Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2012

Όσο ζεις, φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου.(Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης



15ΟΚΤ
Πολλοί είναι εκείνοι που δεν προσεύχονται. Τους φαίνεται, λένε, πως δεν έλαβαν καμιά δωρεά από το Θεό όταν προσευχήθηκαν. Την προσευχή τη λογαριάζουν περιττή. Λένε ακόμα πως ο Θεός τα γνωρίζει όλα, δεν έχει ανάγκη να του θυμίσουμε εμείς τι χρειαζόμαστε. Ξεχνούν όμως ότι ο Κύριος είπε: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ, ζ’ 7). Οι προσευχές μας είναι απαραίτητες για να μας στερεώσουν στην πίστη. Και χωρίς πίστη δεν μπορούμε να σωθούμε. «Τη γαρ χάριτι εστέ σεσωσμένοι διά της πίστεως» (Εφεσ. β’ 8), είπε ο απόστολος Παύλος. Κι ο Κύριος είπε στη Χαναναία: «Ω, γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. ιε’ 28). Γι’ αυτό το λόγο ο Κύριος άφησε τη Χαναναία να προσευχηθεί επίμονα, για να ξυπνήσει μέσα της την πίστη, να τη δυναμώσει. Αυτοί που δεν προσεύχονται δεν βλέπουν κάτι που είναι πολύ απλό· πως τους λείπει η πίστη, που είναι η πιο ανεκτίμητη κληρονομιά του χριστιανού, απαραίτητη όσο κι η ίδια η ζωή. Δεν καταλαβαίνουν ότι με την απιστία τους κατηγορούν ως ψεύτη τον ίδιο το Θεό (πρβλ. Α’ Ιωάν. α’ 10), ότι έτσι γίνονται τέκνα του διαβόλου, ανάξια να δεχτούν τις δωρεές του Θεού και οδηγούνται σίγουρα στον όλεθρο.
Την ώρα της προσευχής η καρδιά μας πρέπει να φλέγεται από την επιθυμία των πνευματικών χαρισμάτων κι από αγάπη για το Θεό. Πρέπει να έχουμε ζωηρά στο νου μας το μέγα Του έλεος προς το ανθρώπινο γένος, πως ο Θεός είναι πάντα έτοιμος ν’ ακούσει με πατρική αγάπη όλες τις προσευχές μας. «Ει ουν υμείς, πονηροί όντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;» (Ματθ. ζ’ 11).
Ο Θεός είναι η αιώνια Αλήθεια. Δεν ανέχεται από μας ν’ αμφιβάλλουμε στην αλήθειά Του ούτε για μια στιγμή. Ο Θεός είναι το αιώνιο έλεος, θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμοθ. β’ 4). Εμείς, τα παιδιά του Φιλεύσπλαχνου Θεού, έχουμε την υποχρέωση να επιθυμούμε μ’ όλη μας την καρδιά τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, ακόμα και των εχθρών μας. Και πρέπει να φροντίζουμε και ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.
Όσο ζεις, φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου. Να την ερευνάς, να την ακούς και να ψάχνεις να βρεις τι είναι αυτό που την εμποδίζει για να ενωθεί με τον Υπερευλογημένο Κύριο. Αυτό να το λογαριάσεις σαν την επιστήμη που είναι πάνω από κάθε επιστήμη. Και με τη βοήθεια του Θεού θα διαπιστώσεις εύκολα τι σε αποξενώνει από το Θεό και τι σε προσεγγίζει και σε ενώνει μαζί Του. Εκείνο που στέκεται περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στις καρδιές μας και το Θεό, είναι το πονηρό πνεύμα. Ο διάβολος μας αποξενώνει από το Θεό με διάφορα πάθη, με τις επιθυμίες της σάρκας ή των οφθαλμών και με τη ματαιοδοξία του κόσμου.
Είναι υπέροχο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κύριος, ο δημιουργός όλης της κτίσης, ορατής και αόρατης, μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα. Στο δικό Του πάναγνο Σώμα και το δικό Του πάναγνο Αίμα. Με τον άρτο και τον οίνο ο Υιός του Θεού δεν ενσαρκώνεται ξανά. Μια φορά ενσαρκώθηκε, κι αυτή είναι αρκετή για τους αιώνες των αιώνων. Αλλά μετουσιώνεται σ’ αυτό το ίδιο το σώμα, το οποίο έλαβε κατά τη σάρκωσή Του, με τον ίδιο τρόπο που πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και έθρεψε χιλιάδες ανθρώπους.
Υπάρχουν πάρα πολλά μυστήρια στη φύση τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου. Αν κι έχουν συγκεκριμένη μορφή, όμως υφίστανται μέσα στο μυστήριο. Το ίδιο γίνεται και με το μυστήριο του ζωοποιού σώματος και αίματος. Πώς το σώμα και το αίμα μεταμορφώνονται σε Σώμα και Αίμα του ίδιου του Κυρίου; Αυτό είναι ακατανόητο για μένα, όμως το μυστήριο υπάρχει.
Είμαι σκέτος πηλός. Ο δημιουργός μου έδωσε σάρκα και αίμα, μορφή και ψυχή. Ο Πάνσοφος και Παντοδύναμος Κύριος έχει απειράριθμα μυστήρια. Εγώ ο ίδιος είμαι ένα μυστήριο, σαν πλάσμα των χειρών Του. Για την ψυχή μου υπάρχει το Πνεύμα του Κυρίου- για την ψυχή και το σώμα μου υπάρχουν το Σώμα και το Αίμα Του.
Όπως η ψυχή φέρει το σώμα της, έτσι κι ο Θεός φέρει το σύμπαν ολόκληρο, όλους τους κόσμους, αφού ο ίδιος είναι άπειρα πιο αχανής απ’ αυτούς. Η ψυχή γεμίζει όλο το σώμα.
Το Πνεύμα του Κυρίου «πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ. Σολ. α’ 7). Μόνο που η ψυχή περιορίζεται στο σώμα, αν κι αυτό δεν είναι απόλυτο, μιας και μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε. Το Πνεύμα του Κυρίου δεν περιορίζεται από το σύμπαν, δεν εμπεριέχεται στον κόσμο, όπως η ψυχή στο σώμα.
Ο Χριστός οδηγείται στην καρδιά με την πίστη και κατοικεί εκεί με ειρήνη και χαρά. Δεν ειπώθηκε χωρίς λόγο πως ο Θεός «είναι Άγιος και αναπαύεται εν τοις αγίοις».
Δεν πρέπει να προσέχεις το κάλλος του ανθρώπινου προσώπου, αλλά την ψυχή. Δεν πρέπει ν’ ασχολείσαι με το ένδυμα του ανθρώπου (το σώμα είναι το προσωρινό ένδυμά του), αλλά με εκείνον που είναι ντυμένος μ’ αυτό. Μη θαυμάζεις τη μεγαλοπρέπεια του πύργου, αλλά δώσε προσοχή στον ένοικο που ζει εκεί, τι λογής άνθρωπος είναι. Βλέποντας διαφορετικά τον άνθρωπο, θα προσβάλλεις την εικόνα του Θεού. Θ’ απαξιώσεις το βασιλιά προσκυνώντας το δούλο, δε θα του απονείμεις ούτε την ελάχιστη τιμή που του αξίζει. Μην προσέχεις την εξωτερική ομορφιά του βιβλίου, αλλά το περιεχόμενό του. Διαφορετικά θα υποτιμήσεις το πνεύμα και θα εκθειάσεις τη σάρκα. Τα γράμματα κι η εμφάνιση του βιβλίου είναι η σάρκα· το περιεχόμενό του είναι το πνεύμα. Μη μαγεύεσαι από τους μελωδικούς ήχους ενός οργάνου ή μιας φωνής, αλλά από την επίδραση που ασκούν στην ψυχή, από τα λόγια του τραγουδιού. Να εκτιμήσεις το πνεύμα τους. Αν οι ήχοι προκαλούν στην ψυχή σου ειρήνη, σεμνότητα και αισθήματα ιερά, τότε άκουσέ τους, τάϊσε την ψυχή σου με τους ήχους αυτούς. Αν όμως διεγείρουν τα πάθη σου, τότε μην τους ακούς. Να εγκαταλείψεις τόσο τη σάρκα (τη μελωδία) όσο και το πνεύμα (τα λόγια) τέτοιας μουσικής.
Μέσα στην εγκόσμια ματαιότητα και το σκοτασμό της
σάρκας, ο εσωτερικός άνθρωπος νιώθει πιο ελεύθερος νωρίς το πρωί. Τότε δεν επηρεάζεται πολύ από τους πειρασμούς του πονηρού. Με το που ξυπνάει, αισθάνεται σαν το ψάρι που μερικές φορές πετάγεται παιχνιδιάρικα στην επιφάνεια του νερού. Την υπόλοιπη μέρα είναι σχεδόν ολόκληρη κλεισμένος σε αδιαπέραστο σκοτάδι. Τα μάτια του είναι καλυμμένα σαν με επίδεσμο, που τον αποστερεί από τη δυνατότητα να βλέπει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, φυσικών και πνευματικών. Αυτές τις πρωινές ώρες κοίταξε να τις επωφεληθείς. Είναι οι ώρες μιας καινούργιας ζωής. Μιας ζωής που ανανεώθηκε μετά από έναν πρόσκαιρο ύπνο. Οι ώρες αυτές μας προϊδεάζουν κατά ένα μέρος για την κατάσταση στην οποία θα βρεθούμε όταν αναστηθούμε αναγεννημένοι το μεγάλο και παγκόσμιο εκείνο πρωινό της ανέσπερης μέρας της ανάστασης, ή όταν θ’ απαλλαγούμε από το φθαρτό σώμα μας.
Ακόμα και την ώρα της προσευχής ο άνθρωπος κατά κανόνα δεν είναι γιός της ελευθερίας, αλλά δούλος της ανάγκης και του καθήκοντος. Πρόσεξε κάποιους ανθρώπους που συμπαθείς, ακόμα και ιερείς. Πόσοι απ’ αυτούς προσεύχονται με ανοιχτή καρδιά, με ζωντανή πίστη κι αγάπη;
Την ώρα της προσευχής μερικές φορές υπάρχουν στιγμές που κυριαρχεί πνευματική αγωνία, μαύρο σκοτάδι νεκρικό, που προέρχεται από την απιστία. Γιατί η απιστία είναι σκοτάδι. Τέτοιες στιγμές μην αφήσεις την ψυχή σου σε απόγνωση. Θυμήσου ότι αν έχεις δεχτεί το θείο φώς, αυτό εξακολουθεί να λάμπει πάντα σαν αστραπή, με όλη τη μεγαλοσύνη του, στην Εκκλησία του Χριστού, στον ουρανό και τη γη, μα και στον υλικό κόσμο, όπου «η αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης» (Ρωμ. α’ 20) είναι ορατή. Μη νομίζεις πως έχασες την αλήθεια, γιατί αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός. Όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο έχουν αιτία τους τον Κύριο, θεμελιώνονται σ’ Αυτόν. Η δική σου αδύναμη, αμαρτωλή και σκοτισμένη καρδιά είναι που εκπίπτει από την αλήθεια. Γιατί πολλές φορές δεν μπορεί ν’ αντέξει τη δύναμη που έχει το φως της αλήθειας, δεν είναι πάντα ικανή να δεχτεί την καθαρότητά του, παρά μόνο αν έχει καθαριστεί από τις αμαρτίες της.
Η αμαρτία είναι η πρώτη αιτία του πνευματικού σκότους. Κι αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν στην καρδιά σου κατοικεί το φως της πίστης, η αλήθεια του Θεού, τότε μόνο νιώθει ειρηνική, δυνατή και ζωντανή. Όταν όμως η πίστη υποχωρήσει, τότε η καρδιά σου γίνεται ανήσυχη, αδύνατη σαν ένα καλάμι που το φυσάει ο άνεμος, χωρίς ζωή. Μη δίνεις καμιά σημασία σ’ αυτό το σκότος του σατανά. Διώξε το μακριά από την καρδιά σου, κάνοντας το σημείο του ζωοποιού σταυρού!
Ακόμα κι αν όλη τη μέρα την πέρασες με πολλές ασχολίες και σκοτούρες, μη λυπηθείς τον εαυτό σου και αμελήσεις το ιερό έργο της προσευχής. Να κάνεις την προσευχή σου στο Θεό ως το τέλος με προθυμία, μ’ όλη σου την καρδιά, γιατί είναι ένα καθήκον που το οφείλεις στο Θεό. Όταν βάλεις το χέρι σου στο αλέτρι, μην κοιτάζεις πίσω (πρβλ. Λουκ. θ’ 62). Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να προσευχηθεί αδιάφορα κι απρόσεκτα κι όχι από την καρδιά σου, τότε μην κοιμηθείς προτού κλάψεις με δάκρυα μπροστά στο Θεό, ζητώντας Του να σε συγχωρήσει για την αμαρτία σου. Αυτό βέβαια δε γίνεται με όλους τους ανθρώπους, αλλά με τους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή. Γι’ αυτό να προσέχεις, να μη βάζεις τη σάρκα σου πάνω από το Θεό. Για χάρη Του να περιφρονείς τη σωματική ξεκούραση.
(Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή μου». Αθήνα 2003, σ. 31-36)

Φουνταμενταλισμός.Μία αξιόλογη προσέγγιση σε ένα επικίνδυνο φαινόμενο.


