Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Απριλίου 17, 2011

Γρηγόριος ο Παλαμάς: Ομιλία 15 - Εις την Κυριακήν των Βαΐων

undefined
Η Βαϊοφόρος, τοιχογραφία, 1428,
Παντάνασσα, Μυστράς.
(αναρτάται πρώτη φορά στο διαδίκτυο)
1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49,8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα»(Β΄ Κορ. 6,2·Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.

Και το προκηρύσσει ο· Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα.


2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθόΑ΄ Πέτρ. 3,10ε. · Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία- κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά.

Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά,για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς.

Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τίς κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν»(Ματθ. 11,12).


3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά των αρετών. Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα»(Ματθ. 5,3). Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία. Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως. Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες.


4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο»(Ιω. 5,44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν. Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα.


5. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα. Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου.

Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες»(Ιω. 11,42).

Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα.

Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος.


6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος; Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο. Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) και με την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά του (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα.


7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5), Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι. Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».


8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.


9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος»(Ιω. 11,47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ»(Μάρκ. 11,10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω»(Ιω. 8,42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ(Γεν. 49,10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του»(Γεν. 49,11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα»(Ιω. 15,5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;


10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι(Λουκ. 19,40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21,16); Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης»(Λουκ. 2,14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια»(Ματθ. 21,9).


11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.


12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο(Γαλ. 3,28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας(Εφ. 4,6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας(Ιω. 13,33ε.).


13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα. Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα. Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως»(Ρωμ. 6,5).


14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

«Συσταυρωθώμεν Αυτώ ίνα και συζήσωμεν»

