Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Τό "πνευματικό φτιασίδωμα" τῶν γυναικῶν στά ἐξομολογητήρια.


Τό "πνευματικό φτιασίδωμα" τῶν γυναικῶν 
στά ἐξομολογητήρια.

http://www.gnomikologikon.gr/images/catpics/hypocricy.jpg 

Γράφει: Μ.Σ. ἐκπ/κός

Ἐκτός ἀπό τόν ἐξωτερικό καλλωπισμό στόν ὀποῖον κατ' ἐξοχήν ἐπιδίδεται τό γυναικεῖο φύλο γιά διάφορους λόγους: κενοδοξία, ἀνασφάλεια, φιλαυτία, πορνεία-μοιχεία, νεοταξική νοοτροπία-πλύση ἐγκεφάλου καί ἐκμετάλλευση τοῦ γυναικείου φύλου ὡς ἀντικείμενο ἠθικῆς διαφθορᾶς, ἐμπορικοῦ κέρδους, οἰκογενειακῆς διάλυσης κ.ἄ., ὑπάρχει καί ἕνα εἶδος "φτιασιδώματος" (ἀντι-)πνευματικῆς φύσεως. Δέν πρόκειται γιά τόν πνευματικό καλλωπισμό τῆς ψυχῆς πού καθαίρεται καί φροντίζει συνετά νά ἐνδυθεῖ ἐν μετανοίᾳ τίς ἀρετές, καθώς καί νά ἀρωματιστεῖ ἀπό τόν καρπό καί τήν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αύτός ὀ καλλωπισμός εἶναι τό καλόν καί εὐάρεστον θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλει νά εἶναι ὁ στόχος κάθε ἀγωνιζόμενου πιστοῦ χριστιανοῦ.
Πρόκειται, ἀντίθετα, γιά ἕνα εἶδος ἀντεστραμμένου "πνευματικοῦ φτιασιδώματος"  πού σκοτίζει περισσότερο τήν ψυχή, τήν ξεγυμνώνει ἀπό τήν εἰλικρινή μετάνοια, τήν βουτᾶ στήν ὑποκρισία καί στά ψέμματα καί τήν ψεκάζει μέ τήν δυσωδία τοῦ φαρισαϊσμοῦ, τῆς ὑποκρισίας καί τῆς ἰδιοτέλειας.
Τό "πνευματικό φτιασίδωμα" τῶν γυναικῶν πρίν εἰσέλθουν στό ἐξομολογητήριο, εἶναι ἡ λάβα πού ξεχύνεται ἀπό τήν ἔκρηξη παθῶν, πού ἰδιαιτέρως ταλαιπωροῦν τήν ψυχή τοῦ γυναικείου φύλου κι ὄχι τόσου τοῦ ἀντρικοῦ, κυρίως ὅπως: ζήλεια (τό κατ' ἐξοχήν σαράκι πού τρώει τά σωθικά τῶν γυναικῶν), φθόνος, μνησικακία, ἀνταγωνισμός, κάποιον ἴδιον ὄφελος κ.ἄ.
παναγια.jpgΒέβαια, δέν ἀποκλείεται νά ἐπιδίδονται στό "πνευματικό φτιασίδωμα" καί ἄντρες. Ὅμως, μᾶλλον πρόκειται περισσότερο γιά μία κακή γυναικεῖα "πρωτειά". Οἱ ἄντρες ἀπό τήν φύση τους εἶναι πιό δυνατοί σωματικά καί ψυχικά κι αὐτό ἀντανακλᾶται σέ ἕναν πιό εὐθύ χαρακτῆρα πού "πολεμᾶ" ἀνοιχτά καί μετωπικά. Οἱ γυναῖκες, ἀντίθετα, πιό ἀδύναμες σωματικά κι πιό εὐάλωτες συναισθηματικά, ἐπινοοῦν πλάγιες ὁδούς "ἐπίθεσης" "πρός ἐπιβίωσιν"...

Ἡ ἐμφανισιακή τάξη καί μετριασμένη περιποίηση, εἶναι μία κλίση πού συναντᾶται περισσότερο στίς γυναῖκες καί ἐν μέρει δικαιολογημένα καί κατά φύσιν. Συγκεκριμένα, εἶναι μία  συμπεριφορά ἀπαραίτητη γιά τήν ἕλξη τοῦ ἀντρικοῦ φύλου πρός συζυγία, δημιουργία οἰκογενείας, ἀναπαραγωγή καί τεκνογονία. Βέβαια, ἤδη ὁ Θεός ὡς Τέλειος Δημιουργός, δέν περίμενε ἀπό ἐμᾶς νά Τοῦ ὑποδείξουμε τί πρέπει νά κάνει στήν φυσιολογία τῶν ὄντων πού Αὐτός δημιούργησε, ἀλλά προνόησε ἤδη γιά ὅλα αὐτά τά ἀγαθά καί δέοντα κι ἔτσι, ἔπλασε τό γυναικεῖο φύλο ὡραιότερο ἀπό τό ἀντρικό, ὥστε νά ἐπιτυγχάνεται ἁρμονικότερα τό "αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε". Ἡ ὑπερβολή ὅμως αὐτῆς τῆς κλίσεως πού ἐξυπηρετεῖ τούς ρόλους τῶν δύο φύλων, τήν μετατρέπει  σέ ὡραιοπάθεια (παθογενή κατάσταση), τήν μεταλλάσσει σέ  παρά φύσιν  συμπεριφορά καί συγκεκριμένα σέ δόλωμα πρός τέρψιν παθῶν πού φωλιάζουν στήν ψυχή καί πού τήν βρίσκουν ὡς ἀγωγό διεξόδου πρός τό κοινωνικό περιβάλλον.
Ἔχοντας λοιπόν οἰ γυναῖκες αὐτήν τήν κλίση πρός τό ὡραῖο ἐκ φύσεως καί οὖσες πιό ἐξοικειωμένες μέ αὐτήν, πολλές φορές τήν χειρίζονται μέ τρόπο κακό, ὄχι μόνο ὡς πρός τήν ἐξωτερική τους έμφάνιση, ἀλλά καί ὡς πρός τήν "πνευματική τους ἐμφάνιση" καί μάλιστα μέσα στό ἐξομολογητήριο καί ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Πνευματικοῦ!


-Πῶς λειτουργεῖ τό "πνευματικό μέηκ-άπ" ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ μέσα στό ἐξομολογητήριο;
    http://www.zougla.gr/assets/images/422548.jpg
  1. -Δέν λέγεται ἡ πᾶσα ἀλήθεια γιά γεγονότα καί πρόσωπα.
  2. Παρουσιάζονται τά γεγονότα μέ τρόπο ὡραιοποιημένο ὑπέρ τῆς ἐξομολογουμένης καί εἰς βάρος ἄλλων προσώπων (ἄν ἐμπλέκονται).
  3. Βολιδοσκοπεῖται ἡ γνώμη τοῦ Πνευματικοῦ πρῶτα καί μετά γίνεται ἐξαγόρευση κατά τό βούλεσθαι (ὅπου πνέει ὁ ἄνεμος...).
  4. Ἀποκρύπτεται τελείως ἡ ἀλήθεια γιά συγκεκριμένα γεγονότα καί πρόσωπα.
  5. Ἀκόμη χειρότερα, παρουσιάζονται ψευδῆ στοιχεῖα γιά γεγονότα καί πρόσωπα.
  6. Γίνεται ἐντέχνως παρουσίαση καί προβολή καλῶν ἔργων καί επιτευγμάτων στόν Πνευματικό, ὄχι πρός εἰλικρινή ἔλεγχο καί ἐκζήτηση ὁδηγιῶν, ἀλλά πρός ἀπόσπασιν τῶν καλῶν του έντυπώσεων.
  7. Ἐπιτηδευμένη συναισθηματική συμπεριφορά μέ κορκοδείλια δάκρυα, ψευδοταπείνωση, ὑπερπροβολή ἀδυναμίας, ὥστε νά κάμψουν τό ἀνθρώπινο (ἴσως καί τό ἀντρικό) συναίσθημα τοῦ Πνευματικοῦ.
  8. Κολακεία καί ὑπερχειλίζουσα ἐκδήλωση συναισθημάτων ἀγάπης πρός τόν Πνευματικό, μέχρι νά τοῦ ἀνεβεῖ τό σάχαρο καί νά χρειαστεῖ ἐξετάσεις...
  9. Ὑπερβολή στήν προθυμία γιά διακονία, ἡ ὁποία, ὅμως, δέν προκύπτει ἀπό ἔνθερμο ζῆλο καί http://images.newsnow.gr/43/430806/o-neos-antiratsistikos-nomos-1-315x236.jpgθεῖο ἔρωτα πρός τόν Νυμφίο Χριστό, ἀλλά πρός τήν ἀπόσπαση τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦΠνευματικοῦ καί πρός αἰχμαλωσίαν τῆς ἐμπιστοσύνης του. Μέ ἄλλα λόγια, τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, πᾶμε νά τό κάνουμε ὄργανο τῶν χειρῶν μας καί τῆς οἰήσεώς μας.
Ἀγαπητές μου ἐν Χριστῷ ἀδελφές, τό ἐξομολογητήριο δέν εἶναι καμαρίνι, δέν εἶναι πνευματικά καλλιστεῖα πού θά ἀπονείμουν τήν κορδέλα τῆς "ὡραιοτέρας" ἐξομολογουμένης-καλύτερης πνευματικῆς θυγατέρας, ἀλλά κολυμβῆθρα βαπτίσματος. Ὁ Πνευματικός δέν εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλά τό νυστέρι Του στήν ψυχή μας. Ἡ ἐξομολόγηση δέν  εἶναι παράσταση καί ταινία "μυστηρίου", ἀλλά παράσταση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, Ἱερό Μυστήριο καί πνευματική ἐγχείριση τῆς ψυχῆς μας. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι σενάριο, ἀλλά ἡ κλωστή πού κρέμεται ἡ σωτηρία ἤ ἡ ἀπώλειά μας. Τά λόγια μας καί ἠ συμπεριφορά μας καί ὅλη μας ἡ ἐξαγόρευση δέν εἶναι ρόλος γιά νά μᾶς χειροκροτήσουν, νά μᾶς ποῦνε "μπράβο", νά γίνουμε "οἱ διασημότητες" τῆς ἀδελφότητος καί νά μοιράζουμε αὐτόγραφα, ἀλλά γιά αὐτομεμψία καί κατάθεση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς κατάντειας μας. Τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι καμβάς γιά καλλιτεχνικό "μουτζούρωμα" καί αὐτοσχεδιασμό, ἀλλά φάρμακα γιά νά τά διαχειριστοῦμε ὅσα πιό τέλεια ἐν Χριστῷ γίνεται καί πρός θεραπείαν καί ὄφελος ὅλων, μέ τήν βοήθεια τοῦ Πνευματικοῦ!

