Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Αυγούστου 15, 2013

Άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία





Η ΖΩΗ ΤΟΥ

Ο Άγιος Γεράσιμος σύμφωνα με τη παράδοση γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το 1506. Ο πατέρας του ονομάζονταν Δημήτριος και η μητέρα του Καλή. Ο πατέρας του ανήκε στην βυζαντινή αριστοκρατία, στη μεγάλη οικόγενεια των Νοταράδων. Το βαφτιστικό όνομα του Άγιου Γεράσιμου ήταν Γεώργιος. Ό Άγιος Γεράσιμος μεγάλωσε και μορφώθηκε όπως όλα τα αρχοντόπουλα της εποχής. Στα 20 χρόνια του αποφάσισε να πάει στη Ζάκυνθο που ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων της εποχής καθώς παρόλη την Ενετική κατάκτηση υπήρχε εκεί ένας αναγεννησιακός αέρας σε αντίθεση με την υπόλοιπη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα.
Η βαθιά σχέση του με την ορδόδοξη πίστη, τον κάνει να εγκαταλήψει τη Ζάκυνθο και να ξεκινήσει προσκυνήματα στα σημαντικότερα πνευματικά θρησκευτικά κέντρα της εποχής του,
Πρώτος του σταθμός η Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από όπου πήρε και την πατριαρχική ευλογία και αμέσως μετά το Περιβόλι της Παναγίας το Άγιον Όρος. Στο Άγιον Όρος ο Άγιος Γεράσιμος έγινε μοναχός. Δεν γνωρίζουμε σε πια μονή αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι έγινε στο μοναστήρι των Ιβήρων και ότι ασκήτηψε στο κελί του Αγ. Βασιλείου στην περιοχή της Καψάλας. Ο Άγιος Γεράσιμος σύμφωνα με τους βιογράφους του έμεινε αρκετά στο Άγιον όρος και έφυγε όταν αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, όπου πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538. Εκτός από τον Πανάγιο Τάφο, επισκέφτηκε τη Συρία, τη Δαμασκό, το Σινά, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαίδας.

Ο πατριάρχης στα Ιεροσόλυμα εκτιμά την προσωπικότητα του Γεράσιμου και έτσι τον κρατάει κοντά του και αναλαμβάνει κανδηλανάπτης στον Πανάγιο Τάφο. Στα Ιεροσόλυμα ο Άγιος Γεράσιμος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Γερμανό με το όνομα Γεράσιμος προς τιμήν του Άγιου Γεράσιμου του Ιορδανίτου. Το 1548 ο Άγιος Γεράσιμος αφήνει τα Ιεροσόλυμα για να ένα ταξίδι στην Κρήτη όπου και έμεινε γύρω στα δύο χρόνια. Από εκεί επιστρέφει στη Ζάκυνθο μετά από ένα ταξίδι προσκύνημα που τον έφερε πιο κοντά στο θεό, μετά από 20 χρόνια.
Στη Ζάκυνθο ο Άγιος Γεράσιμος ασκήτεψε σε μια σπηλιά στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου όπου μέχρι σήμερα οι Ζακυνθινοί την ονομάζουν του Αγίου Γερασίμου. Υπάρχουν αναφορές ότι μπορεί να εφημέρευσε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Την ίδια εποχή αυτή έχει γεννηθεί στη Ζάκυνθο και ο Άγιος Διονύσιος και κάποια παράδοση θέλει να τον έχει βαφτίσει ο άγιος Γεράσιμος. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ο Άγιος Διονύσιος επηρεάστηκε από την προσωπικότητα του Άγιου Γεράσιμου που ήταν ήδη πολύ γνωστός στο νησί. Η εποχή της Ενετικής κυριαρχίας είναι δύσκολη και από θρησκευτική άποψη καθώς η καθολική εκκλησία προσπαθεί να αποκτήσει πιστούς από τον ντόπιο πληθυσμό. Ο Άγιος Γεράσιμος αποφασίζει να πάει στη Κεφαλονιά. Ασκητεύει πάλι σε σπήλαιο κοντά στο Αργοστόλι. Στο σπήλαιο έμεινε για 5 χρόνια και 11 μήνες οπότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στη περιοχή των ομαλών στους πρόποδες του Αίνου και να ιδρύσει ένα μοναστήρι. Εκεί αρχίζουν να συρρέουν οι πιστοί για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Στη περιοχή των Ομαλών υπήρχε ένα ερημοκλήσι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου το οποίο παραχώρησε στον Άγιο Γερασιμο μαζί με τα γύρω κτήματα, ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος το 1561. Ο Άγιος ιδρύει μοναστήρι με το όνομα Νέα Ιερουσαλήμ με την άδεια και την ευλογία του επίσκοπου του νησιού Παχώμιου Μακρή. Από τότε η φήμη του εξαπλώνεται σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Μετά από αίτηση του το πατριαρχείο θέτει η μονή υπό την υψηλή του προστασία. Ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου την ίδια μέρα με την αγαπημένη του Παναγία. Στις τελευταίες του στιγμές στην επίγεια ζωή του ήταν κοντά του όπως αναφέρει η παράδοση, ο πατέρας Ιωαννίκιος, ο πατέρας Γερμανός και η ηγουμένη Λαυρεντία. Οι ιερείς ντύνουν τον άγιο με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι σήμερα και μετά από κατανυχτική εξόδιο ακολουθία στην οποία χοροστάτησε ο Επίσκοπος Κεφαλληνίας Φιλόθεος ο Λοβέρδος, ενταφιάζουν το σώμα του Άγιου Γεράσιμου δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του Ναού. Η πρώτη ανακομιδή του σώματος του Αγίου Γεράσιμου έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Οι Ενετοί όμως θορυβημένοι από την αφθαρσία του σώματος του ζήτησαν να ταφεί ξανά ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια. Η δεύτερη ανακομιδή του σώματος γίνεται μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Γιαυτό το λόγο θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Άγιου Γεράσιμου στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη του και στην κοίμηση της Θεοτόκου όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας, αλλά στις 16 Αυγούστου. Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622. Ο Άγιος Γεράσιμος ονομάστηκε νέος ασκητής για να τον ξεχωρίζουν από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη.



Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ


Φωτο από εδώ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΤΟΛΟΓΙΟ 

(Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Μεσολωράς)

Eίναι αλήθεια ότι τα χωριά μας οφείλουν πολλά στην παρουσία του Αγίου με το μοναστήρι του στην Κοιλάδα των Ομαλών. Όλη η περιοχή έχει πανηγύρι και χαίρεται όταν o Άγιος βγαίνει Λιτανεία μέχρι τον πλάτανο και τ’ αλώνια. Σαν ήλιο βλέπει ο λαϊκός ποιητής τον Άγιο να βγαίνει από το Ναό του και να φωτίζει το βουνόκλειστο χώρο της κοιλάδας.
«Ως ήλιος Γεράσιμε εκ του ναού σου βγαίνεις – και με τους αγγέλους τ’ ουρανού στα ύψη ανεβαίνεις».
Τούτη η κοιλάδα αποκλειστικά θα δεχθεί την ευλογία του. Πολλές φορές λέει η παράδοση επεχείρησαν να τον πάρουν αλλά «επόδισε» (από το ρήμα ποδίζω). Εκεί λίγο πιο έξω στο δρόμο που πάει στα Τρουγιανάτα το λένε στα «ποδόρια». Δεν πήγαινε πιο πέρα. Έγινε ασήκωτος. Στο χώρο τούτο νοιώθει ευχαριστημένος αφού ο ίδιος τον διάλεξε απο τόσους άλλους που περιόδευσε. Έτσι βασιλέυει στα Ομαλά και κάποιες φορές το χρόνο βγαίνει τη βόλτα του σαν άρχοντας ακριβοθώρητος για να τον χαρούν και να τον θαυμάσουν οι υπήκοοί του. Κι έρχονται κατά χιλιάδες. Στη Λιτανεία στη μέση Εκείνος σηκωμένος στα χέρια ψηλά, σεμνός, άφθαρτος, στητός, στ’ άφθαρτα ιερατικά του άμφια τα παλιά που ο τάφος, όπως και το σώμα του, δεν τα έλιωσε.
Μπροστά παιδιά με τα εξαπτέρυγα, ψαλτάδες, που ψέλνουν «Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών… Ή ση παμμάκαρ ψυχή τοις ουρανοίς εγκατώκησεν το σώμα σου δε τη γη τελεί τα θεσπέσια…».
Παππάδες, καλόγριες τριγύρω του κι ένας απλός άγιος καλόγηρος, ο Γεράσιμος Ψιχάλας από το Ξηρόμερο χρόνια τώρα να κρατάει το πεύκι ( μικρό χαλί ) που πάνω του θα πιθωθεί στο Πηγάδι. Πίσω Δεσποτάδες – κι οι Κεφαλλονίτες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ρωτάνε: πόσοι δεσποτάδες θα’ ρθουνε στο πανηγύρι; – επίσημοι και ο λαός του Θεού ν’ ακολουθάει. Το πέρασμά του ως τον πλάτανο είναι ευλογία, η έξοδος του Άρχοντα στα υποστατικά του. Θ’ αναπαυτεί στο πηγάδι που ο ίδιος όρυξε, κάτω απο τη σκιά του Πλατάνου, στα αιώνια σημάδια του που λέει κι ο ποιητής» – πλάτανο πενταδάκτυλο και με βαθύ πηγάδι – μας άφησες Γεράσιμε αιώνιο σημάδι». Το νερό του πηγαδιού θα ξεχειλίσει και τα φύλλα του πλατάνου θα θροΐσουν για να χαιρετίσουν τον Αφέντη.
Αχ αυτή η λιτανεία! Οι καμπάνες χαρμόσυνα χτυπάνε, μουσικές παιανίζουν, στρατιώτες βηματίζουν με τα όπλα στον ώμο. Ποιός ξέρει τι να σκέφτεται ο Ασκητής των Ομαλών. Έχει μάτια να τα δη, αυτιά για να τ’ ακούσει;
Οι καημένοι οι άνθρωποι πασχίζουνε να τον δοξάσουνε. Παρούσες οι Αρχές, οι μουσικές, οι ψαλτάδες με τις καλλιφωνίες τους, οι παπάδες και οι δεσποτάδες με τα χρυσά τους άμφια. Λόγοι, ευχαριστήρια, έπαινοι, τραπέζια…
Δέξου τα Άγιε καλόγερε. Οι άνθρωποι τόσο μπορούν, τόσο ξέρουν να σου προσφέρουν. Αν θέλεις μη τα ξεσυνεριστείς. Αν δεν σ’ αρέσουν ρίξε μια ματιά κάπου αλλού. Δες τους κάμπους, δες τα δέντρα, τα βουνά.
«-Λάμπουν οι κάμποι και βουνά εις την εμφάνισίν σου – τα δέντρα κλίνουν, τα κλαδιά κι αυτά να προσκυνήσουν, ακρουμάσου, (από τη λέξη ακρόαμα= άκου) τα πουλιά «μέσα στα φύλλα τα πουλιά ψάλλουν αγγέλων ύμνον»- ψάλλουν σ’ εσέ Γεράσιμε της αρετής τον ύμνον». Και αν περάσεις στα υπερκόσμια άκου» οι Άγγελοι στον ουρανό σ’ εσέ δοξολογούσι – στην θεία λειτουργία σου αυτοί χοροστατούσι».
Τι πανηγύρι, τι χαρά που είναι η Λιτανεία του Αγίου! Όλα παίρνουν άλλη όψη – Βγήκε ο Άγιος; τί ώρα βγαίνει ο Άγιος; ρωτάει ο Κεφαλλονίτης. Έτσι δυνατά, παραστατικά και θεολογικά. Δεν τον βγάνουν, βγαίνει, είναι ζωντανός, κινείται, δρα και προπαντός βγαίνει για να σκορπίσει τα δώρα σαν άρχοντας και διαχειριστής του ουράνιου πλούτου στους υπηκόους του: «Παντού σκορπάς παρηγοριά χαρά και ευφροσύνη και αοράτως χορηγείς την ελεημοσύνη».
Όλοι χαίρονται και αγγάλονται, συγκλονίζονται, δακρύζουν, σταυροκοπιώνται, δέονται: μα κάποιοι σπαράσσουν

