Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2013

Έναρξη Τριωδίου - Παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου



  





Έναρξη Τριωδίου - Παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου
Την Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013, η Εκκλησία εισέρχεται στην κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου,  που το τέλος της μας δείχνει την Ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στοχεύοντας να προετοιμάσει τους πιστούς να βιώσουν το υπέρλαμπρο και υπερκόσμιο φως της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού που έφεξε στον κόσμο, η Εκκλησία καθόρισε όπως κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μεταξύ άλλων, αναγινώσκονται συγκεκριμένες ευαγγελικές περικοπές, οι οποίες είναι λόγος απλός, αλλά θεόπνευστος, που μάς υποδεικνύει με πολλή σοφία πώς να διακρίνουμε τις κακίες, που μπορεί να κρύβονται μέσα μας, αλλά και μάς βοηθά να καλλιεργούμε τις αγίες αρετές, έτσι ώστε να μετέχουμε πραγματικά στο μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου. Πρώτη, λοιπόν, ευαγγελική περικοπή της περιόδου, είναι η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ο Κύριος, διηγούμενος την παραβολή αυτή θέλει να υπογραμμίσει ότι η συναίσθηση του ποιοι πραγματικά είμαστε, ενώπιον του Θεού και των συνανθρώπων μας, αποτελεί την πρώτη διάκριση, η οποία καθορίζει ουσιαστικά την ποιότητα του πνευματικού μας αγώνα.
Στην παραβολή αυτή που μας παρέδωσε ο Κύριος, μεταξύ άλλων Πατέρων, αναφέρεται και ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης. Παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα από τον λόγο του:
"Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου εἶναι σάν προάσκηση καί προετοιμασία, γιά ὅσους θέλουν νά κατακτήσουν τήν ἱερή ταπείνωση -πού εἶναι ὅλων τῶν ἀρετῶν ἡ βάση, ὅσων ἡ ἀπόκτηση θεμελιώνει τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν- καί νά ἀποφύγουν τή θεομίσητη ἀλαζονεία, πού ἐκτρέπει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὅλες τίς φιλόχριστες ἀρετές. Ποιός λοιπόν, δέν θά ζηλέψει τόν Τελώνη, τήν ἐπιστροφή καί τή μετάνοιά του καί δέν θά ἀποτινάξει τήν ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ ταπείνωση συνδέεται μέ τόν Χριστό καί ἡ ἀλαζονεία μέ τόν φαντασμένο καί γεμᾶτο ὑπερηφάνεια δαίμονα;
Ἡ ἀλαζονεία τόν πρῶτο ἀπό τούς ἀγγέλους, πού τό ὄνομά του ἧταν Ἑωσφόρος, τόν ἔκαμε διάβολο. Αὐτή ἔδιωξε τόν γενάρχη μας Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. «Γκρέμισε ἀπό τό θρόνο τούς δυνατούς καί ἀνέβασε τούς ταπεινούς». «Ὁ Κύριος ἀντιμάχεται τούς ὑπερήφανους καί δίνει τή Χάρη Του στούς ταπεινούς». Αὐτή καταβάλλει τόν Φαραώ∙ «Εἶπε μέσα του ὁ ἀνόητος, δέν ὑπάρχει Θεός». Αὐτή νικᾶ τό Ναβουχοδονόσορα∙ «τόν Κύριο τόν Θεό σου θά προσκυνήσεις καί Αὐτόν μόνο θά λατρεύσεις». Καί «δέν θά κάμεις κανένα εἴδωλο». Καί σέ ἄλλον ἡ ἀρρώστια περνᾶ, ἐνῶ σέ ἄλλον τό πάθος γίνεται συνήθεια. Πράγματι, ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι πυρετός, πού ἀμβλύνει τά πνευματικά αἰσθητήρια τοῦ ἀνθρώπου, φοβερή παράκρουση, πού ἐρεθίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν σπρώχνει στήν πτώση, εἶναι ὑδρώπικας γεμᾶτος ἀέρα καί νερό.
«Ποιός θά ἀνεβεῖ στό βουνό τοῦ Κυρίου; Καθαρός στά χέρια καί ἀθῶος στήν καρδιά, πού δέν ἔλαβε μάταια τήν ψυχή του». Τέτοια ἦταν ἡ ματαιότητα καί ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, πού εἶχε ἀποδιώξει τή δροσιά τῆς Χάρης∙ γῆ κατάξερη. Τό γνωρίζετε τοῦτο βέβαια καί ἀπό λόγους καί ἀπό τήν πεῖρα σας∙ ὁ ὑπερήφανος δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τελειοποιεῖ καί γι᾿ αὐτό εἶναι ξηρός καί σκληρός, τοῦ λείπει ἡ ζωογόνα θερμότητα καί ἡ ζωτική ὑγρασία. Σ᾿ αὐτόν πού εἶναι σάν τό ξερό δέντρο, φτιάχνει τή φωλιά του ὁ νυκτοκόρακας διάβολος.
Μέ ἕνα λόγο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ τροφή τῶν ἀρετῶν τῆς Χριστιανικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ βάση τῆς εὐσεβείας καί ἀρχή καί τέλος. Εἶναι ἡ ἀναίρεση τῶν παθῶν, ἡ συντήρηση τῆς ὑγρασίας στή ρίζα τῆς πίστης. Ἡ ταπείνωση συνυπάρχει μαζί μέ τό φόβο τοῦ Θεοῦ πού διώχνει τήν ἀνομία, ὅπως εἶπε ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καί ὁ σοφός Σολομώντας. Γιατί ἀληθινά, «ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου». Αὐτή κάνει τόν Τελώνη κήρυκα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἀλαζονεία μεταβάλλει τό Φαρισαῖο σέ ἄδειο κύμβαλο πού θορυβεῖ. Ἀληθινά, ὁ ὑποκριτής εἶναι ρόδι τῶν Σοδόμων, πεπόνι ὡραῖο ἀπό ἔξω καί μέσα σάπιο καί ἀνούσιο.