Ἔχουμε συναίσθηση ὅτι στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ὅτι μᾶς βλέπει σάν διάφανο τούλι κι ὅτι ἀπό τήν ἐξομολόγηση ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόπλυση ἤ ὄχι τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἡ αἰωνία σωτηρία ἤ καταδίκη μας; Τί πιό τραγικό, ἀπό τό νά πηγαίνουμε γιά ἐξομολόγηση γιά νά καθαρισθοῦμε καί νά σωθοῦμε καί ἀντ' αὐτῶν νά παίρνουμε ἐπιπλέον κατάκριμα λόγῳ ὑποκρισίας, ψεύδους, "πνευματικοῦ φτιασιδώματος" κι ὅλων τῶν κακῶν παρελκομένων αὐτῶν!
http://antexoume.files.wordpress.com/2014/02/ceb5cebecebfcebccebfcebbcf8cceb3ceb7cf83ceb7.jpgἌν κάνουμε ὅλα τά προαναφερθέντα, μᾶλλον ρίχνουμε κάρβουνα πάνω στήν κεφαλή μας κι ἄς μπῆκε κάτω ἀπό πετραχείλι. Τό πρᾶγμα εἶναι σοβαρό!

Εἴθε, λοιπόν, νά λάβουμε σοβαρά ἀπό δῶ κι ἐμπρός τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης. Νά ὁριοθετήσουμε σωστά τό πρόσωπο τοῦ Πνευματικοῦ, τό ὁποῖο δέν εἶναι κοριτσίστικο κουκλάκι στήν ἀγκαλιά μας. Νά πάψουμε νά περιεργαζόμαστε πρόσωπα πού μᾶς "μπαίνουν στό μάτι καί μᾶς κάθονται στό λαρύγγι". Νά ταπεινωθοῦμε καί νά συναισθανθοῦμε ὅτι εἴμαστε γιά τήν κόλαση. Καί μέ πᾶσα εἰλικρίνεια κι ἀνυποκρισία νά ἀξιοποιήσουμε τήν μεγίστη δωρεά τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ ἡμῶν, καθώς καί τήν δυνατότητα πρός ἡμᾶς νά καταθέτουμε στούς Ἀχράντους πόδας Του τά ἁμαρτήματα καί τά ἐγκλήματά μας, προκειμένου νά τά διαγράψει ἀπό τό βαρύ ποινικό μας μητρῶο. Καί μόνο τότε, θά ἔχουμε κάποια ἐλπίδα εἰσόδου στήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ, οὗ ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

29 ΙΟΥΛΙΟΥ 1014 : Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΛΕΙΔΙΟΥ


Η Μάχη του Κλειδίου (βουλ. Беласишка битка, γνωστή και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες) διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η μάχη αποτέλεσε το αποκορύφωμα της 50χρόνης διαμάχης μεταξύ του Σαμουήλ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Η μάχη τελείωσε με νίκη των Βυζαντινών.
Η μάχη διεξήχθη στην περιοχή μεταξύ των βουνών των Μπέλλων και του Ογκραζντέν, στο σημερινό βουλγάρικο χωριό Κλείδιο. Η αποφασιστική μάχη έγινε στις 29 Ιουλίου, με επίθεση των Βυζαντινών, υπό την ηγεσία του Νικηφόρου Ξιφία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των Βουλγάρων. Αυτή η μάχη αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν και τυφλώθηκαν μετά από διαταγή του Βασιλείου Β', ο οποίος αργότερα πήρε το όνομα «Βουλγαροκτόνος». Ο Σαμουήλ επέζησε από τη μάχη, αλλά πέθανε 2 μήνες αργότερα, από καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται πώς πέθανε όταν είδε τους τυφλούς Βούλγαρους στρατιώτες.

Παρά τα αποτελέσματα της μάχης, η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία δεν καταστράφηκε, αλλά δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς. Για αυτό, το 1018, η Βουλγαρική Αυτοκρατορία καταστράφηκε από τον Βασίλειο Β'.


Οι συγκρούσεις Βυζαντίου-Βουλγαρίας ξεκίνησαν τον 7ο αιώνα μ.Χ., όταν οι Βούλγαροι, υπό την ηγεσία του Χαν Ασπαρούχ, κατέλαβαν, κοντά στον Δούναβη, μια επαρχία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως αποτέλεσμα, οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά πολέμων με το Βυζάντιο.

Το 986, η Βουλγαρία δέχθηκε επίθεση από τον βορρά από τον Πρίγκιπα του Κιέβου, Σφιατοσλάφ. Εν τω μεταξύ, λόγω των επιθέσεων τουΣυμεών στο Βυζάντιο, η Βουλγαρική Αυτοκρατορία έχασε πολλή δύναμη. Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων, οι επιδρομείς από το Κίεβο νικήθηκαν από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι ήταν σε πόλεμο με τους Βούλγαρους, μια συνεχόμενη σύγκρουση μετά την πτώση της βουλγαρικής πρωτεύουσας, Πρεσλάβ, το 971. Αυτό είχε το αποτέλεσμα της παραίτησης του Μπορίς Β' από τους αυτοκρατορικούς του τίτλους, και την παραχώρηση της ανατολικής Βουλγαρίας στους Βυζαντινούς. Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την ανατολική Βουλγαρία, αλλά τα ανεξάρτητα εδάφη της δυτικής Βουλγαρίας παρέμειναν αυτόνομα και υπό την ηγεσία των Κομητόπουλων - ΝταβίντΜωυσήΑρόν και Σαμουήλ - αντιστάθηκαν εναντίον του Βυζαντίου.

Το 976, στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Βασίλειος Β', και πρώτος στόχος του ήταν η κατάληψη της Βουλγαρίας. Αντίπαλοι του ήταν οι Δυτικοί Βούλγαροι, υπό την ηγεσία του Σαμουήλ. Η πρώτη εκστρατεία του Βασιλείου ήταν καταστροφική, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας παραλίγο να πεθάνει όταν οι Βούλγαροι εκμηδένισαν τον βυζαντινό στρατό στις Πύλες του Τραϊανού, το 986.

Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, όσο ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος με τις επαναστάσεις εναντίον του και τις επιθέσεις των Φατιμίντ στην Ανατολία, ο Σαμουήλ ανακατέλαβε τα περισσότερα από τα πρώην βουλγαρικά εδάφη και μετέφερε τον πόλεμο στο Βυζάντιο. Ωστόσο, η επίθεση του στη Νότια Ελλάδα, χάρη στην οποία έφθασαν στην Κόρινθο, τελείωσε με μεγάλη ήττα των Βουλγάρων στη μάχη του Σπερχείου το 996. Η επόμενη φάση του πολέμου ξεκίνησε το 1000, όταν ο Βασίλειος ξεκίνησε μια σειρά από επιθέσεις στη Βουλγαρία. Κατέλαβε τη Μοισία, και το 1003, τα σώματα του κατέλαβαν το Βίντιν. Τον επόμενο χρόνο, ο Βασίλειος κατατρόπωσε τον Σαμούηλ στημάχη στα Σκόπια. Το 1005, ο Βασίλειος επανέκτησε τον έλεγχο στη Θεσσαλία και σε μέρη της νότιαςΜακεδονίας. Σε αυτά και τα επόμενα χρόνια, οι Βυζαντινοί εισέβαλαν αρκετές φορές στη Βουλγαρία, λεηλατώντας την ύπαιθρο. Παρά τις μερικές επιτυχίες, οι Βυζαντινοί δεν καταφέρει να νικήσουν αποφασιστικά. Η βουλγαρική αντεπίθεση, το 1009, στη μάχη της Κρέτας, παρόλο αυτά, η νίκη των Βυζαντινών δεν ήταν αποφασιστική, αλλά οι Βούλγαροι είχαν χάσει πολλές δυνάμεις. Σύμφωνα με τον Βυζαντινό ιστορικό, Ιωάννης Σκυλίτζης: «Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Β' συνέχιζε τις επιθέσεις στη Βουλγαρία, καταστρέφοντας τα πάντα στον δρόμο του. Ο Σαμουήλ ήταν ανίκανος να τον σταματήσει σε ανοιχτή μάχη, και έτσι, έχανε τη δύναμη του». Το αποκορύφωμα του πολέμου ήρθε το 1014, όταν ο Σαμουήλ, ως ηγέτης του στρατού, προσπάθησε να σταματήσει τον βυζαντινό στρατό πριν αυτός εισέλθει στη βουλγαρική ενδοχώρα.


