Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 29, 2013

ΘΡΗΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


  

Θρήνοι για την Άλωση της Πόλης!..
"Ο ΘΕΟΣ, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἔθεντο ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον. 2 ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς· 3 ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡσεὶ ὕδωρ κύκλῳ ῾Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων. 4 ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν. 5 ἕως πότε, Κύριε, ὀργισθήσῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου; 6 ἔκχεον τὴν ὀργήν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο, 7 ὅτι κατέφαγον τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ τὸν τόπον αὐτοῦ ἠρήμωσαν"( Ψαλμός 78 , 1-7 ). 




 Ω Πόλις, Πόλις πόλεων πασών κεφαλή!
Ω Πόλις, Πόλις κέντρου των τεσσάρων του κόσμου μερών!
Ω  Πόλις, Πόλις Χριστιανών καύχημα και βαρβάρων αφανισμοί.
Ω  Πόλις, Πόλις άλλη παράδεισος φυτευθεισα πρὸς δυσμάς,
έχουσα ένδον φυτὰ πάντοτα βρίθουσα καρποὺς πνευματικούς!
Ποῦ σου το κάλλος, παράδεισε;


Διαβάστε μερικά τραγούδια που έψαλε ο ελληνικός λαός για την Άλωση της Πόλης και την Αγιά-Σοφιά, έτσι όπως ακριβώς σώζονται από πολλούς χρονικογράφους και ιστορικούς της εποχής εκείνης!..



Σώπασε κυρά Δέσποινα

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά, εσειόνταν οι κολώνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα.

Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και 'σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.

Μον' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρθουνε τρία καράβια
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την ΄Αγια Τράπεζά μας
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, μη μας την μαγαρίσουν.

Η Δέσποινα ταράχθηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες
"Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι".
(Δημοτικό)



Της Αγια-Σοφιάς

Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".
(δημοτικό)


Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην°
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)



Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης

Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.
(δημοτικό, απόσπασμα)



1.«Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι 
Πώ ΄χει σαρανταδυό ΄κλησιές κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και ψάλτης» (Ηπείρου)

2.«Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει 
Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες» (Μάλγαρα Ανατ.Θράκης)

3.«Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη 
και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…» (Καππά Καρδίτσας)



ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ

Η είδηση της Άλωσης, στους θρήνους, φτάνει άλλοτε από το πουλί που γυρνά με καμένα φτερούδια από την Πόλη, άλλοτε από το παιδί της χήρας που διαβάζει τα χαρτιά, άλλοτε από το καράβι κι άλλοτε από άγγελο σταλμένο απ’ το Θεό…: «ας πάψει το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…»

4.«Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη, 
Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγια Σοφιά.»(Ελασσόνας)

5.«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.» (Πόντου)



6.«Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι 
Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (Ηπείρου)

7«Γιατί πουλί μ΄ δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα
Για πως μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου, με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας και την Αγια Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά» (θρήνος Θράκης)



8.«Εσείς πουλιά πετούμενα, πετάτε στον αέρα
Στείλτε χαμπέρια στη Φραγκιά στη Μοσχοβιά μαντάτα
Πήραν την πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Και η κυράτσα Παναγιά στην πόρτα ακουμπισμένη
Χρυσό μαντήλιν εκρατεί, τα δάκρυα της σφουγγούσε
Και τους μαστόρους έλεγε και τους μαστόρους λέγει
Πάψτε μαστόροι τη δουλειά, μη χάνετε καιρό σας
Εδώ τζαμί δε γίνεται, για να λαλούν χοτζάδες,
εδώ θα μένει η Αγια Σοφιά…» (Δυτ. Μακεδονίας)


9.«Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα, πιτάτι στουν αέρα
Χαμπέρ να πάτι στο Μοριά, χαμπέρι στην Ελλάδα:
«Τούρκοι την Πόλη πήρανε» , πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την’ Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι
Πώ χει τριακόσια σήμαντρα κι αξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Τούρκοι την Πόλη πήρανε..» (Νιγρίτα Σερρών)

10.«Από την Πόλη ως τη Σαλλονίκη, Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει
Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει, νούδι γκιζιρούσι, νούδι κι πετούσι
Μον΄ περπατούσι κι ηλεγεν Ελένη μ’ πήραν την πόλ’ πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν την Πολ’ πήραν την Σαλλονίκη, πήραν το Μέγα Μοναστήρι
Πω χει τριακόσια σήμαντρα Ελένη μ’ κι ηξήντα δυο καμπάνες
Κι ηξήντα δυο καμπάνες και χίλιους καλογέρους» (Καρδίτσας)



11.«Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
γιε μ’ τους κάμπους ν΄ αγναντέψω,
πέρδικα, μαρή πέδικά μου.
Βρίσκω μια πετροπέρδικα, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μια πετροπεριστέρα
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου.
Να λέει τραγούδι θλιβερό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ να λέει μοιρολόγι
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μοιρολογάει και λέει,
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Οι Τούρκοι επήραν τη Σοφιά, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ το Μέγα Μαναστήρι
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου
Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά
Πήραν μανάδες και παιδιά μου…» (Ανατ. Στερεάς Ελλάδας)

12. «Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.»



