(Αθανασίου Γιέφτιτς, Πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Χριστός η χώρα των ζώντων», εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2007, σ. 51 κ.εξ. αποσπάσματα)

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...