Ἀνέβηκε ὁ Τελώνης στό ἱερό καί ἀνέβηκε σωματικά καί ψυχικά. Ἀνέβηκε στό ἱερό καί ὁ Φαρισαῖος σωματικά καί ψυχικά. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε ἐνῶ ἡ ψυχή του κατέβαινε μέ τήν ταπείνωση. Ὁ ἄλλος κατέβηκε, ἐπειδή ἡ ψυχή του ψήλωνε ἀπό ὑπερηφάνεια. Ὁ ἕνας ἔκαμε τίς ἀναβάσεις τοῦ Δαυΐδ, βάδισε τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο. Ὁ ἄλλος κατέβηκε τό δρόμο πού πηγαίνει στόν Ἑωσφόρο, τόν ἀρχηγό τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε μέ τήν ἄνοδο καί τήν προκοπή στίς ἀρετές∙ ὁ ἄλλος κατέβηκε ἀπό τίς ἀρετές καί πλησίασε στίς κακίες.
Πολλοί μπαίνουν στό ἱερό, λίγοι ὅμως μετέχουν στά τελούμενα σ᾿ αὐτό, ἐπειδή δέν εἶναι ἄξιοι γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑπερήφανος δέν μένει μέσα στό κλῖμα τῆς ἀγάπης. Καί ὅποιος, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, δέν μένει μέσα στήν ἀγάπη, δέν μένει μέσα στόν κόλπο τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος πάλι μένει μέσα στήν ἀγάπη, μένει μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μέσα σ᾿ αὐτόν. Καί, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, αὐτός εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι μόνο μπαίνουν στό ἱερό καί στό ναό τοῦ Θεοῦ, στούς ὁποίους ἐνεργεῖ ἰδιαίτερα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ, ὁ Θεός φωτίζει μόνον ὅσους εἶναι νήπιοι καί μικροί. «Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση», λέει ὁ σοφός Σολομώντας, «ἐκεῖ βρίσκεται ἡ σοφία»∙ σοφία γιά τήν πίστη καί σοφία γιά τήν πράξη.
Αὐτή ἡ σοφία ἔλειπε ἀπό τόν Φαρισαῖο. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή ἦταν ὑποκριτής, μόνο ἐξωτερικά εὐχαριστεῖ τόν Θεό, ἐσωτερικά δέ γίνεται ἀχάριστος πρός τόν Θεό. Δέν τηρεῖ τήν ἐντολή «θά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου καθώς τόν ἑαυτό σου». Ἐπιδοκιμάζουμε ἀσφαλῶς τή λέξη «εὐχαριστῶ», γιατί ὁ Φαρισαῖος δέν ἀπέδιδε τήν ἀρετή στόν ἑαυτό του, ὅπως νόμιζε ὁ Ναβουχοδονόσορας καί ὁ Σεμεΐας καί ὁ Πέτρος. Σ᾿ αὐτήν τήν ὑπερηφάνεια ἔπεσε ὁ Ἑωσφόρος καί ὁ Ἀδάμ. Καυχιόταν ὅμως ὅτι εἶχε ἐκεῖνο πού στήν πραγματικότητα δέν εἶχε. Γιατί καί ἄν τό εἶχε, τό εἶχε ἤδη χάσει ἀπό τήν ὑπερηφάνειά του. Ἔχει χρέος αὐτός πού ἔχει κάτι ἀγαθό νά ὁμολογεῖ ὅτι δέν τό ἔχει καί νά λέει «εἶμαι τιποτένιος δοῦλος». Γιατί «κανένας θνητός δέν εἶναι δίκαιος μπροστά σ᾿ Ἐσένα».
Αὐτός πού δέν ταπεινώνεται πετᾶ τήν ἀγάπη καί ὅποιος δέν ἀγαπᾶ περιφρονεῖ. Ἀληθινά, εἶναι ἀρχή κάθε ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφάνεια. Τήν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τό φθόνο ὁ φόνος. Ἐξ αἰτίας της ὁ Ἀβεσαλώμ βλέπει σάν ἐχθρό τόν πατέρα του καί παρακινεῖται νά τόν σκοτώσει. Ὁ κρυφός ἐχθρός εἶναι πιό ἐπικίνδυνος ἀπό τό φανερό καί δέ διαφέρει ἀπό τό διάβολο, πού μέ τή μορφή τοῦ φιδιοῦ ξεγέλασε τόν Πρωτόπλαστο. Γι᾿ αὐτό ὁ φανερός ἁμαρτωλός δικαιώνεται καί ὁ κρυφός καταδικάζεται. Ὁ ἕνας ἔχει τή φαυλότητά του μόνο, ὁ ἄλλος ἔχει ἀκόμα τό ψέμα καί τήν ἀπάτη. Καί γι᾿ αὐτό ἀποδιώχνεται ἀπό τήν ὑπέρτατη ἀλήθεια. Γιατί μέ τήν ἀγάπη του ὁ ἐκλεκτός προορίζεται γιά τή σωτηρία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στή δεύτερη Ἐπιστολή του καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη πρός Ἐφεσίους καί στήν τρίτη πρός Κολασσαεῖς Ἐπιστολή του∙ ἡ ἔχθρα ὅμως ἀποδοκιμάζεται.
Κατάλαβε ὁ Τελώνης τήν ἁμαρτία του, συγχωρέθηκε καί ἐλευθερώθηκε ἀπό αὐτήν. Γι᾿ αὐτό καί ζεῖ, κατά τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ. Αὐτή τή ζωή κέρδισε καί ὁ Δαυΐδ, ὅπως ἔλεγε ὁ Νάθαν. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, δέν κατάλαβε τήν ἁμαρτία του καί ἔμεινε μακριά ἀπό τή ζωή.
Πρόσεξε καλά γιά δεύτερη φορά τόν Εὐαγγελικό λόγο. «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στό ἱερό νά προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος Τελώνης». Παράδειγμα καί πρότυπο τῶν ἀνθρώπων πού δικαιολογοῦν τόν ἑαυτό τους καί ἐξουθενώνουν ὅσους ἁμαρτάνουν ἔβαλε ὁ Κύριος τό Φαρισαῖο καί δεῖγμα τῶν ὑπερηφάνων. Τόν Τελώνη τόν χρησιμοποίησε ὡς παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων πού ἁμαρτάνουν καί κάνουν τήν προσευχή καί τήν ἐξομολόγησή τους μέ καρδιά γεμάτη συντριβή. Γιά νά διδάξει ἔτσι ὁ Κύριος ὅλους νά μισοῦν τήν ὑπερηφάνεια καί νά ἀγαποῦν τήν ταπείνωση.
Καί δείχνει καθαρά ὁ Χριστός μέ αὐτήν τήν Παραβολή ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι μεγάλη ἀρετή καί φέρνει κοντά στόν Θεό τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὅμως δεχθεῖ κοντά της τήν ὑπερηφάνεια, πετάει σάν σκουπίδι τόν ἄνθρωπο στόν ἄπατο βυθό. Αὐτό ἀκριβῶς ἔπαθε καί ὁ Φαρισαῖος καί γι᾿ αὐτό τό λόγο δέχθηκε τήν κατάκριση καί ἔπεσε στήν ἀπώλεια. Ἡ ἀδικία καί ἡ ἁμαρτία εἶναι σιχαμερή καί μισητή καί, βαρύτερη ἀπό κάθε κακία, ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά ἡ ταπείνωση μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση τόν δικαιώνει καί τόν κάνει ἄξιο τῆς σωτηρίας καί τόν ὁδηγεῖ κοντά στόν Θεό. Αὐτό βρῆκε ὁ Τελώνης καί γι᾿αὐτόν τό λόγο δικαιώθηκε καί ἔγινε ἄξιος τῆς σωτηρίας...".