13.«Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά, στη Σαλλονικ’ τα στέλνουν
Κανάς δεν πάει να τα δει, κανάς δεν τα διαβάζει
Μόνο της χήρας το παιδί πααιν΄ και τα διαβάζει
Η μάνα του τον ρώτησι κι η μάνα του του λέει
Παιδί μ’ τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα
Αυτό που γράφουν τα χαρτιά ο Θιός να μην το δώσει
Θέλει να γίνει πόλεμος, η Πόλη να τουρκέψει» (Σαγιάδες Τρικάλων)

14.«Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια (…)
(Θράκης)
(Βλέπε πρώτο τραγούδι: «Σώπασε κυρά Δέσποινα»)

15.«Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Άγον Όρος
Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Πώ ΄χει τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες» (Μακεδονίας)

16.«Τρεις καλογέροι κρητικοί, ωρέ και τρεις Αγιονορείτες
καράβι ν’ α – κι αμάν αμάν, καράβι ν’ αρματώνανε
Καράβι αναματώσανε σ’ ένα βαθύ λιμάνι
Φωνή ακόυστη εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πήραν την Πόλη, πήραν την , πήραν τη Σαλλονίκη
πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι…»(Πελοποννήσου)

17.«Σήμερα ψέλνουν εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια
Ψέλνει και η Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς
Ψιλή φωνή εξέβγηκε μέσα απού τα ουράνια:
«Αγία Σοφία πάρθηκε σ’ Αγαρηνών τα χέρια 
να κόψουνε οι ψαλμωδιές» (Μ. Ασίας, Βιθυνίας)



«…ΤΟ ΄ΝΑ ΦΩΡΤΩΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ…»

Μετά την άλωση οι πιστοί έτρεξαν να περισώσουν τα ιερά τους, την άγια τράπεζα, το σταυρό, το ευαγγέλιο, τα εικονίσματα. Τα καράβια ετοιμάζονται για το έργο της μεταφοράς. Το μοτίβο γνωστό και κοινό σε πολλά τραγούδια του τόπου μας.

18.«Τρία καράβια – βόηθα Παναγιά – τρία καράβια φεύγουνε
που μέσα που την Πόλη, κλαίει καρδιά μ’ κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το ΄να φουρτώ – βόηθα Παναγιά – το ’να φουρτώνει το σταυρό
Κι τα’ άλλου του Βαγγέλιου κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το τρίτο το – βοήθα Παναγιά – το τρίτο το καλύτερο
Την ¨Αγια Τράπεζά μας, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Μη μας τα πά – βόηθα Παναγιά – μη μας τα πάρουν οι άπιστοι
Και μας τα μαγαρίσουν, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Η Παναγιά αναστέναξι κι δάκρυσαν οι κόνις….» (Ανατ. Θράκης)

19«Μον’ δώστε λόγο στη Φραγκιά, να’ ρθουν τρία καράβια
Το ΄να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το ευαγγέλιο
Το τρίτο το τρανίτερο την άγια τράπεζά μας
Μη μας τα πάρουν οι άπιστοι και μας τα μαγαρίσουν
Κι η Δέσποινα ως τα’ άκουσε, τα μάθια τσε δακρύσαν
Κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορούσαν
Σώπασ’ αφέντρα μ’ και κυρά και μην πολύ δακρύζεις
Πάλαι με χρόνια με καιρούς, πάλαι δικά μας θα ’ναι» (Βορείου Αιγαίου)



«…ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ…»

Η ελπίδα της απελευθέρωσης της Πόλης, συνόδευε τα τραγούδια και τους θρήνους των «ρωμιών» από τα πρώτες κι όλες εκείνες μέρες της άλωσης. Ονειρεύονταν το χτίσιμο ξανά της Πόλης και το «ξαναλειτούργημα» στην Αγια Σοφιά, όνειρο που αποτύπωνεται στους στίχους των θρήνων τους…

20. «Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, καράβι κινδυνεύει
Με τ’ άργανα κιντύνευε, τριαναταφυλλάκι μ’ κόκκινο,
Με τ’ άργανα κιντύνευε, με τον αέρα σειώταν
Και με τα χαλκοτύμπανα, μαζώνοντ’ αντρειωμένες.
Μαζώνουνταν, συνάζουνταν, πύργον θέλουν να στήσουν,
Να στήσουν την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι.
Τα περιστέρια κουβαλούν, τα χελιδόνια χτίζουν
Κι οι Άγγελοι απ’ τον ουρανό βάζουν τα κεραμίδια» (Θεσσαλίας (Πηλιορείτικο))

  
Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=148#ixzz1Nk8IwQAs
πηγή

Είσαστε αυτός που πριν δέκα χρόνια είδα σ΄ αυτό το όνειρο!(Από τον βίο του Αγίου Λουκά Κριμαίας)

"Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου" – Από το βίο του Αγίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, του Ιατρού .
...

