Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2013

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ; ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Μ. ΦΩΤΙΟΥ


ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ;
ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Μ. ΦΩΤΙΟΥ 
 ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ 
Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πρόλογος
    Οι Αρμένιοι είναι ένας ευγενής και ηρωικός λαός που κατέβαλαν μεγάλο τίμημα αγώνων και θυσίας για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα της ιστορικής τους υπάρξεως. Από της πλευράς αυτής οι Έλληνες τους αντιμετωπίζουμε με πολλή συμπάθεια, γιατί νοιώθουμε ότι είμαστε ομοιοπαθείς, ότι ιστορικά και ως προς άλλα στοιχεία και πλευρές της ζωής συγγενεύουμε, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού και αυτοί είναι Χριστιανοί.       
   Υπάρχει όμως και μία άλλη σημαντική πλευρά του ζητήματος που έχει σχέση με την εκκλησιαστική τους ταυτότητα, σύμφωνα με την οποία κατά παράδοση θεωρούμε τους Αρμενίους ως αιρετικούς Μονοφυσίτες. Αυτό στις ημέρες μας, όπου όλα σχετικοποιούνται και αμβλύνονται, και η παράδοση δεν παίζει αποφαστιστικό ρόλο, τείνει να  σκεπασθεί, να ξεχασθεί και να αλλοιωθεί με άλλη θεώρηση, η οποία στα πλαίσια του χριστιανικού Οικουμενισμού μειώνει τις διαφορές μέχρις εξαφανίσεως και μεγαλοποιεί τις ομοιότητες μέχρι γιγαντισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση οι Αρμένιοι είναι κατά πάντα Ορθόδοξοι, όπως και εμείς, και οι διαφορές που μας χωρίζουν είναι ασήμαντες και  έπουσιώδεις. Αυτό αποτελεί και βασική κατευθυντήρια γραμμή του διεξαγομένου Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αντιχαλκηδονίων, στους οποίους ανήκουν οι Αρμένιοι.
       Είναι όμως Ορθόδοξοι οι Αντιχαλκηδόνιοι; Απάντηση στο ερώτημα αυτό προσπαθήσαμε να δώσουμε σε μελέτημά μας που ήδη κυκλοφορεί σ' αυτήν εδώ τη σειρά "Καιρός" των μικρών τευχιδίων με θέμα : «Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών».
       Στο παρόν τευχίδιο ασχολούμαστε ειδικώς με το αν οι Αρμένιοι είναι Ορθόδοξοι με βάση τη διδασκαλία του Μ. Φωτίου. Πρόκειται για εισήγηση που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 1994 στο καθιερωμένο ετήσιο Θεολογικό συνέδριο που οργανώνει η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, το οποίο το έτος αυτό είχε ως γενικό θέμα το πρόσωπο και το έργο του Μ. Φωτίου. Ο τίτλος της εισηγήσεως στο συνέδριο ήταν: «Ο Μ. Φώτιος και η ένωση των Αρμενίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία».
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης 


1.ΊδρυσηκαιοργάνωσητηςΕκκλησίαςτηςΑρμενίας
       Οι Αρμένιοι, κατά την παράδοσή τους, δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από τους αποστόλους Θαδδαίο η Λεβαίο και Βαρθολομαίο, οι οποίοι θεωρούνται ιδρυταί της Αρμενικής Εκκλησίας. Φαίνεται πράγματι ιστορικώς αληθές ότι ο Χριστιανισμός διεδόθη στην Αρμενία κατά τους αποστολικούς ήδη χρόνους, χωρίς να διακοπεί στη συνέχεια η παρουσία του εκεί, μολονότι η διάδοσή του περιορίσθηκε σε μικρό αριθμό κοινοτήτων, χωρίς εμφανή και γνωστή ιστορικά εκκλησιαστική οργάνωση.
      Η περιορισμένη αυτή διάδοση του Χριστιανισμού στην Αρμενία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δικαιολογεί την δράση κατά τον 3ο αιώνα του μεγάλου αγίου των Αρμενίων, του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος εργάσθηκε δραστήρια για τον εκχριστιανισμό των κατοίκων και την οργάνωση της Εκκλησίας με τη βοήθεια Ελλήνων κληρικών, οι οποίοι τον συνόδευσαν, μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο από τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιο, το έτος 302. Στην Καισαρεία είχε καταφύγει ο Γρηγόριος νωρίτερα, όπου έλαβε ελληνική μόρφωση και έγινε Χριστιανός, διασωθείς μόνον αυτός εκ των μελών της οικογενείας του από τη σφαγή των Περσών, οι οποίοι κατέλαβαν την Αρμενία κατά το πρώτο μισό του τρίτου αιώνος και επέβαλαν δια της βίας τον Παρσισμό. Το ιεραποστολικό του έργο στην Αρμενία, όπου επέστρεψε, άρχισε ο Γρηγόριος το 261 μ.Χ., είχε δε τόση επιτυχία ώστε εκέρδισε στην χριστιανική πίστη τον ηγεμόνα της Αρμενίας Τιριδάτη Γ', ο οποίος κατέστησε το 301 τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αρμενίας. Έγινε έτσι η Αρμενία το πρώτο χριστιανικό κράτος, και πήρε σ' αυτό τα πρωτεία από την μεγάλη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία σε λίγα χρόνια κατά θεία ασφαλώς ρύθμιση και παρακίνηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου θα αναγνωρίσει τον διωκόμενο προηγουμένως Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία και θα γίνει το πρώτο και μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία οικουμενικό χριστιανικό κράτος.
       Ο Γρηγόριος έγινε πάντως ο "Φωτιστής" των Αρμενίων, όπως έμεινε γνωστός στην εκκλησιαστική συνείδηση και στην ιστορική μνήμη, συνδέσας την Αρμενική Εκκλησία μέσω της Καισαρείας της Καππαδοκίας, από την οποίαν επί μακρόν εξηρτάτο, με την Ορθόδοξη Ανατολικη Εκκλησία, η οποία απέκτησε κατά τα μέσα του 4ου αιώνος το εκκλησιαστικό της Κέντρο, την Κωνσταντινούπολη, τον ευκλεή της οποίας θρόνο εκόσμησε και υπερέκλεισε ο Μέγας εν σοφοίς και θεολόγοις και πατριάρχαις Φώτιος, το πρόσωπο και το έργο του οποίου προσπαθούμε να φωτίσουμε κατά το παρόν λαμπρό όντως συνέδριο. Η εντύπωση από την επιτυχία του έργου του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστού στην Αρμενία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έκαμε τον Μ. Αθανάσιο να γράψει περί το 318 ότι φαίνεται ο θρίαμβος του Χριστού, από το ότι υπέταξε τους λαούς των απρόσιτων χωρών, όπως της Αρμενίας1.
       Μέχρι της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου (451), οι Αρμένιοι είναι μέλη της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Συμμετέχουν με εκπροσώπους των στις τρεις πρώτες οικουμενικές συνόδους, που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να τις αναγνωρίζουν ως οικουμενικές, και αναπτύσσουν την λατρεία, την θεολογία, τον Μοναχισμό, την διοίκηση κατά ενιαίο προς τις άλλες εκκλησίες τρόπο. Μετά την εκ νέου υποταγή της χώρας τους στους Πέρσες το 428 και την μετατροπή της σε περσική επαρχία ο μεγάλος πατριάρχης τους Σαχάκ (Ισαάκ) ο Μέγας (378-439) ενισχύει τις εσωτερικές αντιδράσεις στην ξενική κατοχή,  τονώνοντας με εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις την αυτοσυνειδησία των Αρμενίων, ιδιαίτερα μάλιστα με την υποστήριξη του Μεσρώπ Μασδότζ στο να δημιουργήσει το αρμενικό αλφάβητο από 36 γράμματα και να θέσει έτσι τις βάσεις για την ανάπτυξη της Αρμενικής Φιλολογίας. Ο Μεσρώπ, ο δημιουργός της εθνικής γλώσσης των Αρμενίων στην οποία μετέφρασε την Αγία Γραφή και τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, με βάση ελληνικά και συριακά πρωτότυπα, έγινε στη συνέχεια καθολικός (πατριάρχης) των Αρμενίων και πέθανε το 440, ένδεκα μόνον χρόνια πριν από την Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αποτελεί το χωριστικό ορόσημο στις σχέσεις των Αρμενίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
2.ΟχωρισμόςαπότηνΟρθόδοξηΚαθολικήΕκκλησία
       Απασχολημένοι οι Αρμένιοι σε πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Περσών ακόμη και κατά την διάρκεια των εργασιών της Δ' Οικουμενικής Συνόδου δεν έλαβαν μέρος στις θεολογικές διεργασίες επί του χριστολογικού ζητήματος ούτε είχαν οι ίδιοι άμεση γνώση των θεολογικών τάσεων και προβληματισμών που οδήγησαν την Σύνοδο να καταδικάσει τον Μονοφυσιτισμό του Ευτυχούς και να επαναλάβει την καταδίκη του Νεστορίου.
       Διεμόρφωσαν την γνώμη, παρασυρθέντες από Σύρους Μονοφυσίτες επισκόπους, ότι η Δ' Οικουμενική Σύνοδος με την καταδίκη του Μονοφυσιτισμού ολίσθησε στον χωριστικό δυοφυσιτισμό του Νεστορίου, που αποτελεί τον αντίποδα του Μονοφυσιτισμού, ενώ και από τον όρο ακόμη της Δ' Οικουμενικής Συνόδου προκύπτει ότι αυτή εβάδισε την μέση και βασιλική οδό, ανάμεσα στην διαιρετική Χριστολογία του Νεστορίου και την συγχυτική του Ευτυχούς, κατοχυρώσασα την ορθόδοξη ενωτική Χριστολογία της εν τω ενί προσώπω του Χριστού υποστατικής ενώσεως των δύο αυτού φύσεων ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως. Απομονώνουν και παρερμηνεύουν την γνωστή φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας «μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη» και πιστεύουν ότι η σύνοδος εγκατέλειψε την διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου και παρασυρθείσα από την νεστοριανίζουσα διδασκαλία του Αγίου Λέοντος, πάπα Ρώμης, ακύρωσε την Γ' Οικουμενική Σύνοδο και επανέφερε τον Νεστοριανισμό, τον οποίο σημειωτέον καταδικάζει η Σύνοδος μαζί με τον Ευτυχιανισμό.
       Είναι πάντως γεγονός ότι ο Μονοφυσιτισμός και η απόρριψη της Δ' Οικουμενικής Συνόδου επεκράτηοαν στην Αρμενία, αφού κατοχυρώθηκαν και με αποφάσεις συνόδων Αρμενίων επισκόπων εις Βαγκαρσαπάτ το 491 και εις Δοβέν το 527 (η το 535 κατ' άλλους), μολονότι υπήρξαν μεταξύ των Αρμενίων και υπέρμαχοι της συνόδου της Χαλκηδόνος, όπως ο Καθολικός Ιωάννης ο Mandakuni (478-490) και μετά από αυτόν άλλοι Καθολικοί, οι οποίοι, σε επανειλημμένες ενωτικές απόπειρες που έγιναν μέχρι την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίσαν την Δ' Οικουμενική σύνοδο και απεκήρυξαν τον Μονοφυσιτισμό. Οι ενωτικές αυτές προσπάθειες, μολονότι δεν οδήγησαν τελικώς στην ένωση των Αρμενίων συνολικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία, συνετέλεσαν πάντως στο να ενταχθούν και να παραμείνουν εντός των κόλπων της Εκκλησίας σημαντικός αριθμός Αρμενίων. Στις ορθόδοξες π.χ. μονές της Παλαιστίνης από τον 6ο αιώνα, εγκαταβιούν πολλοί Αρμένιοι. ο μοναχός Νίκων ο Μαυρορείτης (11ος αιών) παραδίδει ότι ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος επέτρεψε στους Αρμενίους μοναχούς «εν τη των Αρμενίων διαλέκτω ψάλλεσθαι την ακολουθίαν», εκτός από τον τρισάγιο ύμνο, που έπρεπε να ψάλλεται στα ελληνικά, για να αποφευχθεί η πιθανότης προσθήκης της θεοπασχιτικής φράσεως «ο σταυρωθείς δι' ημάς» του Πέτρου Γναφέως. Αρκετοί Αρμένιοι που ζούσαν σε ελληνικά κέντρα δεν ακολούθησαν τον Μονοφυσιτισμό, αλλά έμειναν Ορθόδοξοι ενώ άλλοι επανήλθαν στην Ορθοδοξία όπως ήδη ελέχθη. Όλοι αυτοί ονομάσθηκαν Ελληνοαρμένιοι (Χαϊχουρούμ). Από τους Αρμενίους αυτούς Ορθοδόξους προέρχονται οι αρμενικής καταγωγής αυτοκράτορες, αυτοκράτειρες, στρατηγοί και άλλοι αξιωματούχοι του Βυζαντίου, ως και πολλοί άγιοι της Εκκλησίας. Αρμένιοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι επιζήσαντες μέχρι και των σφαγών του 1915 Χαϊχουρούμ (Αρμενορωμαίοι) είναι Αρμένιοι Χαλκηδονίτες, Αρμένιοι δηλαδή ως προς την καταγωγή και Ρωμαίοι, Ρωμηοί, ως προς την πίστη, ενώ από Έλληνες ιστορικούς διατυπώνεται η άποψη ότι είναι απλώς αρμενόγλωσσοι Έλληνες, ελληνικής δηλαδή καταγωγής Ορθόδοξοι, που μόνον γλωσσικά συνδέονται με τους Αρμενίους, απομεινάρια στρατιωτών του Ξενοφώντος και του Μεγάλου Αλεξάνδρου2
3. ΣταθερήηαντιμετώπισητωνΑρμενίωνωςαιρετικών

