Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 07, 2011

Κυριακή των Μυροφόρων - Η αγάπη της γυναίκας (Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

Ἡ ἀγάπη τῆς γυναίκας

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τῶνΜυροφόρων. Μὲ τὶς πρῶτες λέξεις ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς μεταφέρει στὸν φοβερὸ τόπο ὅπου ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν οἱ Ἑβραῖοι, στὸ φρικτὸ Γολγοθᾶ.
Εἶνε Μεγάλη Παρασκευή. Ἡ δίκη εἶχε ἀρχίσει νωρὶς τὸ πρωὶ ἐνώπιον τοῦ ῾Ρωμαίου ἡγεμόνος καὶ τέλος βγῆκε ἡ ἀπόφασι νὰ καταδικασθῇ ὁ Χριστὸς εἰς θάνατον·«ἦν δὲ ὥρα τρίτη (9 τὸ πρωί) καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν (ὑπέγραψε δηλαδὴ ὁ Πιλᾶτος τὸ διάταγμα)»(Μᾶρκ. 15,25). Ὅταν ἡ ὥρα ἔγινε «ὡσεὶ ἕκτη», πλησίαζε δηλαδὴ τὸ μεσημέρι, «τότε παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ»(Ἰω. 19,14). Καὶ στὶς 12 πλέον ἡ διαταγὴἐκτελέσθηκε καὶ ὑψώθηκε ὁ Κύριος πάνω στὸσταυρό. Ἐκεῖ ἔμεινε μέχρι τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα.Στὸ διάστημα ἀπὸ 12 μέχρι 3 ὁ ἥλιος, ἐνῷ μεσουρανοῦσε, ξαφνικὰ κρύφτηκε.Ἔπεσε σκοτάδι πρωτοφανές πάνω στὸ Γολγοθᾶ οἱστρατιῶτες δὲ μποροῦσαν νὰ δοῦν ὁ ἕναςτὸν ἄλλο. Τέτοιο σκοτάδι δὲν ξανάγινε στὸν κόσμο. Δὲν ἦταν ἔκλειψις ἡλίου, ὅπως λένε μερικοί· ἡ ἔκλειψις εἶνε ἕνα φυσικὸ φαινόμενο ποὺ βαστάει λίγα λεπτά, ἐνῷ τὸ σκοτάδι αὐτὸ κράτησε τρεῖς ὧρες· «ἀπὸ ὥρας ἕκτης …ἕως ὥρας ἐνάτης»(Ματθ. 27,45) , δηλαδὴ μὲ τὸ ἑβραϊκὸ ὡρο- λόγιο ἀπὸ τὶς 12 τὸ μεσημέρι ἕως τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα. Λένε μάλιστα, ὅτι τὶς ὧρες ἐκεῖνεςστὴν Ἀθήνα ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁσοφός, ποὺ εἶδε αὐτὸ τὸ σκοτάδι, εἶπε· Σήμερα«ἢ θεός τις πάσχει ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται», ἢ κάποιος θεὸς πάσχει ἢ χάνεται τὸ σύμπαν. Κατὰ τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα ἀκούστηκε πάνω ἀ- πὸ τὸ σταυρὸ ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου «Ἠλὶ ἠλί,λιμᾶ σαβαχθανί;», «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (ἔ.ἀ. 27,46). Σὲ λίγο εἶπε τὸ «Τετέλεσται» καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα (Ἰω. 19,30). Τότε ἡ γῆ σείσθηκε, τραντάχτηκε ὁ Γολγοθᾶς, ἄνοιξαν τὰ μνήματα κ᾽ οἱ πεθαμένοι ἀναστήθηκαν (βλ. ἔ.ἀ. 27,51-52).
Ἔγινε ἀκόμη κ᾽ ἕνα ἄλλο μεγάλο σημεῖον· «ἐσχίσθη τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ μέσον» (Λουκ. 23,45) . Ποιό εἶνε τὸ «καταπέτασμα» αὐτό; Ὅπως ὁ δικός μας ναὸς χωρίζεται μὲ τὸ τέμπλο,ἔτσι καὶ ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος εἶχε χώρισμα, ὄχι ἀπὸ ξύλο ἀλλ᾽ ἀπὸ ὕφασμα χοντρό, πολὺ χοντρό. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὕφασμα σχίστηκε στὴμέση, ἀπὸ πάνω ὣς κάτω. Ἦταν σημάδι ποὺ ἔδειχνε, ὅτι ἡ εἴσοδος στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ ταν κλεισμένη, τώρα ἄνοιξε. Ἦταν ἀκόμη δεῖγμα ἐγκαταλείψεως πλέον τοῦ ναοῦ ἀπὸ τὸΘεό· τὰ ἄβατα θὰ παραδίδονταν στοὺς ῾Ρωμαίους νὰ τὰ καταπατήσουν. Καὶ τέλος ἔδειχνε ὅτι, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἔκανε τέτοια θαυμαστὰ πράγματα, δὲν σταυρώνεται ἀπὸ ἀδυναμία, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας.Στὶς 3 λοιπὸν τὸ ἀπόγευμα ὁ Κύριος εἶχε ἐκπνεύσει· ἦταν νεκρὸς καὶ ἔρημος – παντέρημος στὸν Κρανίου τόπον. Οἱ ῾Ρωμαῖοι τοὺς καταδίκους αὐτοὺς τοὺς θεωροῦσαν κακούργους καὶ δὲν τοὺς ἔθαβαν·τοὺς ἄφηναν πάνω στοὺς σταυρούς. Κατέβαιναν ὄρνεα, τοὺς ἔβγαζαν τὰ μάτια καὶ τοὺς ἔτρωγαν τὶς σάρκες·σκυλιὰ πεινασμένα πηδοῦσαν κι ἅρπαζαν κομμάτια· στὸτέλος ἔμεναν μόνο τὰ χοντρὰ κόκκαλα. Γιὰτοὺς Ἑβραίους ὅμως τὴν ἑπομένη ξημέρωνε ὄχι ἁπλῶς Σάββατο ἀλλὰ τὸ πάσχα τὸ ἑβραϊκό, κ᾽ ἦταν ἁ μαρτία μεγάλην᾽ ἀφήσουν ἄταφουςτοὺς σκοτωμένους. Τρεῖς ὧρες διωρία εἶχαν· μὲ τὴ δύσι τοῦ ἡλίου, γύρω στὶς 6 δηλαδή, δὲν ἔπρεπε νά ᾽νε κρεμασμένος κανείς στὸ σταυρό.
