Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2012

Ο θαυματουργός φτωχόπαπας της Αθήνας


πηγή


Άγιος Νικόλαος Πλανάς (1851-1932)

Ο άγ. Νικόλαος Πλανάς κι από κάτω η παλιά Αθήνα, από την Ακρόπολη ώς το Λυκαβηττό (εικ. από εδώ)
 
Ο άγιος τούτος, που γιορτάζει 2 Μαρτίου, άγιος που πρόφτασε τον 20ό αιώνα κιέζησε στην Αθήνα, ήταν παντρεμένος και είχε κι ένα γιο. Όμως χήρεψε λίγο μετά τη γέννηση του παιδιού του. Γι' αυτό ο λαός μας τον αναγνωρίζει ωςπροστάτη των παντρεμένων ζευγαριών.
Κάποτε παρακάλεσα κι εγώ, αν και ανάξιος & τεμπέλης στην προσευχή, για ένα ζευγάρι που κόντευε να βαρέσει διάλυση. Τώρα, με τη χάρη του Θεού, αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους. Λέτε να έβαλε το χεράκι του ο άγιος παπα-Νικόλας;
Ξέρω και μια πρόσφατη εμφάνισή του σε στενή συγγενή καλού μου φίλου, που αγνοούσε εντελώς την ύπαρξή του και μετά ανακάλυψε ποιος είναι, ψάχνοντας τη φωτογραφία του στο Διαδίκτυο. Εμφάνιση που είχε τεράστια σημασία για τη ζωή της.
Μεγάλη υπόθεση λοιπόν αυτό το σκυφτό γεροντάκι, που ήξερε ελάχιστα γράμματα κι η φωνή του δεν ήταν και τόσο καθαρή - αλλά η καρδιά του ήταν πεντακάθαρη... Αυτό το γεροντάκι που μιλούσε με τα άλογα, που γιάτρευε τα άλογα των αμαξάδων, που τα παιδιά το 'βλεπαν να περπατάει χωρίς να πατάει κάτω (φίλος μου γνώρισε μια γιαγιά στην Αθήνα που είχε ζήσει αυτή την εμπειρία όταν ήταν κοριτσάκι)...
Αλλά τι σας τα λέω τώρα αυτά; Τι νόημα έχουν, ενώ εμείς έχουμε κινητά τηλέφωνα και κομπιούτερς; Τώρα ζούμε στον αστερισμό της τεχνολογίας.
Ή μήπως ειδικά τώρα έχουν τεράστιο νόημα; Διαβάστε παρακάτω και θα κρίνετε μόνοι σας.

Λίγα πρώτα λόγια γι' αυτόν

π. Γ. Παπαβαρνάβας
 
Ο παπα - Νικόλας Πλανάς ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση. Ο προγνώστης Θεός τον επροίκισε με το προορατικό χάρισμα ενώ ήταν ακόμα μικρό παιδί. Με την μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγόταν: “Μια βραδυά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι είπα στον πατέρα μου: “Πατέρα, αυτή την στιγμή εβυθίσθη το καΐκι μας το “Ευαγγελίστρια” έξω από την Πόλη”. Έντρομος ο πατέρας μας, λέγει στην μητέρα μου: “Γυναίκα, τι λέγει το παιδί”; Και όντως, αυτή τη στιγμή επνίγη το καΐκι μας...”. Και για να αποφύγη τον θαυμασμό των άλλων, αλλά και τον πειρασμό της υπερηφανείας έλεγε, ότι “όλα τα παιδιά είναι προορατικά”. 

Δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρακαι στα δεκαεπτά νυμφεύθηκε στην Αθήνα, όπου μετεκόμισε με την μητέρα και τα αδέλφια του από την γενέτειρά του την Νάξο. Η σύζυγος του απέθανε σε νεαρή ηλικία, αφού εν τω μεταξύ απέκτησαν ένα αγόρι. Στην πολυθόρυβη πόλη και μέσα σε τόσες φροντίδες, αφού ήταν πατέρας και μητέρα μαζί για το παιδί του και παράλληλα πνευματικός πατέρας για τους ενορίτες του, έζησε βίον αληθινού ασκητού με νήψη, προσευχή και λατρευτική ζωή. 

Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να διεισδύση στο βάθος της αγιασμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: 
“Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων... είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”.
Ήταν, όπως όλοι οι Άγιοι, αφιλοχρήματος και ελεήμων. 
“Περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλά αμέσως διοχετευόταν στην ελεημοσύνη. Ως και νεαρούς διάκους βοηθούσε να σπουδάσουν. Πολλές φορές δεν είχε ούτε μια πεντάρα πάνω του. Χωρίς να το προσέξη κάποτε πήρε ένα αμάξι να τον πάη σε κάποιο σπίτι. Όταν έφθασαν και ηθέλησε να πληρώση... κοιτάζει για λεπτά, ξανακοιτάζει, τίποτα. Βρέθηκε σε αμηχανία. Του λέγει ο αμαξάς: “Δεν είσαι συ ο εφημέριος του Αγίου Ιωάννου, ο παπα - Νικόλας;” - “Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι”. - Έ, δεν θέλω λεπτά, μόνον την ευχή σου!””. Σε μια άλλη περίπτωση κάποιος, που του διάβασε κάποτε παράκληση, του έδωσε ως πληρωμή κάποιο σεβαστό ποσόν, μέσα σε κλειστόν φάκελο. Αυτός, καθώς πήρε τον φάκελο, τον έδωσε αμέσως κλειστόν σε μια πτωχή, που τον περίμενε πότε να τελειώση την παράκληση. Ο άνθρωπος που του τον έδωσε, άναψε από στενοχώρια. “Μα τον ευλογημένον”, έλεγε, “να μην κοιτάξη καν τι του έδωσα;!”.
Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες και αφάνταστη ψυχραιμία. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη: 
“Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”.
Μεγάλη σημασία έδινε στην προσοχή και την συγκέντρωση του νου κατά την διάρκεια της προσευχής και της λατρείας. Στις διδασκαλίες του προς τα πνευματικά του παιδιά τόνιζε πολύ το σημείο αυτό. Μάλιστα, όταν έβγαινε να θυμιάση, κατά την διάρκεια του Όρθρου, πολλές φορές τον είδαν να θυμιά άδεια στασίδια, ενώ αντίθετα δεν θυμιούσε κάποιους από τους παρισταμένους. Με το πνευματικό του χάρισμα διέκρινε ότι, κάποιοι από τους παρόντες σωματικά ήσαν ουσιαστικά απόντες, αφού ο νους τους ήταν σκορπισμένος και τριγυρνούσε έξω εδώ κι εκεί, ενώ κάποιοι που απουσίαζαν, λόγω ασθενείας ή για άλλους λόγους ανωτέρους της θελήσεώς τους ήσαν νοερά παρόντες και προσευχόντουσαν την ώρα εκείνη. 

Λειτουργούσε συχνά και μνημόνευε στην Αγία Πρόθεση πάρα πολλά ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Αξιώθηκε να ακούση ψαλμωδίες αγγέλων.

Προτρέπουμε την ανάγνωση του βίου του, που προκαλεί μεγάλη γλυκύτητα στην καρδιά, όρεξη για προσευχή, μετάνοια και διάθεση για διόρθωση και μίμηση της θεάρεστης ζωής του.

