Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 22, 2014

Λαχτάρα Αἰωνιότητος - Ἀρχιμανδρίτης Δαμασκηνὸς Κατρακούλης



Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ’ 12, 20)1

Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καὶ θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νὰ εἶναι ἡ τρυφὴ καὶ ἡ τροφὴ τῆς ζωῆς μας.

Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἡμαγμένου Ἀμνοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νὰ γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπὸς μας εἶναι νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνωμε φῶς. Μὲ τὴν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νὰ γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τὸν θεῖο λόγο καὶ πηγαίνει εἰς τὰς ἐρήμους, γιὰ νὰ πραγματώση τὸ Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τὸ ἁρπάζει καὶ πηγαίνει στὴν Ἀφρική, στὴν Ἀσία κ.λπ. νὰ φωτίση τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τὸν θεῖο σπόρο καὶ τὸν καλλιεργεῖ μέσα στὴν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καὶ κάνει ἔργο του τὴν σπορὰ τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τὸ Εὐαγγέλιον ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καὶ ἤλθαμε στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ δοξάσωμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.

Κάθε μοναστήρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, ποὺ θὰ μᾶς περάση ἀπέναντι, στὴν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτὸ μὲ ἀπησχόλησε ἐμένα· αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ταξίδι. Πρέπει νὰ σπάσωμε τὸν φραγμὸ τοῦ θανάτου μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πῶς θὰ μπορέσωμε τὸ μήνυμα τοῦ θανάτου νὰ τὸ περιμένωμε ὡς τὴν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθὲς ἀναφέραμε μερικὲς θεῖες ἀποκαλύψεις, ποὺ εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στὶς τελευταῖες του στιγμές. Καὶ χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζομε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τὸν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος τοῦ παρουσιάζει ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ τί ἀπολαύσεις τὸν ἀναμένουν στὴν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει τὸ φῶς, τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ γλυκύτατο ὡς ἡ χιών.

Ἡ ζωὴ τοῦ οὐρανοῦ εἶναι φῶς, γλυκύτατο, λευκότατο. Ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν λευκοτάτη, τὴν χιονάτη ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιατί δὲν ὑπάρχει πιὸ εὐχάριστο γεγονὸς ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάβασι στὴν ἀντίπερα ὄχθη. Ἐὰν νοσταλγοῦμε νὰ μεταβοῦμε σὲ μία παραλία, π.χ. στὴν Κέρκυρα ἢ στὸν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου θὰ ἀντικρύσωμε γήινες ὀμορφιές, ποὺ παρόμοιες ἔχομε ἤδη ἀπολαύσει, σκεφθῆτε πῶς πρέπει νὰ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ πέραμα στὴν ἄλλη ζωή, στὸ αἰώνιο Φῶς. Μέσα στὸ μοναστήρι γίνεται αὐτὴ ἡ ἑτοιμασία γιὰ τὴν μετάβασι στὴν οὐράνια ὄχθη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἀπὸ τώρα γνωρισθοῦμε γιὰ τὰ καλὰ μὲ τὸν ἄνω κόσμο, θὰ ἔχωμε μία καλὴ συνοδεία φίλων Ἁγίων κατὰ τὴν ἔξοδό μας.

Μὲ πόση εὐχαρίστησι πρέπει νὰ ἀναμένωμε τὸν θάνατο! Νὰ μὴν τὸν ἀντικρύζωμε ὡς μάχαιρα ποὺ θὰ μᾶς κόψη ἀπὸ τὴν ζωή, ἀλλὰ σὰν φωτεινὴ πύλη, ποὺ θὰ μᾶς εἰσαγάγη στὴν αἰωνιότητα. Αὐτὴ ἦταν ἡ σκέψις μου ἐμένα σήμερα. Ἄλλωστε, ἔχομε πεῖ πολλὲς φορὲς ὅτι πρέπει νὰ κάνωμε τὸν θάνατο εὐχάριστο. Νὰ μὴν τὸν ἀντιμετωπίζωμε μὲ φόβο. Ἅπαξ καὶ ὁ Χριστὸς ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη, κατελύθη ἡ ἰσχὺς τοῦ θανάτου, ἐσπάσθησαν τὰ κλεῖθρα τοῦ ἅδου. Ἡ θύρα ἠνοίχθη. καὶ ἐλευθέρως πλέον κάθε πιστὸς ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθη στὴν αἰώνια μακαριότητα.

-Τί εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς κάνη νὰ ἐπιθυμήσωμε τὸν θάνατο;

-Ἡ φλόγα τῆς δροσερῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν ἀνάβει τὴν δίψα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

«Ἀγαπήσατε τὸν Θεὸν καὶ εὑρήσετε χάριν αἰώνιον… καὶ ἀνάπαυσιν μετὰ πάντων τῶν ἁγίων», λέγει ὁ ὑμνωδὸς (Ἀκολουθία Ἁγ. Ἀντωνίου, δοξαστικόν τῆς Λιτῆς).

Ἐὰν ἡ καρδιὰ μας φλέγεται ἀπὸ θεῖον ἔρωτα, ὁ Κύριος θὰ ἀνταποκριθῆ ἀμέσως στὴν ἀγάπη ποὺ θὰ τοῦ προσφέρωμε ἐμεῖς καὶ θὰ μᾶς χαρίση τὴν αἰώνιο ἀτένισι τῆς θεϊκῆς Του μορφῆς.

Θὰ μοῦ πῆτε: «Καλὰ τὸ συζητᾶμε τώρα αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλὰ μόλις φθάσωμε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ἀμέσως μᾶς καταλαμβάνει ἕνας φόβος». Πράγματι ἔτσι λέει ἡ πείρα τῆς ζωῆς. Ὁ πιστὸς ὅμως δὲν συναντᾶ αὐτὴ τὴν δειλία. Καὶ σκεπτόμουν σήμερα πῶς θὰ νιώθουν αὐτοὶ οἱ πιστοί, οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί, ποὺ ὁ Κύριος τους πληροφορεῖ -εἴτε ὁ Ἴδιος, εἴτε διὰ τῆς Θεοτόκου εἴτε διὰ τῶν Ἁγίων Του- ὅτι «ἐντὸς ὀλίγου θὰ σὲ πάρω». Σκεφθῆτε τί θὰ αἰσθάνωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα στὴν ψυχή τους! Τί ἀγαλλίασις θὰ πληρώνη τὴν ὕπαρξί τους, ὅταν θὰ ἐτοιμάζωνται νὰ μεταβοῦν πρὸς τὴν αἰωνιότητα! Αὐτὴν τὴν μεγάλη δωρεὰ ὁ Θεὸς δὲν τὴν παρέχει μόνο σὲ ὡρισμένους, ἀλλὰ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπιθυμοῦν. Καὶ ἔλεγα σήμερα μόνος μου: «Ἄραγε εἶναι δύσκολο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀξιώση καὶ μᾶς νὰ φθάσωμε στὴν εὐχάριστη αὐτὴ στιγμὴ καὶ νὰ ἀκούσωμε τὴν εὐφρόσυνη ἀγγελία;»2

Λέμε ὅτι ἀγαπήσαμε τὸν Θεόν… Τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις! Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατόν, ὅταν φθάνη ὁ θάνατος, νὰ μᾶς καταλαμβάνη δυστυχία καὶ σκότος, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς καὶ αἰωνιότης καὶ εἰρήνη ἄφραστος; Αὐτὸ τὸ θέμα τοῦ θανάτου δὲν τὸ ἔχομε πολὺ καλλιεργήσει μέσα μας καὶ δὲν φθάσαμε ἀκόμη στὸ σημεῖο νὰ ἔχωμε πλήρη τὴν συνείδησι τῆς ἀθανάτου ζωῆς καὶ τὴν πληροφορία τῆς αἰωνιότητος. Τὸ πιστεύομε, τὸ ξέρομε ὅλοι, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀναμένομε ὡς ἕνα γεγονὸς εὐχάριστο, ἐνῶ γι’ αὐτὸ φύγαμε ἀπὸ τὸν κόσμο. γιὰ νὰ φθάσωμε σ’ αὐτὴ τὴν εὐφρόσυνο στιγμή, ν’ ἀναχωρήσωμε ἀπὸ τὸν παρόντα αἰώνα πρὸς τὸ μέλλοντα, πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

«Ἀγαπήσατε τὸν Θεόν»! Πῶς τὸν ἀγαπᾶμε τὸν Θεό; Μόνο μὲ τὰ λόγια; Εἶναι δυνατὸν νὰ λέη ἕνας ἄνθρωπος «Ἀγαπῶ τὸν Θεὸν» καὶ τὰ ἔργα του νὰ εἶναι ἀνάποδα, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν θεῖο νόμο; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματώνη τὸ Εὐαγγέλιο; Ὅταν λέμε ὅτι πήραμε στὰ χέρια μας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὑποσχεθήκαμε ὅτι θὰ τὸ πραγματώσωμε, τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πράγμα; Σημαίνει ὅτι θὰ ζήσωμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. θὰ τηρήσωμε τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ τὸ ἐναποθέσωμε πάλι στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁμολογώντας ὅτι μείναμε «πιστοὶ ἄχρι θανάτου», μὲ τοὺς λόγους: «Τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα. λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτὴς» (Β’ Τιμ. δ’, 7-8). Εἴθε νὰ ἀξιωθῆ ἡ ψυχή μας νὰ πῆ αὐτὸν τὸν λόγο πρὸς τὸν Θεό, πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅ,τι καὶ νὰ κάνωμε, ὅσο καὶ νὰ προσπαθήσουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε, ἐὰν δὲν προσανατολισθοῦμε πρὸς τὴν αἰώνιο ζωὴ καὶ τὴν ἀνέσπερη βασιλεία, νομίζω ὅτι μέσα μας δὲν θὰ ἔχωμε τὴν πληροφορία τῆς σωτηρίας. Ὅταν τηρῶ τὰς ἐντολάς, ἡ συνείδησίς μου εἶναι ἀναπαυμένη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιτύχωμε τὴν τελεία ἀνάπαυσι, εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς προσδοκίας τῆς ἀναχωρήσεώς μας καὶ ἡ δίψα αὐτῆς τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου.

Εἴδατε; Μόλις ἀκοῦμε τὴν λέξι «θάνατος», μᾶς πιάνει φόβος. Πρέπει ὅλοι ὅμως νὰ ἔχωμε δίψα θανάτου. ἰδιαίτερα οἱ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ κάθε χριστιανός. Νὰ διψᾶμε αὐτὴν τὴν ὥρα τῆς μεταβάσεώς μας στὰ οὐράνια σκηνώματα. Αὐτὴν τὴν δίψα εἶχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αὐτὴν ἔχουν καὶ οἱ σημερινοὶ ἅγιοι καὶ εἰδικώτερα οἱ Ἁγιορεῖτες. Ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο καὶ οἱ ἐργᾶται τοῦ Εὐαγγελίου καὶ οἱ ἱεραπόστολοι, μὲ αὐτὴν τὴν δίψα τοῦ θανάτου πραγματώνουν τὸν θεῖο λόγο καὶ τελοῦν τὰ ἔργα τῆς πίστεως. μετακινοῦν ἀκόμη καὶ ὄρη. Καὶ ἐμεῖς, λοιπόν, διὰ τῆς πίστεως νὰ μετακινήσωμε τὴν ψυχή μας. Καὶ ἀπὸ τὸν ἅδη νὰ τὴν ἀνεβάσωμε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς ἀνοίγη φωτεινοὺς ὁρίζοντας πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς Αὐτόν. Ἡ πίστις δὲν εἶναι ἁπλὸ πράγμα. οὔτε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἄπειρες διαστάσεις. Ἐπειδὴ ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, κατευθύνεται πρὸς τὸ ἄπειρο, πρὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ὅταν λέω «κατευθύνομαι πρὸς τὸν ἄπειρο», σημαίνει σκέπτομαι τὸν ἄπειρο Θεὸ καὶ τὴν μετάβασί μου στὴν αἰωνιότητα.

Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀγαπήσω τὸν Θεόν; πῶς θὰ ἀνοίξω τὴν ψυχή μου πρὸς Αὐτὸν καὶ πῶς θὰ διαθέσω ὅλη μου τὴν ὕπαρξι στὴν ἀγάπη Του; Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι διατεθειμένος νὰ θυσιάζεται γιὰ τὸν Θεόν, δὲν κάνει καὶ ἁμαρτίες. Ἔτσι δὲν εἶναι, παιδιά; Προσέχει τὸν λόγο του, προσέχει τὶς σκέψεις του, τὶς διαθέσεις του.

Μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀνοίγει ὁ ὁρίζων τῆς ψυχῆς ἀμέσως καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται διάπλατος. Ἡ ὕπαρξίς του ἀμέσως εὐρύνεται, γιατί τείνει πρὸς τὸν ἄπειρο Θεὸν καὶ τὴν αἰώνιο ζωή. Αὐτὸν τὸν ἄπειρο Θεὸν ἀγαπήσαμε καὶ ξεκινήσαμε νὰ Τὸν συναντήσωμε. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἀναπαύει ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἐρημία. Δὲν μᾶς ἀναπαύει ὁ κόσμος καὶ τὰ τοῦ κόσμου, παρὰ μόνον ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἐρημία. Καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν λέγω «ἀγαπῶ τὸν Θεόν», ἡ καρδία μου πλαισιώνεται ἀμέσως μὲ εὐλογία. Ὁ Θεὸς -ὅπως ἔχομε συζητήσει πολλὲς φορὲς- εἶναι «ζηλότυπος» γιὰ κάθε ψυχή. Τὴν θέλει ὅλη δική Του. Θέλει δηλαδὴ νὰ τὴν δοξάση, θέλει νὰ τὴν γεμίση μὲ τὴν χάρι Του. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς ἰδικῆς μας ἀγάπης. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος ἔχει ἄπειρον ἀγάπη καὶ ἀπερινόητον, θέλει τὴν ψυχὴ μας ὁλόκληρη κοντά Του. Ἐὰν ἐμεῖς τολμᾶμε νὰ λέμε ὅτι ἀγαπήσαμε τὸν Θεόν, ἀντιλαμβάνεσθε ποία εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς! Γι’ αὐτὸ πρέπει ἡ σκέψις μας νὰ εἶναι ὅλη τὴν ἡμέρα προσηλωμένη στὸν Θεό. Οὔτε τρίχα νὰ μὴν κάνωμε πέρα ἀπὸ τὴν δική Του ἀγάπη. Οὐδεμία ματιὰ νὰ ρίχνωμε πρὸς τὸν κόσμο. οὔτε ἀριστερά, οὔτε δεξιά. Μόνο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς ἑλκύη. Τὸ βλέμμα μας νὰ ἀτενίζη διαρκῶς τὴν ἀντίπερα ὄχθη. Νὰ ἀναμένωμε τὴν εὐχάριστο διάβασι. ὄχι τὸν θάνατο τοῦ ἀφανισμοῦ καὶ τοῦ σκότους, ἀλλὰ τὴν διάβασι πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, πρὸς τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ αἰώνιο φῶς, τὴν λαμπρὰν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄφατον λαμπρότητα τῆς βασιλείας Του. Μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας νὰ ἔχωμε «συνόρασι» μετὰ τοῦ θείου ὀφθαλμοῦ. Νὰ θέτωμε τὸν ἑαυτό μας εἰς τὸν θεῖον ὀφθαλμὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναπαυώμεθα. Τότε θὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἀνοίγματα εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς αἰωνιότητος.

Οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας περιέχουν τὶς εὐχὲς τῶν Πατέρων, ποὺ ἐκφράζουν ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς ψυχῆς μας. Ἀλλὰ ἔχομε καὶ ἐμεῖς μία δική μας γλώσσα ὁ καθένας, μὲ τὴν ὁποία ἀναφέρομε τὰ μυστικά μας πρὸς τὸν Θεό. Θέλομε νὰ ὁμιλήσωμε μὲ τὸν πιστό μας Φίλο. Ἔτσι δὲν εἶναι; Τὸ θέμα τῆς διαβάσεώς μας εἶναι ἕνα μυστικό της ζωῆς. Καὶ θέλω νὰ τὸ συζητήσω ἀπὸ κοντὰ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ μοῦ ἑτοιμάση τὴν ἐκδημία. Ἅπαξ καὶ ἀναμένω αὐτὸ τὸ Πάσχα τῆς ψυχῆς μου, δὲν θὰ πρέπη νὰ ἔχω οὐδεμία ἀνάπαυσι μέχρις ὅτου μιλήσω ἀπὸ κοντὰ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τακτοποιήση μέσα μου αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία, αὐτὴν τὴν λαχτάρα -νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι-.

Μὴ μὲ παρεξηγήσετε ποὺ λέγω «λαχτάρα» γιὰ τὸν θάνατο. Λαχταρῶ τὴν μετάβασι στὸν οὐράνιο κόσμο. Ἔτσι εἶναι! Γιατί ἐμεῖς, ποὺ πιστεύομε εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἤλθαμε ἐδῶ πέρα ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ ταξίδι. Μᾶς ἀναμένει ὁ Θεός, ἡ ζωή, ἡ αἰωνιότης, ἡ μακαριότης! Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμε οὐδένα δισταγμὸ γιὰ τὸν θάνατο, ἀλλὰ μία εὐχάριστη ἀναμονή, μία λαχτάρα πότε θὰ ἔλθη. Ὁ θάνατος δὲν μᾶς ξενίζει καθόλου. Εἶναι γιὰ μᾶς μία ἑορτή. Εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς μεταβάσεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἑορτάζομε τοὺς Ἁγίους τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας τους. Εἴδατε, ὁ Μέγας Βασίλειος 49 ἐτῶν ἀπέθανε. Παληκάρι ἀπέθανε. Ὅμως δὲν τὸν ἐνδιέφερε τίποτε. Εἶχε ἑτοιμάσει τὸ εἰσιτήριό του. Μπῆκε μέσα στὸ φεριμπὸτ καὶ πέρασε ἀπέναντι, στὴν ὄχθη τὴν οὐράνιο.

Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ φεύγη ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλό μας ὅτι θὰ πεθάνωμε. Ὄχι ἁπλῶς ἔχω φόβο, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω. Οὔτε, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω, προσέχω νὰ μὴν ἁμαρτήσω. Ὄχι τέτοια πράγματα! Νὰ ἑτοιμασθῶ καλύτερα, ν’ ἀγαπήσω τὴν διάβασι, γιατί ἀγαπῶ τὸν Θεό! Θέλω νὰ πάω νὰ Τὸν δῶ. Πῶς τὸ λένε; Θέλω νὰ Τὸν δῶ! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε «ἐπιθυμίαν ἔχω ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι» (Φιλιπ. α’ 23). Ἤθελε νὰ Τὸν ἰδῆ, τέλος πάντων, καὶ νὰ Τοῦ ὁμιλήση πρόσωπον πρὸς Πρόσωπον.

Διότι, ἐὰν εἴμαστε ξεροὶ μοναχοὶ καὶ ὄχι μουσκεμένοι μὲ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐχαριστίας, ἂν δὲν εἴμαστε δοσμένοι στὸν θεῖο ἔρωτα, ἐὰν δὲν εἴμαστε οἱ ψυχὲς οἱ ἐρῶσες τὸν Νυμφίο Χριστό, τί ἤρθαμε νὰ κάνωμε ἐδῶ πέρα; Νὰ κακομοιριάσωμε; -Ὄχι! Νὰ εἴμαστε οἱ ζωντανοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἀγρυπνοῦντες, οἱ «λαχταρισταὶ» τῆς διαβάσεως. Τότε πᾶνε περίπατο καὶ τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ κόσμου καὶ οἱ μέριμνες τοῦ κόσμου καὶ οἱ ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου. Ὅταν εἴμαστε προσηλωμένοι μόνο στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ ὅλοι μαζὶ μεταξύ μας. Νὰ μᾶς καίη αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ὁ ἔρωτας τῆς μεταβάσεως στὴν ἔπαυλι τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ!

Ἔχω ἔρωτα γι’ αὐτὸ τὸ ταξίδι! Ἐπιθυμῶ νὰ πάω ἐκεῖ πέρα! Ἐὰν τόσο ἐπιθυμοῦμε νὰ πᾶμε νὰ προσκυνήσωμε ἕναν ἅγιο τόπο, σκεφθῆτε πόσο περισσότερο πρέπει νὰ ἔχωμε αὐτὴ τὴ λαχτάρα γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι, ποὺ θὰ μᾶς φέρη στὴν ἁγία Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία «οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτὴν καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ Ἀρνίον», ὅπως γράφει ἡ Ἀποκάλυψις (Ἀποκ. κα’ 23). Αὐτὴ ἡ δόξα μᾶς ἀναμένει.

Πρέπει, λοιπόν, νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μὴ μᾶς ξενίση οὔτε νὰ μᾶς φοβίση. Ἀντιθέτως νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐκδημία ἀπὸ ἐδῶ καὶ τὴν ἐνδημία ἐκεῖ. Νὰ μᾶς ἀπασχολὴ ὁ ὡραῖος «μετεωρισμός». Ἐδῶ εἴμεθα, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ εὐρισκόμεθα νοητῶς. Νὰ ἐπιθυμήσωμε τὸν ζωηφόρο θάνατο. Αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι ζωή. Συνεχῶς νὰ μὲ ἀπασχολῆ πῶς θὰ κάνω τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, τὴν ἡμέρα τῆς κλήσεως τοῦ Κυρίου, ἡμέρα χαρᾶς καὶ ἑορτῆς! Τὴν ἔξοδό μας νὰ τὴν θεωροῦμε τὸ μεγαλύτερο πανηγύρι, τὴν πιὸ χαρμόσυνη ἡμέρα, ἐπειδὴ θὰ μεταβοῦμε εἰς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Ὄχι νὰ λυπηθῶ, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ χαρῶ καὶ νὰ πῶ: «Δόξα Σοι ὁ Θεός! Δόξα Σοι ὁ Θεός, ποὺ μὲ κάλεσες νὰ φύγω!».
Εἶναι μία ἐργασία πολὺ λεπτὴ αὐτή. νὰ μπορέσωμε αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ νὰ ποῦμε: «Δόξα Σοι ὁ Θεός, ποὺ μὲ κάλεσες νὰ φύγω ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, γιὰ νὰ ἀτενίζω τὴν δόξαν τοῦ προσώπου Σου στὴν αἰωνιότητα!».