Ποιός τώρα θὰ φροντίσῃ τὸ Χριστό; Ποιόςθὰ πάῃ νὰ τὸν ξεκρεμάσῃ νὰ τοῦ κάνῃ τὴνκηδεία; Ποῦ εἶνε ὁ Πέτρος, οἱ ἄλλοι μαθηταί;ποῦ εἶνε οἱ χιλιάδες ἐκεῖνοι ποὺ ὁ ἐσταυρωμένος αὐτὸς εὐεργέτησε μὲ τόσες καλωσύνες; Κανείς δὲν πλησιάζει. Τρόμος καὶ φόβοςκυριαρχεῖ. Κι ὁ ἥλιος πάει νὰ βασιλέψῃ.Ἀλλὰ νά κ᾽ἔρχεται κάποιος τρεχᾶτος·ἀσθμαίνοντας ἀνεβαίνει. Ποιός νά ᾽νε; Κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητάς; Ὄχι. Εἶνε ἕνας κρυφὸς μαθητής· ὁ «Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής» (Μᾶρκ. 15,43). Μὲ τὴ θέσι ποὺ εἶχε κατώρθωσε νὰ πάρῃ τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο.Ἀγόρασε καθαρὸ σεντόνι καὶ πολύτιμα ἀρώματα, ἦρθε στὸ Γολγοθᾶ καὶ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο ἀνέβηκαν στὸ σταυρό, ξεκρέμασαν μὲπροσοχὴ μεγάλη τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔπλυναν τὶς πληγές του, τὸν τύλιξαν μὲ τὰ ὀθόνια,τὸν ἄλειψαν μὲ τὰ μύρα, καὶ τὸν ἀπέθεσαν σ᾽ἕνα τάφο σκαλισμένο σὲ βράχο, ποὺ τὸν ἔκλεισαν βάζοντας στὴν εἴσοδο μιὰ μεγάλη πέτρα. «Μακρόθεν», σὲ κάποια ἀπόστασι, ἦταν οἱ μυροφόρες «γυναῖκες θεωροῦσαι» (ἔ.ἀ. 15,40). Σημάδεψαν τὸ μέρος. Προτοῦ νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος πῆγαν κι ἀγόρασαν ἀρώματα. Μετὰ τὴ δύσι ἄρχιζε τὸ Σάββατο –ἡ ἡμέρα στοὺς Ἑβραίους ἀρχίζει ἀπὸ τὴ δύσι τοῦ ἡλίου–κ᾽ ἐπειδὴ τὸ Σάββατο δὲν ἐπιτρεπόταν καμμιά ἐργασία«ἡσύχασαν», λέει τὸ εὐαγγέλιο(Λουκ. 23,56).Μὰ μόλις χάραζε ἡ ἄλλη μέρα, ἔτρεξαν στὸμνῆμα νὰ βάλουν μύρα. Δὲ λογάριασαν οὔτεφαρισαίους οὔτε ῾Ρωμαίους στρατιῶτες οὔτε Πιλᾶτο, κανένα. Καὶ ἐκεῖ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν ἀναστάντα Κύριο! Τέτοια ἀγάπη εἶχαν στὸ Χριστό, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀξιώθηκαν πρῶτες αὐτές,πρὶν κι ἀπὸ τοὺς μαθητάς, καὶ ἄκουσαν τὸ« Χριστὸς ἀνέστη », ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε.