Ο Φουνταμενταλισμός, στα ελληνικά αποδίδεται ως «θεμελιοκρατία» (fundamentum = θεμέλιο). Στη σύγχρονη σκέψη με τον Φουνταμενταλισμό εννοούμε όχι απλώς την προσκόλληση στα «θεμέλια» της πίστης, της ιδεολογίας κλπ. και την αναγωγή τους σε κριτήριο γνησιότητας και αυθεντικότητας, ούτε πάλι το στείρο συντηρητισμό και τον νοσηρό ζηλωτισμό, αλλά κυρίως την επιθετική και επκίνδυνη και ενίοτε ανεξέλεγκτη μορφή του συντηρητισμού και του ζηλωτισμού, υπό μορφή άκρατου φανατισμού και ανυποχώρητης μισαλλοδοξίας.
Οι Φουνταμενταλιστές αισθάνονται, ότι κινδυνεύει η ταυτότητά τους (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, ιδεολογική κλπ.) και ότι απειλείται η αυθεντικότητά τους από τις διαβρωτικές διαδικασίες των νεωτερισμών, της εκκοσμίκευσης και του εκμοντερνισμού, τα οποία επιβάλλουν οι ραγδαίες κοινωνικές εξελίξεις.
Το κατ’ αρχήν υγιές αυτό συναίσθημα του κινδύνου οδηγεί τους Φουνταμενταλιστές σε μια συσπείρωση για αντίδραση και υπεράσπιση της «παραδόσεώς» τους, των «θεμελίων» τους (for the Fundamentals).
Αυτή η αντίδραση όμως, εφ’ όσον κινείται εκτός του κλίματος της υγιούς αντίληψης περί Παραδόσεως, λαμβάνει τελείως αρνητικό χαρακτήρα, για τους εξής γενικώς λόγους:
- έχει σαφώς μια στατική αντίληψη της ιστορίας και του κόσμου,
- ταυτίζει την (σταθερή) ουσία και την αλήθεια με τους (ρέοντες) τύπους και τις ιστορικές εκφράσεις της,
- απολυτοποιεί θεσμούς και μορφές,
- ταυτίζει το σκοπό με τα μέσα για την επίτευξή του,
- προσκολλάται στο «γράμμα» και αγνοεί το «πνεύμα»,
- προσηλώνεται στο μερικό και χάνει το καθολικό,
- αρνείται τον γόνιμο και φιλάδελφο διάλογο και απορρίπτει αλαζονικά τους «αντιφρονούντες»,
- περιφρονεί τον πλούτο της ποικιλίας των απόψεων και επιμένει φανατικά στην μονοδιάστατη και μονολιθική αντίληψή της,
- δεν κατανοεί και δεν θέλει την «ενότητα εν τη ποικιλία» και την «ποικιλία εν τη ενότητι»,
Και εν συντομία, φοβάται την δυναμική πρόοδο και ανανέωση και γι’ αυτό αγωνίζεται με μια στείρα επιμονή και έναν εγωκεντρικό απομονωτισμό για την διατήρηση των «θεμελίων» (ωσάν τα θεμέλια να έγιναν για τα θεμέλια!), ενώ η ερειπωμένη κατοικία αναμένει ματαίως την ανακαίνιση και ολοκλήρωσή της… (Κυπριανού Αγιοκυπριανίτη, Αρχιμανδρίτη. Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις. Αθήνα 1997, σελ. 89-90).
Η κίνηση αυτή του θεμελιωτισμού δημιουργήθηκε στην Αμερική σε αντίδραση προς την φιλελεύθερη θεολογία του ιθ’ αιώνα. Οι Αμερικανοί φουνταμενταλιστές είναι τρόπον τινά οι διάδοχοι των Άγγλων πουριτανών, οι οποίοι έφθασαν στον Νέο Κόσμο στις αρχές του ιζ’ αιώνα, ίδρυσαν αποικίες στην ανατολική ακτή της Β. Αμερικής και επιχείρησαν την οικοδόμηση της «πολιτείας του Θεού» με Καλβινιστική βάση. Στην εποχή της Νέας Αγγλίας ανάγεται ο μύθος για τον «νέο λαό του Θεού» και την «νέα Ιερουσαλήμ». Εδώ δε, έχουμε έναν παραλληλισμό. Όπως ο Ιουδαϊκός λαός πέρασε από την αιχμαλωσία της Αιγύπτου και ύστερα, μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, οδηγήθηκε στην γη της επαγγελίας, έτσι και «ο νέος λαός του Θεού», οι άγγλοι πουριτανοί, ύστερα από τους διωγμούς για χάρη της πίστης τους στην Αγγλία, οδηγήθηκαν μέσω του Ατλαντικού στην νέα γη της επαγγελίας, στην Αμερική! Ο μύθος αυτός οδήγησε στην πίστη για την υπεροχή του American way of life (Αμερικάνικου τρόπου ζωής).
Οι πουριτανοί του ιζ’ αιώνα ακολούθησαν το Καλβινιστικό δόγμα και αναγνωρίζουν πολιτικά και εκκλησιαστικά δικαιώματα μόνο σε ορισμένους εκλεκτούς, που αποδείκνυαν την ευλογία του Θεού και με την υλική τους ευημερία. Όμως σύντομα έγινε αντιληπτό, πως η υλική ευημερία δεν είναι οπωσδήποτε αποτέλεσμα της ευλογίας του Θεού και έτσι εισήχθη το δημοκρατικό στοιχείο, το οποίον ενισχύθηκε και από τις διάφορες αναγεννητικές κινήσεις του ιη’ αιώνα.
Το βασικό δόγμα της κίνησης αυτών ήταν, ότι ο καθένας μπορεί να γίνει εκλεκτός, αρκεί να αποκτήσει την εμπειρία της σωτηρίας, που συντελείται με συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία μεταστροφής. Αυτή η εμπειρία δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί από καμία εκκλησιαστική ή θεολογική αυθεντία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπογραμμίσθηκε η σημασία της προσωπικής εμπειρίας και η απόρριψη του διανοητικού στοιχείου, πράγμα που οδήγησε και στην απόρριψη της θεολογικής και εκκλησιαστικής μόρφωσης. Πάνω σ’ αυτή τη βάση δημιουργήθηκε κατά τον ιθ’ αιώνα ο αμερικανικός προτεσταντικός Φουνταμενταλισμός.
Η διδασκαλία του επικεντρώνεται στον αγώνα των «παιδιών του Θεού» εναντίον του κόσμου, που είναι κακός. Ο κόσμος του Θεού θα γίνει πραγματικότητα με την Δευτέρα παρουσία, που πλησιάζει. Όμως προηγουμένως θα έλθει ο Αντίχριστος και θα γίνει η μάχη του αρμαγεδώνα, όπου θα αφανισθούν τα δύο τρίτα της ανθρωπότητας. Αλλά οι «αναγεννημένοι» δεν χρειάζεται να ανησυχούν. Αν δεν βρίσκονται μεταξύ των 144000 που θα «αρπαγούν» στον ουρανό, θα αναστηθούν για ζωή. Οι άλλοι θα αναστηθούν για αιώνια καταδίκη! Στόχος τους δε,  τίθεται η συμμετοχή της Αμερικής στις «ευλογίες της χιλιετούς βασιλείας του Χριστού στην γη». Το «ευαγγέλιο» που κηρύττεται προέρχεται «απ’ ευθείας από τον Θεό», έχουν δε το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και όλα τα χαρίσματα, που έλαβαν οι Απόστολοι στην Πεντηκοστή. Εκτός από τις «εντολές», που παίρνονται από τον Θεό, μπορούν να κάνουν προφητείες και τρομερά θαύματα, ο δε πλούτος αποτελεί απόδειξη της ευλογίας και επομένως, κριτήριο της γνησιότητας ενός κήρυκα!!! (Αλεβιζόπουλου Α. Πρωτοπρεσβύτερου. Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων. Πρέβεζα 1991, σελ. 293-299).
.
Για να συμπυκνώσει κανείς εννοιολογικά και να παρουσιάσει το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να αναφέρει, ότι ενώ ο Φουνταμενταλισμός είναι στην κυριολεκτική του έννοια ουδέτερος όρος, αποκτάει όμως το ειδικότερο περιεχόμενό του, είτε από τους αναφερόμενους σε αυτόν επιθετικούς προσδιορισμούς, είτε από την ιστορική του φαινομενολογία ή και τις περιστασιακές του φορτίσεις. Το φαινόμενο, δηλαδή, του Φουνταμενταλισμού έχει ουσιαστική σχέση με την εποχή του και με τις δεδομένες κοινωνίες, μέσα από τις οποίες αναδύεται δραματικά ως έκφραση προβληματισμού (στο αρχικό στάδιο της «νόσου») και  αγωνίας για την φθορά που υφίστανται τα μεγέθη του πνευματικού χώρου (παράδοση, πίστη, αξίες) και είναι ανάγκη με μια καθολική αφύπνιση να επιτελεσθεί η κάθαρση και ο επαναπροσανατολισμός στο αυθεντικό (Χαραμαντίδη Α. Αρχιμανδρίτη. Φουνταμενταλισμός και τρόποι υπέρβασής του.  Άρθρο στο περιοδικό Εκκλησία, αρ. 18, 1-15 Δεκ. 1995, σελ. 765).
Μια από τις βασικές πτυχές της εννοιολογικής προσέγγισης του Φουνταμενταλισμού συνίσταται στην τοποθέτησή του στη σχέση μεταξύ πίστης και έκφρασης της πίστης, η οποία σχέση συνεπάγεται άλλες σχέσεις και διχοτομίες, όπως π.χ. μεταξύ ουσίας και τύπου, πνεύματος και γράμματος, σημαινομένου και σημαίνοντος. Έτσι η προσήλωση στην παράδοση σημαίνει επίκληση της παλαιότητας ή της αρχαιότητας, απολυτοποίηση του παρελθόντος και του  μερικού (που συνιστά αντίθεση στην καθολικότητα), και  υποταγή στον συντηρητισμό (για τον φόβο της ελευθερίας) (Όπως ανωτέρω, σελ. 766).
Τι σχέση όμως μπορεί να έχουν όλα αυτά τα παραπάνω     αναφερθέντα αιρετικά δόγματα με την Ορθοδοξία και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στην χώρα μας το φαινόμενο του Φουνταμενταλισμού;  Πράγματι, ο ξενόφερτος αυτός φουνταμενταλισμός μεταφράζεται στη χώρα μας στον λεγόμενο ζηλωτισμό ή συντηρητισμό, τον οποίον έχουν και τρέφουν διάφορες θρησκευτικές κινήσεις και ρεύματα, τα οποία  προσπαθούν  να  επαναφέρουν  τους πιστούς  στις ρίζες της θρησκευτικής τους ζωής. Κάτι παρόμοιο βλέπουμε να γίνεται στον μουσουλμανικό κόσμο, όπου διάφορα ισλαμικά κινήματα επιδιώκουν  την  ανάγνωση  του  Κορανίου  μέσα από το πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε και την απόρριψη παραδόσεων, που το υπερφόρτωσαν και όπως πιστεύεται το διαστρέβλωσαν. Με άλλα λόγια επιδιώκεται να ανακαλυφθεί και να παρουσιασθεί το «πολιτικό μοντέλο στην κοινωνία των χρόνων του Μωάμεθ».
Στον Ορθόδοξο χώρο υπάρχουν μερικοί, που ερμηνεύουν τα κείμενα της Αγίας Γραφής απορρίπτοντας όλες ή εν μέρει τις ερμηνευτικές πατερικές παραδόσεις και υπάρχουν άλλοι, που τα ερμηνεύουν φιλελεύθερα κατά τον δικό τους στοχασμό, πράγμα που φαίνεται στην ερμηνεία της Αποκάλυψης του Ιωάννη, όπου ορισμένοι την ερμηνεύουν συμβολικά κατά υπερβολικό τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τις πατερικές ερμηνείες.
Είναι προφανές, ότι -μέσα στα όρια πάντοτε της αυθεντικής εκκλησιαστικής ζωής και εμπειρίας- με τον Φουνταμενταλισμό έχουμε ενώπιόν μας το θλιβερό και άκρως επικίνδυνο φαινόμενο της πνευματικής ζωής, το οποίο η Ορθόδοξη Παράδοση αντιμετώπισε ανέκαθεν ως «πλάνη» και «ου κατ’ επίγνωσιν ζήλον» και το οποίο βεβαίως είναι πάντοτε ένας υπαρκτός κίνδυνος σε προσωπικό επίπεδο, με προεκτάσεις φυσικά κοινωνικές.
Η πιστότητα στα «θεμέλιά» μας και η αναφορά μας στην Ιερά Παράδοση, εφ’ όσον τούτο γίνεται μέσα από την χαρισματική ορθόδοξη προοπτική, ουδόλως σημαίνει Φουνταμενταλισμό, στείρα Παραδοσιαρχία, νοσηρή παρελθοντολογία και νομικίστικη νοοτροπία.
Το Ησυχαστικό και Ευχαριστιακό ήθος της Ορθοδοξίας βιώνει δυναμικά στο εκάστοτε ιστορικό «νυν» το εσχατολογικό μέλλον («παρούσα εσχατολογία»), η δε προσωπική κοινωνία μας με τον Θεάνθρωπο («το Α και το Ω», «η Αρχή και το Τέλος») μας μεταμορφώνει σε κατά χάριν ακτίστους, μας εντάσσει στην «Κοινωνία των Αγίων» (Communio Sanctorum) και μας δίδει το χάρισμα να υπερβαίνουμε την ειδωλοποίηση κάθε κτιστού και την στεγανοποίηση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος.
Η χαρισματική εν Χριστώ ζωή της Εκκλησιαστικής Κοινότητας του παρελθόντος βιώνεται δυναμικά εν Πνεύματι Αγίω στο παρόν με κέντρο τη Θεία Ευχαριστία και πορεύεται προς το μέλλον για την ολοκλήρωσή της και τελείωσή της εν τη ζωή της Αγίας Τριάδος.
Για το λόγο αυτό η γνήσια Ορθοδοξία δεν αντιμετωπίζει ποτέ ψευτοδιλήμματα, ούτε παραπαίει  μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού, απομονωτισμού και διεθνισμού, επαρχιωτισμού και Οικουμενισμού, εφ’ όσον είναι διαρκώς «νέα», «ανακαινιζόμενη», και «σύγχρονη», ως διαρκής φανέρωση της «Καινής Κτίσης» (Κυπριανού Αγιοκυπριανίτη, Αρχιμανδρίτη. Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις. Αθήνα 1997, σελ. 91-92).
Ως γνωστόν η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται, ότι η μοναδική πηγή της πίστης είναι η Αποκάλυψη-φανέρωση του Θεού, που δίδεται στους Αγίους. Οι Άγιοι ως μέλη της εκκλησίας-σώματος του Χριστού, καταγράφουν την εμπειρία τους, τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στα δόγματα. Έτσι η Εκκλησία δια των αγίων της γράφει την Αγία Γραφή και την ερμηνεύει. Επομένως πάνω από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση βρίσκεται η Εκκλησία, όπως εκφράζεται δια των Αγίων, των πραγματικών μελών της (Ιεροθέου. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου. Μουσουλμανικός και Χριστιανικός Φονταμενταλισμός. Άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή. Αθήνα 10.12.95).
Στην Ορθοδοξία γίνεται διάκριση μεταξύ των όρων συντήρηση και παράδοση. Η συντήρηση διακρίνεται για την θεοποίηση μερικών αποστεωμένων σχημάτων του παρελθόντος, ενώ η παράδοση για μια δυναμική πορεία της ζωής του παρελθόντος στο παρόν. Η συντήρηση είναι φουνταμενταλισμός, η παράδοση όχι. Ο φουνταμενταλισμός, είτε μουσουλμανικός, είτε χριστιανικός αποτελεί έναν μεγάλο κίνδυνο για τις κοινωνίες, την Εκκλησία, αλλά και για το ίδιο το πνεύμα του ανθρώπου, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ή ανεξέλεγκτες καταστάσεις (Ναυπάκτου Ιερόθεου,  ως ανωτέρω).