       Οι μη Χαλκηδόνιοι Αρμένιοι, οι απορρίπτοντες δηλαδή την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, και μαζί μ' αυτήν και όλες τις επόμενες οικουμενικές συνόδους, αυτονόητα και σταθερά σε όλες τις ιστορικές περιόδους, μετά την απόσχισή τους, εντάσσονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στους Μονοφυσίτες και χαρακτηρίζονται ως αιρετικοί. Την ίδια αντιμετώπισή τους, όπως θα δούμε, βρίσκει κανείς και στον Μέγα Φώτιο, ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να επαναφέρει μεγάλη μερίδα Αρμενίων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι ίδιοι οι Αρμένιοι αναγνωρίζουν τον Μονοφυσιτισμό τους, αντιπαραθέτοντάς τον προς τον Ορθόδοξο Δυοφυσιτισμό, τον οποίο θεωρούν αιρετικό, γιατί τον ταυτίζουν με τον χωριστικό Δυοφυσιτισμό του Νεστορίου3 . Για την σταθερή αντιμετώπιση των Αρμενίων ως αιρετικών ενδεικτικώς μόνον αναφέρουμε τα εξής. Στις κανονικές αποκρίσεις του Ιωάννου, επισκόπου Κίτρους, προς τον αρχιεπίσκοπο Δυρραχίου Κωνσταντίνο Καβάσιλα, ο οποίος περί το τέλος του 12ου αιώνος, ρώτησε «ει έξεστι τοις Αρμενίοις εν αις πόλεσιν οικούσι, κατά πάσαν άδειαν κτίζειν Εκκλησίας, και είτε χρή κωλύεσθαι η εάν αυτούς ποιείν ως βούλονται», περιλαμβάνεται απάντηση, η οποία από τη μία πλευρά φανερώνει το υπερφυλετικό οικουμενικό πνεύμα του Βυζαντίου, από την άλλη όμως δείχνει και την σωτηριολογική, από γνήσια χριστιανική αγάπη προερχόμενη, στάση της αποφυγής αναμείξεως Ορθοδόξων και αιρετικών, ώστε, όπως γράφει το κείμενον, «τω εστενωμένω και αφωρισμένω της τούτων οικήσεως λαμβάνωσιν αίσθησιν ως απόβλητοι δια την κατ' αυτούς αίρεσιν κρίνονται. ετέρου δε, ίνα κατά μικρόν δια το συχνώς ομιλείν τοις Χριστιανοίς, προς μετάθεσιν απαλλάττωνται, ει και μη πάντες, αλλά τινές μεν, όσους δη η σωτηρία ηγάπησε». Η ενδιαφέρουσα αυτή απάντηση στο σύνολό της έχει ως εξής: «Εν ταις Χριστιανών χώραις και πόλεσιν ενδέδοται μεν αρχήθεν οικείν και αλλογλώσσους, και ετεροδόξους, ήγουν Ιουδαίους, Αρμενίους, Ισμαηλίτας, Αγαρηνούς, και λοιπούς τοιούτους.πλήν ουκ αναμίξ μετά των Χριστιανών, αλλά κεχωρισμένως. όθεν και αφορίζονται τόποι εκάστη τούτων φυλή είτε εντός πόλεων, είτε εκτός, ώστε τούτοις έμπεριγράφεσθαι, και μη επέκεινα τούτων τας οικήσεις αυτών εκτείνεσθαι. Επινενόηται δε τούτο τοις πάλαι βασιλεύσιν, ως οίμαι, τριών ένεκεν. ενός μεν, ίνα τω εστενωμένω και αφωρισμένω της τούτων οικήσεως λαμβάνωσιν αίσθησιν, ως απόβλητοι δια την κατ' αυτούς αίρεσιν κρίνονται. ετέρου δε, ίνα κατά μικρόν, δια το συχνώς ομιλείν τοις Χριστιανοίς, προς μετάθεσιν απαλλάττωνται. ει και μη πάντες, αλλά τινές μεν, όσους δη η σωτηρία ηγάπησε. και του τρίτου, ίνα τους καρπούς των επιτηδευμάτων αυτών οι κατά βίον χρήζοντες αυτών αποφέρωνται. Τοίνυν και οι Αρμένιοι, ει εν τόπω, ένθα περιγράφονται, και ναούς κτίζουσι, και τα της αιρέσεως αυτών εκτελούσι, μένουσιν ανεπηρέαστοι. το αυτό γαρ και Ιουδαίοις πρόσεστι, και Ισμαηλίταις, οικούσιν εν πόλεσι χριστιανικαίς. ει δε τους όρους υπερβαίνουσι της αφορισθείσης αυτοίς συνοικήσεως, ου μόνον αυτοί κωλυθήσονται, αλλά και τα οικοδομήματα τούτων, οποία δ' αν και ώσι, καταστραφήσονται. το γαρ ανέτως έχειν και ευπαρρησιάστως εν τοις τοιούτοις, πάλαι απώλεσαν»4.
      Η κρατήσασα αυτή συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί των Αρμενίων ως Μονοφυσιτών αιρετικών φθάνει μέχρι των ημερών μας. Ο γνωστός ιστορικός αρχιμανδίτης Βασίλειος Στεφανίδης στο εγχειρίδιο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αφού διαπιστώνει ότι στη Συρία, όπου κατ' αρχήν είχε επικρατήσει ο Νεστοριανισμός, «την θέσιν του κατέλαβεν η αντίθετος αιρετική διδασκαλία, ο μονοφυσιτισμός»5, εντάσσει σ' αυτόν και την ακραία του έκφραση από τον Ευτυχή, τον οποίο σημειωτέον δεν έχουν δυσκολία να καταδικάσουν οι Αρμένιοι και άλλοι αντιχαλκηδόνιοι, παρασύροντες με αυτό τους Ορθοδόξους σε εσφαλμένες εκτιμήσεις πως τάχα δεν είναι Μονοφυσίτες, αλλά και τον μετριοπαθή του Σεβήρου, τον οποίο τιμούν ως άγιο και διδάσκαλο, παραμένοντες έτσι μετριοπαθείς έστω Μονοφυσίτες. Αρχίζοντας δε την περί Αρμενίων ενότητα ο Στεφανίδης γράφει. «Οι Αρμένιοι, πλήν των μονοφυσιτικών ιδεών, έχουσι και τας επομένας διαφοράς», τις οποίες στη συνέχεια αναφέρει6.
4.Ηνέα,μηΟρθόδοξη,αντιμετώπισητωνΑρμενίωνωςΟρθοδόξων
       Περιέργως από τα τέλη του περασμένου αιώνος άρχισε να προβάλλεται μία θέση άκρως αντίθετη προς την μακραίωνα αυτή, συνοδικώς κατοχυρωμένη και δια πολλών και μεγάλων αγίων, ανάμεσα στους οποίους και ο Μέγας Φώτιος, επιβεβαιωμένη παράδοση της Εκκλησίας, η θέση και η άποψη κατά την οποίαν οι Αρμένιοι κατ' αρχήν, που μας ενδιαφέρουν εδώ, αλλά και οι άλλοι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες, Συροϊακωβίτες, Κόπτες και Αιθίοπες, με τους οποίους είναι ενωμένοι οι Αρμένιοι, δεν είναι Μονοφυσίτες, ούτε αιρετικοί επομένως, αλλά έχουν την ίδια με μας ορθόδοξη πίστη. Ο χωρισμός τους, η απόσχισή τους από την Μία Αγία Καθολική  και Αποστολική Εκκλησία δεν οφείλεται σε θεολογικούς λόγους, σε διαφορές μας δηλαδή στην πίστη. Οφείλεται περισσότερο σε ιστορικούς πολιτικούς λόγους και εν μέρει στην διαφορετική κατανόηση της χριστολογικής ορολογίας7. Φταίει δηλαδή η έναντι των λαών αυτών δυσμενής πολιτική του Βυζαντίου που τους ανάγκασε να χωρισθούν από την ενιαία ορθόδοξη αυτοκρατορία και η αδυναμία των θεολόγων και των δύο πλευρών να ξεπεράσουν τις λέξεις και τους όρους, που τα κατανοούσαν διαφορετικά, και να μείνουν στα πράγματα, στο περιεχόμενο.
       Παρακολουθώντας κανείς αυτές τις εκτιμήσεις εύκολα διαπιστώνει ότι μη θεολογικοί λόγοι κυριαρχούσαν όχι τότε, αλλά τώρα. Τότε η ενότητα στην πίστη, βασική εκκλησιολογική θέση και απαίτηση, είχε υιοθετηθή από το γνήσιο χριστιανικό κράτος, που ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με την Εκκλησία, ως βασική προϋπόθεση για την ενότητα και του κράτους. Τώρα που ο κόσμος διασπάσθηκε σε πάμπολλες κρατικές ενότητες από πολιτική άποψη, που τείνουν παρά ταύτα σε πολιτική ενότητα, η μη θεολογική και απαράδεκτη εκκλησιολογικά άποψη που καλλιεργείται ιδιαίτερα στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών εκτιμά ότι πρέπει και οι εκκλησίες, ακολουθώντας τα κράτη η τον κόσμο θεολογικά, να ενωθούν, όχι εξασφαλίζοντας προηγουμένως την ενότητα στην πίστη και στην αλήθεια (ένωσις εν τη αλήθεια), αλλά διατηρώντας τις διαφορές τους (ένωσις εν τω ψεύδει) αφού κατά την άποψη αυτή, που εκφράσθηκε και εκφράζεται με την γνωστή θεωρία των κλάδων και άλλες νεότερες θεωρίες, καμμία από τις υπάρχουσες εκκλησιές, ούτε η Ορθόδοξη, δεν δικαιούται να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα στη διαδοχή της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που την συναποτελούν ως ενιαίο δένδρο όλες οι διεσπασμένες εκκλησίες, ως κλάδοι αυτού του δένδρου. Ο πιο απλός βέβαια αγρότης που δεν έχει την σοφία των εισηγητών της θεωρίας γνωρίζει πως, όταν ένα κλαδί αποκοπεί από τον κορμό του δένδρου και δεν τρέφεται από τους ίδιους ακριβώς χυμούς που κυκλοφορούν στο δένδρο, ξηραίνεται. Αν, πριν ξεραθεί , φυτευθεί και βλαστήσει, αποτελεί άλλο ξεχωριστό δένδρο, φύεται κοντά στο δένδρο της Εκκλησίας, και δεν ανήκει σ' αυτή, "παραφύεται", και αυτό συμβαίνει με τις αιρέσεις.
       Η αυστηρή και σοβαρή αντιμετώπιση των διαφορών στην πίστη θεωρείται πλέον σήμερα μεσαιωνική στάση και συμπεριφορά, ασυμβίβαστη με την νοοτροπία και τις τάσεις της εποχής μας, γνώρισμα ολίγων φανατικών και ζηλωτών, οι οποίοι με την επιμονή τους στα θέματα πίστεως ζημιώνουν πολύ π.χ. τους αδελφούς Κόπτες της Αιγύπτου, που τους αφήνουν μόνους και απροστάτευτους στην πλημμυρίδα των Ισλαμιστών της Αιγύπτου η αδυνατίζουν μέσα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών την πλευρά των Ορθοδόξων, που θα ήταν πιο ισχυροί, απέναντι των πολυαρίθμων και πανίσχυρων Προτεσταντών, αν προσετίθεντο στους Ορθοδόξους οι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες.
       Εκτός όμως από αυτούς τους έκδηλα μη θεολογικούς λόγους, που προβάλλονται από μία εκκοσμικευμένη και προσαρμοστική θεολογία, υπάρχει στη στάση αυτή ένας απύθμενος θεολογικός εγωισμός, ξένος προς το ορθόδοξο ήθος, προς το ήθος των αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας στηριζόμενοι στην διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων σέβονται την Παράδοση της Εκκλησίας, "επόμενοι δε τοις προ αυτών αγίοις Πατράσι", οι οποίοι αλαθήτως σε οικουμενικές συνόδους διετύπωσαν σε όρους την πίστη, δεν επιχειρούν να άρουν "όρια αιώνια α έθεντο οι Πατέρες" και να καινοτομήσουν σε θέματα πίστεως, όσο σοφοί και φιλόσοφοι και ευφυείς και σπουδασμένοι και αν είναι κατά κόσμον. Θέτουν την σοφία και τη γνώση τους στην υπηρεσία όχι της ανατροπής, αλλά της κατοχυρώσεως της πίστεως, που βρίσκεται έτσι διαχρονικά σε θαυμαστή ενότητα μέσα στη διδασκαλία των συνόδων, αλλά και στη διδασκαλία των Πατέρων. Έχει ορθά παρατηρηθή, ότι υπάρχει τέτοια ενότητα μεταξύ των επτά οικουμενικών συνόδων, που φαίνεται σαν να αποτελούν επτά απλώς συνεδρίες μιας μόνον συνόδου. Κάθε μία ακολουθεί την προηγούμενη, την αλήθεια της οποίας επιβεβαιώνει και συνεχίζει, και όλες μαζί εκφράζουν την αλήθεια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η αποδοχή της θέσεως των Αρμενίων και των άλλων Μονοφυσιτών ότι η Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος ολίσθησε σε Νεστοριανισμό, παρασυρθείσα από τον άγιο Λέοντα, πάπα Ρώμης, προσβάλλει την ενότητα όλων των συνόδων, των προηγουμένων και των επομένων, και παρουσιάζει τους συγχρόνους θεολόγους ικανότερους στο να κατανοήσουν την θεολογική ορολογία των Μονοφυσιτών και να μη την παρεξηγήσουν, όπως την παρεξήγησαν και την θεώρησαν ως αιρετική οι άγιοι Πατέρες των Συνόδων, αλλά και άλλες γιγάντιες και κολοσσιαίες θεολογικές και πατερικές προσωπικότητες, που ασχολήθηκαν με τους Μονοφυσίτες, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, και ο Μέγας Φώτιος, οι οποίοι εκφράζουν και σφραγίζουν σε αδιάκοπη και ενιαία σειρά τη διδασκαλία της Εκκλησίας επί τρεις αιώνες, ως οι επιφανέστεροι θεολόγοι αυτών των αιώνων, ο άγιος Μάξιμος του εβδόμου, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός του ογδόου και ο Μέγας Φώτιος του ενάτου αιώνος. Και αν ακόμη δεν υπολογίσει κανείς την αγιότητα και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που τους ξεχωρίζει αμέσως από τους συνήθως μέσα στην κοσμική τύρβη περισπωμένους συγχρόνους θεολόγους, και μόνον η εκπληκτική τους συγκρότηση και ο ανυπέρβλητος γνωσιολογικός εξοπλισμός, τους καθιστούν γίγαντες ενώπιον των οποίων εμείς πρέπει να αισθανόμαστε ως νάνοι. Δεν εκατάλαβον λοιπόν αυτοί οι γίγαντες την χριστολογική ορολογία των Αντιχαλκηδονίων και τους προσήψαν αδικαιολόγητα την ρετσινιά των αιρετικών, και την καταλαβαίνουμε τώρα εμείς καλύτερα που τους θεωρούμε ομόδοξους και Ορθοδόξους, ώστε να μη χρειάζεται καν θεολογικός διάλογος, αλλά απλή διακήρυξη της ενώσεως;
       Αντιλαμβάνομαι ότι ο προσμετρηθείς για όλες τις εισηγήσεις χρόνος τρέχει και για την δική μου και πρέπει να δούμε πως ο Μέγας Φώτιος αντιμετώπισε τους Αρμενίους. Επειδή όμως από τη μελέτη των σχετικών έργων του προκύπτει σαφέστατα ότι οι θέσεις του αποτελούν εκ βάθρων ανατροπή της πορείας και των πορισμάτων, μέχρι και των πιο μικρών, του διεξαγομένου σήμερα θεολογικού διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ατνιχαλκηδονίων είναι πολύ πιο σπουδαίο αυτό να γίνει κατανοητό, παρά να παρουσιασθεί εν εκτάσει η σχετική διδασκαλία του Μεγάλου Φωτίου, που μπορεί να γίνει και σε μία εκτενέστερη μορφή της εισηγήσεως η σε ανεξάρτητο δημοσίευμα, χωρίς ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα παρουσιασθούν εδώ, έστω και σύντομα, οι βασικές θέσεις του Μεγάλου Φωτίου.
5.ΟσύγχρονοςΘεολογικόςΔιάλογοςμετουςΑντιχαλκηδονίουςανατρέπειτηνΟρθόδοξηΠαράδοση.Δογματικήσύγχυση.
       Είναι απαραίτητο πάντως να λεχθεί ότι η προσπάθεια αποχαρακτηρισμού των Αρμενίων και των  άλλων Αντιχαλκηδονίων ως Μονοφυσιτών αιρετικών και η παρουσίασή των ως κατά πάντα Ορθοδόξων, ενώ αποτελούσε απλώς προσωπική γνώμη ελαχίστων θεολόγων, και ως εκ τούτου δεν ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητική, στις ημέρες μας αποτελεί βασική γραμμή πάνω στην οποία πορεύεται ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους Μονοφυσίτες, ο οποίος συναντά λόγω αυτής του της πορείας την δικαιολογημένη αντίδραση μερικών αυτοκέφαλων εκκλησιών, του Αγίου Όρους και μεμονωμένων θεολόγων. Οι Αντιχαλκηδόνιοι χωρίς να εγκαταλείψουν τιςδύοβασικέςτουςθέσεις,τηναπόρριψητηςΔ'ενΧαλκηδόνιΟικουμενικήςΣυνόδουκαιτηνμηαρίθμησητωνδύοφύσεωντουΧριστούμετάτηνένωση, που αρκούν για να θεωρούνται ως Μονοφυσίτες αιρετικοί, κατόρθωσαν προβάλλοντας ασθενέστατα θεολογικά επιχειρήματα, τα οποία κονιορτοποιεί ο Μ. Φώτιος, να οδηγήσουν τα ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής του Διαλόγου στη θέση ότι οι δύο εκκλησίες έχουν κληρονομήσει την ίδια αποστολική πίστη και παράδοση και ότι αποτελούν δύο οικογένειες Ορθοδόξων Εκκλησιών. Σχετικά μάλιστα με το όνομα των Αντιχαλκηδονίων, που αποτέλεσε θέμα συζητήσεως στον Διάλογο, με την επιμονή τους οι Αντιχαλκηδόνιοι επέτυχαν να μην ονομάζονται πλέον Μονοφυσιτικές Εκκλησίες η Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες, αλλά σε πρώτη φάση δέχθηκαν να ονομάζονται Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Εζήτησαν κατόπιν να ονομάζονται απλώς Ορθόδοξες Εκκλησίες. δεν δέχθηκαν συμβιβαστική πρόταση των Ορθοδόξων να ονομάζονται Ανατολικές Ορθόδοξες μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες, ζήτησαν την απάλειψη του μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες και ονομάζονται τώρα στο Διάλογο Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, επιβεβαιουμένης έτσι δια του ονόματος της ανυπάρκτου εν τοις πράγμασι Ορθοδοξίας των. Οι διεργασίες αυτές στα πλαίσια του Θεολογικού Διαλόγου είχαν και έχουν σαν συνέπεια να δημιουργηθεί όντως το κοινώς λεγόμενο comfusio, σύγχυση αληθινή, κατά την συγχυτική των Αντιχαλκηδονίων Χριστολογία. Τα ονόματα Ορθοδοξία και Ορθόδοξος δεν χαρακτηρίζουν πλέον μόνον τις κατά παράδοση Ορθόδοξες Εκκλησίες, τις ενωμένες απολύτως στην πίστη, την λατρεία και την διοίκηση, που έχουν επί κεφαλής ως πρώτον τη τιμή τον οικουμενικό της Κων/πόλεως θρόνο, αλλά και τους Μονοφυσίτες Αντιχαλκηδονίους. Έτσι μέσα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ταυτιζόμαστε οι Ορθόδοξοι με τους Μονοφυσίτες και ονομαζόμαστε όλοι από κοινού Ορθόδοξοι, συμμετέχοντας σε κοινές "διορθόδοξες" επιτροπές. Το πιο δυσάρεστο όμως είναι, μετά από αυτήν την άμβλυνση, να συγκροτούμε και μόνοι μας διορθόδοξες επιτροπές και να συντάσσουμε κοινά κείμενα με τους Μονοφυσίτες ως κείμενα των Ορθοδόξων.