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου, του + Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου, του π. Μελετίου Καλαμαρά
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
(Λουκ. 18, 10-14)

Ἀδάμ ποῦ κατάντησες;
            Ὁ Θεός μᾶς ἀπευθύνει πολλά ἐρωτήματα γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τήν πορεία μας μέσα στή ζωή.
            Τό πρῶτο ἐρώτημα πού ἀπεύθυνε στόν ἄνθρωπο, ἦταν τό ἐρώτημα πού εἶπε στόν Ἀδάμ:
            -Ἀδάμ ποῦ εἶ;
            Μήπως περνᾶ ἀπό τό μυαλό μας, ὅτι ὁ Θεός ρωτοῦσε τόν Ἀδάμ ποῦ ἦταν γιατί ἤθελε νά μάθει;
            Ὁ Θεός τά ξέρει ὅλα, εἶναι πάνσοφος καί παντογνώστης. Δέν ρωτοῦσε τόν Ἀδάμ, ποῦ εἶναι, γιά νά μάθει, ἀλλά τόν ρωτοῦσε, γιά νά τόν κάνει νά διερωτηθεῖ γιά τόν ἑαυτό του καί νά συνειδητοποιήσει ποῦ βρισκόταν.
            Ἄν θέλαμε τό ἐρώτημα τοῦ Θεοῦ νά τό μεταφράσομε σωστά, θά λέγαμε:
            Ὁ Θεός εἶπε στόν Ἀδάμ:
            -Ἀδάμ ποῦ κατάντησες; Ποῦ ἔχεις ξεπέσει; Ποῦ βρίσκεσαι;
            Τά λόγια αὐτά, ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγε: «Ἀδάμ, ξαναγύρισε στή θέση σου. Ἀδάμ, μή τρέχεις ἔξω. Μαζέψου μέσα σου. Ἔλεγξε τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς σου, αὐτή τήν στιγμή, γιά νά καταλάβεις πῶς ἔπρεπε νά εἶσαι ἀπέναντι τοῦ Πατέρα καί Δημιουργοῦ σου καί πῶς ἔχεις καταντήσει».
Θά τά διορθώσω ὅλα
            Τήν ἄλλη Κυριακή, θά ἀκούσομε τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Ὁ ἄσωτος, ἐνῶ βρισκόταν ἐκτός ἑαυτοῦ, εἶχε χάσει καί ξεχάσει τόν ἑαυτό του, ἦλθε στιγμή κατά τήν ὁποία, «εἰς ἑαυτόν ἐλθών», ξαναγύρισε στόν ἑαυτό του καί διερωτήθηκε:             «Πόσοι μίσθιοι τοῦ Πατρός μου, περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι; Ἀναστάς οὖν, πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ». Καί θά τοῦ πῶ: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου».
            Πράγμα πού σημαίνει γιά μᾶς:
            -Γιά κοίταξε -νά ποῦμε στόν ἑαυτό μας- πόσοι ἅγιοι εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, πόσοι φαίνονται καί πόσοι δέν φαίνονται καί ὅλοι αὐτοί, δέν εἶναι σέ ἀνάγκη· ἐπειδή τό θέλησαν.
            Ἐγώ γιατί νά βρίσκομαι στήν κατάσταση τῆς πνευματικῆς φτώχειας; Τῆς πνευματικῆς λιμοκτονίας; Θά σηκωθῶ καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ: «Ἡ μέχρι τώρα ζωή μου, Θεέ μου, Πατέρα μου, εἶναι λάθος. Ἀλλά ἀπό δῶ καί πέρα θά τά διορθώσω ὅλα καί θά φροντίσω νά γίνω παιδί σου, κατά τό θέλημά σου, ὅσο μπορῶ καλύτερος».
Ἀνεβαίνομε ἕνα σκαλάκι;
            Κάποια τέτοια σκέψη πέρασε ἀπό τόν νοῦ τῶν δυό ἀνθρώπων, γιά τούς ὁποίους μᾶς μιλάει τό σημερινό Εὐαγγέλιο· καί πῆγαν στήν Ἐκκλησία. Νά προσευχηθοῦν. Νά παρακαλέσουν τόν Θεό. Νά τοῦ ζητήσουν κάτι. Νά τοῦ ποῦν κάτι.
            Ἀλλά τί παράξενο! Μᾶς βεβαιώνει τό Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ καλός ἄνθρωπος, ὁ φαρισαῖος, ἴδιος μπῆκε, ἴδιος βγῆκε. Ἀλλαγή μέσα του, ἀπό τό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐκκλησία καμιά. Προσθήκη καμία. Ὠφέλεια καμία. «Σκόρδο πῆγε, σκόρδο γύρισε».
            Ὁ κακός ἄνθρωπος, ὁ τελώνης, εἶναι ψυχικά ἀδύνατος.     Καί βγῆκε γερός. Πρίν μπεῖ στήν Ἐκκλησία, ἦταν μακρυά ἀπό τόν Θεό. Καί ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε, βρέθηκε κοντά στό Θεό. Μπῆκε ἁμαρτωλός, καί βγῆκε «τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος».          Τό ἴδιο καί μή μᾶς κακοφανεῖ, μπορεῖ νά γίνεται καί μέ μᾶς.
            Νά μπαίνομε καί νά βγαίνομε ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν τόν φαρισαῖο. Ἀλλά μπορεῖ, ἄν θέλομε νά μήν ἀφήσομε τόν ἑαυτό μας σέ τέτοια κατάσταση νέκρας. Ἀλλά κάθε φορά πού μπαίνομε στήν Ἐκκλησία νά παίρνομε ζωή. Μεγαλύτερη ζωή. Περισσότερη ζωή. Καί περισσότερη δύναμη.
            Θυμᾶστε τί λέει ὁ Χριστός: «Ἐγώ ἦλθα ἵνα ζωήν ἔχωσι τά πρόβατά μου. Καί νά παίρνουν ἀπό μένα χάρη ἀντί χάριτος. Δηλαδή τήν μιά χάρη πάνω στήν ἄλλη. Σέ ὅλη τους τή ζωή». Κάθε φορά πού μπαίνομε στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά ἀνεβαίνομε καί ἕνα σκαλάκι πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
            Λέμε γιά τόν φαρισαῖο ὅτι «πρός ἑαυτόν προσηύχετο».      Δηλαδή κέντρο τῆς προσευχῆς του, δέν ἦταν ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἑαυτός του. Σάν νά κουβέντιαζε μέ τόν ἑαυτό του. Καί γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνῶ τό ζητούμενο εἶναι, μπαίνοντας στήν Ἐκκλησία, νά θυμόμαστε καί νά ἔχομε κέντρο τῆς ζωῆς μας, τῆς σκέψης μας, τῶν συναισθημάτων μας τόν Θεό.
            Ἀποτέλεσμα: Ὁ φαρισαῖος, μέσα στήν Ἐκκλησία, οὔτε τόν Θεό κατάλαβε, οὔτε τόν ἑαυτό του. Ὅπως μπῆκε, ἔτσι βγῆκε.
