Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

Κυριακή του ασώτου υιού (ΙΖ΄ Λουκά)- Η ασωτία μας Εκκλησία της Κύπρου



Η ασωτία μας
Καθώς προχωρούμε στη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η παραβολή του Ασώτου Υιού προβάλλει ως υπενθύμιση της ανθρώπινης κατάντιας αφενός και της Θεϊκής αγάπης αφετέρου.
Λέχθηκε ότι, κι αν χαθεί το Ευαγγέλιο όλο και μείνει η παραβολή αυτή, είναι αρκετή για να καταλάβουμε την ουσία του Ευαγγελίου ως ευχάριστη είδηση (=ευ+αγγελία) «στους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους».
Ωστόσο, κατανοούμε ό,τι διαβάζουμε ή ακούμε με βάση την προσωπική εμπειρία. Γιατί η πραγματική γνώση είναι η εμπειρική γνώση. Έτσι και την παραβολή του Ασώτου Υιού ή του σπλαχνικού Πατέρα, όπως αλλιώς ονομάζεται, θα την κατανοήσουμε στο σημείο που βιώσαμε την ασωτία μας και την αγάπη του Θεού ως προσωπική αγάπη.

Η ασωτία της ύπαρξής μας δεν συνίσταται ασφαλώς σε μια παρέκκλιση από τους ηθικούς νόμους, αλλά στην απομάκρυνση από το Θεό της αγάπης και της ελευθερίας. Η αμαρτία δηλαδή, στο βάθος και στην ουσία της, δεν είναι απλά μια ανηθικότητα οποιασδήποτε μορφής, αλλά η εκούσια άρνηση της σχέσης μας με το Θεό, η επιθυμία μας να ζήσουμε το διαφορετικό από αυτό που μας καλεί ο Θεός να ζήσουμε. Ήδη αυτονομούμενοι ζούμε «εις χώραν μακράν», όχι ως τόπο αλλ’ ως τρόπο ζωής. Ο Θεός δεν είναι το παν, το Α και το Ω της ύπαρξής μας, δεν είναι η αναφορά της ζωής μας.
Βέβαια, για να εννοήσει κανείς την ασωτία του, θα πρέπει προηγουμένως να έχει βιώσει τη χαρά της σχέσης, την πληρότητα της κοινωνίας με το Θεό. Πώς θα καταλάβει τι έχασε αν δεν το είχε ποτέ; Αλλά και πώς θα καταλάβει αν δεν φωτιστεί;
Από την άλλη πλευρά του Ασώτου, στην παραβολή, ο μεγαλύτερος Υιός που ζει στην πατρική οικία αλλά δεν τη χαίρεται. Κλεισμένος στην αυτάρκειά του, στην αυτοδικαίωσή του, δεν κατανοεί τη χαρά τού Πατέρα για την επιστροφή του Υιού Του. Ούτε μπορεί να χαρεί το γεγονός ότι ο αδελφός του «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλός ην και ευρέθη». Κι όμως νόμιζε ότι ήταν εντός!
«Η πνευματική ζωή είναι ενδιαφέρουσα, επειδή είναι επικίνδυνη. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνουν οι έσχατοι πρώτοι, και οι πρώτοι έσχατοι», θα γράψει στο βιβλίο του «Απολυτίκιον» ο Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρήτης. Μήπως και δεν το βλέπομε στους βίους των αγίων, παλαιοτέρων και νεωτέρων;
Δεν υπάρχει εφησυχασμός, δεν μπορείς να πεις «πάω καλά». Η ασωτία καραδοκεί και η αυτοδικάιωση ετοιμάζεται να κατασπαράξει «ό,τι αγνό, ό,τι ωραίο, ό,τι δίκαιο». Δεν ξέρεις ποιόν από τους δύο Υιούς να μακαρίσεις. Ο μικρότερος τελικά βρήκε ό,τι έχασε. Ο μεγαλύτερος έχασε ό,τι είχε. Ο πρώτος ταλαιπωρείται και τελικά αναπαύεται. Ο δεύτερος τα έχει όλα και τελικά δεν του μένει τίποτε.
Η μετάνοια, ως επιθυμία για νέα ζωή, τη ζωή Του, θα καθορίζει την ποιότητα της πνευματικής μας ζωής και θα γίνεται η δυνατότητα της απόλαυσης της Πατρικής αγκαλιάς, καθώς καρδιακά θα του λέμε «δέξε με ως τον άσωτον Υιόν μετανοούντα και ελέησόν με».
 ΠΗΓΗ   ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ

Κυριακή του Ασώτου (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)



Απόσπασμα από την Α' Ομιλία - Περί μετανοίας

Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.


Αυτός λοιπόν ο υιός αποτελεί την εικόνα εκείνων που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα. Και ότι φανερώνει εκείνους που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα, αποδεικνύεται από το ότι ονομάζεται υιός. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ονομασθεί υιός χωρίς το Βάπτισμα. Επίσης διέμενε στην πατρική οικία και μοιράστηκε όλα τα πατρικά αγαθά, ενώ πριν από το Βάπτισμα δεν μπορεί κανείς να λάβει την πατρική περιουσία, ούτε να δεχθεί κληρονομία. Ώστε μ όλα αυτά μας υπαινίσσεται το σύνολο των πιστών.

Επίσης ήταν αδελφός εκείνου που είχε προκόψει. Αδελφός όμως δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πνευματική αναγέννηση. Αυτός λοιπόν, αφού έπεσε στη χειρότερη μορφή κακίας, τι λέγει: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου» (Λουκά 15:18). Γι αυτό ο πατέρας του τον άφησε και δεν τον εμπόδισε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πείρα, πόση ευεργεσία απολάμβανε όταν βρισκόταν στο σπίτι. Γιατί πολλές φορές ο Θεός, όταν δεν πείθει με το λόγο του, αφήνει να διδαχθούμε από την πείρα των πραγμάτων, πράγμα βέβαια που έλεγε και στους Ιουδαίους.

Επειδή δηλαδή δεν τους έπεισε ούτε τους προσέλκυσε, απευθύνοντάς τους αμέτρητους λόγους με τους προφήτες, τους άφησε να διδαχθούν με την τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θα σε διδάξει η αποστασία σου και θα σε ελέγξει η κακία σου» (Ιερ. 2, 19). Γιατί έπρεπε να Του είχαν εμπιστοσύνη από πριν. Επειδή όμως ήταν τόσο πολύ αναίσθητοι, ώστε να μη πιστεύουν στις παραινέσεις και τις συμβουλές Του, θέλωντας να προλάβει την υποδούλωσή τους στην κακία, επιτρέπει να διδαχθούν από τα ίδια τα πράγματα, ώστε έτσι να τους κερδίσει και πάλι.

Αφού λοιπόν ο άσωτος έφυγε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγματα έμαθε πόσο μεγάλο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρικό του σπίτι, επέστρεψε, και ο πατέρας του τότε δεν του κράτησε κακία, αλλά τον δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί άραγε; Επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Και στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν φαιδρό και χαρούμενο. Τι μου λες τώρα άνθρωπέ μου; Αυτές είναι οι αμοιβές της κακίας; Όχι της κακίας, άνθρωπε, αλλά της επιστροφής. Όχι της πονηρίας, αλλά της μεταβολής προς το καλύτερο.

Και ακούστε και το σπουδαιότερο: Αγανάκτησε γι αυτά ο μεγαλύτερος υιός. Ο πατέρας όμως τον έπεισε κι αυτόν μιλώντας του με πραότητα και λέγοντας, «συ πάντοτε ζούσες μαζί μου, ενώ αυτός ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του» (Λουκά 15:31-32). Όταν πρέπει να διασώσει τον χαμένο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικαστήρια, ούτε για λεπτομερή εξέταση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλανθρωπίας και συγγνώμης.» Κανένας ιατρός, που έχει αμελήσει ο ίδιος να δώσει φάρμακο στον ασθενή, δεν ζητεί ευθύνες απ αυτόν για την αταξία του και ούτε τον τιμωρεί. Και αν ακόμα χρειαζόταν να τιμωρηθεί ο άσωτος, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.

Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τη συντροφιά μας και έζησε παλεύοντας με την πείνα, την ατίμωση και τα χειρότερα κακά. Γι αυτό λέγει ο πατέρας: «ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του». Μη βλέπεις, λέγει, τα παρόντα, αλλά σκέψου το μέγεθος της προηγούμενης συμφοράς. Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε, που ξεχνάει τα περασμένα η καλύτερα που θυμάται εκείνα μόνο τα οποία μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος, σε στοργή και ευσπλαγχνία τέτοια που ταιριάζει στους γονείς. Γι αυτό δεν είπε, εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν λυπήθηκε ότι κατέφαγε την περιουσία του, αλλ' ότι περιέπεσε σ' αμέτρητα κακά.

Έτσι έψαχνε με τόση προθυμία και με ακόμα μεγαλύτερη να βρει το χαμένο πρόβατο. Και εδώ βέβαια γύρισε πίσω ο ίδιος ο υιός, ενώ στην παραβολή του καλού Ποιμένος έφυγε ο ίδιος ο ποιμένας. Και αφού βρήκε το χαμένο πρόβατο το έφερε πίσω, και χαιρόταν πολύ περισσότερο γι αυτό, παρά για όλα τα άλλα τα σωσμένα. Και πρόσεχε πως έφερε πίσω το χαμένο πρόβατο: Δεν το μαστίγωσε, αλλά μεταφέροντάς το και βαστάζοντάς το στους ώμους του, το παρέδωσε πάλι στο κοπάδι.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ότι όχι μόνο δεν μας αποστρέφεται όταν επιστρέφομε κοντά Του, αλλά μας δέχεται το ίδιο αγαπητικά με τους άλλους που έχουν προκόψει στην αρετή. Και ότι όχι μόνο δεν μας τιμωρεί, αλλά και έρχεται ν αναζητήσει τους πλανημένους. Και όταν τους βρει, χαίρεται περισσότερο απ όσο χαίρεται για εκείνους που έχουν σωθεί. Ούτε πρέπει ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε στην κατηγορία των κακών, αλλά ούτε όταν είμαστε καλοί να έχουμε θάρρος.

Ασκώντας την αρετή να φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στο θάρρος μας. Και όταν αμαρτάνουμε να μετανοούμε. Και εκείνο που είπα αρχίζοντας την ομιλία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προδοσία της σωτηρίας μας αυτά τα δύο, δηλαδή και το να έχουμε θάρρος όταν είμαστε ενάρετοι, και το ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε πεσμένοι στην κακία.

Γι αυτό ο Παύλος, για ν' ασφαλίσει εκείνους που ασκούν την αρετή, έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει» (Α' Κορ. 10, 12). Και πάλι: «Φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος βρεθώ ανάξιος» (Β' Κορ. 11, 3). Ανορθώνοντας πάλι τους πεσμένους και διεγείροντάς τους σε μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε έντονα στους Κορινθίους γράφοντας τα εξής: «Μήπως πενθήσω πολλούς που αμάρτησαν προηγουμένως και δεν μετανόησαν» (Β' Κορ. 12, 21). Για να δείξει ότι είναι άξιοι θρήνων όχι τόσο εκείνοι που αμαρτάνουν, όσο εκείνοι που δεν μετανοούν για τα αμαρτήματά τους. Και ο προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως εκείνος που πέφτει δεν σηκώνεται, η εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4). Γι αυτό και ο Δαυίδ παρακαλεί αυτούς ακριβώς, λέγοντας: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή Αυτού, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως τότε που Τον παραπίκραναν οι πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).

Όσο λοιπόν θα υπάρχει το σήμερα, ας μη απελπιζόμαστε, αλλ έχοντας ελπίδα προς τον Κύριο και έχοντας κατά νουν το πέλαγος της φιλανθρωπίας Του, αφού αποτινάξουμε κάθε τι το πονηρό από τη σκέψη μας, ας ασκούμε με πολλή προθυμία και ελπίδα την αρετή, και ας επιδείξουμε μετάνοια με όλη τη δύναμή μας.

Έτσι αφού απαλλαχθούμε απ' όλα τ αμαρτήματά μας εδώ στη γη, να μπορέσουμε με θάρρος να σταθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, και να επιτύχουμε τη βασιλεία των ουρανών, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. 

Αμήν

π. Φιλόθεος Φάρος: Κυριακή του Ασώτου .