Ἡ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία » (Π. Εὐδοκίμωφ)



14ΟΚΤ

Ἡ λειτουργία λέγεται καί μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἄς μείνομε στή λέξη μυστήριο. Μέσα ἀπό τά μυστήρια ὁ ἄνθρωπος παίρνει τά ἀντιπροσωπευτικά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί τά εὐλογεῖ, ἁγιάζει ἔτσι τήν ἴδια τήν ἀρχή τῆς καρποφορίας τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται ὅτι ἡ γῆ πού δουλεύει εἶναι ἅγια. Ὅτι τό κάθε τι ἔχει προορισμό τήν λειτουργική του τελείωση π.χ. προορισμός τοῦ νεροῦ εἶναι νά συμμετάσχει στό μυστήριο τῆς Ἐπιφανείας, τοῦ ξύλου νά προσφέρη τόν Σταυρό κ.ο.κ. Ὁ Θεός προσέφερε τόν κόσμο αὐτόν ἐδῶ στόν ἄνθρωπο καί κάθε ἄνθρωπος εἶναι προορισμένος νά ἀποδώση αὐτόν τό κόσμο στόν Θεό σάν προσφορά.
Σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νά γνωρίζουμε τόν Θεό διά τῆς κοινωνίας. Ἡ κοινωνία εἶναι ἡ μέθεξη, ἡ συμμετοχή, ἡ γαμήλια ἕνωση ὅπου ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέρος τοῦ Ἄλλου, ὅπου ἡ καρδιά ἀπορροφᾶ τόν Κύριο καί ὁ Κύριος ἀπορροφᾶ τήν καρδιά. Λέει ἐδῶ ὁ Νικ. Καβάσιλας. Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου δημιουργήθηκε σάν μία ἀπέραντη κοσμηματοθήκη, ἀρκετά πλατειά γιά νά χωρέση τόν ἴδιο τόν Θεό.
Ἡ λειτουργία ἀναμιμνήσκεται (ἐνθυμεῖται) «τοῦ Ἀρνίου (Ι.Χ.), τοῦ θυσιασμένου ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ἐνθυμείται δηλαδή τήν ὑπέρτατη προσφορά τοῦ Θεοῦ, νά θυσιάσει τόν Ὑιόν του τόν ἀγαπητό γιά τήν Σωτηρία μας. Ἔτσι ἑνώνουμε τίς εὐχαριστίες-δοξολογίες μας μέ αὐτές τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων πού ψάλλουν τόν Τρισάγιο Ὕμνο. Ἡ ἐπίγεια Λειτουργία εἶναι καρπός τῆς οὐράνιας Θείας Λειτουργίας καί ἡ Βασιλεία ἔρχεται κοντά μας μέσα σέ μιά ἀτέλειωτη λειτουργική Πεντικοστή!
Στήν Θεία Λειτουργία προσευχόμαστε. Ἡ Ἁγία Θηρεσία ἔλεγε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι νά σχετίζεσαι φιλικά μέ τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν μέσα στήν ἐκκλησία συγκεντρώνεται, ἐν σιωπῇ, καί προσπαθεῖ νά ἀκούσει τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφουγκραστεῖ τήν παρουσία Του. Ἡ φωνή τοῦ Κυρίου φτάνει μέσα ἀπό κάθε ἀνθρώπινη φωνή, τό πρόσωπό του εἶναι πολύμορφο. Εἶναι τό πρόσωπο τοῦ προσκυνητή πρός Ἐμμαούς, τοῦ κηπουροῦ πού συνάντησε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, τό πρόσωπο τοῦ συνοδοιπόρου πού βαδίζει ή στέκεται δίπλα μας. Ὁ Θεός σαρκώθηκε γιά νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά «θεωρῆ» τό πρόσωπό Του μέσα ἀπό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ συμβουλεύει νά προσευχώμαστε μέχρι νά κατέβει πάνω μας τό Ἅγιο Πνεῦμα…. ὅταν ἔλθῃ νά μᾶς ἐπισκεφθῆ, τότε πρέπει νά σταματοῦμε τήν προσευχή. Ἡ δυσκολία στόν σημερινό ἄνθρωπο προέρχεται ἀπό τήν διάσταση μεταξύ καρδιᾶς καί διανοίας. Ἡ ἀρχαία παράδοση προτείνει : Τό πρωί βάλε τήν διάνοιά σου μέσα στήν καρδιά σου καί μεῖνε ὅλη μέρα συντροφιά μέ τόν Θεό. Ἡ προσευχή εἶναι ἡ ἀνάβασις τοῦ νοῦ πρός τόν Θεόν. Πρέπει λοιπόν νά ἔχομε σάν σκοπό νά γίνουμε ἡ σαρκωμένη προσευχή. Κάθε προσευχή ὅπως δίδαξε ὁ Χριστός ἔχει τρεῖς μορφές, τήν αἴτηση, τήν προσφορά, τήν δοξολογία. Ἡ βασσιλίς τῶν προσευχῶν δέ εἶναι ἡ καρδιακή προσευχή ὅπου ἡ ἄβυσσος τῆς πτώσεως (ὁ ἄνθρωπος) ἐπικαλεῖται τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐπίκληση «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Αὐτἠ ἡ ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος προσφέρεται σάν εὐλογία σέ κάθε πρᾶγμα, σέ κάθε πᾶσμα καί τίθεται ἐπ’αὐτοῦ σάν θεϊκή σφραγῖδα.
Προσεύχεσθε λοιπόν γι’αὐτούς πού δεν ξέρουν ἤ δέν θέλουν νά προσεύχωνται καί κυρίως γι’αὐτούς πού δέν προσευχήθηκαν ποτέ.
Ἡ προσευχή ὅμως εἶναι καί ἕνας ἀγῶνας ἐνάντια στήν ὀκνηρία καί τήν βαρύτητα τῆς ψυχῆς. Γι’αὐτό καί τό σῶμα χρειάζεται νά πάρει ἐνεργό μέρος μέ νηστεία, γονυκλισίες, μετάνοιες πού βοηθοῦν στήν συγκέντρωση τοῦ πνεύματος πού πολύ εὔκολα σάν ἰδέες καί σκέψει μᾶς μεταφέρει ἀλλοῦ. Σύμφωνα μέ τήν ἔννοια τῆς λέξεως λειτουργία, πού σημαίνει «ἔργο τοῦ λαοῦ» διδάσκεται ἡ ἀληθινή σχέση ἀνάμεσα στό ἐγώ καί στούς ἄλλους εἴτε παρόντες εἴτε ἀπόντες. Παλαιότερον οἱ Πατέρες ὅταν μιλοῦσαν γιά τήν θεία Εὐχαριστία χρησιμοποιοῦσαν σκέτη τή λέξη «προσευχή». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μιλάει γιά τό χριστιανικό σπίτι καί τό παρομοιάζει σάν «κατ’οἶκον ἐκκλησία», σάν τόπο ἀδιάκοπης προσευχῆς. Μάλιστα ὑπάρχουν καί μονές τῶν «ἀκοιμήτων» ὅπου οἱ μοναχοί μοιράζονται σέ ὁμάδες καί ἡ προσευχή δέν σταματᾶ ποτέ, οὔτε μέρα οὔτε νύχτα.
Ἡ ἐνεργός συμμετοχή ὅλων στήν Λειτουργία τῆς Ἀνατολῆς ἑνώνεται μέ τήν ψαλωδία τῶν ἀγγέλων χωρίς νά ἐπιτρέπεται ποτέ νά χρησιμοποιηθοῦν μουσικά ὄργανα, πού εἶναι ἦχοι χωρίς λόγια. Τό Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ἑνώνει τόν λόγο, τήν εἰκόνα καί τήν ψαλμωδία σέ μιά μοναδική καί ἀστραποβόλα φανέρωση τῆς Δόξης τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τό Ἅγιο Πνεῦμα μεταφέρει μέσα στήν πνοή του και καθιστᾶ ἀκουστό τό Λόγο, τό ἴδιο και ἡ ψαλμωδία εἶναι πνοή πού μέ τήν ὑπερβατική της «γλυκύτητα» εἰσάγει τό λόγο στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Κάθε μελωδία, πού θά διεκδικοῦσε μία προτεραιότητα σάν μελωδία παραμορφώνει τό νόημα και παρουσιάζει μιά ἀπαράδεκτη παραφωνία. Ἡ αὐστηρή καθαρότητα τῆς ἀληθινῆς ἐκκλησιαστικῆς ψαλμωδίας προσφέρει τόπο στήν μυστηριακή παρουσία τοῦ Λόγου καί τοῦ ἐπιτρέπει νά ἐνεργεῖ μέ τίς δικές του ἐνέργειες. Προϋποθέτει δέ «ἀκουστική νηστεία», πού εἶναι ἀνάλογη μέ τήν «νηστεία τῶν ὀφθαλμῶν»τών ἁγιογράφων. Μόνο ἡ ἀνθρώπινη φωνή μπορεῖ νά περιβληθῆ τό ἀξίωμα τοῦ μεσολαβητοῦ ἐνώπιον τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ὁ χορός πού ψάλλει ἐν μίᾳ ψυχῇ» ἑνωμένος μέ τόν χορό τῶν ἀγγέλων.
Στήν ἀρχή ἡ Θεία Εὐχαριστία ἐτελεῖτο μόνο τίς Κυριακές. Ὁ ὄρθρος σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, κάθε πρωί ἀποδίδει σέ κάθε ὅν καί σέ κάθε πρᾶγμα τό βιβλικό τους νόημα δηλαδή νά εἶναι πρλάσματα τοῦ Θεοῦ, προορισμένα νά τόν δοξάζουν. Ὁ ἐσπερινός ἐκφράζει τόν θαυμασμό τοῦ ἀνθρώπου πού παρ’ὅλες τίς ἀδυναμίες του εἶναι ἀκόμα ζωντανός καί μπορεῖ νά εὐχαριστή τόν Θεόν γιατί τόν ἐνδυνάμωσε.
Οἱ Ὧρες, τρίτη (9η πρωϊνή), ἕκτη (12η μεσημβρινή) καί ἑνάτη (15η ἀπογευματινή) ἔχουν σκοπό τήν τριπλή ἐπιστροφή στόν Θεό. Ἔτσι ἔχομε ἕκτη (12η μεσημβρινή), ἀναφέρεται στήν σταύρωση, ἑνάτη (15η ἀπογευματινή) στόν θάνατο, τρίτη (9η πρωϊνή) στήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ πρώτη (μεσάνυχτα) στήν ἀγρυπνία τοῦ Πνεύματος.