            Τί προσευχή ἔκανε;
            Ἔλεγε μόνο τί κακό δέν ἔκανε. «Οὐκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί». Τί σημαίνει αὐτό;
            Ὁ ἄνθρωπος πού «μιλάει γιά τόν ἑαυτό του», κάνει κάτι τό ἄσχημο. Αἰσθάνεται μέσα του ἄσχημα. Καί ἐπειδή ἔχει κέντρο τῆς ζωῆς του τόν ἑαυτό του, γίνεται στούς ἄλλους ἐπιθετικός. Γίνεται φανατικός. Κατακρίνει, ἐπικρίνει, βρίζει.
            Ὅσο πιό πολύ θαυμάζει κανείς τόν ἑαυτό του καί θέλει νά ἔχει κέντρο στή ζωή του τόν ἑαυτό του, τόσο πιό πολύ κατακρίνει τούς ἄλλους, τούς βρίζει καί τούς κακολογεῖ.
            Καί ὅσο πιό πολύ ἕνας ἄνθρωπος ἔχει κέντρο τόν Θεό, τόσο περισσότερο βλέπει καί καταλαβαίνει καί αἰσθάνεται ὅτι ὅλοι γύρω του, μπορεῖ νά εἶναι καί καλύτεροι ἀπό αὐτόν. Καί σάν ἀδελφούς του, τούς ἀγαπᾶ καί προσπαθεῖ νά τούς ἐπαινεῖ.          Γιατί ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται στήν καλωσύνη.
            Ὅταν κανείς ἔχει κέντρο τόν ἑαυτό του, μή φανεῖ παράξενο, αἰσθάνεται πλούσιος, ἀλλά εἶναι φτωχός. Καί μάλιστα ἀπελπιστικά φτωχός.
Τήν καρδιά σας θέλω
            Ἐρώτημα τώρα, γιά μᾶς.
            -Σύ ἀδελφέ μου, πού εἶσαι αὐτή τήν στιγμή στήν Ἐκκλησία, πῶς αἰσθάνεσαι;
            Αἰσθάνεσαι αὐτάρκεια στόν ἑαυτό σου;
            Ἄν ναί, ξέρε το. Πνευματικά εἶσαι φτωχός. Ὅσο πιό πολύ αὐτάρκεια αἰσθάνεσαι, τόσο πιό φτωχός εἶσαι. Τόσο πιό λίγο ἔχεις γνωρίσει τόν ἑαυτό σου.
            Δηλαδή ὁ φαρισαῖος καί κάθε ἄνθρωπος πού μπαίνει στήν Ἐκκλησία καί αἰσθάνεται κάποια ἱκανοποίηση, γιατί δέν ἔκανε τήν μιά παληοδουλειά, οὔτε τήν ἄλλη, δέν εἶναι καλός ἄνθρωπος; Δέν εἶναι θετικά στοιχεῖα αὐτά;
            -Βεβαίως εἶναι πάρα πολύ θετικά.
            Κάθε ἄνθρωπος ἔχει ὑποχρέωση νά ἀγωνίζεται νά τηρεῖ τόν νόμο (τοῦ Θεοῦ). Ἀλλά... Ὑπάρχει καί ἕνα «ἀλλά». Ποιό εἶναι αὐτό τό «ἀλλά»;
            «Οὐ θέλω τά ὑμῶν», λέει ὁ Χριστός «ἀλλά ὑμᾶς».
            Δέν θέλω τά πράγματά σας. Ἐσᾶς θέλω. Δέν θέλω μόνο τά ἔργα σας, τίς πράξεις σας. Θέλω τήν καρδιά σας. Δέν θέλω μόνο κάτι πού σᾶς περισσεύει. Θέλω ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σας.
            Πῶς τό ἐκφράζει αὐτό ὁ Θεός; Μᾶς λέγει:
            «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ’ ὅλης διανοίας σου καί ἐξ ὅλης ἰσχύος». Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Καρδιά, ψυχή, διάνοια;
            Μέσα σου πρέπει νά κατοικεῖ ὁ Θεός. Ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου νά τόν ἔχεις τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ζητᾶ ὁ Θεός. Ἅμα ἀπό τόν ἑαυτό σου κόψεις καί πεῖς:
            -Τί θέλει ὁ Θεός; Ἕνα κεράκι τήν Κυριακή. Πόσο κάνει τό κεράκι; Ἕνα εὐρώ. Δέκα βάζω ἐγώ. Καί ξέμπλεξα. Ἤ ἄν θέλετε, χίλια βάζω.
            Ξέμπλεξα;
            Δέν ξέμπλεξες ἀδελφέ μου, δέν ξέμπλεξες! Ὁ Θεός δέν θέλει τά λεφτά σου, δέν τοῦ προσθέτουν τίποτε. Τί θέλει;
            -Ἐσένα θέλει.
            Καί γιατί θέλει τήν καρδιά σου καί ὄχι ἄλλες λεπτομέρειες;
            Γιατί ὁ ἑαυτός σου, ἐσύ δηλαδή, εἶσαι ἡ καρδιά σου, ἡ ψυχή σου καί ἡ διάνοιά σου. Ἅμα αὐτά εἶναι ἀλλοῦ, πῶς κάποια μέρα θά πᾶς κοντά στό Θεό;
            Ποιός θά βρεθεῖ τότε ζημιωμένος;
            Τό συμφέρον μας τό πνευματικό, ἐπειδή ἀκολουθεῖ θάνατος καί ἀνάσταση καί αἰώνια ζωή, εἶναι νά μήν ἀφήνομε τόν ἑαυτό μας, νά ἀπατᾶται ἀπό τίς μικρολεπτομέρειες τῆς ζωῆς, ἀλλά νά ψάχνομε γιά τήν οὐσία. Τήν μεγάλη οὐσία, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ αἰώνια ζωή.
Μένουν πολλά σκαλάκια
            Γιατί ὁ τελώνης ἔφυγε δικαιωμένος ἀπό τήν Ἐκκλησία;      Πῆγε καί εἶπε, λέει τό Εὐαγγέλιο, «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Στάθηκε σέ μιά ἄκρη, χτύπησε τό στῆθος του καί εἶπε: «Ἐγώ φταίω. Ἐγώ δέν τά ἔκανα καλά τά ἔργα μου. Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Ἀπό δῶ καί πέρα, ἀλλάζω. Θά διορθωθῶ».
            Ἔτσι ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του. Ἀπό τήν στιγμή πού στρέφει τά μάτια του, τά μάτια τῆς καρδιᾶς του καί τῆς ψυχῆς του στόν ἑαυτό του, στίς πράξεις του, στή σχέση του μέ τόν Θεό. Καί ψάχνει νά δεῖ πόσο εἶναι σωστή.
            Ὅταν αὐτό τό κάνει, καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος χρειάζεται βελτίωση. Καί ποιός δέν χρειάζεται βελτίωση;
            Ποιός μοιάζει μέ τόν ἅγιο Δημήτριο, ποιός μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, ποιός μέ τήν Παναγία;
            Γι' αὐτό «ἔχομε πολλά σκαλάκια νά ἀνεβοῦμε». Πολλή διόρθωση πρέπει νά θέλομε γιά τόν ἑαυτό μας, γιά  νά μπορέσομε νά ἀναπαυθοῦμε.