Ἂς προσέξουμε, ἀγαπητοί μου, τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειξαν αὐτὲς οἱ γυναῖκες στὸ Χριστό. Ἡ γυναίκα εἶνε ἕνα πλάσμα ἀσθενές, ἕναλεπτὸ λουλούδι. Ἐν τούτοις κάνει πράγματαποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κάνῃ ὁ ἄντρας. Ὁ Θεὸς ἔβαλε στὴν καρδιά της μιὰ τέτοια δύναμι, ποὺ τὴν κάνει ἡρωίδα καὶ μάρτυρα, τὴν ὑψώνει σὲ ὕψος θαυμαστό·ἡ δύναμι αὐτὴ λέγεται ἀγάπη.Ἡ γυναίκα σὰν σύζυγος καὶ σὰν μάνα ἔχει ἀγάπη ἀνεξάντλητη . Ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος, ὅτι στὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια ἕνας τύραννοςστὴ Λῆμνο συνέλαβε κάποιους ἄντρες, ποὺ δὲν εἶχαν κάνει κάτι κακό, ἁπλῶς δὲν ἀνέχονταν τὴ στέρησι τῆς ἐλευθερίας, τοὺς ἔκλεισεστὴ φυλακὴ καὶ τοὺς κατεδίκασε εἰς θάνατον.Ὅταν ἦρθε ἡ μέρα τῆς ἐκτελέσεως, παρουσιάστηκαν μπροστά του οἱ γυναῖκες τους καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τὶς ἀφήσῃ, γιὰ λίγη μόνο ὥρα,νὰ δοῦν τοὺς ἄντρες τους τελευταία φορά. -κεῖνος τὶς πίστεψε καὶ τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Καὶτί ἔκαναν αὐτές· μπῆκαν στὴ φυλακή, ἔντυσαν μὲ τὰ δικά τους γυναικεῖα ροῦχα τοὺς ἄντρες καὶ φόρεσαν αὐτὲς τὰ ἀντρικά. Ἔτσι, καθὼς ἦταν νύχτα, οἱ κατάδικοι ξεγέλασαν τοὺςφύλακες καὶ δραπέτευσαν. Πᾶνε τὸ πρωὶ οἱ φρουροὶ μέσα καὶ βρίσκουν τὶς γυναῖκες. Προτίμησαν νὰ θυσιαστοῦν αὐτές, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στοὺς ἄντρες τους. Καὶ τέτοια παραδείγματα ὑπάρχουν πολλὰ στὴν ἱστορία,τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴν παγκόσμιο.Ἀλλ᾽ ἐὰν ἡ γυναίκα ἀγαπᾷ μὲ τέτοια ἀγάπη τὸν ἄντρα, τὸ παιδί, τὸν ἀδελφό της, πόσο περισσότερο πρέπει ν᾽ ἀγαπᾷ τὸ Χριστό;
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀπαγορεύει ν᾽ ἀγαπήσουμε καὶ κάποιον ἄλλο· λέει νὰ μὴν ἀγαπήσουμε κανένα παραπάνω ἀπ᾽ τὸ Χριστό (βλ. Μθ 10,37) . Γιατὶ αὐτὸς εἶνε πάνω ἀπ᾽ ὅλους καὶ ἀπ᾽ ὅλα, εἶνε τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα (βλ. Ἀπ. 1,8· 21,6· 22,13) , ὁ παγκόσμιος ἄξονας γύρω ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο στρέφεται ἡ ζωὴ τῶν πάντων. Αὐτὸς μᾶς δίνει τὰ πάντα· τὰ μάτια, τὰαὐτιά, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὴν καρδιά, τὸ μυαλό, τὴ συνείδησι, τὴ λευτεριά, τὸν ἀέρα, τὸνἥλιο, τὸ νερό, τοὺς καρπούς, τὰ πάντα. Παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα –δὲν εἶπα τίποτε–ἅπλωσε τὰχέρια του στὸ σταυρὸ καὶ μὲ τὸ αἷμα του μᾶςλύτρωσε, μᾶς θεράπευσε, μᾶς ἔσωσε· μᾶς ἑτοίμασε οὐράνια βασιλεία. Λοιπὸν τί νὰ τοῦ ἀνταποδώσουμε γιὰ τὶς εὐεργεσίες του; Τὴνἀγάπη καὶ τὴ λατρεία μας.
Εἶνε γεγονός, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ Χριστὸτὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν λάτρευσαν καὶ ἄντρεςμεγάλοι καὶ μικρὰ παιδιά, καὶ σοφοὶ καὶ ἐπιστήμονες, κόσμος ὁλόκληρος· ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλους τὸν ἀγάπησαν οἱ γυναῖκες .Πόσες ἅγιες γυναῖκες μάρτυρες δὲν ἔδωσαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦκαὶ τὶς ἑορτάζουμε! Βάλτε φωτιὰ στὰ αἰσχρὰ περιοδικὰ κι ἀνοῖξτε τὰ ἅγια βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας, τὰ συναξάρια, νὰ δῆτε.
Καὶ σήμερα. Δὲν ὑπάρχουν μόνο «ἀστέρια»τοῦ Χόλλυγουντ· ὑπάρχουν καὶ τ᾽ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως εἶνε οἱ μυροφόρες γυναῖκες.Καὶ δὲν ὑπάρχουν μόνο οἱ γυναῖκες ποὺ προ-καλοῦν καὶ σκανδαλίζουν ἀκόμα καὶ μέσα στὸ ναό· ὑπάρχουν καὶ γυναῖκες ἕτοιμες γιὰ θυσία ἐν ὀνόματι Κυρίου. Κι ἂν ὁ κόσμος ξανασταυρώσῃ τὸ Χριστὸ καὶ φύγουν ἀπὸ κοντά του πολλοὶ κι ἀδειάσῃ ἡ ἐκκλησία, κι ἂν ἐμεῖς οἱ ἄντρες τὸν προδώσουμε πάλι καὶ γίνουμε Ἰοῦδες καὶ Πιλᾶτοι καὶ Ἄννες καὶ Καϊάφες καὶ σταυρωταί, κοντά του θὰ μείνῃ ἡ πιστὴ γυναίκα·τελευταία ποὺ θὰ τὸν ἀρνηθῇ θά ᾽νε αὐτή.Γι᾽ αὐτὴ τὴ γυναῖκα ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτὴν τιμᾷ, καὶ αὐτὴ εἶνε εὐλογία στὸν κόσμο. Γι᾽ αὐτὴ τὴ γυναῖκα ἁρμόζουν ἔπαινοι καὶ γι᾽ αὐτὴν μαζευόμαστε σήμερα στὴν ἐκ-κλησία, ὑμνοῦντες καὶ δοξάζοντες Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Μοσχάτου- Ἀθηνῶντὴν 13-5-1962.