«- Οι δάιμονες σπαράττουσι εμπρός στο λείψανό σου-
- παρακαλούνε σε θερμά να πάψης το θυμό σου-
- Να μην τους έχεις στη φωτιά στη φλόγα την αγρία-
- ζητούντες πάντα από σε πλήρη ελευθερία-»
Τόση ελευθερία που να μπορούν τα πλάσματα του Θεού να παιδεύουν. «Να τρέχουν όπου θέλουνε πλάσματα να παιδεύουν, αμαρτωλούς από παντού να τρέχουν να μαζεύουν».
Οι κουρλοί (τρελλοί) είναι η δόξα του Αγίου έλεγαν οι παλιές καλόγριες, γι’ αυτό και υπήρχε ειδικό κατάλυμμα γι’ αυτούς για να κάθονται στο μοναστήρι να κάνουν τά σαραντάρια τους (40 ημέρες νηστείες) για να απαλλαγούν από το διάβολο που τους είχε κυριεύσει. Για δες στην Λιτανεία τί γίνεται; Μαυροντυμένες υπάρξεις, άνδρες, γυναίκες, παιδιά τρέχουν με σπουδή να εξασφαλίσουν μια θέση όπου λάχει κατάχαμα κατά μήκος του δρόμου για να περάσει ο Άγιος απάνουθέ τους. Οι δικοί τους, τους κουρλούς προσπαθούν να τους τακτοποιήσουν, κάποιοι υπάκουα πείθονται, άλλοι αντιστέκονται. Κάποιοι απ’ αυτούς θα βολευτούν κάπως κάπου. Τον Αύγουστο πέφτουνε πολλοί. Παπάδες καθοδηγούν, κάποιοι απ’ αυτούς όχι με τόσο κομψό τρόπο, σου δίνουν την εντύπωση πως ξεφορτώνουν καΐκι,! χωροφύλακες τακτοποιούν. Όλοι ψάχνουν για μια θέση, κάποιοι πρέπει να μπούν ίσια στη γραμμή, άλλοι να σκύψουν. Κοντά να πλησιάσει ο Άγιος, όλοι καλμάρουν. Περνάει απάνουθέ τους. Εδώ μπορεί να γίνει το θαύμα. Αν δε γίνει τώρα μια άλλη φορά ίσως, η πίστη δεν αποκάμνει. Η Λιτανεία όμως είναι το κορύφωμα της ελπίδας. Στον πλάτανο κορυφώνεται η λιτανεία, αναπέμπονται δεήσεις, ψάλλονται τα απολυτίκια, εκφωνούνται λόγοι και αποδίδονται ευχαριστίες σ’ αυτούς που παρευρέθηκαν και τίμησαν με την παρουσία τους τον Άγιο και αρχίζει η επιστροφή. Θα περάσει από τ’ Αλώνια «ο Αγρότης των Ομαλών», κατά τον σοσιαλιστή μακαρίτη Τρίτση, βρίσκεται στο στοιχείο του. Εδώ στο χώρο που κατεργαζόταν η σοδειά θα ακουστεί δέηση «υπέρ ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών» και με τα ωραία εξαποστειλάρια «ο σύλλογος μοναζόντων των Ιερέων ο χορός και η πληθύς Φιλεόρτων…» θα επιστρέψει στη βάση του στη «μικρή» Εκκλησία… (υπάρχει και η μεγάλη Βυζαντινού Ρυθμού).
Ο Άγιος τοποθετήθηκε στην Κοίμηση. Ο κόσμος περιμένει να προσκυνήσει. Οι επίσημοι προσκύνησαν ενόσω ο Άγιος στεκόταν στην πίσω δυτική πόρτα για να αναπεμφθεί δέηση για τους γονείς του Αγίου, τον Δημήτριον και την Καλήν και για τους πεθαμένους. Οι παπάδες ξεντύνονται βιαστικά, εύχονται «βοήθειά μας ο Άγιος». Οι πιστοί αρχίζουν να φεύγουν και σε λίγο η κοιλάδα των Ομαλών θα ερημώσει και θα ησυχάσει και ο Άγιος στην Κοίμησή του. Όμως δεν θα’ χουν φύγει οι προσκυνητές έτσι, κάτι θα χουν πάρει: αντίδωρο, άρτο, φυλακτά από τις καλόγριες, εικόνες και σταυρουδάκια, χώμα από τον τάφο του, φύλλα από τον πλάτανο, διγκωνάρι και όσοι προλάβουν και καφέ και λουκούμι στο Ηγουμενείο. Κάποιοι θα πάνε στην Τράπεζα του Μοναστηριού, που έχει φαγητό. Οι ντόπιοι στα σπίτια τους θα φάνε κυρίως το βραστό τράγιο, παλιότερα όλα τα σπίτια είχαν περίσσια φαγιά για τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς, που ερχόντανε να προσκυνήσουνε. Έπρεπε να βάζουνε κάτι στο στόμα τους τόσες ώρες νηστικοί και κουρασμένοι από την ολονυχτία.
Στις μέρες μας φεύγουν, πάνε σπίτια τους οι περισσότεροι, τους προσκαλούμε αλλά δεν πολυκαταδέχονται, έχουν τ’ αυτοκίνητα και φεύγουν…
Τελικά, τί μένει στη ψυχή και το νου με τη συμμετοχή σε μια λιτανεία; Ο κάθε Κεφαλλονίτης ξέρει καλά να το πεί, οι κάτοικοι των Ομαλών το βιώνουν τόσο συχνά.
Παρ’ όλα αυτά μένει κάτι βρωμερό στη γλώσσα πολλών Κεφαλλονιτών και μη, το οποίο ο ποιητής των στίχων που μου έδωσαν αφορμή για τούτο το κείμενο παρακαλεί να παύση: η βλαστήμια.

«Αγαπητοί μου Χριστιανοί παύστε
να βλασφημάτε
τον Αγιον Γεράσιμον και μεταξύ
των άλλων
να σέβεσθε θερμότατα τον γόνον
των Τρικάλων».
(Δημοσιεύθη στην τοπική εφημερίδα «Φραγκάτα»-1995)
http://www.imk.gr/opk/main.htm

Τυπικόν της 16ης Aὐγούστου 2013

Παρασκευή: Ἀνάμνησις τῆς ἐξ Ἐδέσσης τῆς
 Μεσοποταμίας εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀνακομιδῆς
 τῆς ἀχειροποιήτου Εἰκόνος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος
 ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου.
 Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Διομήδους. 
Τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Τιμοθέου, Ἐπισκόπου Εὐρίπου, 
κτήτορος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης, καί
 Γερασίμου τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ, τοῦ νέου ἀσκητοῦ. 
Τῶν ἐν Μεγάροις ἀθλησάντων ἕξ Ἁγίων Μαρτύρων 
Δωροθέου, Σαράντη, Ἰακώβου, Σεραφείμ, Δημητρίου 
καί Βασιλείου. 
 