Ο Σαμουήλ ήξερε πώς οι Βυζαντινοί θα επιτίθονταν στη χώρα του από τις ορεινές περιοχές. Οι Βούλγαροι έχτισαν τάφρους κατά μήκος των συνόρων τους, ειδικά στο πέρασμα του Κλειδίου στον Στρυμόνα, καθώς αυτό οδηγούσε στην καρδιά της Βουλγαρίας. Ο Σαμουήλ οχύρωσε περισσότερο την οροσειρά Μπέλλες και το Κάστρο στον Στρυμόνα. Ο ποταμός του Στρυμόνα ήταν ιδανικό μέρος για επιθέσεις και χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές από τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Σαμουήλ επέλεξε τον Στρυμόνα για αμυντική τακτική - βρισκόταν στον δρόμο από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Θράκη, στα ανατολικά, και μέχρι την Οχρίδα, στα δυτικά. Τα σύνορα αυτά φρουρούνταν από μεγάλες βουλγαρικές δυνάμεις.

Ο Σαμουήλ αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Βασίλειο Β' και τον στρατό του στο Κλείδιο, όχι μόνο λόγω των ηττών στα πεδία της μάχης, αλλά και λόγω των ανησυχιών σχετικά με την εποπτεία του μεταξύ της αριστοκρατίας, η οποία είχε αποδυναμωθεί από τις εκστρατείες του Βασιλείου. Το 1005, ο διοικητής του Δυρραχίου, λιμανιού τηςΑδριατικής, παρέδωσε την πόλη στον Βασίλειο Β'. Για να αντιμετωπίσει τη βυζαντινή απειλή, ο Σαμουήλ συγκέντρωσε 45.000 στρατιώτες. Ο Βασίλειος Β' επίσης συγκέντρωσε ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών, και όρισε διοικητή τον Νικηφόρο Ξιφία, ο οποίος είχε καταλάβει τις παλαιές βουλγαρικές πρωτεύουσες Πλίσκα και Πρεσλάβ, το 1001.


Ο βυζαντινός στρατός έφθασε από την Κωνσταντινούπολη και περνώντας από την Κομοτηνή, τη Δράμα και τις Σέρρες έφθασε στο χωριό του Κλειδίου στον ποταμό Στρυμόνα. Εκεί, βρήκε ένα χοντρό ξύλινο τείχος με Βούλγαρους στρατιώτες. Οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν αμέσως, αλλά υποχώρησαν με βαριές απώλειες.

Ο Σαμουήλ, για να απομακρύνει τον Βασίλειο από το πεδίο της μάχης, έστειλε μεγάλο στρατό στη Νεστορίτσα. Οι Βούλγαροι της Νεστορίτσας έφθασαν ως τη Θεσσαλονίκη, αλλά δέχθηκαν μεγάλη ήττα από τονστρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη και από τον γιο του, Μιχαήλ. Ο Θεοφύλακτος αιχμαλώτισε πολλούς Βούλγαρους και βάδισε στα βόρεια για να συναντήσει τον Βασίλειο.

Η πρώτη απόπειρα του Βασιλείου για να συντρίψει τους υπερασπιστές του περάσματος ήταν ανεπιτυχής, καθώς ο αριθμός των αμυνόμενων ανέρχονταν στους 15.000-20.000 Βούλγαρους. Παρά τις δυσκολίες, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας αρνήθηκε να σταματήσει την επίθεση. Διέταξε τον Νικηφόρο Ξιφία να μεταφέρει τα σώματα του στο Βελάσιο, για να περικυκλώσει τους Βούλγαρους, όσο ο υπόλοιπος βυζαντινός στρατός θα πολιορκούσε το τείχος. Ο Ξιφίας οδήγησε τα σώματα του σε ένα μονοπάτι, πίσω από τις θέσεις των Βουλγάρων. Στις 29 Ιουλίου, ο Ξιφίας επιτέθηκε στους Βούλγαρους, αφού τους περικύκλωσε. Οι Βούλγαροι στρατιώτες άφησαν το οχυρό και κατευθύνθηκαν να αντιμετωπίσουν τη νέα απειλή, δίνοντας στον Βασίλειο την ευκαιρία να καταστρέψει το τείχος.

Εξαιτίας της σύγχυσης που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης, πολλά βουλγαρικά στρατεύματα καταστράφηκαν, ενώ τα υπόλοιπα απεγνωσμένα προσπαθούσαν να φύγουν στη Δύση. Ο Σαμουήλ και ο γιος του, Γκαβίλ (Γαβριήλ) Ραντομίρ, κατευθύνθηκαν στα ανατολικά από το οχυρό τους στη Στρώμνιτσα, αλλά καταστράφηκαν στις μάχες στο Μοκριέβο (νυν Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Πολλοί Βούλγαροι στρατιώτες σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Ο Αυτοκράτορας Σαμούηλ σώθηκε χάρη στην ανδρεία του γιου του, και με ασφάλεια έφθασαν στο Πρίλεπ. Από το Πρίλεπ, ο Σαμουήλ έφθασε στην Πρέσπα ενώ ο γιος του κατευθύνθηκε στη Στρώμνιτσα για να συνεχίσει τη μάχη.


Μετά τη νίκη στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος Β' κατευθύνθηκε στη Στρώμνιτσα, οχυρό-κλειδί στην κοιλάδα του Βαρδάρη. Στον δρόμο τους για την πόλη, οι Βυζαντινοί κατέλαβαν το οχυρό τουΜατσούκιον. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας έστειλε ένα στρατό, υπό την ηγεσία του Βοτανειάτη, για να περικυκλώσει τη Στρώμνιτσα και να καταστρέψει τα τείχη της πόλης, καθώς επίσης και να καθαρίσει τον δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη. Με τα υπόλοιπα σώματα του, ο Βασίλειος έμεινε για να καταστρέψει τελείως την πόλη. Στην αρχή οι Βούλγαροι άφησαν τον Βοτενειάτη να καταστρέψει τις οχυρώσεις τους, αλλά περικύκλωσαν αυτόν και τον στρατό του και τον έσφαξαν. Στη μάχη, ο Γκαβρίλ Ραντομίρ σκότωσε τον Βοτανειάτη με το δόρυ του. Ως αποτέλεσμα, ο Βασίλειος Β' αναγκάστηκε να σταματήσει την πολιορκία της Στρώμνιτσας και υποχώρησε. Στην επιστροφή, ο Βασίλειος έπεισε τον κουβικουλάριοΣέργιο να παραδώσει το οχυρό του Μελένικου, το οποίο αποτελούσε τον κεντρικό δρόμο προς τη Σόφια, από τα νότια. 


Ο Σκυλίτζης θεωρεί πώς ο Βασίλειος αιχμαλώτισε 15.000 στρατιώτες (14.000 σύμφωνα με τον Κεκαυμένο). Σύγχρονοι ιστορικοί, όπως οΒασίλ Ζλατάρσκι, ισχυρίζονται πώς αυτοί οι αριθμοί είναι απίθανοι και υπερβολικοί. Τον 14ο αιώνα, το έργο του Κωνσταντίνου Μαννάση, Χρονικόν, μεταφράστηκε στα βουλγάρικα. Ο Μαννάσης καταγράφει πώς στη μάχη αιχμαλωτίστηκαν 8.000 στρατιώτες. Ο Βασίλειος χώρισε τους αιχμάλωτους σε ομάδες των 100 ανδρών, τυφλώνοντας τους 99 αιχμαλώτους σε κάθε ομάδα και αφήνοντας τον τελευταίο με ένα μάτι, για να οδηγεί τους υπόλοιπους στην πατρίδα τους - αυτό το έκανε για να εκδικηθεί τον θάνατο του Βοτανειάτη, ο οποίος ήταν ο αγαπημένος του στρατηγός. Άλλη αιτία για αυτή την πράξη, ήταν ότι στα μάτια των Βυζαντινών, οι Βούλγαροι ήταν επαναστάτες κατά της εξουσίας τους, και πώς η τύφλωση ήταν η πιθανή τιμωρία για τους αντάρτες. Για αυτή την πράξη, ο Βασίλειος έλαβε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος». Στις 6 Οκτωβρίου 1014, ο Σαμουήλ πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, όταν είδε τους τυφλούς του στρατιώτες. 

Ο θάνατος του Βοτανειάτη και τα μετέπειτα τέσσερα χρόνια του πολέμου έδειξαν πώς η βυζαντινή επιτυχία δεν ήταν πλήρης. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πώς η ήττα των Βουλγάρων δεν ήταν πλήρης, όπως περιέγραψαν ο Σκυλίτζης και ο Κεκαυμένος. Άλλοι ιστορικοί δίνουν έμφαση στον θάνατο του Σαμουήλ και θεωρούν αυτό το γεγονός ως μεγάλο πλήγμα για τη Βουλγαρία. Ο Γκαβρίλ Ραντομίρ και ο Ιβάν Βλαντισλάφ στάθηκαν ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τους Βυζαντινούς, και τελικά η Βουλγαρία καταλήφθηκε το 1018. Αυτό τον χρόνο, ο Τσάρος Ιβάν Βλαντισλάφ σκοτώθηκε στη μάχη στο Δυρράχιο, και η Βουλγαρία έγινε επαρχία του Βυζαντίου, μέχρι το 1185, όποτε διεξήχθη η επιτυχής εξέγερση των αδερφών Άσεν.

Στη μάχη του Κλειδίου, ο βουλγαρικός στρατός υπέστη βαριές απώλειες, και αυτό ήταν αποφασιστικός παράγοντας για την τελική νίκη του Βυζαντίου στον πόλεμο. Οι περισσότεροι από τους διοικητές αποφάσισαν να παραδοθούν εθελοντικά στον Βασίλειο Β'.