Κυριακή των Μυροφόρων - Η χριστιανικὴ ανδρεία (Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

Η χριστιανική ανδρεία

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

ΤΟ εὐαγγέλιο σήμερα, ἀγαπητοί μου,εἶνε σχετικὸ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν μυροφόρων.Νοερῶς μᾶς μεταφέρει στὰ μεγάλα ἐκεῖνα γεγονότα ποὺ ἔγιναν τὴ Μεγάλη Παρασκευή.
Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ὁ Κύριος συνελήφθη τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὡδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, καὶ τὶς πρωινὲς ὧρες, ὅταν ἄνοιξε τὸ πραιτώριο,ἔγινε ἡ δίκη του ἐνώπιον τοῦ ῾Ρωμαίου πραίτωρος. Ὁ Πιλᾶτος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια νὰ ἀθῳώσῃ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ στὸ τέλος δὲν μπόρεσε ν᾽ ἀντισταθῇ στὴν κακία τῶν ἐχθρῶν του. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ὑποκύψῃ εἶνε ὁ φόβος μήπως γίνῃ δυσάρεστος στὸν καίσαρα. Ἔτσι ὑπέγραψε τὴν καταδίκη. Ἡ ὥρα ποὺ ὑπέγραψε ἦταν 9 τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ στὶς 12 τὸ μεσημέρι ὁ Ἰησοῦς ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ.
πάνω στὸ σταυρὸ δὲν ἔμεινε πολύ. Στὶς 3 τὸ ἀπόγευμα ὁ Ἐσταυρωμένος ἐξέπνευσε.Οἱ ὧρες ποὺ ἀκοῦμε στὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τοῦ ἑβραϊκοῦ ὡρολογίου· ὅταν λέῃ «ὥρα ἕκτη»ενε ἡ 12η μεσημβρινή, κι ὅταν λέῃ «ρα ἐνάτη» εἶνε ἡ 3η ἀπογευματινή.Ὁ Κύριός μας δηλαδὴ δὲν ἔμεινε στὸ σταυρὸ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς ὧρες καὶ ἡ συντομία αὐτὴ προκάλεσε στὸν Πιλᾶτο ἀπορία·«ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε»(Μᾶρκ.15,44). Οἱ κατάδικοι συνήθως ἄντεχαν πολλὲς ὧρες ἢ καὶ ἡμέρες· ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὀσμὴ τοῦ αἵματος τραβοῦσε τὰ σκυλιά,ποὺ ὡρμοῦσαν κ᾽ ἔκοβαν ἀπὸ τὶς σάρκες τους,καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ κατέβαιναν καὶτοὺς βγαζαν τὰ μάτια· στὸ τέλος στοὺςσταυροὺς ἔμεναν μόνο τὰ κόκκαλα, θέαμα ἀποτρόπαιο.
Νεκρὸς πλέον ὁ Κύριος πάνω στὸ σταυρό. Ποιός τώρα θὰ φροντίσῃ, ποιός θὰ πάῃνὰ τὸν ἀποκαθηλώσῃ,νὰ τὸν ξεκρεμάσῃ, καὶ νὰ τοῦἀποδώσῃ τὶς τελευταῖες τιμές; Θὰ περίμενεκανεὶς αὐτὸ νὰ τὸ κάνῃ κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, κάποιος ἀπὸ τὸν στενὸ κύκλο τῶν γνωρίμων καὶ φίλων, κάποιος ἀπὸ τοὺς τόσους ποὺ εὐεργέτησε. Κανείς ὅμως δὲν φαίνεται.
Ὅλοι φοβήθηκαν. Ἕνας μόνο παρουσιάζεται· «Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής»(ἔ.ἀ.15,43). Αὐτὸς τολμᾷ, ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, ζητάει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸπαίρνει καὶ κάνει τὴν ταφὴ μὲ κάθε τιμή.
Ὁ Ἰωσὴφ ζήτησε τὸ σῶμα ἑνὸς καταδίκου. Μὲ τὸ διάβημα αὐτὸ κινδύνευε νὰ πέσῃ στὴ δυσμένεια τῶν Ἰουδαίων, νὰ γίνῃ μισητός. Κινδύνευε νὰ χάσῃ τὴ θέσι του – καὶ εἶχε μεγάλη θέσι ὡς μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου. Οὔτε τὰ σχόλια ὅμως οὔτε τὶς εἰρωνεῖεςοὔτε τὸ διωγμ οτε τὴ θέσι οτε τὴν περιουσία ὑπολόγισε.Θεώρησε ἱερὸ καθῆκον νὰ κηδεύσῃ τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εὐλογημένη ἡ πρω-τοβουλία του, εὐλογημένα τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του. Αὐτὸς καὶ ὁ Νικόδημος πρωτοστάτησαν στὸ ἱερὸ τοῦτο καθῆκον ἀπέναντι στὸ μεγάλο Νεκρό.«Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»(ἔ.ἀ.).