       Μέσα λοιπόν σ' αυτήν την σύγχυση, που δημιουργήθηκε και από τις σχετικές μελέτες μερικών θεολόγων, και από τις θεολογικές διεργασίες στα πλαίσια του Διαλόγου, δεν είναι καθόλου περίεργο το ότι όλα αυτά έχουν περάσει και στη θεολογική έρευνα και διδασκαλία στις θεολογικές μας Σχολές αλλά και στη γενικώτερη έναντι των Μονοφυσιτών στάση μας. Είναι π.χ. άξιο παρατηρήσεως ότι, ενώ οι Σχολές μας δεν χορηγούν διδακτορικό δίπλωμα ούτε σε Ρωμαιοκαθολικούς ούτε σε Προτεστάντες η άλλους ετεροδόξους, χορήγησαν όμως σε Κόπτες Θεολόγους. Σε μελέτες καθηγητών γράφεται ότι οι Μονοφυσίτες της Αιγύπτου δεν είναι αιρετικοί αλλά σχισματικοί, με επίκληση μάλιστα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού του οποίου παρερμηνεύεται η διδασκαλία8.
       Στα ίδια πλαίσια προσεγγίσεως προς τους Μονοφυσίτες, τοποθετείται και η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Τόμος της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου δεν είναι επηρεασμένος από την διδασκαλία του αγίου Λέοντος Ρώμης, τον οποίο οι Μονοφυσίτες θεωρούν νεστοριανίζοντα, αλλά από τη διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, σαν να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον άγιο Λέοντα και στον Άγιο Κύριλλο9.
6. ΟιΑρμένιοιείναιαιρετικοί.Ηαποκήρυξητηςπλάνης καιηεπιστροφήείναιημόνηδυνατότηςγιατηνένωση.
       Ευτυχώς όμως που απέναντι σ' αυτή τη σύγχυση υπάρχει η σαφέστατη και διαυγής διδασκαλία των αγίων Πατέρων, η οποία τελικώς θα ισχύσει ως κριτήριο και ως γνώμων.
       Υπάρχουν το έργο και η διδασκαλία του Μ. Φωτίου που σχετίζονται με το θέμα των Αρμενίων, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς και δεν γονιμοποίησαν ακόμη την σύγχρονη θεολογική σκέψη, γιατί παραμένουν άγνωστα.
       Ο Μ. Φώτιος είναι πράγματι μεγάλη προφητική φυσιογνωμία, που στάλθηκε από το Θεό σε δύσκολους για την Εκκλησία καιρούς, όταν ο παπικός απολυταρχισμός, στηριζόμενος στην ανερχόμενη πολιτική δύναμη των Φράγκων ηγεμόνων, επεδίωξε, καταργώντας το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας και ανακηρυσσόμενος σε αυτάρκη και αλάθητο θεσμό σε θέματα πίστεως, να επέμβει αφ' ενός στα όρια δικαιοδοσίας των αυτοκέφαλων εκκλησιών, όπως έγινε με την περίπτωση της Βουλγαρίας, και συγχρόνως να αμφισβητήσει το κύρος παραδεδομένων δογμάτων, καινοτομώντας σε θέματα πίστεως.
       Είναι γνωστή η αντίδραση του Μ. Φωτίου, ο οποίος, αγνοώντας τους πολιτικούς συσχετισμούς, με καθαρώς θεολογικά κριτήρια, αγωνίσθηκε για την καθαρότητα της πίστεως και τη διατήρηση του αποστολοπαραδότου συνοδικού συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας, ενώ συγχρόνως με το άριστα σχεδιασμένο ιεραποστολικό του έργο δυναμικά διέδωσε το κήρυγμα του Ευαγγελίου στους σλαβικούς λαούς διευρύνοτας γεωγραφικά και ενισχύοντας με νέους πληθυσμούς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο δυναμικός αυτός σχεδιασμός, ως ποιμαντική ασφαλώς ευθύνη για την σωτηρία των ανθρώπων μέσα στην Εκκλησία, περιέλαβε, εκτός από τους απίστους και αλλοθρήσκους, και τους αιρετικούς, οι οποίοι κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας που την προβάλλει ο Μ. Φώτιος, αν δεν επιστρέψουν στην Εκκλησία και μείνουν στην αίρεση, χάνουν την σωτηρία τους. Η ποιμαντική επομένως ευαισθησία της Εκκλησίας για την σωτηρία των εκτός αυτής ανθρώπων, δεν εξαντλείται στο ιεραποστολικό προς τους αλλοθρήσκους έργο, αλλά επεκτείνεται και προς τους αιρετικούς. Η διπλή αυτή διάσταση, έκδηλη στο έργο και στη διδασκαλία του Μ. Φωτίου, έχει εκλείψει στις ημέρες μας, γιατί έχουν καταργηθή τα όρια μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, και οι θεωρούμενοι προηγουμένως ως αιρετικοί αποτελούν "εκκλησίες", και "αδελφές" μάλιστα "εκκλησίες", οπότε η ένωση δεν θεωρείται ως επιστροφή τους στην Εκκλησία, αλλ' ως ένωση των εκκλησιών, όπως έχει καθιερωθή κακώς να λέγεται από όλους μας, γιατί με τον τρόπο αυτό εκκλησιαστικοποιούμε τις αιρέσεις και τις εξισώνουμε ως εκκλησίες με την Εκκλησία.
       Έχει πράγματι καταγραφή από την ιστορία και προκύπτει από μαρτυρίες του ιδίου του Μ. Φωτίου και άλλων συγγραφέων μία κατ' αρχήν επιτυχής προσπάθεια επιστροφής των Αρμενίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά την διάρκεια της πρώτης πατριαρχίας του ο Φώτιος έστειλε επιστολές στον ηγεμόνα των Αρμενίων Ασούτ και στον καθολικό τους Ζαχαρία, τις οποίες εκόμισε ο μητροπολίτης Νίκης Ιωάννης. Στις επιστολές αυτές, που σώθηκαν Αρμενιστί και σε λατινική μετάφραση, επρότεινε την ένωσή τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε σύνοδο Αρμενίων επισκόπων που έγινε στην πόλη Άντ το 864 αναγνώρισαν οι Αρμένιοι την Δ' Οικουμενική Σύνοδο και απεκήρυξαν τον Μονοφυσιτισμό10.
       Ο άγιος Φώτιος αναφέρεται σ' αυτήν την επιστροφή των Αρμενίων στην γνωστή Εγκύκλιο Επιστολή προς τους πατριάρχας της Ανατολής, στην οποία καταγγέλλει τις επεμβάσεις του πάπα στη Βουλγαρία και την αθέμιτη προσθήκη του filioque στο σύμβολο της πίστεως. Ο λόγος αυτής της αναφοράς στη συνάφεια του κειμένου οφείλεται στο ότι θέλει να δείξει ότι η Εκκλησία μετά την καταδίκη των παλαιών αιρέσεων διερχόταν περίοδο ειρήνης και πνευματικής καρποφορίας. Με κέντρο μάλιστα την Κωνσταντινούπολη, από την οποία αναβλύζουν οι πηγές της Ορθοδοξίας, αρδεύονταν οι ψυχές σ' όλην την οικουμένη, και μάλιστα εκεί όπου είχε επικρατήσει ξηρασία και ανομβρία και είχαν μεταβληθή οι χώρες, όπου είχαν επικρατήσει οι αιρέσεις, σε έρημες και άγονες περιοχές, όπως συνέβη με τους Αρμενίους. Το ενδιαφέρον αυτό κείμενο αρκεί μόνο του να δείξει, ότι ο Μ. Φώτιος θεωρεί τους Αρμενίους ως δυσσεβείς αιρετικούς, που παρασύρθηκαν στην αίρεση από τους Ιακωβίτες, από την εποχή της Δ' εν Χαλκηδόνι Συνόδου, ευρίσκονται από τότε σε πλάνη και δεν είναι Ορθόδοξοι. η μόνη δυνατότης να ενωθούν με την Εκκλησία είναι να αποκηρύξουν την πλάνη και να αναθεματίσουν όλους τους πάτρωνες και διδασκάλους τους, ακραίους και μετριοπαθείς: «Και γαρ οι την Αρμενίαν οικούντες τω των Ιακωβιτών ενισχυμένοι δυσσεβήματι και προς το ορθόν της ευσεβείας απαυθαδιαζόμενοι κήρυγμα, αφ' ούπερ η πολυάνθρωπος εκείνη και αγία των πατέρων ημών κατά Καλχηδόνα συνεκροτήθη σύνοδος, των υμετέρων ευχών ημίν επαμυνόντων, την μακράν εκείνην πλάνην αποθέσθαι ενεδυναμώθησαν. και λατρεύει σήμερον καθαρώς και ορθοδόξως η των Αρμενίων λήξις την Χριστιανών λατρείαν, Ευτυχή και Σεβήρον και Διόσκορον και τους κατά της ευσεβείας πετροβόλους Πέτρους και τον Αλικαρνασέα Ιουλιανόν και πάσαν αυτών την πολύσπορον διασποράν, ως η καθολική εκκλησία, μυσαττομένη και δεσμοίς αλύτοις του αναθέματος υποβάλλουσα»11.
       Η ένωση αυτή των Αρμενίων δεν κράτησε φαίνεται για πολύ.  Η καθαίρεση του Μ. Φωτίου από τον πατριαρχικό θρόνο δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση και εμπέδωση αυτής της προσπάθειας. Αυτό προκύπτει από μαρτυρία του πατριάρχου Νικολάου Μυστικού, ο οποίος επαναλαμβάνει μετά από πενήντα χρόνια περίπου, το 918 - 920, την προσπάθεια. Γράφοντας δε προς τον Αρμένιο άρχοντα αναφέρεται στον πατριάρχη Φώτιο και στην αποτυχούσα προσπάθειά του, που την αποδίδει εις "τας των πραγμάτων περιπέτειας": "Περί ου και τω ημετέρω πατρί, φαμέν δη Φωτίω τω αγιωτάτω πατριάρχη, ου μικρός αγών καταβέβληται τούτο μεν λόγοις, τούτο δε και αποστολή ανδρών, ει και των πραγμάτων αι περιπέτειαι επί το τέλος ελθείν την σπουδήν απεκώλυσαν"12. Την ίδια περίοδο και ο Αρέθας Καισαρείας, απαντώντας σε επιστολή των Αρμενίων, λέγει ότι πολλοί μεγάλοι και επιφανείς άνδρες έγραψαν υπέρ της ευσέβειας και με τους αγώνες τους καθιστούν υπευθύνους τους αντιλέγοντας. Περιλαμβάνει μεταξύ αυτών και τον Μέγα Φώτιο, του οποίου εξαίρει την σοφία την παρρησία, την οργανωτικότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα, αφού παρουσιάζει ότι πολλοί Αρμένιοι επείσθησαν και προσήλθαν στην Εκκλησία. «Μέθ' ων και ο χθες τε και πρώην ιερός μεν το γένος, ιερώτερος δε την σοφίαν, όση τε θεία και όση της κατ' ανθρώπους λογίζεται. Τις ούτος; Ο τοις ουρανίοις αδύτοις τα νυν εγκατοικιζόμενος Φώτιος ος τοις κατά ταύτα εικαιολογούσι των Αρμενίων υμών γενναίω λόγω και θεοφιλεί ψυχής παραστήματι και ανανταγωνίστω γνώμη και διαρκεί σαφώς εφορμήσας είλε μεν των αντιπάλων όσον φιλήκοον, όσον εις σύνεσιν ου παρέσφηλεν, όσον ταις αποθήκαις η τοις σταθμοίς του θεού δίκαιον εναυλίζεσθαι»13.
7.ΑνεκμετάλλευτακαιάγνωστακείμενατουΜ. ΦωτίουκατάτωνΑρμενίων.
       Από τις δύο αυτές μαρτυρίες προκύπτει ότι ο Φώτιος έγραψε η εξεφώνησε λόγους, «τούτο μεν λόγοις τούτο δε και αποστολή ανδρών», και ότι απέναντι στην ασταθή και σε πιθανολογίες στηριζόμενη επιχειρηματολογία των Αρμενίων αντέταξε «γενναίο λόγο», «θεοφιλές παράστημα ψυχής», «ανανταγώνιστο και διαρκή γνώμη». Σώζονται πράγματι ελληνιστί δύο μακρές επιστολές του Φωτίου, οι υπ' αριθμ. 284 και 285 στη νέα έκδοση των επιστολών της Λειψίας από τους Λαούρδα - Westerink. Ιδιαίτερα η πρώτη που επιγράφεται  Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως είναι μακρότατη πραγματεία αποτελούμενη από 3294 στίχους, που όπως παραδέχεται ο Μ. Φώτιος επεξετάθη "πέρα του μετρίου" (3189), γιατί έπρεπε να απαντήσει στο εκτενές γράμμα, "το μακρότερον της Ιλιάδος" (3190), του ηγεμόνος των Αρμενίων Ασωτίου (Ασούτ - Ασώτ), στο οποίο περιέχεται όλη η επιχειρηματολογία των Μονοφυσιτών εναντίον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, "αι εικαιολογίαι" των Αρμενίων, όπως τις χαρακτηρίζει ο Αρέθας, τις οποίες ανήρεσε ο Μ. Φώτιος.
       Η σπουδαιότης της επιστολιμαίας αυτής πραγματείας είναι μεγίστη. Έχει παρατηρηθή σωστά πως ό,τι είναι για την Πνευματολογία η πραγματεία "Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας" το ίδιο είναι για την Χριστολογία η πραγματεία αυτή "Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως"14. Ενώ όμως η πρώτη είναι πασίγνωστη, σ' αυτήν στηρίζεται όλη η μετά τον Φώτιο γραμματεία για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, έχει δε μελετηθή και αξιολογηθή επανειλημμένως και από την σύγχρονη θεολογική έρευνα, η δεύτερη παραμένει παντελώς σχεδόν άγνωστη και αναξιοποίητη. Το σημαντικώτερο μάλιστα είναι ότι όλα τα επιχειρήματα και οι θέσεις που προβάλλονται και σήμερα απαράλλακτα στον Θεολογικό Διάλογο από τους Αντιχαλκηδονίους, ενώπιον των οποίων οι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, εντός και εκτός του Διαλόγου, αίσθάνονται τουλάχιστον αμήχανοι και συγκαταβατικοί, αντιμετωπίζονται με την ίδια μέθοδο, δύναμη και πειθώ που γνωρίζομε από το κλασικό Περί Αγίου Πνεύματος έργο του Μ. Φωτίου. Είναι φυσικά αδύνατο να γίνει εδώ η θεολογική ανάλυση και παρουσίαση του μοναδικού όντως αυτού για την Χριστολογία έργου. Λόγω όμως της μεγάλης του σπουδαιότητος και της όχι ευτυχούς τροπής που πήρε ο Θεολογικός Διάλογος είναι επείγουσα αναγκαιότης το έργο αυτό να εκδοθεί σε μετάφραση με θεολογική εισαγωγή και κατάλληλο θεολογικό σχολιασμό, ώστε να αξιοποιηθεί από την σύγχρονη θεολογική έρευνα και να συμβάλει ουσιαστικά από πλευράς Ορθοδόξου στον διεξαγόμενο Διάλογο. Και μολονότι όλοι βαρυνόμεθα με πολλές άλλες ασχολίες και έχομε βαρύ φόρτο στους ώμους μας, ελπίζω με τη Χάρη του Θεού να μπορέσω να ανταποκριθώ σ' αυτό το έργο.
       Η άλλη επιστολιμαία πραγματεία, που επιγράφεται "Επιστολή προς Αρμενίους" υπ' αριθμ. 285 στη νέα έκδοση της Λειψίας, είναι πολύ μικρότερη σε έκταση, αποτελείται από 479 στίχους.συμπληρώνει όμως με νέες θέσεις την διδασκαλία του Μ. Φωτίου15.
       Πρέπει συναφώς να επισημανθεί ότι η άγνοια αυτών των επιστολών και επομένως και της σχετικής διδασκαλίας του Μ. Φωτίου οφείλεται κυρίως στο ότι οι επιστολές δεν είχαν περιληφθή στις παλαιότερες εκδόσεις, ούτε και στην P.G. του Μigne. Τις δημοσίευσε το  1971  ο Darrouzes στο REB, απ' όπου τις παρέλαβε και η έκδοση της Λειψίας16.
Επίλογος
       Οι Αρμένιοι είναι ευγενής και συμπαθής λαός. Συμπορεύθηκαν με τους Έλληνες σε δύσκολους καιρούς, αντιμετώπισαν την ίδια σκληρότητα από ξενικές κατακτήσεις μέχρι των τελευταίων επονειδίστων σφαγών στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνος μας. Πενήντα χιλιάδες πρόσφυγες Αρμένιοι μαζί με τους ομοεθνείς μας πρόσφυγες της Μικρασίας και του Πόντου βρήκαν θαλπωρή και καταφύγιο στη χώρα μας, όπου ζουν με εντιμότητα, εργατικότητα και προκοπή. Φιλικώτατα τους αντιμετωπίζει σε ανθρώπινο επίπεδο και κοσμικό ο Μ. Φώτιος. Επανειλημμένως αποκαλεί τον Ασώτιο φίλο και συγγενή. Επισημαίνει όμως ότι τα θέματα της πίστεως και της αληθείας κινούνται σε άλλη διάσταση, όχι στο χώρο των πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων, αλλά στο χώρο της αιωνιότητος, την είσοδο στην οποία εγγυώνται όχι το σχίσμα και η αίρεσις, αλλά η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Του γράφει. «Μη σοί γένοιτο, τερπνόν φιλίας και συγγενείας αγλάισμα, μήτε σοί μήτε τινί άλλω, όσοις το Χριστού επικαλείται όνομα, μηδαμώς κατά το εκείθεν κριτήριον εις τοιαύτην υποβληθήναι και τηλικαύτην εξέτασιν και τότε μεταμανθάνειν την αλήθειαν, ότε πλέον ουδέν του πικρότερον κολάζεσθαι περιγίνεται»17.
       Αυτήν την άλλη πραγματικότητα, την άλλη διάσταση της αληθείας, είχαν πάντοτε ως κριτήριο οι  Άγιοι, και ο Μ. Φώτιος, γι' αυτό ήσαν ανυποχώρητοι σε θέματα πίστεως και αληθείας.