Απόσπασμα από τη βιογραφία του (από την ιστοσελίδα Σύγχρονοι Γέροντες)


...Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες.

Μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ. 


Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός
. Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα απέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Και στην Ενορία αυτή και στην Ενορία του Αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης υπηρέτησε. Στον Άγιο Ελισσαίο λειτουργούσε καθημερινά.

Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιας του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλωσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. 
Όλοι εσέβοντο τον άγιο Νικόλαο, επίσημοι και αφανείς.

Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη
. Όσα του έδιναν αμέσως τα έδινε στους φτωχούς. Είχε μισθοδοτήσει ένδεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Χρόνια και χρόνια τους έδινε επίδομα μέχρι που τα παιδιά τους έγιναν δεκατεσσάρων ετών. Βοηθούσε νεαρούς Διακόνους στις σπουδές τους. Ενίσχυε υλικά και πνευματικά όσους είχαν ανάγκη.

Υπήρξε ο ακαταπόνητος. Για μισό και πλέον αιώνα λειτουργούσε καθημερινά. Λιτός, απέριττος σε όλες του τις εκδηλώσεις! Πλούτος του και θησαυρός του, κέντρο της ζωής του η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας!
 Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης.

Ήταν νηστευτής
. Ενήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η. Επίσης και των Ταξιαρχών ενήστευσε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου.

Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνεδίαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα. 


Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού. 


Ο Θεός εδόξασε τον Άγιο Νικόλαο με το να θαυματουργεί. 
Είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Εθεράπευε ασθενείς, απεμάκρυνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε πρεπόντως.

Εξαιρετική φωτο, που δείχνει το παρουσιαστικό του αγίου (εντελώς ταπεινός, άσημος, καθόλου εντυπωσιακός για τα κοινά μάτια). Αναρωτιέμαι αν πίσω του βρίσκεται κάποιος φτωχός - φαίνεται να κρατάει ένα ψωμί πάντως. Φωτο από εδώ.

Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή. 

Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 
28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του.

Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε: 

"Τον δρόμον τετέλευκα!" [τέλειωσα το δρόμο μου (φράση από επιστολή του αποστόλου Παύλου)]. "Δόξα σοι ο Θεός!". "Η Θείο Χάρη να σας ευλογεί"

...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.

Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. 
Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο! 

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού. 


Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου, και με την φροντίδα του Μητροπολίτου Παροναξίας Αμβροσίου.
 

Αναμφίβολα, είναι πολύ ωφέλιμο το να παρουσιόζονται στις μέρες μας ζωντανά πρότυπα, παραδείγματα που ενσαρκώνουν τον αληθινό τρόπο ζωής, δηλαδή τον τρόπο της κατά Χριστόν Ορθοδόξου ζωής. 


Μεταξύ αυτών των σπουδαίων αγίων παραδειγμάτων, είναι και το παράδειγμα της ζωής του μεγάλου Ναξιώτη, του επιλέκτου τέκνου της Νάξου και της Ορθοδοξίας, του αγίου συμπατριώτη μας Ιερέως Νικολάου του Πλανά. Του αγίου, που δεν έζησε στα παλιά χρόνια, αλλά έζησε μόλις πριν εξήντα επτά χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί ηλικιωμένοι που ίσως τον θυμούνται, άρα είναι σύγχρονός τους. 


Έτσι, ο υπεράξιος, ο εκλεκτός, ο άγιος αυτός ιερέας του Υψίστου. με την πάμφωτη ζωή του, φωτίζει άπλετα και τον δρόμο της δικής μας ζωής. 


Η παρουσία του στην τοπική μας Εκκλησία, η διακονία του στον ευρύτερο χώρο της Εκκλησίας, η μαρτυρία του μέσα στην Ορθοδοξία, είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός, που πρέπει να αποτελέσει για όλους μας και μάλιστα για τους ιερείς μας κανόνα, υπογραμμό και πρότυπο πορείας. 


Η ζωή του ας μας εμπνέει και οι άγιες ευχές του ας μας στηρίζουν. Αμήν
 .

Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη 
Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή.

Ωσαύτως, εορτάζει την 
πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στον νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Άγιορείτου και Νικολάου του Πλανά ‚στην πόλη της Νάξου.

Ακόμη, την 
Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ι. Μονής Λειμώνος Λέσβου. 

Υποδειγματικός ιερέας (από εδώ)