            Ὅταν αὐτό δέν τό κάνομε, ἔχομε ἐσωτερικά καρναβάλι.    Φορᾶμε μάσκες. Ὁ φαρισαῖος πῆγε μέ μάσκα στήν Ἐκκλησία. Ἔλεγε στό Θεό παχειά λόγια πού δέν ἀνταποκρίνονταν στήν πραγματικότητα. Ἀλλά ἐμεῖς νά μήν ἐκφραζόμαστε μέ ὑποκρισία.
            Οὔτε στό Θεό, στήν προσευχή μας, οὔτε στούς ἄλλους, οὔτε σέ κανέναν. Ποτέ καί πουθενά.
Ἔτσι ἀρχίζει ἡ πνευματική διόρθωση
            Ὁ Ντοστογιέφσκι λέει τά ἑξῆς:
            «Ἀποφεύγετε τήν ὑποκρισία. Ἀποφεύγετε κάθε ὑποκρισία. Μή λέτε ψέματα. Ποτέ, πουθενά, σέ κανένα. Καί προπαντός μή λέτε καί μήν κάνετε ποτέ ψέματα στόν ἑαυτό σας. Μήν ἀφήνετε νά βουτάει ἡ ζωή σας στό ψέμα. Ἀνοῖχτε τά μάτια σας καί δεῖτε μέ θάρρος τό κακό πού ἔχετε μέσα σας. Δεῖτε μέ θάρρος τήν ἁμαρτία σας. Γιατί μόνο τότε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κοιτάξει μέ θάρρος καί μέ εἰλικρίνεια τό κακό πού ἔχει μέσα του, τότε τό κακό αὐτό, παίρνει φῶς καί ἀπό σκοτάδι γίνεται φῶς».
            Εἶναι ἕνας παράξενος νόμος. Ὅταν μποροῦμε καί βλέπομε τό πνευματικό σκοτάδι μας, ἀρχίζει ἡ αὐτογνωσία. Καί τό πνευματικό σκοτάδι γίνεται φῶς.
            Ἔτσι ἀρχίζει ἡ πνευματική διόρθωση.
            Ὁ Χριστός, στιγμάτισε τόν φαρισαῖο, πού ἀντί νά κοιτάζει τό σκοτάδι, τό πολύ ἤ τό λίγο πού εἶχε μέσα του, κοίταζε μόνο τά φωτεινά του σημεῖα. Γιατί κάνοντας ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ξεχνᾶ ὅτι χρειάζεται κάτι περισσότερο καί κάτι καλύτερο. Καί σιγά-σιγά βουλιάζει ὅλο καί περισσότερο στό ψέμα.
            Ὅταν κανείς βουλιάζει στό ψέμα, θά ρθεῖ μιά ἡμέρα πού τό ψέμα θά τόν καταπιεῖ.
Ψεύτικα λόγια, ψεύτικα δαχτυλίδια
            Ἕνας βασιλιάς, εἶχε γύρω του πολλούς ἐπίσημους ἀνθρώπους. Ὑπουργούς, φίλους, ἀξιωματούχους. Μιά μέρα τούς εἶπε:
            -Θέλω νά μοῦ πεῖτε μέ εἰλικρίνεια. Πῶς μέ βλέπετε. Νά μοῦ ἐκφράσετε τήν καρδιά σας. Ἀλλά θέλω τήν ἀλήθεια. Ὄχι κολακευτικά λόγια. Ἅμα μοῦ πεῖτε τήν ἀλήθεια θά σᾶς ἀμείψω. Τά ἔχω ἕτοιμα τά δῶρα.
            Καί τούς ἔδειξε κάτι διαμαντένια δαχτυλίδια.
            Τότε τά δαχτυλίδια ἦταν μεγάλο προνόμιο. Τά εἶχαν οἱ βασιλιάδες σάν σφραγίδες τους. Μέ τά δαχτυλίδια σφράγιζαν.
            Πλησίαζε λοιπόν τόν βασιλιά ὁ κάθε ἀξιωματοῦχος καί ἔχοντας τό νοῦ του στά δῶρα πού εἶχε ὑποσχεθεῖ, προσπαθοῦσε νά τοῦ πεῖ, ὅσο καλύτερα λόγια μποροῦσε.
            Ἔτσι φούσκωσαν τόν βασιλιά ψέματα: Πῶς ἦταν ὁ μεγαλύτερος καί ὁ καλύτερος τοῦ κόσμου.
            Καί αὐτός τούς ἔδινε ἀπό ἕνα δαχτυλίδι.
            Τέλος παρουσιάστηκε ἕνας καί τοῦ λέει:
            -Κοίταξε βασιλιά μου. Βασιλιάς εἶσαι, ἀφεντικό εἶσαι. Ὅτι θέλεις διατάζεις, ὅτι θέλεις γίνεται. Νά σοῦ πῶ ὅμως ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Εἶσαι καί σύ ἄνθρωπος, ὅπως εἶμαι καί ἐγώ. Μιά μέρα θά πεθάνεις καί σύ. Ἀπό κεῖ καί πέρα, σέ περιμένει ἡ κρίση. Φρόντισε νά γίνεις καλός ἄνθρωπος καί καλός βασιλιάς. Ὅσο μπορεῖς πιό καλός ἄνθρωπος καί πιό καλός βασιλιάς, γιά νά σέ δεχτεῖ ὁ Θεός στήν Βασιλεία του.
            Τοῦ λέει ὁ βασιλιάς:
            -Ἐσύ εἶσαι γιά μένα. Μεῖνε ἐδῶ κοντά μου. Σέ θέλω, νά μοῦ λές τέτοιες συμβουλές.
            Ὅσο γιά τούς ἄλλους, ἄς πάρει ὁ καθένας τό δαχτυλίδι πού τοῦ ἔδωσα καί ἄς φύγει.
            Μετά λίγες μέρες, ξαναγυρίζουν οἱ αὐλικοί καί τοῦ λένε:
            -Βασιλιά μου, σέ ποιόν παράγγειλες τά δαχτυλίδια; Σέ γέλασε. Εἶναι ψεύτικα.
            -Κανείς δέν μέ γέλασε, τούς ἀπάντησε. Θυμηθεῖτε ὅμως τί σᾶς εἶπα: «Θά σᾶς δώσω ἀμοιβή, ἀνάλογα μέ τά λόγια σας. Καί μέ τά ἔργα σας. Ψεύτικα ἦταν ἐκεῖνα πού μοῦ εἴπατε, ψεύτικα δῶρα σᾶς ἔδωσα καί ἐγώ. Ψέματα λέτε, ψεύτικα ἔργα κάνετε, ψέματα θά πάρετε».
            Μή τό ξεχνᾶμε. Βλέπει ὁ Θεός.
            Ὅταν ρωτᾶ: «Ποῦ εἶσαι;», δέν ρωτᾶ γιά νά μάθει, ἀλλά γιά νά μᾶς πεῖ:
            «Κοίταξε ποῦ ἔχεις καταντήσει, ποῦ βρίσκεσαι.
            Κοίταξε νά συνειδητοποιήσεις ποῦ κινδυνεύεις νά βρεθεῖς ἀπό στιγμή σέ στιγμή.
            Καί μετανόησε. Ἐλθέ στόν ἑαυτό σου γιά νά σωθεῖς».
            Τό μεγαλύτερο καί τό ὡραιότερο πράγμα εἶναι νά ἀκοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τί λέγει ὁ ἀπόστολος;
            Μελετᾶτε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τά λόγια τοῦ Θεοῦ, τά μόνα «δυνάμενα σοφίσαι εἰς σωτηρίαν». Πού ὅταν τά βάζεις στό νοῦ καί στήν καρδιά σου, σέ κάνουν σοφό. Ὄχι γιά νά λές ὡραῖα λόγια, ἔξυπνα λόγια, γιά νά θαυμάζει ὁ κόσμος, ἀλλά γιά νά βρεῖς τήν σωτηρία. Τόν δρόμο πού διδάσκει ὁ Θεός. Τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Θεό.
            Αὐτό τόν δρόμο εἴθε καί ἐμεῖς νά τόν βροῦμε. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 20/2/2000 στή Γραμμενίτσα.

ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΗ (ΟΥΧ ΕΙΜΙ ΩΣΠΕΡ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ) π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ


Στην αρχή του Τριωδίου η Εκκλησία μας έχει ορίζει να διαβάζεται η παραβολή του τελώνη και του Φαρισαίου. Ο Χριστός, απευθυνόμενος σε εκείνους που είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κατέκριναν τους άλλους, διηγείται την άνοδο δύο ανθρώπων στον ναό των Ιεροσολύμων και την προσευχή τους. Και οι δύο μίλησαν αληθινά για τον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους. Ο Φαρισαίος είπε στο Θεό και στους ανθρώπους ότι ήταν διαφορετικός από όλους τους αμαρτωλούς, ότι τηρούσε τον μωσαϊκό νόμο και δεν έμοιαζε ειδικά με τον τελώνη. Δεν ήταν άδικος, άρπαγας και μοιχός. Δεν αδικούσε δηλαδή τους ανθρώπους ούτε με τη σκέψη, ούτε  με την πράξη, ούτε με τις επιθυμίες. Δεν άρπαζε τα αγαθά τους ούτε προσέβαλε την οικογενειακή τιμή και υπόληψή τους. Ο Φαρισαίος ανήκε στην τάξη των ευσεβών, των καθαρών, των τελείων εξωτερικά και σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. Ο τελώνης έβλεπε την αμαρτωλότητά του και ενώπιον του Θεού ομολογούσε ότι δεν είχε τίποτε καλό να παρουσιάσει. Πενθούσε γι’ αυτό. Και παρακαλούσε το Θεό να τον ευσπλαχνισθεί. Από τους δύο αλήθειες η μία οδήγησε στην άφεση, την συγχώρεση, την δικαίωση. Η άλλη, η οποία είχε οδηγήσει τον Φαρισαίο στην αυτο-ύψωση, δεν έγινε αποδεκτή από το Θεό και ο Φαρισαίος κατακρίθηκε.
                Πολλά μηνύματα διδασκόμαστε από την παραβολή. Και καθώς ξεκινά η προετοιμασία όλων μας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή η Εκκλησία πρωτίστως μας καλεί να δούμε την δική μας αλήθεια. Να εξετάσουμε τους εαυτούς μας και να παραδειγματιστούμε από την κατάκριση την οποία υπέστη ο Φαρισαίος.
                Οι περισσότεροι άνθρωποι ή φοβούνται ή παραθεωρούν ή κατασκευάζουν την αλήθεια για τον εαυτό τους.
Η αλήθεια για τον εαυτό μας, για τη ζωή, για τους στόχους μας, για τις σχέσεις μας χρειάζεται γενναιότητα για να μπορεί να διακριβωθεί, αλλά και να γίνει αντικείμενο προβληματισμού ή αφορμή για μετάνοια και αλλαγή.Συνήθως φοβόμαστε την αλήθεια που δεν μας είναι ευχάριστη. Το ότι έχουμε πάθη. Το ότι φέρουμε μερίδιο ευθύνης για ό,τι συμβαίνει τη ζωή μας. Για τις επιλογές μας. Για το ότι η ζωή μας έχει όρια και τέλος. Για το ότι ο χρόνος περνά και μας λείπουν καταστάσεις ή αγάπη ή νόημα σε ό,τι κάνουμε και ιδίως στις σχέσεις μας με τους άλλους.  Όλα αυτά δεν είμαστε έτοιμοι και φοβόμαστε να τα αντικρίσουμε. Γιατί ή θα μας πνίξουν οι ενοχές μας ή θα χρειαστεί να πάρουμε αποφάσεις, να ζητήσουμε άφεση και από το Θεό και από τους ανθρώπους, να κάνουμε καινούριες αρχές στη ζωή μας. Και οι άνθρωποι έχουμε μάθει στη συνήθεια. Μας βολεύει. Δεν αισθανόμαστε ότι μπορούμε να αλλάξουμε.
                Άλλοτε πάλι παραθεωρούμε την αλήθεια. Αφηνόμαστε στον εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής, στις επιλογές του πολιτισμού εντός του οποίου ζούμε. Συμπνιγόμαστε στις μέριμνες του βίου. Και έχουμε πολλές δυνατότητες να μην ακούσουμε και να μη δούμε τον εαυτό μας. Η εικονική μας πραγματικότητα. Οι υποχρεώσεις μας. Η αίσθηση ότι η ζωή μας είναι γεμάτη. Κυρίως η βεβαιότητα ότι έχουμε χρόνο, αλλά και η αίσθηση ότι η αλήθεια έχει να κάνει μόνο με τον παρόντα χρόνο και προσεγγίζεται μονάχα με ό,τι βλέπουμε, ό,τι ακούμε, ό,τι γευόμαστε, ό,τι απολαμβάνουμε και δεν χρειάζεται να γυρνούμε σε σχήματα του παρελθόντος, όπως νομίζουμε ότι είναι ο Θεός, η ηθική, η ενασχόληση με το τι θέλει και πώς αισθάνεται ο πλησίον μας  και το πλήθος των πειρασμών που αντιμετωπίζουμε, μας κάνουν να αδιαφορούμε γι’ αυτή.