Η μάχη είχε αντίκτυπο στους Σέρβους και στους Κροάτες, οι οποίο αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν τη δύναμη του Βυζαντινού Αυτοκράτορα, μετά το 1018. Τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίαςαποκαστάθηκαν στον Δούναβη, δίνοντας στο Βυζάντιο τον έλεγχο της βαλκανικής χερσονήσου από τον Δούναβη στην Πελοπόννησο και από την Αδριατική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

πηγή

Το Θαύμα της Παναγίας "Κουδουμιανής" στον Γέροντα Ευμένιο

Το Θαύμα της Παναγίας "Κουδουμιανής" στον Γέροντα Ευμένιο

Όταν ήταν νέος μοναχός και δεν είχε αποκτήσει την εμπειρία απο τον πόλεμο του Πονηρού, υπερηφανεύθηκε ότι νίκησε πια τις πλεκτάνες του Σατανά, τότε ακριβώς εισήλθε μέσα του ο Πονηρός ώστε να τον ταλαιπωρήσει για αρκετό χρονικό διάστημα.
Κάποτε "κυνηγημένος" έτρεχε στα δύσβατα μονοπάτια απο το χωριό του, Εθιά, προς το μοναστήρι του "Κουδουμά", πρίν ακόμα φθάσει τον αγκάλιασε η Παναγία και έτσι απαλάχθηκε απο την ενέργεια του Πονηρού. Μάλιστα του εδώθη πλουσιοπάροχα το διορατικό χάρισμα ώστε να βοηθήσει πολύ κόσμο.


ΠΗΓΗ το είδαμε εδώ

Η δύναμη του σημείου του Σταυρού


Η δύναμη του σημείου του Σταυρού!


Επιστήμονες έχουν αποδείξει πειραματικά τις θαυματουργικές ιδιότητες του σημείου του Σταυρού και της προσευχής.
«Είναι διαπιστωμένο ότι η παλιά συνήθεια να γίνεται το σημείο του Σταυρού πάνω από το φαγητό και το ποτό πριν το γεύμα, έχει ένα προφανές μυστικό νόημα. Πίσω από αυτό παραμένει η πρακτική χρησιμότητα:
Η τροφή κυριολεκτικά καθαρίζεται μέσα σε μια στιγμή.

Αυτό είναι ένα μεγάλο θαύμα, που κυριολεκτικά συμβαίνει κάθε ημέρα», είπε η φυσικός Angelina Malakhovskaya που προσκλήθηκε από την εφημερίδα Zhizn την Παρασκευή.


Η Malakhovskaya έχει μελετήσει τη δύναμη του σημείου του Σταυρού με την ευλογία της Εκκλησίας, για 10 περίπου χρόνια τώρα. Έχει διεξάγει ένα μεγάλο αριθμό πειραμάτων που έχει
επανειλημμένα επαληθευθεί, πριν τα αποτελέσματά τους έρθουν στη δημοσιότητα.

Ειδικότερα έχει ανακαλύψει τις απαράμιλλες βακτηριοκτόνες ιδιότητες του νερού μετά την ευλογία του από μία Ορθόδοξη προσευχή και το σημείο του Σταυρού. Η μελέτη επίσης αποκάλυψε μία νέα, ενωρίτερα άγνωστη ιδιότητα του λόγου του Θεού να μετασχηματίζει τη δομή του ύδατος, αυξάνοντας αξιοσημείωτα την οπτική του πυκνότητα στην περιοχή του φάσματος της βραχείας υπεριώδους ακτινοβολίας, γράφει η εφημερίδα.
Οι επιστήμονες έχουν επαληθεύσει την δύναμη της δράσης της Κυριακής προσευχής (Πάτερ ημών) και του Ορθοδόξου σημείου του Σταυρού στα παθογενή βακτήρια. Δείγματα νερού από διάφορες δεξαμενές (πηγάδια, ποταμούς, λίμνες) πάρθηκαν για έρευνα. Όλα τα δείγματα είχαν goldish staphylococcus, ένα κολοβακτηρίδιο. Αποδείχθηκε εν τούτοις, ότι αν η Κυριακή προσευχή λεχθεί και το σημείο του Σταυρού γίνει επάνω τους, ο αριθμός των βλαβερών βακτηριδίων θα μειωθεί επτά, δέκα, εκατό ακόμη και πάνω από 1000 φορές.
Τα πειράματα έγιναν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείουν και την ελάχιστη πιθανή νοητική επιρροή. Η προσευχή ειπώθηκε και από πιστούς και από απίστους, αλλά ο αριθμός των παθογόνων βακτηρίων σε διάφορα περιβάλλοντα με διαφορετικές ομάδες βακτηρίων ακόμη και τότε μειώθηκε, συγκρινόμενος με τα πρότυπα αναφοράς.
Οι επιστήμονες απέδειξαν επίσης την ευεργετική επίδραση που η προσευχή και το σημείο του Σταυρού έχουν πάνω στους ανθρώπους. Όλοι οι συμμετέχοντες στα πειράματα είχαν την πίεση του αίματός τους να τείνει να σταθεροποιηθεί, και τους αιματικούς δείκτες βελτιωμένους.
Κατά τρόπο εντυπωσιακό, οι δείκτες άλλαζαν προς την ίαση που χρειαζόταν: Στους υποτασικούς η αιματική τους πίεση ανέβηκε, ενώ στους υπερτασικούς κατέβηκε.

Επίσης παρατηρήθηκε ότι το σημείο του Σταυρού εάν γίνεται πρόχειρα, με τα τρία δάχτυλα βαλμένα μαζί απρόσεκτα ή τοποθετούμενα εκτός των απαραιτήτων σημείων (στο μέσο του κούτελου, το κέντρο του ηλιακού πλέγματος, και στα κοιλώματα κάτω από το δεξί και αριστερό ώμο), το θετικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο αδύνατο, ή απουσίαζε εντελώς.
Έτσι γίνεται κατανοητό το αναλλοίωτο του Αγιασμού, το ανέβασμα του ζυμαριού από τα σταυρολούλουδα (λουλούδια του Επιταφίου), η διατήρηση φρέσκου του Πασχαλιάτικου αυγού μέχρι τον επόμενο χρόνο, όταν τοποθετείται στο εικονοστάσι κλπ.
Η Εκκλησία δεν έχει φόβο από την έρευνα. Αντίθετα η έρευνα επιβεβαιώνει τις θέσεις της.
Αρκεί να μην ξεφύγουμε από την αληθινή, Ορθόδοξη Εκκλησία 


     πηγη...

Πῶς μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ τὸ ἄγχος 'Ιωάννης Κορναράκης

Τὸ ἄγχος εἶναι ἀναμφιβόλως ἕνα πληθωρικὸ ψυχολογικὸ χαρακτηριστικό τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ χαρακτηρισμοί: ἀγχώδης ἀντίδραση, ἀγχογόνος κατάσταση ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀγχωτικὸς τύπος καὶ ἄλλοι παρόμοιοι καὶ σχετικοὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἄγχους χαρακτηρισμοί, ἀκούγονται συχνὰ στὴν καθημερινή μας ζωή.

Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπιστημονικῆς ψυχολογικῆς ἔρευνας τὸ ἄγχος ἐντοπίσθηκε ὡς νοσογόνο σύμπτωμα ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνος, στὸ πλαίσιο τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων θεωριῶν τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους (τοῦ ἀσυνειδήτου).

Ἀλλὰ τὸ ἄγχος ὑπῆρχε πάντοτε στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ἀπὸ κάποια χρονικὴ στιγμὴ καὶ ἑξῆς, ὡς λανθάνον αἴτιο ἐνδεχόμενης ψυχικῆς διαταραχῆς, μικρῆς ἢ μεγάλης ἐκτάσεως. Ἁπλῶς κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος οἱ συνεχεῖς, μεγάλες καὶ συχνὰ ἐκπληκτικὲς ἀλλαγὲς συνθηκῶν καὶ ὅρων ἀνθρώπινης ζωῆς, ὀφειλόμενες στὴν ταχεία ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν καὶ μάλιστα τῆς τεχνολογίας, ὅπως καὶ στὴ σχετικὴ συνεργία λοιπῶν κοινωνικῶν, ἰδεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν παραγόντων, συνετέλεσαν στὴν ἔντονη διέγερση τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ, μὲ συνέπεια τὴν ἐκδήλωση ψυχολογικῶν προβλημάτων ἀλλὰ καὶ ψυχοπαθολογικῶν συμπτωμάτων μὲ κορυφαῖο, συχνά, χαρακτηριστικὸ τὸ ἄγχος.

Τὸ ἄγχος γεννήθηκε στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸν παράδεισο ἀμέσως μὲ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία. Ἡ παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ θανατηφόρο παρακοὴ τοῦ Ἀδάμ, βιώθηκε καὶ ἐκδηλώθηκε ἤδη μέσα στὸν παράδεισο ὡς ἀγχογόνος ἀντίδραση στὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ ψυχοσωματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀγχωτικὴ ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους σχετίζεται μὲ τὴν μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τοῦ ζεύγους αὐτοῦ· «καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γεν. γ’ 7).

Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τοῦ στίχου αὐτοῦ δείχνει ὅτι οἱ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, μόλις ἔφαγαν τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους, τόσον ἀποκρουστικὴ στὰ μάτια τῆς αὐτοσυνειδησίας τους, ὥστε ἀμέσως, χωρὶς τὴν παραμικρὴ χρονοτριβή, προσπάθησαν νὰ καλύψουν τὴν ἀσχημοσύνη τῆς ψυχικῆς, ἀπαράδεκτης γι’ αὐτούς, εἰκόνας τους.