       Κυριακή των Βαΐων
Σήμερα ο Χριστός εισέρχεται στην πόλη Ιερουσαλήμ. Η ώρα  του Πάθους Του πλησιάζει. Εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατέρα Του, θα δοκιμάσει, όχι μόνο εμπτυσμούς, κολαφισμούς, ραπίσματα, ατιμίες, ύβρεις και όλα τα άλλα, αλλά και την άκρα οδύνη του σταυρικού θανάτου. Θα θανατωθεί, αλλά θα θανατώσει την αμαρτία και τον θάνατο, που αυτή έφερε, αφού θα την «κατακρίνει (=καταδικάσει) εν τη σαρκί αυτού» (Ρωμ. 8, 3). Ο δικός Του θάνατος δεν θα είναι αποτέλεσμα αμαρτίας, αλλά άκρας υπακοής στον Θεό Πατέρα. Γι’ αυτό γίνεται θάνατος ζωηφόρος, δηλαδή ανάσταση και πηγάζει στον κόσμο τη ζωή. Αν ήταν κι ο δικός Του θάνατος αποτέλεσμα παρακοής και φυγής από τον Θεό, θα γινόταν κι Αυτός αιχμάλωτος του θανάτου και του Άδη και ο άνθρωπος δεν θα εσώζετο. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί, γιατί η ανθρώπινη φύση Του, ήταν ενωμένη αχώριστα με τη θεία και υπάκουε πάντοτε σ’ αυτή. Ο Κύριος, ως άνθρωπος, πειράσθηκε από το διάβολο για να υποστεί από το θέλημα του Θεού. Πάντοτε όμως νικούσε τον πειρασμό και τον πειράζονται, με την εμμονή στο πατρικό θέλημα, όσο κι αν αυτό σήμαινε θυσία για την ανθρώπινη φύση Του. Ήταν μια διαρκής «κένωση». Ο σταυρικός θάνατός του, η πιο οδυνηρή θυσία, είναι το μέσο που ο διάβολος πίστευε πως θα κατόρθωνε να κάνει τον Χριστό να αρνηθεί το θέλημα του Θεού Πατέρα Του, για να κερδίσει τη φυσική ζωή Του. Αν αυτό γινόταν, θα ήταν μια κατάκτηση του διαβόλου πάνω στο Χριστό.
Ο Χριστός και μπροστά σ’ αυτή τήν έσχατη οδύνη, δεν «απέστη Θεού». Δεν αμάρτησε ούτε και στο ελάχιστο. Δέχθηκε το θείο θέλημα, πέθανε χωρίς αμαρτία στο Σταυρό και έγινε ο Σταυρός Του καταδίκη αυτού που μας καταδίκασε, της αμαρτίας μας, της παρακοής μας και του «εχθρού και εκδικητού» μας διαβόλου. Γι’ αυτό ο Σταυρός, η «εσχάτη κένωσις» του Χριστού, έγινε η πιο μεγάλη δόξα Του και η ύψωση Του «υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας». Έγινε θρίαμβος πάνω στο θάνατο και μεταποιήθηκε σε Ανάσταση, ζωή και αθανασία. «Ιδού γάρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά». ¨Η «Ανάσταση του Χριστού είναι φανέρωση της νίκης Του πάνω στον Σταυρό».
[...]
Η είσοδός Του στην Ιερουσαλήμ
Μετά την ανάσταση του Λαζάρου και τη νίκη του πάνω στο θάνατο, που έδειξε ότι είναι Θεός, θα περίμενε κανείς να μπει στην πόλη με δόξα και μεγαλοπρέπεια.
Έτσι έκαναν και οι κοσμικοί βασιλιάδες, που ζούσαν για να θηρεύουν την ανθρώπινη δόξα, την τόσο εφήμερη. Μετά από μια νίκη σε πόλεμο, την κατάκτηση λαών και την εξόντωση ανθρώπων, εισέρχονταν στην πόλη με «άρματα, οχήματα, με επίδειξη δυνάμεως και στρατοπέδων και ιππέων και της άλλης των Βασιλέων φαντασίας». Αυτός είναι ο τρόπος που εφεύρε ο πεπτωκώς άνθρωπος για να δοξάζεται και απώλεσε αυτό, για το οποίο πλάστηκε: Να είναι «εικόνα» και «δόξα» (φανέρωση) του Θεού. Υποτάχτηκε στο πάθος της υπερηφάνειας και της αλαζονείας.
Γι’ αυτό και η είσοδος του Χριστού στην αγία Πόλη, είναι μια άρνηση όλων αυτών, «μια διαρκής συγκατάβαση, παρουσία φιλανθρωπίας και όχι δικαιοκρισίας». Δεν έρχεται «εν τη δόξη του Πατρός Του. αλλ’ εν τη της μητρός Του ταπεινώσει» (Κύριλλος Αλεξανδρείας) με την έσχατη αδοξία, χωρίς εξωτερική προβολή και φαντασία, ενωμένος πάντα με τον Πατέρα. «Η δύναμις του Χριστού βρίσκεται στην αναμαρτησία Του». (Γρηγ. Παλαμάς). Περνά μέσα από την κάτω Ιερουσαλήμ με κάθε «κένωση» από τα ανθρώπινα, για να οδηγηθεί στο θάνατο, με τον οποίο θα νικήσει το θάνατο (τον πνευματικό και αιώνιο) και θα εισέλθει θριαμβευτικά στην άνω Ιερουσαλήμ, για να χαρίσει στον άνθρωπο την αιώνια ζωή.
Τότε «όχλος πολύς, ον αριθμήσαι αυτόν ουδείς δύναται, εκ παντός έθνους και φυλών και λαών και γλωσσών, εστώτας ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου, (του Χριστού) περιβεβλη­μένους στολάς λευκάς, και φοίνικες εν ταις χερσίν αυτών – και κράζουσι φωνή μεγάλη λέγοντες-  η σωτηρία τω Θεώ ημών τω καθημένω επί του θρόνου και τω αρνίω… και έπεσαν ενώπιον του θρόνου επί τα πρόσωπα αυτών και προσεκύνησαν τω Θεώ λέγοντες·  αμήν η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς τω Θεώ ημών εις τους αιώνας των αιώνων αμήν». (Αποκάλ. 7, 9-12).
Αυτή είναι η δόξα για το Χριστό: Να νικήσει το θάνατο από την αμαρτία και να εξασφαλίσει στους ανθρώπους την αθανασία στη Βασιλεία Του. Η τιμή και η δόξα που του αποδίδουν τα «νήπια και τα θηλάζοντα» των Εβραίων, καθώς και ο αγνός λαός, όταν εισερχόταν στην Ιερουσαλήμ, που ύψωναν τα βάϊα των φοινίκων και έψαλλαν «ωσαννά» (=σώσε μας), είναι το προοίμιο της τιμής και της δόξας, που θα αποδίδουν αιώνια στον Νικητή του θανάτου, οι σωσμένοι στην άνω Ιερουσαλήμ.
 Να αποβάλουμε την αλογία μας
Ο Χριστός εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ, αλλά χωρίς την κενοδοξία των αρχόντων του κόσμου τούτου, που οδηγεί στον θάνατο. Εισέρχεται πράος και ταπεινός, καθισμένος «επί πώλου όνου», στο μικρό γαϊδουράκι. Έρχεται ταπεινά για να δείξει, πως σκοπός του δεν είναι να νικήσει αισθητούς εχθρούς, που δεν έχει, αλλά τον «κοσμοκράτορα του σκότους», ο οποίος φράσσει τον δρόμο του ανθρώπου για τον Παράδεισο. Και αυτή η νίκη πραγματοποιείται μόνο με την ταπείνωση. Δόξα για το Χριστό είναι να προσελκύσει τούς ανθρώπους κοντά Του, αφού κατανοήσουν το νόημα του Σταυρού Του. Και αυτό έγινε με τα πλήθη των Αγίων.
Η χρησιμοποίηση του πώλου, που υπόταξε την αλογία του στο Χριστό και τον δέχθηκε πάνω του, είναι μια πρόσκληση του Χριστού στον άνθρωπο να νεκρώσει τα άλογα πάθη του, που οδηγούν στο θάνατο και να δεχθεί την καθοδήγηση του Χριστού. Αυτή η νέκρωση της αλογίας μας, διά της Μετανοίας και της όλης ασκήσεως της Εκκλησίας, είναι η συμμετοχή μας στο Σταυρό του Κυρίου. Η νέκρωση της αλογίας μέσα στο ίδιο το σώμα μας, είναι οδυνηρή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη χαρά της Αναστάσεως.
Οι ηγέτες του Ισραήλ -Γραμματείς, Αρχιερείς, Φαρισαίοι- προσκολλημένοι στην εγωιστική τους αυτάρκεια, θα αρνηθούν την κλήση του Χριστού και θα είναι για πάντα δούλοι στην αλογία τους. Προσκολλημένοι στα γήινα, αναμένουν αισθητό Βασιλιά, με αισθητά μεγαλεία, για να τους σώσει από τη Ρωμαϊκή επικράτεια και να τους εξασφαλίσει υλικά αγαθά. Αντίθετα τα έθνη (ειδωλολάτρες) που συμβολίζονται με τον πώλο -νέο ζώο, νέος λαός- θα δεχθούν την κλήση του Χριστού και θα τον πιστέψουν. Θα συγκροτήσουν την Εκκλησία, «εκ παντός έθνους και λαών και φυλών και γλωσσών» (Αποκ. 7, 9) και θα τους ενώνει η πίστη στην ίδια κεφαλή, τον Χριστό, το κοινό Βάπτισμα, η βρώση και η πόση του Σώματος και Αίματος Του. Αυτός ο «νέος» λαός, η Εκκλησία, θα υποταγεί στον Χριστό και θα τον ακολουθήσει.
Σύμβολο της υποταγής της Εκκλησίας είναι η υποταγή του πώλου στο Χριστό. Θα δεχθεί το Χριστό ως Νυμφίο, με ταπείνωση και υπακοή, θα γίνει η Νύμφη του Χριστού και θα συναφθεί μαζί Του σε γάμο πνευματικό (Εφ. ε’ 24). Θα ακολουθήσει και η Νύμφη το μυστήριο της «εκ νεκρών» ζωής του Χριστού στα πρόσωπα των Αγίων της, οι οποίοι θα γευθούν το θάνατο, είτε με το μαρτύριο του αίματος είτε με το μαρτύριο της «καθ’ ημέραν» νέκρωσης των παθών μέσα στο ίδιο τους το σώμα και θα αποτελέσουν τον χορό των Οσίων, των «εκ νεκρών ζώντων». Μαζί με όλους αυτούς είναι τα αγνά και απειρόκακα «νήπια και θηλάζοντα», που διδάχθηκαν από το Αγ. Πνεύμα και δόξαζαν τον Θεό με το «ωσαννά» και κήρυτταν την επί γης σωτηρία των ανθρώπων, αλλά και τον Χριστό ως Θεό, γιατί μόνο αυτός σώζει. Τον λαό αυτό, τον «Χριστοτερπή», θα οδηγήσει ο Χριστός στην άνω Ιερουσαλήμ, όπως οδήγησε τον πώλο στην αισθητή Ιερουσαλήμ, γιατί υπακούει στο Θεό και γι’ αυτό θα λυτρωθεί από το θάνατο, για να ταυτιστεί με τον Βασιλιά της υπακοής, που με μόνο το όπλο αυτό βάδισε κατά του θανάτου και τον νίκησε με τον θάνατό Του.
Μόνο οι ηγέτες του Ισραήλ θα μείνουν υποδουλωμένοι στην άαλογία τους, δηλαδή δούλοι στο θάνατο. Η «υψηλόφρων γνώμη» τους δεν τους επιτρέπει να κατανοήσουν την «οδόν Κυρίου». Ο θάνατος (ο πνευματικός και ο σωματικός) «πατείται θανάτω» (με τον καθημερινό θάνατο των αμαρτωλών παθών). Έτσι θα ει­σέλθουμε στην αιώνια ζωή και όχι με τη νομική Λατρεία, την τήρηση του Σαββάτου και την περιτομή.
Ο προφήτης Ζαχαρίας, λέει ο αγ. Επιφάνιος, συνδέει τη χαρά της Ιερουσαλήμ – Εκκλησίας με τον ερχομό του Κυρίου: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεταί σοι…». Πρώτα αποκλείει τους άλλους από Βασιλιάδες της, όταν λέει «ο Βα­σιλεύς σου». Αυτός είναι ο δικός σου Βασιλιάς. «Έρχεταί σοι», θα πει έρχεται για σένα. Η Εκκλησία του Χριστού χαίρει στα πρόσωπα των Αγίων της, γιατί Αυτός που έρχεται είναι ο δικός της Βασιλιάς και έρχεται ειδικά γι’ αυτήν. Η αληθινή χαρά είναι επακόλουθο της παρουσίας του Χριστού μέσα μας. Είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, αλλά και της κάθε ψυχής-μέλους της. Όμως ο Χριστός έρχεται «επί το εκούσιο πάθος» και ανέρχεται επί Σταυρού. Ο Σταυρός είναι υπόθεση χαράς και σωτηρίας, όταν ταυτισθεί με την καθημερινή ζωή, γιατί σταυρώνεται η αμαρτία και η πλάνη. Μακάρι να ακολουθούμε το Χριστό στη διά σταυρού και θανάτου όδόν. Αυτό είναι διαρκές Πάσχα, διάβαση από το «κατά σάρκα ζην», που νεκρώνεται, στο «εν Χριστώ ζην», που είναι ανάσταση και αθανασία.
(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο δια των σπορίμων», τ.Β΄, εκδ. Ι.Μ.Λεμεσού -Αποσπάασματα)