Ἡ χριστιανική Κυριακή δέν εἶναι ἡ ἑβδόμη μέρα, τό σάββατο τῆς ἰουδαϊκῆς ἑβδομάδος. Ἀλλά ἡ ἑπομένη τοῦ ἰουδαϊκοῦ σαββάτου. Εἶναι τό ἑβδομαδιαῖο Πάσχα καί ταυτόχρονα ἡ πρώτη μέρα ἀνάμνησης τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, καί ἡ ὀγδόη μέρα, ἡμέρα τοῦ ἥλιου ἤ τοῦ ἀδύτου φωτός, ἡ ἀνάμνηση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί προεικόνιση τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἄν τό Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως τοῦ Θεοῦ, ἡ Κυριακή εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως τοῦ σωσμένου ἀνθρώπου πού εἰσέρχεται εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου καί συμμετέχει στούς «γάμους» τοῦ Ἀρνίου. Εἶναι ἐπίσης ἡ πρόγευση καί ἀναγγελία τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅταν ὁλόκληρο τό σύμπαν, μέσα στό πῦρ τῆς τελικῆς μεταμορφώσεων, θά γίνη αἰώνια εὐχαριστία. Γι’αὐτό οἱ Κανόνες ἀπαγορεύουν νά προσευχόμαστε γονατιστοί τήν Κυριακή. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τό ἐξηγεῖ ταυτίζοντας τήν προσευχή σέ ὄρθια στάση μέ τήν ἀναζήτηση τῶν οὐρανίων πραγμάτων. Εἶναι μία στάση έσχατολογική τῆς προσμονῆς τῆς Παρουσίας. Ἡ Εὐχαριστία λοιπόν εἶναι ἡ πρόγευση τῆς τελικῆς Μεταλήψεως, πρός τό παρόν εἶναι ἡ «Κεκαλυμμένη Τράπεζα» ἐνῶ ἡ «Ἁποκεκαλλυμμένη Τράπεζα» ἀνήκει στόν ἄλλο αἰῶνα. Φανερώνει ὅτι στόν μέλλοντα αἰώνα ἡ ἀληθινή ὕπαρξη εἶναι ἡ αἰώνια εὐχαριστία, δοξολογία, κοινωνία. Ἔτσι ὁ ρυθμός τῆς Θείας Λειτουργίας τοποθετεῖται ἀνάμεσα στήν Σάρκωση καί τήν Δευτέρα Παρουσία-ἀπό τήν Ἀνάληψη τοῦ πρώτου Παρακλήτου, τοῦ Χριστοῦ, στήν κάθοδο τοῦ δευτέρου Παρακλήτου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Τό λειτουργικό ἔτος ἔχει δύο πόλους α) νηστεία Χριστυγέννων, Γέννηση Κυρίου καί Θεοφάνεια καί ἀφ’ἑτέρου β) τό Πάσχα, τήν Ἀνάληψη καί τήν Πεντηκοστή.
Ἡ Λειτουργία διατρέχει τήν Βίβλο στήν ὁλότητά της. ὁλόκληρο τό ψαλτήρι διαβάζεται μέσα στήν ἑβδομάδα καί κατά τήν διάρκεια του ἑτήσιου κύκλου διαβάζεται ἡ Καινή Διαθήκη (ἐκτός τῆς Ἀποκαλύψεως). Ὁ μοναχισμός ἦταν πού μετέβαλε τήν Βίβλο σέ Λειτουργία. Τό Ἅγιο Πνεῦμα μιλάει μέ τήν Λειτουργία ὅπως παλαιότερα μέ τούς προφῆτες. Εἴτε γήινη μετάφραση, εἴτε εἰκόνα τῆς Λειτουργίας πού τελεῖται στόν οὐρανό ἀπό τόν Μεγάλο Ἀρχιερέα «κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ», δηλαδή τόν Χριστό περιβαλλόμενο καί ὑπηρετούμενο ἀπό ἀγγέλους μέ ἱερατικά διακονικά ἄμφια, ἡ Λειτουργία εἶναι πάντοτε ἡ Θεία Λειτουργία.
Τό ἅγιο εἶναι ἡ εἰσβολή τοῦ ἐντελῶς ἄλλου μέσα σ’αὐτό τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός εἶναι Ἅγιος, κάθε ἄλλο στοιχεῖο αὐτοῦ τοῦ κόσμου δέν εἶναι ποτέ ἅγιο ἀπό τή φύση του, ἀλλά πάντοτε «τῇ μεθέξει». Τί ἐννοοῦμε; Ἡ θεϊκή ἐνέργεια ἀποσπᾶ ἕνα ὅν ἤ ἕνα πρᾶγμα ἀπό τίς ἐμπειρικές φυσικές του συνθῆκες καί τό τοποθετεῖ σέ κονωνία μέ τίς ἁγιαστικές, ὑπερβατικές ἐνέργειες. Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἅγια γιατί εἶναι μάρτυς τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν λόγο Του, ὅπως κάθε ἐκκλησία εἶναι ἅγια γιατί ὁ Θεός κατοικεῖ ἐκεῖ, ὁμιλεῖ καί προσφέρεται τροφή. Κάθε βαπτισμένος χριστιανός εἶναι «χρισμένος», σφραγισμένος μέ τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού τόν ἐνσωματώνουν στόν Χριστό. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τά μέλη μιᾶς κοινότητος «ἁγίους». Ἄς συνοψήσομε. Ὁ μόνος, ὁ μοναδικός ἅγιος ἐκ φύσεως εἶναι ὁ Χριστός. Τά μέλλη του, οἱ πιστοί, εἶναι ἅγιοι μόνο κατά μέθεξιν.
Ἡ Λειτουργία ἀποκαθιστᾶ τίς πιό καθημερινές πράξεις τῆς ζωῆς, δηλαδή τήν βρώση, τήν πόση, τό νίψιμο, τήν ὁμιλία, τήνκίνηση τήν ζωή. Σέ εἰσάγει στόν κόσμο τῶν συμβόλων. τό σύμβολο εἶναι ἕνα σημεῖο πού καθοδηγεῖ, πληροφορεῖ, ὑποδεικνύει ὅπως ἡ ταμπέλα ἑνός μαγαζιοῦ. στά ἑλληνικά ἡ λέξεις σύμβολο καί διάβολος προέρχονται ἀπό τήν ἴδια ρίζα, ἔχουν ὅμως ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἔννοια: ὁ διάβολος διχάζει, κομματιάζει, ἀπομονώνει ἐνῶ τό σύμβολο ἐνοποιεῖ, δένει, ἀποκαθιστᾶ τήν κονωνία. Τό σύμβολο λοιπόν βρίσκεται σέ σχέση ἐξαρτήσεως καί οὐσιαστικῆς κοινωνίας μέ τό συμβολιζόμενο. Ἕνα λειτουργικό σύμβολο, ἕνας σταυρός, μία εἰκόνα ἀντιπροσωπεύει μιά συμμετοχή στό οὐράνιο, ἀκόμη καί τήν ὑλική του ἀπεικόνιση. Ὅταν ἕνας πιστός κάνει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, διατυπώνει τήν ἐπίκληση διά τῆς χειρονομίας, ἡ ὁποία καλεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἤ, ἀκριβέστερα, ἑλκύει τήν «ἀνίκητη δύναμη τοῦ Σταυροῦ». Αὐτά ὅλα τά ἀναφέρουμε διότι ἡ Λειτουργία εἶναι τόσο ὀ λόγος ὅσο καί ἡ αἰώνια ἱερατική χειρονομία. Εἶναι γεμάτη ἀπό σημεῖα καί σύμβολα, ἀπό χειρονομίες καί συμβολικές πράξεις.
Ὁ Πατήρ εἶναι ἡ Ἀγάπη πού σταυρώνει, ὁ Υἱός εἶναι ἡ σταυρωμένη Ἀγάπη καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ θριαμβεύουσα δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχασε τό κλειδί, τό νόημα τῶν συμβόλων καί τῶν ἀριθμῶν, ἀλλά, εὐτυχῶς εἶναι πολύ εὐαίσθητος ἀκόμη στίς ἀνθρώπινες καταστάσεις, παρουσία -ἀπουσία, μοναξιά –κοινωνία, αἰχμαλωσία- ἀπελευθέρωση κλπ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀναζητάει νά εἶναι προστατευμένος πού σημαίνει σέ τελευταία ἀνάλυση ἀγαπημένος. Θέλει νά ἀγαπηθεῖ πού σημαίνει ὅτι δέν θά πεθάνη. Ἡ πιό βαθειά θλύψη τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως προέρχεται ἀπό τό χρόνο πού οὔτε νά τόν σταματήσουμε μποροῦμε οὔτε νά τόν γυρίσουμε πίσω. Ὁ χρόνος εἶναι κυκλικός (κοσμικές ἐποχές) ἀλλά καί ὑπαρξιακός. Ὑπαρξιακός εἶναι ὁ ἱερός ἤ λειτουργικός χρόνος Ἡ συμμετοχή του στό ἐντελῶς διαφορετικό μεταβάλει τήν φύση του. Ἡ αἰωνιότητα δέν εἶναι οὔτε πρίν οὔτε μετά. Εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ διάσταση στήν ὁποία μπορεῖ νά ἀνοιχθῆ ὁ χρόνος. Τό ἀληθινό τέλος δέν εἶναι τό τέρμα ἀλλά τό Πλήρωμα. Ὁ Χριστός δέν καταστρέφει τόν χρόνο, τόν συμπληρώνει, τόν ἐπανεκτιμᾶ καί τόν ἐξαγοράζει. Τά γεγονότα δέν σβήνονται πιά ἀλλά παραμένουν στήν μνήμη τοῦ Θεοῦ, γι’αὐτό καί ἡ εὐχή γιά τούς κεκοιμημένους παρακαλεῖ τόν Θεό νά τούς «διατηρήση στήν μνήμη του». Τά ὄρια τοῦ χρόνου καταργοῦνται.
Ἡ προετοιμασία τῶν τιμίων δώρων λαμβάνει χώρα στήν ἀρχή τῆς Λειτουργίας καί γίνεται χωριστά ἀπό τό λαό, πίσω ἀπό τίς κλειστές πόρτες τοῦ τέμπλου. Ἡ ἐξαφάνιση τοῦ θεσμοῦ τῶν κατηχουμένων ἄλλαξε τήν θέση τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς πού ἦταν ἀμέσως μετά τήν ἀπόλυση τῶν μετανοούντων καί τῶν κατηχουμένων. Ὁ ἱερεύς διαβάζει μέ χαμηλή φωνή τίς «μυστικές εὐχές». Τά «φρικτά Μυστήρια», μπροστά στά ὁποῖα οἱ ἄγγελοι καλύπτουν τά πρόσωπά τους, ἤγειραν καί ἐγείρουν στούς πιστούς ἕνα ἱερό τρόμο. Ὁ ἱερεύς προσφέρει τή Θυσία τῆς ἐξαγορᾶς τῆς ζωῆς μας, γεμᾶτος φρίκη, κυριευμένος ἀπό φόβο καί μεγάλο τρόμο. Ἄς σημειώσουμε ὅτι ὁρισμένοι πνευματικοί Πατέρες τή στιγμή τῆς ἐπικλήσεως ἔβλεπαν φωτιά νά κατεβαίνει πάνω στό Θυσιαστήριο.
Ἡ Λειτουργία ξετυλίγει αὐτό τό μυστήριο πάνω στήν ἱερή σκηνή τοῦ ναοῦ καί παρασύρει στήν δράση του τήν σύναξη τῶν πιστῶν. Εἶναι ἕνα διαλογικό δρᾶμα, πού τό διευθύνει ὁ ἱερεύς, βοηθούμενος ἀπό τόν διάκονο, ἀγγλιοφόρο ἤ κήρυκα, καί τό χορό, τό σύνολον τῶν πιστῶν. Ἐν Χριστό στό πᾶν ἔχει συντελεσθῆ, ὠστόσο ὁ Θεός δέν παυει νά ἐνεργῆ. Συνεχίζει τίς ἐνέργειές του μέσα στά μυστήρια καί στη Λειτουργία, πού καθιστοῦν συνεχῶς ὁρατό τόν Χριστό μέσα στήν ἱστορία καί ἑπομένως εἶναι οἱ σημερινές παρεμβάσεις τοῦ Θεοῦ. Ὅντας, ἡ λειτουργία «ἔργο τοῦ λαοῦ»δέν ἀνέχεται κανέναν ἀπαθή ἤ ἐφωτερικό θεατή στό ρυθμό της. Ὁ ἱερεύς κατά τόν Ἅγιο Ἰουστῖνο δέν εἶναι ξεχωριστός ἀπό τό λαό ἀλλά ὁ κορυφαῖος τοῦ χοροῦ ἐκείνων πού εἶναι ἑνωμένοι μέ ἀγάπη καί εὐχαριστοῦν. Ὁ ἱερεύς προσφέρει τίς εὐχές ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας, γιά λογαριασμό τοῦ καθενός γι’αὐτό τό Ἀμήν ὅλων τῶν πιστῶν εἶναι ἀπαραίτητο.
Ἄλλο ἕνα μέρος βασικό τῆς Λειτουργίας εἶναι τό Τρισάγιον: κατά τόν Λέοντα τόν Σοφό ἡ θαυμάσια ἑρμηνεία τοῦ Τρισαγίου: “Δεῦτε λαοί, τήν τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν, Υἱόν ἐν τῷ Πατρί σύν Ἁγίῳ Πνεύματι. Πατήρ γάρ ἀχρόνως ἐγέννησεν Υἱόν, συναίδιον καί σύνθρονον, καί Πνεῦμα Ἅγιον ἦν ἐν τῷ Πατρί σύν Υἱῷ δοξαζόμενον• μία δύναμις, μία οὐσία, μία θεότης, ἥν προσκυνοῦντες πᾶντες λέγομεν: Ἅγιος Ὁ Θεός, ὁ τά πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος• Ἅγιος Ἰσχυρός, δι’οὗ τόν Πατέρα ἐγνώκαμεν, καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ• Ἅγιος Ἀθάνατος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον. Τριάς ἁγία δόξα σοι».
