Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΝΑΝΤΙΕΖΝΤΑ

Γεύση παραδείσου στν καρδι τς Ρωσίας.
Το πατρς Νεκταρίου ντωνοπούλου.
γουμένου ερς Μονς Σαγματ

       ταν 10 ουνίου το 2000, παραμον τς ορτς το γίου Λουκ το ατρο, ρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως κα Κριμαίας. Βρισκόμουν στν να τς γίας Τριάδος Συμφερουπόλεως γι τν πανηγυρικ σπεριν κα τν ρθρο. νάμεσα στος χιλιάδες προσκυνητς διέκρινα μία λικιωμένη μεγαλόσχημη μοναχή. ταν Γερόντισσα Ναντιέζντα (λπίδα) π τν Σεβαστούπολη. π τν πρώτη στιγμ μ ντυπωσίασε μορφή της κα καλοσύνη της. Ο συγγενες της πο τν συνόδευάν μου επαν τι γερόντισσα ταν πνευματικ παιδ το γίου Λουκ. Τν ξαναεδα τν πόμενη χρονι στν Σεβαστούπολη. Μιλήσαμε λίγο περισσότερο κα κατάλαβα τι πρόκειται γι πνευματικ θησαυρό. Δυστυχς χρόνος μ πίεζε κα δν εχα τν δυνατότητα ν μείνω περισσότερο. Τν ποχαιρέτισα λέγοντας τι, ν θέλει Θεός, τν πόμενη χρονι θ τν πισκεφθ στ σπίτι της.
Πράγματι τν ούνιο το 2002 τν πισκέφθηκα στν κατοικία της. Μένει στ σόγειο μις παλις πολυκατοικίας. Τ μικρ διαμέρισμα τς ποτελεται π να δωμάτιο, να στεν διάδρομο κα μία μικρ κουζίνα, νήλιο κα περιποίητο, σ θλια κατάσταση, πως...
 λλωστε κα λη πολυκατοικία. γερόντισσα μένει μ τν κόρη της κα τν γγονή της. τοχος πάνω π τ κρεβάτι τς εναι καλυμμένος π εκόνες κα στν γωνία πάρχει να τραπεζάκι μ κοίμητο καντήλι.
Μς ποδέχθηκε λο χαρά: «Καλς ρίσατε! Τί μεγάλη ελογία εναι ατή, ν ρθετε σ μένα τν μαρτωλή...». Πρε π τ τραπέζι να κα μοναδικ πορτοκάλι κα μο τ δωσε.
«Τ φύλαγα γι σένα», συνέχισε.
 «Ξέρεις πρν π να μήνα μουν πολ σχημα. ρχισαν ν μ γκαταλείπουν ο δυνάμεις μου, πεσε πίεσή μου κα κατάλαβα τι σύντομα θ φύγω γι τ μεγάλο ταξίδι. ρθε ερέας κα μ κοινώνησε, ποχαιρέτισα τος δικούς μου κα περίμενα. Κάποια στιγμ μως θυμήθηκα τ λόγια σου κα τν πόσχεσή σου. Παρακάλεσα τότε τν γιο Λουκ κα το επα: «γιέ μου Λουκ, π. Νεκτάριός μου επε τι σ να μήνα θ ρθει ν μ δε. ν θέλεις, φησε μ ν ζήσω μέχρι τότε κα μετ ς φύγω. Πράγματι γιος μ κουσε, ο δυνάμεις μου πανλθαν, πίεση νέβηκε κα τώρα εμαι καλά». Τν κουσα μ κπληξη κα κάπως μήχανά της επα: «Μ κα γ θελα ν σ δ ζωντανή». Πολ χαριτωμένα πάντησε. «Κα γ προσπαθοσα ν ζήσω».
Τν ρωτήσαμε γι τν ζωή της.
«Γεννήθηκα τ 1906. ζησα πάρα πολλ στν ζωή μου. Φτώχεια, πείνα, δυστυχία, παναστάσεις, πολέμους...».