Η επιστροφή από την εξορία.Όσο ο άνθρωπος είναι ναρκωμένος από το μεθύσι της ναρκισσιστικής αυτοαποθεώσεως δεν βιώνει άμεσα την οδύνη της υπαρξιακής του μοναξιάς, αν και υφίσταται έμμεσα τις συνέπειές της με την μορφή των σωματικών συμπτωμάτων ή των διαπροσωπικών δυσκολιών. Μόλις απαλλαγεί από τη νάρκη της αυτοαποθεώσεως βιώνει βαθιά αυτή την οδύνη και διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση εξορίας, μακριά από το σπίτι του πατέρα του, τη γη της Επαγγελίας. "Ω πόσων αγαθών ο άθλιος εμαυτόν εστέρησα. Οποίας βασιλείας εξέπεσα ο ταλαίπωρος εγώ" (δοξαστικό Εσπερινού Κυριακής Ασώτου).Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτή τη διαπίστωση, αναπότρεπτα θα αισθανθεί την ανάγκη της επιστροφής και θα πει σαν τον άσωτο γιο της παραβολής, "αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου". Είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση του ανθρώπου για την αποξένωσή του από την πηγή της ζωής του, το Θεό, που ονομάζουμε μετάνοια. Η μετάνοια δεν έχει καμιά σχέση με νομικές αφέσεις αμαρτιών, για απάλειψη συναισθημάτων ενοχής και βαυκαλιστικά ξαλαφρώματα. Ούτε έχει καμιά σχέση η μετάνοια με πνευματκές λογιστικές και μαθηματικές πράξεις. Αυτού του είδους η "μετάνοια" είναι είτε ένας άλλος τρόπος αυτοδικαιώσεως είτε μια άλλη μορφή επιδιώξεως ναρκισσιστικής ευφορίας.Επειδή ακριβώς η μετάνοια έχει αυτές τις βαθιές υπαρξιακές διαστάσεις, γι' αυτό ακούμε συχνά τους αγίους να παραπονούνται ότι δεν έχουν μετάνοια. "Ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν τα επανάγοντά με, τέκνα, εις ιδίαν κληρονομίαν", όπως λέει ο συγγραφέας του κανόνα στον Ιησού Χριστό. Και ο αββάς Σισώης που έζησε μια ολόκληρη ζωή χύνοντας καυτά δάκρυα μετανοίας, έτσι που να αυλακώσει το πρόσωπό του, όταν έφθασε η στιγμή του θανάτουζητούσε απότ ο Θεό και τους αγίους περισσότερο χρόνο για να μετανοήσει κι όταν οι μαθητές του απόρησαν λέγοντας: "Γέροντα, εσύ ζητάς καιρό για να μετανοήσεις που γνώρισες τόσο πολύ και τόσο καλά τη μετάνοια; - Μόλις τώρα αρχίζω να γνωρίζω τη μετάνοια" απάντησε ο άγιος αββάς.Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να επιτύχει ο άνθρωπος αυτή την πραγματική μετάνοια, όταν όμως την επιτύχει δεν του χρειάζονται πια τα πνευματικά μέσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία, κυρίως για να καλλιεργήσει και να αναπτύξει τη μετάνοια μέσα στην ψυχή του πιστού. Γι' αυτό και ο Ποιμήν δεν έρχεται σε αντίφαση με το Πηδάλιο ή τους Κανόνες, με τις απόψεις που διατυπώνει στο ακόλουθο περιστατικό: "Αδελφός ηρώτησε τον αββά Ποιμένα λέγων. Εποίησα αμαρτίαν μεγάλην, και θέλω μετανοήσαι τρία έτη. Λέγει αυτώ ο Γέρων: πολύ εστίν. Και είπε αυτώ ο αδελφός: Ένα χρόνο; και είπε πάλι ο Γέρων: πολύ εστιν. Οι δε παρόντες έλεγον: έως 40 ημέρες; Και πάλι είπε: πολύ εστιν. είπε δε, εγώ λέγω, ότι εάν εξ όλης καρδίας μετανοήσει άνθρωπος, και μη προσθή έτι ποιείν την αμαρτίαν, και εις τρεις ημέρας δέχεται αυτόν ο Θεός.Πραγματικά, στην παραβολή ο πατέρας δέχεται αμέσως τον άσωτο χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς όρους, χωρίς κυρώσεις, χωρίς ούτε καν επιπλήξεις, αλλά με χαρές και γλέντια και χορούς.Όμως η μετάνοια, όπως και όλες οι άλλες πνευματικές πραγματικότητες, δεν βιώνεται ή απόλυτα ή καθόλου, αλλά περισσότερο ή λιγότερο. Κανείς δεν έχει την τέλεια μετάνοια όπως δείχνει το παράδειγμα του Σισώη. Και από την άλλη μεριά, και ο πιο αμετανόητος έχει νιώσει έστω και ελάχιστα, αυτό το αίσθημα του αποδήμου από τη Χάρη του Θεού, γι' αυτό και ο συγγραφέας του κανόνα στον Ιησού Χριστό ζητάει "μετάνοιαν ολόκληρον".Όπως όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποια γεύση μετάνοιας έτσι κι όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποια, όσο κι αν είναι ελάχιστη, γεύση της παρουσίας του Θεού στην καρδιά τους.Έτσι τον αναστημένο Χριστό θα συναντήσουμε τόσο, όσο έχουμε νιώσει αυτό το βαθύ υπαρξιακό αίσθημα της αποξενώσεως και της αποδημίας από το πατρικό σπίτι, από τον παράδεισο της τρυφής.

ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ- ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

«Και συναγαγών άπαντα ο νεώτεροςυιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν....»ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΤΟ άγνωστο ελκύει τον άνθρωπο. εξάπτει την φαντασία του. Φλογίζει την περιέργεια του. Αιχμαλωτίζει την καρδιά του. Γι’ αυτό και συχνά αποδημεί και σε μακρινά μέρη. Ξενιτεύεται σ’ άγνωστες χώρες αναζητώντας εκεί τη χαρά και την ευτυχία. Στην εποχή μας μάλιστα, αυτή η τάση φυγής βασανίζει ένα πλήθος ανθρώπων. Νοσταλγός της ευτυχίας, αχόρταγος κυνηγός της χαράς, ο σημερινός άνθρωπος αποδημεί συνεχώς σε μέρη άγνωστα, κυνηγώντας στην ονειρεμένη μακρινή χώρα το άπιαστο πουλί της ευτυχίας.Σε μια τέτοια αποδημία αναφέρεται ο Κύριος στη σημερινή παραβολή. Την παραβολή του Ασώτου. Είναι μια ζωντανή ιστορία ενός αποδημητού. Η περιπέτεια ενός νέου ανθρώπου που εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι και φεύγει. Αναχωρεί για τη μακρινή χώρα. Πιστεύοντας πως έτσι θ’ αποκτούσε την πλήρη ελευθερία του. Αναζητώντας το μεθυστικό κρασί της ευτυχίας. Κι εκεί διασκορπίζεται το μερίδιο της πατρικής περιουσίας που έλαβε, «ζων ασώτως». Και φτάνει στον έσχατο ξεπεσμό.Κάποτε όμως συνέρχεται, συγκλονίζεται και μετανοεί. Και αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι. Έτσι από τον ξεπεσμό θα φτάσει στην αποκατάσταση. Από την αθλιότητα της μακρινής χώρας στην ειρήνη και την χαρά του πατρικού οίκου. Από τον πόνο και την μοναξιά, που τον πότισε η αλόγιστη περιπέτεια του, στην αγάπη του πατέρα που όλα αυτά τα χρόνια της αποδημίας τον περίμενε με αγωνία, και τώρα που επιστρέφει τον δέχεται πρόθυμα στην αγκαλιά του.Η χώρα της αποδημίας.Ο ΔΡΟΜΟΣ που ακολούθησε ο νεώτερος υιός δεν είναι άγνωστος και στην εποχή μας. Η απομάκρυνση και η περιπέτεια σε κάποια άγνωστη μακρινή χώρα εξακολουθεί να είναι και σήμερα ο μεγάλος πειρασμός του ανθρώπου. Στο όνομα τάχα της ελευθερίας ή της αναζητήσεως της ευτυχίας, πολλοί από τους σημερινούς ανθρώπους αρνούνται το Θεό. Εγκαταλείπουν την παράταξη του Ιησού. Απομακρύνονται από τον Πατρικό Οίκο, την Εκκλησία, και ξενητεύονται «εις χώραν μακράν». Ποιά είναι άραγε η μακρινή αυτή χώρα για την εποχή μας;* Πρώτον, η αμφισβήτηση. Πολλοί αμφισβητούμε σήμερα τα πάντα. Αμφιβάλλουμε για όλα. Πολεμούμε θεσμούς. Αρνούμαστε κάθε είδους αυθεντία. Στο κέντρο της αμφισβήτησης βρίσκεται η πίστη. Ο θεσμός της Εκκλησίας. Το έργο και η αποστολή της. Οι λειτουργοί και τα πρόσωπα που την υπηρετούν. Ξεκινώντας από ιστορικά λάθη και προσωπικές αδυναμίες φτάνουμε στο σημείο να αμφιβάλλουμε για το νόημα της αποστολής και την αξία του μηνύματος της. Έτσι απομακρυνόμαστε από τον ιερό περίβολο της. Αποδημούμε στη μακρινή εκείνη χώρα, όπου βλέπουμε τα πάντα κάτω από ένα απαίσιο παραμορφωτικό πρίσμα, ανάποδα και διαστρεβλωμένα.* Δεύτερον, η άρνηση. Άλλοι προχωρούμε πιο πέρα. Από την αμφισβήτηση στην άρνηση. Στη χώρα της απιστίας. Εδώ αποδημώντας ο άνθρωπος σκοτώνει την πίστη. Διαγράφει από τον ορίζοντα της υπάρξεως του τον Θεό. Ξεριζώνει από την καρδιά του κάθε μεταφυσική δίψα. Υψώνει βλάσφημα το ανάστημα του και ξερνά τους αφρούς της αρνήσεως: «Θεέ, τραβήξου από μπροστά μας, /σκιάχτρο του νου και της ψυχής./ Για σε τα χείλη τα δικά μας/ δεν έχουν λόγια προσευχής».* Τρίτον, η χώρα της ποικιλώνυμης αμαρτίας, η περιοχή της παντοειδούς ασωτίας. Οι δυο πρώτες μαρτυρούν μια θεωρητική στάση. Η τρίτη φανερώνει μια πρακτική τοποθέτηση. Είναι η αποστασία των έργων και της ζωής.Ο φοβερός ξεπεσμός.Ο ΚΥΡΙΟΣ με ελάχιστες λέξεις μας περιέγραψε την κατάσταση αυτή της αποστασίας στο πρόσωπο του νεώτερου γιου της σημερινής παραβολής: «Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν ( = περιουσία) αυτού ζων ασώτως». Ακολουθώντας το ολισθηρό μονοπάτι μιας άσωτης ζωής, εξανέμισε ό,τι είχε και δεν είχε: περιουσία, υγεία, οικογενειακή τιμή, αγνότητα ψυχής και σώματος, την πίστη και την αγάπη του προς τον Θεό.Αυτό, δυστυχώς, συμβαίνει όταν ο άνθρωπος αποδημεί στη χώρα της αποστασίας, όταν εμπλέκεται στα δίχτυα της ποικιλώνυμης ασωτίας. Χάνει τα πάντα. Μένει γυμνός. Ερημώνεται από τη χάρη του Θεού. Ηθικά πεθαίνει. Μας το ομολογεί με πόνο ο άσωτος υιός: «λιμώ απόλλυμαι». Πεθαίνω της πείνας! Το επιβεβαιώνει η θεοκίνητη γραφίδα του αποστόλου Παύλου: «Ο μισθός που πληρώνει η αμαρτία είναι ο θάνατος» (Ρωμ. 6,23).Προσκλητήριο επιστροφής.ΑΛΛΑ ας μη μείνουμε στη φάση της αποστασίας. Στην τραγική περιπλάνηση στον κόσμο της φθοράς και της αμαρτίας. Ο σκοπός για τον οποίο αφηγήθηκε ο Χριστός μας την παραβολή είναι για να μας δείξει στο πρόσωπο του πατέρα, που περιμένει με λαχτάρα και υποδέχεται με χαρά το μετανοημένο παιδί του, το ανεξάντλητο πέλαγος της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού. Και στο πρόσωπο του Ασώτου που επιστρέφει στο πατρικό σπίτι, στην αγκαλιά του πατέρα, τη δύναμη και την αξία της μετανοίας.Για τον ίδιο σκοπό προβάλλει και η Εκκλησία μας την παραβολή. Κάθε χρόνο. Στην αρχή της ιερής αυτής περιόδου του Τριωδίου. Απευθύνεται σε όλους μας, τους σημερινούς αμφισβητίες, τους αρνητές, τους ασώτους. Και ο λόγος της είναι προσκλητήριο μετανοίας και επιστροφής.Είναι μήνυμα αγάπης. Ο Κύριος μας αγαπά. Όλους μας. Σε όποια κατάσταση κι αν βρισκόμαστε. Και μας περιμένει να επιστρέψουμε κοντά Του. Η πόρτα της φιλανθρωπίας και του ελέους Του δεν έχει κλείσει για κανέναν. Στέκεται με ανοιχτή τη θεϊκή αγκαλιά Του και αναμένει να γυρίσουμε κοντά Του. Στον Πατρικό Οίκο που είναι η Εκκλησία μας, η μεγάλη οικογένεια των παιδιών του Θεού.