Θεόδωρος Εκκλησίαρχος,
Θεολόγος


Μιλάμε πολλές φορές στον καιρό μας για κρίση στους θεσμούς της κοινωνίας και ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνουμε και την Εκκλησία ως διοίκηση. Σίγουρα το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και σίγουρα δε σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν διακονεί τον σκοπό της πάνω στη γη. Το παρήγορο και το ενισχυτικό είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι, και στον καιρό μας, που κατορθώνουν να ξεπεράσουν την κακομοιριά μας και να ποδηγετήσουν με το παράδειγμα τους το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Μια τέτοια μορφή ήταν ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 2 Μαρτίου. Γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 και κοιμήθηκε στην Αθήνα το 1932. Θα κάνουμε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε τον παπα-Νικόλα, τον απλοϊκό ποιμένα των απλοϊκών προβάτων, στις σχέσεις με τους ενορίτες του, όπως φαίνονται από το βιβλίο της μοναχής Μάρθας.
Η σχέση που καλλιεργεί ο ιερέας με τους ενορίτες τους είναι το μέτρο με το οποίο μετρά κανείς την προσπάθεια που καταβάλλεται. Μέτρο δεν είναι το πολυπληθές, και συνήθως απαθές, εκκλησίασμα. Ο παπα-Νικόλας αδιαφορεί για το πλήθος κι ενδιαφέρεται για το πώς θα τους κάνει μετόχους της αγιαστικής χάριτος των μυστηρίων. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το βαθμό των κοινωνικών γνωριμιών των «παιδιών» του και για όλα τα προβλήματα τους«διανυκτέρευε σχεδόν, προσευχόμενος» κι ας είχε λειτουργήσει με το δικό του, μοναδικό τρόπο την προηγούμενη και θα λειτουργούσε και τη μέρα που θα ξημέρωνε (αναφέρεται ότι η λειτουργία παρ’ αυτώ διαρκούσε 9-10 ώρες…)
Στη σχέση με τους ενορίτες κυριαρχούσε ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του προσώπου. Εκτός από την ξεχωριστή σε κάθε λειτουργία μνημόνευση όλων των ονομάτων βλέπουμε να μη συμπεριφέρεται ομοιόμορφα και κατά την εξομολόγηση, Ανάλογα με τις δυνάμεις και την πνευματική προκοπή του εξομολογούμενου καθόριζε τη νηστεία, Για τον κάθε ενορίτη του και πνευματικό παιδί του δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις στιγμές της θλίψεως «κατέβασε τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη κι εγκάρδια προσευχή». Νιώθει τα ξεχωριστά ατομικά προβλήματα «άκουσε με προσοχή και συμπόνια, …είπε ότι θα προσευχηθεί». Και όταν κάνει παρατηρήσεις τις κάνει με πολύ ευγένεια, διακριτικότητα αλλά και αμεσότητα.
Στους υποτακτικούς του προσπαθεί να δώσει τη σωστή ιεράρχηση των αξιών. Δεν τους πιέζει να συμμετάσχουν πουθενά, αλά όπου συμμετέχουν πρέπει να συμμετέχουν ολόψυχα. «Ήρθαμε να αγρυπνήσουμε, όχι να κοιμηθούμε…» είπε σε κάποιον που αποκοιμήθηκε κατά την ώρα της αγρυπνίας.
Όταν πρόκειται να κάνει κάτι το καινούργιο, που θα έχει επίπτωση στους γύρω του, ρωτάει «τι λες να συνεχίσουμε και εμείς αυτό; (την προσευχή των Ακοίμητων)» και σέβεται την απάντηση της υποτακτικής του χωρίς να προσπαθήσει να επιβάλλει τη γνώμη του. Δε διστάζει να ζητήσει συγγνώμη«σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρέσεις… είμαι λιγάκι παράξενος!» από τους συνεργάτες του όταν καταλαβαίνει ότι η προσωπική του επιθυμία και διάθεση για συνέχιση του αγώνα και της προσευχής, τους κουράζει:
Όλες του οι ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα το γαλήνεμα του εσωτερικού κόσμου όσων τον πλησίαζαν. «Αποφάσισαν να τον φέρουν (ένα δαιμονισμένο) στο μικρό και ήσυχο λιμανάκι, εκεί που κατέφευγαν όλες οι κυματοδαρμένες από τις φουρτούνες της ζωής ψυχούλες». Ακόμη και η κουβέντα που είπε σε κάποιον στεναχωρημένο αμαξά «δεν πειράζει παιδί μου, πηγαίνω με τα πόδια», αντανακλούν τη γαλήνη που έκρυβε μέσα του. Η γαλήνη αυτή έκανε τον άλλον να παραμερίζει οποιαδήποτε εμπόδια και καλλιεργούσε την ειρήνη στις μεταξύ τους σχέσεις.
Ως καλός ποιμένας γνωρίζει καλά το ποίμνιο του και προσπαθεί να το γνωρίσει ακόμη καλύτερα. Όταν μια φορά είχε μείνει από πρόσφορο και δεν θα μπορούσε να τελέσει τη Θεία Λειτουργία έστειλε να ζητήσουν από τις γυναίκες «που ήξερε πως πάντα είχαν πρόσφορο». Ανακαλύπτει ένα κρυμμένο λεπρό και τον εντάσσει στα πλαίσια των ασχολιών του. Προσπαθεί να νιώσει την ουσία των προβλημάτων και μετά να προσφέρει τη βοήθεια του. Αυτό του δίνει την άνεση να έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι τους και να μην τους κάνει να πικραίνονται ποτέ γιατί έβλεπαν ότι ο παπα-Νικόλας δεν έβλεπε τον άνθρωπο μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα και κατά πρώτον λόγο έπρεπε να καλυφθούν οι σωματικές ανάγκες και μετά να προσεγγιστεί ο πιστός και από την «πνευματική» σκοπιά.
«Προσφέρθηκε να βάλει την περιουσία του ενέχυρο, για να σωθεί ο πλησίον του», «ένα γεροντάκι τον επισκεπτόταν δις της εβδομάδας και τον συντηρεί σχεδόν (ο παπα-Νικόλας)» -βλέπουμε ότι δεν αφήνει στο φιλόπτωχο την υλική συμπαράσταση- «πήρε τον φάκελο κλειστό με σεβαστό ποσόν…, τον έδωσε αμέσων κλειστό σε μια πτωχή, είχε κόψει μισθό σε έντεκα οικογένειες χήρων και ορφανών. …Χρόνια διατηρεί το επίδομα…», «περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλ’ αμέσως το διοχέτευε στην ελεημοσύνη», προσεύχεται για να βρει κάποιος οικογενειάρχης δουλειά, προσεύχεται για ν’ απαλλαγεί από τους στομαχικούς πόνους μια ενορίτισσα του, και ακόμη, και μετά το θάνατο του, προσωπικά του αντικείμενα ή και μια ευχή στ’ όνομα του έδιναν λύση σε επείγοντα σωματικά προβλήματα.
Οι πράξεις του αυτές είχαν καλλιεργήσει ένα σεβασμό του ποιμνίου του, που τον συνόδευε σε κάθε του βήμα. Τον υποδέχονταν με χαρά και προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του, να πάρουν την ευλογία του- ακόμη και οι οδηγοί θα είχαν εκείνη τη μέρα περισσότερα κέρδη! Δεν ενδιαφέρονταν για την πτωχική εξωτερική του εμφάνιση, ούτε και για το ότι ήταν κατά κόσμο αμόρφωτος. Όμως και ο παπα Νικόλας καταλάβαινε την αγάπη τους, δεν τη εκμεταλλεύονταν και δεν αδιαφορούσε όταν κάποιο «παιδί του» ετοίμαζε κάτι γι’ αυτόν. 

Εικ. από εδώ, όπου πολλές σκηνές από τη ζωή του - τη συγκεκριμένη την πήρα από εδώ

Πρόθυμα ο παπα-Νικόλας συγχωρεί τις πράξεις των άλλων που τον έχουν ως στόχο. Συγχωρεί τον νεωκόρο που τον μούντζωνε, συγχωρεί αυτούς που θέλουν να τον εμπαίξουν. Αυτό, όμως, που δεν συγχωρεί είναι η ασυγχωρησία: Θεωρούσε ένοχο έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια κυρία και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι.
Κυριότερο μέσο αγωγής είχε το παράδειγμα και την έμπρακτη νουθεσία. Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».
Πηγαίνει νωρίς σ’ ένα σπίτι για να μπορέσει να λειτουργήσει την επόμενη,δίνοντας την αφορμή στο σπιτικό εκείνο να συλλειτουργηθεί μαζί του. Ελέγχει με πολύ όμορφο τρόπο τη συμπεριφορά των άλλων και του κάνει να καταλάβουν το βαθύτερο αίτιο των σφαλμάτων τους, «έβαλε κανόνα» σε ένα αστεφάνωτο ζευγάρι μόνο όταν τους καλλιέργησε πνευματικά, και εξηγεί με πολύ αγάπη σε μια γυναίκα που ζούσε παράνομα για ποιο λόγο δεν μπορεί να αποδεχθεί το πρόσφορο της. Έτσι η γυναίκα καταλαβαίνει ότι δόγμα και ήθος είναι ένα και το αυτό.
Ακόμη κι όταν βλέπει ότι η αγάπη του δεν βρίσκει ανταπόκριση και η καλημέρα του δεν απαντάται, αυτός συνεχίζει ακάθεκτος την προσπάθεια του για να δείξει ότι η αγάπη καταργεί όλα τα σύνορα: «δεν είχε εχθρό κανένα». Φυσικά, προτιμά να προλάβει μια κατάσταση παρά να τη νουθετήσει εξ υστέρων: ενίσχυε τις νεαρές χήρες «διότι η φτώχεια εξωθεί προς την διαφθορά». Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο προς τον συνάνθρωπο αδιαφορώντας για την πολιτική του τοποθέτηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν τον ρώτησαν κάτι για τα πολιτικά, αυτός απάντησε: «Ποιος κυβερνάει τώρα;»
Ποτέ, επίσης, για κάποιο αίτημα του δεν έκρουσε την πόρτα ισχυρών- ούτε ενδιαφερόταν τι θέση κατείχε ο εξομολογούμενο. Ο παπα Νικόλας έκρουε συνεχώς την πόρτα του Θεού. Προσπαθεί να παρηγορήσει για πράγματα που νιώθει ότι στενοχωρούν τους άλλους αλλά δεν τους βλάπτουν πνευματικά: «δεν πειράζει παιδί μου» είπε σ’ έναν αμαξά όταν αφήνιασαν τα’ άλογα του, «μη στεναχωριέσαι» είπε στην ψάλτρια του όταν περπατούσαν στο σκοτάδι, και ο ίδιος δεν στεναχωρούνταν ακόμα και με πράξη που δικαιολογημένα θα έκαναν άλλους να αγανακτήσουν, αλλά διδάσκει την υπομονή και την αγάπη με καλοσύνη και απάθεια.
Κάναμε μια μικρή προσπάθεια να δούμε μια πλευρά της ζωής μιας από τις νεώτερες μορφές αγίων κληρικών. Όμως η προσωπικότητα του παπα-Νικόλα δεν μπορεί να κλειστεί σε μερικές γραμμές. Μπορεί να μετρηθεί μόνο με το πόσες ψυχές παρασυρμένες από τη ζωή του θα μπορέσουν να φτάσουν πιο κοντά στη Βασιλεία των Ουρανών.
Την ευχή του να 'χουμε! 