Ν σημειώσουμε δ τι Σεβαστούπολη νήκει σ κενες τς πόλεις πο χουν ταλαιπωρηθε διαίτερα. Λίγο μετ τν κτωβριαν πανάσταση, ξέσπασε μφύλιος πόλεμος μεταξ «Λευκν» κα «Κόκκινων», ποιος κράτησε σχεδν τέσσερα χρόνια. κατομμύρια ο νεκρο κα περισσότερα τ λλα θύματα κα ο τραυματίες. πλέον αματηρ φάση ατο του πολέμου λαβε χώρα στν Κριμαία. Μετ τν ποχώρηση τν «Λευκν», ο σφαγς φτασαν στ πόγειό τους. Μέσα σ νάμισι μήνα κτελέστηκαν περίπου 50.000 νθρωποι. Εδικ Σεβαστούπολη ζησε μέρες φρίκης κα γι' ατ νομάστηκε «πόλη τν κρεμασμένων». κεντρικ λεωφόρος ταν γεμάτη πτώματα. σους συνελάμβαναν τος κρεμοσαν στος δρόμους, γι ν τρομοκρατήσουν τν πληθυσμό, ν σ λη τν πόλη κυριαρχοσαν φίσες μ τ σύνθημα «θάνατος στος προδότες».
Στν Β' Παγκόσμιο πόλεμο Σεβαστούπολη δοκίμασε κα πάλι τν
φρίκη το πολέμου. Τ μέρος εναι στρατηγικς σημασίας κα ο δύο ντίπαλοι πολέμησαν λυσσαλέα κα εχαν μέτρητους νεκρούς. Σεβαστούπολη κράτησε γι 249 μερες κα λο ατ τ διάστημα βομβαρδίστηκε νελέητα. ταν σταμάτησαν ο μάχες, μόνον πτ κτήρια εχαν μείνει ρθια, πόλοιπη πόλη εχε σοπεδωθε.
γερόντισσα συνέχισε: «Πρτα ζήσαμε τν φρίκη το μφυλίου πολέμου. μουν μικρ κορίτσι τότε κα πόλη μς ζησε πολλς δυστυχίες. Χύθηκε πολ αμα τότε. Στν δεκαετία το '30 παντρεύτηκα κα πέκτησα δύο κορίτσια. Σ λίγο ξέσπασε Β' Παγκόσμιος πόλεμος κα νδρας μου φυγε γι τ μέτωπο. Ο Γερμανο τν συνέλαβαν αχμάλωτο κα μεινε ρκετ καιρ στ γερμανικ στρατόπεδα. Μετ τν πόλεμο ο αχμάλωτοι πέστρεψαν, λλ χι στ σπίτια τους, τος στειλαν στν Σιβηρία Πράγματι ατ ταν παράλογη πολιτικ το Στάλιν. Ο ταλαίπωροι Ρσοι αχμάλωτοι, σοι βέβαια πέζησαν π τς κακουχίες τν γερμανικν στρατοπέδων, θεωρήθηκαν π τν Στάλιν μολυσμένοι π τ «μίασμα το καπιταλισμο» κα γι' ατ θ πρεπε ν ποβληθον σ «ποτοξίνωση» κα ντικαπιταλιστικ θεραπεία. τσι λοιπν δηγήθηκαν λοι στ στρατόπεδα το Γκουλάγκ! Τν νδρα μου δν τν ξαναεδα. Δν ντεξε στς κακουχίες κα πέθανε κε. Μ μεγάλες δυσκολίες μεγάλωσα τ δύο μου παιδιά. Μόνη μου παρηγορι κα λπίδα ταν πίστη στν Θεό. π μικρ μουν στν κκλησία κα ατ μ στήριξε. ς εναι δοξασμένο τ νομά Του».