Κυριακή του Ασώτου: Οδός Μετανοίας



«Ο Θεός είναι πολύ κοντά μας, αλλά και πολύ ψηλά. Για να «κάμψει» κανείς τον Θεό ώστε να κατεβεί να μείνει μαζί του, πρέπει να ταπεινωθεί και να μετανοήσει. Τότε ο πολυεύσπλαχνος Θεός, βλέπει την ταπείνωση του, τον υψώνει ως τους ουρανούς και τον αγαπάει πολύ. «Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», λέει το Ευαγγέλιο.
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο το νου, για να αναλογίζεται το σφάλμα του, να μετανοεί να ζητάει συγχώρηση. Ο αμετανόητος άνθρωπος είναι σκληρό πράγμα . Είναι πολύ ανόητος , επειδή δεν θέλει να μετανοήσει, για να απαλλαγεί από την μικρή κόλαση που ζει, η οποία τον οδηγεί στην χειρότερη την αιώνια . Έτσι στερείται και τις επίγειες παραδεισένιες χαρές, οι οποίες συνεχίζουν στον Παράδεισο, κοντά στο Θεό, με τις πολύ μεγάλες χαρές, τις αιώνιες .
Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακριά από τον Θεό, είναι εκτός εαυτού. Βλέπεις στο Ευαγγέλιο γράφει ότι ο άσωτος υιός «εις εαυτόν ελθών είπε. Πορεύομαι προς τον πατέρα μου». Δηλαδή, όταν συνήλθε, όταν μετάνιωσε, τότε είπε: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου». Όσο ζούσε στην αμαρτία, ήταν εκτός εαυτού, δεν ήταν στα λογικά του, γιατί η αμαρτία είναι έξω από τη λογική».
Τα λόγια αυτά , αγαπητοί Χριστιανοί, ανήκουν στον πασίγνωστο όσιο γέροντα και κατά πολλούς άγιο της εποχής μας, τον μακαριστό, γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη. Αναφέρονται στην – Μετάνοια – , όπου με τρανταχτό παράδειγμα τον «Άσωτο» της παραβολής, ο γέροντας, μας διδάσκει ότι η αγαπητική προσφορά του Θεού εκδηλώνεται στον άνθρωπο, μόνον όταν εμείς ανταποκριθούμε σ’ αυτήν και την επιζητήσουμε εν ταπεινώσει και εν μετανοία. Όποιος απομακρύνεται από αυτήν, κλεισμένος στον εγωκεντρισμό του, είναι εκτός εαυτού. Είναι παρανοϊκός, γιατί » η αποδημία εις χώραν μακράν» η αμαρτία, είναι έξω από τη λογική .
Ευρισκόμενοι, αγαπητοί Χριστιανοί, στην ευλογημένη περίοδο του Τριωδίου, στην περίοδο όπου μας δίνεται η εύκαιρα για πιο έντονη και πιο συχνή επικοινωνία με το Θεό, για πνευματική ανανέωση και επαναπροσδιορισμό της ζωής, μιλάμε και πάλι για τη «Μετάνοια».
Τονίζουμε και πάλι ότι «Μετανοώ», σημαίνει αλλάζω μυαλά .Αλλάζω τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής. Εξετάζω τον εαυτό μου, αναγνωρίζω τα σφάλματα μου, διαπιστώνω τις ελλείψεις μου, βλέπω τον κατήφορο και το αδιέξοδο, όπου με οδηγεί η ανταρσία έναντι του Θεού και η απόρριψη Του, κατανοώ τις βλαπτικές συνέπειες της αμαρτίας και νοιώθω την ανάγκη της αλλαγής, την ανάγκη της θεραπείας. Μετανοώ σημαίνει, αλλάζω πορεία. Απομακρύνομαι από τα ύποπτα και πανάθλια μονοπάτια της αμαρτίας, αποκηρύσσω το παρελθόν και προσπαθώ να ζήσω ως νέος άνθρωπος.
Η σημερινή, η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή του Ασώτου, κατά την οποία ακούγεται η πασίγνωστη παραβολή του αποστάτη νέου, που προσπάθησε εγωιστικά να ανεξαρτοποιηθεί και να αποτινάξει από πάνω του την πατρική φροντίδα, μας καταγράφει παραστατικά και με τον πλέον πρακτικό τρόπο τη διαδρομή της Μετανοίας. Εδώ βλέπουμε την αφροσύνη του ανθρώπου που φεύγει «εις χώραν μακράν» όπου ανοήτως κατασπαταλά τις θείες δωρεές και καταρρακώνει τη ψυχή του. Βλέπουμε την αυτοεξορία και την απομάκρυνση από την «πατρική δόξα», το ψάξιμο της ευτυχίας «σε χώρα μακρινή». Βλέπουμε την αμαρτία στο ξεκίνημα της .
Όμως δεν σταματάμε εδώ. Δεν μένουμε στην ανταρσία και στην απεμπόληση των Θείων δωρεών. Ο ίδιος επαναστάτης άνθρωπος, βλέποντας τα συντρίμμια μέσα στη ψυχή του, «έρχεται εις εαυτόν». Θυμάται τον πατέρα, το πατρικό σπίτι, τη χαμένη χαρά της ζωής. Παίρνει τη σοβαρή απόφαση για την επιστροφή. Επιστρέφει και ο πατέρας τον δέχεται και τον συγχωρεί. Τον ξαναβάζει δίπλα του. Είναι η κατάληξη, το αποτέλεσμα της μετανοίας .
Τι γίνεται όμως , αγαπητοί Χριστιανοί, στην ψυχή του ανθρώπου από τη στιγμή που ο αποστάτης, ο αποσκιρτήσας άνθρωπος, ο άνθρωπος της αμαρτίας διαπιστώσει την οικτρή κατάσταση στην οποία περιήλθε, απομακρυσμένος από τον Πατέρα, αποκομμένος από τις Θείες δωρεές; Τι γίνεται μέσα του μόλις «έλθει στα συγκαλά του», ανοίξουν τα μάτια του και διαπιστώσει τη μαυρίλα, τον εξολοθρεμό, την απογοήτευση που απεκόμισε;
Το ξεκίνημα γίνεται μ’ ένα φως, που χύνεται μέσα στη ψυχή.
Είναι το φως της χάριτος του Θεού, είναι η λάμψη της πατρικής αγάπης, που ποτέ δεν μας αποστρέφεται, ποτέ δεν μας ξεγράφει. Πάντοτε μας γυροφέρνει ζητώντας την κατάλληλη ευκαιρία για να μας επισκεφθεί. Και τότε, μόλις αφήσουμε έστω και μια ελάχιστη χαραμάδα ανοιχτή, εισέρχεται μέσα μας, το ουράνιο φως, για ν’ αρχίσει η αναγέννηση. Τότε μόλις συνέλθουμε απ’ τι μεθύσι της αμαρτίας, μόλις διαλυθεί το σκοτάδι, μόλις αποκτήσουμε επίγνωση της κατάστασης μας, τότε αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, ξαναβρίσκουμε την προσωπικότητα μας, ερχόμαστε «εις εαυτόν».
«Μόνο αν το καταλάβουμε, μας λέει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, θα μπορέσουμε να αρχίσουμε την επιστροφή στην αυθεντική ζωή. Ο άνθρωπος που ποτέ δεν αισθάνθηκε αυτή την απόσταση, που ποτέ δεν έχει νοιώσει ότι βρίσκεται σε μια πνευματική έρημο, απομονωμένος, εξόριστος, δεν μπορεί ποτέ να καταλάβει το νόημα του Χριστιανισμού».
«Πρέπει λοιπόν να αναγνωρίσω ότι έχω συντρίψει, προδώσει και χάσει την πνευματική μου ομορφιά ,πως βρίσκομαι μακριά από το πατρικό μου σπίτι ,απ’ την αληθινή ζωή ……… Πως κάτι στο ίδιο υλικό της ζωής μου, κάτι πολύτιμο, καθαρό και όμορφο έχει καταστραφεί, διαλυθεί .Μετάνοια είναι ακριβώς αυτή η αναγνώριση. Και γι’ αυτό περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη, την βαθιά επιθυμία επιστροφής, και επανεύρεση του χαμένου σπιτιού».
Αμαρτίας επίγνωση λοιπόν, αυτογνωσία, είναι το πρώτο στάδιο της μετανοίας . «Προηγείται της μετανοίας, μας λέει ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, η επίγνωση των οικείων πταισμάτων, η οποία είναι η βασική αιτία για να ελκύσουμε το Θείο έλεος. Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαβίδ λέγει προς τον Θεό: «Ελέησον με…ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω …».
Το δεύτερο στάδιο είναι η οριστική απόφαση για την επιστροφή. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου» και φυσικά η πραγματοποίηση της .
Αφού καταλάβουμε την κατάσταση μας, αφού δούμε ότι σαν τον «Άσωτο» ότι «λιμώ απόλλυμαι», έρχεται η απόφαση της επιστροφής στον πατρικό οίκο. Ακολουθεί η απόφαση της αλλαγής. Ο νους ξεσκοτίζεται κι αρχίζει να δουλεύει σωστά η λογική. Ηρωικές αποφάσεις. Χρειάζεται ηρωισμός, απαιτείται δύναμη για να γυρίσεις πίσω ταπεινωμένος και να παραδεχτείς τα λάθη σου. Στο δρόμος του γυρισμού τα εμπόδια είναι πολλά. Οι εγωισμοί μας, τα λαμπερά χρώματα της αμαρτίας που ποτέ δεν σβήνουν, τα γλυκόλογα του πονηρού που ποτέ δεν παύει να μας τα ψιθυρίζει στ’ αυτί. Ακόμη η ντροπή, η απόγνωση και η απελπισία. Ο αγώνας λοιπόν μεγάλος. Η πάλη με όλες τις αντικείμενες δυνάμεις σφοδρή. Πόσο αγώνα, πόσο πάλεψε μέσα του και «ο Άσωτος», μέχρι να υλοποιήσει την απόφαση του και να νεκραναστηθεί! Κουράστηκε μα στο τέλος νίκησε. Χρειάζεται λοιπόν σταθερή και αταλάντευτη απόφαση και με το έλεος του Θεού τα αδύνατα γίνονται δυνατά. Γράφει ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς: «μετάνοια είναι η επιστροφή προς το Χριστό και προς το βίο το σύμφωνο με το θέλημα Του. Αν, λοιπόν, κανείς διαπράξει τη θανατηφόρο αμαρτία, την αποστραφεί δε από ψυχής και επιστρέψει προς τον Κύριο, ας έχει θάρρος και μεγάλη ελπίδα, διότι δεν θα αστοχήσει από την αίδιο ζωή και σωτηρία».
Το τρίτο και κύριο στάδιο της Μετανοίας είναι η ομολογία .
«Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου». Η παραδοχή της αποστασίας και της περιπλάνησης μας σε δρόμους απωλείας .
-Ναι έφταιξα. Εγώ είμαι υπεύθυνος για την κατάσταση μου και κανένας άλλος. Εγώ κατασπατάλησα τις Θείες δωρεές ασκόπως εδώ κι εκεί. Εγώ έριξα στο βούρκο την «εικόνα του Θεού» και κατεσπίλωσα τη ψυχή μου.
Πρέπει λοιπόν να τα παραδεχθούμε όλα αυτά μα και να τα ομολογήσουμε. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η πρακτική πλευρά της μετανοίας που δεν είναι άλλη από την ιερά εξομολόγηση. Η απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών μας. Το «ήμαρτον»είναι η λέξη με την οποία γίνεται μεγάλη χαρά στον ουρανό.
Γράφει Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Αμάρτησες ; Ομολόγησε στο Θεό : Αμάρτησα . Ποιος κόπος είν’ αυτό…; Μήπως ,δηλαδή αν δεν πεις ότι είσαι αμαρτωλός ,δεν θα έχεις κατήγορο το διάβολο; Πρόλαβε και άρπαξε, λοιπόν, το αξίωμα του διαβόλου…ώστε να πεις την αμαρτία και να εξαλείψεις το αμάρτημα…»
Η επίγνωση λοιπόν, η απόφαση επιστροφής και η επιστροφή και η ομολογία είναι τα τρία στάδια μέσα από τα οποία πρέπει να περάσουμε για να πετύχουμε την πολυπόθητη μετάνοια. Για να ακολουθήσουμε τον «Άσωτο» στην επιστροφή του. Για να γίνει μεγάλη χαρά στον ουρανό και για μας. Για να βρούμε τις πραγματικές αξίες στη ζωή μας.
Αγαπητοί Χριστιανοί,
«Μπορούμε να πάμε κοντά Του με εμπιστοσύνη, ξέροντας ότι εκείνος μας περίμενε όλο τον καιρό που εμείς τον είχαμε ξεχάσει. Και θα είναι ο Ίδιος που θα ρθει να μας συναντήσει καθώς εμείς θα πλησιάζουμε δισταχτικά στο σπίτι. Θα είναι Εκείνος που θα μας σφίξει στην αγκαλιά Του και θα κλάψει για την αθλιότητα μας. Μια αθλιότητα που δεν μπορούμε να την υπολογίσουμε αφού δεν ξέρουμε ούτε από πόσο ψηλά πέσαμε, ούτε πόσο ψηλά είμαστε «κεκλημένοι» να φτάσουμε. Μπορούμε να πάμε σ’ Αυτόν ξέροντας ότι θα μας ξαναντύσει με την «πρώτη στολή», με την δόξα που ο Αδάμ έχασε στον Παράδεισο.Θα μας «ενδύσει Χριστόν» που είναι πιο «αρχέγονος» και από την ανοιξιάτικη δροσιά μέσα στην οποία γεννηθήκαμε. Είναι η δόξα του πνεύματος που θα μας προστατέψει όταν η αμαρτία μας ξεγυμνώσει».
(Antony Bloom -Μητροπολίτης του Σουρόζ Αντώνιος -ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ- Σελ.93 ΕΚΔ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
http://ntprodromoy.blogspot.com/2012/02/blog-post_07.html