Αξιοθαύμαστα στιγμιότυπα από τη ζωή του (από εδώ)


Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά, όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς τον Θεό.

Οι ακολουθίας του Παππού, όπως τον φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους, έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά.

Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία. Ακολουθούσαν τις οδηγίες του και συμμετείχαν και αυτά με τον τρόπο τους στο δοξολογικό ύμνο προς το Θεό. Δεν τα στενοχωρούσε η πολύωρη ακολουθία. Αντίθετα, τους άρεσε αφού κοντά στον Άγιο ένιωθαν απερίγραπτη γαλήνη και σιγουριά.

Αρκετές φορές τα παιδιά είχαν δει ένα παράδοξο θέαμα. Κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας έβλεπαν τον Άγιο να στέκεται ψηλότερα από τη γη και τα πόδια του να μην αγγίζουν στο έδαφος. Πολλά παιδιά τρόμαζαν και έτρεχαν με φόβο να το ανακοινώσουν στους γονείς τους που, μολονότι δεν έβλεπαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, δάκρυζαν και ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωνε να βρίσκονται κοντά στον ευλογημένο ιερέα. Στη συνέχεια καθησύχαζαν τα παιδιά και με ακόμα μεγαλύτερη πίστη συμμετείχαν στην ακολουθία.

Κάποια μέρα που ο Άγιος βρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του ξωκκλήσια για να λειτουργήσει, παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχτηκε. Προτίμησε να περιμένει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα κάποιο πρόσφορο θα βρισκόταν. Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβεί να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν….

Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο. Έψαξε καλά στα ράφια του ιερού μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε βρήκε τίποτα. Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά να πλησιάσουν στο ιερό και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο κι αν δεν έβρισκαν να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες που πάντα φρόντιζαν και είχαν.

Έφυγαν τρέχοντας από το εκκλησάκι οι δύο, μα μάταιος ο κόπος τους. Λίγη ώρα αργότερα γύρισαν με άδεια χέρια πίσω και ανακοίνωσαν στον Άγιο πως, παρά την προσπάθεια τους, κανένας δε βρέθηκε να τους εξυπηρετήσει. Ο Άγιος ευχαρίστησε τα πνευματικά του παιδιά για τον κόπο τους και έμεινε μόνος του στο ιερό. Στενοχωρήθηκε πολύ και τα ασκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Η ώρα είχε περάσει. Ο Όρθρος έφτανε στο τέλος και ο ευλογημένος ιερέας δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινά λειτουργούσε, μα εκείνη τη μέρα με θλίψη θα έπρεπε να διακόψει αυτή την ευλογημένη σειρά. Με ασταμάτητα δάκρυα κοιτούσε την εικόνα του Εσταυρωμένου και με δυνατή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριο να μη του στερήσει τη Θεία Λειτουργία.

Ξαφνικά βλέπει πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα μικρό πρόσφορο που άχνιζε. Ήταν ολόφρεσκο και τοποθετημένο στη μέση. Μόλις το είδε ο Άγιος έκανε το σταυρό του και ύψωσε τη δακρυσμένη ματιά του προς τον ουρανό ευχαριστώντας το Θεό. Το θαύμα είχε γίνει. Κάποιος άγγελος σταλμένος από το Χριστό είχε τοποθετήσει το μικρό πρόσφορο στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος σκέφτηκε πως ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός δεν έπρεπε να μείνει κρυφό. Κρατώντας λοιπόν το θεόσταλτο δώρο βγήκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ιερού και διακόπτοντας τους ψάλτες έδειξε το πρόσφορο προς το εκκλησίασμα και είπε συγκινημένος: “Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”. Ο κόσμος σάστισε. Χωρίς πολλά λόγια ο Άγιος εξήγησε τι είχε προηγηθεί και αμέσως προχώρησε πάλι μέσα στο ιερό και σαν να είχε συμβεί κάτι απλό και συνηθισμένο συνέχισε την ακολουθία.

Στο μεταξύ, βαθιά συγκίνηση κατέλαβε τους παρευρισκόμενους όταν συνειδητοποίησαν πως ένα μεγάλο θαύμα – σημείο, όπως τους είπε ο Παππούς – είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Όλων τα μάτια βούρκωσαν και στράφηκαν με ευγνωμοσύνη προς την εικόνα του Χριστού που τη φώτιζε αμυδρά ένα μικρό καντήλι. Ευχαριστούσαν τον Κύριο για το μεγάλο θαύμα. Τον ευχαριστούσαν όμως και για την ευλογημένη παρουσία του Παππού κοντά τους.

Μέχρι την απόλυση της Θείας Λειτουργίας όλοι ήταν συγκλονισμένοι και με δυσκολία συγκρατούσαν τα δάκρυα τους. Μόνο ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του θαύματος που είχε γίνει. Άλλωστε για τον ίδιο τα θαύματα ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος και η ταπεινή του ψυχή ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε για τα θεία σημεία. Ήταν για τον Άγιο τα θαύματα φυσιολογικά, όπως φυσιολογική ήταν και η αστείρευτη πίστη και αγάπη του στο Θεό.

(Από το βιβλίο «Το πρώτο μου συναξάρι», εκδόσεις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, 1997)



Ένα τελευταίο σχόλιο: ο άγιος παπά Νικόλας μου θυμίζει τον παπά Φώτη Λαυριώτη, ένα σύγχρονο άγιο, αλλά κι άλλους αγιασμένους παπάδες και μοναχούς. Ίσως και κοντά σας να ζει κάποιος - αναζητήστε τον... Θ' αλλάξει η ζωή σας.

Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



Χαῖρε τό φῶς ἀρρήτως γεννήσασα
Χαῖρε τό πῶς μηδένα διδάξασα
χαῖρε σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν
χαῖρε πιστῶν καταυγάζουσα φρένα

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2012

Κορίτσι με μεταθανάτια εμπειρία πήγε στην κόλαση και ζωγράφισε αυτό που είδε.(βίντεο)


Δείτε το βίντεο.