Γνωριμία μ τν γιο Λουκ
Γνώρισα τν γιο Λουκ τ 1951 κα ατ γνωριμία ταν μεγαλύτερη ελογία στν ζωή μου. Γι δέκα χρόνια του φτίαχνα τ πρόσφορά της Θ. Λειτουργίας κα δν χανα τ κηρύγματά του. Τν πισκεπτόμουν στ γραφεο του, μιλούσαμε συχν κα πολλς φορς φάγαμε μαζί. Μς βοήθησε πολ λλ κα λο τν κόσμο. διος πολλς φορς μεινε νηστικς γι ν ταΐζει τος λλους. γιος Λουκς φαινόταν αστηρός, μως δν ταν. ταν τν πλησίαζα βλεπα ναν γλυκύτατο νθρωπο, γεμάτο γάπη. λοι τν γαπούσαμε κα τν θεωρούσαμε πατέρα μας. Παρόλο πο κατάσταση ταν δύσκολη - κκλησία ταν π διωγμ κα κινδυνεύαμε ν χάσουμε τς δουλεις μς- τρέχαμε κοντά του γι ν κούσουμε τ κηρύγματά του. λλα κα ταν τελείωνε Θ. Λειτουργία δν φεύγαμε, τν περιμέναμε κα τν κολουθούσαμε μέχρι τ σπίτι του. ταν φτάναμε, κενος γύριζε λο γάπη κα μς ελογοσε. ταν κόρη μου ταν μικρή, εχε πρόβλημα μ τν σκωληκοειδίτιδα κα ο γιατρο συνέστησαν γχείριση. Τν πγα στν γιο Λουκ, τν ξέτασε κα μς επε: «χι, ν μν κάνει γχείριση, δν εναι τίποτα». Πράγματι π τότε δν τν ξαναενόχλησε. Θυμμαι τι τν εχα δε λίγες μέρες πρν π τν κοίμησή του. ταν στ κρεβάτι του, πολ δύναμος, δν μποροσε καλ - καλ ν μιλήσει. Μόνο κάτι μου ψιθύρισε κα πρα τν εχή του. Στν κηδεία το μουν παροσα. Τ δύο βράδια πο παρέμεινε τ σκήνωμά του στ να μουν κε κα το διάβαζα τ ψαλτήρι. Τ δεύτερο βράδυ, καθς διάβαζα τ ψαλτήρι, τν εδα μπροστά μου λοζώντανο. Καθόταν λίγο πι πέρα κοντ σ να τραπέζι. μεινα φωνη.
Τν μέρα τς κηδείας το γινε μεγάλη μάχη μ τος στυνομικούς, πο δν μς πέτρεπαν οτε ν μεταφέρουμε τ λείψανό του π τν κεντρικ δρόμο οτε ν ψάλλουμε. Δν θ ξεχάσω τ ξης καταπληκτικ γεγονός: ταν δίναμε τν μάχη μ τος στυνομικος πάνω π τ φέρετρό του, μφανίστηκαν στν οραν χιλιάδες περιστέρια πο καναν κύκλους κα τιτίβιζαν. κολούθησαν λη τν κφορ το γίου Λουκ στν κεντρικ δρόμο μέχρι τ κοιμητήριο. διάρκεια ταν περίπου τρεισήμισι ρες. λη ατ τν ρα ψάλλαμε τ «γιος Θες» κα τ περιστέρια μς κολουθοσαν. ταν φτάσαμε στ κοιμητήριο, τ περιστέρια κάθισαν πάνω στν στέγη τς κκλησίας. Σν τελειώσαμε κα ρχίσαμε ν ποχωρομε, τ περιστέρια πέταξαν τιτιβίζοντας κα κανες ποτ δν τ ξαναεδε. ταν χιλιάδες περιστέρια κα τ γεγονς ατ προκάλεσε μεγάλη ντύπωση. κόμη κα ο «θεοι» προβληματίστηκαν.
λα τ πνευματικά του παιδι εχαν πεισθε τι πρόκειτο περ γίου. Δν εχαμε καμι μφιβολία κα τι το ζητούσαμε στν προσευχή μας, μς τ δινε. π τότε μ πισκέφθηκε κάποιες φορές. Τν τελευταία φορ πο ρθε πρόσεξα τι τ ράσο το εχε λίγες λάσπες. Τ καθάρισα κα το επα: «Δεσπότη μου, πο λερώθηκες; λλη φορ ν προσέχεις...».
Μς λθε στ μυαλ προτροπ το Χριστο ν γίνουμε σν τ παιδι κα θαυμάσαμε τν πλότητα κα τν μεσότητά της.
κούρα
« κούρα μου γινε τ 1997. θελα π πολ καιρ ν γίνω μοναχή, λλ δν δινόταν εκαιρία. Τελικά, ατή μου τν πιθυμία τν πληροφορήθηκε Μητροπολίτης μς κ. Λάζαρος, ποιος δωσε κα τν ελογία ν γίνει κούρα. Δν πγα σ μοναστήρι, γιατί δν πάρχει κάποιο δ κοντά. πιπλέον εμαι πολ μεγάλη σ λικία κα γι' ατ ποφάσισα ν μείνω δ. Χωρίσαμε τ δωμάτιο στν μέση μ τν κόρη μου (κα δείχνοντας τ κρεβάτι κα τς εκόνες συνέχισε) π δ εναι τ μοναστήρι κα (δείχνοντας τ κρεβάτι τς κόρης τς πέναντι) π κε εναι κόσμος.