Ἔτσι στὸ Γεν. 3,7 ἔχουμε δύο σημαντικὰ ὑπαρξιακὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τῶν παραβατῶν αὐτῶν τὴν ἀπαράδεκτη γι’ αὐτοὺς μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν κάλυψη τῆς εἰκόνας τῆς αὐτοσυνειδησίας τους αὐτῆς, μὲ τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἐντυπωσιακὰ ὁ ἀγχώδης χαρακτήρας τῆς ἀμεσότητος μὲ τὴν ὁποία ἔσπευσαν, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν κάλυψη αὐτή, τῆς κακοποιημένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία προσωπικῆς τους εἰκόνας.

Ἐξάλλου ἡ δεύτερη ἀγχώδης ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους στὴν ἀποτρόπαια αὐτὴ εἰκόνα τους, ἦταν ἡ ἄμεση, ἐσπευσμένη, ἀπόκρυψή τους πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου, ὅταν «ἤκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινὸν» (Γεν. 3, 8). Τὸ ἠχητικὸ ἐρέθισμα τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ τοὺς προκάλεσε ἔντρομη φυγὴ καὶ κρύψιμο. Ἔτσι «ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου».

Ὅταν ὅμως ὁ Θεὸς ἐκάλεσε ὀνομαστικῶς τὸν Ἀδάμ, μὲ τὴν ἐρώτηση· «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;», ἐκεῖνος ἀπήντησε ὁμολογώντας καὶ δικαιολογώντας συγχρόνως τὸ κρύψιμό του πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου· «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνὸς εἰμί, καὶ ἐκρύβην». Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς γυμνότητος τῆς εἰκόνας τους ἀπὸ τὰ θεουργὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» λειτούργησε μὲ ἔντρομη ἀμεσότητα, γιὰ τὴν ἀπόκρυψή τους ἀπὸ τὴν ἐλεγκτικὴ παρουσία τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. «Ἐφοβήθην» καὶ «ἐκρύβην»! Φόβος καὶ κρύψιμο, πρὸ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ!

Ἂν θὰ θέλαμε νὰ συσχετίσουμε τὶς δύο αὐτὲς λέξεις ἢ ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου, φόβο καὶ κρύψιμο, μὲ βασικὲς ἔννοιες τῆς Ψυχολογίας τοῦ ἀσυνειδήτου (τοῦ Βάθους), θὰ διαπιστώναμε χωρὶς δυσκολία τὴ σύμπτωση τοῦ ἀδαμικοῦ φόβου μὲ τὸ ἄγχος, ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐννοεῖ ἡ σύγχρονη Ψυχολογία στὴν ψυχοδυναμική του λειτουργία. Ἀλλὰ καὶ τὸ κρύψιμο θὰ μπορούσαμε ἄνετα νὰ τὸ παραλληλίσουμε καὶ μᾶλλον νὰ τὸ ταυτίσουμε μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπωθήσεως τοῦ ἑαυτοῦ στὸ ἀσυνείδητό του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἔννοια αὐτή, στὴ σχέση της μὲ τὸ ἄγχος, ἡ ἴδια Ψυχολογία.

Σύμφωνα μὲ τέτοιες συσχετίσεις μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία ἐπεσκότισε πράγματι καὶ ἀχρείωσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ χαρισματικὴ (θεουργὸ) δυναμική τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν πρωτόπλαστο, βυθίστηκε στὸ σκότος μιᾶς ψυχικῆς πραγματικότητας, ἄγνωστης πλέον καὶ ἀπρόσιτης στὸ σκοτισμένο λογικό του ἀνθρώπου. Θὰ λέγαμε μὲ τὴ γλώσσα τῆς σύγχρονης ψυχολογίας στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του.

Ἔτσι, στὸ ἑξῆς, οἱ ψυχικὲς ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου εἶχαν πλέον ἀσυνείδητες ἀφετηρίες, ἐφόσον ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, βυθισμένος στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ κατόπτευση φωτιστικὰ τὸ ἀπύθμενο βάθος τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς, στὴν ὁποία εἶχε ἤδη δουλωθῆ.

Ἑπομένως ὄχι μόνο τὸ ἄγχος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπώθηση τοῦ ἑαυτοῦ στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του, εἶναι συμπτώματα τῆς διαβρώσεως τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὴν ἁμαρτία, μὲ κοινὴ ὅμως ἐσωτερικὴ ἁμαρτητικὴ σχέση, ποὺ οὐσιώνεται στὴ βίωση τῆς ἐνοχῆς γιὰ τὴν παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ἄγχος ἔχει σαφῶς ἐνοχικὴ ἀφετηρία. Ἐκφράσθηκε ὡς φόβος μπροστὰ στὴν ἀπειλὴ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.

Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεκτο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύγχρονη Ψυχολογία τοῦ ἀσυνειδήτου, κατανοεῖ τὸ ἄγχος ἐπίσης ὡς ἀσυνείδητη καὶ διάχυτη στὴ συνολικὴ ὕπαρξη τοῦ ἄνθρωπου ἐνοχικὴ ἀγωνία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὸ ἰσχυρότερο πάθος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς· τὸ βίωμα ἢ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, ποὺ ἐξάλλου ἀποτελεῖ καὶ τὸν πυρήνα τοῦ νευρωτικοῦ γενικὰ φαινομένου.
 
*
 
Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὸ ἄγχος ὑποδηλώνει τὴν ἀόριστη, μὴ δυνάμενη νὰ προσδιορισθεῖ ἐξ ἀντικειμένου ἀγωνία ἐνώπιον κάποιας ἀπειλῆς κινδύνου. Τὸ δὲ ἔντονο κινητικὸ – ψυχοδυναμικὸ στοιχεῖο του, ποὺ προεκτείνεται συχνὰ στὴ συμπεριφορὰ τῆς ἀγχωτικῆς ἀντιδράσεως, μὲ μορφὴ ἐπιθετικότητος, ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μαρτυρία τῆς ἐνοχικῆς ἀφετηρίας του.
 
*
 
Ἀλλὰ τὸ ἄγχος, ὡς παθογόνος παράγοντας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὡς πάθος, εἶναι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, ἐπιδεκτικὸ μιᾶς ἀξιοποιήσεώς του ὡς ἐργαλείου πνευματικῆς καὶ μάλιστα νηπτικῆς προκοπῆς. Κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, τὰ πάθη, ἂν καὶ δὲν «συνεκτίσθησαν προηγουμένως» στὴν ἀνθρώπινη φύση, εἶναι καλὰ γιὰ τοὺς προχωρημένους στὴν πνευματικὴ ζωή. Γιατί αὐτοὶ μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐμπειρία τῶν παθῶν ποὺ εἶχαν (καὶ τὰ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὴ σαρκική τους ἀφετηρία) γιὰ τὴν ἀπόκτηση οὐρανίων ἀρετῶν. Ὅπως τὸ φόβο ὡς μέσο προφυλάξεως ἀπὸ τὴ μέλλουσα τιμωρία ἀλλὰ καὶ τὴ λύπη, ὡς διορθωτικὴ διάθεση, κατὰ τὴ μεταμέλεια γιὰ κάποιο κακό, ποὺ διαπράχθηκε κατὰ τὸν παρόντα βίο.

Πρόκειται ἐδῶ γιὰ μία μεταποιητικὴ «κατεργασία» τῆς δυναμικῆς ἑνὸς πάθους σὲ πνευματικὴ λειτουργία ἀρετῆς. Τὴ μεταποιητικὴ αὐτὴ μέθοδο μεταβολῆς μιᾶς ἀρνητικῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας σὲ θετικὴ καὶ ἐποικοδομητικὴ ἐνέργεια ἀνωτέρου ἐπιπέδου πνευματικῆς ζωῆς, ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου.

Ἐφόσον· «Πᾶν πάθος κατὰ συμπλοκὴν πάντως αἰσθητοῦ τινός, καὶ αἰσθήσεως καὶ «φυσικῆς δυνάμεως», θυμοῦ λέγω τυχόν, ἢ ἐπιθυμίας, ἢ λόγου παρατραπέντος τοῦ κατὰ φύσιν συνίσταται», εἶναι δυνατὸν ἕνας «σπουδαῖος» πνευματικὸς ἀγωνιστής, κατὰ τὴν ἐπιδίωξη κάποιας ἀρετῆς νὰ «μεταποίησῃ ἢ νὰ «μεθορμήσῃ» ἢ νὰ «μετεργασθῇ» ἢ νὰ «ἐπαναγάγῃ» τὴ φυσικὴ αὐτὴ δυναμική τοῦ πάθους σὲ βιωματικὴ ποιότητα ἀρετῆς.

Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἕνας ἀγωνιζόμενος χριστιανός, ποὺ ἀνήκει σ’ ἕνα ἀγχώδη τύπο, νὰ προσπαθήσει νὰ «μεθορμήσῃ» τὴν ἀγχωτική του δυναμικὴ σὲ ὑψηλὰ πεδία πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ νήψη, ἡ ἐγρήγορση, ἡ πατερικὴ προσοχὴ καὶ ἄλλες παρόμοιες πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ ἐνέργειες. Στὴν ἁγιογραφικὴ ἀλλὰ καὶ στὴν πατερικὴ διδαχὴ συναντοῦμε προτροπὲς ποὺ μᾶς προσανατολίζουν στὴν πνευματικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς «ἀγχωτικῆς» ἢ «φοβικῆς» δυναμικῆς. Ὅπως ἐνδεικτικῶς•

α) Στὴν Π. Δ. «δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιάσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ» (Ψαλμ β’ 11).