  • 1. Βλ. Μ. Αθανασίου, Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου P.G. 25,188.
  • 2. Βλ. Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, απ' αρχής μέχρι σήμερον, Αθήναι 1959, σελ. 243. Χ.Μ. Μπαρτικιάν, Ελληνισμός και Αρμενία,  Αθήναι 1991, σελ. 63-65.
  • 3. Βλ. π.χ. Χ.Μ. Μπαρτικιάν, αυτόθι, σελ. 61: «Η στάση των βυζαντινών αρχών έναντι των Αρμενίων του Βυζαντίου δεν ήταν μονοειδής. Αυτή εξηρτάτο από την ομολογία πίστεως των Αρμενίων. Η συμπεριφορά των Βυζαντινών έναντι των μονοφυσιτών Αρμενίων και των ασπαθέντων τον διφυσιτισμό ήταν τελείως διαφορετική. Οι μονοφυσίτες Αρμένιοι, που παρουσίαζαν την απόλυτη πλειοψηφία των Αρμενίων του κράτους, αποτελούντες κοινότητες, έμεναν παραγκωνισμένοι εν αντιθέσει με τους Αρμενίους Χαλκηδονίτες, οι οποίοι όντες ομόδοξοι των Ελλήνων, απολάμβαναν όλων των δικαιωμάτων των Ρωμαίων πολιτών».
  • 4. Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κα­νόνων, Αθήναι 1855, τόμ. 5, σελ. 415.
  • 5. Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδου, ένθ' ανωτ., σελ. 220.
  • 6. Αυτόθι, σελ. 413.
  • 7. Αυτήν την άποψη απηχεί και το εκτενές για την "Αρμενία" άρθρο της Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας, ( τόμ.3, στ. 167-195) του Αθ. Αρβανίτη, ο οποίος αναφερόμενος στη δογματική διδασκαλία της Αρμενικής Εκκλησίας δικαιολογεί την δυσφορία των Αρμενίων, όταν χαρακτηρίζονται ως Ευτυχιανοί και Μονοφυσίτες, αποδίδει δε τον χωρισμό τους ίσως και εις λόγους εξωτερικής πολιτικής, παρά δογματικής διδασκαλίας: «Το ατύχημα δι' αυτήν είναι κατά βάθος η άρνησις να αποδεχθή την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον ως Δ' Οικουμενικήν, γεγονός το οποίον προεκάλεσε και την απόσχισίν της εκ της καθόλου Εκκλησίας. Τούτο οφείλεται, ως εσημειώθη εν τω οικείω τμήματι, ως επί το πολύ, εις το ότι λόγω των πολιτικών ανωμαλιών δεν ηδυνήθη αυτή να λάβη μέρος εις την εν λόγω Σύνοδον. Ίσως δε και λόγω δυσαρεσκείας προς τον Μαρκιανόν και την Πουλχερίαν, τους μη βοηθήσαντας τους Αρμενίους κατά των Περσών, εξαπέλυσε αύτη το κατά της Συνόδου εκείνης ανάθεμα, αφορμωμένη ούτως εκ λόγων εξωτερικής πολιτικής η δογματικής» στ. 191.
  • 8. Ν. Ματσούκα, Ορθοδοξία και αίρεοη, Θεσσαλονίκη 1992, σελ.35-36. Για την αληθή θέση του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού βλ. την ιδική μας μελέτη, Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών, Θεσσαλονίκη 1994.
  • 9. Την τάση αυτή εκπροσωπεί η μελέτη του Γ. Μαρτζέλου, Γένεση και πηγές του Όρου της Χαλκηδόνας. Συμβολή στην ιστορικοδογματική διερεύνηση του Όρου της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Θεσσαλονίκη 1986, της οποίας τελικό συμπέρασμα είναι ότι "ο Όρος της Χαλκηδόνας κατά το δογματικό του περιεχόμενο δεν είναι απλώς σύμφωνος με τη Χριστολογία του Κυρίλλου, αλλά έχει εμφανώς Κυρίλλειο χαρακτήρα", σελ. 221. Σχετικώς βλ. και Β. Φανουργάκη, Ο Κυρίλλειος χαρακτήρας του "Όρου της Χαλκηδόνος στο Διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις Αρχαίες Ανατολικές μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες. Η αντιμετώπιση του θέματος στην εκκλησιαστική γραμματεία, Θεσσαλονίκη 1993.
  • 10. Βλ. σχετικώς Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου Προς Ιερομόναχον Ιερώνυμον κατά Αρμενίων. Η επιστολή αυτή του αοιδίμου σοφού και φωτισμένου Γέροντος Δανιήλ, που καταλέγεται στις μεγάλες αγιορείτικες μορφές των τελευταίων χρόνων δημοσιεύεται στον τόμο ε' της σειράς των απάντων του, ο οποίος φέρει τίτλον Εξ ερήμου Διατυπώσεις, σελ. 49-71. Αναιρεί τις απόψεις του αρχιμανδρίτου Πολυκάρπου Ψωμιάδου, μετέπειτα αρχιερέως, ο οποίος προ εκατό ακριβώς ετών, στα τέλη του περασμένου αιώνος ισχυριζόταν ότι «η Αρμενική Εκκλησία μόνον κατά τα έθιμα και τους τύπους διαφέρει της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και ότι λόγοι ουχί ουσιωδώς δογματικοί απέσπασαν αυτούς αφ' ημών».  Η σχετική επιστολιμαία πραγματεία του Γέροντος Δανιήλ προς τον ιερομόναχον Ιερώνυμον έχει ημερομηνίαν 24 Μαρτίου 1892.
Την πληροφορία για την επιτυχία της προσπάθειας αυτής επιστροφής των Αρμενίων δίδει ο ίδιος ο πατριάρχης Φώτιος στην επιστολή του προς τον ηγεμόνα των Αρμενίων Ασούτ η Ασώτ, επιγραφόμενη Κατά της Θεοπασχιτών. Επιστολή 284, εν Photii Patriarchae Constantinopolitani Epistulae et Amphilochia, τόμ. 3, σελ.4 ε., έκδ. Β. Laourdas - L. Westerink (Bibliotheca Teubneriana). αιρέσεως: «Το μεν ουν την παραίνεσιν ημών πέρας οίον ευχόμεθα λαβείν, ου βεβαίως ελπίζομεν, ει μη με των προλαβόντων άλλων Αρμενίων, ων ου προ πολλού χρόνου η επιστροφή και διόρθωσις, δια της ομοίας παραινέσεως και του μακαριωτάτου Ιωάννου αρχιεπισκόπου Νίκης λαμπρώς τε και ως άριστα προελθούσα, και περί της υμών αρετής φρονείν τα αμείνω προετρέψατο»
  • 11. Επιστολή 2, Εγκύκλιος επιστολή προς τους της Ανατολής αρχιερατικούς θρόνους, αυτόθι τόμ. 1, σελ. 41.
  • 12. Επιστολή 139, Τω άρχοντι των αρχόντων, P.G. 111, 365. R. Jenkins - L. Westerink, Nicholas I, patriarch of Constantinople, Letters, σελ. 49-52.
  • 13. Arethae Archiepiscopi Caesariensis Scripta Minora, έκδ. L. Westerink, τόμ. I, Leipzig 1968, σελ. 52.
  • 14. Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου, «Σχέσεις του αγίου Φωτίου με την αρμενική εκκλησία», Σύναξη, τεύχος 30, Απρίλιος - Ιούνιος 1989, σελ. 28.
  • 15. Β. Laourdas - L. Westerink, ένθ' ανωτ., τόμ. 3, σελ. 98 έ.
  • 16. J. Darrouzes, «Deux lettres inedites de Photius aux Armeniens», REB 29(1971) 137-181.
  • 17. Επιστολή 284, Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως, στίχοι 422-425, ένθ' ανωτ., τόμ. 3, σελ. 15.