Prodigal son


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

How simple and how restrained are the words in which the Gospel describes his cruel rejection of his father, and prepares his departure into the far, the strange country! “Father - give me my part of thy inheritance!” Do these words not mean: “Father - I can't wait until your death! You are still strong, and I am young; it is now that I want to reap the fruits of thy life, of thy labours; later they will be stale. Let us come to an agreement: for me you are dead; give me what belongs to me or what would belong to me after your actual death, and I will go, and I will live the life I have chosen”.

This is what really the young man meant; but isn't it very much the way we treat God and His gifts. From Him, as long as we are with Him, we are in possession of all things, but we feel constrained by His presence, we feel limited by the inevitable rules of His household: He expects from us integrity and truth? He expects from us to learn from Him what it means to love with all one's mind, all one's heart, all one's strength, all one's being, - and that is too much for us. And we take all His gifts, and we turn away from Him to use these gifts so that they can profit us, and us alone, without any returns either to God, or to anyone else.

We all, without any exception but in different degrees obey the cruel, deceitful question of satan to Christ in the wilderness! You have the power to do it - make these stones to become bread; You are God's child - use what God has given you of wisdom, of strength, use it for you own benefit! Why waste your time until you are too old?.. Isn't it an image of our own behaviour?

And then, the young man leaves; he leaves for an alien country, a country which is not God's own, a country which has rejected God, renounced God, which has been betrayed into the power of His adversary, a country where there is no place for Him. And he lives according to the rules of this country and to the desires of his heart. And then, hunger comes.

Now, we turn away, carrying with us the gifts of God; and we live in a country which is also alien; we live in a world which is man-made, but not God-made; or rather: made by God, and distorted by man. What kind of hunger comes to us? We are rich, we are safe, we have everything which God gave us, and continues to give - only we don't realise that God continues to give while we squander. But what is the hunger that can come to us? The awareness which Christ describes in the first Beatitude: Blessed are the poor in spirit, their’s is the Kingdom of God... Who are the poor of spirit? The poor of spirit are those who have understood, and understand day in, day out, all their life through that they have no existence except that God loved us into existence; we have no life except God's life poured into us, His breath, the breath of life. And then we are so rich, because God has revealed Himself to us: He has revealed Who He is; we can love Him, know Him, worship Him, serve Him, emulate Him indeed because He has become man and has shown us what a man can be. And He has given us all that our intelligence, a heart, a will, a body, the world around us, the people around us, the relationships that are ours - all these are God's, because we cannot make them, we can force no one to love us, and yet, we have friends and people who love us. We cannot be sure of our mind: in one moment a stroke can extinguish the greatest mind; there are moments when we want to respond to a need, to a suffering - and our heart is of stone; only God can give it life! We waver between good and evil - only God can steady our will; and so forth.

If we only realise this, then we understand that we are totally destitute: we are nothing, we have nothing, and yet, so rich we are; because destitute, we are endowed with all the gifts of God; having betrayed Him time and again, turned away from Him time and again, we still are loved of Him: indeed - “blessed are the hungry: they shall be filled”! If we only realise our hunger for the real things, then it will come our way. But not simply because we are hungry; they will come our way at a moment when totally poor, we are loved: and this is the Kingdom of God, a Kingdom of love: God loves us. And He has granted the gift of love to each of us. The young man felt hungry. He felt hungry for his father's home, and yet he knew that he had no right anymore to call himself a son to him: he was a murderer! He had told him: Die before your time that I may live according to my will... And yet he goes, because he still can call the man whom he rejected 'Father’.

And what happens then? The father sees him coming from afar off; he does not wait in dignity for him to fall at his feet and confess his sins. He rushes towards him, he embraces him! And the young man makes his confession: I am no longer worthy to be called thy son - but at that moment the father stops him: you may not be worthy of being my son, and yet, you are my son, and you can not become a hireling in you father's house... He claims from his, as God claims from us that we should be aware, and grow to the level of our human greatness: the children of the Living God called to be partakers of the divine nature, His sons and daughters in Christ and in the Spirit.

That is what this parable tells us; that is what we must reflect on: where do we stand to this first simple, cruel, murderous words of the young man? And are we aware of our dereliction? Are we hungry enough to realise that we must go home to the Only One who loves us, and Who, seeing us fallen, still claims from us the greatness of sonship...

Let us reflect on this. It's one more step towards the day when in repentance we will come to make our confession, receive forgiveness. And if we were honest in our repentance, determined in our turning Godwards, we will be at home and ready to enter into Holy week together with Christ the Son, together with the Father Who gives His Son, together with the Mother of God Who accepts the death upon the cross of Her Son, that we may be saved. Amen
 

3 February 1991

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου. Λουκ.15,11-32


Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)




«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς». Ἕνας πατέρας εἶχε δύο παιδιά. Ἡ μητέρα ἴσως εἶχεν ἀποθάνει. «Ὁ νεώτερος» ὡς ἄπειρος εἰς τὴν ζωὴν εἶπε εἰς τὸν πατέρα του. «Πάτερ, δός μοι, τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» Πατέρα, δός μου τὸ ἀνῆκον εἰς ἐμὲ μερίδιον τῆς περιουσίας μου. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον» ἐμοίρασεν ὁ Πατὴρ ( τὸν βιὸ) τὴν περιουσίαν εἰς τὰ δύο παιδιά του καὶ ὁ νεώτερος κατὰ τὸ Δευτερονόμιον 21,17 ἔλαβε τὸ 1/3 τῆς πατρικῆς περιουσίας, τὰ δὲ ἄλλα 2/3 ἀνῆκον εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱόν, διότι οὗτος ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν συντηρήσεως τῶν γονέων. «Καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ νεώτερος υἱὸς ἐξαργυρώσας ἐντὸς ὀλίγου κινητὰ καὶ ἀκίνητα ἀνεχώρησε μακρὰν τῆς πατρικῆς κηδεμονίας, ἵνα ἐκεῖ χαρῇ, ὅπως ἐνόμιζε τὴν ζωήν του. «Ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδαπάνησε τὴν περιουσίαν ζῶν ἄσωτον βίον.

«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Σπαταλήσας δηλαδὴ τὰ χρήματά του καὶ μεγάλης πείνης ἐνσκηψάσης εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἤρχισεν ὁ δυστυχὴς υἱὸς νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ τὴν στέρησιν. «Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη» προσεκολλήθη «ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης» εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῆς ξενιτειᾶς, ὁ ὁποῖος «ἔπεμψεν» ἔστειλεν «αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους». Ὁ νέος οὗτος ἔγινε χοιροβοσκός, πρᾶγμα πολὺ μισητὸν εἰς τοὺς Ἑβραίους. Εἰς τοὺς ἀγροὺς μένων ὁ υἱὸς οὗτος «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Δὲν κατώρθωνε νὰ χορταίνῃ οὔτε ἀπὸ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι διένειμαν τὰ ξυλοκέρατα εἰς τοὺς χοίρους, ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἀρκετὰ πρὸς χορτασμόν. Λόγῳ τῆς πείνης ἦτο ἔλλειψις καὶ ἀπὸ ξυλοκέρατα.

Εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εὑρισκόμενος ὁ ἄσωτος υἱὸς «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν ἔφη» συναισθανθεὶς δηλαδὴ τὸ κατάντημά του εἶπεν. «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!» Πόσοι ἡμερομίσθιοι ἐργάται εἰς τοὺς ἀγροὺς τοῦ πατρικοῦ μου σπιτιοῦ χορταίνουσιν ἀπὸ ψωμὶ καὶ ἐγὼ πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖναν; Κατόπιν σκέψεως ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς: «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ˙ πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου˙ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», θὰ σηκωθῶ, θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἡμάρτησα εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου. Ὅπως ἡ μετάνοια γίνεται αἰτία χαρᾶς τῶν Ἀγγέλων τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ, οὕτω καὶ ἡ ἁμαρτία λυπεῖ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀγγέλους. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Πάρε με ὡς ἕνα δοῦλον σου. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. «Ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» ἐσηκώθηκε καὶ ἤρχετο πρὸς τὸν πατέρα του.

Ὁ καλὸς πατὴρ ἔβλεπε πάντοτε πρὸς τὸν ὁρίζοντα, ὅταν ἔφυγεν ὁ υἱός του, μήπως φανῇ ἐπιστρέφων. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐνῶ ἀκόμη ἦτο μακρὰν ὁ υἱός, βλέπει αὐτὸν ὁ πατήρ του ἐπιστρέφοντα, σπεύδει πρὸς αὐτόν, τὸν ἐναγκαλίζεται καὶ τὸν φιλεῖ. Αἱ ἐκδηλώσεις αὗται τοῦ πατρὸς προήρχοντο ἐκ τῆς ἀγάπης του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τοῦ υἱοῦ του. Ὁ υἱὸς ἰδὼν τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ πατρός του ἢ καὶ συγκινηθεὶς δὲν ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν ὅ,τι εἶχε προαποφασίσει «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» ἢ δὲν ἄφηκε αὐτὸν ὁ πατήρ του νὰ εἴπῃ τοῦτο. Εἶπε δὲ μόνον τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου».

Ὁ Πατήρ, ἵνα δείξῃ τὴν πλήρη συγγνώμην του πρὸς τὸν υἱόν του ἐνώπιον ὅλων, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐπέπληξεν, ἀλλὰ τοποθετεῖ αὐτὸν εἰς τὴν προηγούμενήν του θέσιν. Διὰ τοῦτο « εἶπε» διέταξεν «ὁ πατὴρ τοὺς δούλους αὐτοῦ «ἐξενέγκατε» βγάλτε ἀπὸ τὸ ντουλάπι «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» τὴν καλλιτέραν στολὴν «καὶ ἐνδύσατε» δι’ αὐτῆς «αὐτὸν καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα» καινουργῆ «εἰς τοὺς πόδας καὶ ἐνέγκαντες» ἀφοῦ φέρετε «τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι θύσατε» σφάξατε αὐτὸν «καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου» διότι ὁ υἱός μου οὗτος «νεκρὸς ἦν» ἦτο νεκρὸς «καὶ ἀνέζησε» ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» ἦτο χαμένος «καὶ εὑρέθη». Πόση ἦτο ἡ χαρὰ τοῦ Πατέρα! Αὐτὰ ὅλα ἔγιναν «καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι». Τὸ γλέντι ἄναψε! Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἐζήτησε μόνον ἄρτον, ὡς ἡμερομίσθιος ἐργάτης. Ὁ πατὴρ ὅμως τί ἔδωκε; Τὴν καλλιτέραν στολήν, δακτύλιον, ὑποδήματα καινουργῆ καὶ σφάξιμον τοῦ καλοθρεμμένου μοσχαρίου! Μὲ αὐτὰ θέλει νὰ τιμήσῃ ὁ Πατὴρ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ χαμένου παιδιοῦ του. Τὸν κάμνει πάλιν υἱόν του!

« Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ» ὁ μεγαλύτερος ὅμως υἱὸς ἦτο εἰς τὰ χωράφια, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὰς ἐργασίας. Κατὰ τὸ ἑσπέρας ἐπιστρέφων «ἤγγιζε τῇ οἰκίᾳ» ἐπλησίαζε τὸ πατρικὸν σπίτι καὶ «ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν» ἤκουσε ἄσματα δηλαδὴ μετὰ μουσικῆς καὶ χορούς, τὰ ὁποῖα συνώδευον τὰ ἀρχαῖα συμπόσια. Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς δὲν ἀνέβη εἰς τὸ σπίτι, ἀλλὰ ἔξω αὐτοῦ «προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων» καλέσας ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους «ἐπυνθάνετο, τί εἴη ταῦτα» ἐζήτει νὰ μάθῃ τί συμβαίνει. Ὁ προσκληθεὶς δοῦλος «εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει» ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἔλθει «καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» καὶ ὁ πατήρ σου ἔσφαξε τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι «ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν», διότι ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν ξενιτειὰν ὁ ἀδελφός σου ὑγιής. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς οὗτος ἀκούσας ταῦτα καὶ λυπηθεὶς «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ Πατὴρ πληροφορεῖται ταῦτα καὶ «ἐξελθὼν» τοῦ οἴκου φροντίζει μὲ τὴν καλωσύνην του νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τὸν δεύτερον πλανώμενον υἱόν του καὶ ὅπως σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς «ὁ Πατὴρ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» τὸν παρεκάλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ πλανώμενος οὗτος υἱὸς προβάλλει τὰ παράπονά του κατὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του λέγων. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» τόσα ἔτη σὲ δουλεύω πιστὰ «καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον» καὶ οὐδέποτε μοῦ ἔδωκας ἕνα κατσίκι «ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ» διὰ νὰ γλεντήσω καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς φίλους μου. «Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος » —Δὲν ὀνομάζει αὐτὸν ἀδελφόν του! Πόση περιφρόνησις!— «ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν» —δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ παραβολῇ τοῦτο. Πόσον μῖσος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του! —«ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Διὰ τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον υἱὸν ἔσφαξες τὸ καλὸ μοσχάρι.

Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς μὲ τὴν σκληρότητα ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του, μὲ τὴν δουλικὴν ἐργασίαν ἔναντι τοῦ πατρός του καὶ τὸν ἐγωϊσμόν του παριστᾷ τοὺς Φαρισαίους καὶ ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σκλαβωμένοι ἐργάται εἰς τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, σκληροὶ οἱ Φαρισαῖοι οὗτοι εἰς τοὺς Τελώνας καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς τοὺς Ἐθνικούς, ἐγωϊσταὶ καθ’ ἑαυτοὺς καὶ παραπονούμενοι εἰς τὸν Xριστόν. Ὁ δὲ νεώτερος υἱὸς εἶναι οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἰουδαῖοι καὶ γενικῶς τὰ ἔθνη.

Ὁ Πατὴρ ἀπαντᾷ: «Τέκνον» παιδί μου «σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ» πάντα μαζί μου εἶσαι «καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν» καὶ ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. «Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει» ἔπρεπε ὅμως νὰ χαρῇς, «ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε» ἦτο νεκρὸς καὶ ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» χαμένος ἦτο «καὶ εὑρέθη». Ὁ πατὴρ ὀνομάζει τὸν πρεσβύτερον υἱὸν «τέκνον» ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν τὸν ὠνόμασε πατέρα! Ὀνομάζει ἐπίσης αὐτὸν ἀδελφὸν τοῦ ἐπιστραφέντος ἀσώτου υἱοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν ὠνόμασε αὐτὸν ἀδελφόν του , ἀλλὰ «ὁ υἱός σου»! Ἡ διαγωγὴ αὕτη τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πόσον θαυμάσια ἐκφράζει τὴν φαρισαϊκὴν νοοτροπίαν ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ γενικῶς τὴν Ἰουδαϊκὴν περιφρόνησιν ἔναντι τῶν ἐθνικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖ νὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Χριστός! Ὁ Χριστὸς συνιστᾷ εἰς τοὺς Φαρισαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωνται διὰ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωσι διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν εἰδωλολατρῶν.

Δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ πατρικὸν σπίτι. Καὶ οἱ Φαρισαῖοι δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀπότομον κλείσιμον τῆς παραβολῆς ταύτης θέλει νὰ δηλώσῃ τὴν ἀχαρακτήριστον διαγωγὴν τῶν Φαρισαίων ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν.

Εἰς τὰς δύο προηγουμένας παραβολὰς προβάτου καὶ δραχμῆς ἡ ἀπώλεια ἦτο 1/100 εἰς τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον, 1/10 εἰς τὴν χαμένην δραχμήν. Ἐπὶ τοῦ ἀσώτου ὅμως υἱοῦ ἡ ἀπώλεια εἶναι μεγαλυτέρα τὸ 1/2, διότι εἶναι εἷς ἐκ δύο ἀδελφῶν.

Ἡ παραβολὴ αὕτη εἶναι θαῦμα ψυχολογίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετανοίας. Ἂς ἀναλύσωμεν ψυχολογικῶς καὶ ἐποικοδομητικῶς τὴν παραβολὴν ταύτην ὑπὸ τὰς δύο κυρίας γραμμάς της, τῆς ἁμαρτίας καὶ μετανοίας.


Θέμα: α) Ἁμαρτία

Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀσώτου τούτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ ἔχει δύο ὄψεις: τὴν ἀσωτείαν καὶ τὸ κατάντημα ταύτης. Ἂς ἴδωμεν εἰς τὸν ἄσωτον υἱὸν καὶ εἰς πάντα ἁμαρτωλὸν καὶ τὰ δύο ταῦτα.

Πρῶτον. Ἡ ἀσωτεία. Ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς ἦτο ὁ νεώτερος. Οὗτος ὡς μικρότερος καὶ ἄμυαλος θέλει ἐλευθερίαν καὶ χρῆμα. Ζητεῖ καὶ λαμβάνει ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιόν του καὶ φεύγει εἰς μακρυνὴν χώραν. Καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς εἶναι ἄμυαλος, ἐπιπόλαιος, διὰ τοῦτο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς προχωρεῖ. Σὲ κάθε στροφὴ τοῦ δρόμου δοκιμάζει μὲ τὰ χέρια του, ἂν εὑρίσκωνται τὰ δισάκκια μὲ τὰ χρήματα τῆς ἐκποιηθείσης πατρικῆς περιουσίας εἰς τὴν σέλλα τοῦ ἀλόγου του. Τὸ αὐτὸ κάμνει καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Γλῶσσα, αὐτιά, καρδία, σῶμα, ψυχή, ὡραιότης σώματος, εὐφυΐα πνεύματος, ἐλευθερία, χρήματα, ὑγεία, εἶναι τὰ κυριώτερα χαρίσματα. Ἀπομακρυνόμενος τοῦ Θεοῦ ὁ ἁμαρτωλός, νομίζει ὡς ἰδικά του τὰ χαρίσματά του. Θέλει νὰ τὰ γλεντήσῃ ἀδέσμευστος ἀπὸ τὴν θείαν κηδεμονίαν.

Φθάνει εἰς τὴν ξενιτειὰν ὁ ἄσωτος, μακρὰν τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἁμαρτωλός. Τὰ γλέντια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀρχίζουν. Ὁ μικρὸς οὗτος πρίγκηψ —ἐπαρχιώτης λαχταρᾷ τὰ μεγαλεῖα. Μὲ πόσην ὁρμὴν θὰ μετεπήδησεν ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπαρχίαν εἰς τὴν πολυτελῆ πρωτεύουσαν εἰς τοιαύτην νεανικὴν ἡλικίαν! Τὰ χρήματα κατ’ ἀρχὰς ἐφάνησαν ἀνεξάντλητα. Ἐνοικιάζει μίαν ὡραίαν κατοικίαν, ἀγοράζει μερικοὺς δούλους, ἐνδύεται ὡς ἄρχων, χαρτοπαίζει. Φίλοι καὶ φίλαι σὰν μανιτάρια ξεφύτρωσαν γύρω του, ἐπειδὴ καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχε χρήματα. Ἐκλέγει τὰς ὡραιοτέρας γυναῖκας τῆς πόλεως καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγνώριζον χορόν, μουσικήν, τραγούδι καὶ τὴν τέχνην τοῦ νὰ ἐνδύωνται μεγαλοπρεπῶς καὶ νὰ ἐκδύωνται μετὰ χάριτος. Κανένα δῶρον του δι’ αὐτὰς εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς σαρκικῆς ἡδυπαθοῦς μαλθακότητος δὲν ἦτο πολύτιμον. Ὅλα σπαταλῶνται!

Τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα καλὰ καθ’ ἑαυτὰ γίνονται χάντρες σκόρπιες, ὅταν ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν κλωστὴν τοῦ κομπολογιοῦ, τὴν θείαν συνοχήν. Δὲν δύναται ὁ Θεὸς οὔτε ὁ ἄνθρωπος νὰ χαροῦν τὸ παίξιμον αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας των! Καὶ κάτι χειρότερον. Τότε τὰ καλλίτερα χαρίσματα γίνονται λαμπρότεραι κακίαι. Ἡ γλῶσσα τίθεται εἰς βρωμολογίαν, ἡ καρδία γίνεται ἕδρα τοῦ κακοῦ, ἡ ψυχὴ ὄργανον τοῦ Διαβόλου, ἡ ὡραιότης τοῦ σώματος δυσωδία τῆς ἁμαρτίας, ἡ εὐφυΐα τοῦ πνεύματος ραφινάρισμα τοῦ κακοῦ ὡραιότερον! Μήπως καὶ ἡ σπατάλη τῶν χαρισμάτων τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν δαίμονες, εἰς τοῦτο δὲν συνίσταται; Διετήρησαν ὅλα τὰ ἀγγελικὰ χαρίσματα: εὐκινησίαν, εὐφυΐαν, λαμπρότητα, ἔχασαν ὅμως τὴν θείαν συνοχήν. Διὰ τοῦτο μετέβαλον αὐτὰ εἰς κακίας. Ὁποία σπατάλη!

Ἡ σαρκικὴ ἡδονὴ καὶ πᾶσα ἁμαρτία ὁμοιάζουσι μὲ ἕνα βαρέλι κρασί. Εἰς τὸν πυθμένα τοῦ βαρελιοῦ, ὑπάρχει ἡ ὑποστάθμη, ἡ λάσπη. Ὅποιος πίνει τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς, μεθυσμένος θὰ πίῃ καὶ τὴν λάσπην, τὴν συχαμάρα, καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη, τὴν τρεμούλαν, τὴν κρυάδα, τὸ τουρτούρισμα τῆς ἡδονῆς, τὴν ὀδύνην. Ἔπιε τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς ὁ ἄσωτος νεαρὸς οὗτος ἐπαρχιώτης, ὅπως καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μέχρι τρυγός, μέχρι τῆς λάσπης πίνει τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ κατάντημά του εἶναι τρομερόν.


Δεύτερον. Τὸ κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἰδού. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν τὰ δισάκκια ἔγιναν πανὶ μὲ πανί! Οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι ἐξηφανίσθησαν. Μεγάλη πεῖνα ἐνέσκηψεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην. Κανεὶς δὲν τὸν προσέχει. Ἐπώλησεν ὅ,τι εἶχεν. Ὁ δυστυχὴς οὗτος πτωχός, γυμνὸς σὰν τὸ σκουλήκι, ἀφίνει τὴν πόλιν καὶ ἔξω ταύτης δέχεται τὴν ἐξευτελιστικὴν δουλειὰ τοῦ χοιροβοσκοῦ. Οὐδεὶς Ἑβραῖος ἔδιδεν εἰς γάμον τὴν κόρην του εἰς χοιροβοσκὸν καὶ οὐδεὶς ἐλάμβανε τὴν κόρην χοιροβοσκοῦ τινος, ὡς νύμφην ἀντὶ ὅλου τοῦ χρυσοῦ τοῦ κόσμου. Δὲν ἔγινε ποιμὴν προβάτων ὡς ἦσαν οἱ Πατριάρχαι, ἀλλὰ βοσκὸς χοίρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπληστοι, ρυπαροί, θορυβώδεις. Ἔγινε δοῦλος εἰδωλολάτρου τινός. Ἐζήτησε ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τώρα «ἐκολλήθη» εἰς ἀλλοεθνῆ κύριον!