Μεγάλη ἡ τόλμη τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ μεγαλύτερη τόλμη ἔδειξαν σήμερα οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Ἐνῷ οἱ μαθηταὶ φοβισμένοι εἶνε κλεισμένοι μέσα καὶ δὲν τολμοῦν νὰ βγοῦν, αὐτὲς βγαίνουν στὸ δρόμο καὶ ἔξω ἀπὸ τὴνπόλι νύχτα,«σκοτίας ἔτι οὔσης»(Ἰω.20,1), γιὰ νὰἐκτελέσουν καὶ αὐτὲς τὸ ἱερὸ χρέος ἀπέναν-τι στὸν Κύριό μας. Τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τὶς ἔκανε νὰ δείξουν τέτοιον ἡρωισμὸ καὶ αὐταπάρνησι; Ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό. Ὅταν αὐτὴ ἀνάψῃστὴν καρδιά, ὁ ἄνθρωπος τολμᾷ.
Ἐμεῖς ἔχουμε ἀγάπη στΧριστό;γάπη στὸ παιδί, στὴ σύζυγο, στὰ χρήματα, σὲ ὑλικὰ καὶ ἐγκόσμια πράγματα ἔχουμε· ἀγάπη στὸ Χριστὸ δὲν ἔχουμε. Ὅποιος ἔχει μέσα του τὴ φωτιὰ τῆς ἀγάπης στὸ Χριστό, ὅλα τὰ ποτάμια καὶ οἱ ὠκεανοὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴ σβήσουν.
Ὤ καὶ νὰ μποροῦσα νὰ σᾶς παρουσιάσω τὴν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Νικοδήμου καὶ τῶν μυροφόρων γυναικῶν! Αὐτοὶ εἶνε γιὰ μᾶς παράδειγμα ἀνδρείας. Κι ὅταν λέω ἀνδρεία δὲν ἐννοῶ τὴ σωματική. Αὐτὴ εἶνε κάτι φυσικό. Ἡ ἀξία δὲν εἶνε στὰ κορμιὰ τὰ εὔρωστα ποὺ τρέχουν στὸ στίβο καὶ δίνουν κλωτσιὲς στὰ γήπεδα. Χωρὶς νὰ περιφρονοῦμε τὸ σῶμα, ἡ ἀξία μεγάλη δὲν εἶνε ἐκεῖ, στοὺς μυῶνες καὶ τὰ νεῦρα. Κι ὁ Γολιὰθ ἦταν σωματώδης, ἕνα πελώριο ὄν, ἕνα βουνὸ ἀπὸ σάρκες· ἀλλὰ μέσαἐκεῖ κατοικοῦσε μιὰ μικρὰ ψυχή. Ὅταν λέμε ἀνδρεία ἐννοοῦμε τὴν ψυχικὴ ἀνδρεία, τὴν χριστιανικὴ ἀνδρεία, ἐκείνη ποὺ νικάει κάθε ἐμπόδιο στὴ ζωή. Μπορεῖ ἕνας νὰ εἶνε ἀσθενικός, νὰ μὴ μπορῇ νὰ κρατήσῃ οὔτε τὸ πιρούνι, κι ὅμως μέσα σ᾽ αὐτόν, ποὺ βρίσκεται στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, νὰ κατοικῇ μία ψυχὴ οὐρανομήκης. Τί ἦταν ὁ φτωχὸς Λάζαρος τοῦ Εὐαγγελίου(βλ. Λουκ.16,19-31); Ἕνα ἕλκος, μιὰ πληγή. Καὶ ὅμως μέσα του κατοικοῦσε μία ψυχὴ ἡρωική. Τί ἦταν ὁ Ἰώβ; Ἀσθενὴς ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι τὰ πόδια· ἀλλὰ μέσα του κατοικοῦσε ψυχὴ γενναία. Ψυχὴν«ἀνδρείαν τίς εὑρήσει»
(Παρ.31,10), ποὺ δὲν ὑπολογίζει κινδύνους; Τέτοια ἀνδρεία ἔχουμε ἀνάγκη. Ὁ διάβολος ἐνσπείρει μέσα μας δειλία. Κι ὅπως ὁ δειλὸς στρατιώτης γίνεται προδότης τῆς πατρίδος, πετάει τὸ ὅπλο καὶ φεύγει, ἔτσιὁ δειλὸς χριστιανὸς γίνεται προδότης τοῦ Χριστοῦ. Σκορπάει φόβο ὁ διάβολος. Κάθε φορὰ ποὺ πρόκειται νὰ ἐκτελέσουμε κάποιο καθῆκον ἱερὸ ἀπέναντι ἢ τῆς οἰκογενείας ἢ τῆς πατρίδος ἢ τῆς θρησκείας μας, ἔρχεται ὁ φόβοςκαὶ μᾶς παραλύει. Θέλετε παραδείγματα; Κοσμικοὶ ἄνθρωποι σὲ καλοῦν σὲ τραπέζι καὶ δὲν τολμᾷς νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου, γιατὶ φοβᾶσαι τὰ σχόλια καὶ τὶς εἰρωνεῖες. Ὁ φόβος μήπως μᾶς ποῦν καθυστερημένους, ἔξω τόπου καὶ χρόνου, ἀνθρώπους τοῦ μεσαίωνος, σείει τὶς χριστιανικὲς συνειδήσεις. Ὁ ἕνας δὲν νηστεύει, γιατὶ φοβᾶται μήπως ἀρρωστήσῃ. Ὁ ἄλλος δὲν ἐλεεῖ, γιατὶ φοβᾶται μήπως φτωχύνει. Ὁ ἄλλος δὲν συγχωρεῖ, γιατὶ φοβᾶται πὼς θὰ τὸν θεωρήσουν ἀδύναμο. Ὁ ἄλλος ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια καὶ ὁρκίζεται ψέματα ἐπάνω στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιατὶ φοβᾶται τὶς συνέπειες…
Ἀδελφοί μου, ἡ ἀνδρεία ποὺ ἔδειξαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος καὶ οἱ μυροφόρες γυναῖκες εἶνε ὑπόδειγμα γιὰ μᾶς.Ὁ καθένας μας εἶνε ἕνας«στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ»΄Τιμ.2,3). Νὰ εἴμαστε λοιπὸν ἀνδρεῖοι. Στρατιώτης καὶ φόβος δὲν συμβιβάζονται, Χριστιανὸς καὶ φόβος δὲν ταιριάζουν. Ἡ λέξι φόβος ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ λεξικὸ τοῦ Χριστιανοῦ.