ΙΝΑ ΙΔΩΣΙΝ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟΝ

ΙΝΑ ΙΔΩΣΙΝ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟΝ


Μετά την ανάσταση του Λαζάρου ο Χριστός θα πορευθεί στην Ιερουσαλήμ. Πριν όμως ξεκινήσει, θα φιλοξενηθεί στη Βηθανία, στο σπίτι του Λαζάρου. (Ιωάν. 12, 18) Εκεί η Μαρία, η αδελφή του φίλου του Χριστού, θα αλείψει τα πόδια Του με μύρο και θα σκανδαλίσει τον Ιούδα, ο οποίος θεώρησε μεγάλη την σπατάλη του μύρου για τα πόδια του διδασκάλου Του. Θα προτιμούσε να είχε δοθεί στους φτωχούς. Ήταν όμως καταχραστής των χρημάτων του κοινού ταμείου και ο Χριστός του ζήτησε να μην κρίνει την Μαρία για την πράξη της ευγνωμοσύνης προς το Χριστό, ο οποίος ανέστησε τον αδελφό της. «Πάντοτε θα έχετε τους φτωχούς μαζί σας. Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε». Πλήθος ανθρώπων μαζεύτηκε στη Βηθανία για να δει το Χριστό, αλλά μαζί Του να δει και τον Λάζαρο. Το θαύμα προκαλεί θόρυβο. Κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να μάθουν λεπτομέρειες. Οι πρωταγωνιστές τους γίνονται θέαμα για τους πολλούς. Και η νοοτροπία του θεάματος θα συνεχιστεί με την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου θα μαζευτεί πλήθος κόσμου για να δει Αυτόν που ανέστησε τον Λάζαρο και που Τον θεωρούσαν ως τον Βασιλιά του Ισραήλ. Εκείνον που πίστευαν ότι θα τους αποκαθιστούσε εθνικά και θα τους έδινε την προτέρα δόξα τους. Και γι’ αυτό Τον υποδέχτηκαν με τα βαΐα των φοινίκων, όπως υποδέχονταν τους βασιλείς.
Και στα χρόνια του Χριστού, αλλά και κατά τη διάρκεια της πορείας του κόσμου, η ζωή γίνεται θέαμα κι ο άνθρωπος θεατής. Αρέσκεται να παραμένει στην κερκίδα. Να παρατηρεί τα έργα των άλλων, χωρίς να λαμβάνει μέρος σ’ αυτά. Να σχολιάζει, να συζητά, αλλά να μην συμμετέχει στην ουσία τους. Κι αυτό διότι η συμμετοχή απαιτεί θυσία. Ρίσκο. Να αναλάβει την ευθύνη ο άνθρωπος να προβληματιστεί, να αποδεχθεί το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων. Να αλλάξει τη ζωή του. Οι Ιουδαίοι είδαν το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου. Ως θεατές όμως δεν προσέγγισαν αληθινά το Χριστό. Δεν διέγνωσαν την ουσία της αποστολής Του που ήταν να νικήσει τον θάνατο και να φανερώσει την κοινή ανάσταση. Παρέμειναν προσκολλημένοι στην εθνική τους επιθυμία να βρούνε έναν Μεσσία που θα τους αποκαθιστούσε την ελευθερία με το λόγο, την ορμή και την προσωπικότητά του, χωρίς να πολυκοπιάσουν οι ίδιοι. Σα να μπορεί να αλλάξει ο κόσμος χωρίς αγώνα.
Αυτή η νοοτροπία παραμένει μέχρι και σήμερα. Ίσως, μάλιστα, σήμερα ολόκληρη η ζωή μας να έχει γίνει ένα θέαμα, μία εικονική πραγματικότητα, όπου άλλοι αποφασίζουν κι εμείς αποδεχόμαστε παθητικά. Άλλοι διασκεδάζουν και αυτοπροβάλλονται ως πρότυπα κι εμείς περνούμε τον καιρό μας βλέποντάς τους και στηρίζοντάς τους οικονομικά, ως καταναλωτές του εικονικού κόσμου, των προϊόντων του, χωρίς να κρίνουμε τι ωφελεί αληθινά και τι όχι. Σ’ αυτή την μετατροπή της κοινωνίας σε εικόνα, άλλοτε, διαμαρτυρόμαστε, τοποθετούμαστε διαφορετικά, δείχνουμε ότι απορρίπτουμε, αλλά ελάχιστοι αναλαμβάνουμε τον κόπο να παλέψουμε να αλλάξει ο κόσμος μας. Δεν πιστεύουμε άλλωστε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Έτσι, γινόμαστε θεατές του και απολαμβάνουμε ό,τι μας δίδει, χωρίς να κοπιάσουμε να το ερευνήσουμε και να παλέψουμε στη ζωή μας αληθινά να απορρίψουμε ό,τι δεν μας αναπαύει.
Ιδίως στην θρησκευτική ζωή αυτή η παθητικότητα, αυτή η επιλογή του να είμαστε θεατές, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ζητούμε θαύματα. Ζητούμε από το Θεό να μας ακούσει. Ζητούμε από τους άλλους να είναι καλοί και σωστοί, ιδίως από τους επισκόπους, τους ιερείς και τους μοναχούς, για να έχουμε το καλό παράδειγμα. Καταναλώνουμε ατέλειωτες ώρες κηρυγμάτων, τα οποία μας προτρέπουν να είμαστε καλοί και ενάρετοι άνθρωποι, να πιστεύουμε, να δείχνουμε καλή συμπεριφορά, να προσκολλώμαστε στη ζωή της Εκκλησίας και στα πρόσωπα των πνευματικών μας πατέρων γιατί εκείνοι γνωρίζουν το πώς θα σωθούμε και μετατρέπουμε την θρησκευτική μας ζωή σε θέαμα.
Έρχεται όμως ένας άλλος λόγος του Χριστού, ιδιαίτερα σκληρός, για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα: « ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως η Βασιλεία των ουρανών» (Λουκ. 17, 20), αλλά «βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Δεν έχει νόημα να βλέπεις πού είναι η Εκκλησία και η Βασιλεία του Θεού, χωρίς να αγωνίζεσαι να την κατακτήσεις με τον κόπο σου και την εκζήτηση της σχέσης με το Χριστό. Δεν έχει νόημα να ζητωκραυγάζεις για τον Κύριο που εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και να κρατάς τα βαΐα των φοινίκων ψηλά, όταν δεν μπορείς να διακρίνεις ποια είναι η αποστολή Του και πώς μπορείς να την οικειωθείς. Δεν έχει νόημα να βλέπεις τον αναστημένο Λάζαρο, αν εσύ δεν αγωνιστείς να οικειωθείς την ανάσταση από αυτόν τον κόσμο, μέσα από την αγάπη, την απλότητα, την ταπεινότητα, την σκέψη του Θεού.
Καθώς ξεκινά και πάλι η Μεγάλη Εβδομάδα ας αναρωτηθούμε τελικά, τουλάχιστον για την πνευματική μας πορεία, αν όχι και για την σύνολη ζωή μας, κατά πόσον θα επιλέξουμε να παραμείνουμε θεατές, καταναλωτές, παθητικοί αποδέκτες των μηνυμάτων του Χριστού και της Εκκλησίας, με κίνδυνο να περιμένουμε την επόμενη χρονιά, οπότε και πάλι για το καλό θα συνεχίσουμε αυτήν την πορεία, ή αν θα διαλέξουμε να ριψοκινδυνεύσουμε σχοινοβατώντας ανάμεσα στην απόρριψη των ανθρώπων γιατί αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε το Χριστό, γιατί θέλουμε να δώσουμε αίμα και να λάβουμε πνεύμα, γιατί ζητούμε την δική μας ανάσταση μετανοίας, αγάπης και αληθινής ελευθερίας, και στην εμπιστοσύνη στο Πρόσωπο του Κυρίου μας που ενίοτε μας αφήνει να νομίζουμε ότι είμαστε μόνοι στο σταυρό που σηκώνουμε, αν και πάντοτε Εκείνος γίνεται ο Κυρηναίος μας. Αλλά κι αν δεν μπορούμε να παλέψουμε, τουλάχιστον ας συναισθανθούμε την αδυναμία μας τελωνικά και ας αποτάξουμε την υποκρισία του Ιούδα, που έκρινε και απέρριπτε την αγάπη για τη δική του αυτοδικαίωση. Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω.