Ὁ καθορισμός τῆς ἐκκλησίας εἶναι τό σύνολον τῶν πιστῶν, τῶν ἡνωμένων στόν ἴδιο τόπο γιά τό ἴδιο πρᾶγμα δηλαδή τήν Εὐχαριστία. Μέλος τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὅποιος συμμετέχει σ’αὐτήν (τήν εὐχαριστία), γιατί μέσα στήν Εὐχαριστία ὁ Χριστός εἶναι «μεθ’ ἡμῶν μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. «Ἀντίθετα ὁ ἀφορισμός στερεῖ τόν ἄνθρωπο κυρίως ἀπό τό Ποτήριο, μέ συνέπεια τήν αὐτόματη ἀποκοπή του ἀπό τό σῶμα, ἀπό τήν κοινωνία. Διότι χάρη στό εὐχαριστιακό θαῦμα οἱ πιστοί γίνονται ὁμοαίματοι καί ὁμόσωμοι μέ τόν Χριστό (χριστοφόροι γινόμεθα). Ἡ ἐκκλησία στήν ὕψιστη πραγματικότητά της εἶναι, ἔστω καί ἀόρατη, τό Εὐχαριστιακό σῶμα, τό οὐράνιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὅλες οἱ ἀκολουθίες τοῦ ἡμερησίου καί τοῦ ἑβδομαδιαίου κύκλου εἶναι μία προπαρασκευή γιά τόν ἑορταμό τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου (τῆς Κυριακῆς), γιά τήν συμμετοχή στό Δεῖπνο του. Διά τοῦτο ὅποιος δέν κοινωνεῖ, τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ ξένου, κάποιου πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία καί ἀπό τό μυστήριό της. Σύμφωνα μέ τόν 2ο κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Ἀντιοχείας, ὅποιος προσέρχεται γιά νά ἀκούσει τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά δέν παίρνει τή Θεία κοινωνία, παραβαίνει τόν κανόνα καί πρέπει νά ἀφορίζεται. Ἄλλοι κανόντες διατάζουν νά ἀφορίζεται ὅποιος δέν συμμετέχει στήν Θεία κοινωνία τρεῖς Κυριακές συνέχεια (11ος τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικης καί 80ος τῆς ἐν Τρούλλῳ). Ἡ Λειτουργία εἶναι ὁ τόπος τῆς κοινῆς ἐνέργειας καί τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί αὐτός ὁ ζωντανός τόπος εἶναι ἡ ἐνεργός παρουσία ὅλων τῶν προσώπων, μελῶν τῆς ἐκκλησίας.
Ἡ Εὐχαριστία ὀνομάζεται «φάρμακον ἀθανασίας». Ἐδῶ νά σημειώσουμε ὅτι ὅταν ὁ Ἀποστολος Παῦλος ἀναφέρεται εἰς τήν ἀναξιότητα τῶν προσελθόντων δέν ἀναφέρεται στήν ἠθική κατάσταση, πού εἶναι πάντοτε τρωτή, ἀλλά στήν ΑΚΗΔΙΑ, στήν ἐπιπολαιότητα τῆς πίστεως καί τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πού τοῦ λείπει ἡ διάκριση καί τό δέος μπροστά στό μυστήριο. Καί ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος λέει ὅτι: Ὅποιος εἶναι ἀνάξιος νά κοινωνῇ κάθε μέρα, θά εἶναι τό ἴδιο καί γιά μιά φορά τό χρόνο». Σημειῶστε καλά αὐτό ἀδελφοί. Ἡ Εὐχαριστία δέν εἶναι ἡ ἀνταμοιβή γιά τούς «καλῶς ἔχοντας», ἀλλά ἡ «ἀληθινή τροφή» ἡ πνευματική. Εἶναι τό πιό «ἰσχυρό φάρμακο αθανασίας», τό ἀντίδοτο στόν θάνατο, καί ἡ χαρμόσυνη κοινωνία τῆς ἀγάπης, ὁ ἐροτασμός της. Οἱ τρεῖς τάξεις ἑνώνονται γιά νά συνάψουν τήν Θεία Εὐχαριστία ἡ κοσμική, ἡ άνθρώπινη καί ἡ ἀγγελική ἀπό τόν Μεγάλο Ἱερέα, τόν Χριστό. «Σύ ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες… καί οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν Βασιλείαν σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν». Στήν πραγματικότητα αὐτός ὁ κόσμος ἔχει δημιουργηθεί γιά τό μεσσιανικό δεῖπνο! «ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί καγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτός ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν». Σέ αὐτόν τόν κόσμο ἡ Ευχαριστία εἶναι ἤδη ἡ παρουσία τοῦ «ἐντελῶς ἄλλου. «Ἐλθέτω ἡ χάρις, παρελθέτω ὁ κόσμος οὖτος». Μπροστά στήν ἐσχατολογική ἀναγγελία ὀρθώνεται ὁλόκληρος ὁ χρόνος: ἡ Σάρκωση, ὁ Σταυρός, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Δευτέρα Παρουσία ἀναγγέλλονται ἀπό τό βάθος τοῦ Ποτηρίου. Ἡ μεταβλητή ὕλη αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀγγίζει τόν οὐρανό, ἀλλάζει φύση καί γίνεται τμῆμα του. Στό ποτήριο ὑπάρχει πλέον, ἀπό τήν στιγμή πού συνετλέστηκε τό θαῦμα, τό μεταμορφωμένο Σῶμα καί Αἷμα τοπυ ἀναστημένου θύματος.
Ἐνώ στήν Κανά ἡ μεταμόρφωσις ἦτο φυσικό θαῦμα, ἀπό νερό σέ οἶνο (ὑλικά γήϊνα), στήν προκειμένη περίπτωση τά ὑλικά αυτοῦ τοῦ κόσμου μεταμορφώνονται σέ μία πραγματηκότητα πού δέν εἶναι πιά αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τό θαῦμα εἶναι μεταφυσικό.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Εἰρηναίου διά τῆς ἐπικλήσεως ὁ εὐχαριστιακός ἄρτος δέν κρύβει μέσα του μιά ἄλλη παρουσία, ἀλλά συνενώνει ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως τήν οὐράνια καί τήν ἐπίγεια τροφή ταυτίζοντάς τες. Ἡ ἐνεργοποιός δύναμη ἀποδίδεται στήν ὑποστατική ἐπέμβαση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μέ τήν ἰδιότητα τοῦ Παρακλήτου καί τοῦ οὐρανίου πυρός, κατέρχεται πάνω σέ κάθε σάρκα καί τήν ἁγιάζει. Ἐδῶ φανερώνεται τό Τριαδικό δόγμα ὥστε σφραγισμένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχοντας γίνει χριστοφόροι, γίνονται ναοί «πλήρεις τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου βρίσκεται στό τέρμα τῆς καθοδικῆς κινήσεως τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ: ἀπό τόν Πατέρα διά τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀντίθετα ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου, ἡ οίκονομία τῆς σωτηρίας, ἀκολουθεῖ ἀντίστροφη πορεία, ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα (πού εἶναι μέσα μας) διά τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα λοιπόν εἶναι ὁ ἐξαγιαστής, πού μᾶς ἐνώνει μέ τόν Θεό καί ἐνεργός ἀρχή κάθε Θείας ἐνεργείας. Ἀναλογιστεῖτε ἀδελφοί μου, πόσο αὐτή ἡ ὥρα εἶναι σεπτή καί φοβερή! Μέρος τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἡ ἱεροτελεστία τοῦ ζέοντος ὅπου ὁ ἱερεύς χύνει στό ποτήριο ζεστό νερό. Κοινωνοῦμε τό ζεστό, πνευματωμένο αἷμα, γεμάτο ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «Ὅποιος τρώγει τό σῶμα μου μέ πίστη, ἐσθίει μαζί του τό πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Πρόκειται γιά τήν φωτιά τῆς Θείας ἀγάπης πού ἔρχεται μέσα μας διά τῆς μεθέξεως, μάλιστα δέ μέ τήν ἔννοια τῆς περιχωρήσεως, δηλαδή τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἰδιωμάτων καί τῶν ἰδιοτήτων τῶν δύο φύσεων. Κοινωνοῦμε μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί ὁ Χριστός κοινωνεῖ μαζί μας. Εἶναι οἱ μυστικοί γάμοι τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἐκκλησία, μέ κάθε ἕναν ἀπό ἐμᾶς προσωπικά, ὀνομαστικά.
Τό πρῶτο μέρος τῆς Λειτουργίας ὀνομάζεται Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων. Ἡ τάξις τῶν ἀναγνωσμάτων εἶναι οἱ προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, μιά περικοπή ἀπό τίς ἐπιστολές καί μία ἀπό τά Εὐαγγέλια. Μετά τά ἀναγνώσματα ἀκολουθεῖ ἡ ὀμιλία, ἡ απόλυση τῶν κατηχουμένων καί τῶν μετανοούντων καί ἡ ἀκολουθεία τελειώνει μέ μία ἰκετευτική δέηση.
Ἡ χριστιανική Λειτουργία πρέπει νά τελεῖται μεταξύ τρίτης ὥρας καί μεσημβρίας. Οἱ ἀδελφές λειτουργίες εἶναι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Εἰς τό παρελθόν (8ος-9ος αι.) ἡ συνήθης λειτουργία ἦτο τοῦ Βασιλείου. Τώρα συμβαίνει τό ἀντίθετον. Ἡ Λειτουργία τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἶναι ἡ συνήθης καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τελεῖται μόνο δέκα φορές τό χρόνο.