Αυτή η συγκεκριμένη ιστορία δίνει σε όλους εμάς ένα μάθημα…Να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό γιατί ξέρει καλύτερα από όλους τι είναι το καλύτερο για τη σωτηρία μας.Γι αυτό ας παραδόσουμε τη ζωή μας στον Κύριο και ας παραδοθούμε στο άγιο θέλημά Του… “Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου!”.
Στο Γένισεικ ο επίσκοπος Λουκάς επρόκειτο να λειτουργήσει και ήλθε στο σαλόνι του διαμερίσματος, που είχε πρόχειρα διαμορφώσει σε ναό. Μπαίνοντας στο σαλόνι, βλέπει ξαφνικά απέναντί του έναν άγνωστο ηλικιωμένο μοναχό. Ο μοναχός μόλις τον αντίκρισε ξαφνιάστηκε, πάγωσε! Σάστισε τόσο πολύ που ούτε καν υποκλίθηκε μπροστά στον επίσκοπο. Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής και κάπως συνήλθε. Ο επίσκοπος Λουκάς τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Ποιος είσαστε και από που ήρθατε;
Ο μοναχός απάντησε: - Σεβασμιώτατε, είμαι ο μοναχός Χριστόφορος και ήρθα από το Κράσνιαρσκ. Οι εκκλησίες εκεί έχουν καταληφθεί από τους σχηματικούς και οι πιστοί δεν θέλουν να πηγαίνουν με τους άπιστους ιερείς. Αποφάσισαν λοιπόν να με στείλουν στην πόλη Μίνουσικ, 300 χιλιόμετρα νότια από το Κρασνογιάρσκ, σ΄ έναν ορθόδοξο επίσκοπο να με χειροτονήσει ιερέα. Όμως τα πράγματα μου ήρθαν κάπως παράξενα. Μια φωνή μέσα μου και μια ανεξήγητη δύναμη με ωθούσε να έρθω εδώ.
Ο επίσκοπος Λουκάς απόρησε και τον ξαναρώτησε: - Και γιατί ξαφνιάστηκες και σάστισες όταν με ειδές;
Η απάντηση του μονάχου Χριστοφόρου άφησε έκπληκτο τον επίσκοπο:
- Μα πως να μην ξαφνιαστώ; Πριν 10 χρόνια είδα ένα όνειρο, το όποιο έμεινε ολοζώντανο στη μνήμη μου, σαν να το βλέπω τώρα. Είδα πως ήμουν σε ένα ιερό ναό κι ένας άγνωστος σε μένα αρχιερέας με χειροτόνησε ιερομόναχο. Μόλις μπήκατε μέσα άδω και σας αντίκρυσα, σας αναγνώρισα. Είσαστε αυτός που πριν δέκα χρόνια είδα σ΄ αυτό το όνειρο!Ο μοναχός Χριστόφορος συγκινημένος έκανε εδαφιαία μετάνοια στον έκπληκτο επίσκοπο. Εκείνος διέκρινε καθαρά το Χέρι του Θεού στο θαυμαστό αυτό γεγονός και χειροτόνησε το μοναχό Χριστόφορο σε διάκονο και έπειτα σε ιερέα στέλνοντάς τον να ποιμάνει κάτω από τόσες αντίξοες συνθήκες τον πιστό λαό του Θεού.
«Δέκα χρόνια πριν, όταν με είχε δει ο μοναχός Χριστόφορος, εγώ ήμουν ένας δημόσιος χειρουργός στο Ζάλεσκι και δεν σκαφτόμουν ούτε την ιεροσύνη, ούτε πολύ περισσότερο την αρχιεροσύνη. Για τον Κύριο όμως, τότε είχα ήδη γίνει επίσκοπος. “Άγνωστοι οι Βουλαί του Κυρίου”».

Απολυτίκιον
Νέον άγιον, του Παρακλήτου, σε ανέδειξεν, Λουκά η χάρις, εν καιροίς διωγμών τε και θλίψεων· νόσους μεν ως ιατρός εθεραπεύσας, και τας ψυχάς ως ποιμήν καθοδηγήσας· πάτερ τίμιε, εγγάμων τύπος και μοναστών, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον
Ανεδείχθης ήλιος, νυκτί βαθεία διωγμού, μακάριε, διό και θάλπος νοητόν το εκ Θεού συ εξέχεας χειμαζομένοις, Λουκά πανσεβάσμιε.

Πηγή: Από το βιβλίο του Αγίου Λουκά – ένας Άγιος Ποιμένας και γιατρός χειρούργος!
Στο Γένισεικ ο επίσκοπος Λουκάς επρόκειτο να λειτουργήσει και ήλθε στο σαλόνι του διαμερίσματος, που είχε πρόχειρα διαμορφώσει σε ναό. Μπαίνοντας στο σαλόνι, βλέπει ξαφνικά απέναντί του έναν άγνωστο ηλικιωμένο μοναχό. Ο μοναχός μόλις τον αντίκρισε ξαφνιάστηκε, πάγωσε! Σάστισε τόσο πολύ που ούτε καν υποκλίθηκε μπροστά στον επίσκοπο. Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής και κάπως συνήλθε. 
 Ο επίσκοπος Λουκάς τον πλησίασε και τον ρώτησε:

 - Ποιος είσαστε και από που ήρθατε;
Ο μοναχός απάντησε:

 - Σεβασμιώτατε, είμαι ο μοναχόςΧριστόφορος και ήρθα από το Κράσνιαρσκ. Οι εκκλησίες εκεί έχουν καταληφθεί από τους σχηματικούς και οι πιστοί δεν θέλουν να πηγαίνουν με τους άπιστους ιερείς. Αποφάσισαν λοιπόν να με στείλουν στην πόλη Μίνουσικ, 300 χιλιόμετρα νότια από το Κρασνογιάρσκ, σ΄ έναν ορθόδοξο επίσκοπο να με χειροτονήσει ιερέα. Όμως τα πράγματα μου ήρθαν κάπως παράξενα. Μια φωνή μέσα μου και μια ανεξήγητη δύναμη με ωθούσε να έρθω εδώ.
Ο επίσκοπος Λουκάς απόρησε και τον ξαναρώτησε:

 - Και γιατί ξαφνιάστηκες και σάστισες όταν με ειδές;
Η απάντηση του μονάχου Χριστοφόρου άφησε έκπληκτο τον επίσκοπο:
- Μα πως να μην ξαφνιαστώ; Πριν 10 χρόνια είδα ένα όνειρο, το όποιο έμεινε ολοζώντανο στη μνήμη μου, σαν να το βλέπω τώρα. 


Είδα πως ήμουν σε ένα ιερό ναό κι ένας άγνωστος σε μένα αρχιερέας με χειροτόνησε ιερομόναχο. 
Μόλις μπήκατε μέσα εδώ και σας αντίκρυσα, σας αναγνώρισα. 
Είσαστε αυτός που πριν δέκα χρόνια είδα σ΄ αυτό το όνειρο! Ο μοναχός Χριστόφορος συγκινημένος έκανε εδαφιαία μετάνοια στον έκπληκτο επίσκοπο. 
Εκείνος διέκρινε καθαρά το Χέρι του Θεού στο θαυμαστό αυτό γεγονός και χειροτόνησε το μοναχό Χριστόφορο σε διάκονο και έπειτα σε ιερέα στέλνοντάς τον να ποιμάνει κάτω από τόσες αντίξοες συνθήκες τον πιστό λαό του Θεού.
«Δέκα χρόνια πριν, όταν με είχε δει ο μοναχός Χριστόφορος, εγώ ήμουν ένας δημόσιος χειρουργός στο Ζάλεσκι και δεν σκαφτόμουν ούτε την ιεροσύνη, ούτε πολύ περισσότερο την αρχιεροσύνη. Για τον Κύριο όμως, τότε είχα ήδη γίνει επίσκοπος. “Άγνωστοι οι Βουλαί του Κυρίου”».
Αυτή η συγκεκριμένη ιστορία δίνει σε όλους εμάς ένα μάθημα…Να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό γιατί ξέρει καλύτερα από όλους τι είναι το καλύτερο για τη σωτηρία μας. Γι αυτό ας παραδόσουμε τη ζωή μας στον Κύριο και ας παραδοθούμε στο άγιο θέλημά Του… “Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου!”.