Χριστός προχωρεί πέρα από το πανηγύρι (σχόλιο στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Βαΐων)


Η πορεία προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό πλησιάζει στο αποκορύφωμά της. Ο Χριστός έρχεται στον τόπο της συναντήσεως, τη νέα Ιερουσαλήμ, την Εκκλησία Του, όπως πήγε τότε στην παλαιά Ιερουσαλήμ.
Και όπως οι Ισραηλίτες τότε, έτσι και εμείς τώρα τον υποδεχόμαστε με πολλές τιμές. Με λουλούδια, με κεριά, με τελετές, με καινούργια ρούχα, με εορταστική ατμόσφαιρα και με εκδηλώσεις ενθουσιασμού, αλλά όπως και εκείνοι τότε, έτσι και εμείς τώρα δεν προχωρούμε πέρα από το πανηγύρι. Παραμένουμε μόνιμα στην Κυριακή των Βαΐων.
Περιοριζόμαστε στις εξωτερικές εκδηλώσεις. δεν προχωρούμε πέρα απ’ αυτές κι έτσι, αν και τον είδαμε το Χριστό για μια στιγμή φευγαλέα, τον χάνουμε, γιατί Αυτός δεν παραμένει στην Κυριακή των Βαΐων όπως εμείς. Αυτός δεν περιορίζεται στο πανηγύρι.
Αυτός δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές. Αυτός προχωρεί στο σταύρωμα. Αυτός επείγεται να σταυρώσει την αμαρτία για να θανατώσει το θάνατο και να αναστήσει τον άνθρωπο. Αν θέλουμε να μη χάσουμε από τα μάτια μας το Χριστό και να μπορέσουμε να βρεθούμε κοντά Του τη στιγμή της δόξας Του πρέπει να τον ακολουθήσουμε.
“Εκ βαΐων και κλάδων ως εκ θείας εορτής εις θείαν μεταβάντες εορτήν, προς σεβασμίαν του Χριστού Παθημάτων, πιστοί συνδράμωμεν, τελετήν σωτήριον και τούτον υπέρ ημών πάθος υφιστάμενον, κατοπτεύσωμεν εκούσιον…” (απόστιχον Λυχνικού Κυριακής Βαΐων).
Ούτε είναι αρκετό να “κατοπτεύσωμεν” το πάθος. Αν θέλουμε να συναντηθούμε με το Χριστό πρέπει και να συσταυρωθούμε και να συνταφούμε μ’ Αυτόν.
“Δεύτε ουν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν, και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς· ίνα και συζήσωμεν αυτώ, και ακούσωμεν βοώντος αυτού· ουκέτι εις την επίγειον Ιερουσαλήμ δια το παθείν, αλλά αναβαίνω προς τον Πατέρα μου, και πατέρα υμών και Θεόν μου και Θεόν υμών και συνανυψώ υμάς εις την ανω Ιερουσαλήμ, εν τη βασιλεία των ουρανών” (στιχηρό ιδιόμελο Αίνων Μ. Δευτέρας).

π. Φιλόθεος Φάρος:

Κυριακή των Βαΐων, Ειρήνη αληθινή και μόνιμη

Κυριακή των Βαΐων, Ειρήνη αληθινή και μόνιμη


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Φιλιπ. δ' 4-9
ΕΙΡΗΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΗ
«Ή ειρήνη του Θεού ή υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τάς καρδίας υμών»
Από όλες τις υποδοχές πού έκαναν κατά καιρούς οι άνθρωποι σε άρχοντες και βασιλείς τους, ή πιο ταιριαστή ήταν ή θριαμβευτική υποδοχή του 'Ιησού από τον λαό των Ιεροσολύμων.
Γιατί οι άνθρωποι βασιλείς, πού επέστρεφαν νικητές από τους πολέμους δεν εξασφάλιζαν οριστικά και μόνιμα την ειρήνη για τούς λαούς τους. Ή ειρήνη τους ήταν πάντοτε προσωρινή και ασταθής. Ενώ ή ειρήνη πού ήλθε να δώσει ό βασιλεύς της ειρήνης Ιησούς, ήταν αληθινή και μόνιμη. Τα αναρίθμητα πλήθη του λαού, πού υποδέχονταν τον Κύριο, δεν γνώριζαν βέβαια την αλήθεια αυτή. Όμως ό θριαμβευτικός ύμνος τους «ωσαννά, ευλογημένος ό ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ό βασιλεύς του Ισραήλ», θα αποτελεί την πιο υπέροχη δοξολογία τού βασιλέως 'Ιησού Χριστού, πού έφερε στους ανθρώπους την αληθινή και μόνιμη ειρήνη. Γι' αυτό ακριβώς το μεγάλο και θεϊκό δώρο της ειρήνης κάνει λόγο και ή σημερινή αποστολική περικοπή.
ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ;
Ό απόστολος Παύλος τονίζει προς τούς Φιλιππησίους, ότι «ή ειρήνη του Θεού φρουρήσει τάς καρδίας» τους. Αυτό ακριβώς μάς δίνει το πρώτο χαρακτηριστικό της αληθινής ειρήνης. Είναι ειρήνη του Θεού. Ό Θεός είναι ή πηγή και ή αιτία της ειρήνης. Ή ειρήνη δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα.
Πρόσεξε την οικογενειακή ζωή. Απουσιάζει ό Θεός; Απουσιάζει ή αγάπη, ή κατανόηση, ή υπομονή; Απουσιάζει και ή ειρήνη. Ή δυσαρμονία είναι ό μόνιμος κάτοικος του σπιτιού.
Σκύψε ακόμη στην καρδιά σου. Αν και εκεί δεν βρεις τον Θεό, αν δεν βρεις εκεί την αλήθεια και την δικαιοσύνη, αυτό θα είναι μια εξήγηση για την ανησυχία, την αγωνία και τις συγκρούσεις πού νιώθεις μέσα σου.
Γι' αυτό άλλη λύση δεν υπάρχει παρά μόνο αυτή πού υποδεικνύει ό Απόστολος: «Ή ειρήνη του Θεού φρουρήσει τάς καρδίας ημών». Φρουρός της ζωής και της καρδιάς των ανθρώπων από την διαμάχη, την δυσαρμονία και την αγωνία είναι μόνο ή ειρήνη τού Θεού.
ΔΙΩΞΕ ΤΗΝ ΜΕΡΙΜΝΑ!
Πώς όμως είναι δυνατόν να εξασφαλίσει κανείς αυτή την ειρήνη του Θεού; Ό Απόστολος υποδεικνύει σήμερα δύο αποτελεσματικούς τρόπους. Ό πρώτος είναι αυτός: «Μηδέν μεριμνάτε, άλλ' έν παντί τη προσευχή και τή δεήσει... τά αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν». Με άλλα λόγια την ειρήνη εξασφαλίζει ή απαλλαγή και απελευθέρωση από την αγωνιώδη μέριμνα και ή πλή­ρης εμπιστοσύνη στην πρόνοια τού αγαθού Πατέρα μας του Θεού. Αν ή μέριμνα εξαφανίζει την ειρήνη από την καρδιά του άνθρωπου, ή εμπιστοσύνη στην αγαθή πρόνοια του Θεού την στερεώνει και την μονιμοποιεί.
Διώξε, λοιπόν, την αγωνιώδη μέριμνα από την καρδιά σου, πού σαν σκουλήκι σού κατατρώει το φυτό της ειρήνης σου. Έχεις ανάγκες και προβλήματα. Υπάρχει όμως ό ουράνιος Πατέρας, ό Θεός, πού τα γνωρίζει όλα. «Οίδε (γνωρίζει καλά) ό Πατήρ υμών ό ουρά­νιος, ότι χρήζετε τούτων απάντων» μάς βεβαίωσε ό Κύριος (Ματθ. στ' 32). Μάθε, λοιπόν, με την εμπιστοσύνη του παιδιού να αναθέτεις με την ολόθερμη προσευχή όλες τις ανάγκες σου στην πρόνοια και την φροντίδα του Θεού. Αυτό θα σου εξασφαλίζει πλούσια την ειρήνη στην καρδιά σου.
ΚΑΡΠΟΣ ΑΓΑΠΗΣ
Υπάρχει όμως ακόμη και ένας δεύτερος τρόπος για την απόκτηση της ειρήνης. Τον σημειώνει στην συνέχεια ό Απόστολος:«Αδελφοί, όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα άγνά... ταύτα πράσσετε· και ό Θεός της ειρήνης έσται μεθ' υμών». Ό αγώνας και ή προσπάθεια για την εξάσκηση των αρετών και την εκτέλεση τού καθήκοντος, έχει ως αποτέλεσμα την ειρήνη τού Θεού. Ή ειρήνη του Θεού, ό Θεός της ειρήνης είναι κοντά και μέσα στην καρδιά εκείνων πού αγωνίζονται στην ζωή τους για την αλήθεια, για την δικαιοσύνη, για την σεμνότητα και αξιοπρέπεια, για την αγνότητα και όλες τις άλλες αρετές πού ζητάει ό νόμος του Θεού.
Είσαι νέος ή νέα; Την ειρήνη τού Θεού θα την εδραίωση στην καρδιά σου ό αγώνας για μια ζωή σεμνότητος, αγνότητος και αξιοπρέπειας. Είσαι επαγγελματίας; Ή ειρήνη του Θεού θα εγκατασταθεί στο κατάστημα σου, όταν ζητάς «όσα δίκαια». Είσαι οικογενειάρχης; Ό Θεός της ειρήνης θα κατοικεί στο σπίτι σου, όταν μέσα σ' αυτό γίνονται «όσα σεμνά, όσα εύφημα». Γιατί είναι νόμος Θεού ή ειρήνη να κερδίζεται με τον αγώνα για την αρετή. Με τα έργα της αρετής και τού καθήκοντος.
«ΖΩΗ»7/04/2011