Δὲν γνωρίζω ἄλλον πιὸ ἀτρόμητον ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Χριστιανό. Ἐν φοβᾶσαι, δὲν εἶσαι πραγματικὸς Χριστιανός. Μὴ φοβᾶσαι κανένα.Ποιόν φοβᾶσαι ἀλήθεια, μήπως κάποιον ἄνθρωπο ποὺ σὲ ἀπειλεῖ; Ὁ Χριστὸς εἶπε·«Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι»· αὐτοὶ μόνο τὸ σῶμα μποροῦν νὰ φονεύσουν, τὴν ψυχὴ δὲν μποροῦν νὰ τὴν πειράξουν (Ματθ.10,28). Ποιόν φοβᾶσαι, τὸν κόσμο; Ὁ Κύριος εἶπε·«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω.16,33). Ποιόν φοβᾶσαι, τὸν διάβολο; Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμα ἀνοίξῃ ὁ ᾅδης καὶ βγοῦν ὅλοι οἱ δαίμονες καὶ πλημμυρήσουν οἱ δρόμοι ἀπ᾽ αὐτούς,Χριστιανὸς θυμᾶται τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· Σᾶς δίνω τὴ δύναμι νὰ πατᾶτε τὸν ἐχθρό.«Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦπατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ»ουκ.10,19). Τί φοβᾶσαι, τὸν θάνατο; Ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς ἔχει τὸ Χριστό, ποὺ εἶνε«ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»(Ἰω. 11,25). Νὰ ζήσουμε λοιπὸν μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα.
Ἐὰν νιώθουμε δειλία, μὴ λησμονοῦμε ὅτι στὴν Ἀποκάλυψι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶδε μιὰ λίμνη πυρός, γεμάτη φλόγες, καὶ μέσασ᾽ αὐτὴν ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς· καὶ πρώτους - πρώτους εἶδε ποιούς; τοὺς δειλούς(βλ.Ἀπ. 21,8). Ζοῦμε σὲ χρόνια ἀποκαλυπτικά. Οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε ἀνδρεῖοι. Ἂν ὑπῆρχαν στὸν τόπο μαςἑκατὸ ἀνδρεῖοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανές, διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ κατάστασι. Ζοῦμε σὲ κόσμο κολακείας· δὲν λέμε ἀλήθεια, τὸν διάβολοτὸν λέμε ἄγγελο. Γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε μπροστά. Ἀνδρεῖοι νὰ εἴμαστε. Τίποτα μὴ φοβᾶσαι παρὰ μόνο τὸ Χριστό. Ψηλὰ τὰ λάβαρα! Τὴνἀλήθεια παντοῦ. Νὰ εἴμαστε συμπαραστάτεςτῶν γενναίων μαχητῶν. Διότι, ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ σκεπτώμαστε τὸ συμφέρον, τὰ χρήματα καὶ τὴν περιουσία μας, νὰ τὸ θυμᾶστε, θὰ ἐπικρατήσουν οἱ ἄθεοι. Ἐν δὲν σταθοῦμε ἀνδρεῖοι,θὰ χάσουμε καὶ πατρίδα καὶ σπίτια καὶ τὰ πάντα. Ψηλὰ τὸ φρόνημα, στὸν οὐρανό! Μόνοἔτσι θὰ κρατήσουμε τὸν τόπο μας στὸ δρόμοτοῦ Θεοῦ, θὰ καθαρίσουμε τὴν ἐκκλησία ἀπὸτὰ ἀνάξια στελέχη της, καὶ θὰ βαδίσουμε ψη-λά, πρὸς ἕνα μεγάλο προορισμό, ποὺ ἔχει ἡἘκκλησία μας, τὸ γένος καὶ καὶ ἡ φυλή μας.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Κυριακή των Μυροφόρων- Η τόλμη αγίων μορφών

Η τόλμη αγίων μορφών
Ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν”.
Χριστός Ανέστη! Δύο Κυριακές μετά το Πάσχα η Εκκλησία μας προβάλλει τις μορφές εκείνες που καταθέτουν προσωπική μαρτυρία για το θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου μας. Πρόκειται για τον ευσχήμονα βουλευτή Ιωσήφ, τον από Αριμαθαίας και τον κρυφό μαθητή του Κυρίου, τον Νικόδημο. Προβάλλει επίσης τρεις Μυροφόρες γυναίκες: Την Μαρία την Μαγδαληνή, την Μαρία την μητέρα του Ιακώβου και την Σαλώμη, την μητέρα, των υιών του Ζεβεδαίου, του Ιωάννου και του Ιακώβου.