Ἀλλὰ χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ αὐτὴ ἡ ἐργασία, ταπεινοφροσύνη μεγάλη καὶ ἀγάπη πολλὴ πρὸς τοὺς ἐχθρούς. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ διαβατήριο γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.

Ἂς ἔχωμε βεβαία τὴν ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Κύριος. Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἀπελπισίας καὶ ἀπογοητεύσεως, ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐλπίδα εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Θεός. Παρ’ ὅλη τὴν ἀναξιότητά μας, θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Θεός! Νὰ ἔχωμε βεβαία τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησι στὸ ἔλεος τοῦ οὐρανίου Πατρὸς καὶ νὰ σκεπτώμεθα τὴν συνάντησι μετὰ τοῦ Κυρίου. «Πότε θὰ ἔλθω, Κύριε, κοντά Σου; Πότε θὰ Σὲ ἰδῶ; Πότε τὸ Πρόσωπό Σου διηνεκῶς θὰ εὐφραίνη τὴν ψυχή μου;»
΄
Ἂς δουλέψωμε, λοιπόν, τὸ πέραν τοῦ τάφου… Ἂν εἶναι ὁ νοῦς μου συνεχῶς στὸν Θεό, δὲν ἁμαρτάνω. καὶ θὰ μπορέσω νὰ σπάσω αὐτὴ τὴν πύλη τοῦ θανάτου, ὥστε νὰ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ μένα ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Νὰ στέκωμαι στὴν ἀκτὴ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἐκεῖ νὰ ἔχω στημένο τὸ ἐκτοξευτήριο, ἀπ’ ὅπου θὰ πετάξω πλέον μὲ χαρὰ στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα… Γιατί θὰ φύγωμε ἀπὸ τὸν βίο ἀπότομα… Μᾶς ἀναμένει ὁ Κύριος… Μᾶς ἀναμένει…

Μᾶς ἀναμένει…. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀνεκλάλητη χαρά, ἡ αἰώνιος Ζωή, ἡ καυστικὴ γλυκύτης, ἡ τρισήλιος δόξα! Εὐχηθῆτε στὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώση χριστιανὰ τὰ τέλη. νὰ πεθάνω ὄρθιος καὶ νὰ μὲ ἀξιώση νὰ πεθάνω γιὰ τὴν ἀγάπη Του.

Ὁ θάνατος εἶναι ἐλευθερία! Νὰ ἔχωμε εὐφροσύνη ὅταν σκεπτώμεθα τὸν θάνατο. Αὐτὸ θὰ βοηθήση ἐμᾶς προσωπικά, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησία.




1. Ὁμιλία τοῦ Πατρὸς Δαμασκηνοῦ πρὸς τὰς ἀδελφὰς τῆς Ι. Μ. Ἁγ. Ἰωάννου, τὴν 23ην Αὐγούστου 1984.

2. Πράγματι ὁ Θεὸς ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία τοῦ Γέροντα. Λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς ἐκδημίας του ἔλαβε τὸ οὐράνιο μήνυμα τῆς ἀναχωρήσεώς του.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης





Ἔζησε τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. στὰ χρόνια του βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Χοσρόη καὶ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ἡρακλείου. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ῥαζὴχ τῆς ἐπαρχίας Ῥασνουνί. Γιὸς Πέρση, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν Μάγων, εἶχε λάβει ἀξιόλογη ἐκπαίδευση καὶ εἶχε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ προβλήματα.

Ὅταν ὁ Χοσρόης κυρίευσε τὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 614, καὶ ἔστειλε τὸν Τίμιο Σταυρὸ στὴν Περσία, οἱ μορφωμένοι Πέρσες ἐνδιαφέρθηκαν πολὺ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θρησκεία Του. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Μαζοενδὰτ (κατ᾿ ἄλλους Μαγουνδάτ), ὁ γιὸς τοῦ Βάβ, ποὺ κατέληξε στὸ ν᾿ ἀποφασίσει ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία. Γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου βαπτίσθηκε, ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Ἰουστίνου (κατ᾿ ἄλλους τοῦ Ἁγίου Σάββα) καὶ μετονομάσθηκε Ἀναστάσιος. Κατόπιν πῆγε στὴν Καισάρεια, ὅπου θεώρησε καθῆκον του νὰ προσηλυτίσει στὸν χριστιανισμὸ τὴν ἐκεῖ περσικὴ φρουρά.

Στὴν προσπάθειά του αὐτή, καταγγέλθηκε στὸν διοικητὴ Μαρζαβανά. Αὐτός, ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Ἀναστάσιος ἦταν γιὸς Μάγου, προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν περσικὴ θρησκεία. Ἀπέτυχε ὅμως καὶ διέταξε τὸ θάνατό του μὲ ἀπαγχονισμό. Ἀλλ᾿ ὅταν τὸν ἔπνιγαν, τὴν τελευταία στιγμὴ ποὺ θὰ πέθαινε τὸν ἔλυσαν, γιὰ νὰ δεῖ ὅτι καὶ θὰ τὸν ἀποκεφάλιζαν. Ὁ Ἀναστάσιος μειδίασε εὐτυχισμένος, διότι ἀξιώθηκε ὄχι μόνο νὰ πιστέψει, ἀλλὰ καὶ νὰ πάθει γιὰ τὸ Χριστό.



Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Τήν πλάνην ἀφέμενος, τήν τῶν Περσῶν νουνεχῶς, τή πίστει προσέδραμες, τή τοῦ Χρίστου εὐσεβῶς, σοφέ Ἀναστάσιε, ὄθεν καί ἕν ἀσκήσει, διαπρέψας ἐνθέως, ἤθλησας ὑπέρ φύσιν, καί τόν ὄφιν καθεῖλες διό διπλῶ στεφάνω, θεόθεν ἐστεφάνωσαι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος α’. Χορός, Ἀγγελικὸς.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, ἀνυμνήσωμεν πάντες, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.

Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ἀπόστολος



Γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνα πατέρα καὶ Ἰουδαία μητέρα, τὴν Εὐνίκη, στὰ Λύστρα τῆς Λυκαονίας. Στερήθηκε πολὺ νωρὶς τὸν πατέρα του, καὶ ἡ γιαγιά του Λωΐδα ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀκόμα τοῦ δίδαξε τὴν Ἁγία Γραφή.

Ὅταν πέρασε ὁ Παῦλος ἀπὸ τὰ Λύστρα, ἐκτίμησε τὰ πνευματικά του χαρίσματα καὶ εἶδε σ᾿ αὐτὸν ἕνα σπουδαῖο ἀποστολικὸ ἐργάτη. Τὸν διαπαιδαγωγεῖ ἀνάλογα, τὸν καθιστᾶ ἐπίσκοπο Ἐφέσου καὶ ἀπὸ τὴν 2η ἀποστολική του περιοδεία ὁ Παῦλος παίρνει τὸν Τιμόθεο συνοδό του. Ἀπὸ τότε, κοντὰ στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, ζεῖ πολλὲς περιπέτειες γιὰ τὴν διάδοση τοῦ μηνύματος τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας.

Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου, ὁ Τιμόθεος ἐπιστρέφει στὴν Ἔφεσο καὶ ἐκεῖ συνεχίζει τὴν διαποίμανση τῆς περιοχῆς ποὺ τοῦ εἶχε ἀναθέσει. Κατὰ τὴν παράδοση, ἐκεῖ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τοὺς ἐξαγριωμένους ὄχλους τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐπειδὴ ἐπέκρινε τὰ ὄργιά τους σὲ μία σειρὰ γιορτῶν τῆς Ἀρτέμιδος τῆς Ἐφεσίας. Ἔτσι, δίκαια θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβει καὶ ὁ Τιμόθεος αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ διδάσκαλός του, ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος του:
«Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος Κριτής». Δηλαδή, τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου ἀγωνίστηκα, τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς τελείωσα καὶ τὴν πίστη διαφύλαξα. Λοιπόν, μοῦ ἐπιφυλάσσεται ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ ἀποδώσει ὁ Κύριος τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, σὰν δίκαιος Κριτής.

Τὸ δὲ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, μετακομίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε μέσα στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ τῶν Ἁγ. Ἀπ. Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καί νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθήν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τά ἀπόρρητα, καί τήν πίστιν τηρήσας, τόν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἀπόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος α’. Χορός, Ἀγγελικὸς.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, ἀνυμνήσωμεν πάντες, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ ἡγιασμένος ὁ Σαμάκος




Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κρήτης, ἀπὸ ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνομαζόταν Κεράμων. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, ὅταν ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία τὸν παρέδωσαν σ᾿ ἕναν δάσκαλο, σεβάσμιο πνευματικὸ πατέρα, ποὺ κατοικοῦσε στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Δερματάνου ὅπως πολλοὶ τὸ ἤξεραν. Αὐτὸ βρισκόταν κοντὰ στὴ θάλασσα, στὸν Χάνδακα (Ἡράκλειο). Ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ ἔμαθε τὴν θεία θεωρία καὶ καλλιγραφοῦσε.

Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, μοίρασε τὴν μεγάλη κληρονομιά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐπιδόθηκε περισσότερο στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Ἀργότερα ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει ἱερέας καὶ νὰ πάει νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ μονύδριό του καὶ ἔζησε ζωὴ ἁγία μὲ ἀγάπη καὶ ἐλεημοσύνες πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Πέθανε πάνω ἀπὸ 70 χρονῶν στὶς 22-1-1511.

Τὸ 1669, στὶς 29 Αὐγούστου, οἱ συγγενεῖς του ἔφεραν τὸ ἅγιο λείψανό του στὴ Ζάκυνθο. Μνήμη τῆς εὑρέσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος Παναγίας «Ἐλεήστριας» Κορώνης, ἐν Μεσσηνίᾳ (1897).

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῶν Κρητῶν τέ τόν γόνον καί Ζακύνθου τό καύχημα, τῶν πατέρων κλέος καί δόξα Ἰωσήφ τόν ἀοίδημον τιμήσωμεν ἕν ὕμνοις οἰ πιστοί οὔ δόξη ἀρρήτω ἡ Τριάς ἐτιμήσατο τό σκῆνος διασώσασα ἄφθορον. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἀναδείξαντι φρουρόν καί ἄμισθον πιστοῖς ἰατρόν τοῖς κάμνουσι.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν πιστῶν προΐστασαι καί ἁπαλλάττεις, ἀπό πάσης θλίψεως ταῖς σαῖς πρεσβεῖες πρός θεόν ὤ Ἰωσήφ παναοίδιμε κλέος καί δόξα ὀσίων καύχημα.

Μεγαλυνάριον 
Χαίροις ὀ τῆς Κρήτης γόνος λαμπρός, χαίροις Ἐκκλησίας ὀ ἀσύλητος θησαυρός, χαίροις τῆς Ζακύνθου ὀ φύλαξ καί προστάτης, ὤ Ἰωσήφ τρισμάκαρ πιστῶν τό καύχημα.

Οἱ Ἅγιοι Μανουήλ, Γεώργιος, Πέτρος, Λέων, Γαβριήλ, Σιώνιος, Ἰωάννης, Λέων, Πάροδος καὶ ἄλλοι 377

Ὁ Μανουὴλ ἦταν Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων μαζὶ μὲ ἄλλους ἐπισκόπους, Γεωργίου ἐπισκόπου Δολβέρτου καὶ ἐπισκόπου Πέτρου, καθὼς καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους χριστιανούς, ὅταν οἱ Βούλγαροι κατέβηκαν νὰ πολεμήσουν κατὰ τοῦ Βυζαντίου ἐπὶ Λέοντος Ἀρμενίου τοῦ εἰκονομάχου (815). 