Στον Παθόντα Κύριο


....
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Σύ που έκλαψες για το φίλο Σου Λάζαρο και τα μάτια Σου έσταξαν δάκρυα λύπης και συμπάθειας, δέξου τα δάκρυα της πικρίας μου. Με τα πάθη Σου θεράπευσε τα πάθη μου. Με τα τραύματά Σου γιάτρεψε τα τραύματά μου. Με το Άγιο αίμα Σου άγνισε το αίμα μου και η ευωδία του ζωοποιού Σου σώματος ας μοσχομυρίσει και το δικό μου σώμα. Η χολή, που Σε πότισαν, ας γλυκάνει την ψυχή μου απ΄ τις πικρίες, που με πότισε ο αντίδικος. Το σώμα Σου, που το τάνυσαν πάνω στο Σταυρό, ας ανεβάσει σε Σένα το νου μου, που τον τράβηξαν κάτω οι δαίμονες. Το κεφάλι Σου, που έγειρε πάνω στο Σταυρό, ας υψώσει το δικό μου κεφάλι, που το ταπείνωσε ο εχθρός. Τα Πανάγια χέρια Σου, που καρφώθηκαν από τους απίστους στο Σταυρό, ας με τραβήξουν απ΄ τον γκρεμό του χαμού, όπως υποσχέθηκε το Πανάγιο Σου στόμα. Το πρόσωπό Σου, που δέχθηκε χτυπήματα και φτυσίματα από τους καταραμένους, ας ομορφήνει το πρόσωπό μου, που το ασχήμιναν οι ανομίες μου. Η ψυχή Σου, που απ΄το Σταυρό την παρέδωσες στον Πατέρα Σου, ας με οδηγήσει στη Χάρη Σου. Δεν έχω καρδιά έμπονη για αναζήτησή Σου. Δεν έχω μετάνοια, ούτε κατάνυξη, πράγματα που φέρνουν τα παιδιά στην κληρονομιά τους. Δεν έχω, Κύριε, δάκρυ ικετευτικό. Σκοτίστηκε ο νους μου με τα βιοτικά και υλικά, και δεν έχει τη δύναμη να σε δει με πόνο και συμπάθεια. Πάγωσε η καρδιά μου απ΄το πλήθος των πειρασμών και δεν μπορεί να ζεσταθεί με τα δάκρυα της αγάπης για Σένα. Αλλά Σύ, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησέ μου ολοκληρωμένη μετάνοια και καρδιά έμπονη για να βγω και να Σ΄αναζητήσω μ΄όλη μου την ψυχή, γιατί, χωρίς Εσένα, είμαι ξένος κάθε καλού. Χάρισέ μου, λοιπόν, Αγαθέ, την Χάρη Σου. Ο Πατέρας Σου... ας ξανακαινουργώσει μέσα μου την Εικόνα Σου. Σε εγκατέλειψα - μή μ΄εγκαταλείψεις. Μακρύνθηκα από Σένα - βγες να μ΄αναζητήσεις, να με βρεις και να με ξαναβάλεις στο κοπάδι των λογικών Σου προβάτων, και να με θρέψεις, μαζί μ΄αυτά, με τη χλόη των Θείων Σου μυστηρίων, των οποίων τόπος είναι η καθαρή καρδιά, στην οποία παρουσιάζεται και η έλλαμψη των αποκαλύψεών Σου, που είναι παρηγοριά κι αναψυχή γι΄αυτούς που κοπίασαν για Σένα με θλίψεις και ποικίλα βάσανα. Μακάρι ν΄αξιωθούμε κι εμείς να δούμε αυτή την έλλαμψη, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία Σου, Κύριε Ιησού Χριστέ, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/#ixzz1JXclstvu

Κυριακή των Βαΐων

Κυριακή των Βαΐων
(Ιωάννου ΙΒ΄ 1-18)