  Από το βιβλίο του Αγίου Λουκά – Ένας Άγιος Ποιμένας και γιατρός χειρούργος!

29 MAΪΟΥ 1453 - "Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ..."




Βρισκόμαστε στις αρχές του 1453, όπου έμελε να γίνουν οι τελευταίες στιγμές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η λαμπρή αυτή αυτοκρατορία έχει συρρικνωθεί στην Κωνσταντινούπολη, στις περιοχές της Θράκης που βρίσκονται κοντά στην Βασιλεύουσα και σε ένα μεγάλο κομμάτι της Πελοποννήσου. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι αυτοκράτορας. Ο τελευταίος, όπως έδειξε η ιστορία, αυτοκράτορας του Βυζαντίου.

Εδώ και δυο χρόνια, κεφαλή των Τούρκων είναι ο Μωάμεθ ο δεύτερος, όπου σε ηλικία μόλις 21 ετών, έχει κάνει σκοπό της ζωής του την εξάπλωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τροχοπέδη στα σχέδια του είναι η Κωνσταντινούπολη και έτσι όλες του οι προσπάθειες συγκεντρώνονται στην κατάληψη της. 

Ήδη, μετά από εντολές του, έχει χτιστεί ένα φρούριο στα βόρεια της Πόλης, στο πιο στενό σημείο του Βοσπόρου. Το φρούριο αυτό ονομάστηκε Ρούμελι- Χισάρ. Η θέση του φρουρίου αυτού, το καθιστά χρήσιμο στον Μωάμεθ για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι μέσω αυτού ελέγχει την διέλευση των πλοίων από τον Βόσπορο και έτσι έχει την δυνατότητα, όποτε θελήσει, να απαγορεύσει την προσέγγιση πλοίων στην Πόλη από την Μαύρη Θάλασσα. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο του είναι χρήσιμο το Ρούμελι- Χισάρ, είναι ότι από αυτό εφορμούν Τούρκοι στις περιοχές γύρω από την Κωνσταντινούπολη, τις λεηλατούν και τρομοκρατούν τους κατοίκους αυτών. 

Αυτές οι ενέργειες των Τούρκων ανάγκασαν τον Παλαιολόγο να μαζέψει τους κατοίκους των περιοχών αυτών, μέσα από τα τείχη της Βασιλεύουσας και να ξεκινήσει τις ετοιμασίες για την πολιορκία που θα υφίσταντο η Πόλη, όπως διαφαινόταν στον ορίζοντα. Ανάμεσα στις ετοιμασίες αυτές ήταν η συγκέντρωση όσο περισσοτέρων τροφίμων μπορούσαν να μαζευτούν, η επισκευή των τειχών, το κλείσιμο του Κεράτιου με την αλυσίδα και η αποστολή επιστολών στην Δύση με τις οποίες ζητούσε βοήθεια. Μια βοήθεια που, δυστυχώς, δεν στάλθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι ετοίμασε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος την Πόλη. Αξιοσημείωτο είναι ότι πολλά από τα εκκλησιαστικά κειμήλια χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή νομισμάτων.

Με τα νομίσματα αυτά έγινε η πληρωμή των στρατιωτών και η κάλυψη των εξόδων προετοιμασίας της Βασιλεύουσας.
Ο Μωάμεθ, που στην ιστορία έμεινε με το όνομα Μωάμεθ ο Πορθητής, έκανε τις δικές του ετοιμασίες. Εκτός από την κατασκευή του Ρούμελι- Χισάρ, το φθινόπωρο του 1452, λίγους μήνες δηλαδή πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, έστειλε μέρος του στρατού του στην Πελοπόννησο. Σκοπός αυτού του στρατού, ήταν να απασχολήσει τους εκεί Έλληνες ώστε να μην μπορούν να στείλουν βοήθεια στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και στους υπερασπιστές της Πόλης.


Ο Μωάμεθ, όμως, δεν σταμάτησε εδώ. Την ίδια εποχή που έστειλε στρατό στον Μοριά, προσέλαβε ένα Ούγγρο τεχνίτη και του ανάθεσε την κατασκευή ενός τεράστιου, για την εποχή, κανονιού. Διάφορες πηγές αναφέρουν ότι αυτό το κανόνι μπορούσε να εκτοξεύσει βλήματα βάρους 544 κιλών. Ενδεικτικό του μεγέθους του, είναι το ότι για να συρθεί χρησιμοποιούνταν 30 βοϊδάμαξες και 500 άντρες.
Στις αρχές του 1453 αρχίζουν να συγκεντρώνονται τα τουρκικά στρατεύματα γύρω από την Πόλη. Τον αποκλεισμό της από την θάλασσα, αναλαμβάνουν 400 τουρκικά πλοία. Το δε μεγάλο κανόνι στήνεται απέναντι από την Πύλη του Ρωμανού. Επίσημα η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου του 1453.