ΕίναιοιΑρμένιοιΟρθόδοξοι;ΟιθέσειςτουΜ.Φωτίου.
Σειρά"Καιρός" 
ΘέματαΕκκλ.Επικαιρότητος 
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995
Αναδημοσίευση από το περιοδικό  «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» 
πηγή φωτό απόεδώ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 


πηγή

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν»


«Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι,
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν» 
 
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
(Σεπτέμβριος 490 π.Χ.)

 «Ήταν οι πρώτοι Έλληνες, απ' όσο ξέρω, που επιτέθηκαν τρέχοντας και οι πρώτοι που αντίκρισαν χωρίς φόβο τη Μηδική ενδυμασία και τους άνδρες που τη φορούσαν· γιατί, ως τότε, κανείς Έλληνας δεν άντεχε ούτε ν' ακούσει το όνομα Μήδος χωρίς να νιώσει τρόμο»
ΗΡΟΔΟΤΟΣ

    Η περίοδος της Ελληνικής Ιστορίας μεταξύ 492-479 π.Χ είναι γνωστή ως μια φάση των «Περσικών Πολέμων». Πρόκειται για μία περίοδο διαμάχης μεταξύ των πόλεων-κρατών της Ελλάδας και της πανίσχυρης Περσικής Αυτοκρατορίας Η αιτία των Περσικών Πολέμων ήταν η επεκτατική πολιτική των Περσών. Τους ήταν αδύνατο να επεκταθούν προς τα Ανατολικά (προς την Ινδία), ή πέρα από την Αίγυπτο (λόγω της Λιβικής Ερήμου) ή προς την αφιλόξενη χώρα των Σκύθων (προς τα βόρια). Έτσι η μόνη επιλογή τους ήταν να προχωρήσουν προς τα δυτικά προς την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ελλάδα ήταν το κύριο εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσουν για να επιτύχουν τον αντικειμενικό σκοπό τους και η Αθήνα ήταν ο πιο αποφασιστικός τους αντίπαλος στην Ελλάδα.
Οι Πέρσες χρειάζονταν μόνο μια αφορμή και οι Αθηναίοι τους την έδωσαν το 500 π.Χ όταν οι Ελληνικές πόλεις-κράτη της Μικράς Ασίας που αποτελούσαν τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας επαναστάτησαν κατά των Περσών. Η Αθήνα για να τις βοηθήσει έστειλε 20 πλοία και η μικρή πόλη Ερέτρια της Ευβοίας , 5 πλοία. Οι επαναστάτες είχαν μερικές επιτυχίες αρχικά και πυρπόλησαν τις Σάρδεις την πρωτεύουσα του πέρση σατράπη της Ιωνίας. Γρήγορα όμως ηττήθηκαν από τους Πέρσες. Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος, μαθαίνοντας ότι κάποιες άγνωστες πόλεις-κράτη της Ελλάδας είχαν στείλει βοήθεια στους επαναστάτες, ρώτησε να μάθει ποια ήταν η Αθήνα. Όταν τον ενημέρωσαν γι' αυτούς τους αναιδείς Αθηναίους, θύμωσε τόσο πολύ ώστε έριξε με το τόξο του ένα βέλος στον ουρανό και ορκίστηκε να τους τιμωρήσει. Τόσος ήταν ο θυμός του ώστε κάθε βράδυ έβαζε έναν από τους υπηρέτες του να του λέει: «Δέσποτα, μέμνησον των Αθηναίων!».
Με τον τρόπο αυτό οι Αθηναίοι έδωσαν στον Μεγάλο Βασιλέα την αφορμή που ήθελε για να εισβάλει στην Ελλάδα και να ανοίξει το δρόμο προς την Ευρώπη. Για να εισβάλει στην Ελλάδα ο Δαρείος είχε δυο δρόμους: ένα από τη θάλασσα και ένα από την ξηρά. Κάθε ένας από αυτούς τους δρόμους είχε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Τελικά διάλεξε τον δρόμο από τη θάλασσα και αυτό αποδείχτηκε καταστροφικό. Η πρώτη του εκστρατεία το492π.Χ απέτυχε επειδή μια θύελλα, «που έστειλαν οι Θεοί του Ολύμπου» κατάστρεψε το στόλο του. Δυο χρόνια αργότερα επιχείρησε για δεύτερη φορά να κινηθεί και πάλι από τη θάλασσα αλλά από νοτιότερο θαλάσσιο δρομολόγιο. Η εκστρατεία αυτή κατάληξε στη μάχη του Μαραθώνα.
Μετά την αποτυχία της εκστρατείας του 492 π.Χ ο Δαρείος διέταξε να αρχίσουν νέες προετοιμασίες και σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής έστειλε κήρυκες στους Έλληνες για να ζητήσει «γην και ύδωρ» σαν δείγμα υποταγής. Πολλές από τις πόλεις συμμορφώθηκαν, άλλες όμως όχι με πρώτες την Αθήνα και τη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τόσο προσβλητική την απαίτηση των Περσών ώστε έριξαν τους κήρυκες στο βάραθρο της Ακρόπολης και καταδίκασαν σε θάνατο τους άτυχους διερμηνείς επειδή «λέρωσαν» την Ελληνική γλώσσα! ΟΙ Σπαρτιάτες έριξαν τους κήρυκες στο πιο κοντινό πηγάδι, για να βρουν άφθονη «γη και ύδωρ»!
Μετά από αυτό ο πόλεμος έγινε αναπόφευκτος. Την άνοιξη του 490 π.Χ ο Περσικός στρατός και στόλος ήταν έτοιμος. Επικεφαλής ήταν ο Δάτης, ένας Μήδος και ο Αρταφέρνης, ανεψιός του Βασιλέα. Αποστολή τους ήταν υποχρεώσουν όλες τις Ελληνικές πόλεις που δεν είχαν δώσει «γην και ύδωρ» να γίνουν υποτελείς στο Μεγάλο Βασιλέα, αλλά επίσης να καταστρέψουν την Ερέτρια και την Αθήνα και «να φέρουν μπροστά του σκλάβους όλους τους κατοίκους.»
Ο Περσικός στόλος μεταφέροντας μια δύναμη πεζικού και ιππικού και πέρασε στο Αιγαίο και κατά τα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου 490 πΧ. Τα πιο πολλά νησιά που συνάντησε υποτάχθηκαν. Η πολιορκία της Ερέτριας κράτησε έξι ημέρες μέχρι που μερικοί από τους κατοίκους της βοήθησαν τους Πέρσες να περάσουν τα τείχη. Η πόλη καταστράφηκε και οι κάτοικοί της που επέζησαν τη σφαγή που ακολούθησε πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Από την Ερέτρια ο Περσικός στόλος πέρασε στο Μαραθώνα όπου αγκυροβόλησε και αποβίβασε τον στρατό. Το σημείο που έγινε η αποβίβαση βρισκόταν 35 χιλιόμετρα περίπου ΒΑ των Αθηνών. Η δύναμη του Περσικού στρατού πρέπει να ήταν γύρω στις48.000άντρες αν και ο αριθμός αυτός διαφέρει ανάλογα με τον ιστορικούς που περιέγραψαν τη μάχη. Γιατί όμως οι Πέρσες διάλεξαν το Μαραθώνα για να αποβιβαστούν;Υπάρχει μία ιστορία πίσω από αυτή την επιλογή.
Οι Αθηναίοι την εποχή εκείνη είχαν εξορίσει τον Ιππία, γιο του Πεισίστρατου, ο οποίος μαζί με τους εναπομείναντες οπαδούς του στην Αθήνα, ονειρευόταν να αναλάβει πάλι την εξουσία. Ο Ιππίας είχε βρει καταφύγιο στην αυλή του Μεγάλου Βασιλέα και είχε ακολουθήσει τους Πέρσες στην εκστρατεία κατά της Ελλάδας σαν σύμβουλος. Αυτός ήταν που είπε στον Δάτη και τον Αρταφέρνη να αποβιβαστούν στο Μαραθώνα. Το επιχείρημά του ήταν ότι μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα απομάκρυναν τους Αθηναίους από την Αθήνα διευκολύνοντας έτσι την κατάληψη της αρχής από τους οπαδούς του. Φαίνεται επίσης ότι ο Ιππίας είχε στο μυαλό του τη μάχη που έδωσε ο πατέρας του, Πεισίστρατος, με τους πολιτικούς αντιπάλους του στο Μαραθώνα πριν 47 χρόνια. Ο Πεισίστρατος είχε νικήσει και έγινε τύραννος των Αθηναίων. Για να επαναλάβουμε όσα γράφει ο Λϊντελ Χαρτ, αν αυτή ήταν η πρόθεσή της απόβασης στο Μαραθώνα, τότε πέτυχε του σκοπού της γιατί οι Αθηναίοι αποφάσισαν τελικά να σπεύσουν στο Μαραθώνα για να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα. Ήταν όμως σωστή η απόφαση αυτή; Φαίνεται ότι ο Ιππίας δεν γνώριζε καλά τους πατριώτες του, γιατί οι Αθηναίοι θα πήγαιναν εκεί ούτως ή άλλως. Μόλις πληροφορήθηκαν την αποβίβαση των Περσών έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη να ζητήσει βοήθεια και ταυτόχρονα μελέτησαν τους παρακάτω πιθανούς τρόπους ενεργείας για να αντιμετωπίσουν την απειλή:
·Να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στο Μαραθώνα(ο πιο παράτολμος από τους τρεις). 
·Να περιμένουν τους Πέρσες στη διάβαση της Παλλήνης(15 χλμ. ανατολικά της Αθήνας. 
·Να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες μέσα από τα τείχη της Αθήνας(ο χειρότερος από τους τρεις).
Τελικά υιοθετήθηκε η πρώτη λύση λόγω επιμονής του Μιλτιάδη, ενός από τους δέκα Αθηναίους στρατηγούς. Ο Μιλτιάδης έπεισε τους Αθηναίους λέγοντάς τους ότι η εμφάνισή τους στο Μαραθώνα θα αιφνιδίαζε πολύ τους Πέρσες. Φαίνεται ότι το σύστημα επιτήρησης των Αθηναίων ήταν πολύ αποτελεσματικό γιατί εντόπισε αμέσως την αποβίβαση του εχθρού. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο στρατός των Αθηναίων μπορούσε να φτάσει στο Μαραθώνα σε 8 ώρες μέσω της διάβασης της Παλλήνης.
 Ο Αθηναίος αγγελιαφόρος έφτασε στη Σπάρτη μετά από 48 ώρες. Οι Σπαρτιάτες ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν αλλά όχι και να παραβιάσουν το νόμο που τους απαγόρευε να φύγουν από τη Σπάρτη πριν τη γέμιση του φεγγαριού. Έτσι περίμεναν την πανσέληνο και μετά έστειλαν μια δύναμη για να βοηθήσουν τους Αθηναίους. Η δύναμη αυτή έφτασε όταν είχε τελειώσει η μάχη. Όμως οι Αθηναίοι είχαν μια ευχάριστη έκπληξη όταν έφτασαν στο Μαραθώνα: μια δύναμη 1.000 Πλαταιέων ενώθηκαν μαζί τους για να πολεμήσουν κατά των Περσών. Η Αθήνα δεν θα ξέχναγε ποτέ τη γενναία αυτή πράξη των Πλαταιέων.
Εδώ είναι απαραίτητο να αναλύσουμε την οργάνωση, τη διοίκηση, το δόγμα και τον τρόπο που πολεμούσαν οι Αθηναίοι και οι Πέρσες.
Ο Περσικός στρατός αποτελούταν από Πεζικό και εξαιρετικό Ιππικό. Το δόγμα τους ήταν αμυντικό επειδή το κύριο όπλο τους ήταν το τόξο.Η συνήθης τακτική τους ήταν να περιμένουν τον εχθρό να έρθει κοντά και μετά να τον «θάψουν» κάτω από ένα σύννεφο βελών.Το 480 π.Χ ο Ξέρξης δεν έκρυψε την πραγματικότητα όταν είπε στο Λεωνίδα στις Θερμοπύλες ότι τα Περσικά βέλη θα έκρυβαν τον ήλιο (για να πάρει την ιστορική απάντηση «Καλύτερα, γιατί θα πολεμήσουμε στη σκιά»!). Ο οπλισμός και η πανοπλία του Περσικού πεζικού το καθιστούσε ακατάλληλο για αγώνα εκ του συστάδην ιδιαίτερα με τους βαριά οπλισμένους Έλληνες οπλίτες. Σε ότι αφορά τη διάταξη μάχης, οι Πέρσες έβαζαν τα καλύτερα τμήματά τους, Πέρσες και Σάκες, στο κέντρο της διάταξης μάχης, ενώ στις πτέρυγες έβαζαν τμήματα από τους υποτελείς τους. Το ιππικό αναπτύσσονταν στα πλευρά έτσι ώστε να μπορεί να τα καλύπτει και να υπερκερά τον αντίπαλο, ανάλογα με την περίπτωση.
Από το άλλο μέρος το δόγμα του Ελληνικού στρατού ήταν επιθετικό. Το κύριο όπλο τους, το μακρύ δόρυ, η βαριά πανοπλία (κράνος, θώρακας, κνημίδες και ασπίδα) και ο σχηματισμός μάχης, η φάλαγγα, ευνοούσαν τη μάχη εκ του συστάδην. Η φάλαγγα είχε ομοιόμορφη διάταξη με βάθος οκτώ στοίχων. Την εποχή εκείνη ο στρατός των Αθηναίων δεν είχε ούτε ιππικό, ούτε τόξα. Οι Αθηναίοι ήταν χωρισμένοι σε δέκα φυλές. Κάθε φυλή έπρεπε να ετοιμάσει για τη μάχη 1.000 οπλίτες και να διορίσει ένα στρατηγό ως επικεφαλής τους. Έτσι ο στρατός των Αθηναίων αποτελούταν από10.000οπλίτες διοικούμενος από 10 στρατηγούς. Στη δύναμη αυτή πρέπει να προστεθούν οι δούλοι και το ελαφρό πεζικό που ήταν οπλισμένο με ακόντια.
 Όταν ο στρατός κινητοποιούνταν για πόλεμο, κάθε ημέρα οριζόταν ένας στρατηγός ως διοικητής όλου του στρατού για την ημέρα εκείνη. Επειδή οι αποφάσεις λαμβάνονταν με ψηφοφορία, για αποφυγή ισοψηφίας η πόλη διόριζε ένα άλλο στρατηγό, που είχε τον τίτλο του Πολέμαρχου, και ο οποίος είχε δικαίωμα ψήφου. Έτσι επειδή οι ψήφοι ήταν έντεκα δεν υπήρχε περίπτωση ισοψηφίας.
Σε ότι αφορά στο πνεύμα των Αθηναίων ο Ηρόδοτος, σύγχρονος ιστορικός και θεωρούμενος πατέρας της ιστορίας γράφει σχετικά: «Ελευθερία και Ισότητα στα κοινά είναι μεγάλα κίνητρα και έτσι εκείνοι που όταν ζούσαν κάτω από το ζυγό του δεσπότη δεν ήταν καλύτεροι πολεμιστές από τους γείτονές τους, μόλις ελευθερώθηκαν έγιναν οι πρώτοι από όλους. Γιατί ο καθένας ένιωθε ότι πολεμώντας για μια ελεύθερη κοινοπολιτεία, πολεμούσε στην πραγματικότητα για τον εαυτό του και ό,τι αναλάμβανε να κάνει ήταν πρόθυμος να το κάνει ολοκληρωτικά.»
Ο Μιλτιάδης, ένας από τους δέκα στρατηγούς, ανήκε σε μία από τις πιο ευγενείς οικογένειες των Αθηνών. Ήταν πλούσιος και πριν 28 χρόνια είχε πάει στη Θράκη ως κυβερνήτης της Χερσονήσου (σημερινά Δαρδανέλια). Εκεί έζησε μέχρι το 494 πΧ. Όταν η Περσική αυτοκρατορία επεκτάθηκε στην περιοχή εκείνη ο Μιλτιάδης υποτάχθηκε στον Μεγάλο Βασιλέα Δαρείο και παρακολούθησε από κοντά τον Περσικό στρατό στις εκστρατείες του εναντίον των Σκυθών. Έτσι είχε μια καλή γνώση της τακτικής που χρησιμοποιούσαν. Στη διάρκεια της παραμονής του στην Χερσόνησο, ο Μιλτιάδης κατέκτησε και έθεσε υπό την κηδεμονία ων Αθηνών τα νησιά Λήμνο και Ίμβρο. Για το λόγο αυτό το γόητρό του στην κοινή γνώμη ήταν υψηλό. Έτσι όταν έγινε γνωστό ότι οι Πέρσες ετοίμαζαν εισβολή εκλέχτηκε σαν ένας από τους δέκα Αθηναίους στρατηγούς. Από τους δέκα στρατηγούς είναι γνωστά τα ονόματα μόνο των πέντε.
Δυο από αυτούς θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο μετά δέκα χρόνια: τα ονόματά τους ήταν Θεμιστοκλής και Αριστείδης. Ο πρώτος θα οδηγούσε τους Έλληνες στην νίκη στηναυμαχία της Σαλαμίνας(480 π.Χ.) και ο δεύτερος τους Αθηναίους στη μάχη των Πλαταιών (479 πΧ). Είναι επίσης γνωστό ότι πολέμαρχος ήταν ο Καλλίμαχος.
Η πεδιάδα του Μαραθώνα έχει σχήμα μισοφέγγαρου με μήκος περίπου 10 χιλιομέτρων και μέγιστο πλάτος τριών χιλιομέτρων στο μέσο της. Η πεδιάδα στενεύει στα άκρα της όπου την εποχή εκείνη υπήρχαν έλη τα οποία κατά την περίοδο της μάχης ήταν πλημμυρισμένα και κατά συνέπεια το έδαφος δεν ήταν κατάλληλο για επιχειρήσεις ιππικού. Οι Πέρσες είχαν βγάλει τα πλοία τους στην ξηρά και είχαν στρατοπεδεύσει σε ομαλό, επίπεδο έδαφος. Αιφνιδιάστηκαν όταν είδαν το στρατό των Αθηναίων να φτάνει στον Μαραθώνα και να στρατοπεδεύει στην κοιλάδα του Αυλώνα. Η θέση που επέλεξαν ήταν απρόσβλητη από επίθεση και είχε πλήρη θέα του Περσικού στρατοπέδου. Έγινε σαφές στους Αθηναίους ότι ο εχθρός δεν σκόπευε να κινηθεί από την ξηρά στην Αθήνα επειδή δεν είχε καταλάβει τις διαβάσεις που οδηγούσαν σε αυτή. Έτσι ο φόβος της προδοσίας έγινε αποφασιστικός παράγοντας για τη διεξαγωγή της μάχης.
Στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε υπήρξε ισοψηφία: πέντε στρατηγοί με πρώτο το Μιλτιάδη προτιμούσαν να επιτεθούν αμέσως, ενώ οι άλλοι πέντε ψήφισαν να επιτεθούν μετά την άφιξη της βοήθειας των Σπαρτιατών. Τότε ήταν που ο Μιλτιάδης, κατά τον Ηρόδοτο, απηύθυνε στον πολέμαρχο Καλλίμαχο, η ψήφος του οποίου θα ήταν αποφασιστική, τα παρακάτω λόγια: «Από εσένα εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, είτε να οδηγήσεις την Αθήνα στην σκλαβιά, είτε να εξασφαλίσεις την ελευθερία της και να αφήσεις στις επερχόμενες γενιές μια ανάμνηση κατά πολύ πιο έντονη από την ανάμνηση εκείνων που έκαναν την Αθήνα δημοκρατία. Γιατί ποτέ από τότε που οι Αθηναίοι έγιναν λαός δεν αντιμετώπισαν ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο όσο σήμερα...». 
Μετά από αυτό το λόγο ο Καλλίμαχος ψήφισε υπέρ της άμεσης μάχης.
Επί οκτώ ημέρες οι δυο στρατοί αντιμετώπιζαν ο ένας των άλλο ακίνητοι.Την ένατη ημέρα οι Πέρσες άρχισαν να επιβιβάζονται στα πλοία. Έγινε φανερό ότι μια καλυπτική δύναμη θα κρατούσε τους Αθηναίους στο Μαραθώνα ενώ ο υπόλοιπος στρατός θα έπλεε προς την Αθήνα για να καταλάβει την ανυπεράσπιστη πόλη. Η κατάσταση απαιτούσε άμεση ενέργεια και ο Μιλτιάδης που εκείνη την ημέρα είχε έρθει η σειρά του να γίνει αρχιστράτηγος, διέταξε το στρατό των 10.000 Αθηναίων και των 1.000 Πλαταιέων να αναπτυχθεί για μάχη. Ο Μιλτιάδης αντιμετώπιζε δυο δύσκολα προβλήματα και για να τα λύσει εφάρμοσε μια νέα τακτική, αποκλίνοντας εντελώς από την πατροπαράδοτη τακτική που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες μέχρι τώρα.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Περσικός στρατός αναπτύσσονταν σε βάθος 30 ανδρών (όπως περιγράφει και ο Ξενοφών στο έργο του «Κύρου Παιδεία»).Έτσι οι 48.000 άνδρες του Περσικού στρατού θα σχημάτιζαν ένα μέτωπο μήκους 1.600 μέτρων.Για να εξισώσει αυτό το μέτωπο ο Μιλτιάδης έπρεπε να αναπτύξει τους άντρες του σε πολύ λεπτή γραμμή. Αν οι 10.000 Αθηναίοι διατάσσονταν σε βάθος 8 ανδρών το μέτωπό τους θα είχε ανάπτυγμα 1.250 μέτρων και έτσι τα πλευρά τους θα ήταν επικίνδυνα ακάλυπτα. Όμως ο Μιλτιάδης γνώριζε από προηγούμενη εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο ανάπτυσσαν οι Πέρσες το στρατό τους για μάχη: στοκέντροέβαζαν τα καλύτερα τμήματά τους (Πέρσες και Σάκες) ενώ στις πτέρυγες το στρατό των υποτακτικών τους.
Παρατήρησε επίσης ότι το Περσικό ιππικό είχε ήδη επιβιβαστεί πράγμα που του έδινε δυο πλεονεκτήματα: πρώτον, δεν απειλούσε τα πλευρά του στρατού των Αθηναίων και δεύτερον, δεν κάλυπτε τα πλευρά του Περσικού στρατού. Αυτές οι παρατηρήσεις τον οδήγησαν να εφαρμόσει μια τελείως νέα τακτική την οποία θα επαναλάμβανε ο Αννίβας μετά τρεις αιώνες στη μάχη των Κανών και οι Γερμανοί στο Τάννεμπεργκ μετά 24 αιώνες.
Ο Μιλτιάδης εξασθένισε σκόπιμα το κέντρο του σχηματίζοντας μια λεπτή γραμμή από δυο Φυλές, τις Φυλές που διοικούνταν από τον Θεμιστοκλή και τον Αριστείδη, με βάθος μόνο τεσσάρων ανδρών (επειδή κάθε Φυλή είχε 1.000 άντρες το μέτωπο στο σημείο αυτό είχε ανάπτυγμα 500 μέτρων). Σε κάθε μια από τις πτέρυγες είχε αναπτύξει από τέσσερις Φυλές με το συνηθισμένο βάθος των 8 ανδρών σχηματίζοντας έτσι μέτωπο 500 μέτρων σε κάθε πλευρό. (Έτσι το συνολικό εύρος του μετώπου ήταν 1.500 μέτρα). Τέλος στο αριστερό του αριστερού πλευρού ανάπτυξε τους Πλαταιείς σε βάθος 8 ανδρών με αποτέλεσμα το εύρος του μετώπου να είναι 1.625 μέτρα. Ο Καλλίμαχος κατέλαβε την τιμητική θέση στη δεξιά πτέρυγα. 
·Ο Περσικός στρατός θα προσπαθούσε να εξοντώσει τους Αθηναίους με βέλη. Το βεληνεκές των τόξων ήταν περίπου 150-200 μέτρα. Κατά συνέπεια η κρίσιμη απόσταση πριν μπορέσουν οι βαριά εξοπλισμένοι Αθηναίοι οπλίτες να εμπλακούν με τους Πέρσες σε αγώνα εκ του συστάδην έπρεπε να καλυφθεί στον συντομότερο δυνατό χρόνο και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν οι οπλίτες κάλυπταν την απόσταση τρέχοντας. Για το λόγο αυτό ο Μιλτιάδης εφάρμοσε την τεχνική της εφόδου. Μόλις η φάλαγγα θα έφτανε στο βεληνεκές των βελών των Περσών θα άρχιζαν να τρέχουν για να διασχίσουν την επικίνδυνη ζώνη όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να πέσουν στους Πέρσες με τη μεγαλύτερη δυνατή ορμή.
 Έτσι το πρωί της 17ης Σεπτεμβρίου 490 πΧ με τέλειο συγχρονισμό ο Μιλτιάδης έδωσε την διαταγή και οι 11.000 Αθηναίοι και Πλαταιείς σχημάτισαν τη φάλαγγα και κινήθηκαν κατά του εχθρού ενώ οι γύρω λόφοι πρέπει να αντηχούσαν από τον ύμνο που ο μεγάλος ποιητής Αισχύλος, που πολέμησε στο Μαραθώνα, μας διέσωσε στην περίφημη τραγωδία «Πέρσες»:
«Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων ο αγών!»
 
Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι «Όταν οι Πέρσες είδαν τους Αθηναίους να κατεβαίνουν χωρίς ιππικό ή τοξότες και με μικρή δύναμη, πίστεψαν ότι ήταν ένας στρατός τρελών που έτρεχε να συναντήσει την καταστροφή του.»
Γρήγορα πήραν διάταξη για να αντιμετωπίσουν τους «τρελούς». Όταν έφτασαν κοντά στην επικίνδυνη ζώνη οι Αθηναίοι εκτόξευσαν την έφοδο. Η σύγκρουση εξελίχθηκε ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει ο Μιλτιάδης.Στο κέντρο οι Φυλές του Αριστείδη και του Θεμιστοκλή υποχώρησανπρος έδαφος που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναδιοργανωθούν και να συνεχίσουν τη μάχη. Στις πτέρυγες οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς έτρεψαν σε φυγή τους αντιπάλους τους. Τότε ο Μιλτιάδης έδωσε την εντολή να αγνοήσουν τον εχθρό που υποχωρούσε και να στραφούν κατά των νώτων των Περσών του κέντρου. Έτσι και έγινε και οι Πέρσες περικυκλωμένοι από τους αντιπάλους τους δεν είχαν καμία τύχη απέναντι στα δόρατα των Ελλήνων με τις κοντές λόγχες , τα κοντά ξίφη και τις πλεχτές ασπίδες που διάθεταν. Πολέμησαν σκληρά αλλά τελικά υπέκυψαν και οι μέχρι τότε αήττητοι Πέρσες γύρισαν τις πλάτες τους και τράπηκαν σε φυγή. Οι Αθηναίοι τους ακολούθησαν μέχρι τα πλοία.
Εκεί έγινε η σκληρότερη μάχη και εκεί υπέστησαν οι Αθηναίοι τις πιο βαριές απώλειες. Εκεί έπεσε ο Κυναίγειρος, ο αδελφός του Αισχύλου, ο ευγενικός και γενναίος πολέμαρχος Καλλίμαχος και πολλοί άλλοι Αθηναίοι. Πολεμώντας σκληρά οι Πέρσες κατόρθωσαν να σώσουν όλα τα πλοία τους εκτός από επτά τα οποία κυρίευσαν οι Αθηναίοι. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν 192 Αθηναίοι νεκροί και ένας άγνωστος αριθμός Πλαταιέων και δούλων, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι οι Αθηναίοι έθαψαν τους νεκρούς σε τρεις τύμβους. Στον ένα έθαψαν τους Αθηναίους πολίτες, στον άλλο τους Πλαταιείς και στον τρίτο τους δούλους.
Ο τύμβος των Αθηναίων σώζεται μέχρι σήμερα. Πιστεύεται ότι ο τύμβος των Πλαταιέων βρίσκεται στους πρόποδες της Πεντέλης. Ο τύμβος των δούλων δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Ανάμεσά τους ήταν ένα μικρό παιδί που σκοτώθηκε από Περσικό βέλος ενώ έδινε νερό στους μαχητές στη διάρκεια της μάχης. Οι Πέρσες έχασαν 6.400 άντρες αλλά μέσα σε αυτούς πρέπει να υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι, γιατί ο Ηρόδοτος λεει ότι όταν ο Μιλτιάδης κατάλαβε ότι ο Περσικός στόλος μπορούσε να πλεύσει στην Αθήνα και να επιτεθεί στην ανυπεράσπιστη πόλη, άφησε τις Φυλές του Αριστείδη και του Θεμιστοκλή που είχαν δοκιμαστεί σκληρά στο κέντρο της φάλαγγας για να φυλάνε τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους και με τον υπόλοιπο στρατό κινήθηκε προς την πόλη.
Είναι επίσης γνωστό ότι όταν η μάχη πλησίαζε στο τέλος της κάποιος που βρισκόταν στην κορφή της Πεντέλης σήκωσε ψηλά μια ασπίδα και έστειλε ένα οπτικό σήμα. Υποτίθεται ότιήταν σήμα προς τους Πέρσες από κάποιο οπαδό του Ιππία ότι η Πόλη ήταν ανυπεράσπιστηή, πιο πιθανό, ότι ήταν κάποιος Αθηναίος ειδικός παρατηρητής που μπορούσε να δει εύκολα από την Πεντέλη την κατεύθυνση του Περσικού στόλου προς την Αθήνα.
Οι Πέρσες αρχηγοί πραγματικά έπλευσαν προς την Αθήνα και έφτασαν στον Φαληρικό όρμο. Εκεί τους περίμενε μια ακόμα έκπληξη: στους μακρινούς λόφους είδαν τις ασπίδες των Αθηναίων να λάμπουν στον ήλιο. Έτσι συγκέντρωσαν το στόλο τους και επέστρεψαν στην Περσία. Το ίδιο βράδυ έφτασε και η βοήθεια από την Σπάρτη. Ζήτησαν την άδεια να επισκεφθούν το πεδίο της μάχης και όταν τους δόθηκε η άδεια εξέφρασαν το θαυμασμό τους για το κατόρθωμα των Αθηναίων.
 Έτσι τελείωσε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Περσίας αλλά ο αγώνας δεν τελείωσε εκεί. Μετά δέκα χρόνια ένας τεράστιος Περσικός στρατός υπό τον ίδιο τον Μεγάλο Βασιλέα Ξέρξη, θα εισέβαλε στην Ελλάδα για να ηττηθεί και αυτός στηΣαλαμίνακαι τις Πλαταιές.

Ήταν η μάχη του Μαραθώνα μία «αποφασιστική» μάχη;
Δυο διακεκριμένη ιστορικοί ο Fuller στο έργο του «Στρατιωτική Ιστορία του Δυτικού Κόσμου» και ο Creasy στο έργο του «Δεκαπέντε Αποφασιστικές Μάχες» εκφράζουν διαφορετικές γνώμες. Σύμφωνα με τον Fuller «η μάχη του Μαραθώνα ήταν μια αξιόλογη μάχη τόσο από την άποψη της στρατηγικής των Περσών που ήταν αξιοθαύμαστη όσο και της τακτικής των Ελλήνων που δεν ήταν λιγότερο αξιοθαύμαστη...
Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στο δικό τους στοιχείο, δηλαδή στην ξηρά και ο Μαραθώνας προίκισε τους νικητές με την πίστη στο πεπρωμένο τους που ήταν να επιζήσουν επί τρεις αιώνες στη διάρκεια των οποίων γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός. Ο Μαραθώνας σηματοδότησε τη γέννηση της Ευρώπης.»
Ο Creasy έρχεται πιο κοντά στην γνώμη των Ελλήνων ότι η μάχη του Μαραθώνα ήταν αποφασιστική για την παγκόσμια ιστορία. Σύμφωνα με τον Creasy «Η μάχη του Μαραθώνα έσπασε για πάντα το μύθο του αήττητου των Περσών που παρέλυε τη διάνοια των λαών. Δημιούργησε στους Έλληνες το πνεύμα που απέκρουσε τον Ξέρξη και μετά οδήγησε τον Ξενοφώντα, τον Αγησίλαο και τον Αλέξανδρο σε τρομερά αντίποινα με τις εκστρατείες τους στην Ασία. Εξασφάλισε για την ανθρωπότητα τον πολιτιστικό θησαυρό των Αθηνών, την ανάπτυξη των ελεύθερων θεσμών, τον φιλελεύθερο διαφωτισμό του δυτικού κόσμου και τη σταδιακή άνοδο για πολλούς αιώνες τις μεγάλες αρχές του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.» Εκείνο που ήταν το πιο σημαντικό από την άποψη των Ελλήνων αναγράφεται στο επίγραμμα που γράφτηκε στον τύμβο των Αθηναίων:
«Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν».
Οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν ότι η ΕΝΟΤΗΤΑ όλων των Ελληνικών Πόλεων-Κρατών ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί η απειλή από τους Πέρσες.
Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από την μάχη του Μαραθώνα, τη μάχη κατά την οποία το θάρρος επιβλήθηκε στους αριθμούς και ο αγώνας εκ του συστάδην τη βολή με τα τόξα;
Το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η μάχη αυτή υπήρξε ο θρίαμβος των ηθικών δυνάμεων έναντι των αριθμών. Οι Αθηναίοι πολίτες που πολεμούσαν στο Μαραθώνα ήξεραν γιατί πολεμούσαν: για τα χωράφια, τις οικογένειες και τα σπίτια τους. Από την άλλη μεριά οι Ασιάτες και Αφρικανοί στρατιώτες, εκτός από τους Πέρσες, δεν ήξεραν γιατί πολεμούσαν και πολλοί από αυτούς απλά έπρεπε να διαλέξουν ποιοι θα τους σκότωναν: οι Αθηναίοι ή οι Πέρσες!
Σε ότι αφορά τις αρχές του πολέμου μπορεί να πούμε ότι οΜιλτιάδηςεφάρμοσε για πρώτη φορά στην ιστορία, χωρίς να έχει αποφοιτήσει από κάποια στρατιωτική ακαδημία, τις εξής:
Επιθετικότητα: Ανέλαβε την πρωτοβουλία και διέταξε την επίθεση κατά των Περσών με μικρότερη αριθμητικά δύναμη, στην κατάλληλη στιγμή.
Οικονομία Δυνάμεων και Συγκέντρωση: Ανάπτυξε τα τμήματά του με τέτοιο τρόπο ώστε να χτυπήσει το πιο αδύνατο σημείο της γραμμής των Περσών με το ισχυρότερο σημείο της δικής του διάταξης. Με άλλα λόγια εφάρμοσε μεγάλη μαχητική ισχύ στο αποφασιστικό σημείο στον κατάλληλο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό έκανε εκείνο που λίγοι στρατηγοί έχουν κάνει: έσπασε ένα «ταμπού» αλλάζοντας μια τακτική που εφαρμοζόταν επί πολλά χρόνια διακινδυνεύοντας ένα «ανάθεμα» στην περίπτωση που θα αποτύγχανε.
Ενότητα Διοικήσεως: Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι οι Αθηναίοι στρατηγοί πρόσφεραν τη σειρά αρχηγίας τους στο Μιλτιάδη, αλλά εκείνο επιτέθηκε την ημέρα που είχε έρθει η δική του σειρά. Έτσι εξασφάλισε ότι όλες οι Φυλές ήταν κάτω από τις διαταγές ενός υπεύθυνου διοικητή.
Αιφνιδιασμός: Πρώτα έπεισε τους Αθηναίους να πάνε στο Μαραθώνα και μετά επιτέθηκε την κρίσιμη στιγμή στους Πέρσες με νέα τακτική με τέτοιο τρόπο ώστε οι Πέρσες πίστεψαν ότι οι Αθηναίοι είχαν τρελαθεί!
Ελιγμός: Στη μάχη του Μαραθώνα ο Μιλτιάδης εφάρμοσε τον ελιγμό της διπλής υπερκέρασης. Δεν έχει σημασία ότι το μέτωπο ήταν μικρό. Έτσι διεξάγονταν οι μάχες εκείνες τις ημέρες. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο θαυμάσιος ελιγμός, που επαναλήφθηκε συχνά από άλλους μεγάλους στρατηγούς, επινοήθηκε και διευθύνθηκε με επιτυχία για πρώτη φορά από τον Μιλτιάδη που δεν είχε προηγούμενη γνώση ή παράδειγμα.
Τελικά θεωρώ σωστό να παραθέσω την γνώμη για τον Μιλτιάδη ενός διακεκριμένου ιστορικού, του Hans Delbruck ο οποίος στο κλασσικό έργο του «Ιστορία της Τέχνης του Πολέμου, Πόλεμος στην Αρχαιότητα» γράφει:
«Η εικόνα του Μιλτιάδη σαν διοικητή στο πεδίο της μάχης στέκεται γιγάντια στα πρώιμα χρονικά της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Βρίσκουμε εδώ την πιο πλήρη και την πιο σπάνια μορφή ηγεσίας που έχει γεννήσει η πολεμική τέχνη μέχρι σήμερα, τον συνδυασμό άμυνας - επίθεσης, στις απλές καλλιτεχνικές γραμμές του πρώτου μεγάλου στρατιωτικού γεγονότος. Τι διορατικότητα στην επιλογή του πεδίου της μάχης, τι αυτοέλεγχος εν αναμονή της εχθρικής επίθεσης, τι εξουσία επί των μαζών, επί ενός στρατού από υπερήφανους, ελεύθερους πολίτες ώστε να μπορέσει να τους συγκρατήσει σταθερά στη θέση που είχε διαλέξει και μετά να τους οδηγήσει σε μια ξέφρενη επίθεση την αποφασιστική στιγμή! Όλα ήταν ρυθμισμένα για τη στιγμή αυτή -ούτε ένα λεπτό νωρίτερα, οπότε οι Αθηναίοι θα έφταναν στον εχθρό ξέπνοοι και αποδιοργανωμένοι, ούτε ένα λεπτό αργότερα, οπότε πολλά από τα βέλη του εχθρού θα είχαν βρει το στόχο τους και ο μεγάλος αριθμός των ανδρών που θα έπεφταν και θα δίσταζαν θα έσπαγε την ορμή της εφόδου, η οποία θα έπρεπε να πέσει σαν χιονοστιβάδα στις γραμμές του εχθρού αν ήθελε να νικήσει. Θα έχουμε ευκαιρία να αναλύσουμε και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις αλλά ποτέ μια μεγαλύτερη από αυτή.»