Ἡγέτης τους ἦταν ὁ Κροῦμος καὶ κατέλαβαν τὴν Ἀδριανούπολη. Τρεῖς μέρες οἱ αἱμοχαρεῖς ἔσφαζαν τοὺς χριστιανούς. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κρούμου οἱ διάδοχοί του Δούκουμος καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ Δίτσεγγος, ἔδειξαν θηριώδη συμπεριφορὰ στοὺς ἄτυχους χριστιανούς. Ὁ δὲ Μουρτάγων μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔκοψε ἀπὸ τοὺς ὤμους τὰ χέρια τοῦ Μανουὴλ καὶ τὸ σῶμα του τὸ ἔριξε στὰ σκυλιά. Ἐπίσης, τοὺς ἐπισκόπους Γεώργιο καὶ Πέτρο, ἀφοῦ τοὺς καταξέσχισε, κατόπιν τοὺς ἀποκεφάλισε. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ἀποκεφάλισε τοὺς στρατηγοὺς Λέοντα καὶ Ἰωάννη, τοῦ ἐπισκόπου Νικαίας Λέοντα ξέσχισε τὴν κοιλιὰ μὲ ξίφος καὶ τοὺς Γαβριὴλ καὶ Σιώνιο ἀποκεφάλισε. Τὸν δὲ σεβάσμιο πρεσβύτερο Πάροδο λιθοβόλησε, καὶ ἄλλους 377 χριστιανοὺς ἀποκεφάλισε

Ὅσιος Μακάριος ἐκ Ρωσίας



Ὁ Ὅσιος Μακάριος τοῦ Ζαμπίνσκιϋ, κατά κόσμον Ὀνούφριος, καταγόταν ἀπό τή Ρωσία καί γεννήθηκε τό ἔτος 1539 μ.Χ. Μόνασε στή μονή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς πόλεως Ζαμπύν ποῦ βρίσκεται στήν ἐπαρχία τοῦ Ταμπώφ. Ὁ Θεός τόν ἀξίωσε τοῦ θαυματουργικοῦ χαρίσματος, γι’ αὐτό καί ἐπονομάζεται Θαυματουργός.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1623 μ.Χ.

Θαύματα Παναγίας Παραμυθίας και Παναγίας Παντανάσσης

Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ

Η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Παραμυθίας
Πρόλογος
Ο πόνος είναι ένας απρόσμενος και απρόσκλητος επισκέπτης. «Δεν υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος ζει αυτή την πρόσκαιρη ζωή χωρίς λύπη. Κι’ αν δεν συμβαίνει αυτό σήμερα, θα συμβεί αύριο· κι’ αν δεν συμβεί αύριο θα έρθει η λύπη στο μέλλον» λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Όπως κανείς άνθρωπος δεν είναι αθανάτος, έτσι κανείς δεν είναι χωρίς λύπη. Η διάφορα βρίσκεται στο μέγεθός της. Κάποτε στη διάρκεια της επίγειας ζωής μας θα συναντήσουμε αυτόν τον ενοχλητικό επισκέπτη. Μπορεί η ένταση του πόνου να είναι δύσκολη ή εύκολη, να είναι μικρή ή μεγάλη, να είναι δυνατή και κουραστική.
Η είσοδος του πόνου, των λυπηρών, των διαφόρων ασθενειών που ταλαιπωρούν το σώμα και τη ψυχή του ανθρώπου έγινε μετά την παράβαση και την παρακοή του στην εντολή του Θεού μέσα στον Παράδεισο. Η χωρίς πόνο και λύπες ζωή των πρωτοπλάστων διακόπηκε με τη θέλησή τους. Η μεταπτωτική κατάσταση συνδέθηκε με τη φθορά και το θάνατο. Η ασθένεια άρχισε από τον πρώτο άνθρωπο και στη συνέχεια κυρίευσε όλο το ανθρώπινο γένος γράφει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. Μετά την αμαρτία «πόνος και θλίψις και οδύνη αυτώ επέπεσεν». Η θλίψη, ο στεναγμός, το κλάμα, τα δάκρυα, το πένθος και ο θάνατος θα εξαλειφθούν στη άλλη ζωή.
Στην Π.Δ φαίνεται η αρρώστια να είναι τιμωρία του Θεού λόγω της παραβάσεως των εντολών του. Όποιος φυλάσσει τις εντολές δεν κινδυνεύει να αρρωστήσει ( Εξ. 15, 26). Ο Θεός εάν δεί τον άνθρωπο να μετανοεί μετά την παράβαση τότε επεμβαίνει ως ιατρός, τον θεραπεύει και τον παρηγορει.

Παναγία Παραμυθία. Εικόνα αγιογραφημένη από το Αγιογραφείο της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου
.Όποιος παραβαίνει τις εντολές του Θεού στην ουσία διαλέγει να ζήσει αντίθετα προς τη φύση του, όπως δημιουργήθηκε από αυτόν. Οι εντολές θέτουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινείται ο άνθρωπος. Εάν, ως ελεύθερος, τα υπερβεί, υφίσταται τις συνέπειες. «Εκείνος που αμαρτάνει ενώπιον του δημιουργού του θα πέσει στα χέρια των γιατρών» . Ο Θεός λοιπόν δεν τιμωρεί, γιατί είναι αγάπη. Ο άνθρωπος τιμωρεί τον εαυτό του παραβαίνοντας την τάξη που έθεσε ο Θεός κατά τη δημιουργία του κόσμου.
Αυτό φαίνεται στη σημερινή κοινωνία της αφθονίας των αγαθών και της άμετρης καταναλώσεώς τους χάριν της απολαύσεως. Αρρώστιες που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο και θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του οφείλονται στον τρόπο ζωής και διατροφής του. «Από την ανώμαλη και ανισόρροπη δίαιτα πολλές φορές γεννώνται αρρώστιες σε πολλούς» . Στην πατερική διδασκαλία συνδέονται τα σωματικά με τα ψυχικά πάθη. Η λαιμαργία, που είναι ψυχικό πάθος, οδηγεί τον άνθρωπο στην πολυφαγία που είναι σωματικό πάθος. Ο Κύριός μας απαλλάσσει την άρρωστη ψυχή από την αμαρτία θεραπεύοντας το σώμα. Μερικοί πάσχουν σωματικά λόγω της ψυχικής τους κακοήθειας .
Στην Καινή Διαθήκη η αρρώστια είναι ο παιδαγωγικός τρόπος τον οποίον χρησιμοποιεί ο Θεός για να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία. Ο πόνος και η αρρώστια κάνουν τον άνθρωπο χωρητικό της χάριτος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος καυχάται λέγοντας «μέ πολλή ευχαρίστηση θα καυχώμαι περισσότερο στις αρρώστιες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η χάρη του Θεού» ( Β΄Κορ. 12, 9). Ο Μέγας Βασίλειος εξηγεί ότι οι άγιοι αρρωσταίνουν για να μή φανεί ότι υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσεως ή ότι διαφέρουν στην φύση τους από τους άλλους ανθρώπους.
Όταν αρρωστήσει ο άνθρωπος καταφεύγει στην ιατρική επιστήμη. Είναι χρήσιμη και απαραίτητη. Ο Θεός «έδωσε στους ανθρώπους την ιατρική επιστήμη για να δοξάζονται με τα θαυμάσιά του, με αυτά θεράπευσε και αφαίρεσε τον πόνο του αρρώστου» . Ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος σπούδασε την ιατρική της εποχής του, γράφει ότι ο Θεός για να βοηθήσει την ασθενική φύση μας παραχώρησε τις διάφορες τέχνες ανάμεσα σ’ αυτές και την ιατρική. «Το να στηρίξουμε την ελπίδα της υγείας μας στα χέρια των γιατρών είναι κτηνώδες, αυτό βλέπουμε το παθαίνουν μερικοί άθλιοι, που επιμένουν να ονομάζουν τους γιατρούς σωτήρες. Το να αποφεύγουμε εντελώς τις ωφέλειες που μας παρέχει, φανερώνει ισχυρογνωμοσύνη» .
Χρειάζεται και η επιστήμη και η βοήθεια του Θεού. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει οσιώτατος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής σε μια επιστολή του: «Μου έστειλαν ένα ιδιότροπον φάρμακον, και αυτό, μετά Θεόν, ήτον η θεραπεία μου. Είχα σαράντα ημέρες να φάγω. Όταν επήρα το φάρμακον, έφαγα, εκοιμήθην, εκαλυτέρευσα. Δόξα σοι ο Θεός! Αρχισα κάπως να κινούμαι και να γράφω…
Εγώ, ήλθαν κοντά μου πολλοί, και με προσευχήν και νηστείαν εθεραπεύθησαν. Τώρα όμως, δεν με ακούει ο Κύριος, διά να μάθω και τα φάρμακα και τους ιατρούς. Να γίνω συγκαταβατικός εις όλους.
Εδιάβασα και του Αγίου Νεκταρίου τες επιστολές και είδα πόσον προσείχε εις τους ιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσον μεγάλος Άγιος! Εγώ ο πτωχός ασκητής όλο εις την έρημον εγήρασα και ήθελα μόνον με την πίστιν να θεραπεύσω. Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η χάρις. Λοιπόν τώρα θα λέγω και εγώ ωσάν τον Άγιον: «Κύταξε να γίνης καλά· να διορθώσεις τα νεύρα σου με ό,τι τρόπον ημπορείς, και θα εύρης πάλιν την προσευχήν σου και την ειρήνην» .
Παγκόσμιο λοιπόν φαινόμενο η αρρώστια. Όλοι αρρωσταίνουν. Και οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι. Και οι απόστολοι και οι άγιοι. Πιο πολύ πόνεσε εκούσια, για χάρη μας, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Υπέμεινε το οδυνηρό μαρτύριο της σταυρώσεως. Μπορούσε να το αποφύγει. Μπορούσε να μή αισθανθεί τους φρικτούς πόνους χρησιμοποιώντας τη θεϊκή δύναμή του. Δεν το έκανε και ήπιε το πικρό ποτήρι του θανάτου. Από τότε στέκεται δίπλα μας ως Θεός παρακλήσεως και παρηγοριάς.