Τὸ ἐξωτερικὸν ἀπαίσιον κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ συνεχίζεται. Εἰς τὸν ὦμον του ἔφερε τὸ φόρεμα τοῦ δούλου ἀκάθαρτον καὶ βρωμερόν. Εἰς τὰ πόδια του τὰ παπούτσια ἦσαν τρυπημένα. Εἰς τὸ κεφάλι του ὡς κάλυμμα εἶχεν ἕνα κομμάτι κουρέλι ξεβαμμένο. Τὸ ὡραῖον καὶ νεανικόν του πρόσωπον ἦτο ἡλιοκαημένον, σκελετωμένον, μακρουλὸ καὶ εἶχε τὸ χρῶμα τῆς λάσπης καὶ τοῦ μολυβιοῦ. Ποῖος φορεῖ τὰ λινά του ροῦχα πλεγμένα καὶ ὑφασμένα εἰς τὸ σπίτι του; Εἰς ποῖον παλαιοπωλεῖον νὰ ἐπώλησε καὶ ἀντὶ ποίας τιμῆς τὰ ροῦχα του, τὸ δακτυλίδι του;

Πόσοι ἁμαρτωλοὶ δὲν κατήντησαν ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὸν ἄσωτον υἱόν! Ἀλλὰ ἂν διατηροῦνται ἁμαρτωλοί τινες ἐξωτερικῶς εἰς καλὴν ἐμφάνισιν, ἐσωτερικῶς εἶναι ἄθλιοι. Καὶ συγκεκριμένως: Τοῦ ἀσώτου ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν πατρικὴν κηδεμονίαν ἔγινε σκλαβιά. Καὶ ἡ ἰδική σου, ἁμαρτωλέ, ἐλευθερία ἄνευ Θεοῦ θὰ γίνῃ σκλαβιά. Σκλάβα γίνεται ἡ κοκεταρισμένη γυναῖκα τοῦ ἑαυτοῦ της, τῆς μόδας, σκλάβος ὁ ἐπαρχιώτης τοῦ βρωμογυναίου. Τυραννία ἔχουν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐγκληματικὴν ὀργάνωσιν. Δὲν σκέπτονται. Ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν. Ὑπήκοοι μέχρι θανάτου, νὰ σκοτώνουν καὶ σκοτώνωνται. Ὁποία σκλαβιὰ εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον κ.λπ.! Ὁ Κύριος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι χοιροβοσκὸς ὁ ἄσωτος, εἶναι ὁ Διάβολος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ ὁ ἁμαρτωλός. Χοίρους βόσκει ὁ ἄσωτος, τὰ πάθη του ὑπηρετεῖ καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ξυλοκέρατα φροντίζει νὰ γέμισῃ τὴν κοιλίαν του ὁ ἄσωτος, μὲ ἁμαρτίας φροντίζει νὰ γεμίζῃ τὴν ψυχήν του ὁ ἁμαρτωλός. Ἀλλά, ὅπως τὰ ξυλοκέρατα τρωγόμενα κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκά, ἔπειτα ὅμως τζιφίζουν ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία. Κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκειὰ καὶ ἔπειτα τζιφή. Τὰ ξυλοκέρατα δὲν τὰ εὕρισκε ὁ ἄσωτος, οὔτε καὶ ὅταν τὰ εὕρισκε, τὸν ἐχόρταινον. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτία. Οὔτε τὴν εὑρίσκεις πάντοτε, οὔτε καὶ ὅταν τὴν εὕρῃς, ἱκανοποιεῖ τὴν ψυχήν σου. Οὐδέποτε ἡ κοιλία χορταίνει ἀπὸ ξυλοκέρατα καὶ ἡ καρδία ἀπὸ ἁμαρτίας.

Κάποιο ἄλλο ὅμως κατάντημα εἶναι χειρότερον, τὸ ψυχικόν, ἡ ἀπόγνωσις. Μέχρι τώρα ἡ ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, ὁσάκις ἤγγιζε τὴν σκέψιν του, ἀπεπέμπετο. Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι μὲ αὐτὰ τὰ χάλια, εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον περιεφρόνησε, εἰς τὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τόσον νὰ λυπηθῇ; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἀδελφόν, τὸν ὁποῖον ζηλεύει διὰ τὴν νίκην του, διότι ἔμεινεν ἐκεῖνος σπίτι; Νὰ ἐπιστρέψῃ χωρὶς ὑποδήματα, ἐνδύματα, ἀπένταρος, χωρὶς δακτυλίδι, ἀλλαγμένος, ἀγνώριστος ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, τὴν πεῖναν, λερωμένος ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα χοιρινὰ καὶ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐπιδείξεως πνεύματος εἰς τὸν ἀδελφόν, εἰς τοὺς γειτόνους του; Νὰ γονατίσῃ εἰς τὰ πόδια τοῦ γέροντος πατέρα του, τὸν ὁποῖον φεύγων οὐδὲ ἀπεχαιρέτισε; Νὰ γυρίσῃ σὰν σκουλήκι, ἐνῶ ἔφυγε σὰν πρίγκηπας; Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἔφτυσε; Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον δι’ αὐτόν; Τὴν ἰδίαν ἀπόγνωσιν αἰσθάνεται καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Πατρός Του, εἰς τὴν ἐκκλησίαν; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν Πνευματικόν του πατέρα, τὸν ὁποῖον περιεφρόνησε; Νὰ ἴδῃ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοί; Τί θὰ εἴπουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν μὲ τὴν ἐπιστροφήν του; Θὰ γίνῃ ἀντικείμενον γέλωτος! Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ποὺ ἔφτυσε; Εἶναι ἄθλιος, λερωμένος, ἀγνώριστος. Ἡ ἀπόγνωσις εἶναι τὸ χειρότερον κατάντημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα καταντήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Μεγάλος ζωγράφος Λεονάρδος Δα—Βίντσι προκειμένου νὰ ζωγραφίσῃ τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον ἐκοπίασε πολὺ νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα κυρίως διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν Ἰούδα. Κάποτε εἰς μίαν ἐπίσημον λειτουργίαν τὸ βλέμμα του ἐσταμάτησε εἰς ἕνα νεαρὸν ψάλτην, ὁ ὁποῖος εἶχε φυσιογνωμίαν ἁπλῆ καὶ ἁγνή. Τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶχεν εὑρεθῇ. Ὠνομάζετο Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ περίφημος πίναξ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου κατεσκευάσθη μὲ πρότυπον διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ τὸν Πέτρον Μπαντινέλλι. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ κατάλληλον πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Περιμένει ἐπὶ 10 ἔτη νὰ εὕρῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Τέλος ἕνα πρωὶ συναντᾷ εἰς μίαν γωνίαν μίας πλατείας ἕνα μέθυσον, ὁ ὁποῖος ἐζητιάνευε. Τὸ πρόσωπόν του χαλασμένο ἀπὸ τὸ κρασὶ καὶ τὴν ἀκολασίαν ἔκανε εἰς τὸν ζωγράφον μεγάλην ἐντύπωσιν. Εὑρῆκε τὸ πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Ζητεῖ τὸ ὄνομά του. Μὲ φωνὴ βραχνὴ καὶ τρεμουλιαστὴ ἀπαντᾷ. Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ Λεονάρδος ἐξεπλάγη, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευεν ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Χριστόν, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας χρησιμεύει ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Ἰούδα. Ποῖον τὸ κατάντημα τῆς ἁμαρτίας! Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ Μετάνοια.



Θέμα: β) Μετάνοια.

Καὶ ἡ μετάνοια ἔχει δύο ὄψεις: τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν ἐπιστροφήν.

Πρῶτον: Ἡ συναίσθησις. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν ὁ Κύριος λέγει. «Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν». Μέχρι τώρα ὁ ἄσωτος καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἀπομακρυνθέντες τοῦ Θεοῦ—Πατρὸς ἀπουσιάζουσι καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, εἶναι ἐκτὸς ἑαυτῶν, ἔξω φρενῶν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἀρχίζει νὰ κάμπτεται. Ἡ μετάνοια προβάλλει τὰς πρώτας ἀκτῖνας. Ἐνθυμεῖται ὁ ἄσωτος υἱὸς ὅτι, ὅπως λέγει ἡ λαϊκὴ παροιμία, «τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται». Ὁ πατέρας του δηλαδὴ ὅσον καὶ νὰ προσβληθῇ, δὲν ἀρνεῖται τὸ αἷμα του. Ἐὰν δὲν μὲ θέλῃ ὡς παιδί του, εἶπεν ὁ ἄσωτος, ἂς μὲ πάρῃ ὡς δοῦλον του. Ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὸν υἱὸν ἑνὸς ἄλλου ὡς ὑπηρέτην, ἂς πάρῃ τὸν ἴδικόν του υἱὸν ὡς δοῦλον. Δὲν ζητῶ τὴν ἀγάπην, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ ἕνα κομμάτι ψωμὶ εἰς τὴν κουζίνα! Τὴν αὐτὴν σωτηριώδη ταπείνωσιν πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἐπιστρέφων. Πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀνάξιον τῆς θείας δωρεᾶς. Ἐνῶ ταῦτα αἰσθάνεται ὁ ἄσωτος υἱὸς διὰ τὸν Πατέρα του, τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἑαυτόν του, διὰ τοὺς ἄλλους «ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν» αἰσθάνεται τὰ ἑξῆς: Ἔμαθεν, ὅτι οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι, μὲ τοὺς ὁποίους ἐδαπάνησε τὰ ἀγαθά του, δὲν ἀγαποῦσαν αὐτὸν ἀλλὰ αὐτά. Ὁ θαυμασμός των διὰ τὴν ὡραίαν του φωνήν, διὰ τοὺς λαμπρούς του ὀφθαλμούς, διὰ τὰ πολλά του χρήματα, τὴν κοινωνικήν του θέσιν, δὲν ἦσαν ἡ ἀγάπη τοῦ ἴδιου. Ἔμαθε δηλαδὴ ὅτι ἡ κατὰ κόσμον ἀγάπη εἶναι φευγαλέα, διότι ἡ κοσμικὴ αὕτη ἀγάπη εἶναι συγκεκαλυμμένος ἐγωισμός. Ἔμαθεν, ὅτι ἀπὸ υἱὸς ἔγινε δοῦλος, ἀπὸ ἐλεύθερος σκλάβος, ἀπὸ πλούσιος πτωχός, ἀπὸ ἀφέντης χοιροβοσκός. Ἡ ἁμαρτία τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔκαμε σκλάβον. Ὁ ἄσωτος ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὴν πενίαν ἐπῆγεν εἰς τὴν πεῖναν, τρώγει καὶ δὲν χορταίνει ἔγινε πραγματικὴ καταβόθρα εἰς περιεχόμενον καὶ ἀδηφαγίαν. Εἴτε ἔχει εἴτε ὄχι, πεινᾷ.

Τὰ αὐτὰ θὰ αἰσθανθῇ καὶ πᾶς ἁμαρτωλός. Ἀφοῦ ἔμαθε τὰ δύο ταῦτα πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὸν πλησίον μαθήματα, ὁ ἄσωτος ἐνθυμεῖται τοὺς μισθίους, τοὺς δούλους τοῦ πατρικοῦ του οἴκου. Πόσην ἔκτασιν, ποίους ὁρίζοντας ἤνοιξεν εἰς αὐτὸν ἡ συναίσθησις αὕτη! Μαζὶ μὲ τὴν ἔκτασιν ἡ συναίσθησις αὕτη ἔχει καὶ βάθος ὠφέλιμον, διότι πολεμεῖ τὴν ἀπόγνωσιν. Θὰ πολεμήσῃ τὴν ἀπόγνωσιν μὲ τὴν ταπείνωσιν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ διὰ πάντα ἁμαρτωλόν. Ὅσον βαθεῖα εἶναι ἡ ἀπόγνωσις μέχρις ὅτου μετανοήσῃ, τόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ταπείνωσις, ὅταν ἔλθῃ ἡ μετάνοια. Βαθύνει ἡ ἀπόγνωσις τὸ βάραθρον τῆς ἀπώλειάς μας; Βαθύνει καὶ ἡ ταπείνωσις τὸ βάθος τῆς εὐτυχίας διὰ τῆς μετανοίας. Ἡ ἐξωτερικὴ δυστυχία ὡδήγησε τὸν ἄσωτον εἰς συναίσθησιν τῆς καταστάσεώς του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς εἶναι βουκέντραι, ἵνα ξυπνήσῃ ἡ ἐν μέσῳ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κακοῦ κοιμισμένη ψυχή μας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ. Πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις, ὅταν ὁ μετανοῶν βλέπῃ διὰ ταύτης τὸν κόσμον, τὸν Θεόν, τὸν ἑαυτόν του!