Η θρησκεία της χαράς – Γελαστοί άγιοι




Αφορμή γι’ αυτό το post έδωσε ένα δημοσίευμα αντιχριστιανικού blog, μετά την κοίμηση του αγίου Γέροντα Ιωσήφ του Βατοπαιδινού.
Όταν έγινε γνωστό ότι ο άγιος χαμογέλασε μετά θάνατον, γνωστός δημοσιογράφος, που νόμιζε πως έτσι προσφέρει «ενημέρωση» για το «αμαρτωλό Βατοπαίδι» (που ήταν το μοναστήρι του Γέροντα), έδωσε στη δημοσιότητα μια παλιά συκοφαντική κατηγορία για τον άγιο, ότι δήθεν ήταν παιδεραστής! [Ανατροπή αυτής της κατηγορίας (που προερχόταν μάλιστα από εκκλησιαστικούς κύκλους!) δες εδώ].
Φανατικό αντιχριστιανικό blog παρουσίασε το θέμα, τονίζοντας ότι ο άγιος Γέροντας γέλασε μετά θάνατον (κάτι που προφανώς δεν πιστεύουν οι διαχειριστές του blog) «επειδή είναι αμαρτία να γελάς όσο ζεις»!...
Ας σχολιάσουμε λοιπόν λίγο το θέμα. 

Το χαμόγελο του Γέροντα Ιωσήφ (λεπτομέρειες εδώ)

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Η Ορθοδοξία είναι η θρησκεία της χαράς. Θρησκεία της χαράς δεν είναι ο παγανισμός, με τις οργιαστικές τελετουργίες του (δίπλα στις ανθρωποθυσίες και τη λατρεία δαιμονικών «θεοτήτων»), αλλά η Ορθοδοξία – στην οποία εντάσσωκαι την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, των πρώτων χιλίων ετών, ανατολής και δύσης.
Η ορθόδοξη υμνογραφία, εκτός από ύμνος προς το Θεό, είναι και ένας ύμνος στη χαρά: «Ευφραίνεσθε, δίκαιοι· ουρανοί αγαλλιάσθε· σκιρτήσατε, τα όρη, Χριστού γεννηθέντος!». «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». «Χαίρετε, λαοί, και αγαλλιάσθε». «Χορεύουσιν άγγελοι πάντες εν ουρανώ». «Τέρπου, χόρευε και αγάλλου, Ιερουσαλήμ». «Δέχου παρ’ ημών χαράς ευαγγέλια της αναστάσεως Χριστού!». «Ησαΐα, χόρευε».
Ίσως βέβαια ένας αθεϊστής θεωρήσει σκανδαλώδες ότι αιτίες των παραπάνω χαρμόσυνων εκφράσεων είναι η γέννηση και η ανάσταση του Χριστού. Ασφαλώς σ’ εκείνον θα έδινε μεγαλύτερη χαρά ένα μεγάλο χάμπουργκερ. Αν είναι πιο εκλεπτυσμένος, θα προτιμούσε μια όπερα ή μια έκθεση ζωγραφικής – τι να κάνουμε, ο καθένας χαίρεται με ό,τι προτιμά. Μόνο που η δική μας χαρά είναι η αιώνια χαρά, ενώ η δική του –ας μου επιτραπεί να το πω– είναι υποκατάστατο
Ο άγιος ιερέας π. Δημήτριος Ντούπκο, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε ποικιλότροπα από το αθεϊστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ, λέει για το θέμα μας: 
Ο χριστιανισμός είναι πριν απ' όλα η θρησκεία της χαράς. Το ζήτημα μόνο είναι, πώς εννοούμε τη χαρά; Αν την εννοούμε μ' ένα τρόπο χωμάτινο, τη χαρά της μέθης ή της ακολασίας, ο χριστιανισμός δεν χρειάζεται μια τέτοια χαρά. Σ' αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις, πρέπει να θλιβόμαστε και να ζητούμε τρόπο να ελευθερωθούμε από τη μέθη ή την ακολασία. Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της χαράς που νοιώθει κανείς όταν ελευθερώνεται από την αμαρτία. Μόνο όταν ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την αμαρτία, νοιώθει αληθινά τη χαρά. Τη χαρά της αναστάσεως, από την αμαρτία και το θάνατο, τη χαρά της αιωνιότητας. Ο Θεός να δώσει να μην έχομε πια αυταπάτες για τη χαρά, αλλά να την εννοούμε όπως πρέπει και τότε ο χριστιανισμός δεν θα μας φαίνεται πια η θρησκεία της λύπης.
ΓΕΛΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ;

Ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας, ολοζώντανος και γελαστός!...


Είναι αλήθεια ότι οι άγιοι Πατέρες δε συμπαθούν τον «άτακτο γέλωτα»(χαχανητό), γιατί τον θεωρούν ξέσπασμα κι όχι έκφραση αυθεντικής χαράς. Και το ξέσπασμα αυτό μπορεί να φανερώνει επιπολαιότητα, να έχει ως αιτία χυδαία ή χοντροκομμένα αστεία ή να είναι κοροϊδία σε βάρος του συνανθρώπου. Ο γέλωτας αυτός συμβαίνει σε συμπόσια και είναι αποτέλεσμα μέθης, συνοδεύεται από "χοντρά αστεία", παρέα με γυναίκες ελευθέρων ηθών κ.λπ. κ.λπ.
Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο γίγαντας της φιλανθρωπίας:
Επειδή γαρ ως τα πολλά εν συμποσίοις ο διάβολος εφεδρεύει μέθην και αδηφαγίαν έχων αυτώ συμμαχούσαν, και γέλωτα άτακτον, και ψυχήν ανειμένην, μάλιστα τότε δει και προ τραπέζης, και μετά τράπεζαν, επιτειχίζειν αυτώ την από των ψαλμών ασφάλειαν, και κοινή μετά της γυναικός και των παίδων αναστάντας από του συμποσίου, τους ιερούς αδειν ύμνους τω Θεώ (Χρυσόστομος, Εις τους Ψαλμούς, PG 55,157).
Σε απλά νεοελληνικά: 
«Επειδή τις πιο πολλές φορές στα γλέντια καραδοκεί ο διάβολος, έχοντας συμμάχους το μεθύσι, την πολυφαγία, το άτακτο γέλιο και την ψυχή που αγαπά την αμαρτία [ανειμένη = χωρίς περιορισμούς], κυρίως τότε πρέπει (και πριν το φαγητό και μετά το φαγητό) να οχυρώνεται ο άνθρωπος με ψαλμούς, να σηκώνεται από το γλέντι μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του και να ψάλλει».
Το εκπληκτικό αυτό απόσπασμα ΔΕΝ αποτρέπει τους ανθρώπους από το να διασκεδάσουν, αλλά προτρέπει τους άντρες να διασκεδάσουν μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά τους, δηλ. με την οικογένειά τους!!! Όχι μόνο με τους φίλους τους, γιατί τότε καραδοκεί ο κίνδυνος εκτροπής! Και φυσικά να συνοδεύσουν το γλέντι τους με προσευχή (πάλι όλοι μαζί), για να προστατευτούν από πράξεις που δεν ταιριάζουν με την προσευχή [ευχαριστώ το φίλο που μου επισήμανε το χωρίο].
Όμως, ακόμη και τον «άτακτο γέλωτα» οι άγιοι δεν τον θεωρούν αμαρτία – πολύ περισσότερο, το γέλιο γενικά δεν θεωρείται αμαρτία: αλλιώς θα υπήρχαν εκκλησιαστικοί κανόνες, που θα ζητούσαν να απέχει από τη θεία Μετάληψη για ένα διάστημα όποιος γελά, ή έστω όποιος χαχανίζει. Κάτι τέτοιο όμως (που θα ήταν και παράλογο) δεν υπάρχει. Ας σημειώσουμε εδώ ότι το τρανταχτό γέλιο του σύγχρονου αγίου Ευμένιου Σαριδάκη, που θα αναφέρουμε παρακάτω (το οποίο μάλιστα μετέδιδε και στους άλλους), φανερώνει ότι μια αθώα καρδιά γελάει όπως θέλει χωρίς να βλάπτεται ψυχικά. Η Ορθοδοξία δεν έχει αλύγιστους ηθικούς νόμους, αλλά μόνο ψυχοθεραπευτικές συμβουλές.