μέρα μου περνάει μ προσευχή. Τί λλο ν κάνω; Μοναχ εμαι. Παλιότερα διάβαζα λη τν μέρα πολλς παρακλήσεις κα τος χαιρετισμος στν Παναγία. Τώρα δν βλέπω σχεδν καθόλου, οτε κούω καλά. Μο διαβάζει κόρη μου κα τς πόλοιπες ρες κάνω κομποσχοίνι. Τ 'διο κα τν νύχτα, γιατί δν μπορ ν κοιμηθ πολύ. Λέω τν εχή: «Κύριε ησο Χριστέ, λέησον μ τν μαρτωλή». Προσεύχομαι γι τν Δεσπότη μας, γι τος ερες, γι τος μοναχούς μας λλ κα γι λο τν κόσμο. Προσεύχομαι κα γι σένα ν σ χει Θες καλά. Σταμάτησε γι λίγο κα μετ συνέχισε: «Ξέρεις σήμερα εμαι πολ χαρούμενη, λλ κα πολ λυπημένη. Αριο εναι τς ναλήψεως κα Χριστός μας θ φύγει. Χαίρομαι πο θ ναληφθε στος ορανούς, λλ πάλι λυπμαι πο θ φύγει... γ θελα ν μείνει! λλα πού ν 'ναι θ φύγω κι γώ, εμαι πλέον χρηστη. Ν μν τος κουράζω κα τος νοχλ».
Στ σημεο ατ πενέβη κόρη της: « μητέρα μου λο ατό μου λέει. μως εναι νας νθρωπος πο ποτ δ μ κούρασε. Δν εναι καθόλου παιτητική, οτε πο μς νοχλε. Γι ποι λόγο ν φύγει; Εμαστε τόσο γαπημένες κα περνμε τόσο μορφα μαζί. Κάνουμε τν προσευχή μας, διαβάζουμε τος βίους τν γίων. Τί λλο θέλουμε;».
Πέρασε ρκετς καιρός. Τν κτώβριο το 2003 τν πισκεφθήκαμε κα πάλι μ μία μάδα νέων παιδιν π τν Μητρόπολη Θηβν κα Λεβαδείας. Τ μικρ δωμάτιο γέμισε σφυκτικά, ο περισσότεροι δν χωροσαν κα μειναν στν διάδρομο. χαρ τς γερόντισσας ταν πολ μεγάλη. «Μεγάλη χαρά μου δίνετε. ρθατε τόσοι νθρωποι σ μένα! Εχαριστ πο μ θυμηθήκατε. Σν πουλάκια π τν οραν ρθατε, σν γγελοι».
Μεταξ τν λλων μς διηγήθηκε κα δύο περιστατικά, π ατ πο συναντάει κανες μόνο στ παλι συναξάρια, πο δείχνουν τν μεγάλη της καρδιά. «Πρν π μερικ χρόνια πήγαινα μ τν κόρη μου στν κκλησία. Στν δρόμο βρήκαμε να μικρ παιδ ρακένδυτο. Τ ρωτήσαμε π πο εναι κα πο μένει. Τ παιδ ταν γκαταλελειμμένο, δν εχε οτε γονες, οτε σπίτι. Το επα: «Θέλεις ν ρθεις ν μείνεις μαζί μας»; Δέχθηκε κα τσι πήραμε τ παιδ στ σπίτι κα τ κρατήσαμε τρία-τέσσερα χρόνια. ργότερα βρέθηκαν κάποιοι συγγενες π τν Βύνιτσα, πολ μακρι π δ κα πραν τ παιδ μαζί τους.
Δυστυχς τώρα δν χουμε πικοινωνία μ τ παιδί. Δν μς πρε τηλέφωνο, οτε μς στειλε γράμμα. Δν πειράζει, ς εναι καλ τ παιδί, ς τ χει καλ Θεός. μες ατ μπορούσαμε ν κάνουμε κα τ κάναμε».