Δεύτερον. Ἡ ἐπιστροφή. Ὁ ἄσωτος δὲν ἀρκεῖται εἰς συναισθήματα καὶ σκέψεις, προβαίνει εἰς πρᾶξιν. Ἐπιστρέφει. Ζητιανεύει καθ’ ὁδὸν ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ τὸ τρώγει μὲ τὰ ἁλμυρά του δάκρυα. Ὁ πατέρας περιμένει. Τὸν βλέπει, ὅταν προβάλλῃ μακρὰν καὶ τρέχει πρὸς συνάντησίν του.Τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν φιλεῖ. Ὁ υἱὸς αἰσθάνεται τρυφερότητα καρδίας καὶ ἐκ ταύτης σύγχυσιν μυαλοῦ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ πατρικά φιλήματα. Εὐθὺς ὡς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν πατρικὸν ἐναγκαλισμόν, ρίπτεται κατὰ γῆς καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ «Πάτερ ἥμαρτον...». Ὁ υἱὸς ταπεινώνεται μέχρι τοῦ νὰ ἀρνῆται, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ τόσον περισσότερον αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πατὴρ νέου υἱοῦ.

Τὸ ἴδιον πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μετανοῶν. Βεβαιότατα! Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός, ὅπως καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς δὲν ἐπιστρέφουν ἀεροπορικῶς ἀλλὰ πεζῇ, ἐν μετανοίᾳ. Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς συναισθήματα μόνον καὶ ἐμβαθύνσεις ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ κινηθῇ. Εἰς τὰς ἄλλας δύο παραβολὰς τῆς δραχμῆς καὶ τοῦ προβάτου φαίνεται, ὅτι ὁ Θεὸς μετέβη πρὸς τὸν ἁμαρτωλόν. Ἐδῶ ὅμως τονίζεται, ὅτι καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς πρέπει νὰ κινηθῇ πρὸς τὸν Θεόν. Θὰ δακρύσῃ, θὰ φάγῃ τὸν ἄρτον του μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας του, θὰ πονέσῃ, θὰ συντριβῇ ὁ ἁμαρτωλός, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Θεόν του.

Ὁ πατὴρ βλέπει τὸν ἐπιστρέφοντα υἱόν. Ὁ Θεὸς προσέχει ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ βλέπει ταύτην μακρόθεν. Ὁ Θεὸς δὲν λησμονεῖ τὸν ἁμαρτωλόν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν ξενιτειάν, ἀλλὰ τὸ βλέμμα Του ἐρευνᾷ τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, μήπως διακρίνῃ ἐλάχιστον νεῦμα ἐπιστροφῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Μετὰ τὴν ἐπίπονον ὁδοιπορίαν τῆς ἐμπράκτου μετανοίας ἔρχεται ὁ ἐναγκαλισμὸς τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐναγκαλισμὸς αὐτὸς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅταν μετανοῇ. Ὅσον ταπεινώνεται ὁ ἁμαρτωλὸς πίπτων εἰς τὰ πόδια τοῦ πατρός, τόσον περισσότερον ὁ πατὴρ Θεὸς ἐναγκαλίζεται τὸν τοιοῦτον ἁμαρτωλόν. Ὁ ἁμαρτωλὸς υἱὸς ἀρνεῖται ἀπὸ ταπείνωσιν, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπην τοῦ παραθέτει τράπεζαν. Ὁ μόσχος ὁ σιτευτός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἐπιστραφέντα ἄσωτον, εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἁμαρτωλόν.

Ὁ δακτύλιος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, εἶναι ὁ ἀρραβὼν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλόν. Ὅπως ὁ ἀρραβὼν εἶναι μέρος καὶ ἐγγύησις τοῦ ὅλου, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ χαρά, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς εἶναι μέρος τῆς μελλούσης ἀνεκλαλήτου χαρᾶς καὶ ἐγγύησις ταύτης. Ἡ στολὴ ἡ πρώτη, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ χάρις ἐδῶ καὶ ἡ δόξα εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἀλλὰ ἔχασε διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ νέα χριστιανικὴ ὁδός, τὴν ὁποίαν θὰ βαδίσῃ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός. Ἡ συμφωνία τῶν ὀργάνων καὶ τὸ συμπόσιον γενικῶς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ κατὰ λέξιν εἶναι ἡ ζηλοτυπία τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομιζομένων σημερινῶν δικαίων διὰ τὴν χαράν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐδέχετο ὁ Κύριος τοὺς ἁμαρτωλούς. Κατὰ βάθος ὅμως ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ ἐκφράζει τὸ ἑξῆς: Τόση θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι μετενόησαν, ὥστε «πόρναι καὶ Τελῶναι προάγουσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ —ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις —οἱ ἅγιοι θὰ ζηλοτυπήσουν τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἄδειασεν ὁ ἄσωτος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀπὸ φίλους; Γεμίζει ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἀπὸ χαρὰν καὶ συγχαίροντας.

Παραδείγματα μετανοίας ἀσώτων ὑπάρχουν καὶ σήμερον πολλά. Εἰς τὸν Γαλλο—Γερμανικὸν πόλεμον ἕνας βαρύτατα πληγωμένος στρατιώτης ἐφώναζε, ἔκλαιε καὶ ἐβλασφήμει. Ὁ στρατιωτικὸς ἱερεὺς τὸν πλησιάζει. Ὁ τραυματίας ρίχνει ἄγρια βλέμματα καὶ βαρείας βλασφημίας κατὰ τοῦ ἱερέως. Ὅταν ὅμως οἱ τραυματιοφορεῖς τοῦ εἶπον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερεὺς τοῦ στρατοῦ, συνῆλθε καὶ φωνάζει. Ἀφήσατέ με, θέλω νὰ τοῦ ὁμιλήσω. Ὁ ἱερεὺς τὸν πλησιάζει καὶ μὲ τὴν καλωσύνην του κερδίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τραυματίου. Ὁ τραυματίας ἤρχισε μὲ δάκρυα νὰ ὁμολογῇ τὰ ἑξῆς: Πάτερ, εἶμαι ἕνας πολὺ μεγάλος ἁμαρτωλός. Μόλις ἐπῆρα τὸ δίπλωμα τοῦ φαρμακοποιοῦ, ἀφιέρωσα ὅλην μου τὴν ζωὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Εἴπατέ μου τώρα, ὑπάρχει σωτηρία καὶ δι’ ἐμέ; Ὁ ἱερεὺς ἀπαντᾷ συγκεκινημένος. Παιδί μου, καὶ διὰ σὲ ἀπέθανεν ὁ Χριστός. Σὲ λίγο ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ ἱερέως καὶ τὸ ἐφίλει μὲ δάκρυα, μέχρις ὅτου ἐξεψύχησεν.

Πόσην ἐλπίδα δίδει ἡ παραβολὴ αὕτη εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς πρὸς μετάνοιαν!

Μετάνοια: ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία τοῦ κόσμου


Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου μέσα ἀπὸ τὸν παραστατικὸ λόγο της ἀπεικονίζει τὸ μυστήριο τῆς ἀνομίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀποδοχῆς καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μὲ τρόπο ἀξεπέραστο παρουσιάζει τὴν πτώση καὶ τὴ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀποστασία του καὶ τὴν ἐπιστροφή του.



Ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο

Ὁ νεώτερος γιὸς «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ ἄσωτος γιός, μᾶς λέει τὸ ἱερὸ κείμενο, ἔφυγε καὶ ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι του πηγαίνοντας σὲ μακρινὴ καὶ ξένη χώρα. Τὸ συμβολικὸ βάθος αὐτῆς τῆς εἰκόνας εἶναι σπουδαῖο. Ὅσο καὶ ἂν μᾶς φαίνεται παράξενο, ἡ ζωὴ μας σ' αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι ἀποδημία, εἶναι ἐξορία σὲ ξένη χώρα. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο ἀναποδογυρίζει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Συσκοτίζει τὴ σκέψη μας καὶ διαβρώνει τὶς πνευματικές μας εὐαισθησίες. Ἀνατρέπει τὰ σταθερὰ μέτρα καὶ κριτήρια μὲ τὰ ὁποῖα ζυγίζουμε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἀξιολογοῦμε τὶς προτεραιότητες τῆς ζωῆς.

Ζοῦμε σ' ἕναν κόσμο ποὺ εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν Θεὸ ὡς δημιουργὸ καὶ σωτήρα του, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. «Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦρθε καὶ ἦταν μέσα στὸν κόσμο καὶ ἐξαιτίας του δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὅμως «ὁ κόσμος» δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ διαδρομὴ τῆς ζωῆς μας γίνεται ἐξορία ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος, δημιουργημένος ἀπὸ τὸν Θεό, παραδίδεται καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν «ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου». Τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου διαστέλλεται καὶ διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ μὲ μία κάθετη διαχωριστικὴ γραμμή, καθὼς «ὅστις φίλος εἶναι τοῦ κόσμου ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται».

Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ζεῖ σὲ μία ἐξορία καὶ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καθὼς σπαταλᾶ τὰ ποικίλα χαρίσματά του ἀσώτως, χωρὶς ὅρους καὶ ὅρια. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, σὰν νὰ μὴν ἦρθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ καὶ τότε ἡ τραγωδία τῆς ἐξορίας του γίνεται πιὸ πικρή. Στὴν προσπάθειά του νὰ γευθεῖ καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς, νὰ κατακτήσει καὶ νὰ ἀποκτήσει πολλά, συνήθως τὸ πληρώνει ἀκριβά.



Ἡ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα

Τὸ πατρικὸ σπίτι γίνεται ὁ τύπος καὶ ἡ εἰκόνα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ κοινωvίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ στὴ βασιλεία Του. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μᾶς βεβαιώνουν γιὰ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Μᾶς προτρέπουν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξορίας τοῦ ἀσώτου. Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ καὶ ἡ ὑμνολογία τῆς κατανυκτικῆς περιόδου ποὺ διανύουμε μᾶς βοηθοῦν νὰ ξαναδοῦμε τὴν πνευματική μας κατάσταση μέσα σ' αὐτὴ τὴν προοπτική: «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών» (Λκ. 15,17).

Ὅταν βρίσκουμε τὸν ἀληθινό μας ἑαυτό, ξαναβρίσκουμε τὸ δρόμο τοῦ γυρισμοῦ καὶ τῆς ἐπανασύνδεσής μας μὲ τὸν Θεό. Τότε ἡ μετάνοια γίνεται ἕνα βαθὺ βίωμα, μία πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας. Τότε ὁ ἀγώνας μας ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καὶ δυναμική. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἔστω καὶ ἂν οἱ πτώσεις καὶ οἱ ἀδυναμίες μας εἶναι πολλές, δὲν μᾶς βυθίζουν πλέον στὴν ἀπόγνωση. Ἔστω καὶ ἂν τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, εἶναι μεγάλα καὶ μᾶς ταλαιπωροῦν δὲν μᾶς τρομάζουν πιά. Οἱ ἐνοχές μας, ὅσο βαριὲς καὶ ἂν εἶναι, δὲν μᾶς ἀρρωσταίνουν ψυχικά. Ἄλλο ἔμμονες ἐνοχές, κατάθλιψη, φόβος, ἄγχος, πληγωμένος ἐγωισμός, γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ λάθη ποὺ κάναμε, καὶ ἄλλο ἐσωτερικὴ συντριβή, ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ ψυχικὴ γαλήνη ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποδέχεται καὶ μᾶς περιμένει ὑπερνικώντας τὴν ἁμαρτωλότητά μας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἂν αἰσθανόμαστε «εὐτυχισμένοι ὑπαρξιακά», ἄνετοι καὶ βολεμένοι στὸν παρόντα κόσμο, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ βροῦμε μία εὐτυχία ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι χάσαμε ἤ τουλάχιστον δὲν νιώθουμε ὅτι μᾶς λείπει; Ἂν δὲν νιώθουμε ἐξόριστοι καὶ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ ποῦ πρέπει ἄραγε νὰ ἐπιστρέψουμε; Ἴσως θὰ πρέπει νὰ νοσταλγήσουμε τὴ χαμένη χαρὰ στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ὄντως ζωῆς, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε καὶ νὰ ὁμολογοῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἕνας ὀρθόδοξος μοναχός: «Πιστεύω Κύριε σὲ Ἐσένα γιατί ἔξω ἀπὸ Ἐσένα δὲν ὑπάρχει τίποτε γιὰ ἐμένα». Ἀμήν. 

Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››


Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)



‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὶς Ἐκκλησίες, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ὡς ἕνα μαργαριτάρι ἀνάμεσα στὶς παραβολὲς ἢ ὡς Εὐαγγέλιο ἀνάμεσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μερικοὶ τὴν ὀνομάζουν παραβολὴ τοῦ πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υἱοῦ. Πράγματι, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ὅταν ἦλθε στὸ σπίτι καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ του.Δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ καὶ κατηγοροῦσε τὸν πατέρα του ὅτι τάχα τὸν ἀδικεῖ. Ἡ κατηγορία ἑστιαζόταν στὸ ὅτι αὐτὸς δούλευε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δὲν ἀμειβόταν ἐπαρκῶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ποὺ ἔφαγε τὸ βίο του μετὰ πορνῶν, καὶ στὸ τέλος, ὅταν γύρισε, ἔτυχε καὶ καλῆς ὑποδοχῆς. Ἂς δοῦμε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς.



Ποιὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος υἱός;

Οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι.Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησίαζαν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἄκουγαν, καὶ προφανῶς μερικοὶ μετανοοῦσαν, αὐτὸ δὲν ἄρεσε στοὺς Φαρισαίους. ‹‹Διεγόγγυζον οἳ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς›› (Λουκ.15,2). Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνιμη καὶ διαρκῆς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τέτοιου εἴδους παραβολές, ὅπως τοῦ χαμένου προβάτου καὶ τῆς χαμένης δραχμῆς, προσπάθησε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὴν ἀντίληψη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει πὼς ‹‹πάντα ἐστὶν φορητὰ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφού››, δηλ. ὅλα εἶναι ἐπιτρεπτὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τόσο περισπούδαστη εἶναι ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεό, ὥστε νὰ θυσιάσει καὶ τὸν Υἱό Του, τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Μία ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ πρεσβύτερου εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθη. Ὁ υἱὸς αὐτὸς συμβολίζει τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ βάσταξαν τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ποὺ δούλεψαν στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀπ’ τὴν πρώτη ὥρα, αὐτοὶ ποὺ ὑπάκουσαν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτοῦν νὰ ἐφαρμοσθεῖ δικαιοσύνη. Νὰ ἀμείψει ὁ Θεὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς ἀσεβεῖς. Οἱ Ἅγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ ἀμέσως αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοώντας σ’Αὐτόν. Μάλιστα τοὺς δίνει τὰ ἴδια δῶρα ποὺ χαρίζει καὶ στοὺς Ἁγίους. Σὰν νὰ διαμαρτύρονται οἱ Ἅγιοι (παραβολικὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κι ὄχι πραγματικά), ποὺ ὁ Θεὸς δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορὰ ἐλέους καὶ εὐσπλαχνίας στοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀποδεικνύεται ἔτσι πὼς ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.



Μία παρανόηση τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων


Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται πνευματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται μία ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ δὲν μποροῦν νὰ παραδεχθοῦν πῶς μπορεῖ κι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ στὸ τέλος νὰ σωθοῦν. Νομίζουν πὼς ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἔχουν, λένε, κάνει καλὰ ἔργα καὶ δὲν πρόδωσαν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Ὅμως ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ τονίζει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι πιὸ σπουδαία ἐργασία ἀπὸ τὰ νομιζόμενα καλά μας ἔργα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν ἢ λίγων καλῶν πράξεων.

Ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, καὶ ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὁ ληστὴς ἢ ἡ πόρνη ἢ ὁ τελώνης ἢ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του καὶ μὲ τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης Του τοὺς σώζει. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἔλεγε: ‹‹Μπορεῖ ὁ θεὸς νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός››. Ἀπὸ μᾶς ζητάει νὰ Τοῦ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε ὅλην τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα καὶ ζωντάνια μας. Ἕνας ἀναστεναγμὸς ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας, παρὰ ἕνα δοχεῖο συναισθηματικὰ δάκρυα, ἔλεγε ὁ Γέροντας Παίσιος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ διάθεση συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε.

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου Anthony Bloom


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ξανὰ καὶ ξανὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ μιλῶ γιὰ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, τὴν ἱστορία τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, καὶ κάθε φορὰ παρατηρῶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γιὰ μένα –ὄχι πραγματικά, ἀλλὰ φανταστικὰ - νὰ ταυτιστῶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ βρῆκε τὸν δρόμο του γιὰ τὸν Θεό, τὸν τελώνη ποὺ στάθηκε συντετριμμένος στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ, ἀνίκανος ἀκόμα καὶ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ, ἢ μὲ τὸν Ἄσωτο Υἱό, ποὺ παρὰ τὴν βαριὰ ἁμαρτία του, τὴν ἀπίστευτη ἀναισθησία, τὴν σκληρότητά του, βρῆκε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ ἑστία.

Ἀλλὰ πόσο σπάνια μὲ συγκίνησε, ἔστω βιαστικά, ἡ μοίρα τοῦ Φαρισαίου, ἀπὸ τὴν μοίρα τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ – ὅμως ὁ Θεὸς δὲν καταδίκασε κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο. Εἶπε γιὰ τὸν τελώνη: Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πῆγε στὸ σπίτι του περισσότερο συγχωρεμένος, περισσότερο ἐλεημένος ἀπὸ τὸν ἄλλο. Δὲν εἶπε ὅτι ὁ Φαρισαῖος πῆγε χωρὶς νὰ τὸν συνοδεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς ξέχασε τὴν πίστη του, τὴν αἴσθηση τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸ καθῆκον.

Καὶ πάλι σήμερα βρισκόμαστε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό. Ὅλη τὴ ζωὴ του εἶχε ζήσει στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα, ὅλη τὴ ζωὴ του μεριμνοῦσε γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ πατέρα του –εἶχε δουλέψει σκληρά, μὲ πίστη, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στὴν κούραση, χωρὶς νὰ ζητᾶ καμιὰ ἀνταμοιβή, γιατί αἰσθανόταν ὅτι ἔκανε τὸ σωστό. Στὴν πραγματικότητα ὑστεροῦσε σὲ κάτι: τοῦ ἔλειπε ἡ ζεστασιά, ἡ τρυφερότητα, ἡ χαρὰ γιὰ τὸν πατέρα. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐντυπωσιάζει τόσο σ΄ αὐτὸν - ἡ πίστη του· παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καρδιά του δὲν ἦταν φλογερή, παρέμεινε πιστός. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔλαβε καμιὰ φανερὴ ἀνταμοιβὴ ἢ ἀναγνώριση παρέμεινε πιστὸς κι ἐργαζόταν σκληρά.

Πόσο σκληροὶ εἴμαστε ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι τοῦ ἀξίζει λίγη ἀπ’ τὴν συμπάθειά μας· ἀλλὰ πόσο λίγοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦν νὰ εἶναι τόσο πιστοί, τόσο τέλεια καὶ σταθερὰ ὑπάκουοι στὸ κάλεσμα τοῦ καθήκοντος ὅπως αὐτὸς ὅταν δὲν βρίσκουμε ἀνταπόδοση, ὅταν δὲν ἀκοῦμε ἕναν ἐνθαρρυντικὸ λόγο, ὅταν δὲν παίρνουμε τὴν παραμικρὴ ἀμοιβὴ ὅπως ἔκανε ὁ πατέρας ὅσον ἀφορᾶ τὸν μεγαλύτερο υἱό, ἐπειδὴ οἱ γύρω μας, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετοῦμε, ποὺ δουλεύουμε σκληρά, ποὺ τὸ συμφέρον τους βρίσκεται ἀκριβῶς στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, τὸ θεωροῦν δεδομένο. Δὲν εἶναι φυσικό; Δὲν εἶναι γιός μου; Δὲν εἶναι πατέρας μου; Δὲν εἶναι ἀδελφός μου; Σύζυγός μου; Φίλος μου; Δὲν σημαίνουν ὅλα αὐτὰ μία συνολικὴ δίχως ὅρια ἀφοσίωση ποὺ εἶναι ἡ δική του ἀνταμοιβή;

Πόσο σκληροὶ γινόμαστε συχνὰ στοὺς γύρω μας ποὺ τοὺς βάζουμε στὴν θέση τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ- ποὺ ποτὲ δὲν ἀναγνωρίζουμε καὶ ποὺ πάντοτε περιμένουμε νὰ κάνουν τὸ σωστό, ἀδιαμαρτύρητα καὶ τέλεια.

Στὴν πραγματικότητα ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶχε ζεστὴ καρδιά, εἶχε ἐπιστρέψει μὲ ραγισμένη καρδιά, ἕτοιμος νὰ ἀλλάξει, ἐνῶ ὁ ἄλλος μποροῦσε μοναχὰ νὰ συνεχίσει, νὰ περπατήσει τὴν πικρὴ πορεία του μὲ τὴν ἀμφιταλαντευόμενη πίστη του· ἐκτὸς ἂν ἀντιμετωπίζοντας τὴν συμπόνια τοῦ πατέρα, ἐκτὸς ἂν καταλάβαινε τί σήμαινε ὅτι ὁ μικρότερος ἀδελφός του ἦταν στὴν πραγματικότητα νεκρὸς καὶ ξανάζησε, ὅτι εἶχε ἀληθινὰ χαθεῖ καὶ βρέθηκε.

Ἂς σκεφθοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔχουμε ὅλοι κάποιον γύρω μας ποὺ τοῦ φερόμαστε μὲ τὴν ἴδια ψυχρότητα, ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶχε ὁ μεγαλύτερος υἱός, ἀλλὰ ὅλοι μας ἔχουμε κάποιον πρὸς τὸν ὁποῖο φερόμαστε ἐξίσου περιφρονητικὰ καὶ σκληρὰ ὅπως φερόταν ὁ μεγαλύτερος υἱὸς στὸν μικρότερο ἀδελφὸ ποὺ εἶχε ξεγράψει, ποὺ δὲν ἦταν ἀδελφὸς γιὰ κεῖνον· ποὺ εἶχε φανεῖ ἀγνώμων πρὸς τὸν πατέρα, ποὺ ἦταν ἀσυγχώρητος. Κι ὅμως, ἐκεῖ βρισκόταν ὁ πατέρας, τὸ θύμα τῆς ἀπόρριψης τοῦ υἱοῦ του, τὸ θύμα τῆς ἐλαφρόμυαλης συμπεριφορᾶς του, τῆς σκληρότητάς του, ποὺ τὸν συγχώρησε τρυφερὰ καὶ ὁλόψυχα.

Ἂς βροῦμε τὴ θέση μας σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ καὶ ὄμορφη παραβολὴ γιατί τότε ἴσως βροῦμε τὸν δρόμο μας, εἴτε παρότι ὁ καθένας πέρα ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος γιός, μολονότι λιγότερο τοῦ καθήκοντος, πολὺ λιγότερο τίμιος, πολὺ λιγότερο ἀφοσιωμένος στὶς μέριμνες τοῦ πατέρα, στοὺς φίλους, στοὺς συγγενεῖς· ἢ ἴσως μποροῦμε ν΄ ἀνακαλύψουμε στὴν καρδιὰ μας μιὰ δημιουργικὴ συμπάθεια γιὰ τὸν μικρότερο γιὸ καὶ νὰ μάθουμε πρῶτα ἀπ’ αὐτὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσταση ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει μιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια, μιὰ μεταστροφὴ καὶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας τουλάχιστον - ὁ Θεὸς- καὶ προφανῶς ἕνα πρόσωπο ἢ πολλά, ποὺ εἶναι ἕτοιμα νὰ μᾶς δεχθοῦν, νὰ μᾶς ἀπολυτρώσουν, νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ξεκινήσουμε μαζὶ μιὰ νέα ζωὴ – μὲ τὸν πατέρα, τὸν νεότερο καὶ τὸν μεγαλύτερο υἱό. Ἀμήν.


Ἀπόδοση στὰ νεοελληνικά: www.agiazoni.gr

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...