Εικόνα της Παναγίας της Παντάνασσας
Βαθύτατο πόνο έζησε και η Θεοτόκος βλέποντας πάνω στον σταυρό τον αγαπημένο Υιό και Θεό της. Όπως της προείπε ο Συμεών πέρασε τη ψυχή της ρομφαία, δηλαδή μαχαίρι κοφτερό. Πόνο ένοιωθε σε όλη της τη ζωή όταν έβλεπε να περιφρονείται και να υβρίζεται ο Κύριος. Στους λόγους των πατέρων και την υμνολογία της Εκκλησίας καταγράφεται ο μητρικός θρήνος της Θεοτόκου. Στα σταυροθεοτοκία, ύμνους που έγραψε ο Λέων ο ΣΤ΄, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, παρουσιάζεται η θλίψη της Θεομήτορος για τον άδικο θάνατο του Χριστού. Ενώ όλη η κτίση χαίρεται για τη λύτρωση που προσφέρει ο υψούμενος στο σταυρό Υιός της, η ίδια απευθυνόμενη σ’ αυτόν και «βοώσα εν οδύνη» λέει ότι «τη ρομφαία της λύπης σπαράττομαι δεινώς», «τά σπλάγχνα δονούμαι». Τα καρφιά με τα οποία κάρφωσαν τα χέρια του Χριστού πλήγωσαν και τη δική της καρδιά. Κοντά στο σταυρό «ωλοφύρετο κλαυθμώ» «πόνους υπομείνασα πολλούς…δακρύουσα και αλαλάζουσα».
Ο λαός του Θεού βλέποντας το μεγάλο θεομητορικό πόνο θεώρησε την Παναγία και δική του καταφυγή, σκέπη, ελπίδα και βοηθό στις διάφορες θλίψεις και ανάγκες. Στρέφεται ολόψυχα στην άμετρο συμπάθεια και τους οικτιρμούς, την «κραταιάν αντίληψιν» και θερμή προστασία της Θεοτόκου.
Στην σημερινή εποχή που ο άνθρωπος έχασε τη πίστη και την ελπίδα του και ζει μέσα στη απαρηγόρητη μοναξιά χρειάζεται στήριγμα και παραμυθία. Η αρρώστια χρειάζεται υπομονή και ελπίδα. Αν δεν την έχει ο άρρωστος τότε αυξάνει τους πόνους του. Ο υπομονητικός άνθρωπος θα πάρει μεγάλο μισθό από το Θεό, αν υπομείνει αγόγγυστα την βαρειά ταλαιπωρία της αρρώστιας. Ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από χρόνιες ασθένειες που τις συνοδεύουν δυνατοί πόνοι δεν πρέπει να απελπίζονται, δεν πρέπει να χάνουν το θάρρος τους. Όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος: «Ο άνθρωπος, όταν είναι τελείως καλά στην υγεία του, δεν είναι καλά. Καλύτερα να έχει κάτι. Εγώ, τόσο ωφελήθηκα από την αρρώστια, δεν ωφελήθηκα από όλη την άσκηση, που είχα κάνει μέχρι τότε».
Όσοι πάσχετε και αισθάνεσθε αδύναμοι έχετε ασφαλές καταφύγιο, είναι η Παναγία μας, εμπιστευθείτε Την. Καταφύγετε με την προσευχή σας σ’ Αυτήν. Ζητείστε τις πρεσβείες Της. Θα έχετε γρήγορα απάντηση. Αυτό καταγράφουν οι μαρτυρίες που περιέχονται στο μικρό αυτό βιβλίο. Είναι οι θαυματουργικές επεμβάσεις διά μέσου των ιερών εικόνων της Παραμυθίας και της Παντανάσσης.
Πιστεύουμε ότι και η έκδοση αυτή της Ιεράς Μονής μας θα βοηθήσει τους πιστούς χριστιανούς, και μάλιστα τους πονούντας και θλιβομένους και αυτούς που τους συμπαρίστανται, ώστε να βρούν στήριγμα και παρηγορία αλλά και να δοξάσουν την Υπερευλογημένη Θεοτόκο για την συμπάθειά της προς το ανθρώπινο γένος.
Ο Καθηγούμενος
τής Ιεράς Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου
πηγή: Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Θαύματα Παναγίας Παραμυθίας και Παναγίας Παντανάσσης, Άγιον Όρος

Γιατί ο Μωυσής για ένα παραμικρό σφάλμα στερήθηκε την Γη της Επαγγελίας;


-Γέροντα, γιατί ο Μωυσής για ένα παραμικρό σφάλμα στερήθηκε την Γη της Επαγγελίας; 
-Δεν ήταν παραμικρό σφάλμα ήταν δυσπιστία. Ο Θεός είχε περάσει τους Ισραηλίτες από την Ερυθρά Θάλασσα, τους είχε βγάλει νερό στο Σινά, τους έτρεφε με το μάννα, τόσα θαυμαστά γεγονότα τους είχε δείξει και αυτοί, όταν τους έλειψε πάλι το νερό, γόγγυσαν. Και ο Μωυσής, όταν του είπε ο Θεός να χτυπήση τον βράχο, για να βγη νερό, δυσπίστησε. «Μήπως μπορεί να βγη απ' αυτόν τον βράχο νερό;», είπε...
Γι' αυτό μετά ο Θεός του έβαλε εκείνον τον κανόνα: «Για τιμωρία, του είπε, μόνον από μακριά θα δη την Γη της Επαγγελίας».
Αν ο Θεός δεν τους είχε βγάλει κι άλλη φορά νερό με θαυμαστό τρόπο, θα είχε ο Μωυσής κάποια ελαφρυντικά τώρα όμως ήταν αδικαιολόγητος για την δυσπιστία του, γι' αυτό ο Θεός δεν επέτρεψε να μπη στην Γη της Επαγγελίας. 



  Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

Συναξαριστής της 22ας Ιανουαρίου

Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ἀπόστολος

 


Γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνα πατέρα καὶ Ἰουδαία μητέρα, τὴν Εὐνίκη, στὰ Λύστρα τῆς Λυκαονίας. Στερήθηκε πολὺ νωρὶς τὸν πατέρα του, καὶ ἡ γιαγιά του Λωΐδα ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀκόμα τοῦ δίδαξε τὴν Ἁγία Γραφή.

Ὅταν πέρασε ὁ Παῦλος ἀπὸ τὰ Λύστρα, ἐκτίμησε τὰ πνευματικά του χαρίσματα καὶ εἶδε σ᾿ αὐτὸν ἕνα σπουδαῖο ἀποστολικὸ ἐργάτη. Τὸν διαπαιδαγωγεῖ ἀνάλογα, τὸν καθιστᾶ ἐπίσκοπο Ἐφέσου καὶ ἀπὸ τὴν 2η ἀποστολική του περιοδεία ὁ Παῦλος παίρνει τὸν Τιμόθεο συνοδό του. Ἀπὸ τότε, κοντὰ στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, ζεῖ πολλὲς περιπέτειες γιὰ τὴν διάδοση τοῦ μηνύματος τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας.

Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου, ὁ Τιμόθεος ἐπιστρέφει στὴν Ἔφεσο καὶ ἐκεῖ συνεχίζει τὴν διαποίμανση τῆς περιοχῆς ποὺ τοῦ εἶχε ἀναθέσει. Κατὰ τὴν παράδοση, ἐκεῖ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τοὺς ἐξαγριωμένους ὄχλους τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐπειδὴ ἐπέκρινε τὰ ὄργιά τους σὲ μία σειρὰ γιορτῶν τῆς Ἀρτέμιδος τῆς Ἐφεσίας. Ἔτσι, δίκαια θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβει καὶ ὁ Τιμόθεος αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ διδάσκαλός του, ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος του:
«Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος Κριτής». Δηλαδή, τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου ἀγωνίστηκα, τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς τελείωσα καὶ τὴν πίστη διαφύλαξα. Λοιπόν, μοῦ ἐπιφυλάσσεται ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ ἀποδώσει ὁ Κύριος τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, σὰν δίκαιος Κριτής.

Τὸ δὲ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, μετακομίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε μέσα στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ τῶν Ἁγ. Ἀπ. Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καί νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθήν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τά ἀπόρρητα, καί τήν πίστιν τηρήσας, τόν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἀπόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος α’. Χορός, Ἀγγελικὸς.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, ἀνυμνήσωμεν πάντες, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης

 


Ἔζησε τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. στὰ χρόνια του βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Χοσρόη καὶ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ἡρακλείου. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ῥαζὴχ τῆς ἐπαρχίας Ῥασνουνί. Γιὸς Πέρση, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν Μάγων, εἶχε λάβει ἀξιόλογη ἐκπαίδευση καὶ εἶχε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ προβλήματα.

Ὅταν ὁ Χοσρόης κυρίευσε τὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 614, καὶ ἔστειλε τὸν Τίμιο Σταυρὸ στὴν Περσία, οἱ μορφωμένοι Πέρσες ἐνδιαφέρθηκαν πολὺ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θρησκεία Του. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Μαζοενδὰτ (κατ᾿ ἄλλους Μαγουνδάτ), ὁ γιὸς τοῦ Βάβ, ποὺ κατέληξε στὸ ν᾿ ἀποφασίσει ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία. Γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου βαπτίσθηκε, ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Ἰουστίνου (κατ᾿ ἄλλους τοῦ Ἁγίου Σάββα) καὶ μετονομάσθηκε Ἀναστάσιος. Κατόπιν πῆγε στὴν Καισάρεια, ὅπου θεώρησε καθῆκον του νὰ προσηλυτίσει στὸν χριστιανισμὸ τὴν ἐκεῖ περσικὴ φρουρά.

Στὴν προσπάθειά του αὐτή, καταγγέλθηκε στὸν διοικητὴ Μαρζαβανά. Αὐτός, ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Ἀναστάσιος ἦταν γιὸς Μάγου, προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν περσικὴ θρησκεία. Ἀπέτυχε ὅμως καὶ διέταξε τὸ θάνατό του μὲ ἀπαγχονισμό. Ἀλλ᾿ ὅταν τὸν ἔπνιγαν, τὴν τελευταία στιγμὴ ποὺ θὰ πέθαινε τὸν ἔλυσαν, γιὰ νὰ δεῖ ὅτι καὶ θὰ τὸν ἀποκεφάλιζαν. Ὁ Ἀναστάσιος μειδίασε εὐτυχισμένος, διότι ἀξιώθηκε ὄχι μόνο νὰ πιστέψει, ἀλλὰ καὶ νὰ πάθει γιὰ τὸ Χριστό.

 


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Τήν πλάνην ἀφέμενος, τήν τῶν Περσῶν νουνεχῶς, τή πίστει προσέδραμες, τή τοῦ Χρίστου εὐσεβῶς, σοφέ Ἀναστάσιε, ὄθεν καί ἕν ἀσκήσει, διαπρέψας ἐνθέως, ἤθλησας ὑπέρ φύσιν, καί τόν ὄφιν καθεῖλες διό διπλῶ στεφάνω, θεόθεν ἐστεφάνωσαι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος α’. Χορός, Ἀγγελικὸς.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, ἀνυμνήσωμεν πάντες, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.

 
Οἱ Ἅγιοι Μανουήλ, Γεώργιος, Πέτρος, Λέων, Γαβριήλ, Σιώνιος, Ἰωάννης, Λέων, Πάροδος καὶ ἄλλοι 377

Ὁ Μανουὴλ ἦταν Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων μαζὶ μὲ ἄλλους ἐπισκόπους, Γεωργίου ἐπισκόπου Δολβέρτου καὶ ἐπισκόπου Πέτρου, καθὼς καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους χριστιανούς, ὅταν οἱ Βούλγαροι κατέβηκαν νὰ πολεμήσουν κατὰ τοῦ Βυζαντίου ἐπὶ Λέοντος Ἀρμενίου τοῦ εἰκονομάχου (815).