Τῇ Πέμπτῃ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον: «Ἐν τῇ Γεννήσει...».
Κοντάκιον: «Τήν ἐν πρεσβείαις...».
Ἀπόλυσις: Μικρά.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 1.– Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου·
 «Ποίοις οἱ γηγενεῖς ὄμμασιν... – Ποίοις οἱ χοϊκοί ψαύσωμεν...
 – Πάλιν Δεσποτικῆς πάρεστι...» καί
 2.–Τά 3 Στιχηρά Προσ­όμοια τῆς Ἑορτῆς τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ·
 «Ποίοις οἱ εὐτελεῖς χείλεσι... – Τίνα τά φοβερά ᾄσματα... 
– Ποῖα πνευματικά ᾄσματα...»,ζήτει ταῦτα ἐν τῷ Μικρῷ 
Ἑσπερινῷ τῆς Ἑορτῆς.
Δόξα, Καί νῦν:
 Τό Ἰδιόμελον τῆς Ἑορτῆς· «Δεῦτε τήν παγκόσμιον Κοίμησιν...».
Εἴσοδος: 
«Φῶς ἱλαρόν...».Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας.
Ἀπόστιχα: 
Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῆς Ἑορτῆς· «Δῆμος τῶν μαθητῶν... 
–Ὤ τῶν ὑπερφυῶν...– Κλίμαξ πρός οὐρανόν...», κτλ. μετά τῶν 
πρό αὐτῶν στίχων εἰς τά δύο τελευταῖα.
Δόξα, Καί νῦν:
 Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τῆς Ἑορτῆς· «Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα...»,
ζήτει τοῦτο εἰς τήν Λιτήν.
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου· «Τήν ἄχραντον Εἰκόνα σου...» καί 
2.–Δόξα, Καί νῦν, τῆς Ἑορτῆς· «Ἐν τῇ Γεννήσει...».
Ἀπόλυσις.
Τῇ Παρασκευῇ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Ὥς εἴθισται.
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου· «Τήν ἄχραντον Εἰκόνα σου...».
 2.– Δόξα, τό αὐτό καί 3.– Καί νῦν, τῆς Ἑορτῆς· «Ἐν τῇ Γεννήσει...».
Καθίσματα: 
Τῆς Ἑορτῆς τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας, ὡς ἐν τῷ Μηναίῳ, ἅπαντα ἐκ δευτέρου.
Κανόνες:
 1.– Τῆς Ἑορτῆς· «Ἀμφεπονεῖτο ἀΰλων τάξις...», μετά τῶν Εἰρμῶν αὐτοῦ καί
 2.–Τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου· «Σωματικῶς μορφωθῆναι...».
Καταβασίαι: «Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ...».
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς: 
«Αἱ γενεαί πᾶσαι... – Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅ­ροι...».
Ἐξαποστειλάριον:
 Τῆς Ἑορτῆς· «Τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος...», δίς.
Αἶνοι: 
Τά 4 Στιχηρά Προσόμοια τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου·
 «Ποίοις οἱ γηγενεῖς ὄμμασιν... – Ποίοις οἱ χοϊκοί ψαύσωμεν... 
– Πάλιν Δεσποτικῆς πάρεστι...» εἰς 4, τό πρῶτον δίς.
Δόξα, Καί νῦν: 
Τό Ἰδιόμελον τῆς Ἑορτῆς· «Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα...».
Δοξολογία: 
Μεγάλη.
«Τήν ἄχραντον Εἰκόνα σου...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα: 
Τῆς Ἑορτῆς.
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν: 
«Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου· «Τήν ἄχραντον Εἰκόνα σου...». 
2.– Τῆς Ἑορτῆς· «Ἐν τῇ Γεννήσει...» καί 3.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
Ἑορτῆς· «Τήν ἐν πρεσβείαις...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου· «Οἱ καλῶς διακονήσαντες...» 
(Α΄ Τιμ. γ΄ 13-16, δ΄ 1-5), μετά τοῦ οἰκείου Προκειμένου,
 ζήτει τοῦτον τῷ Σαββάτῳ πρό τῶν Φώτων.
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· «Ἐγένετο ἐν τῷ συμπληροῦσθαι...» 
(Λουκ. θ΄ 51-57, ι΄ 22-24, ιγ΄ 22), ζήτει τοῦτο τῇ 16η Αὐγούστου.
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: 
«Αἰνεῖτε...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις.
 

Κοίμηση Αγίου Γερασίμου του εν Κεφαλληνία Ένα θαύμα του Αγίου...


Ένα θαύμα του Αγίου...  

Λίγο καιρό μετά την οσιακή κοίμηση του Αγίου Γερασίμου, 
πήγε στη Μονή μία γυναίκα,
που είχε μέσα της και βασανιζόταν από πνεύμα ακάθαρτο και πονηρό, 
για να θεραπευτεί.
Εκείνη κάθε μέρα γονάτιζε μπροστά στον τάφο του αγίου
και παρακαλούσε να την απαλλάξει από τα δαιμόνια.
Ένα βράδυ, τόσο πολύ ταράχτηκε από αυτά,
που σύρθηκε με βία και έπεσε μέσα στο πηγάδι
το οποίο βρίσκεται στην εσωτερική αυλή της Μονής.
Οι μοναχές άκουσαν τότε τη γνωστή φωνή του αγίου που της έλεγε:
«Προφτάστε γρήγορα, η δαιμονισμένη βρίσκεται σε κίνδυνο, χρειάζεται βοήθεια».
Ξυπνούν λοιπόν, ψάχνουν για τη γυναίκα
και με το φωτισμό του αγίου τη βρίσκουν μες στο πηγάδι 
να στέκεται πάνω στο νερό
«σάν νά βαστάζετο πό χειρός τινός» και την έσωσαν.

Η ζωή σε αργύρια - Ενας υποναύαρχος γράφει για τον θάνατο το 18χρονου για ένα εισιτήριο

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΜΕ ΑΡΓΥΡΙΑ
Γράφει ο Στέλιος Φενέκος
Υποναυρχος εα


Γίναμε μάρτυρες ενός φρικτού γεγονότος που σκηνοθέτησε βάναυσα το αρρωστημένο μυαλό μίας ανηλεούς γραφειοκρατίας, με την ανοχή μίας αδιάφορης για την κοινωνία κυβέρνησης.

Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου για μερικά ‘’αργύρια’’ δεν ενδείκνυται για πολιτική εκμετάλλευση, πρέπει όμως να το καυτηριάσουμε, γιατί θυσιάζονται άδικα ζωές νέων ανθρώπων, εξιλαστήρια θύματα στο βωμό της αδιαφορίας αυτών που έχουν αναλάβει τις τύχες όλης της χώρας και των πολιτών της.

Η απαίτηση για να μην πληρώνουν εισιτήρια οι αποδεδειγμένα άνεργοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι καθολική εδώ και τρία χρόνια. Παρ’ όλα αυτά κανείς από την κυβέρνηση δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το θέμα είναι ότι ζητάς από ένα άνεργο νέο, που ένας θεός ξέρει πόσες πόρτες έχει κτυπήσει για να βρει μία δουλειά, να πληρώσει εδώ και τώρα ένα βαρύτατο πρόστιμο, λες και δεν είναι πιο λογικό να του δώσεις μια κλήση που να καλείται να πληρώσει το πρόστιμο σε έναν εύλογο χρόνο. 

Ο ελεγκτής επιφορτίζεται με αρμοδιότητες που ούτε έχει εκπαιδευτεί ούτε μπορεί να τις διαχειριστεί. 
Γίνεται ο ‘’κατής’’ του οθωμανικού κράτους (που οι πρακτικές του συνεχίζουν να επιβιώνουν στο δημόσιο σήμερα), σκληρός δικαστής, θύτης και θύμα τελικά κι αυτός ενός άδικου, σκληρού, ανεγκέφαλου και απάνθρωπου γραφειοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης, που ενδιαφέρεται μόνο για εισπράξεις, σε μία σύγχρονη εκδοχή των ‘’τριάκοντα αργυρίων’’, όπου προδίδουμε τις ανθρώπινες αξίες μας ως κοινωνία συνολικά.
πηγή

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ


Το 1560 ο 'Aγιος Γεράσιμος έφτασε στα Ομαλά όπου και ανακαίνισε το ξωκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ιδρύοντας παράλληλα γυναικεία κοινοβιακή Μονή με πολυμελή αδελφότητα ονομάζοντάς την "Νέα Ιερουσαλήμ". Το 1582, στις 20 Οκτωβρίου έγινε η Β' ανακομιδή του ιερού λειψάνου του Αγίου, το οποίο έκτοτε παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών. Είναι ενδεδυμένο με άμφια ταφής του Αγίου και εκτίθεται προς προσκύνηση μέσα σε τζαμένια λειψανοθήκη που ενσωματώνεται σε μεγαλύτερη, ασημένια, περίτεχνη λάρνακα, η οποία είναι τοποθετημένη πάνω από τον τάφο του Αγίου. Μέσα στο Ναό σώζεται και το ασκητήριο του Αγίου, στο οποίο κατεβαίνει κανείς από σκάλα μήκους τριών μέτρων και το οποίο χωρίζεται από μία στενή οπή σε "δύο δωμάτια". Στην Μονή σώζονται τα τρία μεγάλα πλατάνια που φύτευσε ο ’γιος, τα τρία πηγάδια και τα 37 μικρότερα που άνοιξε με τα χέρια του επ' ωφελεία της ανύδρου περιοχής καθώς και τα δύο αλώνια που έχτισε και στα οποία εργαζόταν για να εξασφαλίσει τα αναγκαία για τη Μονή. Ο νέος περικαλλής ιερός ναός του Αγίου αποπερατώθηκε με τις ενέργειες του νυν Μητροπολίτη κ.κ. Σπυρίδωνα και εγκαινιάστηκε από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ.κ. Σεραφείμ στις 19 Ιουλίου 1992.
Από το έτος ιδρύσεως της Μονής μέχρι σήμερα τελείται σε αυτήν θεία λειτουργία, τις ώρες 03.00π.μ. έως 07.00π.μ. Η Μονή πανηγυρίζει 5 φορές το έτος: Στις 16 Αυγούστου (Κοίμηση του Αγίου) και στις 23 Αυγούστου (απόδοσις εορτής ή "εννιάμερα" του Αγίου). Στο διάστημα μεταξύ των δύο εορτών καθιερώθηκε από τον νυν Μητροπολίτη, Σεβασμιώτατο κ.κ. Σπυρίδωνα να τελειται ιερό επταήμερο εις τιμήν του Αγίου με Αρχιερατικές θείες λειτουργίες - χοροστασίες - κηρύγματα.