β) Στὴν Κ.Δ. «Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». «Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται… μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας».

«Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε». «Νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίη.

γ) Κατὰ τὸν ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, αὐτὸς ποὺ θέλει πραγματικὰ νὰ εὐχαρίστησει τὸ Θεὸ καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ… ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ προσπαθεῖ νὰ μάθει τὴν εὐχὴ καὶ «βιάζεται καὶ ἄγχει». Κι’ αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ ἐφαρμόσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ «βιάζεται καὶ ἄγχει καὶ ἐθίζει ἔθος ἀγαθόν… Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν κατόρθωσιν τῶν ἀρετῶν».

Ὁ ἴδιος ἅγιος συνιστᾶ «Πάντοτε ο»=υν ἐν τῇ συνειδήσει ὀφείλεις ἔχειν τὴν μέριμναν καὶ τὸν φόβον…. τὸν φόβον καὶ τὸν πόνον, ὡς φυσικὸν καὶ ἄτρεπτον, τὸν συντριμμὸν τῆς καρδίας πάντοτε πεπηγμένον».

Ἐπίσης, κατὰ τὸν ἀββᾶ Δωρόθεο, ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος ἄνθρωπος, ἂν ἀξιωθεῖ νὰ ἀπόκτησει κάποιο χάρισμα γνωρίζει πῶς τὸ κατόρθωσε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερηφανευθεῖ γιὰ τὸ χάρισμα αὐτό, ὅτι μὲ τὴ δική του δύναμη τὸ ἀπέκτησε ἀλλὰ τὸ ἀποδίδει στὸ Θεὸ καὶ συνεχῶς τὸν παρακαλεῖ «τρέμων» νὰ μὴ ἀποδειχθεῖ ἀνάξιος αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος καὶ στερηθεῖ τῆς βοηθείας του καὶ ἀποκαλυφθεῖ ἔτσι ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ ἀδυναμία του.

Ἡ ἀνάδυση τοῦ ἄγχους ἀπὸ ἀσυνείδητες, ἄγνωστες καὶ ἀπρόσιτες ἀπὸ τὸ λογικὸ ἐνδοψυχικὲς ἀφετηρίες, κάνουν πολὺ δύσκολη, ἂν μὴ ἀδύνατη, τὴν κατὰ μέτωπο καταπολέμησή του. Γεγονὸς ποὺ ἀφορᾶ σ’ ὅλα τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ πατερικὴ ἐμπειρία ποὺ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς δὲν εἶναι ἐκριζωτὴς τῶν παθῶν ἀλλὰ ἀνταγωνιστής, δείχνει ὅτι ἡ μέθοδος τῆς μετοχετεύσεως τῆς ψυχικῆς δυναμικῆς τοῦ πάθους σὲ στόχους πνευματικῆς ζωῆς, δημιουργεῖ ἐλπίδες μιᾶς θεοφιλοῦς ἀξιοποιήσεως τοῦ ἄγχους, σὲ νηπτικοὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες φωτιστικῆς αὐτογνωσίας, στὸ κλίμα τῆς ἀδιάλειπτης μνήμης τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς παρουσίας τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ στὴ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ.

Ἂν τὸ ἄγχος βιώνεται ὡς ἕνας ἀνεπιθύμητος ψυχικὸς ἀναγκασμός, σὰν μία πιεστικὴ βία στὸν πυρήνα τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀνταγωνιστεῖ κανεὶς τὸ ἄγχος εἶναι ἡ ἄσκηση βίας στὴ βία τοῦ πάθους αὐτοῦ. Στὸ σημεῖο τοῦτο εἶναι χρήσιμη ἡ προτροπὴ τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ ἀσκητοῦ· «Θέλησον τῇ βίᾳ τῆς φιλόθεου σπουδῆς ἐκνικῆσαι καὶ λῦσαι τὴν βίαν (τοῦ ἄγχους)! «Ἡμεῖς τῇ βίᾳ τὴν βίαν καταγωνισώμεθα».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Στὸ ἐρώτημα «πῶς μπορεῖ ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετώπισει καὶ νὰ ἀξιοποίηση τὸ ἄγχος ὡς ἐργαλεῖο πνευματικῆς προκοπῆς;» μία ἐπιγραμματικὴ – συνοπτικὴ ἀπάντηση θὰ ἦταν, στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἡ ἑξῆς·

- Νὰ παραδώσει τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ τὸ συνοδεύει στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

- Νὰ προσπαθήσει νὰ τὸ ἰδεῖ καὶ νὰ τὸ κατανοήσει στὴν ψυχοδυναμική του ἰδιαιτερότητα ὡς φοβίας ἢ ἀόριστης ἀγωνίας ἢ ἀναιτιολόγητης ἐπιθετικῆς παρορμήσεως ἢ τέλος ὡς ἐνοχικῆς φοβικῆς εὐαισθησίας, ὡς παράγοντα τῆς παιδείας τοῦ Κυρίου!

- Νὰ ἐντοπίσει ἐνδεχομένως τὸ ἐνοχικὸ ὑπόστρωμα τοῦ ἄγχους, ποὺ συνήθως ἀποτελεῖ τὴν κυρία ψυχοδυναμική του ἀφετηρία. Ἀπωθημένες ἁμαρτητικὲς ἐμπειρίες, δηλ. ἀνεξομολόγητες ἐνοχές, ἐκδικοῦνται μὲ ἀσυνείδητη ἀγχώδη ἀντίδραση.

- Νὰ συλλάβει τὴν ἀφυπνιστικὴ πνευματικὴ σημασία τοῦ ἄγχους, ὡς ἐρεθίσματος μιᾶς ἐργασίας αὐτογνωσίας μὲ κριτήρια ἀντικειμενικὰ καὶ ὄχι αὐτοδικαιωτικά.

- Νὰ μεταποιήσει τὴ δυναμική τῆς ἀγχωτικῆς ἀγωνίας σὲ νηπτικὸ τρόπο βιώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὴν μνημονευθεῖσα προτροπὴ τοῦ ἄγ. Μακαρίου του Αἰγυπτίου· «Καὶ ἡμεῖς τοίνυν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνην, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πραότητα., ἵνα ἀποστείλῃ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν ὁ Θεός»!

Ὄντως τὰ ἀντίρροπα τοῦ ἄγχους εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πραότητα!

Ἀναζητώντας τό νόημα τῆς ζωῆς



Θὰ πρέπει ἕνας ἄνθρωπος νὰ εἶναι τυφλὸς καὶ ἀπίστευτα ἀνόητος ἄν, φτάνοντας στὰ χρόνια της ὡριμότητας, δὲν ἀναρωτιέται πότε-πότε, μὲς στὴν παραζάλη τῆς ζωῆς: «Γιὰ ποιὸ σκοπὸ ἦρθα στὸν κόσμο; Γιατί ζῶ;»

Ὅταν εἶναι κανεὶς νέος, ὁ καιρὸς κυλάει τόσο γρήγορα, οἱ διασκεδάσεις εἶναι τόσο πολλές, καὶ τὸ τέρμα τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μοιάζει νά εἶναι τόσο μακριά, ὥστε δὲν ὑπάρχει καιρὸς γιὰ τέτοιες αὐτοαναλύσεις. Τουλάχιστον, σὲ μένα, αὐτὸ εἶχε συμβεῖ. Οἱ φοιτητὲς τῆς ἰατρικῆς, συνήθως, δὲ διακρίνονται γιὰ τὴν εὐσέβειά τους καί, φυσικά, οὔτε ἐγώ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποτελῶ ἐξαίρεση σ' αὐτὸ τὸν κανόνα. Στὰ ἐργαστήρια τῆς ἀνατομίας, ὅπου διαμελίζονται σὲ χίλια-δυὸ κομμάτια τὰ ἀπομεινάρια τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δέ μοῦ φάνηκε τίποτα περσότερο ἀπὸ μία πολύπλοκη μηχανή. Στὶς αὐτοψίες ποὺ εἶχα παρακολουθήσει, τίποτα δὲν εἶδα ποὺ νὰ μὲ κάμει νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει μὲς στὸ κορμὶ μία ψυχὴ ἀθάνατη. Ὅταν συλλογιόμουν τὸν Θεό, ἄθελά μου στὸ στόμα μου χάραζε ἕνα χαμόγελο ἀνωτερότητας, ποὺ ἔδειχνε τὴν περιφρόνηση ποὺ αἰσθανόμουν γιὰ ἕναν τόσο παμπάλαιο μῦθο.

Ὅταν ὅμως πῆρα τὸ πτυχίο τοῦ γιατροῦ καὶ βγῆκα στὴ βιοπάλη, στὶς κοιλάδες τῆς Νότιας Οὐαλλίας, μὲ τὰ ἀνθρακωρυχεῖα, καὶ ἐξασκώντας τὸ ἐπάγγελμά μου εἶδα τὴ ζωὴ ἀπὸ κοντά, ἀπὸ πρῶτο χέρι, ὅπως λένε, καὶ πρόσεξα, τὸ θάρρος καὶ τὴν καλὴ θέληση τῶν ἄλλων συνανθρώπων μου ποὺ ἀγωνίζονταν μέσα σὲ μεγάλες δυσκολίες, τότε, μόνο, γιὰ πρώτη φορά, ἄρχισα νὰ εἰσχωρῶ στὸ βασίλειο τοῦ πνεύματος. Ὅταν παρευρισκόμουν στὸ θαῦμα τῆς γέννησης τοῦ ἄνθρωπου, ὅταν καθόμουν πλάι στὸ νεκρὸ τὶς ἥσυχες ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν ἄκουγα τὸ σιγανὸ μὰ ἀνελέητο χτύπημα ἀπὸ τὶς φτεροῦγες τοῦ θανάτου, τότε, οἱ ἀπόψεις μου γιὰ τὴ ζωὴ ἔγιναν κάπως ἀλλιώτικες. Ἡ πεῖρα ποὺ μὲ τόσην ἀγωνία κερδίζεις, ἀργά-ἀργά, παρουσίασε μπροστά μου καινούργιες ἀξίες. Ἔτσι κατάλαβα πώς, στὴ ζωή, ὑπάρχουν πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπὸ ὅσα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὰ βιβλία, πολὺ περισσότερα κι ἀπὸ ὅσα μπορεῖ ποτὲ νὰ ὀνειρευτεῖ. Μὲ λίγα λόγια ἔχασα τὴ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου κι αὐτό, μ’ ὅλο ποὺ τότε δὲν τόξερα ἀκόμα, εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὸν Κύριο.