Το παιδικό χαμόγελο του Γέροντα Σωφρόνιου (βλ. παρακάτω)

Αυθεντική έκφραση χαράς, κατά τους ορθόδοξους αγίους, είναι η ιλαρότητα (φωτεινότητα του προσώπου). Γι' αυτό και στον εσπερινό ο Χριστός εξυμνείται με έναν αρχαίο χριστιανικό ύμνο, στον οποίο χαρακτηρίζεται "Φως ιλαρόν" (=χαρούμενο).
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό βέβαια της Ορθοδοξίας είναι η έντονη παρουσία τηςχαρμολύπης (συνύπαρξης χαράς και λύπης). Η χαρμολύπη οφείλεται σε ταυτόχρονες αιτίες για να είναι χαρούμενος και για να είναι λυπημένος. Είμαι χαρούμενος π.χ. γιατί είμαι υγιής, γιατί βλέπω την ομορφιά της μέρας ή της φύσης, γιατί βρίσκομαι κοντά στους αγαπημένους μου, γιατί (ακόμη κι αν δεν είμαι υγιής ούτε κοντά στους δικούς μου) ζω την παρουσία του Χριστού στην καρδιά μου, είμαι όμως ΚΑΙ λυπημένος γιατί δεν ξεχνώ πως είμαι αμαρτωλός, καθώς και γιατί γύρω μου υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που κουβαλάνε πληγές και λύπες. 
Ίσως γι’ αυτό ο π. Ευμένιος, ο Γελαστός Άγιος, είπε σε κάποια που παρατήρησε γι’ αυτόν πως γελούσε πολύ και τον σύγκρινε με κάποιον άλλο, που δε γελούσε: «Αυτούς που δε γελάνε, τους αγαπάει πιο πολύ ο Θεός». Το είπε ασφαλώς από ταπείνωση, επειδή ο ίδιος γελούσε πάρα πολύ, ενώ πρέπει και να ξέρουμε πως ο Θεός αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους (άπειρα), όμως θα εννοούσε πως η συνειδητοποίηση των αμαρτιών μας και ο πόνος των συνανθρώπων (για τον οποίο συχνά έχουμε κι εμείς ευθύνη) παρακινεί τους πιο ευαίσθητους σε σοβαρότητα και αυτή η σοβαρότητα (ετοιμότητα για μετάνοια [δηλ. αλλαγή προς το καλύτερο] και συμμετοχή στον πόνο του άλλου) ανοίγει την καρδιά μας προς το Θεό. Αυτή τη σοβαρότητα την είχε πολλές φορές και ο ίδιος, αν και τόσο γελαστός, όπως θα δούμε πιο κάτω.
[Αν τα παραπάνω λόγια σκανδαλίζουν κάποιον αδελφό μας, άθεο ή έστω αρνητικό προς «τους παπάδες», έχω να του πω ότι δε θα σκανδαλιζόταν αν είχε μπροστά του έναν καλλιτέχνη μονίμως συνοφρυωμένο λόγω της τέχνης του ή έναν ερευνητή πάντα σκεφτικό ή έναν ακτιβιστή μελαγχολικό (ή και οργισμένο) λόγω του ανθρώπινου πόνου, με τον οποίο παλεύει. Ας μη βιάζεται λοιπόν να σκανδαλίζεται και για τα λόγια ενός αγίου, έστω κι αν δεν τα καταλαβαίνει ή αν «δε συμφωνεί» μ’ αυτά].
Επίσης υπάρχει το παράδοξο χάρισμα των δακρύων, που εκδηλώνεται όταν η ψυχή έχει γίνει πάρα πολύ λεπτή & ευαίσθητη μπροστά 
α) στις δικές της αμαρτίες 
β) στη δυστυχία των άλλων, 
γ) στον κίνδυνο να μη σωθεί όχι μόνον η ίδια, αλλά και ο αμαρτωλός συνάν-θρωπος,
δ) στη χαρμόσυνη επίσκεψη του ολόφωτου και ηθικά πεντακάθαρου Θεού, του Χριστού, που έρχεται να γιατρέψει τις ηθικές πληγές της ψυχής του αμαρτωλού  και ώς τότε απελπισμένου ανθρώπου (για την αυθεντικότητα αυτής της εμπειρίας δες εδώ).
Τα δάκρυα αυτά ξεπλένουν την ψυχή και, κατά τους αγίους Πατέρες, δεν απελπίζουν, αλλά γιατρεύουν την απελπισία και αναζωογονούν (1).

Στα βιβλία των αγίων Πατέρων υπάρχουν πολλά σημεία όπου κάνουν χιούμορ.
Από τις βιογραφίες σύγχρονων αγίων Γερόντων, όπως ο Παΐσιος, ο Πορφύριος, η Γερόντισσα Γαβριηλία κ.ά., ξέρουμε ότι γελούσαν και έκαναν χιούμορ. Επίσης, μια από τις πιο γνωστές φωτο του (γενικά μάλλον εσωστρεφούς) αγίου ΓέρονταΣωφρόνιου του Essex είναι εκείνη που τον εμφανίζει να γελάει, και μάλιστα με ένα γέλιο εντελώς παιδικό (την είδες πιο πάνω)! Γελάει στη φωτογραφία της και η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, η ακτιβίστρια της Γαλλίας και Νεομάρτυρας (από τους Ναζί).

Το χαμόγελο της αγίας Μαρίας Σκόμπτσοβας

Οι βιογραφίες των παλαιών αγίων συνήθως δεν είναι τόσο αναλυτικές, ώστε να ξέρουμε «αν γελούσαν». Ωστόσο είναι φανερό, από μια συγκριτική μελέτη βιογραφιών παλαιών και σύγχρονων αγίων, ότι όλοι είχαν και έχουν το ίδιο πνεύμα. Οι σύγχρονοι άγιοι είναι παρόμοιοι με τους παλιούς. Άρα, όπως σήμερα έχουμε γελαστούς αγίους, είχαμε πάντα. 
«Χαρά μου, Χριστός ανέστη!» ήταν η φράση, με την οποία χαιρετούσε τους ανθρώπους ο μεγάλος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833).
Φυσικά μπορεί ένας άγιος να είναι μελαγχολικός ή και αγέλαστος λόγω ιδιοσυγκρασίας – μήπως πρέπει να τον λασπολογήσουμε γι’ αυτό ως δήθεν «άνθρωπο που καταπνίγει τη χαρά της ζωής»; Αστείο πράγμα.

ΤΡΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Υπενθυμίζω μερικά περιστατικά, που έχουν να πουν κάτι για το θέμα μας:

1) Κάποτε ένας κυνηγός είδε στην έρημο το Μέγα Αντώνιο να παίζει με τους μαθητές του (δηλ. με αρχάριους αναχωρητές, ενήλικες προφανώς, που είχαν τεθεί υπό την πνευματική του καθοδήγηση). Ο κυνηγός σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε ότι οι ασκητές έπρεπε να είναι πάντα σοβαροί και εσωστρεφείς, όχι να παίζουν. Ο άγιος, που έπιασε τη σκέψη του, τον κάλεσε κοντά του.
«Τέντωσε το τόξο σου» του είπε. Ο κυνηγός το τέντωσε. «Τέντωσέ το κι άλλο. Κι άλλο». «Δε μπορώ να το τεντώσω άλλο» είπε στο τέλος ο κυνηγός, «γιατί θα σπάσει».
«Και την ψυχή του ανθρώπου» είπε ο άγιος «δε μπορείς να την τεντώνεις διαρκώς, γιατί θα σπάσει».

2) Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας, πρώην ληστής που μετανόησε, μπήκε στην έρημο κι έγινε μεγάλος ερημίτης της αρχαίας εποχής, ήταν πολύ φιλόξενος και «εδέχετο μετά χαράς» τους επισκέπτες του (προφανώς όχι αγέλαστος και σκυθρωπός), γνωστούς και άγνωστους, τους οποίους περιποιόταν με όσα μέσα είχε και έκανε μαζί τους ωφέλιμες συζητήσεις. Αντίθετα, ο άγιος Αρσένιος ο Μέγας ήταν εσωστρεφής, ζούσε μακριά από τους άλλους και δύσκολα του παίρνανε κουβέντα οι επισκέπτες του, ακόμη και αναχωρητές που έρχονταν να τον δουν επειδή είχαν ακούσει για την αγιότητά του. [Για τους αναχωρητές εκείνης της εποχής δες εδώ].
Ένας αναχωρητής, που είχε επισκεφτεί και τους δύο Γέροντες, απορούσε πώς γίνεται να είναι και οι δύο άγιοι. Έτσι, είδε ένα όραμα: δυο όμοια πλοία έπλεαν σε ποτάμι και στο καθένα βρισκόταν ο ένας άγιος· ο άγιος Αρσένιος ήταν γαλήνιος και πανευτυχής, γεμάτος από τη θεία χάρη, ενώ ο άγιος Μωυσής είχε μια συντροφιά αγγέλους που τον τάιζαν κερήθρες με μέλι!
Το όραμα αυτό φανερώνει ότι και οι δύο ήταν άγιοι, απλά με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Οι άγιοι δεν είναι φωτοτυπίες – κι αν αυτό δεν είναι αποδοχή της διαφορετικότητας, τότε τι είναι; Κι αν ο άγιος Μωυσής δεν είναι απάντηση στο θέμα της χαράς, τότε τι είναι;

Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας (από εδώ).

3) Με το χιούμορ στα έργα και στην αλληλογραφία των Τριών Ιεραρχώνασχολείται ο Κωνσταντίνος Νικολακόπουλος στα Ερμηνευτικά μελετήματα από ρητορικής και υμνολογικής απόψεως, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 231-254.
Εκεί εντοπίζει σημεία όπου οι τρεις μεγάλοι άγιοι (αλλά και επιστήμονες και φιλόσοφοι και αγωνιστές της φιλανθρωπίας) κάνουν χιούμορ, είτε μεταξύ τους (οι άγιοι Βασίλειος και Γρηγόριος, που ήταν φίλοι – ενώ ο Χρυσόστομος έζησε μια γενιά μετά) είτε προς άλλους.
Γράφει μεταξύ άλλων:
Ενυπωσιακά παραδείγματα γραφής του παιδαγωγικού χιούμορ και των Τριών Αγίων βρίσκουμε σε όλα τα είδη των κειμένων τους και σε όλες τις συνάφειες περιεχομένου, όπως στην αλληλογραφία με φίλους, στα εποικοδομητικά ποιμαντικά κηρύγματά τους, στα θέματα εκκλησιαστικής πολιτικής ή ακόμη και στα αντιαιρετικά τους έργα.
Από τα παραδείγματα που αναφέρει τα πιο χαριτωμένα φυσικά είναι όσα περιέχονται στην αλληλογραφία τους. Επιλέγω ένα:
Ένα αντιπροσωπευτικό χωρίο, σχετικά με τη χιουμοριστική αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, μας έχει διασωθεί στα κείμενα του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος υπέφερε από αρθρίτιδα. Αναφερόμενος λοιπόν περιπεκτικά και αυτοσαρκαστικά στην αρρώστια του, δικαιολογείται και δηλώνει αδυναμία να παρευρεθεί σε κάποιον γάμο, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «παντελώς άωρον και ου γαμικόν, δύο ποδαλγοί περιφερόμενοι και γελώμενοι»[=εντελώς αταίριαστο και μη γαμήλιο, δυο πονεμένα πόδια που θα τριγυρνάνε και θα τα κοροϊδεύουν].

Ο ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ «ΓΕΛΑΣΤΟΣ ΑΓΙΟΣ» π. ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ

Ο μεγάλος αυτός σύγχρονος δάσκαλος της ορθόδοξης αγιότητας ήταν Κρητικός και ζούσε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αττικής, όπου λειτουργούσε και συμπαραστεκόταν στους λεπρούς και τους άλλους ασθενείς, στους επισκέπτες και τους συγγενείς των ασθενών, αλλά και σε πλήθος ανθρώπων που τον είχαν γνωρίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και τον επισκέπτονταν για πνευματική ωφέλεια. Μάλιστα, είχε εισαχθεί αρχικά στο νοσοκομείο λεπρός, θεραπεύτηκε με φαρμακευτική αγωγή και μετά δεν έφυγε, αλλά, συγκλονισμένος από τον ψυχικό και σωματικό πόνο που αντίκρισε, αποφάσισε να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του στην υπηρεσία των ανθρώπων που ζούσαν εκεί (εγώ θα έφευγα τρέχοντας με 1000, δυστυχώς – γι’ αυτό εγώ είμαι αμαρτωλός, ενώ ο π. Ευμένιος είναι άγιος). Είχε μάλιστα ως δικό του Γέροντα (=πνευματικό δάσκαλο) ένα λεπρό και τυφλό άγιο, τον άγιο Νικηφόρο. Ήταν τελείως άφραγκος και η απόλυτη παιδική ψυχή! Η βιογραφία του εδώ και αναφορά στην προσευχή του για αυτόχειρα εδώ.
Ο άγιος αυτός Γέροντας λοιπόν είχε χαρακτηριστικό του το τρανταχτό γέλιο!Έτσι φανερώνεται και η διάκριση ανάμεσα στο αληθινό γέλιο, που δεν πειράζει την αθώα ψυχή, και στο «άτακτο γέλιο» που είναι ξέσπασμα πάθους, το οποίο απορρίπτουν οι άγιοι Πατέρες. Στο βιβλίο του π. Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 137-146 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώαναφέρεται σχετικά:

«Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.
Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία - δες πολλά δείγματα εδώ)]».