Επίσης, στις 20 και 26 Οκτωβρίου (Ανακομιδή και Απόδοσις Ανακομιδής Αγίου Λειψάνου) σηκώνεται ορθός ο ’γιος και κατά το Μεγάλο Σάββατο και μένει στη Βημόθυρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά, οπότε και τελείται Πανηγυρική Αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Τις ημέρες αυτές γίνονται και ισάριθμες Λιτανείες με αθρόα συμμετοχή κλήρου και λαού. Μετά το πέρας της λιτανείας παρατίθεται πλουσιοτάτη τράπεζα, που ετοιμάζουν με ιδιαίτερη φροντίδα οι μοναχές. Οι μοναχές ασχολούνται με τη φιλοξενία (η Μονή διαθέτει ξενώνα) και την Αγιογραφία. Επίσης έχουν αναπτύξει πλουσιοτάτη φιλανθρωπική και αποστολική δράση.Οι ακολουθίες τελούνται ανελλιπώς και Μονή ακολουθεί το τυπικό της Μονής του Αγ. Σάββα στα Ιεροσόλυμα. Η Μονή δέχεται επισκέψεις καθημερινά από 04.00π.μ. έως 13.00μ.μ. και 15.30μ.μ. έως 21.00μ.μ.
Για κάθε πληροφορία μπορείτε να απευθύνεστε στην:
Οσιωτάτη Μοναχή Κασσιανή
Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Αγίου Γερασίμου Ομαλών
28100 Ομαλά Κεφαλληνίας
Tηλ. 26710 86385 και 26710 86205

Καμπαναριό

Πως θεραπεύεται η ψυχή

Η υγεία της ψυχής είναι η απάθεια και η γνώση[58]. Ψυχή τελεία είναι «η ταις αρεταίς ανακραθείσα»[59]. Ψυχή τελεία είναι εκείνη της οποίας «η παθητική δύναμις νένευκεν ολοτελώς προς τον Θεόν»[60]. Ψυχή καθαρά είναι «η αγαπώσα τον Θεόν»[61]. Ψυχή καθαρά είναι «η παθών ελευθερωθείσα και υπό της θείας αγάπης αδιαλείπτως ευφραινομένη»[62].
Οι άγιοι Πατέρες περιγράφουν και μερικούς τρόπους δια των οποίων ανασταίνεται, ζωοποιείται και θεραπεύεται η ψυχή. Η λύπη κατά Θεόν, δηλαδή η μετάνοια, αναιρεί την ηδονή∙ «ηδονής δε αναίρεσις, ανάστασις υπάρχει ψυχής»[63]. Ο Μέγας του Θεού θεράπων Αντώνιος έλεγε ότι πρέπει να καθαρεύσωμεν την διάνοιαν. «Εγώ γαρ πιστεύω, ότι καθαρεύσασα πανταχόθεν και κατά φύσιν εστώσα δύναται διορατική γινομένη, πλείον και μακρότερον βλέπειν των δαιμόνων, έχουσα τον αποκαλύπτοντα Κύριον αυτή»[64]. Δηλαδή μας συνιστά, ο άγιος θεράπων της ψυχής, να καθαρίζουμε την διάνοια. Είναι παρατηρημένο ότι, όταν κρατά κανείς τον νου του καθαρό από λογισμούς και διάφορες εικόνες, τότε μπορεί να διατηρεί καθαρά την ψυχή του.
Ο Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας διδάσκει: «όταν τους έξω περισπασμούς καταργήσης και τους έσω λογισμούς καταλείψης, εγείρεται τότε ο νους εν τοις έργοις και τοις λόγοις του πνεύματος». Η προσπάθεια να κρατήσει κανείς τον νου του καθαρό και η προσπάθεια να ελευθερωθεί από τους πολλούς περισπασμούς έχει σαν αποτέλεσμα να φανεί μέσα μας ο νους, ο οποίος μέχρι πρότινος ήταν νεκρός και άρα αφανής. Γι’ αυτό πάλι ο Θεόληπτος παραγγέλλει: «στήσον τοιγαρούν τας ομιλίας των έξω και πύκτευσον προς τους έσω λογισμούς, μέχρις αν εύρης τον τόπον της καθαράς προσευχής και τον οίκον, εν ω Χριστός κατοικεί»[65]. Η καρδιά, όπως θα παρατηρηθεί σε άλλο σημείο, είναι ο οίκος όπου κατοικεί ο Θεός. Θα τον ανακαλύψουμε μόνον όταν αγωνισθούμε για να ζήσουμε ησυχαστικά και όταν αγωνισθούμε εναντίον των λογισμών που κυριαρχούν μέσα μας. Έχει μεγάλη σημασία η καθαρότης του νου. Η μέθοδος αυτή είναι απλή, αλλά περιεκτική και προξενεί μεγάλη ωφέλεια στην ψυχή του ανθρώπου, αφού την καθιστά ναό του Παναγίου Πνεύματος.
Η ψυχή θεραπεύεται όταν αποστέργη την προς τα χείρω σχέση και προσκολλάται δια της αγάπης τω κρείττονι[66].
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας όλη την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λέγει ότι με την παράβαση και την αμαρτία χάσαμε μεν το καθ’ ομοίωσιν, αλλά «το κατ’ εικόνα ουκ απωλέσαμεν». Ακριβώς επειδή δεν χάσαμε το κατ’ εικόνα, γι’ αυτό μπορούμε να αναστήσουμε την ψυχή. Απαλασσομένη η ψυχή από την σχέση προς τα χειρότερα και προσκολλωμένη δια της αγάπης προς το αγαθότερο και υποτασσομένη σ’ αυτό, δια των έργων και των τρόπων της αρετής, «φωτίζεται παρ’ αυτού και καλλύνεται βελτιουμένη και πειθομένη ταις εκείνου βουλαίς και παραινέσεσι, παρ’ ων και την όντως ζωήν την αιώνιον απολαμβάνει»[67]. Η ψυχή όταν υπακούει στον νόμο του Θεού υγιαίνει ολίγον κατ’ ολίγον, φωτίζεται και απολαμβάνει της αιωνίου ζωής.
Ο Νικήτας Στηθάτος, εκτός από την πρακτική μέθοδο για να θεραπευθεί η ψυχή, προτείνει και άλλη μέθοδο, την θεωρητική. Εκεί που υπάρχει έρως Θεού, εργασία των νοητών πραγμάτων και μετουσία του απροσίτου φωτός, «εκεί των δυνάμεων της ψυχής ειρήνη και νοός κάθαρσις και η ενοίκησις της Αγίας Τριάδος»[68]. Γι’ αυτό, εκτός από την προσπάθεια να τηρήσουμε τον νου μας καθαρό, χρειάζεται να τον συνηθίζουμε στην νοερά εργασία και την νοερά προσευχή∙ να αποκτήσει αγάπη και έρωτα προς τον Θεό, γιατί όπου ενοικεί αυτός ο έρως εκεί επιτυγχάνεται η ειρήνη των δυνάμεων της ψυχής και η καθαρότης του νοός.
Σε άλλο κεφάλαιο αυτής της μελέτης περιγράφουμε αναλυτικότερα ότι η ψυχή θεραπεύεται όταν κινείται κατά φύσιν και παρουσιάζουμε εκεί ποια είναι η κατά φύσιν κίνηση κάθε μέρους της ψυχής. Εδώ, επειδή γίνεται λόγος για την θεραπεία της ψυχής, επιγραμματικά τονίζουμε μερικές πραγματικότητες.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι αγωνιζόμαστε να εξοικίσουμε από το σώμα τον νόμο της αμαρτίας και να ενοικίσουμε μέσα στο σώμα την επισκοπή του νου και έπειτα νομοθετούμε σε κάθε δύναμη της ψυχής και στα μέλη του σώματος τα προσήκοντα. Στις αισθήσεις νομοθετούμε εγκράτεια. Στο παθητικό μέρος της ψυχής την αγάπη. Το λογιστικό βελτιώνουμε αποβάλλοντες κάθε τι που εμποδίζει την διάνοια στην ανάβαση προς τον Θεό, και αυτό καλούμε νήψη. Όταν κανείς καθαρίσει το σώμα με την εγκράτεια, τον θυμό και την επιθυμία «δι’ αγάπης θείας ποιησάμενος» και παρουσιάσει στον Θεό τον νου του εξαγνισμένο δια της προσευχής, τότε «κτάται και ορά εν εαυτώ την επηγγελμένην χάριν τοις κεκαθαρμένοις την καρδίαν»[69].
Ο άγιος Μάξιμος, ευρισκόμενος μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, προτρέπει: «Το θυμικόν της ψυχής, αγάπη χαλίνωσον∙ και το επιθυμητικόν αυτής, εγκρατεία καταμάρανον∙ και το λογιστικόν αυτής, προσευχή πτέρωσον και το φως του νου ουκ αμαυρούται ποτέ»[70].
Η θεραπεία της ασθενούς ψυχής, η ζωοποίηση του νεκρού νοός, η καθαρότης της ακαθάρτου καρδίας, δεν επιτυγχάνονται με συμβουλές, ούτε με φάρμακα, αλλά με την ασκητική μέθοδο της Εκκλησίας, με την εγκράτεια, την αγάπη, την προσευχή και την διαφύλαξη του νου από τις προσβολές του σατανά δια των λογισμών. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η Ορθόδοξη Παράδοση έχει μεγάλη σημασία για την εποχή μας, γιατί είναι η μόνη που μπορεί να ελευθερώσει τον άνθρωπο και να τον θεραπεύσει από το άγχος και την ανασφάλεια που προέρχονται από τον θάνατο της ψυχής.