Ιωσήφ και Νικόδημος
Ο Νικόδημος ακολουθεί τον ευσχήμονα Ιωσήφ για να ζητήσουν από τον Πιλάτο το σώμα του Ιησού. Ειδικά για τον Ιωσήφ έχουμε και την μαρτυρία του Ευαγγελιστή Λουκά που αναφέρει ότι ήταν άνθρωπος αγαθός και δίκαιος. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ήταν άπό τους άρχοντες του λαού αλλά και κρυφοί μαθητές του Κυρίου. Ο Νικόδημος μάλιστα παρουσιάζεται να ήταν και πλούσιος. Ούτε όμως το χρήμα ούτε και τα αξιώματα δεν είχαν επηρεάσει και αλλοιώσει τις ψυχικές τους διαθέσεις. Τα υλικά αγαθά και τα αξιώματα σχετικοποιούνται μπροστά στην αλήθεια του Κυρίου μας. Γι αυτό και η Εκκλησία προβάλλει αυτά τα πρότυπα για να τα μιμούνται οι άνθρωποι μέσα από τους αιώνες.
Η ευγενής τόλμη
Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος είχαν πραγματική πίστη με την καρδιά τους στον Χριστό. Οδηγήθηκαν σε μια προσωπική θυσία σαν εκπλήρωση του χρέους τους στον νεκρό διδάσκαλό τους. Η μορφή τους παρουσιάζεται μπροστά μας σαν το υπόδειγμα που ανταποκρίνεται στην αγάπη του Χριστού. Μπροστά σ΄ αυτή την αγάπη και χάριν της μπορούν να θυσιάζουν τα πάντα ακόμη και τον ίδιό τους τον εαυτό. Γι αυτό άλλωστε ανέπτυξαν και την ευγενή τόλμη αψηφώντας τα πάντα χάριν του Κυρίου τους.
Η αγάπη των μυροφόρων
Οι μυροφόρες είχαν επίσης δεχθεί στην καρδιά τους την αγάπη του Διδασκάλου. Αυτή η αγάπη σφυρηλατούσε μέσα τους την πίστη ότι ο Χριστός ήταν για πάντα μαζί τους. Γι αυτό άλλωστε αψηφώντας και εκείνες τους κινδύνους σπεύδουν στο μνημείο του Ιησού. Θέλουν να του δείξουν την αγάπη τους με τα αρώματα. “Ίνα ελθούσαι αλείψωσιν το σώμα Του”. Με την ενέργειά τους έδειξαν ότι όταν αγαπάς ένα πρόσωπο παραδίδεις τον εαυτό σου σ΄ αυτό. Αυτή η παράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Χριστού συνιστά και την ανύψωσή του στην κατάσταση της θέωσης. Στην ανυψωτική αυτή πορεία, ξεριζώνονται οι αδυναμίες και μεταποιούνται σε μια ανυπέρβλητη δύναμη. Και ακριβώς οι μυροφόρες είχαν την αίσθηση της αδυναμίας. “Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;” Η αγάπη του Διδασκάλου όμως δεν άφηνε σε καμιά περίπτωση τις αμφιβολίες της λογικής να λυγίσουν τις ηρωϊκές εκείνες γυναίκες. Αυτή η κίνηση της αγάπης βγάζει τον άνθρωπο από τον εγωϊσμό του και τον εγκεντρίζει στην ακατανίκητη δύναμη της αγάπης του Χριστού. Με αυτό τον τρόπο οι μυροφόρες γυναίκες τοποθετήθηκαν στο χώρο της θαυματουργίας.
Αγαπητοί αδελφοί, εμείς πολλές φορές δεν διαθέτουμε την τόλμη των ηρωϊκών αυτών μορφών που προβάλλει το σημερινό Ευαγγέλιο γιατί κλεινόμαστε εγωϊστικά στον εαυτό μας. Τα άγια πρόσωπα στα οποία αναφερτήκαμε πιο πάνω μας δείχνουν τον τρόπο της υπέρβασης. Βρίσκεται στο άνοιγμα του εγώ μας κατά τρόπο που να αφήνουμε τον εαυτό μας να τον αιχμαλωτίζει η αγάπη του Χριστού. Τότε γινόμαστε αληθινοί άνθρωποι θεόπλαστοι και θεοειδείς. Καθιστούμε τον εαυτό μας διαφανή για να αποκαλύπτει στην πιο αυθεντική της μορφή την εικόνα του Θεού. Χριστός Ανέστη!
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος – Εκκλησία Κύπρου

Κυριακή των Μυροφόρων- Ιωάννης ο Θεολόγος Θεολογεί

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α' Ίωάν. α' 1-7
ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΘΕΟΛΟΓΕΙ
«Ό ήν απ' αρχής... περι του λόγου της ζωής».

Θεολόγο ονόμασε απ' αρχής ή Εκκλησία τον αγαπημένο μαθητή του Κυρίου, τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Θεολόγο δια μέσου των αιώνων εξακολουθεί και θα εξακολουθεί με βαθύ σεβασμό να τον αποκαλεί ό χριστιανικός κόσμος. Θεολόγο στην υμνολογία της τον εξυμνεί ή Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Βεβαίως και οι άλλοι Απόστολοι, και μάλιστα ό απόστολος Παύλος, έθεολόγησαν, έκήρυξαν και έγραψαν περί τού αληθινού Θεού, περί τού Υιού και Λόγου τού Θεού τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Άλλ' ό ευαγγελιστής Ιωάννης έλαβε από τον Θεό πλουσιώτερο αυτό το χάρισμα, αυτή την τιμητική αποστολή, να γράψει περισσότερα περί τού Υιού και Λόγου τού Πατρός.