Μέσα στην Πόλη βρίσκονται 50.000 ψυχές. Οι στρατιώτες είναι 7.000, και σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται 2.000 ξένοι. Έξω από την Κωνσταντινούπολη έχει συγκεντρωθεί πολλαπλάσιος αριθμός Τούρκων στρατιωτών. Ακριβής αριθμός δεν υπάρχει, αλλά πιθανολογείτε ότι ήταν μεταξύ 250.000 και 400.000. Μαζί τους έχουν πολιορκητικές μηχανές, πύργους, σκάλες και φυσικά κανόνια. Κανόνια που ξεκινούν να σφυροκοπούν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Οι υπερασπιστές της Βασιλεύουσας με την βοήθεια του άμαχου πληθυσμού της, επισκευάζουν κάθε βράδυ, τις ζημιές στα τείχη που έχουν κάνει τα κανόνια του Μωάμεθ, κατά την διάρκεια της ημέρας. Αυτό όμως είναι κάτι που γίνεται όλο και πιο δύσκολα και ταυτόχρονα όλο και πιο αναποτελεσματικά.
Έτσι κυλούν οι μέρες ως τις 21 Μαΐου, όπου ο Μωάμεθ ο Πορθητής, προτείνει στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να παραδώσει την Πόλη. Ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχεται την πρόταση και από το σημείο αυτό, για οκτώ συνεχής ημέρες, τα Τούρκικα κανόνια βάλουν ακατάπαυτα τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι έχει καταστρέψει τα τείχη στην Πύλη του Ρωμανού σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτό το σημείο των τειχών υπερασπίζεται μεταξύ άλλων και ο ίδιος ο Παλαιολόγος.
Την 28η Μαΐου τελείται Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία. Ο Αυτοκράτορας, όπως και άλλοι υπερασπιστές της Πόλης, λαμβάνουν την Θεία Κοινωνία. Το ίδιο βράδυ, και πιο συγκεκριμένα τις πρώτες ώρες της Τρίτης 29 Μαΐου του 1453, αρχίζει η μεγάλη επίθεση του Μωάμεθ. Ο Παλαιολόγος θα αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στα τείχη, υπερασπιζόμενος την Βασιλεύουσα. Η Κωνσταντινούπολη, την ημέρα αυτή έπεσε στα χέρια των Τούρκων. 

Για τρία μερόνυχτα, όπως τους είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ, οι Τούρκοι λεηλάτησαν την Πόλη. Έκαψαν, κατάστρεψαν, βίασαν και δολοφόνησαν μέχρι που ελάχιστα πράγματα έμειναν στην Πόλη που να θυμίζουν την προηγούμενη αίγλη και ομορφιά της. Ενδεικτικό των τουρκικών βιαιοπραγιών είναι ο σφαγιασμός των Ελλήνων που είχαν καταφύγει στην Αγιά Σοφιά τις ώρες εκείνες. Οι Τούρκοι στρατιώτες, έσπασαν τις πόρτες του ναού και μέσα στον ιερό αυτό χώρο αφαίρεσαν τις ζωές δεκάδων αμάχων.

Μια παράδοση αναφέρει ότι την ώρα που εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Αγιά Σοφιά τελούνταν Θεία Λειτουργία. Ο τοίχος, τότε, πίσω από την Αγία Τράπεζα άνοιξε και μέσα του εξαφανίστηκε ο Ιερέας. Όταν η Πόλη επιστρέψει σε χέρια Χριστιανών, ο Ιερέας θα ξαναβγεί από εκεί και θα συνεχίσει την Θεία Λειτουργία που άφησε στην μέση.
Ο Μωάμεθ, ξαναέκτισε την Κωνσταντινούπολη και μετέφερε εκεί την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μέχρι τότε ήταν η Ανδριανούπολη. Στην Πόλη, που οι Τούρκοι από τότε ονομάζουν Ινσταμπούλ, μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων. Όσο λαμπερά κι αν ήταν όμως τα οικοδομήματα του Μωάμεθ, η Κωνσταντινούπολη δεν απέκτησε ποτέ πια την αίγλη των Βυζαντινών χρόνων. Και αυτό γιατί στολίδια της δεν ήταν ποτέ τα κτίρια. Στολίδι της ήταν το Φως του Χριστιανισμού και το Φως του Ελληνικού πνεύματος που την περιέβαλαν.

Σημείωση: 
Ένα υπέροχο βιβλίο που περιγράφει με μυθιστορηματικό τρόπο τις τελευταίες στιγμές της Κωνσταντινούπολης, είναι το «Πήραν την πόλη πήραν την» της Λαμπαδαρίδου Πόθου Μαρίας και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Αξίζει πραγματικά να το διαβάσετε. 

πηγήαντιγραφή

Ομιλία σε Αγρυπνία για τη Μεσοπεντηκοστή . π. Αντώνιος Χρήστου

Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς-Θρήνος για την Άλωση της Πόλης(Χ.Αηδονίδης)



Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς
πως κελαηδούσες πρώτα
για πως μπορώ να κελαηδώ
με κόψαν τα φτερούδια μου
με πήραν τη λαλιά μου
μας πήρανε βρε αμάν την πόλη μας
και την Αγιά Σοφιά μας
κλαίγει πικράν η Παναγιά.

(Θρήνος για την Άλωση της Πόλης)



29η Μαϊου Η χιλιόχρονη ρωμαίικη αυτοκρατορία καταλύεται . 
Σαν πέφτει τελειωτικά η Πόλη στα χέρια των Τούρκων, ο πόνος κι 
ο καημός γίνεται μεγάλος. Κι γίνεται τραγούδι ο πόνος και θρήνος 
ο καημός. H λαϊκή μούσα θρηνεί για την άλωση της Πόλης: 
“Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια γιατί είναι 
θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη”. 
“Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες”.
  Κι αν η άλωση ήταν γεγονός, η ελπίδα έμεινε...
το γενναίο φρόνημα του έθνους με αισιοδοξία δηλώνει: 
“Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, 
πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”.