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ
Ο σπουδαίος νους του Μιλτιάδη κατάφερε να πετύχει μια νίκη έναντι ενός αντιπάλου συντριπτικά υπερτέρου, εφαρμόζοντας καινότροπη στρατηγική και τακτική. Αξιοποίησε στο έπακρο τα πλεονεκτήματα του δικού του στρατού και ταυτόχρονα μείωσε τα πλεονεκτήματα του αντιπάλου. 
 Ο εχθρικός στρατός, που είχε αποβιβαστεί στην πεδιάδα του Μαραθώνος, περιλάμβανε πεζικό αξιόμαχο, κατά πολύ υπέρτερο σε αριθμό του αθηναϊκού. Στην τακτική ο στρατός αυτός υστερούσε από την τακτική της αθηναϊκής φάλαγγος των οπλιτών και ο οπλισμός του για τον εκ συστάδην αγώνα ήταν κατώτερος του αντίστοιχου Ελληνικού. Αντίθετα υπερτερούσε στο κεφάλαιο του οπλισμού, καθώς διέθετε ισχυρό εκηβόλο όπλο, το τόξο, και ήταν έτσι σε θέση να πλήττει τον αντίπαλο από αρκετή απόσταση, μέχρι και 150 μέτρων περίπου και να του προκαλεί σοβαρές ζημιές πριν αρχίσει η σύγκρουση εκ του συστάδην. Εξ άλλου ο περσικός στρατός υπερείχε συντριπτικά στο ιππικό( δύναμη 1000-3000 ιππέων, ο Κορνήλιος Νέπως αναφέρει 10.000), όπλο δυσκαταμάχητο για την φάλαγγα των οπλιτών σε ανοικτό πεδίο. Διέθετε ακόμη ο περσικός στρατός τη φήμη του πανίσχυρου και αήττητου. Και τέλος μόλις είχε καθυποτάξει την Νάξο, τις άλλες κυκλάδες, την Κάρυστο και την Ερέτρια.
Πληροφορίες (πιθανόν από αυτόμολους Ίωνες) έλεγαν ότι το ιππικό είχε αποσυρθεί από την πεδιάδα. Έτσι λύθηκε το δυσκολότερο πρόβλημα του Μιλτιάδη. Απέμεναν τα άλλα δύο: της αριθμητικής υπεροχής και των τοξευμάτων.
 Παρέταξε το στρατό- από τα δεξιά προς τα αριστερά όπως βλέπουν τον εχθρό- τις τέσσερες πρώτες φυλές κατά την σειρά τους με βάθος 8 ζυγών. Έπειτα τις δύο επόμενες φυλές με μικρότερο βάθος 4 ζυγών και έπειτα τις άλλες τέσερες με βάθος πάλι 8 ζυγών. Πλάι τους στο αριστερό άκρο τους Πλαταιείς, τιμητικά. Στο άκρο δεξιά (οι Αθηναίοι στο δεξιό άκρο παρέτασαν τους επιλέκτους) έλαβε την τιμητική θέση ο πολέμαρχος Καλλίμαχος. Την αραιωμένη και εύθραυστη γραμμή του κέντρου( αυτή που θα δέχονταν την πίεση των επιλέκτων δυνάμεων των περσών) κάλυψαν οι φυλές Αντιοχίς και Λεοντίς με στρατηγούς τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή που ανέλαβαν το άχαρο έργο της προγραμματισμένης υποχώρησης. Η όλη γραμμή του μετώπου υπερέβαινε τα 1600 μέτρα. Η απόσταση κάθε οπλίτη από τον παραστάτη του ήταν ένα(1) μέτρο, ώστε οι ασπίδες που είχαν διάμετρο 90 εκ. και όπως κρατιόνταν με το αριστερό χέρι ,κάλυπταν και το αριστερό πλευρό του προς τα αριστερά παραστάτη. Για να προληφθεί τυχόν επανεμφάνιση του ιππικού στην πεδιάδα και για να επιτευχθεί αιφνιδιασμός του αντιπάλου ο Μιλτιάδης όρισε την έναρξη της επιθέσεως την αυγή. Για να μην δοθεί καιρός στο ιππικό να ετοιμαστεί, αποφάσισε η προσπέλαση προς τις εχθρικές γραμμές να γίνει τροχάδην(!!!).
Τέλος για να μειωθούν τα αποτελέσματα των τοξευμάτων ,καθόρισε τα τελευταία 200 μέτρα να διανυθούν με ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα(!!!). Να σημειώσουμε ότι η απόσταση μεταξύ των δύο στρατών ήταν 5.000 πόδια
Τα αποτελέσματα της μάχης είναι γνωστά, 192 νεκροί Έλληνες - 6.400 νεκροί πέρσες. Στο πεδίο της Μάχης η Αθηναίοι ανύψωσαν μαρμάρινο τρόπαιο και έθαψαν εκεί με ιδιαίτερες τιμές τους νεκρούς. Δεν τους έθαψαν στον Κεραμεικό, αλλά σε ιδιαίτερο κοινό τάφο, τον Τύμβο του Μαραθώνος (στο μέσο του πεδίου της μάχης). Ο Παυσανίας μας λέει ότι οι Αθηναίοι έθαψαν και τους πέρσες, όπως αρμόζει σε νεκρούς. 
Φειδιππίδης ή Ευκλής ;
 "Νενικήκαμεν!", μια ιστορική φράση μετά από ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός, που χάρισε δόξα στη γενιά των Μαραθωνομάχων, περηφάνια στο Πανελλήνιο και ενέπνευσε τους καλλιτέχνες που λάτρεψαν την αρχαιότητα.
Μια ιστορική φράση ειπωμένη από το μαραθωνοδρόμο που έδωσε σ' αυτή τη στερνή του πνοή. Μια από τις παραδόσεις θέλει να είναι ο Φειδιππίδης εκείνος που έφερε τη χαρμόσυνη είδηση. Όμως φαίνεται ότι δεν ήταν στ' αλήθεια αυτός. Ο Φειδιππίδης έζησε και μετά τη μεγάλη νίκη - πιθανολογείται ότι προς τιμήν του καθιερώθηκε ο "δόλιχος δρόμος" ως ένα από τα ολυμπιακά αγωνίσματα, γιατί πρόσφερε στην πατρίδα του μεγάλες υπηρεσίες.
Ο σημαντικότερος άθλος του αναφέρεται από τον Ηρόδοτο: "Μόλις προσόρμισαν τα περσικά πλοία στο Μαραθώνα, του ανατέθηκε η αποστολή να τρέξει το συντομότερο από την Αθήνα στη Σπάρτη για να ζητήσει τη βοήθεια των Σπαρτιατών. Κάλυψε την απόσταση των 1.140 σταδίων -περισσότερα από διακόσια χιλιόμετρα- μέσα σε δύο μέρες". Ήταν πράγματι άθλος! Το Σπάρταθλο, ο αγώνας δρόμου από τη Σπάρτη στην Αθήνα, καθιερώθηκε ως ανάμνηση του προσωπικού του άθλου, που τον συνδέει με τη μάχη του Μαραθώνα.
Και πάλι όμως δεν είναι γνωστός ο ακριβής χρόνος της επιστροφής του, ούτε καν ο χρόνος εκκίνησης από τη Σπάρτη. Έστω λοιπόν κι αν έφτανε έγκαιρα στην Αθήνα, ασφαλώς δεν ήταν ο μόνος δρομέας για να του αναθέσουν αμέσως νέα αποστολή, αφού θα ήταν καταπονημένος. Το αγγελτήριο της νίκης έφτασε στην Αθήνα από έναν απλό μαραθωνοδρόμο οπλίτη, έναν από εκείνους που πολέμησαν και νίκησαν. Αυτός ήταν ο Ευκλής.
 Ο μαραθωνομάχος Ευκλής έγινε μαραθωνοδρόμος και διέτρεξε 42.195 μέτρα με την πανοπλία και τον οπλισμό του. Οι διάφορες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις που τον παρουσιάζουν να ξεψυχά γυμνός στα πόδια των Αθηναίων αρχόντων είναι υπέροχες, αλλά ανακριβείς. Κι αυτό γιατί ο νικητής και μόνο αυτός έχει το δικαίωμα και αξίζει την τιμή να φέρει τα όπλα του. 
 
Η ΜΑΧΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ
103 Τον αθηναϊκό στρατό διοικούσαν δέκα στρατηγοί, από τους οποίους τελευταίος ήταν ο Μιλτιάδης. Ο πατέρας του, ο Κίμωνας, γιος του Στησαγόρα, είχε εξοριστεί από την Αθήνα από τον Πεισίστρατο, γιο του Ιπποκράτη. Ενώ βρισκόταν στην εξορία, είχε την τύχη να κερδίσει τον αγώνα με τον τέθριππο στην Ολυμπία κι έτσι να αποσπάσει την ίδια δόξα με τον ομομήτριο αδερφό του, Μιλτιάδη. Στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες, κέρδισε πάλι το έπαθλο με τα ίδια άλογα, αλλά αυτή τη φορά παραιτήθηκε από τη νίκη για χάρη του Πεισίστρατου· γι αυτήν του την πράξη, ο τελευταίος του επέτρεψε να γυρίσει στην Αθήνα. Σε μια μεταγενέστερη διοργάνωση των Ολυμπιακών, κέρδισε για τρίτη φορά τη νίκη, πάντα με τα ίδια άλογα. Λίγο αργότερα, αφού πέθανε ο Πεισίστρατος, δολοφονήθηκε από τους γιους του τυράννου, που έστειλαν τη νύχτα μερικούς άνδρες να του στήσουν ενέδρα στο δρόμο κοντά στο πρυτανείο . Θάφτηκε έξω από την Αθήνα, στην άλλη πλευρά του δρόμου που λέγεται Κοίλη οδός και απέναντι από τον τάφο του θάφτηκαν τα άλογα με τα οποία είχε κερδίσει τρεις φορές στην Ολυμπιάδα. Τριπλή νίκη είχε επιτευχθεί από μια μοναδική ομάδα αλόγων, αυτή του Ευαγόρα από τη Λακωνία· από τότε, δεν το εχει κατορθώσει κανείς άλλος. Την εποχή εκείνη, ο Στησαγόρας, πρωτότοκος από τους δύο γιους του, ζούσε στη Χερσόνησο με το θείο του, Μιλτιάδη, ενώ ο μικρότερος, που είχε πάρει το όνομα Μιλτιάδης από το μεσολαβητή στη Χερσόνησο, βρισκόταν με τον πατέρα του στην Αθήνα.

104. Αυτός ο Μιλτιάδης έγινε τώρα ένας από τους δέκα στρατηγούς των Αθηναίων. Είχε έρθει πρόσφατα από τη Χερσόνησο και δυο φορές λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του. Τη μια όταν τον καταδίωξαν οι Φοίνικες μέχρι την Ίμβρο, προσπαθώντας να τον συλλάβουν και να τον πάνε στον βασιλιά, και τη δεύτερη, όταν, αφού γλίτωσε απ' αυτή την απειλή κι έφτασε στην ασφάλεια της πατρίδας του, βρήκε τους εχθρούς του να τον περιμένουν και σύρθηκε στα δικαστήρια για την τυραννική διακυβέρνησή του στη Χερσόνησο. Πάντως, ξέφυγε κι απ? αυτό τον κίνδυνο και μετά τη νίκη του, εκλέχτηκε στρατηγός από το λαό.
 105. Προτού φύγουν από την πόλη, οι Αθηναίοι στρατηγοί έστειλαν ένα μήνυμα στη Σπάρτη. Αγγελιαφόρος ήταν ένας Αθηναίος που λεγόταν Φιλιππίδης επαγγελματίας δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Σύμφωνα με την αναφορά που έδωσε στους Αθηναίους όταν επέστρεψε, συνάντησε το θεό Πάνα στο όρος Παρθένιο, πάνω από την Τεγέα. Ο Πάνας, είπε, τον φώναξε με τ' όνομά του και του είπε να ρωτήσει τους Αθηναίους γιατί τον αγνοούσαν, παρ' όλο που εκείνος ήταν φιλικός απέναντί τους και, μάλιστα, τους είχε φανεί χρήσιμος αρκετές φορές στο παρελθόν και Θα μπορούσε να το κάνει και στο μέλλον. Οι Αθηναίοι πίστεψαν την ιστορία του Φιλιππίδη και μόλις η ζωή τους επανήλθε στο φυσιολογικό, έχτισαν ένα ναό στον Πάνα κάτω από την Ακρόπολη και, από τότε που πήραν το μήνυμά του, οργανώνουν μια ετήσια γιορτή, με λαμπαδηδρομία και θυσίες, για να έχουν την εύνοιά του.
 106. 0 Φιλιππίδης λοιπόν που ανέλαβε την αποστολή από τους στρατηγούς της Αθήνας και συνάντησε τον Πάνα έφτασε στη Σπάρτη την επόμενη μέρα που έφυγε από την Αθήνα και παρέδωσε στους άρχοντες των Σπαρτιατών το μήνυμα που έλεγε: «Άνδρες της Σπάρτης, οι Αθηναίοι σας ζητούν να τους βοηθήσετε και να μη μείνετε απλοί θεατές της επικείμενης συντριβής και υποδούλωσης της αρχαιότερης πόλης της Ελλάδας από ένα βάρβαρο εισβολέα· αυτή τη στιγμή, η Ερέτρια έχει πέσει στα χέρια του κι η Ελλάδα είναι πιο αδύναμη μετά την απώλεια μιας αξιόλογης πόλης της». Αυτός είπε όσα είχε πάρει εντολή να πει. Οι Σπαρτιάτες, μολονότι ήθελαν να στείλουν βοήθεια στην Αθήνα, δεν μπορούσαν να το κάνουν αμέσως γιατί Θα καταπατούσαν τους νόμους τους. Ήταν η ένατη μέρα του μήνα και δεν έπρεπε να αρχίσουν εχθροπραξίες προτού γεμίσει το φεγγάρι.