Τό λειτουργικό σχῆμα ἔχει τρεῖς προσεγγίσεις στό Μυστήριο τῆς σωτηρίας α) ἡ προσκομιδή, β) τήν λειτουργία τῶν κατηχουμένων καί γ) τήν λειτουργία τῶν πιστῶν ὅπου α) στήν προσκομιδή ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ σφαγιασμένος ἀπό καταβολῆς κόσμου εἰσέρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα στήν Ἱστορία καί θυσιάζεται β) στήν λειτουργία τῶν κατηχουμένων εἰσάγεται τό συνολικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ και γ) ἡ λειτουργία τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ συμμετοχή στό πάθος, τόν θάνατο, στήν ἀνάσταση, στήν ἀνάληψη, στήν Δευτέρα Παρουσία καί στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Τό δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων τοποθετεῖται στήν καρδιά τῆς Λειτουργίας τῶν πιστῶν.
Στήν προσκομιδή (πρόθεση) ἔχομε τήν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔνδυση τῶν λειτουργῶν, νύψη χεριῶν, προετοιμασία τῶν δώρων, θυμίαμα τοῦ ναοῦ.
Στήν λειτουργία τῶν κατηχουμένων έχομε ψαλμούς, μεγάλη καί μικρή συναπτή, δοξολογία, μακαρισμούς, Μικρά εἴσοδο, Ἀπόστολο, Εὐαγγέλιο καί ὀμιλία τοῦ ἱερέως, δέηση ὑπέρ τῶν κατηχουμένων καί ἀπόλυσή τους.
Στήν λειτουργία τῶν πιστῶν: Εὐχή ὑπέρ πιστῶν, Χερουβικός ὕμνος, Μεγάλη εἴσοδος, κλήση σέ προσοχή καί εὐχαριστιακή δέηση, καθαγιασμό, Μεγάλη Δέηση τῶν ἁγίων ζώντων καί τεθνεότων, Κυριακή προσευχή, ὕψωση, μελισμός καί ἀνάμνηση, Μετάληψη τῶν πιστῶν, Εὐχαριστία, Μεταφορά τῶν Τιμίων δώρων στήν πρόθεση, ἀπόλυση τῶν πιστῶν καί διανομή τοῦ ἀντιδώρου.
Δέν θά ἀσχοληθοῦμε στό παρόν μέ τό λατρευτικό τυπικόν. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ούσία. Ἡ λέξις λειτουργία στά ἑλληνικά σημαίνει δημόσια ὑπηρεσία. Στήν Καινή Διαθήκη, στό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ (α΄23) ὁ ὄρος σημαίνει τήν λειτουργική διακονία τοῦ ἱερέως Ζαχαρία στό ναό, καί σταδιακά φθάνουμε σέ μιά θρησκευτική καί ἱερή σημασία πού καθορίζει ἡ λέξις μία θεία διακονία ἀδιάκοπη τῆς ἐκκλησίας, πού στρέφεται ταυτόχρονα πρός τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Τό δέ ρῆμα εὐχαριστεῖν στά ἀρχαῖα Ἑλληνικά σημαίνει ὁμολογῶ τήν εὐγνωμοσύνη μου, ἀποδίδω χάρη. Ἀπό αὐτό προέρχεται ἡ Ευχαριστία. Στό Εὐαγγέλιο ἡ λέξη ἀπαντᾶται στήν διήγηση τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καί τοῦ δείπνου τοῦ Κυρίου καί στούς Ἀποστολικούς πατέρες τό οὐσιαστικό Εὐχαριστία σημαίνει πιά καθαρά τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ λέξις ἐκκλησία προέρχεται καί αὐτή ἀπό τήν ἑλληνική ρίζα, πού σημαίνει συγκαλῶ.
Στήν λειτουργία τῶν κατηχουμένων, πού εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ Λόγου, τό Εὐαγγέλιο εἶναι τοποθετημένο στό κέντρο τῆς Ἁγίας Τράπεζας. Στήν λειτουργία τῶν πιστῶν πού εἶναι ἡ λειτουργία τῆς εὐχαριστίας, στό κέντρο θά τοποθετηθῆ τό ποτήριο. Ὅ,τι ὁ Λόγος ἀναγγέλει συντελεῖται μέσα στό Ποτήριον.
Στήν λειτουργία τῶν κατηχουμένων ἐμβαθύνουμε σέ μία θεολογία τοῦ χρόνου, τῆς Ἱστορίας ἐνῶ ἡ λειτουργία τῶν πιστῶν ἐπικεντρώνεται στήν θεολογία τῆς εἰωνιότητος, τῆς Βασιλείας, ἀνοίγοντας τίς πόρτες τῆς Ἱστορίας πρός τόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἡ λειτουργική σύναξη συναθροίζεται ἀρχικά γιά νά ἀκούσει τόν Λόγο, διήγησις τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ διά μέσου τῶν δύο Διαθηκῶν καί μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ ὅτι ἐπάνω στόν δίσκο τῆς προθέσεως ἀποκαθίσταται ἡ εἰκόνα τῆς Δεήσεως μέ τήν ἀκολουθία τοποθετήσεως τῶν μερέδων. Οἱ γάμοι τοῦ Ἀρνίου, ὁ Χριστός περιβαλλόμενος ἀπό τήν Θεοτόκο καί τό Πρόδρομο, ἀκολουθούμενος ἀπό ἀγγέλους καί ἁγίους. Εἶναι ἡ τέλεια εἰκόνα τῆς ἐκκλησίας πού καλύπτει τόν οὐρανό καί τήν γῆ. Τό ἀρνίον τό ἐσφαγμένον ἀπό καταβολπῆς κόσμου εἰσέρχεται τώρα στήν Ἱστορία. Ὁ ἱερεύς καλύπτει τόν δίσκο μέ τίς μερίδες –εἰκόνα τοῦ πληρώματος τῆς Βασιλείας-βάζοντας ἀπό ἐπάνω τόν ἀστερίσκο καί λέγει: «Καί ἐλθών ὁ ἀστρήρ ἔστη ἐπάνω, οὗ ἦν τό παιδίον».
«Εὐλογημένη ἡ βασιλεία..»ἡ ἐναρκτήρια εὐλογία ὅπου τό Ἅγιο τοῦ Θεοῦ εἰσβάλλει στόν κόσμο, εἰσέρχεται ἐδῶ καί τώρα, ἐκτοπίζοντας τόν βέβηλο χρόνο καί χῶρο. Δέν γίνεται φυγή ἀλλά ἀνατροπή θέσεων• ὁ κόσμος δέν κυβερνᾶ πιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά τόν ἀκολουθεῖ. Καί ἡ ὡραία Πύλη ἀνοίγει, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἀνάμεσα στούς ἀνρθώπους.
Εις τίς έκφωνήσεις «περί εἰρήνης», θά θέλαμε νά σχολιάσουμε ὅτι δέν πρόκειται γιά τήν φυσική «εἰρηνική» κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά γιά τήν ἀπόκτηση τῆς Εἰρήνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ δωρεά τῆς μεγάλης συμφιλιώσεως. Οἱ ψαλμοί 102 καί 145 ψάλλουν τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καί στρέφονται μέ ἔνταση πρός τήν ἐπηγγελμένη Σωτηρία. Εἶναι τό «Πιστεύω» τῶν κατηχουμένων. Στή λειτουργία τῶν πιστῶν τό «Πιστεύω» προηγεῖται τῆς Εὐχαριστίας, ἐδῶ προηγεῖται τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Λόγου.
Μετά ἔχομε την μικρή εἴσοδο. Δέν εἶναι συμβολική ἀλλά πραγματική. Ὁ ἱερεύς κρατώντας πανηγυριά τό ἱερό Εὐαγγέλιο, στό ὕψος τοῦ μετώπου, ἐνῶ προηγεῖται μία ἀναμμένη λαμπάδα κατευθύνεται πρός τήν Ὡραία Πύλη. Εἶναι ἡ τλετουργική ἀναπαράσταση τοῦ Χριστοῦ πού ἀγγέλει τόν Λόγο του, ἐνῶ προπορεύεται «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων», ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής (διάκονος μέ ἀναμμένη λαμπάδα). Στήν εἴσοδο οἱ ἄγγελοι πού τελοῦν στόν οὐρανό τήν αἰώνια λειτουργία ἔρχονται νά συλλειτουργήσουν μέ τόν ἱερέα καί τούς πιστούς «εἴσοδος ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων καί συνδοξολογούντων…». Ὁ Λόγος θά ἀντιχήσῃ στόν προκαθορισμένο χῶρο τῆς Κοινωνίας τῶν ἁγίων καί οἱ κατηχουμενοι θά μεταλάβουν τοῦ Λόγου καί διακηρύττουν ὄτι εἶναι ἅγιοι μόνο διά τῆς συμμετοχῆς στήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁγιότης ἀποτελεῖ ἀποκλειστική ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Λειτουργία δέν διδάσκει τήν Ἁγιότητα ἀλλά τήν ἀποκαλύπτει. Γιά τούς κατηχούμενους τό Τρισάγιο πού ἀκολουθεῖ, ἀντιστοιχεῖ στόν χερουβικό καί στόν ἐπινίκιο ὕμνο τῆς λειτουργίας τῶν πιστῶν. Τέλος ἡ τριαδική δοξολογία πού ψάλλεται ἀπό τούς ἀνθρώπους ὅπου Ἅγιος ὁ Θεός εἶναι ὁ Πατήρ, ἡ πηγή τῆς ἁγιότητος, ἅγιος ἰσχυρός, ὁ Υἱός, ὁ Ἰσχυρός πού θριαμβεύει πάνω στό θάνατο, ἅγιος ἀθάντατος, τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ζωοποιό, πνοή τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Πρίν ἀπό τήν τελευταία ἐπανάληψη τοῦ Τρισαγίου ὕμνου ὁ διάκονος λέγει: Δύναμις, ὅπου σύμφωνα μέ τήν ἐλληνική λειτουργική τάξη, ὑποθέτουμε ὅτι ἡ ἀναφώνηση αὐτή ἀπευθυνόταν στούς ἀντιπροσώπους τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ καί στίς οὐράνιες δυνάμεις τῶν ἀγγέλων.
Στήν Λειτουργία τῶν κατηχουμένων λοιπόν πρέπει νά τρεφόμαστε μέ τά σπέρματα τῆς ζωῆς πού περιέχονται μέσα στήν Βίβλο, ὅπως ἀκριβῶς τρεφόμαστε μέ τήν Θεία Εὐχαριστία στήν Λειτουργία τῶν πιστῶν.
Ὅταν διαβάζουμε μετά τόν Ἀπόστολλο ἄς ἔχομε ὑπ’ὅψιν ἕνα γνωμικό πού λέει ὅτι ὁ ἀπόστολος ἑνός ἀνθρώπου εἶναι σάν ἕνας ἄλλος ἑαυτός του. Ἐδῶ συνδέεται ἡ Λειτουργία μέ τήν ἀποστολική παράδοση, μέ τήν ἀδιάκοπη λατρευτική κληρονομιά.
Ἄς σημειωθεῖ ὅτι οἱ λέξεις Ἀμήν καί Ἀλληλούϊα εἶναι οἱ μόνες πού παραμένουν ἀμετάφραστες. Εἶναι ἱεροί ἦχοι ἐμπνευσμένοι ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό.
Μετά οἱ κατηχούμενοι δέχονται τήν μυστηριακή μεταβολή τῆς ἀναγνώσεως τῶν Γραφῶν σέ Λόγο Θεοῦ, πού προσφέρεται σάν τροφή (πνευματική). Εἶναι ἡ βιβλική εὐχαριστία τῶν κατηχουμένων.
Ὁ χαιρετισμός «Εἰρήνη πᾶσι» γίνεται τρεῖς φορές κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας 1) πρίν τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου 2) πρίν τόν ἀσπασμό τῆς εἰρήνης καί 3) πρίν τήν Θεία Κοινωνία. Ἡ εὐλογία κατέχει τήν ἐνέργεια μιᾶς εὐεργεσίας. Γίνεται δηλαδή αἰτία σωτηρίας γιά τούς ἄξιους ἤ ἀντιθέτως καταδίκης.