Ἀνάµνησις τῆς θλιβερᾶς ἁλώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τῶν ἀντίχριστων (Τρίτη 29 Μαΐου 1453)


                                                         


Τῌ ΚΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

ΜΑΪΟΥ


Ἀνάµνησις  τῆς θλιβερᾶς ἁλώσεως

 τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς

Κωνσταντινουπόλεως,



ὑπὸ τῶν ἀντίχριστων 

(Τρίτη 29 Μαΐου 1453)



 Του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου  ΙΑ Παλαιολόγου  
και των συν αυτώ ηρωικώς αγωνησαμένων  πεσόντων

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ (29 Μαΐου 1453)


ALVSH
Τοῦ Ιωάννου Ελ. Σιδηρᾶ
Θεολόγου – Εκκλησιαστικοῦ Ιστορικοῦ – Νομικοῦ

«Το δε την πόλιν σοι δοῦναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα τῆς ζωῆς ημῶν»(Απόκριση Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ΄ τοῦ Παλαιολόγου προς Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή).

            Οι κυριότεροι βυζαντινοί ιστορικοί χρονογράφοι, οι οποίοι κατέγραψαν και διέσωσαν αυθεντικά και τεκμηριωμένα τα γεγονότα, πριν, κατά και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο Γεώργιος Φραντζής και ο Μιχαήλ Κριτόβουλος. Με γνώμονα την ιστορική γραφή των παραπάνω χρονογράφων συντίθεται το «Χρονικόν της αλώσεως» μέχρι την 29η Μαΐου του 1453, ημέρα που σφράγισε επί αιῶνες την πορεία τοῦ ευσεβοῦς Γένους μας.
            Τον Οκτώβριο του 1448 εκοιμήθη ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος και διάδοχος αυτοῦ ορίσθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος, ο οποίος εστέφθη στο Δεσποτάτο του Μυστρά και « εγένετο παρά πάντων δεκτός» στην Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη πλευρά, κατά το έτος 1451, είχε πεθάνει ο Σουλτάνος των οθωμανῶν Μουράτ Β΄ και διάδοχός του ανεδείχθη στην Ανδριανούπολη ο υιός του, Μωάμεθ Β΄ ο μετέπειτα πορθητής της Κωνσταντινουπόλεως.
            Από τον Μάρτιο μέχρι και τα τέλη Αυγούστου του 1452 οικοδομείται υπό την απόλυτη επίβλεψη του Μωάμεθ το νέο φρούριο των οθωμανῶν στο πιο στενό και δύσπλευτο σημείο τοῦ Βοσπόρου προκειμένου να ελέγχεται απολύτως υπό τους οθωμανούς η δίοδος του Βοσπόρου. Ταυτόχρονα οι οθωμανοί προβαίνουν σε σκληρές λεηλασίες στον ευρύτερο χώρο του νέου φρουρίου και δημιουργούν τα πρώτα σοβαρά πλήγματα στους βυζαντινούς. Τότε ακριβώς (Ιούλιος του 1453) ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αναγκάζεται να σφραγίσει τις πύλες της Κωνσταντινουπόλεως.
            Την ίδια περίοδο ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ αγωνιᾶ και υποφέρει βλέπει ότι οι Ρωμιοί είναι αποφασισμένοι να υπερασπισθούν τα ιερά και τα όσια του Γένους. Είναι δε χαρακτηριστική των τότε ιστορικών, οι οποίοι αναφέρουν ότι ο Μωάμεθ στην Ανδριανούπολη «οίκοι διάγων ουκ εδίδου ανάπαυσιν τοῖς βλεφάροις, αλλά και εν νυκτί και ημέρα την πάσαν φροντίδαν της πόλεως είχε, πώς αυτήν καταλάβοι, πώς κύριος αυτής γένοιτο». Τότε συμβαίνει αναπάντεχα ακόμη ένα κακό. Κάποιος ικανότατος μηχανικός –πιθανότατα Ούγγρος- μεταπηδά από τους βυζαντινούς στους οθωμανούς έναντι αδράς αμοιβῆς και αναλαμβάνει να κατασκευάσει ένα τεράστιο σε μέγεθος κανόνι, του οποίου η αποτελεσματικότητα να καταστρέφει τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, απεδείχθη εφιαλτική από την πρώτη στιγμή.
            Από την πλευρά τους οι βυζαντινοί με την αποστολή πρέσβεων ζητούν βοήθεια από την Ιταλία και την Ουγγαρία, αλλά ο Ιωάννης Ουνυάδης για την παροχή στρατιωτικής ενισχύσεως υπέρ των βυζαντινών ζητεί ως αντάλλαγμα τουλάχιστον την πόλη της Μεσημβρίας στον Εύξεινο Πόντο.
            Κατά τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1452 ενεργοποιούνται στοιχειωδώς και βαθμιαία η Βενετία και η Γένοβα ύστερα από σειρά σοβαρών εχθρικών επιθέσεων των οθωμανών εναντίον δικών τους υπηκόων. Υποβάλλουν αιτήσεις για παρέμβαση του Πάπα Νικολάου Ε΄ προς τους Δυτικούς ηγεμόνες και τελικώς αποφασίζουν την στρατιωτική ενίσχυση μόνον των δικών τους εγκαταστάσεων στον Εύξεινο Πόντο και στη συνοικία Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως. Και όλα αυτά προς υπεράσπιση των οικονομικών τους συμφερόντων και όχι από ενδιαφέρον για την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως.