Σὲ κάποιο κεφάλαιο μίλησα γιὰ τὴν Ὄλγουεν Νταίηβις, τὴ μεσόκοπη νοσοκόμο, ποὺ πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, μὲ δύναμη καὶ ὑπομονή, μὲ ἠρεμία καὶ αἰσιοδοξία, ἐξυπηρετοῦσε τὸν κόσμο στὴν περιοχὴ τοῦ Τρέτζενυ. Αὐτὸς ὁ ἀνυστερόβουλος ἀλτρουισμός, ποὺ ἔδειχνε νὰ εἶναι τὸ κλειδὶ τοῦ χαρακτῆρα της, εἶχε τόσο γλίσχρα ἀνταμοιβή, ὥστε, ἔμενα τουλάχιστον, πολὺ μὲ στενοχωροῦσε. Μ’ ὅλο ποὺ ὁ κόσμος τὴν ἀγάπαγε πάρα πολύ, ὁ μισθὸς τῆς ἦταν τιποτένιος. Στὸ τέλος, ἕνα βράδυ ποὺ εἴχαμε παρασταθεῖ σὲ μία πολὺ δύσκολη κ’ ἐπίμονη περίπτωση, τόλμησα νὰ τῆς πῶ δυὸ λόγια τὴν ὥρα ποὺ πίναμε μαζὶ ἕνα φλυτζάνι τσάι. 

— Ἀδελφή, γιατί δὲν τοὺς ζητᾶτε νὰ σᾶς δίνουν κάτι περσότερο; Εἶναι πολὺ κωμικὸ νὰ ξέρει κανεὶς πὼς κάθεστε καὶ τσακιζόσαστε γιὰ τρεῖς κ’ ἑξήντα.

Σούφρωσε πολὺ τὰ φρύδια της, ἀλλά, πάντως, χαμογέλασε:

— Ὅσα παίρνω, μοῦ φτάνουν γιὰ νὰ ζῶ.

— Ὄχι δά! ἐπέμεινα. Ἐσεῖς ἔπρεπε νὰ παίρνετε, τὸ λιγότερο, μία λίρα τὴν ἑβδομάδα παραπάνω. Ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει πόσο σᾶς ἀξίζει αὐτό!

Σιωπὴ ἁπλώθηκε ξαφνικά. Τὸ χαμόγελό της δὲν ἔσβησε, ὅμως ἡ ματιὰ της σιγά-σιγὰ πῆρε μίαν αὐστηρότητα καὶ ἕνα βάθος ποὺ μὲ τρόμαζε.

— Γιατρέ, εἶπε, ἕνα πρᾶγμα μ’ ἐνδιαφέρει ἐμένα. Νὰ ξέρει ὁ Θεὸς πὼς κάτι ἀξίζω. Ἂν τὸ πετυχαίνω αὐτό, δέ μοῦ χρειάζεται τίποτ’ ἄλλο.

Αὐτὰ πού μοῦ εἶπε, γιὰ νὰ μοῦ ἐξηγήσει, ἦταν ἐλάχιστα, τὸ νόημά τους ὅμως διαβαζόταν ὁλοκάθαρα μὲς στὰ μάτια της. Ποτέ, οὔτε γιὰ μία στιγμή, δὲν εἶχε παραστήσει τὴ θρησκευάμενη, κι ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀπόδειξε ἀνάγλυφα πὼς ὅλη της ἡ ὕπαρξη, ἡ αὐτοθυσία καὶ ἡ ἐξυπηρετικότητα ποὺ ἀνάβλυζε ἀπ' ὅλο της τὸ εἶναι ἦταν ἀποτέλεσμα ἀφιέρωσης, ὕψιστη ἀπόδειξη πὼς πίστευε στὸν Χριστό. Σὲ μία στιγμὴ κατανόησης, ἔνιωσα τὸ βαθύτατο νόημα τῆς ζωῆς της καί, συγκρίνοντάς τη μὲ τὴ δική μου, εἶδα τὸ προσωπικό μου κενό.

Δὲν παριστάνω τὸν καθηγητὴ τῆς Θεολογίας. Ποτέ μου δὲν ἔνιωσα πὼς εἶμαι φτιαγμένος γιὰ νὰ κάμω κήρυγμα σὲ κάποια δημόσια πλατεία. Οὔτε ἀνήκω σὲ καμιὰν ὁμάδα ἤ δόγμα ἰδιαίτερο, ποὺ ἀποκλείει ὅλους ὅσους δὲν τὸ ξέρουν ἤ δὲν τὸ πιστεύουν. Μιλάω ἁπλῶς γιὰ τὴν πίστη στὸν Θεό, ἕνα θέμα ποὺ πολλοὶ παραγνωρίζουν τὴ σημασία του, ἀλλὰ ποὺ σήμερα εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ προσέξουν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλην περίοδο τῆς ἱστορίας τοῦ Κόσμου.

Ὁ μισὸς σχεδὸν πληθυσμὸς τῆς γῆς ἔχει παραδεχτεῖ μίαν ἀθεϊστικὴ ἰδεολογία, ἔχει καταπιαστεῖ μὲ μίαν ἀνελέητη ἐπίθεση, ἐναντίον τῆς θρησκείας, ἔχει ξεσηκώσει μίαν ἄγρια κι ἀκούραστη ἐκστρατεία γιὰ νὰ πνίξει ὁριστικὰ μὲς στὴ λάσπη τὴν ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ δημιουργοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι μεριὰ ἐμεῖς, οἱ ἄλλοι μισοί, μ’ ὅλη τὴν πνευματικὴ δίψα ποὺ νιώθουμε τόσο ἔντονα, μέσα στὴν καρδιά μας, εἴμαστε — οἱ περισσότεροι — καταπληκτικὰ ἀδιάφοροι ἀπέναντι τῆς ἰδέας τῆς ὕπαρξης Θεοῦ, εἴμαστε σά νεκροὶ ἀπέναντι στὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ζωῆς. Πραγματικά, γιὰ πολλούς, ἡ τάση τῆς σύγχρονης σκέψης, ποὺ τονίζει τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ τὸ ξεπέρασμα τῆς παράδοσης, ἔφερε πολὺ σοβαρὰ στὴν ἐπιφάνεια τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι, πάλι, γεμάτοι δυσπιστία γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ φαίνεται χαμένος μέσα στὶς συγκρούσεις, τὶς ἀγωνίες, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὸ φόβο, κάνουν τὰ στραβὰ μάτια μπρὸς στὴν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος, καὶ πέφτουν μὲ τὰ μοῦτρα σ’ ἕνα σωρὸ ποικιλόμορφες διασκεδάσεις.

Αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ συνείδηση αὐτῆς τῆς κρίσης στὰ ἀνθρώπινα πράγματα, αὐτὸ μὲ κάνει νὰ νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ καθορίσω μερικοὺς δρόμους τῆς σκέψης καὶ τῆς ψυχῆς, ποὺ ἔδωσαν ἀφορμὴ νὰ πάρει συγκεκριμένη μορφὴ ἡ πίστη μου.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀκόμα πρέπει νὰ εἰπωθεῖ πὼς ἡ μόνη κινοῦσα δύναμη στὴν ὑπερφυσικὴ πίστη πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ ἔλεγχο σὰ μαθηματικὴ ἐξίσωση, οὔτε καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ σὰν πρόβλημα ἀπὸ ἕνα-κάποιο βιβλίο τοῦ Εὐκλείδη. Εἶναι φανερὸ πὼς ἕνα Ὂν ἄπειρο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιληφθεῖ σὲ ὅρια πεπερασμένα - ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία μας εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρη νὰ τὸν κατανοήσει ἀπολύτως. Ὑπάρχουν, ὡστόσο, μερικὰ ἁπλὰ στοιχεῖα πού μᾶς βοηθοῦν νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε.

Ἂν προσέξουμε τὸ φυσικὸ σύμπαν, τὸ μυστήριο καὶ τὸ μεγαλεῖο του, τὴν τάξη καὶ τὴν πολλαπλή του σύνθεση, τὴ φοβερή του ἀπεραντοσύνη, δὲ μποροῦμε νὰ μὴν καταλήξουμε στὴν ἰδέα ἑνὸς ἀρχικοῦ Δημιουργοῦ. Ποιὸς εἶναι κεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ κοιτάξει ψηλὰ τ’ ἀμέτρητα, τ’ ἀτέλειωτα ἀστέρια, μία καλοκαιριάτικη νύχτα, χωρὶς νὰ συλλογιστεῖ ἐντονότατα πὼς ἕνας τέτοιος κόσμος δὲν εἶναι δυνατὸν vα ἔχει γίνει ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ μίαν ἀφορμὴ τυφλὴ κι ἀκαθόριστη, ἕνα ἁπλὸ μόριο ὕλης ποὺ ξέφυγε τοῦ ἥλιου ὓστερ’ ἀπὸ κάποιο ἁπλούστατο περιστατικό.