[58] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’ σελ. 211, β’
[59] ένθ. ανωτ. σελ. 214, νδ’
[60] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 40, κζ’
[61] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 125, οθ’
[62] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’ σελ. 6, λδ’
[63] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 207, λθ’
[64] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 169, ροθ’
[65] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 6
[66] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 147, λθ’
[67] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 147, λθ’
[68] ένθ. ανωτ. Γ’, σελ. 298, β’
[69] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε τόμος 2ος, σελ. 122
[70] Φιλοκαλία Β’, σελ. 49, π’
Μεταγραφή: Θωμάς Δρίτσας

Ο Χριστιανισμός είναι θεραπευτική επιστήμη

Τι είναι ο Χριστιανισμός 

Πολλοί, ερμηνεύοντας τον χαρακτήρα του Χριστιανισμού, διατυπώνουν την άποψη ότι είναι φιλοσοφία ή θρησκεία μέσα στις τόσες γνωστές από την αρχαιότητα. Και βέβαια φιλοσοφία με την άποψη που επικρατεί να λέγεται σήμερα δεν είναι ο Χριστιανισμός. Η φιλοσοφία διαθέτει σύστημα εγκεφαλικό που τις περισσότερες φορές δεν έχει σχέση με την ζωή. Κυρίως η διαφορά του Χριστιανισμού από την φιλοσοφία φαίνεται στο σημείο ότι η δεύτερη είναι στοχασμός ανθρώπινος ενώ ο Χριστιανισμός είναι αποκάλυψη του Θεού. Δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου, αλλά αποκάλυψη του Ίδιου του Θεού στον άνθρωπο. Τις αλήθειες του Χριστιανισμού ήταν αδύνατον να τις βρη η ανθρώπινη λογική. Εκεί που ήταν αδύνατος  ο ανθρώπινος λόγος ήλθε ο Θεάνθρωπος Λόγος ή μάλλον ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Η αποκάλυψη αυτή του Θεού διατυπώθηκε με φιλοσοφικούς όρους της εποχής εκείνης, αλλά πάλι πρέπει να υπογραμμισθεί, δεν είναι φιλοσοφία. Το ένδυμα του Θεανθρώπινου Λόγου είναι παρμένο από την φιλοσοφία της εποχής εκείνης.
Ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το του Ησαΐου: «Ιδού ο Δεσπότης Κύριος Σαβαώθ ωφελεί από της Ιουδαίας και από Ιερουσαλήμ, ισχύοντα και ισχύουσαν,... δικαστήν και προφήτην και στοχαστήν...» παρατηρεί: «στοχαστήν τον από συνέσεως πολλής των μελλόντων στοχάζεσθαι απ’ αυτής  των πραγμάτων πείρας. Έτερον μεν γαρ στοχασμός και προφητεία άλλο. Ο μεν γαρ Πνεύματι θείω φθέγγεται, ουδέν οίκοθεν εισφέρων, ο δε τας αφορμάς από των ήδη γεγενημένων λαμβάνων και την οικείαν σύνεσιν διεγείρων πολλά των μελλόντων προορά ως εικός άνθρωπον όντα συνετόν προϊδείν. Αλλά πολύ το μέσον τούτου κακείνου όσον συνέσεως ανθρωπίνης και θείας Χάριτος το διάφορον»[1].
Επομένως άλλο ο στοχασμός (η φιλοσοφία) και άλλο η προφητεία, δηλαδή ο λόγος του Προφήτη που θεολογεί. Η πρώτη είναι ανθρώπινη ενέργεια, ενώ η δεύτερη είναι αποκάλυψη του Παναγίου Πνεύματος.
Στα πατερικά έργα και κυρίως στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου γίνεται λόγος για την φιλοσοφία ως αρχή της πνευματικής ζωής. Αλλά πρέπει να παρατηρηθή πως με τον όρο πρακτική φιλοσοφία  ο άγιος εννοεί την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, που πράγματι είναι το πρώτο στάδιο της πορείας της ψυχής προς τον Θεό.
Ακόμη ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί θρησκεία, με την έννοια τουλάχιστον που παρουσιάζεται η θρησκεία σήμερα.Συνήθως, θεωρείται ότι ο Θεός κατοικεί στους ουρανούς και διακυβερνά από εκεί την ανθρώπινη ιστορία, είναι σφόδρα απαιτητικός, ζητά ικανοποίηση από τον άνθρωπο, που είναι πεσμένος στην γη μέσα στην ασθένειά του και την αδυναμία του. Μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου υπάρχει ένα διαχωριστικό τείχος. Αυτό πρέπει να υπερπηδηθή και σ’αυτό βοηθά πολύ αποτελεσματικά η θρησκεία. Προς τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιούνται διάφορες λατρευτικές τελετές.
Κατά μια άλλη άποψη ο άνθρωπος αισθάνεται αδύνατος μέσα στο σύμπαν και έχει ανάγκη της δημιουργίας, της πλάσεως ενός δυνατού Θεού, ο Οποίος θα τον βοηθά στην αδυναμία του. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία δεν πλάθει ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος πλάθει τον Θεό. Ακόμη  η θρησκεία νοείται ως σχέση του ανθρώπου προς τον Απόλυτο Θεό, δηλαδή «σχέσις του εγώ προς το Απόλυτον Συ». Επίσης θεωρούν πολλοί την θρησκεία σαν ένα μέσο για να πλανάται ο λαός με την μετάθεση των ελπίδων στην μέλλουσα ζωή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με μέσο την θρησκεία ισχυρές δυνάμεις πιέζουν τον λαό.
Αλλά ο Χριστιανισμός είναι κάτι παρά πάνω από αυτές τις ερμηνείες – θεωρίες, γι’ αυτό και δεν μπορεί να κλεισθή στην έννοια και τον ορισμό της θρησκείας, όπως συνήθως δίνεται στις «φυσικές» λεγόμενες θρησκείες. Ο Θεός δεν είναι το Απόλυτον Συ, αλλά ζων Πρόσωπο που έχει κοινωνία οργανική με τον άνθρωπο. Επίσης ο Χριστιανισμός δεν μεταθέτει απλώς το πρόβλημα στο μέλλον, ούτε περιμένει την απόλαυση της Βασιλείας των Ουρανών μετά την ιστορία και μετά το τέλος του χρόνου. Το μέλλον στον Χριστιανισμό βιώνεται στο παρόν και η Βασιλεία του Θεού αρχίζει από αυτήν την ζωή. Βασιλεία του Θεού, κατά την πατερική ερμηνεία, είναι η Χάρη  του Τριαδικού Θεού, η θεωρία του ακτίστου Φωτός.
Εμείς οι Ορθόδοξοι δεν περιμένουμε το τέλος της ιστορίας και του χρόνου, αλλά με την εν Χριστώ ζωή τρέχουμε προς το τέλος της ιστορίας και έτσι βιώνουμε αυτά που πρόκειται να συμβούν στην μετά την Δευτέρα Παρουσία ζωή από τώρα.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος  Θεολόγος λέγει ότι αυτός που είδε το άκτιστο Φως και ενώθηκε με τον Θεό δεν περιμένει την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αλλά την ζει. Έτσι στην χριστιανική διδασκαλία δεν υπάρχει η γραμμική διατύπωση περί χρόνου, αλλά η κυκλική, σταυρική. Δηλαδή το αιώνιο μας καταλαμβάνει σε κάθε χρονική στιγμή. Γι’ αυτό ουσιαστικά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον βιώνονται σε μια αρραγή ενότητα. Είναι ο λεγόμενος συμπεπυκνωμένος χρόνος.
Γι’ αυτό η Ορθοδοξία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν «το όπιο του λαού», ακριβώς γιατί δεν μεταθέτει το πρόβλημα. Προσφέρει ζωή, μεταμορφώνει την βιολογική ζωή, αγιάζει και μεταμορφώνει τις κοινωνίες. Η Ορθοδοξία, όπου βιώνεται σωστά και λειτουργεί αγιοπνευματικά, είναι μια κοινωνία Θεού και ανθρώπων, ουρανίων και επιγείων, ζώντων και κεκοιμημένων. Και μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία λύνονται αληθινά όλα τα προβλήματα που εμφανίζονται στην ζωή μας.
Επειδή όμως μεταξύ των μελών της Εκκλησίας υπάρχουν άρρωστοι και αρχάριοι πνευματικά, γι’ αυτό είναι ενδεχόμενο μερικοί να νοιώθουν ως θρησκεία τον Χριστιανισμό με την έννοια που αναφέραμε πιο πάνω. Άλλωστε η πνευματική ζωή είναι μια δυναμική πορεία. Αρχίζει με το βάπτισμα, που είναι κάθαρση του κατ’ εικόνα, και συνεχίζεται με την ασκητική ζωή για να φθάσει ο άνθρωπος στο καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή στην κοινωνία με τον Θεό. Πάντως πρέπει να διευκρινιστεί ότι, και όταν ακόμη μιλούμε για τον Χριστιανισμό ως θρησκεία, πρέπει απαραίτητα να το κάνουμε μέσα από μερικές αναγκαίες προϋποθέσεις.
Η πρώτη, ότι ο Χριστιανισμός είναι κυρίως Εκκλησία. Εκκλησία θα πει Σώμα Χριστού. Υπάρχουν πολλά χωρία στην Καινή Διαθήκη στα οποία γίνεται λόγος για το ότι ο Χριστιανισμός είναι Εκκλησία. Αρκούμαστε στον λόγο του Χριστού «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν» (Ματθ. ιστ’, 18) και στους λόγους του Αποστόλου Παύλου, αφ’ ενός μεν προς τους Κολοσσαείς  «και αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας» (α’, 18) και αφ’ ετέρου προς τον μαθητή του Τιμόθεο, «... ίνα ειδής πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας». (Α’ Τιμ. γ’, 15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν κατοικεί απλώς στους Ουρανούς και από εκεί διευθύνει την ιστορία και την ζωή των ανθρώπων, αλλά είναι ενωμένος μαζί μας. Πήρε την ανθρώπινη φύση, την θέωσε και έτσι εν Χριστώ η ανθρώπινη τεθεωμένη φύση βρίσκεται εκ δεξιών του Πατρός. Έτσι ο Χριστός είναι η ζωή και εμείς είμαστε «μέλη Χριστού».