                Άλλοτε, όπως ο Φαρισαίος, κατασκευάζουμε την δική μας αλήθεια.Αναγορεύουμε τους εαυτούς μας σε αυθεντίες. Μετρούμε τα πάντα με βάση το πώς νομίζουμε ή πώς θα θέλαμε να είναι και θεωρούμε ότι έχουμε βρει την αλήθεια. Την δική μας όμως αλήθεια. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε με άλλα κριτήρια, όπως αυτά του λόγου του Θεού και της εκκλησιαστικής ζωής. Ο Φαρισαίος νόμιζε ότι η αλήθεια του ήταν αποδεκτή από το Θεό και τους ανθρώπους. Πίστευε σ’ αυτήν. Δεν μπορούσε να διακρίνει ότι μέσα από την αλήθεια του είχε διαγράψει την ταπείνωση, την αγάπη για τους άλλους και την ευθύνη την οποία θα έπρεπε να έχει για εκείνους. Αυτοδικαιώθηκε. Λησμόνησε ότι ενώπιον του Θεού, εκ των πραγμάτων, δεν υπάρχει τέλειος και αναμάρτητος. Λησμόνησε ότι χωρίς το Θεό τίποτε δεν μπορεί να πετύχει κανείς αυθεντικά. Και πίστεψε ότι ήταν «ουχ ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων» (Λουκ.18, 11). Και ευχαριστούσε το Θεό κιόλας γι’ αυτό.     
                Στην προβληματική μας στάση έναντι της αλήθειας συμβάλλει αποφασιστικά η λογική της σύγκρισης. Μας παρηγορεί το γεγονός ότι δεν είμαστε όπως οι άλλοι άνθρωποι. Ο καθένας μας χρησιμοποιεί στον εαυτό του ως άλλοθι το γεγονός ότι σε σχέση με τους άλλους είμαστε καλύτεροι ή δεν είμαστε τόσο άσχημα. Έχουμε πρόοδο. Έχουμε επιτυχίες. Έχουμε χαρίσματα. Έχουμε αυτάρκεια ενίοτε. Ότι στη διαφθορά και την κρίση του κόσμου εμείς αντέχουμε. Είμαστε διαφορετικοί. Και μπορεί να είναι αλήθεια. Ιδίως όσοι ανήκουμε στην Εκκλησία και αισθανόμαστε ότι προσπαθούμε να λειτουργούμε με γνώμονά μας την πνευματική πορεία, έχουμε την αίσθηση ότι σε σχέση με τους λοιπούς των ανθρώπων είμαστε πολύ καλύτερα. Και τολμούμε να πούμε ότι ο Θεός δεν θα μας λησμονήσει. Θα αναγνωρίσει τον κόπο μας και ότι θα μας ανταμείψει. Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε, για παράδειγμα, να κατανοήσουμε γιατί υφιστάμεθα δοκιμασίες στη ζωή μας, ενώ ενώπιον του Θεού είμαστε εντάξει. Και μπορεί κι αυτό να είναι αλήθεια. Μέσα όμως από τη σύγκριση λησμονούμε ότι ο Θεός δεν μας κρίνει με βάση τι είναι οι άλλοι, αλλά με βάση ποιοι είμαστε εμείς. Με βάση όχι την έλλειψη της κακίας, που είναι κι αυτή αμφίβολη, αλλά με βάση το πόσο προχωρήσαμε στο αληθινό νόημα της πνευματικής ζωής που είναι η ταπείνωση, η αγάπη και η εκζήτηση του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού, όπως επίσης και της άφεσης που ζητούμε από Εκείνον και από όσους δυσκολέψαμε στη ζωή μας.
                Ο τελώνης και η αλήθεια του αποτελούν ένα παράδειγμα που μας καλεί να ξαναδούμε  τη ζωή μας. Την αλήθεια. Να μην εγκλωβιστούμε στην αλήθεια μας, αλλά να κρίνουμε του εαυτούς μας με βάση αυτό που θέλει ο Θεός. Και «εν τη ταπεινώσει» να αναφωνήσουμε το «ιλάσθητι», ακόμη κι αν ο πολιτισμός μας μάς λέει ότι δεν χρειάζεται. Και ας εφευρίσκει τρόπους για να μην μας αφήσει τελικά χρόνο και όψη, ώστε να δούμε αληθινά την καρδιά και την ψυχή μας. Το Τριώδιο προσφέρεται, μέσα από την λειτουργική ζωή, μέσα από την περισυλλογή, αλλά και τα ερωτήματα που θέτει, να μας δώσει την ευκαιρία να μας ξαναδούμε. Και να επαναπροσεγγίσουμε την αλήθεια του Θεού. Ή, καλύτερο, τον Θεό που είναι η Αλήθεια.

ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΖΩΡΤΖΟΓΛΟΥ: ΟΛΑ ΓΚΡΕΜΙΖΟΤΑΝ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, ΤΟΤΕ ΠΗΓΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ...

altΓια τον ρακοσυλλέκτη πατέρα του, τα πορνεία της νιότης του και την εποχή που τα άφησε όλα πίσω και πήγε στο Άγιο Όρος μίλησε ο Στράτος Τζώρτζογλου σε εβδομαδιαίο περιοδικό.

«Όταν δεν δούλευε ως ναυτικός ο πατέρας μου πήγαινε στα σκουπίδια, έπαιρνε παλιοσίδερα, λάμπες και τα πουλούσε κάθε Κυριακή στα παλιατζίδικα, στο παζάρι στον Πειραιά. Ακόμη κι όταν ήμουν ηθοποιός και τους βοηθούσα οικονομικά με πολλά λεφτά, συνέχιζε να κάνει αυτή την δουλειά. Πολλοί φίλοι του πατέρα μου ήταν άστεγοι.  
Κοιμόντουσαν σπίτι μας όταν ήμουν μικρός. Ένας από αυτούς μάλιστα είχε πεθάνει από υπερβολική δόση μέσα στο σπίτι μας. Ήταν κολλητός του πατέρα μου. 

Το επόμενο πρωί τον πήγαν στο νεκροταφείο και τον έθαψε εκείνος». Αυτό δήλωσε ο δημοφιλής ηθ οποιός στο Εγώ Weekly, ξετυλίγοντας τα τεφτέρια μιας ζωής που θυμίζει κινηματογραφική ταινία.

Εξηγώντας, ταυτόχρονα, από πόσο μικρός είδε την άλλη πλευρά της ζωης «Από πέντε ετών ο πατέρας μου, μου έδειξε τους ανθρώπους της πορνείας. Με είχε πάει θυμάμαι στην Τρούμπα για να μου δείξει ότι υπάρχει και αυτή η πλευρά της ζωής. Όπως πηγαίναμε επίσης στο τρελοκομείο. Παρότι ο ίδιος δεν είχε τσιγάρα, αγόραζε για να τα δώσει στους ασθενείς».

Τέλος, όσον αφορά το γιατί πήγε το 2002 στο Άγιο Όρος, εξηγεί «Αισθάνθηκα ερημιά. Κάποια στιγμή όλα έδειχναν να με εγκαταλείπουν. Δεν υπήρχε ακόμα και ο Θεός, ακόμα και η απελπισία. Ήταν λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας μου. Τότε πήγα στο Άγιο Όρος. Είχα πολλές δουλειές, πολλά προβλήματα, μεγάλες αναταραχές στη ζωή μου. Έφυγα από το σπίτι που έμενα με τη Μαρία δεκαπέντε χρόνια, όταν ο Αλκιβιάδης ήταν μικρός. Δεν ήξερα αν είμαι το σωστό πρότυπο πατέρα, επειδή ήμουν δυστυχισμένος. Έβλεπα τον πατέρα μου να καταρρέει, τον αδελφό μου να χάνει τον δρόμο του στο σχολείο. Όλοι προσδοκούσαμε να συμβεί κάτι να σταματήσει το κακό, που ήρθε αργότερα με το θάνατο του πατέρα μου και διάφορα άλλα γεγονότα.
Δεν πίστευα πια στη ζωή μου. Είχα αρχίσει να αυτοκαταστρέφομαι για να βρω νόημα. Όλα γκρεμιζόντουσαν. Όσα είχαν νόημα μέχρι τότε στη ζωή μου, έπαψαν να έχουν». 
πηγή

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

Τῌ ΚΓ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου, Ἐπισκόπου Σμύρνης.

Τῇ ΚΓ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου, 

Ἐπισκόπου Σμύρνης.

Σοὶ Πολύκαρπος ὡλοκαυτώθη Λόγε,
Καρπὸν πολὺν δοὺς ἐκ πυρὸς ξενοτρόπως.
Εἰκάδι ἐν τριτάτῃ κατὰ φλὸξ Πολύκαρπον ἔκαυσεν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ὁσίων πατέρων ἡμῶν, Ἰωάννου,

 Μωϋσέως, Ἀντιόχου, καὶ Ἀντωνίνου.

Σύνταγμα τετράριθμον ἀνδρῶν τιμίων,
Συντάσσεταί σοι, καὶ μεθίσταται βίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου 

τοῦ Θεολόγου,
 ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τιμῶ τελευτὴν σὴν σιγῇ, Γοργονία,
Γρηγορίου μέλψαντος αὐτὴν ἐκ λόγων.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κλήμης ξίφει τελειοῦται.


Κλήμης, τὸ κλῆμα τῆς νοητῆς ἀμπέλου,
Καινόν τι γλεῦκος, αἷμα τμηθεὶς ἐκχέει.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ἁγία Μάρτυς Θεὴ ξίφει τελειοῦται.


Θεὴν ἀποσκώπτουσαν εἰς θεοὺς πλάνους,
Οἱ τῆς πλάνης κτείνουσι προστάται ξίφει.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ὁσίων πατέρων ἡμῶν Ζεβινᾶ, Πολυχρονίου,

 Μωσέως, καὶ Δαμιανοῦ.

Θεῖος Ζεβινᾶς λῆξιν εἰς θείαν φθάνει,
Λήξαντος αὐτῷ τοῦ παρ' ἀνθρώποις βίου.
Πολυχρόνιος, καὶ συνασκηταὶ δύω.
Οἱ τρεῖς ὁμοῦ πληροῦσι τοὺς ζωῆς χρόνους.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις Πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2013

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σμύρνης



Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία.

Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης († 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτήρα του.

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος. Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἡμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σε τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».

Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσάν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.

Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. 

Ὁ Κόϊντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πράγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο. Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόϊντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.

Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρώδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας:

«Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὗ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἳ ζῶσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσάς με τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν με μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτῇ, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστῷ,…».

Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι’ ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοῖς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, Θεὸν μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Φοῖνιξ ἀνεδείχθης καρποτελής, ὡς καρποφορίαν, περιφέρων θεουργικήν, τὴν τῶν Ἀποστόλων, ἀμέσως κοινωνίαν, δι’ ἧς ἐκτρέφεις κόσμον, Πάτερ Πολύκαρπε.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...