Θαυμάσαμε τν ρχοντιά της. ψυχ πο γνωρίζει ν γαπάει, ν προσφέρει κα ν θυσιάζεται δν παραπονιέται γι τν ποία τυχν χαριστία, οτε παιτε τν μόνιμη ξάρτηση το λλου. Παρόμοιο εναι τ δεύτερο περιστατικό.
«Μία συγγενής μας μεινε γκυος. πειδ δυσκολευόταν οκονομικ ποφάσισε ν κάνει κτρωση. Τν παρακάλεσα ν μν κάνει κάτι τέτοιο. ταν νένδοτη. λεγε τι δν μποροσε ν τ μεγαλώσει. πεσα στ πόδια της, τν παρακάλεσα μ δάκρυα κα τς λεγα τι θ κάνει να γκλημα, θ σκοτώσει ναν νθρωπο. Δν λλαξε γνώμη κα τότε τς επα τι φο δν μπορες ν τ μεγαλώσεις, θ μο τ δώσεις, θ τ υοθετήσω κα θ τ μεγαλώσω γώ. τσι πείστηκε. Τ παιδ γεννήθηκε κα τ πήραμε σπίτι μας. Σήμερα εναι 14 χρονν».
τσι μικρ ννα μεγαλώνει στ σπίτι τς γερόντισσας. Πρόκειται γι να πολ καλ κα πρόθυμο κορίτσι, πο ζε χάρη στν γάπη τς γιασμένης γιαγις της. Τ ξιοθαύμαστο εναι τί γερόντισσα Ναντιέζντα χι μόνο δν εναι πλούσια, λλ παίρνει σύνταξη πείνας. Μόλις ξι ερω τν μήνα κα λλα τόσα κόρη της. Τ χρήματα δν φτάνουν γι ν ζήσουν, λλ γερόντισσα εναι πόλυτα παραδομένη στ θέλημα το Θεο.
Καθίσαμε κοντ τς πάνω π μία ρα. Τ χαμόγελο ταν μόνιμο στ χείλη της κα λόγος τς να ξεχείλισμα χαρς. Δν κούσαμε κανένα παράπονο, μόνο δοξολογία το Θεο. μορφ τς ταν γεμάτη γάπη κα καλοσύνη. Τ μάτια τς βλέπουν λάχιστα, τ μάτια τς ψυχς τς μως εναι ρθάνοιχτα ΄Στ χέρια τς γύριζε συνεχς τ κομποσχοίνι κα κάθε τόσο ψιθύριζε τν εχ το ησο.
Φεύγοντας μς γέμισε εχές: «Ν πάτε στν εχ το Θεο κα τς Παναγίας. φύλακας γγελος ν εναι μαζί σας. γιος Λουκς ν εναι κοντά σας. Γράψτε μου τ νόματά σας κα τν πόλη σας, γι ν προσεύχομαι γι λους σας κα γι τος δικούς σας. Τώρα πο θ φύγετε θ κάνω παράκληση στν Παναγία τν δηγήτρια ν σς δηγε κα ν πηγαίνει μπροστ στν δρόμο σας».
Παρόλο πο ταν καταβεβλημένη ζήτησε πίμονα π τν κόρη της ν τν βοηθήσει ν βγε μέχρι ξω γι ν μς ποχαιρετίσει. Κάθισε στν πόρτα κα μ δάκρυα στ μάτια μς σταύρωνε συνεχίζοντας τς εχές. « φύλακας γγελος ν εναι μαζί σας. Παναγία δηγήτρια ν εναι δηγός σας».
Μία ρα κοντ τς ταν μία γεύση Παραδείσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 2002

π.Βίκτωρας.Διάκονος και χειρούργος.

Ο π.Βίκτορ Κούρκα είναι και διάκονος και χειρούργος στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας Κίσιβο.Από τη Δευτέρα εως την Παρασκευή χειρουργεί τους ασθενείς του και το Σαββατοκύριακο λειτουργεί στην εκκλησία.
Κάνω ότι μπορώ για να γιατρέψω τους ανθρώπους:στο νοσοκομείο -σωματικά και στην εκκλησία-ψυχικά.
Με τη σκέψη στο Θεό οι εγχειρήσεις είναι πάντα πιο επιτυχημένες λέει ο ίδιος.