Ἡγέτης τους ἦταν ὁ Κροῦμος καὶ κατέλαβαν τὴν Ἀδριανούπολη. Τρεῖς μέρες οἱ αἱμοχαρεῖς ἔσφαζαν τοὺς χριστιανούς. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κρούμου οἱ διάδοχοί του Δούκουμος καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ Δίτσεγγος, ἔδειξαν θηριώδη συμπεριφορὰ στοὺς ἄτυχους χριστιανούς. Ὁ δὲ Μουρτάγων μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔκοψε ἀπὸ τοὺς ὤμους τὰ χέρια τοῦ Μανουὴλ καὶ τὸ σῶμα του τὸ ἔριξε στὰ σκυλιά. Ἐπίσης, τοὺς ἐπισκόπους Γεώργιο καὶ Πέτρο, ἀφοῦ τοὺς καταξέσχισε, κατόπιν τοὺς ἀποκεφάλισε. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ἀποκεφάλισε τοὺς στρατηγοὺς Λέοντα καὶ Ἰωάννη, τοῦ ἐπισκόπου Νικαίας Λέοντα ξέσχισε τὴν κοιλιὰ μὲ ξίφος καὶ τοὺς Γαβριὴλ καὶ Σιώνιο ἀποκεφάλισε. Τὸν δὲ σεβάσμιο πρεσβύτερο Πάροδο λιθοβόλησε, καὶ ἄλλους 377 χριστιανοὺς ἀποκεφάλισε.

 
Ὁ Ἅγιος Βικέντιος ὁ διάκονος

Ὑπῆρξε ἐπὶ βασιλείας Μαξιμιανοῦ καὶ ἡγεμόνος Δομετιανοῦ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Αὐγουστόπολη καὶ ἦταν διάκονος τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας. Συνελήφθη μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Οὐαλλέριο στὴ Βαλεντία καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό.

(Πιθανὸν νὰ εἶναι ὁ ἴδιος με αὐτὸν τῆς 11ης Νοεμβρίου).

 
Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ ἡγιασμένος ὁ Σαμάκος

 


Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κρήτης, ἀπὸ ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνομαζόταν Κεράμων. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, ὅταν ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία τὸν παρέδωσαν σ᾿ ἕναν δάσκαλο, σεβάσμιο πνευματικὸ πατέρα, ποὺ κατοικοῦσε στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Δερματάνου ὅπως πολλοὶ τὸ ἤξεραν. Αὐτὸ βρισκόταν κοντὰ στὴ θάλασσα, στὸν Χάνδακα (Ἡράκλειο). Ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ ἔμαθε τὴν θεία θεωρία καὶ καλλιγραφοῦσε.

Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, μοίρασε τὴν μεγάλη κληρονομιά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐπιδόθηκε περισσότερο στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Ἀργότερα ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει ἱερέας καὶ νὰ πάει νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ μονύδριό του καὶ ἔζησε ζωὴ ἁγία μὲ ἀγάπη καὶ ἐλεημοσύνες πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Πέθανε πάνω ἀπὸ 70 χρονῶν στὶς 22-1-1511.

Τὸ 1669, στὶς 29 Αὐγούστου, οἱ συγγενεῖς του ἔφεραν τὸ ἅγιο λείψανό του στὴ Ζάκυνθο. Μνήμη τῆς εὑρέσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος Παναγίας «Ἐλεήστριας» Κορώνης, ἐν Μεσσηνίᾳ (1897).

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῶν Κρητῶν τέ τόν γόνον καί Ζακύνθου τό καύχημα, τῶν πατέρων κλέος καί δόξα Ἰωσήφ τόν ἀοίδημον τιμήσωμεν ἕν ὕμνοις οἰ πιστοί οὔ δόξη ἀρρήτω ἡ Τριάς ἐτιμήσατο τό σκῆνος διασώσασα ἄφθορον. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἀναδείξαντι φρουρόν καί ἄμισθον πιστοῖς ἰατρόν τοῖς κάμνουσι.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν πιστῶν προΐστασαι καί ἁπαλλάττεις, ἀπό πάσης θλίψεως ταῖς σαῖς πρεσβεῖες πρός θεόν ὤ Ἰωσήφ παναοίδιμε κλέος καί δόξα ὀσίων καύχημα.

Μεγαλυνάριον 
Χαίροις ὀ τῆς Κρήτης γόνος λαμπρός, χαίροις Ἐκκλησίας ὀ ἀσύλητος θησαυρός, χαίροις τῆς Ζακύνθου ὀ φύλαξ καί προστάτης, ὤ Ἰωσήφ τρισμάκαρ πιστῶν τό καύχημα.

 
Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος Διάκονος

(Ῥῶσος, 12ος αἰ.).
 

 
Ὅσιος Μακάριος ἐκ Ρωσίας 

 


Ὁ Ὅσιος Μακάριος τοῦ Ζαμπίνσκιϋ, κατά κόσμον Ὀνούφριος, καταγόταν ἀπό τή Ρωσία καί γεννήθηκε τό ἔτος 1539 μ.Χ. Μόνασε στή μονή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς πόλεως Ζαμπύν ποῦ βρίσκεται στήν ἐπαρχία τοῦ Ταμπώφ. Ὁ Θεός τόν ἀξίωσε τοῦ θαυματουργικοῦ χαρίσματος, γι’ αὐτό καί ἐπονομάζεται Θαυματουργός.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1623 μ.Χ.

Γέροντα με ταλαιπωρούν κάτι άσχημα όνειρα..


-Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα. Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος.
Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρεθεί, όταν ξυπνήσει.
Για αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία να κανείς τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα-δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει.
Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας.
Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.

-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;

-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο. Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.

Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου. Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε: «Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις. Τα ακούς; Θα πεθάνεις».
Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατο του, θα του το πει μα καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, για αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τι ακούς; Θα πεθάνεις»!

-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;

-Καλύτερα, ξυπνάει ...Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.

-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;

-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά.
Για αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία. Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό. «Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει!
Ήταν μέσα στα λιοντάρια, παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν . Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό, κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός;» . Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;

-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα

-Καλύτερα που δεν βλέπουν! δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια, ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες γιατί καταργείται ο χρόνος. Να, από αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς το ψαλμικό: «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε».

Από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ τ. Γ΄»

ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ

ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ
ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ 
Χαράλαμπος Α. Μηνάογλου
Υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
 [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