Αν προσέξει κανείς τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού,  παρατηρεί ότι συνυπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων, τόσο το θετικό που ομορφαίνει την ατμόσφαιρα, όσο και το αρνητικό που χαρακτηρίζει αυτόν ή αυτούς που το εκφράζουν.
            Οικοδομείται αργά μεν, αλλά σταθερά η αποδοχή του Ιησού, αρχικά από τα πρόσωπα και στη συνέχεια από την ομάδα, παράλληλα δε συναυξάνει το αγκάθι της κακίας...
v     Τούτο το διαπιστώνουμε και στην Ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των Βαΐων που ακούγεται στους ιερούς μας ναούς. Την Κυριακή της οποίας το εσπέρας οδηγούμαστε στα άχραντα Πάθη του  λατρευτού Ιησού...
Αλήθεια, πόση αγάπη έκρυβε μέσα στην καρδιά της η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, ώστε να αγοράσει «λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου» και να «αλείψει τους πόδας του Ιησού»! Οπωσδήποτε, το αρωματοδοχείο της θερμής καρδιάς της είχε ξεχειλίσει από ένα άλλο, πολυτιμότερο μύρο, που δεν συγκρινόταν με το υλικό άρωμα που το πρώτο πρόσφερε. Η ύπαρξή της είχε πληρωθεί από ό, τι ανώτερο θα μπορούσε να γεμίσει η ανθρώπινη καρδιά. Από την πάναγνη, ειλικρινή και ολοκληρωτική αγάπη που χαρίζει ο ίδιος ο Ιησούς, όταν βλέπει αγαθή διάθεση και ολοκληρωτική αφιέρωση στο Θεανδρικό Του πρόσωπο.
Μόνο υπάρξεις που γεύονται από το νέκταρ των αγγέλων, την Θεϊκή δηλαδή αγάπη, αισθάνονται την κίνηση αυτή της Μαρίας και με συγκίνηση συντονίζουν τους παλμούς της καρδιάς τους στα ίδια μήκη κύματος...
Όταν μετά μερικούς αιώνες, κάποιοι ανίδεοι και άγευστοι αυτών των ευλογημένων καταστάσεων, κατηγορούσαν τους ένσαρκους άγγελους (τις ψυχές που αφιερώθηκαν ολοκληρωτικά στον Θεό), ότι θα τρελάθηκαν για να πάρουν τα βουνά και τις ερήμους, η πάγχρυση σάλπιγγα του πνεύματος, ο ιερός Χρυσόστομος, απαντούσε με παρρησία που συγκλόνιζε φίλους και «εχθρούς»: «Ναι, τρελαθήκαμε από την αγάπη και την δόξα του Ιησού...». Διότι, επιτέλους αδελφοί μου, κάπου, θέλοντας και μη, θα δώσει την καρδιά του ο άνθρωπος. Με κάτι θα «τρελαθεί». Και αν δεν προσφέρει την αγάπη του στον Ιησού, τότε θα χάσει τα λογικά του από το πνεύμα του μακράν του Θεού κόσμου, και ακόμα χειρότερα, κινδυνεύει να καταντήσει μία τραγική μαριονέτα στα χέρια του εχθρού διαβόλου, όπως ακριβώς και ο «Ιούδας ο δόλιος».
Ο ταλαίπωρος! Βλέποντας το πολύτιμο μύρο να προσφέρεται στα πόδια του Ιησού και την Μαρία που «εξέμαξε ταις θριξίν αυτής», διαμαρτύρεται διότι δήθεν δεν σκέφτηκαν τους φτωχούς.
Βέβαια, ο Κύριος, με την απάντησή Του, τοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Τους πτωχούς πάντοτε θα τους έχει η κοινωνία και οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα και αν έλθει, δεν πρόκειται ποτέ να εξαφανίσει «από προσώπου γης» τους «φίλους του Χριστού» που μας δίνουν την δυνατότητα να δείξουμε, κατ’ αρχάς στον εαυτό μας, την ανθρωπιά μας...
v     Και από την προσωπική αγάπη της Μαρίας και την ψυχική διαστροφή του Ιούδα, ο παρθένος μαθητής της αγάπης, ο Ιωάννης, μας μεταφέρει στην συλλογική εκτίμηση και αποδοχή του Ιησού από τον απλό και απονήρευτο λαό, μα και στο συνειδητό μίσος των «κακίστων Φαρισαίων».
Πραγματικά, όταν τα συναισθήματα ξεπερνούν τα προσωπικά δεδομένα και ξεχύνονται στον συλλογικό θαυμασμό, ή εξ αντιθέτου, στην αντιπάθεια, τότε αργά ή γρήγορα τα πράγματα και οι καταστάσεις φτάνουν στο τέλος τους.
Και το επίγειο τέλος του Ιησού πλησίαζε, μπαίνοντας «στην Δόξαν Του».
Η θριαμβευτική είσοδος στην προφητοκτόνο πόλη των Ιεροσολύμων, για όσους γνώριζαν «τις Γραφές» σηματοδοτούσε τον οριστικό θρίαμβο που ξεκινούσε από εκείνη τη στιγμή, περνώντας μέσα από τα Άχραντα Πάθη και τον οδυνηρό Σταυρό, και κορυφωνόταν με την ένδοξη Ανάσταση και την «εις ουρανούς άνοδον».
Ο κόκκος του σίτου, έφτανε η στιγμή, που θα έπεφτε στη γη για να «αποθάνει και φέρει καρπόν πολύν»...
v     Αδελφοί μου. Για άλλη μια χρονιά η Σταυρωμένη Αγάπη, μας αξιώνει να φωνάξουμε κι εμείς σε θριαμβευτικό τόνο μέσα στους ιερούς μας ναούς, αλλά κυρίως στον μυστικό θάλαμο της καρδιάς μας, το «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Όμως «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», μη τυχόν μετά από λίγο παρασυρθούμε από την «ζύμην των Φαρισαίων» και παρεκκλίνουμε από την αγάπη του Ιησού, προβάλλοντας «προφάσεις εν αμαρτίαις».
Το μόνο βέβαιον είναι ότι παρά το «εκούσιον Πάθος», ο Χριστός εξήλθε «νικών και ίνα νικήση».
Ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα.
Αμήν.
                          π. Ιωήλ Κωνστάνταρος
                         Ιερά Μητρόπολις Δρυινουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης

Κυριακή των Βαίων (Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν)


undefinedΗ Βαϊοφόρος (Μικρογραφία από Αρμενικό χειρόγραφο του 14ου-16ου αι.)
Ωσαννά
Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.
Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα · η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε…
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.
Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Hλίας Μηνιάτης, Κυριακή των Βαΐων