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι ο σκοπός του Χριστιανισμού είναι να επιτύχη την μακαρία κατάσταση της θεώσεως. Η θέωση και το καθ’ ομοίωσιν ταυτίζονται. Αλλά, για να φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, να φθάση στην θέα του Θεού και αυτή η θέα να μη γίνη φωτιά για να τον κατακαύση, αλλά φως που θα τον ζωοποιήση, απαιτείται προηγουμένως κάθαρση. Αυτή η κάθαρση και η θεραπεία είναι έργο της Εκκλησίας. Όταν ο Χριστιανισμός συμμετέχη στην λατρεία χωρίς να υφίσταται την ζωοποιό κάθαρση (άλλωστε και αυτές οι λατρευτικές εκδηλώσεις αποβλέπουν στην κάθαρση του ανθρώπου), τότε δεν ζη πραγματικά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας. Χριστιανισμός χωρίς κάθαρση είναι ουτοπία. Έτσι λοιπόν μέσα από την κάθαρση, και μάλιστα όταν επιμελούμαστε την θεραπεία μας, μπορούμε να κάνουμε λόγο για την θρησκεία, σύμφωνα άλλωστε και με τον λόγο του αδελφοθέου Ιακώβου: «Ει τις δοκεί θρήσκος είναι εν υμίν μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού, αλλ’ απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρησκεία. Θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν από του κόσμου» (Ιακ. α’, 26-27). Φαίνεται καθαρά και από το χωρίο αυτό ότι θρήσκος είναι εκείνος που χαλιναγωγεί την γλώσσα του και δεν απατά την καρδία του, αλλά την καθαίρει από εκείνα που βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν και ακόμη ότι θρησκεία είναι το να δείχνη κανείς ενδιαφέρον για τους πονούντας, αλλά κυρίως να διατηρή τον εαυτό του καθαρό από τα του κόσμου. Εκείνος που επιμελείται της καθάρσεώς του είναι θρήσκος και ανήκει στην θρησκεία.
Αυτή η αποχή μας δίδει το δικαίωμα να ισχυρισθούμε ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ούτε φιλοσοφία ούτε θρησκεία με την έννοια που χαρακτηρίζουν τις «φυσικές» θρησκείες, αλλά είναι κυρίως θεραπεία. Είναι θεραπεία του ανθρώπου από τα πάθη του για να φθάση στην συνέχεια σε κοινωνία και ενότητα με τον Θεό.
Ο Κύριος στην παραβολή του καλού Σαμαρείτου μας έδειξε μερικές αλήθειες. Ο καλός Σαμαρείτης μόλις είδε τον εμπεσόντα στους ληστές, οι οποίοι τον πλήγωσαν και τον άφησαν ημιθανή, «εσπλαγχνίσθη, και προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, επιβιβάσας δε αυτόν επί το ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον και επεμελήθη αυτού. (Λουκ. ι’, 33-34). Ο Χριστός θεράπευσε τον πληγωμένο άνθρωπο και τον οδήγησε στο πανδοχείο, δηλαδή στο Νοσοκομείο που είναι η Εκκλησία. Εδώ παρουσιάζεται ο Χριστός ως ιατρός που θεραπεύει τις ασθένειες του ανθρώπου και η Εκκλησία ως Νοσοκομείο.
Είναι δε πολύ χαρακτηριστικό ότι ο ιερός Χρυσόστομος αναλύοντας την παραβολή αυτή παρουσιάζει τις αλήθειες που τονίσαμε προηγουμένως. Ο άνθρωπος «από του επουρανίου πολιτεύματος, επί το της απάτης του διαβόλου πολίτευμα» κατέβη. «Και εμπίπτει εις τους ληστάς, τουτέστιν εις τον διάβολον και τας αντικειμένας αυτώ δυνάμεις». Οι πληγές που υπέστη είναι οι διάφορες αμαρτίες, όπως λέγει ο Δαυίδ «προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου». Γιατί «πάσα αμαρτία μώλωπα και τραύμα εργάζεται». Σαμαρείτης είναι ο Ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος κατέβηκε από τον Ουρανό στην γη για να θεραπεύση τον πληγωμένο άνθρωπο. Χρησιμοποίησε οίνον και έλαιον για τις πληγές, δηλαδή «μίξας Πνεύμα άγιον των αίματι αυτού, εζωοποίησεν τον άνθρωπον». Και κατ’ άλλην ερμηνεία «έλαιον επάγει τον παρακλητικόν λόγον, οίνον δε τον στυπτικόν καταδευόμενος, την διδασκαλία την συνάγουσαν την διεσκορπισμένην διάνοιαν». Τον έβαλε στο δικό του κτήνος, δηλαδή «λαβών την σάρκα επί τους ιδίους ώμους της θεότητος, ανήνεγκε τω πατρί εις ουρανούς». Στην συνέχεια οδήγησε τον άνθρωπο ο καλός Σαμαρείτης, ο Χριστός, «εις το μέγα και θαυμαστόν και ευρύχωρον πανδοχείον, εις ταύτην την καθολικήν Εκκλησίαν». Τον έδωσε στον Πανδοχέα, που είναι ο Απόστολος Παύλος «δια δε του Παύλου τοις καθ’ εκάστην Εκκλησίαν αρχιερεύσι και διδασκάλοις και λειτουργοίς» λέγοντας «επιμελήσαι του λαού του εξ Εθνών, ον σοι παρέδωκα εν τη Εκκλησία. Επειδή ασθενούσιν οι άνθρωποι τετραυματισμένοι υπό των αμαρτιών, θεράπευσον αυτούς, επιθείς αυτοίς λίθον εμπλάστρου, τα προφητικά ρήματα και τα ευαγγελικά διδάγματα, υγιαίνων αυτούς δια των της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης νουθεσιών και παρακλήσεων...» Έτσι, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο Παύλος είναι εκείνος που στηρίζει τις Εκκλησίες του Θεού «και πάντας ανθρώπους θεραπεύων δια των πνευματικών νουθεσιών, εκάστω τα πρόσφορα νέμων...»[2].
Στην ερμηνεία της παραβολής αυτής από τον ιερό Χρυσόστομο φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία είναι Νοσοκομείο που θεραπεύει  τους ασθενείς από την αμαρτία και οι επίσκοποι – ιερείς, όπως ο Απόστολος Παύλος, είναι οι θεραπευταί του λαού του Θεού.
Αυτές οι αλήθειες φαίνονται και σε πολλά άλλα σημεία της Καινής Διαθήκης. Ο Κύριος έλεγε ότι «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Ματθ. θ’, 12). Επίσης ο Χριστός ως ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, θεράπευε κάθε ασθένεια της ψυχής και του σώματος. «Θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ...» και προσήνεγκαν αυτώ πάντας τους κακώς έχοντας ποικίλαις νόσοις και βασάνοις συνεχομένους, και διαμονιζομένους και σεληνιαζομένους και παραλυτικούς, και εθεράπευσεν αυτούς» (Ματθ. δ’, 23-24). Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει καλώς ότι αρρωσταίνει η συνείδηση των ανθρώπων και κυρίως των απλοϊκών (Α’ Κορ. η’, 12). Και στην Αποκάλυψη γράφεται ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είδε ποταμόν ύδατος ζωής που εκπορευόταν από τον θρόνο του Θεού και του αρνίου «εν μέσω της πλατείας αυτής και του ποταμού εντεύθεν και εκείθεν ξύλον ζωής... και τα φύλλα του ξύλου εις θεραπείαν των εθνών» (Αποκ. κβ’, 1-2).
Έτσι το έργο της Εκκλησίας είναι θεραπευτικό. Επιδιώκει να θεραπεύση τις ασθένειες των ανθρώπων, κυρίως τις ψυχικές, που τους βασανίζουν. Αυτή είναι η βασική διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και των Πατέρων της Εκκλησίας. Στην συνέχεια του κεφαλαίου αυτού καθώς επίσης και σε άλλα κεφάλαια θα παρατεθούν πολλά χωρία Πατέρων που φανερώνουν αυτήν την αλήθεια.
Πάντως επανερχόμενος τονίζω ότι στο σημείο αυτό πρέπει να δούμε την αναγκαιότητα της Εκκλησίας. Στον καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη χρωστούμε πολλή ευγνωμοσύνη γιατί στα έργα του τονίζει αυτήν την πραγματικότητα. Παρουσιάζει στην εποχή μας την λησμονημένη αυτήν αλήθεια. Έχω την πεποίθηση ότι ο μνημονευθείς καθηγητής διάβασε πολύ καλά νηπτικούς Πατέρας και κυρίως τα έργα που περιλαμβάνονται στην Φιλοκαλία, γι’ αυτό συνέλαβε την πραγματική σημασία του Χριστιανισμού. Πιστεύω ότι στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη συμβολή του π. Ιωάννου Ρωμανίδου. Γιατί στην εποχή αυτή που ο Χριστιανισμός παρουσιάζεται ως φιλοσοφία ή στείρα διανόηση (εγκεφαλική θεολογία) ή σαν μια κουλτούρα και μια παράδοση του λαού (λαϊκά ήθη και έθιμα, λαϊκή ευσέβεια), εκείνος παρουσιάζει αυτήν την διδασκαλία περί της θεραπευτικής επιστήμης και αγωγής.
Λέγει συγκεκριμένα: 
«Η πίστη στον Χριστό, χωρίς να υφίσταται κανείς ιατρεία εν Χριστώ, δεν είναι καθόλου πίστη. Πρόκειται ακριβώς για την ίδια αντίφαση, που θα παρουσίαζε κάποιος ασθενής, έχοντας πολλή εμπιστοσύνη στο γιατρό του και μη εφαρμόζοντας ποτέ την αγωγή, που εκείνος του συνιστά. Για μια σωστή θεώρηση αυτής της θεραπείας εν σχέσει με τον κόσμο γενικά, πρέπει να σημειωθή, ότι αν ο προφητικός Ιουδαϊσμός και ο διάδοχός του Χριστιανισμός είχαν εμφανισθή για πρώτη φορά στον εικοστό αιώνα θα είχαν πιθανώτατα χαρακτηρισθή, όχι θρησκείες, αλλ’ ιατρικές επιστήμες, συγγενείς της ψυχιατρικής, με ευρύτατες επιπτώσεις στην κοινωνία οφειλόμενες στην επιτυχία τους να ιατρεύουν σε ποικίλους βαθμούς την αρρώστεια της μερικώς λειτουργούσης προσωπικότητος. Με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν σαν θρησκείες, που με διάφορες μαγικές μεθόδους και δοξασίες υπόσχονται φυγή από ένα δήθεν κόσμο της ύλης και  του κακού ή της υποκρισίας σ’ ένα δήθεν πνευματικό κόσμος ασφαλείας και επιτυχίας»[3].
Σε άλλο έργο ο ίδιος Καθηγητής επιμένει πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια. «Εις την φύσιν της η Πατερική Παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείον αυτό ομοιάζει πολύ με την ιατρικήν, και κυρίως με την ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν και το οποίον χρειάζεται θεραπεία. Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύση το όργανον αυτό. Μόνον η νηπτική ή ασκητική αγωγή των Πατέρων οδηγεί εις την θεραπείαν αυτού του οργάνου... Δια τούτο ο αθεράπευτος συνήθως δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξιν αυτού του οργάνου»[4].
Έτσι μέσα στην Εκκλησία χωριζόμαστε σε αρρώστους, σε ανθρώπους που υφίστανται την θεραπευτική αγωγή, και σε ανθρώπους (αγίους) που ήδη έχουν θεραπευθή. «... δια τους Πατέρας δεν διαχωρίζονται οι άνθρωποι εις ηθικούς και ανηθίκους ή εις καλούς και κακούς βάσει ηθικών κανόνων. Ο διαχωρισμός αυτός είναι επιφανειακός. Εις το βάθος διακρίνεται η ανθρωπότης εις ψυχικά αρρώστους, εις θεραπευομένους και εις θεραπευμένους. Όλοι όσοι δεν είναι εις την κατάστασιν του φωτισμού είναι ψυχικά άρρωστοι... Δεν είναι μόνον η καλή θέλησις, η καλή απόφασις, η ηθική πράξις και η αφοσίωσις εις την Ορθόδοξον Παράδοσιν που κάμει τον Ορθόδοξον, αλλά η κάθαρσις, ο φωτισμός και η θέωσις. Τα στάδια αυτά θεραπείας είναι ο σκοπός της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας, όπως μαρτυρούν τα λειτουργικά κείμενα»[5].