Τό κήρυγμα δέν εἶναι μιά ἁπλή ἐξήσηση τῆς περικοπῆς τοῦ Εὐαγγελίου ἀλλά ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου. Μετά ἔχουμε τήν ἀπόλυση τῶν κατηχουμένων καί ἀρχίζει ἡ Λειτουργία τῶν πιστῶν.
Ὁ Χριστός καί ἡ Βασιλεία του δέν ἀνοίγει παρά μέ τό βάπτισμα καί τό χρῖσμα τοῦ Πνεύματος. Αὐτός πού μένει στό ναό τῆς δόξης εἶναι ὁ καινούριος, ὁ ἀναστημένος ἐν Χριστῷ πιστός μαθητής. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Μέγας ἀναφέρει μία ἀρχαία ἐκφώνηση τοῦ διακόνου «Ὅσοι δέν συμμετέχουν στήν κοινωνία, ἄς ἐκγαταλείψουν τήν σύναξη». Σύμφνω δέ μέ τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὀμολογητή ἡ ἐκφώνηση «τάς θύρας, τάς θύρας» δέν ἀναφέρεται καθόλου στό ναό, ἀλλά στίς θῦρες τῆς Ἱστορίας πού κλείνουν γιατί ὅποιος παραμένει μέσα στό ναό, πάει πέρα ἀπό τήν Ἱστορία. Ὁ Ἅγιος Συμεών τονίζει ὅτι ὅποιος παραμένει προετοιμάζεται νά παρουσιαστεῖ στήν Κρίση.
Ἡ Λειτουργία μᾶς προσφέρει τήν ἄμεση, τήν βιωτική κατανόηση τοῦ δύσκολου λόγου : ὅποιος ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, «εἰς κρίσιν οὔκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν». Ἡ Λειτουργία τῶν πιστῶν ἔρχεται τώρα νά μᾶς εἰσαγάγει στήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς Βασιλείας καί στήν λαμπρή γιορτή τῆς κατά πρόσωπον συναντήσεως.
Ὁ Χριστός δέν ἀποσύρει ἀπό τόν κόσμο τούς «σεσωσμένους», ἀλλά μαζί μέ αὐτούς καί δι’αὐτῶν σώζει τόν ἴδιο τόν κόσμο. «Θά σωθεῖ ἐκεῖνος πού σώζει τούς ἄλλους» ὑπενθυμίζει ὁ Vladimir Soloviev.
Ὁ ἄνθρωπος τρώγοντας τόν αἰνιγματικό καρπό εἰσήγαγη μέσα του ἕνα στοιχεῖο ξένο πρός τήν ἀγνή φύση του, τό κακό, τήν ἐπανάσταση, τήν ἅρνηση, τόν πόνο, τό θάνατο. Στήν παραγματικότητα, καί σίγουρα τό ἔχετε ἀκούσει, ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτό πού τρώει. Ὅλες οἱ ἀρχαῖες θυσίες δέν ἦταν παρά εἰκόνες» καί προσμονή τῆς μοναδικῆς σωστικῆς θυσίας. Ἡ ἀρχαία θρησκεία μέσα στά διονυσιακά της μυστήρια, ἔφτανε στήν ἰδέα ἑνός πάσχοντος Θεοῦ, χωρίς νά γνωρίζει τόν ἀληθινό Θεό. Ὁ Ἰσραήλ γνώριζε τό Θεό χωρίς ὅμως νά γνωρίζει τόν πάσχνοντα Θεό. Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θυσιάζεται γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ σταυρωμένη ἀγάπη πού προσφέρεται σάν τροφή, σάν θεραπεία ἀπό τόν θάνατο. Ἔκτοτε ὁ Μόνος καταργεῖ κάθε θυσία, κάθε θρησκεία, γιατί αὐτό πού ὁ ἄνθρωπος προσφέρει στόν Πατέρα εἶναι ἡ μοναδική, μιά γιά πάντα θυσία τοῦ ίδιου τοῦ Υἱοῦ.
Ἡ μεγάλη εἴσοδος ἤ ἡ λιτανεία τῆς προθέσεως, εἶναι ἡ μεταφορά τῶν προσφερομένων δώρων, πού δέν ἔχουν ἀκόμη καθαγιασθῆ. Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις εισβάλλουν καί ἔρχονται νά κυκλώσουν τό θυσιαστήριο ἐνῶ οἱ πιστοί «μυστικῶς» εἰκονίζουν, ταυτίζονται μέ τούς ἀγγέλους. Εἶναι ἐπίσης μιά λειτουργική ἀναπαράσταση τῆς ἀφίξεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Βηθανία στήν Ἰερουσαλήμ. Ἡ δέσηση τῆς Προσκομιδῆς πού ἀκολουθεῖ μᾶς ἑτοιμάζει γιά τήν εὐχαριστιακή Πεντηκοστή• διά τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Υἱοῦ ἡ ἐκκλησία ἀναμένει τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Θεός ξαναχαρίζει τόν καρπό του, δηλαδή τήν αἰώνια ζωή, στόν ἄνθρωπο διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Τόν ὑψώνει λοιπόν στήν τιμητιή θέση τοῦ Υἱοῦ τῆς εἰρήνης ὅπου καί ὁμολογοῦμε τήν Ἁγία Τριάδα ἀλλά καί δεχόμαστε ὅτι ἡ Ἀγάπη ἡ ὁποία συνδέει τέλεια τήν Ἁγία Τριάδα χρησημεύει σάν βάση στήν γνώση τῆς Ἀλήθειας. Οἱ συλλειτουργοί δηλαδή οἱ πιστοί τηροῦν τή διαθήκη τοῦ Κυρίου ἐκπληρώνοντας τόν «ἀσπασμό τῆς εἰρήνης» λέγοντας ὅτι ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καί ἔστι καί ἔσται εἰς αἰῶνα αἰῶνος. Εἶναι δηλαδή ἀνάμεσά μας. Ἡ ἐκκλησία ἔγινε ἕνα σῶμα κι’ ὁ ἀσπασμός μας εἶναι ἡ ἐγγύσηση αὐτῆς τῆς ἐνότητος. Ἡ ἔχθρα διώχτηκε μακρυά καί ἡ ἀγάπη εισχώρησε παντοῦ!
Ὁ Χριστός εἶναι ταυτόχρονα ἱερεύς καί θῦμα, εἶναι τό Ἀρνίο τό ἐσφαγμένο πρίν ἀπό τό χρόνο, καί ὁ Χριστός ὁ σταυρωμένος μέσα στήν Ἱστορία.
Καί ἔρχεται ἡ στιγμή πού ὁλοκληρώνεται ὁ καθαγιασμός τῶν δώρων, μέ τήν ἐπίκληση, προσευχή μέ τήν ὁποία ζητούμε νά ἔλθη τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά νά ἐπιτελέση τό εὐχαριστηριακό θαῦμα. «Καί παρακαλοῦμε σε καί ἰκετεύομεν, κατάπεμψον ….» καί ὁ χορός ψάλλει τό μεγαλυνάριο τῆς Θεοτόκου «Ἄξιον ἐστί ὠς ἀληθῶς…. Ἡ μνημόνευση ἀμέσως μετά τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ , σκιαγραφεἰ τή λειτουργική εἰκόνα τῆς Δεήσεως. Ἡ Θεοτόκος καί ὁ Ἅγιος Ίωάννης ὁ Βαπτιστής, ἀρχέτυπα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μεσιτεύουν στόν Χριστό, τόν Διδάσκαλο καί Κριτή. Οἱ κορυφαῖοι αὐτοί τοῦ χοροῦ τῶν ἁγίων γίνονται οἱ προεξάρχοντες στή μεγάλη προσευχή τῆς μεσιτείας, στήν μνημόνευση ζώντων καί νεκρῶν.
Ἡ Κυριακή προσευχή πού ἀκολουθεῖ δείχνει ὅτι τό καθημερινό μας ψωμί, ὁ ἑπιούσιος ἄρτος, εἶναι ὁ εὐχαριστιακός ἄρτος. Ἡ λειτουργική της θέση εἶναι πρίν ἀπό τό Δεῖπνο. Εἶναι ὁ «ἄρτος τῆς αὔριον», «ὁ ἄρτος ὁ ἐρχόμενος», ὁ ἄρτος τῆς Βασιλείας, δοσμένος σήμερα.
Μιά λαμπαδα τοποθετημένη μπροστά στήν Ὡραία Πύλη συμβολίζει τήν ἀναμονή τοῦ Νυμφίου ἀπό τίς φρόνημες παρθένες. Ἡ Ὡραία Πύλη ἀνοίγει διάπλατα, σιωπηλά, σύμβολο τοῦ ἀγγέλου Γαβριήλ πού κυλάει τόν λίθο ἀπό τή θύρα τοῦ μνημείου. Κρατῶντας τό ποτήριο, ὁ ἱερεύς ἐμφανίζεται ἐμπρός στούς γονατισμένους πιστούς. Εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ πού ἔρχεται νά προσφέρη τήν αἰώνια ζωή. Το μνημεῖο, ὁ θάνατος, οἱ πύλες τοῦ ἅδου συντρίφτηκαν. «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε» Ὅλοι μαζί, μαζί μέ τόν ἱερέα, λέγουν τήν εὐχή τῆς μεταλήψεως «Πιστεύω, Κύριε….»
Ὅσοι κοινωνοῦν γίνονται «σύσσωμοι καί σύναιμοι» τοῦ Χριστοῦ. Γιατί αὐτόματα σῶμα, ψυχή, ἰδιότητες τά πάντα πνευματοποιοῦνται, ἀφοῦ ὑπάρχει ἑνότητα ψυχῆς μέ ψυχή, σώματος μέ σῶμα, αἵματος μέ αἷμα. Ἡ λάσπη πού δέχεται τό βασιλικό ἀξίωμα δέν εἶναι πιά λάσπη, ἀλλά μεταμορφώνεται σέ ὑπόσταση τοῦ Βασιλέως. Ἡ ὕψωση τοῦ ποτηρίου μετά τήν Θεία Κοινωνία καί τά κύματα τοῦ θυμιάματος συμβολίζουν τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου στούς οὐρανούς, ἀπ’ὅπου πέφτουν κιόλας οἱ πρόδρομες ἀκτῖνες τοῦ φωτός τῆς Δευτέρας Παρουσίας καί τῆς νέας Ἰερουσαλήμ. Ἡ ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ ἔχει συνελεστεῖ.
Ἡ Λειτουργία ὁοκληρώνεται μέ τήν τελική εὐλογία καί τή διανομή τοῦ ἀντιδώρου. Ἡ ἐκκλησία παρατείνει μέ αὐτήν τήν χειρονομία τῆς εὐλογίας τή Λειτουργία της, πού διευρύνει τούς τοίχους τοῦ ναοῦ ὥς τά πέρατα τοῦ κόσμου. Ὁ πιστός φέρνει μαζί του, σάν προσφορά στόν κόσμο, αὐτή τή χαρισματική μαρτυρία ἑνότητος καί ἀγάπης. «Ἐν ειρήνη προέλθωμεν». Ἡ ἀπόλυση αυτή εἶναι φοβερή. Τό Πνεῦμα εἶναι πραγματικά μέσα μας καί προσκαλούνται ὅλοι οἱ πιστοί στό ἀποστολικό τους ἔργο. Ἡ Λειτουργία εἶναι ἀναγκαῖο νά παρατείνεται σέ μία λειτουργία ἔξω τῶν τειχῶν, τήν ὁποία τελεῖ ὁ πιστός ως «ἱερεύς» τῆς ὐπάρξεώς του. Καί ἡ ὑπαρξιακή του μαρτυρία θά ἀποδείξη ἄν ἡ Λειτουργία ἔγινε πραγματικά ἀποδεκτή.
Μέσα στή Λειτουργία ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού πληριάζει, πού εἶναι κιόλας ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἀνάμεσά τους καί μέσα τους. Τό ὑπόλοιπο θά μᾶς δοθῆ μέ τό παραπάνω στόν κατάλληλο καιρό. Ἁμήν.
 Σημειώσειςαπό τό βιβλίο «Ἡ Προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἑκκλησίας
Ἐκδόσεις Ἀποστολικής Διακονίας τῆς Εκκλησίας τῆς Ελλάδος
πηγή