[…]
Οι ειδωλολάτρες στρέφονται ανοικτά εναντίον της Εκκλησίας από τα χρόνια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ο κόσμος που υποτίθε­ται πως αντιπροσωπεύουν είναι ο αρχαιοελληνικός και γι’ αυτό οι ε­πιθέσεις τους κατά της Ορθοδοξίας προκαλούν σοβαρή σύγχυση στην αυτοσυνειδησία του Νέου Ελληνισμού. Αυτή την κατάσταση προσπα­θεί απεγνωσμένα να εκμεταλλευθεί και ο τεκτονισμός ύστερα από την εμφάνισή του στην καθ’ ημάς Ανατολή, κάπου μέσα στο πρώτο μισό του 18ουαιώνα[1]. Επενδύει στο κύρος του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και χρησιμοποιεί διάφορα στοιχεία της ειδωλολατρικής θρησκεί­ας για να καλύψει το θρησκευτικό του τυπικό[2]. Βέβαια πρέπει να ση­μειωθεί ότι ο τεκτονισμός δεν εξετάζεται εδώ ως ένα σύνολο από απο­λύτως πανομοιότυπες στοές. Οι στοές έχουν αναπτύξει κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες πολλές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, τόσο σε τελετουργικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι υπάρχουν ομαδο­ποιήσεις στοών τόσο εθνικές, όσο και διεθνείς. Άλλες από αυτές διακρίνονται από αρχαιοπληξία και υιοθετούν ξεκάθαρα ειδωλολατρικές δοξασίες, ενώ άλλες χρησιμοποιούν μόνο σύμβολα και ονόματα της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.
Το πρώτο επίπεδο στο οποίο ο τεκτονισμός υιοθετεί την ειδωλο­λατρία είναι αυτό των ονομάτων και των συμβόλων, τα οποία χρησι­μοποιούνται από όλες τις στοές[3]. Η Αθηνά, ο Ορφέας, ο Απόλλωνας, ο Ερμής ο Τρισμέγιστος, το ρόπαλο του Ηρακλή, ο Μίθρας, η Άρτεμις, η Δήμητρα, ο Διόνυσος, η Περσεφόνη, η Ρέα, ο Άδωνις και άλλες αρχαίες θεότητες[4]καθώς και σχετικά με αυτές αντικείμενα χρησιμοποιούνται συχνά από τους μασόνους, οι οποίοι τους αποδίδουν διάφορες μορφές λατρείας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση τηςΑθηνάς, καθώς αποτελεί την θεότητα που περισσότερο έχει υιοθετήσει η νεοελληνική συνείδη­ση. Το δεύτερο μισό του 18ουαιώνα, κατά το όποιο επανεμφανίζεται με κάποια συχνότητα σε βιβλία, σφραγίδες και ζωγραφικές αναπαραστά­σεις[5], συμπίπτει με την περίοδο εισόδου του τεκτονισμού στον ελληνικό χώρο. Επιλέγεται από τους τέκτονες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την παραδοσιακή αγάπη των Ελλήνων για τη γνώση, μιας και η κόρη του Δία συμβόλιζε τη σοφία. Ως τέτοιο σύμβολο μπορεί να γίνει ευκολότερα και ευρύτερα αποδεκτό ανάμεσα στους Ρωμηούς, από όσο θα γινόταν ο Διόνυσος, για παράδειγμα, το σύμβολο της κραιπάλης[6]. Έτσι,οι μασόνοι ευελπιστούν πως θα δημιουργήσουν μία εστία αποδοχής και των δικών τους δοξασιών καθιστώντας τηνΑθηνάκεντρικό τους σύμ­βολο. 
Ο τεκτονισμός κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες προσπάθη­σε να προωθήσει και εμμέσως την ειδωλολατρίααπορρίπτοντας τηνΠ. Διαθήκηκαι εξυμνώντας τονΙουλιανό. Η καταδίκη μάλιστα τηςΠ. Διαθήκηςαπό τον 18οαιώνα περνά και σε πολλούς μη τέκτονες, εμφορούμενους πάντως από την αντίστοιχη αντεκκλησιαστική και δυτικόφερτη νοοτροπία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις στοές της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 18ουαιώνα γινόταν αποδεκτός ο όρκος στην Καινή Διαθήκη, ενώ αποκλειόταν στην Παλαιά[7].
Οστόχος αυτής της πρακτικής είναι διπλός: πρώτον, εξασφαλίζει τον περιορισμό της αντίστασης της συνείδησης του προσηλυτισμένου, αφού του επιτρέπεται επιφανειακά να διατηρήσει την πίστη του· δεύ­τερον, προλειαίνει το έδαφος για την πλήρη απόσχιση του νεοεισελθόντος από κάθε χριστιανική πρακτική η σκέψη μετανοίας, καθώς η Καινή Διαθήκη δεν ερμηνεύεται ορθά χωρίς την Παλαιά, ενώ εύκο­λα μπορεί να σχετικοποιηθεί. Συνήθως η αμφισβήτηση της Καινής εκκινεί από την Παλαιά, καθώς η εξαρχής μομφή κατά της πρώτης είναι εξαιρετικά σπάνιο να γίνει αποδεκτή. Ο Βολταίρος θα γίνει ο τέκτονας[8]που περισσότερο από κάθε άλλον θα αμφισβητήσει το κύρος της Π. Διαθήκης, πράγμα που τον κατέστησε τον γνωστότερο αντεκκλησιαστικό λόγιο στην Ανατολή[9].
Από την άλλη πλευρά η θετική προβολή τουΙουλιανού, ο οποίος χαρακτηρίζεται συνήθως ως υπερασπιστής της ελευθερίας της σκέψεως και της αρχαίας σοφίας[10], αποσκοπεί στην ηρωοποίηση των ειδωλολατρών. Η σθεναρή απόφαση των Ρωμηών να μην εγκαταλείψουν την πίστη τους στον Χριστό, παρά τις προσπάθειες του εκτός τόπου και χρόνου αυτοκράτορα, παρουσιάζεται ως δίωξη των θρησκευτικών πεποιθήσεων των τιμώντων τα είδωλα.
Η ενίσχυση της ειδωλολατρίας, που επιδιώκεται με τις παραπάνω πρακτικές, δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η έτσι κι αλλιώς χαμένη αρχαία λατρεία στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρει καθ’ εαυτή τους τέ­κτονες. Δεν επιδιώκουν πρωτίστως την επαναφορά της, καθώς βεβαί­ως δεν γνωρίζουν πως ακριβώς επετελείτο, αλλά δείχνουν την προτί­μησή τους στονσυγκρητισμό. Η ανάμειξη όλων των θρησκειών σε μία πανθρησκεία είναι η πλέον συμφέρουσα λύση για τους τέκτονες, οι οποίοι εξασφαλίζουν με αυτό τον τρόπο τόσο την αποκοπή των αν­θρώπων από τον Θεό, όσο και την δική τους παγκόσμια κυριαρχία. Αυτός που θα ελέγχει την πανθρησκεία, θα ελέγχει και τους οπαδούς της δημιουργώντας μία νέα μορφή υπερεξουσίας τελείως ανεξέλεγκτη[11].
Μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η παρουσία στα τυπικά των τε­κτόνων ονομάτων και συμβόλων που προέρχονται πέρα από την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία και από τον μωαμεθανισμό, τον βουδισμό, τον ινδουισμό και βεβαίως τον ιουδαϊσμό. Είναι χαρακτηριστικό μάλι­στα πως αρχικά επιτρέπεται στους νεοεισελθόντες στη μασονία να διατηρούν και την προηγούμενή τους θρησκευτική πίστη. Γι’ αυτό σε μία στοά δύναται να υπάρχουν «χριστιανοί» τέκτονες, μουσουλμά­νοι τέκτονες, εβραίοι τέκτονες[12]. Στην αρχή τουλάχιστον επιδιώκουν τη συμπόρευση της χριστιανικής πίστης με τη μασονία, σκοπεύοντας να επηρεάσουν αρχικά στα μικρά και αργότερα στα σπουδαιότερα τους Ρωμηούς καθιστώντας τους τελείως αθέους και οπαδούς της αθεϊστικής πανθρησκείας.
Τα παραπάνω πετυχαίνει η μασονία με δύο κυρίως μέσα. Κατά πρώτον εκμεταλλεύεται την παραδοσιακή αγάπη των Ρωμηών για την κλασική παιδεία. Αυτοπαρουσιάζεται λοιπόν ως φορέας της και ελκύει πολλούς τοιουτοτρόπως. Κατά δεύτερονπροβάλλει το ζήτημα της συνέχειας του Ελληνισμού, με έντεχνο τρόπο, ώστε οι όποιες α­ποκλίσεις προς τον ειδωλολατρικό κόσμο να λαμβάνουν το πρόσχημα της απόδειξης της συνέχειας. Κάποιοι μάλιστα μασόνοι διακηρύττουν πως ο Ελληνισμός ξέπεσε μετά τον εκχριστιανισμό του και πως θα ακμάσει εκ νέου, αν επιστρέφει στα είδωλα. Υιοθετούν, δηλαδή, πλή­ρως τη διαφωτιστική θέση αναφορικά με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και την παρουσιάζουν ως την πεμπτουσία του Ελληνισμού. Είτε συνει­δητά είτε ασυνείδητα καταφάσκουν τις ανιστόρητες απόψεις του Γίββωνα[13]και προσπαθούν να αποδιοργανώσουν τη Ρωμηοσύνη επαναφέροντας ένα πρόβλημα λυμένο από τον 4οτουλάχιστον μ.Χ. αιώνα, με αποτέλεσμα να εξυπηρετούνται άρτια τα συμφέροντα των Ευρωπαίων στην Ελλάδα, οι οποίοι επιδιώκουν να επικρατεί ιδεολογική σύγχυση.
Ηαρχαιολατρία ευρύτερα και η νεοειδωλολατρία ειδικότερα είναι γεννήματα του κλασικισμού, τον οποίο επέβαλε ο διαφωτισμός[14]. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο τεκτονισμός αδιαμφισβήτητα προώθησε τις ιδέες των διαφωτιστών[15]όχι μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι οι περισ­σότεροι υπήρξαν μασόνοι, αλλά επειδή εξυπηρετούσαν στην προσ­πάθεια δημιουργίας μίας παγανιστικής νοοτροπίας[16]. Η ειδωλολα­τρία που προέβαλλε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός αποτελούσε τμήμα της προσπάθειας του να ισοπεδώσει την παπική οργάνωση της κοινω­νίας που επικρατούσε μέχρι τον 18οαιώνα στη Δύση.Σε πνευματι­κό άλλωστε επίπεδο η παπική αντιχριστιανικότητα είχε προετοιμά­σει το έδαφος για τη διαφωτιστική.Η χρήση του χριστιανισμού για την επιβολή της παπικής εξουσίας προκάλεσε την τόσο σφοδρή επί­θεση εναντίον του από την πλευρά των Διαφωτιστών. Δυστυχώς το πρόβλημα μεταφυτεύτηκε στην Ανατολή, όπου η Εκκλησία δεν είχε υιοθετήσει την αθεΐα και δεν είχε χρησιμοποιήσει την πίστη για να κυριαρχήσει πολιτικά[17]. Έτσι ο νεοπαγανισμός προβλήθηκε ως υπο­κατάστατο της εν Χριστώ ζωής με τραγικές συνέπειες για όσους τον ακολούθησαν. Η εμφάνισή του δηλαδή ανάμεσα στους Ρωμηούς ούτε κάποια πνευματική ανάγκη εξυπηρετούσε, ούτε κάποια συνέχεια της αρχαίας ειδωλολατρίας αποτελούσε.
Από τον 18οαιώνα, που ιδρύονται οι πρώτες τεκτονικές στοές και συντελούν στην εξάπλωση της ειδωλολατρίας, η Εκκλησία αμύνεται σθεναράαπέναντίτους. Σε αυτόν τον αγώνα μαζί με το Πατριαρ­χείο πρωτοστατεί και το Άγιον Όρος. Ιδίως οιΚολλυβάδεςπατέρες με προεξάρχοντα τονάγιο Αθανάσιο τον Πάριοθα αντιταχθούν στην αρχαιολατρία αλλά και τον αθεϊσμό, που εισάγονται κατά τον 18οαιώνα από την Ευρώπη. Λιγότερο γνωστός, αλλά σθεναρός πο­λέμιος των ίδιων ιδεών, υπήρξε ο συγγραφέας του παλαιότερου εκτενούς αναιρετικού της μασονίας έργου, ο επίσης αγιορείτης μοναχόςΑγάπιος Κολυβάς Παπαντωνάτος.
Ο ίδιος φαίνεται πως είχε γνωρίσει τέκτονες στην Κωνσταντι­νούπολη και μάλιστα είχε έρθει σε διαλογική αντιπαράθεση με κά­ποιον από αυτούς[18]. Έτσι,είχε κατανοήσει από τα 1782 τουλάχιστον, που για τους Ρωμηούς ο τεκτονισμός ήταν ελάχιστα γνωστός, πως πρόκειται για κάτι πολύ χειρότερο από την αρχαία ειδωλολατρία. Παρότι επισημαίνει τη χρήση ειδωλολατρικών πρακτικών από τους μασόνους[19], εντούτοις διακρίνει πως ο τεκτονισμός δεν ενδιαφέρεται για την αναβίωση της αρχαίας θρησκείας, αλλά για την επιβολή του συγκρητισμού.
Θεωρεί λοιπόν χρέος κάθε ορθοδόξου κληρικού να εφιστά την προσοχή των Χριστιανών στο γεγονός ότι η μασονία οδηγεί τον άνθρω­πο στην απώλεια και πως κανένας συμβιβασμός δεν υπάρχει ανάμεσα στην χριστιανική πίστη και τις τεκτονικές δοξασίες.Για να καταπολεμη­θεί μάλιστα ο προσηλυτισμός που ασκούν οι μασόνοι, αναλύει με τρό­πο εναργή τη μέθοδο που ακολουθούν, για να προσελκύσουν νέα μέλη.
Οτεκτονισμός εργάζεται με στόχο την ψυχολογική εξουθένωση των προσηλυτιζομένων, ώστε να καταστούν πειθήνια όργανα των ηγετικών στελεχών του. Κάθε νέος μασόνος ορκίζεται ότι δεν πρόκει­ται να αποχωρήσει και να φανερώσει τα μυστικά της μασονίας[20].Δέχεται μάλιστα ευθέως την απειλή, πως αν θελήσει να αποσκιρτήσει, θα τιμωρηθεί με θάνατο.Οι νέοι τέκτονες παρακολουθούνται από ειδικές ομάδες που συστήνουν οι στοές και αν δείξουν σημεία μεταμέ­λειας ειδοποιούνται οι πρόεδροι των στοών, που αποφασίζουν για την τύχη των μεταμελημένων τεκτόνων.Στενότερα από όλους παρακολουθούνται οι χριστιανοί που γίνονται μασόνοι, καθώς αυτοί είναι πιθανότερο να μετανοήσουν και να σωθούν,ενώ οι προερχόμενοι από τις διάφορες θρησκείες ακόμη και αν επιστρέψουν στην προηγούμε­νη πίστη τους απλώς πέφτουν από τη μία πλάνη στην άλλη. Σε αυτό το σημείο πιστεύει ο Αγάπιος πως πρέπει να πέσει το βάρος της ποι­μαντικής μέριμνας για τους προσηλυτισθέντες από τη μασονία, στην διαρκή δηλαδή υπόμνηση ότι και την δική τους επιστροφή περιμένει ο Κύριος. Αυτό βέβαια οι μασόνοι προσπαθούν να το λησμονήσουν,χρησιμοποιώντας ανάμεσα στα άλλα την πρακτική του εκφοβισμού των κατωτέρων κυρίως μελών τους και την πώρωση της συνειδήσεώς τους με τη συνεχή και οικειοθελή εντρύφηση στην αμαρτία χωρίς κα­μία σκέψη μετανοίας.Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται και ταειδωλολατρικού τύπου συμπόσιαπου διοργανώνουν[21].
ΟΑγάπιος ανασκευάζει και τη θέση των μασόνων πως για να είναι κανείς Έλληνας πρέπει να είναι ειδωλολάτρης, τοποθετώντας τη σχέση Χριστιανισμού και Ελληνισμού στη σωστή της διάσταση και καταδεικνύοντας ότι οι μόνοι που μπορούν να διεκδικούν το αρχαιοελληνικό παρελθόν ως δικό τους είναι οι Ρωμηοί του 18ουαιώνα. Γράφει σχετικά:
«Και να σοβαρεύεσθε εις το εναργέστατον αυτόν ψεύδος της, αλλά μάλλον να κλαίετε εις την ενεστώσαν των ψυχών σας απώλειαν, διατί αν δεν διορθωθήτε εσείς θέλετε χαθή το ογληγορότερον. Το οποίον εσυνέβη και εις το πρώην ελληνικόν γένος ημών των ορθοδό­ξων το πρότερον, επειδή αν καλά και η μεγάλη του Θεού αγαθότης έσωσεν ημάς τους ορθοδόξους την σήμερον, διατί ως προείπον, επιστεύσαμεν του ανάρχου Υιού του την ένσαρκον και ψυχοφελεστάτην οικονομίαν και εβαπτίσθημεν εις το τρισυπόστατον της μιας θεότητος και μας εκδέχονται τα υπερκόσμια αγαθά της υπερθέου και παντοκρατορικής του μεγαλειότητος, από εκεί οπού ήμεθα παιδιά αυτών των Ελλήνων το πρότερον. Όμως οι πρόγονοί μας αυτοί διατί δεν επίστευαν τότε εις αυτόν κατά των αποστόλων το θεόπνευστον κή­ρυγμα, ως ημείς την σήμερον, εκολάσθησαν και δεν ωφελήθησαν παν­τελώς από των απογόνων τους ημών την θεοφιλή διόρθωσιν»[22].
Κύριο εκπρόσωπο της μασονίας και πραγματικό πνευματικό τα­γό των Ελλήνων μασόνων θεωρεί τον Βολταίρο.Σε εποχή που το όνο­μά του δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστό στην Ανατολή, συνιστά να μην διαβάζονται τα έργα του, καθώς είναι ψυχοβλαβή και οδηγούν στην υιοθέτηση των τεκτονικών δοξασιών[23]. Σε αυτό το σημείο ταυτίζεται απόλυτα με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος σε πολλά έργα του επισημαίνει την επικινδυνότητα των βολταιρικών κειμένων και αποτρέπει ειδικά τους νέους από την ανάγνωσή τους.
Ο Πάριος δεν αναφέρεται αναλυτικά στη μασονία, αλλά αντικρούει τα δύο αντιχριστιανικά πνευματικά ρεύματα που αυτή προωθεί: την ειδωλολατρία και τον διαφωτιστικό αθεϊσμό[24]. Γράφει μάλιστα πως αποτελούν αναβιώσεις το πρώτο του Ελληνισμού και το δεύτε­ρο του Ιουδαϊσμού, που διώκουν την Εκκλησία από τα αποστολικά χρόνια[25]. Γι’ αυτό και φτάνει στο σημείο να μέμφεται και στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που δεν είναι άμεσα ειδωλολατρικά, θεωρώντας ότι ο κίνδυνος είναι τόσο μεγάλος για την αυτοσυνειδησία των Ρωμηών, ώστε να δικαιολογεί και κάποια ευρύτερη καταδί­κη του κλασικού παρελθόντος[26]. Ο ειδωλολατρικός κόσμος είναι τό­σο επικίνδυνος πνευματικά, ώστε καιοι Ευρωπαίοι από τη μελέτη των αρχαίων οδηγούνται στην αθεΐα[27]. Με αυτή του τη στάση προκρί­νει τη διατήρηση του ουσιαστικού -της ορθόδοξης πίστης- έναντι του δευτερεύοντος -της σχέσης με το ειδωλολατρικό παρελθόν[28]. Αυτό βέ­βαια δεν σημαίνει μία απόρριψη του δεύτερου[29], καθώς ο άγιος είναι δάσκαλος του αρχαιοελληνικού λόγου και εκδότης έργων της αρχαί­ας γραμματείας[30]. Αντίθετα, τον διαφωτιστικά αθεϊσμό που εισάγεται από την Ευρώπη τον απορρίπτει απόλυτα[31], επειδή και παντελώς άσχετος με την ιστορική συνέχεια της Ρωμηοσύνης είναι και τελείως βλαπτικός ως προς την πίστη.
Οάγιος Αθανάσιος, παρά το γεγονός ότι στηλιτεύει τα αντιχριστιανικά ρεύματα της εποχής του και προτρέπει και άλλους να πράξουν ομοίως, δεν λησμονεί να υπομνήσει ότι τελικώς όλα εξαρτώνται από τους Χριστιανούς. Στο βαθμό που είναι πραγματικά ζώντα μέλη της Εκκλησίας και αγωνίζονται τον αγώνα της σωτηρίας δεν έχουν να φοβούνται κανενός είδους αθεΐα. Όταν οι Ρωμηοί είναι στέρεοι στην πίστη τους, αποκλείεται η εξάπλωση είτε της ειδωλολατρίας είτε οποιοσδήποτε άλλης αντιχριστιανικής διδασκαλίας. Αν όμως οι Χριστιανοί αμελούν τα πνευματικά και αρχίζουν να ασχολούνται με αυτές τις διδαχές ή παραμένουν τυπικά χριστιανοί από λόγους συμ­φέροντος[32], προκύπτουν πραγματικά τεράστια προβλήματα[33].
Η εκκλησιαστική αντίδραση στον τεκτονισμό συνεχίζεται αμεί­ωτη κατά τον 19οκαι τον 20οαιώνα.Σημαντικοί κληρικοί και λαϊκοί κήρυκες συνεχίζουν να καταπολεμούν αυτό το πρόβλημα αναπαράγοντας τις θέσεις κυρίως του Αγαπίου και του Παρίου. Διαφορετικά κάπως επιχειρήματα διατυπώνει οΚωνσταντίνος Τυπάλδος-Ιακωβάτος, ο επίσκοπος Σταυρουπόλεως και διευθυντής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Στη δική του αντιμασονική συγγραφή οι ανα­φορές στην ειδωλολατρία και τις συναφείς πρακτικές των τεκτόνων είναι περιορισμένες. Αυτό πρέπει να οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: πρώτον, στο γεγονός ότι οι στοές που είχε υπόψη του πρέπει να ήταν από αυτές που χρησιμοποιούσαν τα ειδωλολατρικά σύμβολα περιστασιακά και δεν απέδιδαν άμεσα λατρεία στα είδωλα.δεύτερον, λόγω της εποχής και της θέσης του. Στον 19οαιώνα, που η αρχαιομανία είναι το ισχυρότερο ίσως ρεύμα στο πνευματικό προσκήνιο του ελληνικού κράτους, θα ήταν πολύ δύσκολο κανείς να μιλήσει εναντίον του αρχαίου κόσμου, ιδίως αν βρισκόταν στη θέση του Τυπάλδου. Επίσης, γι’ αυτό το λόγο και το αντιρρητικό έργο του παρουσιάζει και μία άλλη διαφορά από τα προηγούμενα και τα σύγχρονά του: είναι περισσότερο «ακαδημαϊκό». Αντικρούονται οι απόψεις των τε­κτόνων με συνεχείς παραπομπές στην Αγία Γραφή και τους Πατέ­ρες, ενώ το ποιμαντικό πρόβλημα της επιστροφής των εισελθόντων στον τεκτονισμό περνά σε δεύτερη μοίρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο δοξασίες των μασόνων που σημειώνει και οι όποιες σπερματικά τουλάχιστον ενυπάρχουν στην ειδωλολατρική σκέψη. Πρόκειται για τηνμετεμψύχωσηκαι τηνκοινή χρήση των γυναικών[34]. Η πρώτη συνδέεται με τη θεωρητική άρνηση της σωτηρίας του ανθρώπου και της θεώσεως, ενώ η δεύτε­ρη οδηγεί αναπόδραστα στην ειδωλολατρική ακολασία και τα οργια­στικά συμπόσια.
Το σημείο στο οποίο ο Τυπάλδος προωθεί ένα βήμα παραπάνω τις θέσεις του Αγαπίου είναι η διαπίστωση του νεοεποχίτικου-συγκρητιστικού χαρακτήρα του τεκτονισμού·τον χαρακτηρίζει λατρεία του Αντιχρίστου.Η θέση του αυτή είναι ξεκάθαρη και κυριολεκτι­κή[35].Καθίσταται με αυτό τον τρόπο ο πρώτος που ανοικτά συμπε­ραίνει πως στο βάθος η μασονία είναι σατανολατρία. 
Παρόλα αυτά η ειδωλολατρία εμφανίζεται ιδιαίτερα ενισχυμένη στα χρόνια του Τυπάλδου. Το κύριο αίτιο για αυτήν την ισχυροποί­ηση της αρχαιολατρίας στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση ήταν σαφώς ηΒαυαροκρατίακαι η αποδοχή από πλευράς του κράτους της αρχαιότητας ως της πλέον καταξιωμένης περιόδου της ελληνικής ιστορίας. Αυτό είχε ως συνέπεια η αρχαιοελληνική γραμμή να κυ­ριαρχήσει παντού.στην ποίηση, στην ζωγραφική και προπαντός στην αρχιτεκτονική. Ο κλασικισμός από τη μία και η προσπάθεια του άκρατου εκδυτικισμού, που θα επιχειρηθεί στα χρόνια του Όθωνα, θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η περαιτέ­ρω διάδοση της μασονίας. Σε ένα δυτικού τύπου κράτος η ύπαρξη τέ­τοιων μυστικών εταιρειών ήταν όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη, αφού με βάση τα δυτικά κριτήρια σήμαινε την πρόοδό του.
[…]