Εμείς, λέει, οι Απόστολοι αξιωθήκαμε μιας μεγάλης τιμής, μοναδικής στην ιστορία της άνθρωπότητος. Έγίναμε αυτόπτες και αύτήκοοι μάρτυρες του Ιησού Χριστού. Τον γνωρίσαμε προσωπικά και συνδεθήκαμε με αυτόν, όσο κανείς άλλος. Τον ακούσαμε μετα ίδια μας τα αυτιά πού δίδασκε, τον είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια να κάνει θαύματα, να ζει αναμάρτητη και αγία ζωή, να πάσχει για χάρη μας και να προσφέρει τον εαυτό του λυτρωτική θυσία για μας επάνω στον σταυρό. Τον είδαμε πάρα πολλές φορές μετά την Ανάσταση του, όπως επίσης και μετά την ένδοξη Ανάληψη του.
«Έθεασάμεθα αυτόν».
Όχι απλώς τον είδαμε άλλα και τον θαυμάσαμε βαθύτατα για το με­γαλείο της θεανθρώπινης προσωπικότητας του! Κάτι περισσότερο. Τον ψηλαφίσαμε με τα χέρια μας, ώστε όχι μόνο ή ακοή και όραση αλλά και ή αφή να μάς πληροφορεί, ότι αυτός είναι πράγματι ό ένανθρωπήσας Θεός. «Άκηκόαμεν», «έωράκαμεν», «έθεασάμεθα», «αί χείρες ημών έψηλάφησαν», με όλες μας τις αισθήσεις τον γνωρίσαμε. Ή αγάπη και ή αφοσίωση μας προς Αυτόν, το κήρυγμα και ή διδασκαλία πού σάς προσφέρουμε, δεν είναι απλώς καρπός πίστεως, αλλά προσωπικής μας γνωριμίας με τον Χριστό. Είναι ή απόλυτηβεβαιότητα, την οποία σχηματίσαμε συναναστρεφόμενοι και ζώντες μαζί με αυτόν επί τρία χρόνια.
Και τί έκήρυτταν με τα θεία λόγια τους τότε οι Απόστολοι, και τί κηρύττουν προς όλους τούς διά μέσου των αιώνων Χριστιανούς με τα θεόπνευστα συγγράμματα τους; Να, μερικά, από όσα γράφει ό ευαγγελιστής Ιωάννης στους πρώτους στίχους της Α' Καθολικής επιστολής του.
«Άπαγγέλλομεν, λέει, ύμίν ό ήν απ' αρχής», «περί του Λόγου της ζωής». Κηρύττουμε σε σάς και σάς καθιστούμε γνωστό, ότι ό Υιός και Λόγος τού Θεού, πού έγινε άνθρωπος για μάς, υπήρχε πριν από κάθε πνευματική και υλική δημιουργία. Είναι έξω από κάθε αρχή. Δεν υπάρχει αρχή σ' Αυτόν, όπως δεν θα υπάρξει ποτέ τέλος στην αιωνιότητα του. Είναι άναρχος και προαιώνιος, «συνάναρχος» και «συναΐδιος» με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, Θεός ίσος με Εκείνους, το δεύτερο πρόσωπο της ύπεραγίας Τριάδος. Τα ίδια γράφει ό ιερός Ευαγγελιστής και στον πρώτο στίχο τού Ευαγγελίου του. «Έν αρχή ήν ό Λόγος», ό Λόγος υπήρχε πριν και έξω από κάθε αρχή, προαιωνίως ενωμένος με τον Πατέρα, ως Θεός ίσος με αυτόν (Ίωάν. ά 1). Αρχή υπάρξεως έλαβε όλος ό πνευματικός και υλικός κόσμος, όχι όμως ό μονογενής Υιός του Θεού.
Γιατί τα γράφει και τα ξαναγράφει αυτά ό ευαγγελιστής Ιωάννης; Γιατί τονίζει την άναρχη και ατέρμονη αιωνιότητα τού Χριστού; Διότι προείδε, ότι θα εμφανίζονταν μερικοί αιρετικοί, οι οποίοι σκοτισμένοι εξ αιτίας της άμαρτωλότητός τους, θα διέστρεφαν την αλήθεια περί τού Χριστού και θα κήρυτταν, ότι δεν είναι αυτός άναρχος και αιώνιος, άλλ' ότι έλαβε αρχή. Τέτοιος αιρετικός ήταν ό διαβόητος για την νοσηρή φιλοδοξία και εγωπάθεια του, ό Άρειος. Τέτοιοι είναι σήμερα οι Μάρτυρες τού Γιεχωβά, οι αμείλικτοι αυτοί πολέμιοι τού Χριστού, πού έθεσαν σαν σκοπό τους να σβήσουν και εξαλείψουν τον Χριστιανισμό. Αυτοί, μέσα στο απροσμέτρητο πλήθος των αιρέσεων και ψευδολογιών τους, προπαγανδίζουν και αυτή την αίρεση: ότι ό Χριστός δεν είναι άναρχος.
Αποστομωτικό όμως χτύπημα καταφέρει εναντίον τους ό ευαγγελιστής Ιωάννης με το κήρυγμα του ότι «έν αρχή ήν ό Λόγος» και«ο ήν απ' αρχής» «περί του Λόγου της ζωής άπαγγέλλομεν»
«ΖΩΗ» 5/05/2011

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...