Στο μικρό περιποιημένο γραφείο του δέχεται τους ασθενείς του αλλά και τους φοιτητές της ιατρικής.Κοντά στους όρκους του Ιπποκράτη,στο τέλος του μαθήματος δεν ξεχνάει να τους υπενθυμίσει και τα μυστήρια της εκκλησίας.Στην εκκλησία του, δεν το γνωρίζουν όλοι οι ενορίτες ότι ο διάκονός τους είναι χειρούργος.Όσοι το ξέρουν είναι περήφανοι γι'αυτόν.
Φέτος θα αποφοιτήσει και την Θεολογική Ακαδημία και θα παραδώσει την διπλωματική του εργασία.Ήδη έχει πάρει την ευλογία του μητροπολίτου του για να χτίσει έναν ναό στο Νοσοκομείο αρ 1.
www.proskynitis.blogspot.com /ΠΗΓΗ

Το τελευταίο λαδακι Παναγιά μου το βάζω στο καντήλι σου!Μια αληθινή ιστορία


Ήταν παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1942, και ήμασταν στη Δράμα, στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα, Ή ξένη κατοχή ήταν Βουλγάρικη. Οι στερήσεις, οι αρρώστιες και ή πείνα είχαν πάρει τρο­μακτικές διαστάσεις και ο Θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικρούς και με­γάλους και ιδιαιτέρως τα παιδιά.
Μεταξύ των συγγενών μου είχα και μια μακρινή θεία, χήρα με πέντε παιδιά. Τον άνδρα της τον είχαν σκοτώσει οι κατακτητές πριν από έξι μήνες στις σφαγές της 29 "ς Σεπτεμβρίου του 1941. Από τρό­φιμα της είχαν απομείνει ένα δάκτυλο ελαιόλαδο και μια "χούφτα" κα­λά μποκάλευρο.
Εκείνο λοιπόν το απόγευμα, σκέφθηκε ότι αύριο, του Ευαγγε­λισμού, είχε έστω και κάτι λίγο για τροφή στα παιδιά: εκατό δράμια αλευράκι κι ένα δάκτυλο λαδάκι,
Ξαφνικά τα μάτια της έπεσαν πάνω στο σβησμένο κανδήλι, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά στο εικονοστάσι. και τότε μπήκε στο δί­λημμα: Το λαδάκι στα νηστικά παιδιά της ή στο εικονοστάσι με την εικόνα του Ευαγγελισμού;
Αποφασιστικά όμως έκαμε τον Σταυρό της και είπε στην Παναγία: "Παναγία μου! ' Εγώ θα Σου ανάψω το καντήλι, γιατί ή μέρα πού ξημε­ρώνει είναι πολύ μεγάλη για την πίστη μας, αλλά και Συ όμως ανάλαβε να μου θρέψης τα παιδιά".
Πήρε το λιγοστό λαδάκι και μ' αυτό άναψε το καντήλι της Πανα­γίας. Το ιλαρό του φως φώτισε το φτωχικό σπίτι και ή καρδιά της γέμι­σε από γαλήνη. Αυτό τους συνόδευσε στη βραδινή τους προσευχή και στον ύπνο τους όλο εκείνο το αξέχαστο βράδυ.
Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία Λειτουργία, ή θεία μου άνοιξε το ντου­λάπι, για να πάρει το λιγοστό αλεύρι, και έμεινε άφωνη. Τι βλέπει; Το "λαδερό" γεμάτο λάδι μέχρι πάνω, και δυο σακούλες γεμάτες αλεύρι και μακαρόνια!...
Σταυροκοπήθηκε ή γυναίκα πολλές φορές, δοξάζοντας και ευχαρι­στώντας τον Θεό και την Παναγία για το μεγάλο θαύμα, αλλά δεν είπε σε κανένα τίποτα.Για δυο χρόνια ούτε το λάδι άδειαζε από το μπουκάλι, ούτε και το αλεύρι "σώθηκε" ποτέ, παρά την καθημερινή τους χρήση για έξι στό­ματα, για ανταλλαγή με άλλα τρόφιμα και για κρυφή ελεημοσύνη. Άλλα και το κανδήλι παρέμεινε από τότε μέρα - νύχτα αναμμένο, μαρτυ­ρώντας με το άσβεστο φως του τη ζωντανή πίστη αυτής της ευλο­γημένης γυναίκας.

ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΗΓΗ/Αντέγραψα από... ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

π. Παΐσιος «Μύρον εκκενωθέν» μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσού π. Αθανασίου


Επισκέφθηκα ως διάκος για πρώτη φορά τον π. Παΐσιο το 1976 μαζί με άλλον γνωστό μου διάκο. Τότε ήταν στον Τίμιο Σταυρό.
00000.JPG
Χτυπήσαμε και περιμέναμε με αγωνία. Είχα ακούσει διάφορα πράγματα για τον Γέροντα και ήθελα πολύ να τον γνωρίσω. Ήρθε να μας ανοίξη. Ήταν αδύνατος, τυλιγμένος με μια κουβέρτα. Ήταν χειμώνας. Στην συνομιλία μας ήταν πολύ ευδιάθετος, μας έλεγε διάφορα αστεία. Να πω την αλήθεια απογοητεύτηκα, διότι είπα μέσα μου: «Αυτός είναι ο μεγάλος άγιος, ο θαυματουργός πού λένε»; Μέσα μου είχα διαφορετική εικόνα περί των Αγίων. Τίποτα δεν μας είπε, μόνο αστεία μας έλεγε και μας τάϊζε λουκούμια και άλλα.
Φεύγοντας, εκεί στο συρματόπλεγμα πριν τον αποχαιρετήσουμε, του λέμε: «Γέροντα, πέστε μας κάτι πνευματικό». Μας άπαντα: «Τι να σας πω, βρέ παιδιά; Να κάνετε πολλές μετάνοιες». Ρωτάμε: «Πόσες μετάνοιες να κάνουμε»; Δεν απάντησε, αλλά άλλαξε η όψη του και φάνηκε διαφορετικός και εκείνη την ώρα ευωδίασε όλος ο τόπος πάρα πολύ έντονα. Τόση πολλή ευωδία! Όλα ευωδίαζαν! ο αέρας, οι πέτρες, τα δέντρα, τα πάντα.
Ο Γέροντας μας είπε βιαστικά: «Γρήγορα, γρήγορα, άντε πάτε, πάτε». Τον χαιρετήσαμε και χωρίς να πούμε τίποτε αισθανθήκαμε μια μεγάλη χαρά μέσα μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Δεν ξέρω τί πάθαμε. Ευωδία και μεγάλη χαρά. Προχωρούσαμε έτσι τρέχοντας και γελώντας και η ευωδία μας ακολουθούσε μέχρι πού περάσαμε το Μπουραζέρι.
Ενώ πριν από λίγο τα δικά μου συναισθήματα ήταν ακριβώς αντίθετα, μετά από αυτό το γεγονός αισθάνθηκα μεγάλη ευλάβεια προς τον Γέροντα.
Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 256-261 Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος

Η γυναίκα καιγόταν και οι Ελληνάρες την κλέβανε

Tρομάζω από την σημεολογία της περιγραφόμενης και άλλων παρόμοιων εικόνων...
Τι σκηνικό στήνουμε , Θεέ μου...
  Μόλις ζαλιστούμε, χάσουμε τις αισθήσεις μας ή δεν μπορούμε να επιβλέπουμε τα υπάρχοντα μας, θα μαζευτούν τριγύρω μας οι γείτονες και οι συγκάτοικοι μας με τους οποίους συναντιόμαστε στο ασανσέρ , στο σουπερ μάρκετ, στη λαϊκή, έτοιμοι να μας κατασπαράξουν ;
     Οι διαπιστώσεις του Δήμου Μούτση δείχνουν μια βαθιά , υπαρξιακή σαπίλα που τρώει τις σάρκες μιας μεγάλης μερίδας της καταναλωτικής κοινωνίας μας.
    Ωστε γιναμε, εν τέλει, ολόιδιοι με τους σαδιστές μαυρογιαλούρους που μάς κυβερνούν ;
              Optimized-mouriaexarchialaiki.jpg
Γωνία Καλλιδρομίου και Χ. Τρικούπη, υπάρχει ένα παλιό και γνωστό καφενείο "Η Μουριά" που χρόνια τώρα, κυρίως τα Σάββατα, μαζεύει κόσμο υποτίθεται με άποψη, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.  Εγώ συχνά πυκνά κατεβαίνω εκεί, γιατί επιπλέον μπροστά στη "Μουριά"και σε όλο το μήκος της Καλλιδρομίου, γίνεται και μια απ' τις καλύτερες και μεγαλύτερες Λαϊκές με μπόλικη πραμάτια και πολύ κόσμο, κι εμένα κάτι τέτοια να πω τη μαύρη μου αλήθεια μ' αρέσουνε. Έτσι, λοιπόν, αυτό το Σάββατο αποφάσισα να κατέβω.