Η ΑΓΑΠΗ, ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ



«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν».
(Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.)


Δύο είναι τα πρώτα γνωρίσματα του χριστιανού· η αγάπη και η πίστη. Με αυτή τη διπλή σφραγίδα στην ταυτότητά του ο πιστός μπορεί να έχει θέση στο δείπνο του Κυρίου, που είναι η θεία Ευχαριστία. Η αγάπη και η πίστη είναι το ένδυμα του γάμου για το οποίο λέει ο Κύριος στην παραβολή του Ευαγγελίου· θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος· Τί τάχα είναι πρώτα, η αγάπη ή η πίστη; Μα τέτοια ερωτήματα δεν έχουν θέση στην Εκκλησία. Η πίστη είναι η ρίζα της αγάπης και η αγάπη είναι ο καρπός της πίστεως. Ούτε χωρίς πίστη μπορείς να πεις πως είσαι χριστιανός, μα ούτε πάλι χωρίς αγάπη. Αν όμως σ’ αυτά τα δύο μπορούμε να δώσουμε μια σειρά, φαίνεται λοιπόν πως προτεραιότητα έχει η αγάπη, σύμφωνα και με το λόγο του Αποστόλου, ότι από τις τρεις ευαγγελικές αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, μεγαλύτερη είναι η αγάπη· «μείζων τούτων η αγάπη». Ας μιλήσουμε λοιπόν σήμερα για την αγάπη και την πίστη των χριστιανών στη θεία Λειτουργία,
*
Η εκφώνηση της ευχής της προσκομιδής κλείνει, όπως κάθε εκφώνηση, με το «Αμήν», που αποκρίνεται ο λαός. Αυτό θα πει πως δεν μπορεί να γίνει θεία Λειτουργία, αν μέσα στο ναό μαζί με τον ιερέα δεν είναι ένας έστω πιστός, για να αποκρίνεται το «Αμήν». Αμέσως έπειτα ο λειτουργός ιερέας δίνει την ειρήνη στο λαό· «Ειρήνη πάσι», ειρήνη σε όλους. Κάθε μεγάλη στιγμή προετοιμαζόμαστε να την δεχθούμε με την ειρήνη του Θεού μεταξύ μας, καθώς πιό πρώτα είδαμε και στην ανάγνωση του Ευαγγελίου. Τώρα, που πρόκειται να δώσουμε την ομολογία της πίστεώς μας, πάλι μας χρειάζεται ειρήνη· όχι μόνο στο λαό, αλλά και στον ιερέα. Γι’ αυτό ό λαός αποκρίνεται· «Και τω πνεύματί σου». Από τις ιερώτερες στιγμές της θείας Λειτουργίας είναι κι αυτή, που ο λειτουργός ιερέας και οι πιστοί «συναγωνίζονται εν ταις προσευχαίς». Ο ιερέας «ειρηνεύει» το λαό κι ο λαός εύχεται ειρήνη στον ιερέα.
Πιο συγκεκριμένα και με τρόπο πιο αισθητό πρέπει να δείξουμε τώρα την ειρηνευμένη κατάσταση της ψυχής μας· με μια πράξη, που είναι ο ασπασμός, το άγιο φίλημα της αγάπης· γι’ αυτό ο λειτουργός προτρέπει μεγαλόφωνα· «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»· ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια. Η ίδια προτροπή του λειτουργού, στον αρχαιότερο τύπο της θείας Λειτουργίας ακούεται με αυτά τα λόγια, που είναι του αποστόλου Παύλου από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω», φιληθείτε μεταξύ σας με άγιο φίλημα. Ο ασπασμός αυτός τώρα γίνεται μόνο μεταξύ των λειτουργών ιερέων, στην αρχαία όμως εποχή με τον ίδιο τρόπο έδιναν φίλημα αγάπης μεταξύ τους και οι πιστοί, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι ο θειος αυτός ασπασμός φανερώνει «την πάντων προς πάντας και προς εαυ­τόν εκάστου πρότερον και τον Θεόν ομονοίας τε και ομογνωμοσύνης και αγάπης ταυτότητα»· ότι όλοι δηλαδή και πρώτα ο καθένας με το Θεό είναι δεμένοι μεταξύ τους με την αγάπη και την ομόνοια και με την ίδια γνώμη.
Ο ασπασμός της θείας Λειτουργίας γίνεται σύμφωνα με την εντολή του Ιησού Χριστού στην «επί του Όρους» ομιλία, «Εάν πρόσφερες το δώρον σου επί το θυσιαστήριον και εκεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον και ύπαγε πρώτον και διαλλάγηθι τω άδελφώ σου· και τότε προσελθών πρόσφερε το δώρον σου». Για να προσφέρουμε δώρα στο Θεό για τη θεία Λειτουργία, για να έχουμε θέση στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας και για να μπορούμε να πλησιάσουμε στο ποτήριο της θείας Κοινωνίας, είναι ανάγκη να είμαστε συμφιλιωμένοι πρώτα με το Θεό κι υστέρα με όλους τους ανθρώπους. «Ουκούν το φίλημα διαλλαγή έστι», κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «και διά τούτο άγιον»· το φίλημα, που γίνεται στη θεία Λειτουργία, είναι σημείο πως μεταξύ μας δεν υπάρχει και δεν μας χωρίζει καμμιά έχθρα και διαφορά, γι’ αυτό και δεν είναι όπως τα συνηθισμένα φιλήματα, άλλα φίλημα άγιο.
*
Όταν από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα γίνεται ο ασπασμός της αγάπης, ο  χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» και ψάλλει· «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον» Αυτή είναι μια σύντομη και επιγραμματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως. Αλλά όταν γίνεται συλλείτουργο, και μάλιστα όταν λειτουργεί επίσκοπος, τότε ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους» και ψάλλει· «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου· Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου». Είναι ο πρώτος στίχος του δεκαεπτά ψαλμού, που με δικά μας απλά λόγια θέλει να πει· «Εσένα, Κύριε, αγαπώ και συ είσαι η δύναμή μου· εσύ με στηρίζεις, και στη δύσκολη την ώρα σε σένα καταφεύγω και συ με γλυτώνεις». Η μία απόκριση των ψαλτών είναι ομολογία πίστεως και η άλλη ομολογία αγάπης.
Αλλά μετά την γενική αυτή ομολογία θα ακολουθήσει τώρα το ιερό «Σύμβολο της πίστεως». Ο λειτουργός εκφωνεί «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμενί». Και ακολουθεί, καθώς πάλι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει, «η του θείου συμβόλου της πίστεως γινομένη παρά πάντων ομολογία». Μετά την βεβαίωση της αγάπης η ομολογία της πίστεως· γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως πιστεύουμε στο Θεό, αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας· γιατί πιστεύω στο Θεό θα πει αγαπώ το Θεό. Μα πώς μπορείς να πεις πως αγαπάς το Θεό που δεν τον βλέπεις, όταν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που κάθε μέρα είναι μπροστά σου; Το «Σύμβολο της πίστεως» ή το «Πρόγραμμα της πίστεως» είναι, καθώς ψάλλει η Εκκλησία, το «βραχύ ρήματι και πολλή συνέσει υπερφυέστατον χρησμολόγημα» των άγιων Πατέρων στις δύο πρώτες οικουμενικές Συνόδους. Πιο απλά θα μπορούσαμε να πούμε πως το Σύμβολο της πίστεως, δηλαδή το «Πιστεύω…», είναι μια ευσύνοπτη ανακεφαλαίωση του περιεχομένου της πίστεως της Εκκλησίας.
Δεν είναι τρόπος να παραθέσουμε εδώ το ιερό κείμενο του Συμβόλου, και πολύ περισσότερο να το εξηγήσουμε. Θα σταθούμε μόνο στο λόγο του αγίου Μαξίμου, ότι δηλαδή η ομολογία του Συμβόλου της πίστεως στη θεία Λειτουργία γίνεται «παρά πάντων», καθώς και σε μια άλλη μαρτυρία, που μας πληροφορεί ότι «πάντες το Σύμβολον ψάλλουσι». Το «Πιστεύω…» πρέπει να λέγεται απ’ όλους σε μια μονόφωνη εμμελή απαγγελία. Όχι από κάποιο παιδί ή από όποιον τύχει, αλλά από όλους σε κάποιον τόνο και ρυθμό. Φτάνει να πούμε ότι στις Λειτουργίες των μεγάλων μουσικών της Δύσης το «Πιστεύω..,» είναι από τα σπουδαιότερα μέρη. Αλλά και το παράγγελμα του λειτουργού μάς δίνει να εννοήσουμε τη σπουδαιότητα που έχει για την ιερή σύναξη η ανάγνωση του Συμβόλου· «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμεν!», που θέλει να πει· «Φυλάγετε καλά τις θύρες! Ας βάλουμε νου κι ας προσέξουμε καλά.
*
Πριν από τη μυστική και αναίμακτη θυσία στη θεία Λειτουργία ακούεται η προτροπή για αγάπη και για ομολογία της πίστεως. Δεν πρόκειται για ένα ανθρώπινο αίσθημα αγάπης, για μια φυσική σχέση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για την αγάπη, που είναι θεία δύναμη και καρπός του Αγίου Πνεύματος· για την αγάπη του Θεού, που καθώς γράφει ο Απόστολος, «εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών…», χύνεται και πλημμυράει στις καρδιές μας. Αυτή η αγάπη, σαν μια θεία πραγματικότητα, είναι, δυνατή μόνο «εν Χριστώ», μέσα στην πίστη και τη χάρη του Χριστού, που τον ανακαλύπτουμε και τον βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε αδελφού. Και δεν πρόκειται για μια πίστη αόριστη και απρόσωπη, αλλά συγκεκριμένη και προσωπική, καθώς διατυπώνεται στα δώδεκα άρθρα του ιερού Συμβόλου, και είναι η πίστη στην Αγία Τριάδα και στην Εκκλησία· «…εις ένα Θεόν Πατέρα…και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν… και εις το Πνεύμα το Άγιον» και τέλος «εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Στην ομολογία της Αγίας Τριάδος η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αλη­θείας» και σ’ αυτή την ομολογία βρίσκει την ενότητά της, που είναι η ενότητα των τριών προσώπων της ομοουσίου Αγίας Τριάδος. Η ενότητα αυτή πραγματώνεται στην ευχαριστιακή μυσταγωγία, στην οποία συμμετέχομε μόνο με αγάπη και πίστη· «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομο­νοία, ομολογήσωμεν» Αμήν.

Η Αγία Αναφορά
    
Μόλις τελειώσει το «Πιστεύω…» ο λειτουρ­γός λέει δυνατά, και η φωνή του μέσα στη σύναξη ακούεται σαν στρατιωτικό παράγγελμα· «Στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου· πρόσχωμεν!». Το παράγγελμα αφορά στα παρακάτω, στα οποία προχωρεί η ιεροτελεστία. Αλλ’ όμως ο Καβάσιλας το συνδέει με τα προηγούμενα, κι ας ακούσουμε πως το εννοεί και το ερμηνεύει. «Ας σταθούμε, λέει, επάνω σ’ αυτή την ομολογία κι ας μην κλονιζόμαστε από τα παραπλανητικά λόγια των αιρετικών. Ας σταθούμε με φόβο, για­τί είναι μεγάλος κίνδυνος για εκείνους που θα δε­χθούν στην ψυχή τους κάποια αμφιβολία γι’ αυτή την πίστη». Πόσο δίκιο έχει ο Θεσσαλονικιός ερ­μηνευτής το βλέπουμε και στον καιρό μας, όπου πολλοί ενοχλούνται τάχα από το δόγμα της Εκ­κλησίας και πιστεύουν σε χονδρές πλάνες, στις πιθανολογίες δηλαδή των εχθρών της πίστεως και της θεόγραφης αλήθειας της Εκκλησίας.
Αλλά το παράγγελμα, καθώς είπαμε, μάλ­λον αφορά στα επόμενα, στον τρόπο και την εσω­τερική καί ψυχική μας κατάσταση, με την οποία ερχόμαστε να τελέσουμε την αγία αναφορά, να προσφέρουμε δηλαδή την αναίμακτη και πνευματική θυσία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει εδώ τα εξής· «Το να σταθεί κανείς καλά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά να σταθεί καθώς πρέπει σαν άνθρωπος μπροστά στο Θεό με φόβο και τρόμο, με ψυχή προσεκτική και όλοπρόθυμη». Πριν από κάθε μεγάλη στιγμή, ο λειτουργός φωνάζει πάντα «Πρόσχωμεν!». Το ίδιο, όταν πρόκειται να ακου­σθεί ο λόγος του Θεού στον Απόστολο και στο Ευαγγέλιο· το ίδιο καί τώρα, όταν ήλθε η ώρα της μεγάλης και φρικτής θυσίας. Να προσέξουμε λοιπόν και τώρα, και να προσέξουμε όχι απλώς και αόριστα, αλλά «την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν»· η προσοχή μας συγκεντρωθεί σε τούτο το σημείο, στην ειρήνη μέσα μας και μεταξύ μας, με την οποία πρέπει να προσφέρουμε τη θυσία μας προς το Θεό.
Ποτέ δεν φτάνει ο λόγος ο δικός μας, γι’ αυ­τό και τώρα δανειζόμαστε τον ασύγκριτο λόγο του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου· «Προσ­έρχεσαι, λέει σε φρικτή και αγία θυσία. Να σεβασθείς την υπόθεση αυτής της προσφοράς. Επάνω στην αγία Τράπεζα είναι σφαγμένος ο Χριστός. Και για ποιά αιτία και γιατί σφάχθηκε; Για να ειρηνοποιήσει τον ουρανό με τη γη, για να σε κάνει φίλο και με τους αγγέλους, για να σε συμφιλιωώσει με το Θεό». Και ολοκληρώνει το λόγο του ο άγιος Πατέρας της Εκκλησίας· «Για να έχεις την ειρήνην με τον αδελφόν σου».
Στην προτροπή αυτή του λειτουργού ο λαός απαντά, «Έλεον ειρήνης, θυσίαν αινέσεως». Ο ίδιος ο Ιησούς Χρίστος επιβεβαιώνει το λόγο του Προφήτη· «Ελεος θέλω και ου θυσίαν», που θα πει πως ο Θεός, αντί για άλλη θυσία, προτιμά και θέλει από τους ανθρώπους συμπάθεια και αγαπητική διάθεση μεταξύ τους. Αυτό λοιπόν και τώρα υπόσχεται και βεβαιώνει ο λαός, ότι δηλαδή σ’ εκείνον που είπε το «έλεος θέλω και ου θυσίαν» κι εμείς προσφέρομε ίλεος· στη θυσία δηλαδή που εκείνος πρόσφερε για μας κι εμείς προσερχόμαστε με ήμερη και μαλακή καρδιά, που είναι καρπός μέσα μας και μεταξύ μας της ειρήνης. Αυτή, αντί για κάθε άλλη θυσία, είναι η λογική και πνευ­ματική θυσία, θυσία ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό. Ο Καβάσιλας πάλι εδώ ερμηνεύει· «αντί για κάθε άλλο δώρο και θυσία προσφέρουμε στο Θεό την ίδια την ειρήνη, την ειρηνική μέσα μας και μεταξύ μας».
Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ως εξής ερμηνεύει το «Έλεον ειρήνης θυσίαν αινέσεως» τήην ειρήνη αυτή, που αποκρίνεται ο λαός, την βλέπει οχι μόνο σαν αγάπη και ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και σαν αχώριστη ένωση με τον ίδιο το Θεό. «Ειρήνη μας έδωσες, Κύριε, για να έχουμε μεταξύ μας ομόνοια, αλλά δος μας να εί­μαστε και μαζί σου ενωμένοι· έχοντας ειρήνη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, να είμαστε αχώ­ριστοι από την αγάπη σου». Δηλαδή κάθε φορά που ο λειτουργός λέει «Ειρήνη πάσι», και το λέει πολλές φορές στη θεία Λειτουργία, δίνει την ειρήνη όχι μόνο για να είναι μεταξύ τους μονια­σμένοι οι άνθρωποι, αλλά και με το Θεό. Πρώτα με το Θεό κι ύστερα μεταξύ τους. Γιατί, αν δεν ειρηνεύουμε με το Θεό, ούτε και μεταξύ μας μπο­ρούμε να έχουμε ειρήνη. Είναι μάταιο να προσ­παθούν οι άνθρωποι, αν λενε αλήθεια, να παγιώ­σουν στον κόσμο ειρήνη, χωρίς την ειρήνη του Θεού μέσα τους. Αυτός ο λόγος για την ειρήνη έγινε πια πολύ κοινός, ενώ είναι αλήθεια πως οι οικοδόμοι τάχα της ειρήνης δεν είναι συμφιλιω­μένοι με το Θεό, αλλά με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν κηρύξει πόλεμο εναντίον του Θεού.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στην κοινωνική διάσταση της ειρήνης, στη σημα­σία δηλαδή που έχει η θυσία του Ιησού Χριστού για την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων· η θυσία, που έγινε μια φορά και συνεχίζεται σε κάθε θεία Λειτουργία. «Αν λοιπόν η θυ­σία έγινε και γίνεται για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου, αλλά εσύ δεν το κατορθώνεις αυτό, τότε άδικα μετέχεις στη θυσία. Γιατί για σένα εί­ναι χωρίς όφελος το μεγάλο εργο του Χριστού. Κάνε λοιπόν πρώτα εκείνο, για το οποίο ακριβώς προσφέρθηκε και προσφέρεται η θυσία και τότε θα την χαρείς καλά και σωστά».


(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, +Διονυσίου, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 297-311)

Ο γέροντας και τ’ άλογο



Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος
είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του.“Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”
-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Καιποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
-“Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο.
Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο”.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει..
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί µε μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
-“Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.”
Ο γέροντας τους απάντησε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.. Μόνο Ο Κύριος γνωρίζει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.”
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
-“Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.”
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
-“Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!”
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
-“Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.”
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
-“Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!”
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος , στενοχώρια;

πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...