Hλίας Μηνιάτης, Κυριακή των Βαΐων


Πῶς δεῖ τιμᾶν τά Ἅγια Πάθη
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος
ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς
τοῦ Ἰσραήλ».’Ἱωάνν. ιβ’ 13)
Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν. Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ· δείχνετε μίαν καρδίαν πώς εἶσθε ἕτοιμοι νά πιάσετε καί τά ὅπλα, διά νά τόν φυλάξετε κάθε καιρόν ἀπό τῶν ἐχθρῶν του τά μηχανήματα.
Ἰησοῦ μου, ἐδῶ μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ ἐσύ πλέον δέν φοβεῖσαι· οὗτος δι᾽ ἐσέ εἶναι τόπος καταφυγῆς· καί ἄν ἐσείσθη ὅλη ἡ πόλις διά τήν εἴσοδόν σου, θέλει σεισθῇ πάλιν ὅλη ἡ πόλις διά τήν φύλαξίν σου. Γραμματεῖς, πρεσβύτεροι καί ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, εἰς μάτην κοπιάζετε· τί συμβουλεύεσθε εἰς τά συνέδρια; τί μελετᾶτε εἰς τάς συναγωγάς, ἐσεῖς δέν ἔχετε καμμίαν δύναμιν νά κακοποιήσετε τοῦτον τόν Ναζωραῖον, τόν ὁποῖον ἕνας ἀναρίθμητος λαός ὑποδέχεται μέ τόσην πανήγυριν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».
Μά τί λέγω ἐγώ; ὦ ἀκατάστατοι διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων! ὤ ψευδής ἐπίδειξις τῆς μιαιφόνου πόλεως! ὤ προσωρινή περιποίησις τοῦ ἀχαρίστου λαοῦ! ἡ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὅπου σήμερον εἶναι θέατρον τόσον λαμπρᾶς ἑορτῆς, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει γένει θέατρον τῆς φρικτῆς τραγῳδίας. Αὐτή, ὅπου τόν δέχεται ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θέλει τόν προσηλώσει εἰς ἕνα ξύλον, ὡς ἕνα κατάδικον· αὐτός ὁ λαός, ὅπου τώρα σείει τά βαΐα, θέλει πελεκήσει τόν Σταυρόν· αὐτός, αὐτός ὅπου τώρα φωνάζει τό: Ὡσαννά, θέλει φωνάζει τό σταυρωθήτω. Καί λοιπόν σήμερον τόση τιμή εἰς ὀλίγας ἡμέρας τόση καταφρόνησις; αὐτοί οἱ ἴδιοι, ὅπου τώρα τόν προσκυνοῦσαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, ὅπου τόν σταυρώνουσι; ναί. Τοῦτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.
ΜΕΡΟΣ Α’
Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεθσημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου. Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν». Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν. Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι; Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.
Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ». Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον εὐχάριστοι.
Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του. Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι· καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.
Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν. Αἱ ἁμαρτίαι μας τόν ἔφεραν εἰς μίαν κατάστασιν τόσον ἐλεεινήν· καί λοιπόν ἐκείνην τήν ὥραν, ὅπου τόν βλέπομεν, εἶναι τόσον πέτριναι αἱ καρδίαι μας, καί δέν συτρίβονται ἀπό τόν πόνον; τότε ἔπρεπε νά λέγωμεν, μά νά τό λέγωμεν ἐκ καρδίας καί μέ ὅλην τήν συντριβήν: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, εἶναι δίκαιον Ἐσύ νά εἶσαι προσηλωμένος εἰς ἕνα Σταυρόν καί ἐγώ νά κείτωμαι ἀκόμη εἰς τόν κράββατον μέ τήν πόρνην! Ἐσύ νά φορῇς τόν ἀκάνθινον στέφανον καί ἐγώ νά ἔχω τόσους κακούς λογισμούς εἰς τήν κεφαλήν! Ἐσύ νά ἔχῃς ἀνοικτήν τήν πληγωμένην πλευράν καί ἐγώ νά κρατῶ εἰς τήν καρδίαν κατά τοῦ πλησίον μου μῖσος αἰώνιον! Ἐσύ νά ἔχῃς καρφωμένα χέρια καί πόδια καί ἐμέ τά χέρια μου νά εἶναι γεμᾶτα ἀδικίας, τά πόδια νά τρέχουσιν εἰς τήν ἀπώλειαν! Ἐσύ νά ἔχῃς καταξεσχισμένας τάς καθαρωτάτας σάρκας ἀπό τάς μάστιγας καί ἐγώ νά ἔχω τήν σάρκα μου μολυσμένην ἀπό τόσας ἀκαθαρσίας! Ἐγώ ἔπρεπε νά βαστῶ τοιοῦτον σταυρόν· ἐγώ νά λάβω τόσα πάθη· ἐγώ νά ὑποφέρω τοιοῦτον θάνατον· μά, ἄν δέν ἠμπορῶ νά ἀποθάνω διά ἐσέ, κἄν ἄς μετανοήσω· ἄν δέν ἠμπορῶ νά χύσω τό αἷμα μου, κἄν ἄς χύσω τά δάκρυά μου· ἄν δέν ἠμπορῶ νά δώσω τήν ζωήν μου διά τήν ζωήν σου, κἄν ἄς δώσω τήν ἀγάπην μου διά τήν ἀγάπην σου. Ἐσύ, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, ἔκαμες τόσα δι᾽ ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, καί ἐγώ τί ὀλιγώτερον ἠμπορῶ νά κάμω διά ἐσέ, παρά νά σέ ἀγαπῶ, παρά πλέον νά μήν πταίσω; Καί λοιπόν ἐγώ μετανοῶ, ἐγώ ἀθετῶ τά περασμένα μου σφάλματα καί ἁμαρτίας καί ὀμνύω ἀπ᾽ ἐδῶ καί ἐμπρός αἰώνιον ἀγάπην εἰς τό ὄνομα σου καί ὑπακοήν εἰς τόν νόμον σου.
Ἔτσι ἔπρεπε νά λέγωμεν, ἔτσι νά κάμωμεν τήν μεγάλην Παρασκευήν· καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦτο κάθε χρόνον μᾶς ἐνθυμίζει τοῦ Χριστοῦ τό πάθος καί θάνατον. Ἡ ἑορτή τῶν χριστιανῶν, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐξόχως εἰς τάς ἁγίας ταύτας ἡμέρας νά εἶναι «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια». Ἐπίδειξις ἀγαθῶν ἔργων, ὄχι μόνον φανῶν καί λαμπάδων· εὐλάβεια ψυχῆς, ὄχι μόνον κατ᾽ ἐπιφάνειαν· πολιτείας ἀκρίβεια, ὄχι μόνο θεατρική παρρησία. Ἀλλέως, ὅταν ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα, ἠξεύρετε τί ἦτον καλλίτερον νά κάμωμεν; ἀκούσατέ το. Εἰς τόν πόλεμον ὅπου ἔκαμεν ὁ βασιλεύς Σαούλ ἐναντίον τῶν Φιλισταίων, ἀπέθανεν ἐσφαγμένος μέ τήν ἴδιαν του δεξιάν· ὅταν τό ἤκουσεν ὁ Δαυΐδ, ἔσχισε τά ἱμάτιά του, ἔκαμε θρῆνον μέγαν καί εἶπεν πρός ὅλον τόν λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ὁ βασιλεύς Σαούλ ἀπέθανε· σιωπή τό λοιπόν, δέν θέλω τινάς νά τό φανερώσῃ, διά νά μή τό ἀκούσωσι καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί· «μή ἀπαγγείλατε ἐν Γάθ, μηδέ εὐαγγελίσησθε ἐν ἐξόδοις Ἀσκάλωνος, ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων». Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας· καί λοιπόν σιωπή· σφαλίξατε, ὦ ἱερεῖς τάς ἐκκλησίας, κρύψατε εἰς τά ἐνδότερα τοῦ θυσιαστηρίου τόν Ἐσταυρωμένον καί τόν Σταυρόν· μή ἀκουσθῇ, μή φανῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως. Μά πῶς; νά φέρωμεν ἀπό τό ἕνα εἰς τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως τόν Σταυρόν, νά σύρωμεν ἀπό τάς ὁδούς καί ἀπό τάς πλατείας τόν Ἐσταυρωμένον, νά κηρύττωμεν φανερά πώς ἐκεῖνος ἔλαβε τοιοῦτον ἐπώδυνον καί ἐπονείδιστον θάνατον διά ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὡς τόσον, ἔξω ἀπό ἐκείνην τήν φαινομένην παρρησίαν, νά μή δείχνωμεν πρός αὐτόν κανένα σημάδι πόνου καρδιακοῦ, εὐλαβείας ἀληθινῆς, ἀγάπης καί εὐχαριστίας; Τί θέλουσι λέγει τότε οἱ Ἑβραῖοι, ὅπου τόν ἐσταύρωσαν; θέλουσι λέγει: οἱ Χριστιανοί πιστεύουσι πώς ἐκεῖνος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ· οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦσι, πώς ἐκεῖνος ἐσταυρώθη διά τήν ἀγάπην τους, καί οἱ Χριστιανοί τόσον μόνον κάνουσι διά τόν εὐεργέτην τους; ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ δέν εἶναι ἔτσι, καθώς οἱ Χριστιανοί πιστεύουσιν, ἤ καί αὐτοί οἱ Χριστιανοί ἀληθινά δέν τόν πιστεύουσιν. «Εἰ υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, καί πιστεύσομεν εἰς αὐτόν»· ἔτσι θέλουσι βλασφημεῖ καί τώρα οἱ Ἑβραῖοι, καθώς καί τότε εἰς τό πάθος τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι θέλουσι περιγελᾷ τήν ὑπόκρισιν τῶν Χριστιανῶν. Ὅθεν διά τό καλλίτερον σφαλίσατε – λέγω πάλιν - ἱερεῖς, τάς ἐκκλησίας, κρύψατε τόν Σταυρόν καί τόν Ἐσταυρωμένον· μή φανῆ, μήν ἀκουσθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διά νά μή χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως: «ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».
Καί λοιπόν δέν ἔχει νά γενῇ τήν μεγάλην Παρασκευήν ἡ συνηθισμένη πρόοδος, ἡ λιτανεία καί παρρησία, ὅπου γίνεται κάθε χρόνον; τό εἶπα· πλήν, ἐπειδή καί ἔτσι θέλετε, ἄς γένῃ· μά ἄς γένῃ καθώς πρέπει· καθώς εἶναι τά φαινόμενα, ἔτσι ἄς εἶναι καί τά γινόμενα· καθώς εἶναι ἡ ἐξωτερική, ἔτσι ἄς εἶναι καί ἡ ἐσωτερική εὐλάβεια. Μέ τούς φανούς καί μέ τάς λαμπάδας, ἄς ἀνάπτη μέσα εἰς τήν καρδίαν μας ἡ ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον, ὅπου διά τήν ἀγάπην μας ἀπέθανε· ἀπό τόν ἀκάνθινόν του στέφανον, ἄς πάρωμεν κατάνυξιν καί συντριβήν· ἀπό τάς πληγάς του, ἄς παρακινηθῶμεν νά σκληραγωγοῦμεν τήν σάρκα· ἀπό τόν Σταυρόν του, ἄς μάθωμεν τήν ὑπομονήν· ἀπό τόν θάνατόν του, ἄς καταλάβωμεν πόσον μέγα κακόν εἶναι ἡ ἁμαρτία· ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ἄς εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας μας, ἄς εἶναι ἡ λιτανεία «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια» καί ἄς γένῃ.
Ι.Μ.Καισαριανής,Βύρωνα και Υμηττού