107. Έτσι, περίμεναν την πανσέληνο ενώ στο μεταξύ, ο Ιππίας, γιος του Πεισίστρατου, οδηγούσε τους Πέρσεςστο Μαραθώνα. Την προηγούμενη νύχτα ο Ιππίας ονειρεύτηκε ότι κοιμόταν με τη μητέρα του και υπέθεσε ότι το όνειρο σήμαινε πως θα επέστρεφε στην Αθήνα, θα ανακτούσε την εξουσία και θα πέθαινε ειρηνικά στην πατρίδα του σε βαθιά γεράματα. Ας αφήσουμε όμως την ερμηνεία του ονείρου του. Την επομένη, οδηγώντας τους εισβολείς μέσα στα αθηναϊκά εδάφη, αποβίβασε τους Ερετριείς αιχμάλωτους στην Αιγίλια, ένα νησί που ήταν στην επικράτεια της πόλης Στύρα, οδήγησε τον στόλο στο λιμάνι του Μαραθώνα κι αφού αποβιβάστηκε ο στρατός στην ξηρά, έδωσε οδηγίες πως να παραταχτεί. Σε μια στιγμή, άρχισε να βήχει και να φτερνίζεται δυνατότερα απ' ό,τι συνήθως και, αφού ήταν γέρος πια και τα περισσότερα δόντια του ήταν χαλασμένα, άθελά του έφτυσε ένα. Έπεσε κάπου στην άμμο κι όσο κι αν έψαξε, δεν το βρήκε πουθενά. Ο Ιππίας τότε στράφηκε στους συντρόφους του και είπε μ' ένα βαθύ στεναγμό: «Αυτή η γη δεν είναι δική μας και δεν θα καταφέρουμε ποτέ να την κατακτήσουμε. Το μόνο κομμάτι της που μου ανήκει είναι ο χώρος που καταλαμβάνει το δόντι μου».
 108. Έτσι, κατανόησε τελικά το πραγματικό νόημα του ονείρου. Τα Αθηναϊκά στρατεύματα είχαν παραταχτεί σ' ένα κομμάτι γης που ήταν ιερός χώρος του Ηρακλή κι εκεί τους συνάντησαν οι Πλαταιείς, που ήρθαν να τους υποστηρίξουν με όλο τον διαθέσιμο στρατό τους. Λίγο καιρό πριν, οι Πλαταιείς είχαν παραδώσει την ανεξαρτησία τους στους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν ήδη, με τη σειρά τους, προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στις Πλαταιές σε πολλές και δύσκολες καταστάσεις. Και να πώς συνέβη. Οι Πλαταιές πιέζονταν από τη Θήβα και, αφού ο Κλεομένης, γιος του Αναξανδρίδη, βρισκόταν στην περιοχή με σπαρτιατικό στρατό, οι Πλαταιείς παραδόθηκαν στην αρχή στα χέρια των Σπαρτιατών. Αυτοί, ωστόσο, αρνήθηκαν την προσφορά λέγοντας: «Κατοικούμε πολύ μακριά κι η συμμαχία σας μαζί μας θα είναι μαύρη παρηγοριά· θα μπορούσαν να σας υποδουλώσουν πολλές φορές πριν εμείς ακούσουμε το παραμικρό. Σας συμβουλεύουμε να πλησιάσετε τους Αθηναίους· η Αθήνα είναι πολύ πιο κοντά σας κι η βοήθεια του λαού της δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Η συμβουλή αυτή δε δόθηκε από καλή θέληση προς τις Πλαταιές, αλλά είχε σκοπό να εμπλέξει την Αθήνα σε συγκρούσεις με τους Βοιωτούς. Παρ' όλα αυτά, οι Πλαταιείς την ακολούθησαν. Έστειλαν μια πρεσβεία στους Αθηναίους, οι οποίοι έτυχε να ασχολούνται με τις θυσίες τους προς τιμήν των Δώδεκα Θεών οι πρέσβεις κάθισαν δίπλα στον βωμό ως ικέτες και παραδόθηκαν. Όταν έμαθαν οι Θηβαίοι την ενέργεια αυτή των Πλαταιών, έστειλαν αμέσως στρατό εναντίον τους. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να υπερασπιστούν την πόλη που είχαν υπό την προστασία τους αλλά, τη στιγμή που ήταν έτοιμη να ξεσπάσει η μάχη, επενέβησαν οι Κορίνθιοι. Όταν δέχτηκαν κι οι δυο πλευρές να υποβάλουν τη διαφωνία τους στη διαιτησία των Κορινθίων, καθόρισαν τα σύνορα ανάμεσα στις δυο χώρες, με τον όρο ότι οι Θηβαίοι δε θα αναμειγνύονταν στα εσωτερικά των Βοιωτών που δεν ήθελαν να ανήκουν στο κράτος αυτό. Οι Κορίνθιοι, αφού έβγαλαν αυτή την απόφαση, γύρισαν στην πατρίδα τους κι οι Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει για την πόλη τους, όταν δέχτηκαν επίθεση από τους Βοιωτούς. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Αθηναίοι νίκησαν και προέλασαν πέρα από τα σύνορα που είχαν καθορίσει για τους Πλαταιείς οι Κορίνθιοι, για να επιβάλουν τον Ασωπό ως όριο ανάμεσα στα εδάφη της Θήβας από τη μια μεριά και των Πλαταιών και των Υσιών από την άλλη. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες αφέθηκε ο λαός των Πλαταιών στα χέρια των Αθηναίων κι αυτό τους ώθησε να σπεύσουν να τους βοηθήσουν στον Μαραθώνα.

109. Οι απόψεις των Αθηναίων στρατηγών διχάζονταν: μερικοί ήταν ενάντια στην προοπτική μιας αναμέτρησης, (με το επιχείρημα ότι ο αθηναϊκός στρατός ήταν πολύ μικρός για να αντιμετωπίσει τους Μήδους)· άλλοι - ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο Μιλτιάδης υποστήριζαν ότι έπρεπε να πολεμήσουν. Για λίγο, όλα έδειχναν ότι θα επικρατούσε η χειρότερη άποψη και αυτό θα γινόταν, αν δεν έκανε κάτι ο Μιλτιάδης. Εκτός από τους δέκα στρατηγούς, υπήρχε κι άλλο ένα άτομο που είχε δικαίωμα ψήφου, ο πολέμαρχος, που επιλεγόταν με κλήρωση . Αυτό το αξίωμα (που παλιότερα είχε την ίδια βαρύτητα σε αποφάσεις σχετικές με τον πόλεμο με την ψήφο των στρατηγών) το είχε εκείνη την εποχή ο Καλλίμαχος από τις Αφίδνες. Σ' αυτόν, λοιπόν, στράφηκε ο Μιλτιάδης και είπε: «Τώρα είναι στο χέρι σου, Καλλίμαχε, ή να οδηγήσεις την Αθήνα στη δουλεία ή να την ελευθερώσεις και ν αφήσεις στις μελλοντικές γενιές μια μνήμη πιο ένδοξη απ' αυτή του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα. Ποτέ πριν στην ιστορία της δε βρέθηκε η Αθήνα αντιμέτωπη με τόσο φοβερό κίνδυνο. Αν υποταχτούμε στους Πέρσες, ο Ιππίας θ' αναλάβει πάλι την εξουσία και δεν υπάρχει αμφιβολία για τη δυστυχία που Θα μας φέρει· αν πολεμήσουμε και νικήσουμε, όμως, τότε η πόλη μας Θα είναι η επικρατέστερη απ' όλες τις ελληνικές πόλεις Αν με ρωτήσεις πώς θα γίνει αυτό και γιατί είναι στα χέρια σου η τελική απόφαση, θα σου πω το εξής. Εμείς οι στρατηγοί είμαστε δέκα και δεν συμφωνούμε για το πως πρέπει να δράσουμε· οι μισοί είμαστε υπέρ της μάχης κι οι άλλοι μισοί κατά. Αν δε συγκρουστούμε με τους Πέρσες, δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ότι θα καταλήξουμε σε φοβερή διχόνοια· ο σκοπός μας θα κλονιστεί και τελικά θα υποταχτούμε με τη θέλησή μας στους Πέρσες. Αν όμως πολεμήσουμε πριν φανεί γενικά η πτώση του ηθικού μας τότε, αν οι θεοί μας φερθούν δίκαια, μπορεί και να υπερισχύσουμε. Δική σου είναι η απόφαση· όλα εξαρτώνται από σένα· υποστήριξέ με και η πόλη μας θα είναι ελεύθερη και αρχόντισσα ολόκληρης της Ελλάδας. Αν ψηφίσεις ενάντια στη μάχη, δεν θα ζήσεις αυτή την ευτυχία αλλά το αντίθετο».

110. Τα λόγια του Μιλτιάδη βρήκαν στόχο και με την ψήφο του Καλλίμαχου πάρθηκε η απόφαση να προχωρήσουν στη μάχη. Οι στρατηγοί έχουν ηγετική θέση με τη σειρά, για μια μέρα ο καθένας· όσοι απ' αυτούς συμπαρατάχτηκαν στην ψηφοφορία με το Μιλτιάδη, πρότειναν, όταν ήρθε η σειρά τους να του την παραχωρήσουν. Ο Μιλτιάδης δέχτηκε, αλλά διέταξε να μην κινηθεί ο στρατός παρά μόνο όταν ήρθε η μέρα που ήταν έτσι κι αλλιώς η σειρά του.
111. Τότε οι Αθηναίοι παρατάχτηκαν για τη μάχη. Η δεξιά πτέρυγα ήταν κάτω από τις διαταγές του Καλλίμαχου, αφού οι Αθηναίοι συνήθιζαν εκείνη την εποχή να παραχωρούν στον πολέμαρχο τη διοίκηση αυτής της πτέρυγας· ακολουθούσαν σι διάφορες φυλές, στη συνηθισμένη σειρά τους και, τελικά, στην αριστερή πτέρυγα, παρατάχτηκαν Οι Πλαταιείς. Από τη μάχη του Μαραθώνα και μετά, όταν οι Αθηναίοι κάνουν θυσίες στις ανά τετραετία γιορτές τους ο κήρυκας της Αθήνας συνδέει τα ονόματα της Αθήνας και των Πλαταιών στην προσευχή για την εύνοια των θεών. Μια συνέπεια της παράταξης των αθηναϊκών στρατευμάτων για τη μάχη ήταν η αποδυνάμωση του κέντρου στην προσπάθεια να απλωθούν αρκετά οι γραμμές, ώστε να καλύπτουν ολόκληρο το μέτωπο των Μήδων· τα δύο άκρα ήταν αρκετά ισχυρά, ενώ το κέντρο είχε λίγες μόνο γραμμές βάθος.
112. Αφού παρατάχτηκαν οι άνδρες και οι προκαταρκτικές θυσίες υποσχέθηκαν νίκη, δόθηκε το σύνθημα κι οι Αθηναίοι ξεκίνησαν τρέχοντας προς τις γραμμές του εχθρού, όχι λιγότερο από οχτώ στάδια μακριά. Οι Πέρσες, ξαφνιασμένοι που οι εχθροί τους πλησίαζαν τρέχοντας, ετοιμάστηκαν να τους αντιμετωπίσουν, με την πεποίθηση ότι οι Αθηναίοι αυτοκτονούσαν τολμώντας άμεση επίθεση, και μάλιστα με δρομαία έφοδο, με τόσο λίγες δυνάμεις, χωρίς την υποστήριξη ιππικού ή τοξοτών. Έτσι σκέφτηκαν αυτοί· οι Αθηναίοι, πάντως, πλησίασαν σε όλο το μήκος του μετώπου και πολέμησαν με αλησμόνητο τρόπο. Ήταν οι πρώτοι Έλληνες, απ' όσο ξέρω, που επιτέθηκαν τρέχοντας και οι πρώτοι που αντίκρισαν χωρίς φόβο τη Μηδική ενδυμασία και τους άνδρες που τη φορούσαν· γιατί, ως τότε, κανείς Έλληνας δεν άντεχε ούτε ν' ακούσει το όνομα Μήδος χωρίς να νιώσει τρόμο.
113. Η μάχη στον Μαραθώνα είχε μεγάλη διάρκεια. Στο κέντρο, όπου είχαν παραταχτεί οι ίδιοι οι Πέρσες και οι Σάκες, οι εισβολείς υπερτερούσαν, σε βαθμό, μάλιστα, που έσπασαν τις γραμμές των Ελλήνων και καταδίωξαν τους φυγάδες προς τα ηπειρωτικά· οι Αθηναίοι, όμως, από τη μια πτέρυγα και οι Πλαταιείς από την άλλη, βγήκαν νικητές. Μόλις νίκησαν, άφησαν τους ηττημένους εχθρούς να υποχωρήσουν κι έπειτα, ενώνοντας τα δυο άκρα, στράφηκαν ενάντια στους Πέρσες που είχαν διαπεράσει το κέντρο. Και πάλι κατάφεραν να υπερισχύσουν, κυνηγώντας τον οικτρά ηττημένο εχθρό και πετσοκόβοντας τις δυνάμεις του μέχρι που έφτασαν στη θάλασσα, όπου απείλησαν να καταλάβουν και να κάψουν τα πλοία. 
114. Σ' αυτή τη φάση του αγώνα σκοτώθηκε ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, πολεμώντας γενναία, όπως κι ο Στησίλαος, γιος του Θρασύλη, ένας από τους στρατηγούς· επίσης, ο Κυναίγειρος , γιος του Ευφορίωνα, έχασε το χέρι του από τσεκούρι ανεβαίνοντας στην πρύμνη ενός πλοίου και, τελικά, και τη ζωή του, μαζί με πολλούς άλλους γνωστούς Αθηναίους.

115. Οι Αθηναίοι ακινητοποίησαν επτά πλοία· τα υπόλοιπα, όμως, κατάφεραν να φύγουν κι οι Πέρσες, αφού πήραν τους αιχμαλώτους από την Ερέτρια που είχαν αφήσει στην Αιγίλια, περιέπλευσαν το Σούνιο με κατεύθυνση την Αθήνα, ελπίζοντας ότι Θα έφταναν εκεί πριν τον αθηναϊκό στρατό. Στην Αθήνα, οι Αλκμεωνίδες κατηγορήθηκαν ότι αυτοί πρότειναν αυτή την κίνηση στους Πέρσες· ειπώθηκε πως είχαν συνεννοηθεί με τους Πέρσες και σήκωσαν μια ασπίδα ως σύνθημα για να ξεκινήσουν την ώρα που αυτοί βρίσκονταν ήδη στα πλοία. 
116. Ενώ ο Περσικός στόλος περιέπλεε το ακρωτήριο, οι Αθηναίοι έτρεξαν στην πόλη τους με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα για να την υπερασπιστούν και κατάφεραν να φτάσουν πριν τον εχθρό. Όπως στον Μαραθώνα το αθηναϊκό στρατόπεδο βρισκόταν πάνω σε ιερό έδαφος του Ηρακλή, έτσι και τώρα στρατοπέδευσαν στον άλλο ιερό χώρο του Ηρακλή, στο Κυνόσαργες . Όταν εμφανίστηκε ο περσικός στόλος, αγκυροβόλησε για λίγο έξω από το Φάληρο (που, εκείνη την εποχή, ήταν το σπουδαιότερο λιμάνι των Αθηνών ) κι έπειτα απέπλευσε για την Ασία. 
117. Στη μάχη του Μαραθώνα, σκοτώθηκαν περίπου έξι χιλιάδες τετρακόσιοι Πέρσες· οι απώλειες των Αθηναίων ήταν εκατόν ενενήντα δύο άνδρες Τόσοι ήταν οι νεκροί και από τις δυο πλευρές.


Video - Interactiveχάρτες

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΗΓΕΣ:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ- ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Η μάχη του Μαραθώνα- Υπτγου Δημητρίου Γεδεών
Περιοδικό FOCUS

http://users.thess.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/xartes/Marathonas.htm
http://gym-platan.chan.sch.gr/pw/persianwars/marathon/new_page_9.htm
http://www.athensclassicmarathon.gr/content/history.asp?Lang=Greek 


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com


πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...