Ο Γέροντας Ευμένιος
Χαρμολύπη

«Ήταν πολύ χαριτωμένος και είχε το χάρισμα των δακρύων, της χαρμολύπης. Ενώ κάναμε ακολουθίες, πολλές φορές, ο Γέροντας ήταν μέσα στο Ιερό και προσευχόταν με το κομποσχοίνι και παρακολουθούσε και όσα διαβάζαμε. Εμείς απ’ έξω τον ακούγαμε που έκλαιγε. Και όταν έφτανε στο τέλος η ακολουθία, έβγαινε έξω από το Ιερό και έβλεπες τα μάτια του ή βουρκωμένα ή να τρέχουν δάκρυα. Και να χαμογελάει. Το συνηθισμένο χαρακτηριστικό του χαμόγελο. Εβίωνε την χαρμολύπη. Όπως το αντιλήφθηκα εγώ, τα δάκρυα της μετάνοιας, της κατάνυξης, ήταν που δημιουργούσαν αυτή την ανέκφραστη, την ανεκλάλητη χαρά. Τα ζούσε παράλληλα και τα δύο ο Γέροντας. Ήταν κάτι μοναδικό, που δεν το έχω ζήσει σε άλλους Γέροντες. Να γελάει τόσο πολύ και την ίδια στιγμή, παράλληλα, να κλαίει».

Ασυγκράτητα γέλια

«Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας[=παραξενεύοντας] τους άλλους.
Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθή από ταπείνωσι, να μη φανή αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.
Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ώς την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]»

Τα θεϊκά γέλια

«Το πρόσωπό του, φωτεινό, χαρούμενο και γελαστό. Κάποτε τον ερώτησε η σύζυγός μου Μαρία: «Γέροντα, πώς το καταφέρνετε αυτό;». Και η απάντηση δόθηκε αμέσως: Αυτά, ευλογημένη, είναι τα θεϊκά γέλια».

Μεγάλη κατάνυξι

«Υπήρχαν στιγμές, που ερχόταν σε κατάνυξη μεγάλη και τον άκουγα να κλαίει, είχε και φορές που τον άκουγα να γελά. Μια φορά, με κάποιον, κάναμε ο ένας στον  άλλο ένα πείραγμα, κάναμε ένα λογοπαίγνιο, αλλά τόσο χαμηλόφωνα, που μόνον οι δυο μας το ακούγαμε. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ ακούσουμε ένα ακατάσχετο γέλιο του Γέροντα μέσα στο Ιερό, γι’ αυτό που εμείς κάναμε απ’ έξω μυστικά. Και διορθώματα επίσης των λαθών τα έκανε από το Ιερό.
Όταν έβγαινε έξω, έβλεπες έναν άνθρωπο αλλοιωμένο να βγαίνη από την πόρτα του Ιερού, να είναι βρεγμένα τα μάγουλά του, τα γένια του, να είναι μυσταγωγημένος. Νόμιζες ότι κατέβαινε ένας άνθρωπος από πάνω, αυτό αισθανόσουν. Ήταν τόσο συγκλονιστική η στιγμή, που έλεγες: «Τώρα, πώς θα βγη ο Γέροντας από κει μέσα;». Τις περισσότερες φορές έβγαινε πάρα πολύ κατανενυγμένος και δακρύβρεκτος. Ήταν πάρα πολύ ωραίο περιβάλλον, δηλαδή, και αυτό εντός του ναού, και αυτό που ακολουθούσε αργότερα, με την τράπεζα. Τις περισσότερες φορές ήταν κλίμα χαράς».
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το χρώμα του blog μας είναι μαύρο κι έχει για σημαία ένα οστεοφυλάκιο με κρανία κι ένα καντήλι. Το μαύρο, σε μας, είναι το χρώμα του πένθους. Τι σχέση έχουν αυτά με το γέλιο και τη χαρά;
Κι όμως έχουν! Ακόμα κι αυτό το πένθος οι άγιοι Πατέρες το ονομάζουν«χαροποιόν πένθος» = πένθος που δημιουργεί χαρά! Είναι μια εκδήλωση της ορθόδοξης χαρμολύπης.
Για να καταλάβεις πώς συνδέονται όλα αυτά, πέρνα μια βόλτα απ' αυτά τα ιδρυτικά μας posts:
Κάτι τύποι με μαύρα που ζουν στον κόσμο τους
και
«Νεκρός για τον κόσμο»: τι σημαίνει;
Τότε θα καταλάβεις πως αυτά είναι τα ειρηνικά όπλα που σκοτώνουν το πένθος και τη λύπη (την κατάθλιψη, τη μελαγχολία, την κατήφεια...) κι ανασταίνουν την αιώνια και ουράνια χαρά. Αυτήν που ο σοφός λαός μας ονομάζει χαρά Θεού. Και είναι πολύ πιο αληθινή και ποιοτική απ' τις καταναλωτικές ή σεξιστικές απολαύσεις που προπαγανδίζει -για ύποπτους λόγους- ο σύγχρονος κόσμος. Αν και είμαι ανάξιος αμαρτωλός, ας προσκαλώ σ' αυτήν!
Χαρά μου, Χριστός ανέστη!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
(1) Από το βιβλίο Η ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ του π. Κάλλιστου Ware[το βρήκα εδώ]:
Τα πνευματικά δάκρυα, όπως δείχνει το όνομά τους, είναι δώρο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και όχι απλώς αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών, και συνδέονται στενά με την προσευχή μας. Τα πνευματικά δάκρυα μας οδηγούν στην καινούρια ζωή της Ανάστασης.
Τα πνευματικά δάκρυα, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων, ανήκουν σε δύο κύριους τύπους.
Στο κατώτερο επίπεδο είναι πικρά στο υψηλότερο επίπεδο, είναι γλυκά. Στο κατώτερο επίπεδο αποτελούν μια μορφή εξαγνισμού. Στο ανώτερο είναι δάκρυα φωτισμού. Στο κατώτερο επίπεδο εκφράζουν συντριβή, λύπη για την αμαρτία, θλίψη για τον χωρισμό μας από τον Θεό - είναι δάκρυα του Αδάμ που θρηνεί έξω από τις πύλες του Παραδείσου. Στο ανώτερο επίπεδο εκφράζουν τη χαρά για την αγάπη του Θεού, την ευχαριστία για την αποκατάστασή μας στην υιοθεσία του Θεού που δεν αξίζουμε.
Παράδειγμα του κατώτερου επιπέδου είναι ο άσωτος υιός που βρίσκεται στην εξορία και θρηνεί για την χαμένη του πατρίδα·παράδειγμα του ανώτερου επιπέδου είναι το κλάμα του ασώτου για τη χαρά της γιορτής στο σπίτι του πατέρα του.
Στο κατώτερο επίπεδο είναι σαν «το αίμα που τρέχει από τις πληγές της ψυχής μας», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Στο ανώτερο επίπεδο, δηλώνουν τις κεκαθαρμένες αισθήσεις και διαμορφώνουν μιαν όψη της καθολικής μεταμόρφωσης του ανθρώπινου προσώπου από την θεούσα [θεοποιό] Χάρη.
Λυπούμενοι, αεί δε και χαίροντες.
πηγή 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...