[1] Αρχιμ. Ιεροθέου Σ. Βλάχου: Η ποιμαντική καθοδήγηση των μετανοούντων κατά τον Μ. Βασίλειο, Έδεσσα 1981, σελ. 22
[2] P G  62, 755-757
[3] Ιω. Ρωμανίδου: Ιησούς Χριστός η ζωή του κόσμου, πολυγραφημένη ομιλία. Μετάφρ. Μοναχού Μαξίμου Λαυριώτου, σελ. 28-29
[4] Ιω. Ρωμανίδου: Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1984, τόμος Ι, σελ. 22-23
[5] ένθ. ανωτ. σελ. 27
Μεταγραφή: Θωμάς Δρίτσας

Τα πνευματικά επιτίμια Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο και με τα ιατρικά μέσα που διαθέτει θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό γίνεται με την ασκητική ζωή, το κανονικό της δίκαιο και τελικά με τα Μυστήρια. Η συμμετοχή στα Μυστήρια χωρίς τις κατάλληλες προϋποθέσεις, που καθορίζονται από τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, δεν θεραπεύει, αλλά αντίθετα δημιουργεί πολλά προβλήματα. Πάντως, η θεραπεία είναι απαραίτητη, ώστε όταν ο άνθρωπος φθάση στον Θεό να βρίσκεται στην προοπτική της θεραπείας και τότε ο Θεός να γίνη φως και όχι πυρ.
1. Φως και πυρ
Είναι γνωστόν από την όλη βιβλικοπατερική παράδοση ότι το πυρ της θεότητος, όπως και το κτιστό πυρ, έχει δύο ιδιότητες, ήτοι την φωτιστική, που φωτίζει, και την καυστική, που κατακαίει. Αυτό σημαίνει ότι εξαρτάται από τον άνθρωπο σε ποια κατάσταση βρίσκεται για να αισθανθή την φωτιστική ή την καυστική ενέργεια του Θεού και επομένως να ζήση τον Παράδεισο (Φως) η την Κόλαση (πυρ).
Ο Απόστολος Παύλος στην Β' προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, γράφοντας για την έλευση-αποκάλυψη του Θεού κατά την Δευτέρα Του Παρουσία, κάνει λόγο για τους δύο τρόπους με τους οποίους θα τον δουν οι άνθρωποι. Γράφει ότι κατά την Δευτέρα Παρουσία Του θα έλθη με τους αγγέλους Του και θα φανερωθή «εν πυρί φλογός» για να τιμωρήση εκείνους που δεν γνώρισαν τον Θεό και δεν υπήκουσαν εν τω «ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» και θα ζουν αιωνίως μακριά από την δόξα της δυνάμεώς Του. Αλλά οι δίκαιοι θα συμμετάσχουν στην δόξα «της ισχύος αυτού, όταν έλθη ενδοξασθήναι εν τοις αγίοις αυτού και θαυμασθήναι εν πάσι τοις πιστεύσασιν..» (Β' Θεσ. α', 7-10).
Είναι φανερό και από τον αποστολικό αυτόν λόγο και από πολλά πατερικά χωρία ότι οι άνθρωποι θα ζήσουν τον Χριστό ή «εν πυρί φλογός» ή μέσα στην δόξα «της ισχύος αυτού». Και αυτό εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση, την οποία είχαν, όσο ζούσαν μέσα στην Εκκλησία. Έτσι, η Εκκλησία ως πνευματικό νοσοκομείο θεραπεύει τους ανθρώπους, ώστε όταν θα δουν τον Θεό, τότε να συμμετάσχουν στην δόξα Του και να ενδοξασθούν μαζί Του και όχι να αισθανθούν την πύρινη φλόγα.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική η Εκκλησία από την αποστολική ακόμη εποχή έχει καθορίσει τα πνευματικά επιτίμια, που επιβάλλονται από τους Πνευματικούς Πατέρας κατά την ιερά Εξομολόγηση και από τους Επισκόπους και την Σύνοδο των Επισκόπων, για γνωστά και δημόσια αμαρτήματα. Τα πνευματικά επιτίμια στην πραγματικότητα είναι φάρμακα για να θεραπευθούν οι άρρωστοι πνευματικά άνθρωποι, ώστε να συναντήσουν τον Χριστό ως θεραπευμένοι και όχι ως αθεράπευτοι. Αυτό θα έχη συνέπεια στο αιώνιο μέλλον τους. Έτσι, τα επιτίμια δεν είναι νομικές ποινές, δεν δίνονται με την νομική και δικανική αντίληψη, αλλά είναι φάρμακα, που δίδονται για την θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας.
Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε ένα θέμα που αντιμετώπισε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην εποχή του και θα εντοπισθή ποια είναι η έννοια των πνευματικών επιτιμίων στην Εκκλησία και ποια είναι η πνευματική ευθύνη των ανθρώπων εκείνων που δεν τα αποδέχονται στην πράξη.