            Τον Δεκέμβριο του 1452 γίνονται στην Κωνσταντινούπολη δεκτοί από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ο ελληνικής καταγωγής εξωμότης Επίσκοπος του Κιέβου Ισίδωρος ως απεσταλμένος του Πάπα και ο Λεονάρδος Χίος, Λατίνος Επίσκοπος Μυτιλήνης. Οι δύο αυτοί παπικοί απεσταλμένοι στις 12 Δεκεμβρίου 1452 με συναίνεση και παρουσία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου κηρύσσεται στην Αγία Σοφία η ένωση των δύο Εκκλησιών προκαλώντας την εντονότατη δημόσια αντίδραση της μερίδος των ορθοδόξων ανθενωτικών, οι οποίοι γνώριζαν ότι τίποτε δεν μπορούσαν να αναμένουν ως βοήθεια από τους Λατίνους. Γράφεται μάλιστα ότι το ανοσιούργημα της ψευδοενώσεως των Εκκλησιών εθεωρήθη από τους πνευματικούς ανθρώπους της Πόλεως ως πράξη ασυγχώρητη από τον Θεό, ο οποίος απέστρεψε το πρόσωπο αυτού από τους βυζαντινούς και η Πόλη έπεσε στα χέρια των αλλοθρήσκων οθωμανών.
            Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1452 αποφασίζεται να παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη και να συμμετάσχουν στην άμυνά της όσα πλοία είχαν ελλιμενισθεί για εμπορικούς λόγους, αλλά ένας αριθμός από αυτά –κυρίως βενετικά- δεν πειθαρχεί και αποχωρεί φυγαδεύοντας και εκατοντάδες ενόπλους άνδρες.
            Στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του 1453 οι οθωμανοί μεταφέρουν το μεγάλο κανόνι από την Ανδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη και συγκεντρώνουν σταδιακά τα στρατιωτικά σώματα του Μωάμεθ. Λαμβάνουν θέσεις απέναντι από τα χερσαία τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και σταδιακά αποκλείουν την Πόλη από ξηράς.
            Οι βυζαντινοί ενισχύουν με κάθε μέσο τα τείχη, χερσαία και θαλάσσια, και στις 2 Απριλίου κλείουν με την μεγάλη αλυσίδα την είσοδο του Κερατίου κόλπου. Παρά την κρισιμότητα των στιγμών η αντιπαράθεση ενωτικών και ανθενωτικών είναι πάντοτε αισθητή. Γράφεται μάλιστα ότι ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς, όταν είδε τον αναρίθμητο στρατό των οθωμανών, είπε: «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν». (Είναι καλύτερο να δεί κάποιος στη μέση της Πόλεως να βασιλεύει τουρκικό φρακιόλιο παρά παπική τιάρα).
            Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος υπερασπίζει μάχιμες θέσεις και κυρίως την κεντρική χερσαία Πύλη, την γνωστή ως Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ σώμα ενόπλων κινείται σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό της Πόλεως. Το σύνολο των τότε κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως ανέρχονταν στις 50.000 και από αυτούς, οι μεν ένοπλοι βυζαντινοί ήταν περίπου 7.000, ενώ 2.000 ήταν οι Βενετοί και οι Γενουάτες. Στο πεδίο της μάχης δηλαδή η αναλογία ήταν ένας Ρωμιός προς είκοσι οθωμανούς.
            Στις 5-7 Απριλίου έχουμε την έναρξη της πολιορκίας της Πόλεως και στις 12 Απριλίου αρχίζουν συνεχείς κανονιοβολισμοί των χερσαίων τειχών, ημέρα και νύκτα, από τους οθωμανούς. Οι βυζαντινοί με επινοητικότητα προσπαθούν με ειδικές κατασκευές να εξουδετερώσουν τις βολές, να κλείσουν με κάθε μέσο τα ρήγματα στα τείχη και να δημιουργήσουν νέα προκαλύμματα και προμαχώνες.
            Στις 18 Απριλίου, κατά τα ξημερώματα, γίνεται η πρώτη επίθεση των οθωμανών στα τείχη, αλλά απωθούνται επιτυχώς από τους βυζαντινούς. Εξοργισμένος τότε ο Μωάμεθ από την μεγάλη του αλαζονεία ορμά στην θάλασσα και την ραβδίζει ως παρανοϊκός, ενώ αντικαθιστά και τον αρχηγό του στόλου του. Στις 22 Απριλίου ο Μωάμεθ τεχνάζεται ένα πρωτοφανές σόφισμα. Διατάζει την μεταφορά δια ξηράς των πολεμικών πλοίων του μέσα στον κεράτιο κόλπο. Η μεταφορά των πολεμικών πλοίων γίνεται πανηγυρικά και με τυμπανοκρουσίες μέσω ειδικά διαμορφωμένης διόδου στην περιοχή του Γαλατά από το Διπλοκιόνιον έως απέναντι στο Κοσμίδιον.
            Στις 7 Μαΐου γίνεται αποτυχημένη επίθεση κατά των χερσαίων τειχών με 30.000 άνδρες και ισχυρές απώλειες για τους οθωμανούς. Στις 12 Μαΐου ο Μωάμεθ τυφλωμένος από το πάθος να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη διατάζει μεγάλη επίθεση με δύναμη 50.00 ανδρών κατά τα μεσάνυχτα. Σε μάχη επί των τειχών κοντά στα ανάκτορα σημειώνονται μεγάλες απώλειες και για τα δύο μέρη. Ο αυτοκράτωρ εκείνη τη νύκτα παρά τις πιέσεις και τις προτροπές από το στενό περιβάλλον του δεν εδέχθη να εγκαταλείψει την Πόλη.
            Άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι ότι κατά την ημέρα της ονομαστικής εορτής του Κωνσταντίνου (21 Μαΐου) η πρόταση του Μωάμεθ προς τον αυτοκράτορα να παραδώσει την Πόλη με αντάλλαγμα την περιουσία του ιδίου, της οικογένειας και των αρχόντων του. Τότε ο γενναίος και μαρτυρικός Ρωμιός αυτοκράτορας αποκρίνεται στο Μωάμεθ: «δε την πόλιν σοι δοῦναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα τῆς ζωῆς ημῶν».