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης ,Από τα “ωσαννά” στα “σταυρωθήτω”

Από τα “ωσαννά” στα “σταυρωθήτω”
Γράφει ο Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Με αρκετά πρόσφατη την ανάσταση του Λαζάρου, μόλις χθες, με τη μνήμη των επί τριετία θαυμάτων του και ιλαρών κηρυγμάτων του, όλος ο κόσμος υποδέχεται στην είσοδο της πόλεως των Ιεροσολύμων, μετά βαΐων και κλάδων, τον καθήμενο επί πώλου όνου Χριστό, κραυγάζοντας συνεχώς τα “ωσαννά”.
Πρόκειται για μια απρόσμενα και απροετοίμαστα θερμή υποδοχή από το ενθουσιασμένο πλήθος. Σαν να επιστρέφει ένας βασιλιάς από περιφανή νίκη σε πόλεμο. Η επιφυλαχθείσα θριαμβική υποδοχή προβληματίζει, ως και η σιωπηλή διάβαση του Ιησού. Το πέρασμά του από τους στενούς δρόμους της ανηφορικής Ιερουσαλήμ γίνεται δίχως στάσεις. Δεν φαίνεται καθόλου να επηρεάζεται από τις φωνές, τις ιαχές, τις ζητωκραυγές και τις επευφημίες. Δεν προκάλεσε τότε αλαλαγμούς, συλλαλητήρια, διαδηλώσεις και συγχαρητήριες εκδηλώσεις. Δεν μιλά, δεν χαιρετά, δεν χαμογελά ικανοποιημένα. Δεν έχει κάτι άλλο να πει. Τους τα είπε με σαφήνεια κι ευκρίνεια όλα. Δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει. Δεν συμφωνεί με τις θορυβώδεις εκδηλώσεις του πλήθους. Ποτέ δεν θέλησε να δημιουργήσει φανατικούς οπαδούς, φωνασκούντες, χειροκροτητές, αλαλάζοντα όχλο. Δεν σταθμεύει στο προσωρινό πανηγύρι, στον επιπόλαιο δοξασμό, στο δυνατό χειροκρότημα.
Δεν αντιλαμβάνονται οι φωνασκούντες τη διδαχή της τωρινής σιωπής του, τη θέση του πάνω σ’ ένα ονάριο, τη μη ανταπόκρισή του στις ιαχές των “ωσαννά”. Γνωρίζει καλά ότι ο δρόμος αυτός θα καταλήξει στην κορυφή του Γολγοθά. Μόνο σε τέσσερις ημέρες τα δυνατά “ωσαννά” θα γίνουν δυνατότερα “σταυρωθήτω”. Δεν κατάλαβαν το ήθος και το ύφος του, το βάθος της ταπεινώσεώς του, την ωραιότητα της σεμνότητός του. Εκείνοι δεν τον κατενόησαν. Εκείνος όμως τους κατανόησε βαθύτατα. Τους μίλησε με αγάπη, κατανόηση, συμπάθεια και σεβασμό, αλλά δεν τους φέρθηκε, ούτε για μια στιγμή, επιφυλακτικά, καχύποπτα, διπλωματικά, προκλητικά, δεσμευτικά, ανελεύθερα και αναληθή. Δεν χάιδεψε κανενός τ’ αυτιά και μάλιστα των εξουσιαστών γραμματέων και φαρισαίων. Δεν πήγε με τα νερά τους, δεν τους έκανε τον καλό, τον κακόμοιρο, τον συγκαταβατικό, τον ψεύτικο φίλο, τον καιροσκόπο, τον διπρόσωπο, τον φιλόδωρο, τον φοβισμένο, τον δειλό, τον ανέτοιμο, τον υποσχόμενο λαγούς και πετραχήλια.
Γνωρίζει πολύ καλά πού πορεύεται. Δεν κάνει καμία κίνηση επιστροφής ή αποφυγής. Πηγαίνει ν’ αγκαλιάσει τον σταυρό, να υψωθεί πάνω σε αυτόν, να μαρτυρήσει. Κατά ένα τροπάριο της ωραιότατης υμνολογίας μας. Ο Χριστός “γενόμενος άνθρωπος πάσχει ως θνητός και διά πάθους το θνητόν αφθαρσίας ενδύει ευπρέπειαν”. Βλέπει πάνω από το γαϊδουράκι τόση οχλοβοή και συλλογίζεται, πώς αυτά τα ίδια χείλη σε λίγο θα πουν τα φοβερά “σταυρωθήτω”; Πόσο ευόλισθος, ευκολοπαρασυρόμενος, αχάριστος, αγνώμων, αμνήμων, ασεβής και κακός γίνεται ο άνθρωπος από τη μία ώρα στην άλλη;
Ο Χριστός παραμένει καταπληκτικά νηφάλιος, ειρηνικός, γαλήνιος και ατάραχος και στα “ωσαννά” και στα “σταυρωθήτω”. Όπως έλεγε ένας αρχαίος αββάς: Ν’ ακούς με το ίδιο αυτό και τον έπαινο και την κατηγορία… Ο Χριστός χαρίζει στους αληθινούς εραστές του την υπέρ πάνω νου ειρήνη. Στην παραζάλη των καιρών γίνεται προσπάθεια να ξεγυμνωθεί η Εκκλησία του Χριστού. Η Εκκλησία μπορεί να ζήσει γυμνή. Ο Χριστός γυμνός ήταν στον σταυρό και στη ζωή του μονοχίτων. Ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει γυμνός. Το να θέλει βίαια να ξεγυμνώσει την Εκκλησία, φανερώνει την εσωτερική του γύμνια. Ο Χριστός δεν θέλει ούτε “ωσαννά” ούτε “σταυρωθήτω” αλλά ειλικρινή σεμνότητα και σοβαρότητα.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...