2. Ο ιερός Χρυσόστομος για τα πνευματικά επιτίμια
Αφορμή για να πη ο ιερός Χρυσόστομος τα όσα θα δούμε ήταν η νοοτροπία των Χριστιανών της εποχής του να συνδέουν τον θάνατο των αγαπημένων τους προσώπων με τους θρήνους, τους κοπετούς και τα μοιρολόγια, σύμφωνα με την ειδωλολατρική συνήθεια. Από την μια μεριά μερικοί Χριστιανοί τελούσαν την εξόδιο ακολουθία, που έχει καθορίσει η Εκκλησία για τους κεκοιμημένους, και από την άλλη ακολουθούσαν και τις ειδωλολατρικές συνήθειες, πληρώνοντας ειδικές γυναίκες για να κλαίνε τους νεκρούς τους.
Σε ομιλία του ο ιερός Χρυσόστομος κατηγορεί αυτήν την συνήθεια και υπογραμμίζει ότι αυτή η νοοτροπία δεν αρμόζει στους Χριστιανούς. Μεταξύ των άλλων τονίζει ότι αν δεν συμμορφωθούν και δεν σταματήσουν αυτήν την ειδωλολατρική συνήθεια, τότε θα εξαναγκασθή να επιβάλη «δεσμά», όπως έχει αυτήν την εξουσία που του δόθηκε από τον Χριστό, ως διάδοχος των αγίων Αποστόλων (Ι. Χρυσοστόμου, έργα 24, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 314 και εξής).
Για την επιβολή των εκκλησιαστικών δεσμών υπάρχει η παραγγελία του Χριστού: «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου. Εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου εάν δε μη ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα η δύο, ίνα επί στόματος δύο μαρτύρων ή τριών σταθή παν ρήμα εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκκλησία εάν δε και της εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης.» (Ματθ. ιη', 15-17). Επίσης, δόθηκε η εξουσία στους Αποστόλους και τους διαδόχους τους να δένουν και να λύνουν τα παραπτώματα των ανθρώπων: «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα αν λύσητε επί της γης έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. ιη', 18).
Τα επιτίμια δεν δίνονται από ανθρώπους, αλλά από τον Ίδιο τον Χριστό. Λέγει ο ιερός Πατήρ. «Ου γαρ άνθρωπός εστιν ο δεσμών, αλλ’ ο Χριστός ο την εξουσίαν ταύτην δεδωκώς και κυρίους ποιών ανθρώπους της τοιαύτης τιμής», σύμφωνα με τον λόγο που παρέθεσε προηγουμένως ότι έχουν την εξουσία να δένουν και να λύνουν τα αμαρτήματα των ανθρώπων. Στην συνέχεια λέγει ότι εμείς ως Επίσκοποι θέλουμε περισσότερο να λύνουμε τα επιτίμια παρά να τα επιβάλλουμε, γιατί «ουδένα γαρ βουλόμεθα είναι δεσμώτην παρ’ ημίν». Τα επιβάλλουμε, όμως, όχι με την θέλησή μας, αλλά από ενδιαφέρον για τους Χριστιανούς. «Ου γαρ εκόντες, ουδέ βουλόμενοι, αλλά μάλλον υμών των δεδεμένων αλγούντες, τα δεσμά περιβάλλομεν» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316-318).
Τα εκκλησιαστικά επιτίμια διαιρούνται στον μικρό αφορισμό, δηλαδή την πρόσκαιρη αποκοπή από την θεία Κοινωνία (ακοινωνησία) και στον μεγάλο αφορισμό, την τελική αποκοπή από την Εκκλησία. Και αυτά τα επιτίμια είναι εκκλησιαστικοί νόμοι, που αποβλέπουν στην θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας «τοις νόμοις παιδεύοντες τοις εκκλησιαστικοίς» (Ένθ. ανωτ. σελ. 314). Είναι καλό να μη πληγώνεται κανείς, αλλά αν πληγωθή είναι χρήσιμο να θέτη επάνω στην πληγή «το φάρμακον». Το καλύτερο είναι να μη χρειασθή κανείς φάρμακο. «Μη γένοιτό τινα των τοιούτων δεηθήναι φαρμάκων» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Όμως είναι απαραίτητο για τους αρρώστους.
Τα επιτίμια επιβάλλονται από τους Αρχιερείς που είναι υπεύθυνοι για την σωτηρία των ποιμνίων τους, Κληρικών και λαϊκών. Εμείς οι Αρχιερείς, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, καίτοι είμαστε «ταλαίπωροι και ουδαμινοί και του καταφρονείσθαι άξιοι», όμως επιβάλλοντας αυτά τα θεραπευτικά επιτίμια, δεν εκδικούμαστε ούτε αμυνόμαστε με οργή, αλλά φροντίζουμε για την σωτηρία των Χριστιανών (Ένθ. ανωτ. σελ. 316). Μέσα σε αυτήν την φροντίδα πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του ότι προτιμά να τον θεωρούν θρασύ, απηνή και αυθάδη, επιβάλλοντας επιτίμια, παρά να τους αφήση να κάνουν αυτά που δεν αρέσουν στον Θεό. Έτσι, με τα επιτίμια-φάρμακα επιδιώκει να τους θεραπεύση (Ένθ. ανωτ. σελ. 318).
Με το πνεύμα αυτό θα πρέπη να αποδεχθή κανείς τα επιτίμια για να ωφεληθή πνευματικά. Γιατί αν κανείς ανέχεται τον φίλο του, ο οποίος τον επικρίνει με αυστηρότερο τρόπο από ό,τι πρέπει, επειδή βλέπει τον σκοπό και την φιλική του διάθεση, πολύ δε περισσότερο πρέπει να ανέχεται τον διδάσκαλο που τον επιπλήττει και αυτό το κάνει όχι από αυθεντία, ούτε ως κοσμικός άρχοντας, «αλλ’ ως εν τάξει κηδεμόνος». Λέγοντας αυτά ο άγιος Ιωάννης επισημαίνει ότι τα λέγει αυτά «υπέρ υμών αλγούντες και κοπτόμενοι» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).
Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που δεν αποδέχονται τα πνευματικά επιτίμια τα οποία επιβάλλονται από τον Επίσκοπο, που είναι διάδοχος των Αγίων Αποστόλων και από την Σύνοδο των Επισκόπων. Πρόκειται για μεγάλη απείθεια και δείχνει ανθρώπους που ούτε τον Θεό φοβούνται ούτε την Εκκλησία σέβονται. Χρησιμοποιεί πολλές εκφράσεις για να δηλώση αυτόν που δεν αποδέχεται τα επιτίμια που του επιβάλλονται για την θεραπεία του. Πρόκειται για αυθάδεια: «Ει δε τις απαυθαδιαζόμενος καταφρονεί…» (Ένθ. ανωτ. σελ. 314), για καταφρόνηση: «ει δε τις καταφρονεί των δεσμών των παρ’ ημών, πάλιν αυτόν ο Χριστός παιδευέτω….» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316), για εντροπή: «αιδέσθητε, παρακαλώ, και εντράπητε» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).
Λέγει ο ιερός Πατήρ ότι οι Κληρικοί θα ευχόμασταν να μην έλθουμε στην ανάγκη να «περιβάλλομεν τα δεσμά», αλλά όταν χρειασθή πρέπει να εκπληρώσουμε το καθήκον. Όμως, εάν ο άνθρωπος διασπάση τα δεσμά μόνος του, δηλαδή εάν δεν τηρήση τα επιτίμια, που του επιβλήθηκαν, τότε «εγώ το εμαυτού πεποίηκα και ανεύθυνός ειμί λοιπόν», αλλά εκείνος που διέρρηξε τα δεσμά θα απολογηθή στον Θεό, ο Οποίος μας έδωσε εντολή να τα επιβάλλουμε (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Όπως το να μη αμαρτάνη κανείς είναι «καλόν», έτσι και το να δέχεται την επιτίμηση είναι «χρήσιμον» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318).
Συνιστά ο ιερός Πατήρ: «φέρωμεν τοίνυν την επίπληξιν, και σπουδάζωμεν το μη αμαρτάνειν, ει δε αμαρτάνομεν, φέρωμεν την επιτίμησιν» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Είναι δε απόλυτος όταν λέγη: «Μηδείς καταφρονείτω των δεσμών των εκκλησιαστικών», γιατί ο «δεσμών» δεν είναι άνθρωπος αλλ’ ο Χριστός (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).
Αυτό το «μηδείς» είναι πολύ χαρακτηριστικό και απόλυτο. Και είναι θρασύτατη και ασεβέστατη η διαγωγή εκείνων που ενώ είναι υπεύθυνοι για εκκλησιαστικές ατοπίες και αμαρτίες που διέπραξαν, αλλά και εκκλησιαστικά παραπτώματα που αναφέρονται στο Σώμα του Χριστού, και η Εκκλησία δια των ποιμένων εξαναγκάζεται να τους επιτιμά, αυτοί καταφρονούν την επιτίμηση και φανερά ή κρυφά παραβαίνουν τα εκκλησιαστικά αυτά επιτίμια. Εκτός των άλλων δείχνουν ότι δεν σέβονται ούτε τον Θεό, ούτε την Εκκλησία, αλλά δεν πιστεύουν και στην κρίση του Θεού, που αργά ή γρήγορα θα έλθη.
Τα ερωτήματα είναι αδυσώπητα: Πώς είναι δυνατόν κανείς να είναι επιτιμημένος από τον Πνευματικό του Πατέρα, τον Επίσκοπο και την Εκκλησία, και θρασύτατα να προσέρχεται να κοινωνή των Αχράντων Μυστηρίων; Δεν φοβούνται τον θάνατο που μας παραμονεύει κάθε στιγμή και ώρα; Δεν υπολογίζουν το αιώνιο μέλλον τους;

3. Η ενδεχόμενη άδικη επιτίμηση
Υπάρχει περίπτωση ο Επίσκοπος και η Σύνοδος να αδικούν κάποιον εν αγνοία τους η έστω και φαινομενικώς άδικα. Και στην περίπτωση αυτή ο επιτιμηθείς δεν πρέπει να περιφρονή την απόφαση του Πνευματικού Πατέρα η του Επισκόπου η της Συνόδου, αλλά αφ' ενός μεν θα πρέπη να αποδέχεται και να τηρή την απόφαση, αφ' ετέρου δε με διάφορες εκκλησιαστικές ενέργειες θα πρέπη να φροντίζη για την ανάκληση του επιτιμίου. Τότε θα έχη ευλογία από τον Θεό, διαφορετικά θα κριθή ως ασεβής και περιφρονητής.
Μέσα στα πλαίσια αυτά κινείται και το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας. Για παράδειγμα ο ιδ’ Κανόνας της Συνόδου της Σαρδικής διαλαμβάνει ότι αυτός που αφορίζεται από το Επίσκοπό του έχει το δικαίωμα να προσφύγη στον Μητροπολίτη της Επαρχίας η αν λείπη εκείνος να προσφύγη στον Μητροπολίτη της πλησιοχώρου Μητροπόλεως, ώστε να εξετασθή η υπόθεσή του προσεκτικά. Όμως, δεν θα πρέπη να παραβή το επιτίμιο και να έλθη σε κοινωνία πριν αποφασισθή από μεγαλύτερο όργανο. «Πριν δε επιμελώς και μετά πίστεως έκαστα εξετασθή, ο μη έχων την κοινωνίαν προ της διαγνώσεως του πράγματος, εαυτώ ουκ οφείλει εκδικείν την κοινωνίαν». Αν δε διαπιστωθή η «υπεροψία» και η «αλαζονεία» του Κληρικού, με το να καταργήση μόνος του το επιτίμιο, τότε οι Επίσκοποι μπορεί να τον επαναφέρουν στην τάξη με πιο πικρότερα και βαρύτερα λόγια. Στο ίδιο θέμα αναφέρονται και οι κη’ και λβ' Αποστολικοί Κανόνες.
Το συμπέρασμα είναι ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχει τάξη και δεν μπορεί κανείς να κινήται αυθαίρετα και αντικανονικά. Η Εκκλησία λέγεται «στρατεία» (Β' Κορ. ι', 4. Α' Τιμ. α',18), είναι ένα στράτευμα, και δεν μπορεί κανείς να αυθαδιάζη, αλλά πρέπει να τηρή το κανονικό και συνοδικό πολίτευμά της. Ακόμη, η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο μέσα στο οποίο οι πνευματικοί ιατροί, με τον φωτισμό του Θεού, χρησιμοποιούν διάφορα φάρμακα για την θεραπεία των αρρώστων μελών της. Οι άρρωστοι πρέπει να δέχωνται αυτήν την ιατρική τέχνη, γιατί διαφορετικά παραμένουν αθεράπευτοι. Όταν κανείς δεν δέχεται την θεραπεία, παραμένει αθεράπευτος και κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα αισθανθή την καυστική ενέργεια της θεότητός Του. Γι’ αυτό η Εκκλησία μερικές φορές εξαναγκάζεται να προβή σε μεγαλύτερη επέμβαση, να κάνη πνευματική εγχείριση-αποκοπή από την εκκλησιαστική Κοινότητα για την σωτηρία του αμαρτήσαντος και αυθαδιάσαντος, αλλά και για την υγεία και των υπολοίπων μελών του σώματός της.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική εξετάζεται το αποστολικό χωρίο: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού.» (Α' Κορ. ε', 4-5). «Και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών» (Α’ Κορ. ε', 13).
Πάντως, ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στις σχισματικές καταστάσεις που παρατηρούνται μέσα στην Εκκλησία και στον τρόπο που εργάζεται κανείς, καταλήγει: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α' Κορ. γ’, 16-17)
πηγή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...