            Μεταξύ 25ης και 26ης Μαΐου συμβαίνουν διάφορα εντυπωσιακά δυσοίωνα, όπως η πτώση της Ιεράς Εικόνος της Θεοτόκου κατά την λιτάνευσή της και «τοῦτο παρά δόξαν γεγονός φρίκην τε πολλήν και αγωνίαν μεγίστην και φόβον πάσιν ανέβαλεν». Παράλληλα, ισχυρή καταιγίδα με αστραπές και χαλάζι αναστατώνει τους βυζαντινούς, ενώ την επομένη «νέφος βαθύ την πόλιν πάσαν περιεκάλυψε από πρωίας βαθείας έως εσπέρας». Ορισμένοι μάλιστα ιστορικοί χρονογράφοι της εποχής εκείνης αναφέρουν ότι από την πρώτη ημέρα της πολιορκίας μέχρι και την 27η Μαΐου, τρείς δηλαδή ημέρες προ της αλώσεως, ολόκληρη την Πόλη εκάλυπτε περιφερόμενη ουράνια φωτεινή νεφέλη, η οποία όταν εξαφανίστηκε προκάλεσε τον τρόμο των Ρωμιών, επειδή θεωρήθηκε ότι η Θεοτόκος είχε πλέον αφήσει απροστάτευτη την Πόλη της στα χέρια των οθωμανών.
            Κατά τις δύο τελευταίες ημέρες (26/27 Μαΐου) προ της αλώσεως ο οθωμανικός στρατός προετοιμαζόταν με νηστεία και προσευχή. Φωτοχυσίες και θορυβώδεις νυκτερινοί εορτασμοί στο οθωμανικό στρατόπεδο έσπερναν τον πανικό στους πολιορκουμένους Ρωμιούς. Την παραμονή της μεγάλης επιθέσεως (28 Μαΐου) ο Μωάμεθ ανακοινώνει στα στρατεύματά του ότι την επομένη θα γίνει η μεγάλη και τελική επίθεση. Επακολουθεί γενική κινητοποίηση με υποσχέσεις ανταμοιβών στους στρατιώτες, προσευχές και ηθική ενίσχυση, ενεργοποίηση ποικίλων πολιορκητικών κατασκευών και αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί.
            Κατά τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου, ημέρα της μάρτυρος Αγίας Θεοδοσίας, αρχίζει η επίθεση των οθωμανών με κύριο στόχο την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Γίνονται αλλεπάλληλες προσπάθειες εισόδου δια μέσου των τειχών, ενώ εξακολουθούν οι κανονιοβολισμοί. Παρά την σθεναρή αντίσταση των πολιορκουμένων σχεδόν ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η διείσδυση των οθωμανών γενιτσάρων από την κερκόπορτα και από την πύλη του Χαρισίου. Η κερκόπορτα ήταν υπόγεια, κρυφή, παλαιά είσοδος, «παραπόρτιον», πλησίον του παλατίου που είχαν ανοίξει προσφάτως για τις δικές τους ανάγκες οι βυζαντινοί. Διαθρυλείται ότι την πύλη του Ρωμανού είχαν ανοίξει στους οθωμανούς γενιτσάρους για να εισέλθουν στην Πόλη ορισμένοι Εβραίοι, οι οποίοι συνεργάζονταν μαζί τους.
            Επικρατεί παντού πανικός και όλοι, κατακτητές και μη, κατευθύνονται στο κέντρο της Πόλης. Θρίαμβος, λεηλασία, αγριότητα και βιαιοπραγίες για τους κατακτητές. Σφαγή, αιχμαλωσία και κάθε είδους ατίμωση για τους κατακτημένους. Τότε πεθαίνει μαχόμενος μέχρι τέλους επί των επάλξεων και ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος.
            Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε το επεισόδιο, το οποίο καταγράφει ο χρονογράφος Φραντζής και αφορά την πίστη και την ταπεινότητα του αυτοκράτορος. Η διήγησή του έχει ως εξής: «Ερχόμενος ο αυτοκράτορας στον πάνσεπτο ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας για την τελευταία θεία Λειτουργία προσευχήθηκε κλαίγοντας και γονυπετής μετέλαβε τα Άχραντα και Θεία μυστήρια. Έπειτα μετέβη στα ανάκτορα, σταμάτησε για λίγο και ζήτησε συγχώρεση από τους πάντες. Ποιος να διηγηθεί τα κλάματα και τους θρήνους στο παλάτι εκείνη την ώρα; Ακόμη και αν υπήρχε άνθρωπος καμωμένος από ξύλο ή πέτρα ήταν αδύνατο να μη θρηνήσει».
            Οι χρονογράφοι αναφέρουν επίσης ότι ο Κωνσταντίνος βλέποντας την άλωση της Πόλεως είπε γοερά τις εξής φράσεις: «Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου; Χίλιες φορές να πεθάνω παρά να ζήσω και να δώ την άλωση της Πόλης».
            Τέτοιες ήταν οι επί τρείς ημέρες σφαγές, καταστροφές και ιεροσυλίες, ώστε ο χρονογράφος Φραντζής δεν είναι υπερβολή όταν γράφει ότι: «σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη δεν φαινόταν σπιθαμή χώμα από τις σωρούς των νεκρών». Μετά από τρείς ημέρες έπαυσε η λεηλασία και ο Μωάμεθ Β΄ ο πορθητής, αφού εισήλθε έφιππος στον ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας για να προσευχηθεί για την νίκη του, μετέβαλε την «Μεγάλη Εκκλησία», όπως λέγεται σε τέμενος.
            Η Πόλη εάλω και ήταν Μάϊος του 1453. Κατά μήνα Μάϊο είχαν γίνει τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως και πάλι κατά μήνα Μάϊο «επάρθεν η Ρωμανία». Κωνσταντίνος ο Μέγας την έχτισε και επί Κωνσταντίνου εάλω. Η Κωνσταντινούπολη ήταν και παραμένει η πόλη της Θεοτόκου, η πόλη των θρύλων, των δακρύων και των στεναγμών του ευσεβούς Γένους μας. Τελικά, η Πόλη των πόλεων διαχρονικά αποτελεί την «κιβωτό της Ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας»

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...