Ήταν περίπου 12.30, όταν ανεβαίνοντας τη Χ. Τρικούπη και βρισκόμενος στο ύψος του πεζόδρομου της Μεθώνης,  κάπου 50 μέτρα πριν την Καλλιδρομίου, ακούω μια τρομερή έκρηξη, με φλόγες, καπνό και φωνές.  Πλησιάζοντας, βλέπω μια μηχανή πεσμένη στορείθρο του πεζοδρομίου μπροστά στο καφενείο, λαμπαδιασμένη, κι η φωτιά από την έκρηξη να κατευθύνεται προς τους γωνιακούς ανθοπώλες, καίγοντας ανθρώπους και τέντες.
Χώθηκα γρήγορα μες στο καφενείο, όπου από μιαν άκρη κοίταζα έντρομος τον απέναντι ψαρά και τον κρεοπώλη, να προσπαθούν με ντενεκέδες γεμάτους νερό, να σώσουν τους ανθρώπους που καίγονταν, ενώ κάποιοι άλλοι με λάστιχα "πότιζαν"τη μηχανή που εξακολουθούσε να καπνίζει, (με το σωληνάκι της βενζίνης τραβηγμένο!) και τις τέντες, που φλεγόμενες είχαν πέσει πάνω στο σωρό απ' τα καμένα γλαστράκια και λουλούδια.
Ένα νοσοκομειακό ήρθε «κελαηδώντας», έβαλαν μέσα μια γυναίκα που θα έπρεπε να 'ταν η ανθοπώλης της γωνίας, κι έναν άντρα, αλλά αυτόν σε κατάσταση τραγική.  Τους πήρε και τους δυο κι έφυγε. Από κοντά έφυγε κι η Πυροσβεστική. Οι κουκουλοφόροι προ πολλού είχαν πετάξει τις κουκούλες στον πεζόδρομο της Μεθώνης κι είχαν εξαφανιστεί. Κι ενώ η υπόλοιπη Λαϊκή στο βάθος ξανάβρισκε το ρυθμό της, με τα ΜΑΤ ακίνητα - αυτοί δε φύγανε - στραμμένα προς τα ντουβάρια των σπιτιών, όπως  κάνουν και στα γήπεδα που κοιτάνε τις κερκίδες,  μια νέα λάμψη ήρθε να φωτίσει το παράξενο αυτό τοπίο αλλά αυτή  τη φορά ήταν «η φλόγα της  Ελληνικής  λεβεντιάς».  Η αφύπνιση του Νεοέλληνα.
Ούτε αλλοδαποί ούτε μετανάστες. Έλληνες ήταν. Γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες, που άρχισαν δειλά - δειλά να προχωράνε κάνοντας κύκλο γύρω απ' το σωρό με τα πεταμένα γλαστράκια και τα μισοκαμένα λουλούδια της γυναίκας που 'φυγε με τ' ασθενοφόρο. Κοίταζαν γύρω αν τους βλέπουν, κοιτιόντουσαν και μεταξύ τους κάνοντας νοήματα του στυλ « ...;πάρε εσύ πρώτος! ...; Όχι, εσύ καλύτερα ...;!» κι άρχισαν δήθεν αδιάφορα να πλησιάζουν, άλλοι διαλέγοντας τα καλά κι άλλοι κλωτσώντας και παραμερίζοντας τα καμένα, μέχρι που στο τέλος φεύγανε και ξανάρχονταν απροκάλυπτα και ξεδιάντροπα, φέρνοντας ολόκληρα καφάσια που τα γέμιζαν και τα ξαναγέμιζαν με γλαστράκια και λουλούδια, σαν τα όρνια που ορμάνε από ψηλά ν' αρπάξουν ό,τι προλάβουν ν' αρπάξουν απ' το ψοφίμι.
Με ποιόν να είμαι; ...;"Αυτό το μεσημέρι, παρέμεινα εις τα όρη".

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...