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ 
Το άρθρο που διαβάσατε είναι απόσπασμα χωρίς τις παραπομπές και υπάρχει στο εκπληκτικό βιβλίο: 
«ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ»
Δωδεκαθεϊσμός -Υποτίμηση Παλαιάς Διαθήκης - Ολυμπιακοί Αγώνες
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 25-27 ΜΑΙΟΥ 2003
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2004


πηγή

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 22 Ιανουαρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου και Αποστόλου Τιμοθέου.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι Πράξεις των Αποστόλων και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ο Τιμόθεος ήταν ο πιο αγαπητός μαθητής του και ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου. Το όνομά του είναι ελληνικό και σημαίνει αυτός που τιμά τον Θεό, αλλά και αυτόν που τιμά ο Θεός.

Ο Άγιος Απόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας από Έλληνα πατέρα και Ιουδαία μητέρα, την Ευνίκη. Έμεινε πολύ μικρός ορφανός από πατέρα και η γιαγιά του, η Λωίδα, τον ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Όταν ο απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τα Λύστρα, εκτιμώντας τα πνευματικά του χαρίσματα και το φλογερό ιεραποστολικό του ζήλο, τον διαπαιδαγωγεί κατάλληλα και τον παίρνει συνοδό του στην Β΄ αποστολική περιοδεία όπου ζει όλες τις περιπέτειες του κορυφαίου αποστόλου για τη διάδοση του Ευαγγελικού μηνύματος. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Παύλου, επιστρέφει στην Έφεσο και συνεχίζει την ιεραποστολική του δράση.

Κατά τη διάρκεια μίας ειδωλολατρικής εορτής της Αρτέμιδος της Εφέσου, υπέστη άγριο ξυλοδαρμό και μαρτυρικό θάνατο από τον εξαγριωμένο ειδωλολατρικό όχλο επειδή κατέκρινε τα όργιά τους.

Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε το έτος 356 μ.Χ. επί Κωνσταντίου στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!


Απολυτίκιο:
Ήχος δ'.
Χρηστότητα εκδιδαχθείς, και νήφων εν πάσιν, αγαθήν συνείδησιν ιεροπρεπώς ενδυσάμενος, ήντλησας εκ του Σκεύους της εκλογής τα απόρρητα, και την πίστιν τηρήσας, τον ίσον δρόμον τετέλεκας, Απόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...