Ἂν θέλετε, παραμερίστε ὡς καθαρὴ φαντασία ὅσα μᾶς λέει ἡ Βίβλος γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ἔπλασε τὸν κόσμο, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια μέσα σὲ ἕξι μέρες. Ἂν νιώθετε τὴν ἀνάγκη, χαμογελάστε γιὰ τὴ λευκοφόρο πατριαρχικὴ μορφὴ ποὺ ζωγράφισε ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος στὴν Capella Sixtina, ποὺ εἶναι μία ἀπεικόνιση τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὅπως τὸν παραδέχονταν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἀφελῆ πίστη, παλιότερα. Μεταδίδει ὁ Θεὸς αὐτὸς τὸν σπινθῆρα τῆς ζωῆς μὲ τὸ δάχτυλό Του, στὸν Ἀδάμ. Μπορεῖ νὰ παραδέχεστε τὴν ἐξέλιξη, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ προκατακλυσμιαῖα εἴδη καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση τῶν φυσικῶν αἰτίων. Καὶ θὰ βρεθεῖτε πάλι μπροστὰ στὸ ἴδιο μυστήριο τὸ πρωταρχικὸ καὶ τὸ βαθύ: Ex nihilo nihil («Μηδὲν ἐκ τοῦ μηδενός»). Τίποτα δὲ μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸ τίποτα.

Ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια, στὸ Λονδίνο, εἶχα καταπιαστεῖ, τὶς ἐλεύθερες ὧρες μου, μὲ τὴν ὀργάνωση μίας Λέσχης Ἐργαζομένων Παιδιῶν, καὶ κάλεσα ἕνα γνωστὸ ζωολόγο νὰ κάμει μία διάλεξη στὰ παιδιά. Ἦταν περίφημος τύπος, μονάχα κάπως διαφορετικὸς ἀπ’ ὅ,τι τὸν φανταζόμουνα. Φαίνεται πὼς ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν ἰδέα πὼς στὰ παιδιὰ πρέπει νὰ λέει κανεὶς τὴν «ἀλήθεια», καὶ γι’ αὐτὸ διάλεξε γιὰ θέμα του «τὴν ἀρχὴ τοῦ Κόσμου μας». Ἀναπτύσσοντας μὲ εἰλικρίνεια τὴν ἀθεϊστική του ἰδεολογία, περιέγραφε πῶς, αἰῶνες πολλοὺς πρωτύτερα, κινήθηκαν τὰ νερὰ τῆς θάλασσας, πῶς ἔγιναν οἱ μεταβολὲς τοῦ φλοιοῦ τῆς γῆ, μὲ τί κινήσεις καὶ φυσικοχημικὲς ἀντιδράσεις εἶχε ξεφυτρώσει - χωρὶς ὅμως νὰ πεῖ καὶ πῶς - ἡ πρώτη πρωτόγονη μορφὴ ζωῆς, τὰ πρωτοπλασμιακὸ κύτταρο. Ἦταν πολὺ βαρὺ θέμα γιὰ νέους ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μὲ πολὺ ἐλαφριὰ πνευματικὴ τροφή. Ὅταν τελείωσε, ἀκούστηκαν ἀρκετὰ εὐγενικὰ χειροκροτήματα. Ὕστερα, στὴν ἐνοχλητικὴ σιωπὴ ποὺ ἀκολούθησε, ἕνας ἄγουρος συνηθισμένος τύπος νεαροῦ, σηκώθηκε κάπως νευρικά: 

— Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε, εἶπε τραυλίζοντας ἐλαφριά. Μᾶς ἐξηγήσατε πῶς οἱ θάλασσες χτυποῦσαν πάνω στὴν παραλία, δέ μᾶς εἴπατε ὅμως τί ἔγινε καὶ δημιουργήθηκε ὅλο ἐκεῖνο τὸ νερὸ τῆς θάλασσας;

Ἡ ἁπλοϊκὴ ἐρώτηση, ποὺ ἦταν τόσο ἀντίθετη στὸν ἐπιστημονικὸ τόνο τῆς ὁμιλίας, ἔκαμε σ’ ὅλους κατάπληξη. Σιωπὴ ἁπλώθηκε γιὰ πολλὴν ὥρα. Ὁ ὁμιλητής φαινόταν πολὺ ἐνοχλημένος, δισταχτικός, καὶ σιγά-σιγὰ ἔγινε κατακόκκινος. Καὶ τότε, πρὶν προλάβει ν' ἀποκριθεῖ, ὅλο τὸ ἀκροατήριο ξέσπασε σ’ ἕνα δυνατὸ γέλιο. Τὸ περίτεχνο λογικὸ κατασκεύασμα ποὺ παρουσίασε αὐτὸς ὁ ἐπιστήμονας μὲ τὸ ρεαλισμό του, ἀναποδογυρίστηκε ὁλόκληρο καὶ ἐκμηδενίστηκε ἀπὸ μία φράση μονάχα, ποὺ τὴν εἶπε γιὰ πρόκληση ἕνα ἀγόρι μὲ πολὺ ἀφελῆ σκέψη.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, παρ’ ὅλες τὶς ἔρευνες τῆς ἐπιστήμης γύρω ἀπὸ τὴ φύση καὶ τοὺς σκοποὺς ποὺ εἶχαν οἱ τεράστιες καὶ τρομαχτικές της πορεῖες, ποὺ ἐκτείνονται μέσα στὸ ἀπέραντο βάθος τοῦ χρόνου, ἐμεῖς μόνο μία φευγαλέα λάμψη μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε. Σ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει σοβαρὴ βάση γιὰ ν’ ἀρνηθεῖ κανεὶς τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Μᾶλλον ὁδηγεῖται νὰ δεχθεῖ ὅτι στὴν πρωταρχικὴ δημιουργία, στὴ μεταβολὴ τοῦ σύμπαντος καὶ στὴ λειτουργία τῶν φυσικῶν νόμων ὑπάρχει, ὑπῆρξε καὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχει ἕνας Ὕψιστος Νοῦς.

Ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου σ’ αὐτὴ τὴν πίστη, γιὰ πολλοὺς σοβαροὺς καὶ καλοπροαίρετους ἀνθρώπους, εἶναι πὼς στὴ ζωὴ πάντοτε νικάει τὸ κακὸ κι ὁ πόνος. Πῶς νὰ πιστέψει κανεὶς τὸ Θεό, λένε, ὅταν ἔχει ἀπέναντί του ἕναν κόσμο ὁλότελα ἀνάστατο, γεμάτο θλίψη, ποὺ τὸν τυραννοῦν οἱ θύελλες καὶ οἱ πλημμύρες, ἡ πεῖνα, ἡ φτώχεια καὶ ἡ δυστυχία, οἱ σεισμοί, φοβέρες καὶ τρομερὲς ἀρρώστιες, κι ὁ θάνατος στὶς χειρότερές του μορφές; Φυσικά, λένε ὅλοι αὐτοὶ πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι διόλου τέλειος ἀρχιτέκτων, γιὰ νὰ ἔχει πλάσει ἕνα τόσο μίζερο κόσμο!

Κι ὅμως, ὑπάρχει σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη παρατήρηση μία ἀπάντηση, καὶ πουθενὰ αὐτὴ δὲν ἐκφράστηκε πιὸ ἁπλά ἤ μὲ ὀμορφότερα λόγια, ἀπὸ κεῖνα ποὺ βρίσκει κανείς, βγαλμένα ἀληθινὰ μὲς ἀπὸ τὴν ψυχή, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Πραγματικά, φαίνεται πὼς ὑπῆρξε κάποιος πού, ἐπιτέλους, κατανόησε τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ τὸ σκοπὸ τοῦ σύντομου περάσματος τοῦ ἄνθρωπου ἀπὸ τὴ γῆ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἐμεῖς, μέσα στὴν ἀπέραντα ὑλιστικὴ ἐποχή μας, κυνηγημένοι ἀπὸ τὴν ἰδέα ν’ ἀναζητήσουμε μὲ κάθε τρόπο τὴ χαρά, ὁδηγημένοι ἀπὸ τὴν ἀχόρταγη μανία νὰ διασκεδάσουμε, ξεχνοῦμε πὼς αὐτὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ ἅπαν τῆς ζωῆς, ἡ οὐσία της. Ἂν παραδεχτοῦμε τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική μας ἀθανασία, τότε καταλαβαίνουμε πὼς δὲν γεννιόμαστε οὔτε κ’ ἐρχόμαστε στὸν κόσμο ἁπλῶς γιὰ νὰ περάσουμε εὐχάριστα τὸν καιρό μας, ἀλλὰ - μὲ πολὺ λίγα λόγια - γιὰ νὰ προετοιμαστοῦμε. Τὸ πέρασμά μας ἀπὸ τὴ ζωὴ εἶναι μία στιγμὴ - μιλάμε μὲ ὁρολογία αἰωνιότητας - δοκιμασίας καὶ καρτερίας πού, ὅταν τὴν ξεπεράσουμε, βρισκόμαστε πάνω στὸ κατῶφλι τῆς αἰωνιότητας. Βέβαια, εἶναι σίγουρο πὼς θὰ ὑποφέρουμε· ὅμως ὅσο περισσότερο προσπαθήσουμε ν’ ἀπομονώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὸν πόνο, τόσο περισσότερό μᾶς μέλλεται νὰ ὑποφέρουμε.

Περνώντας τὴ θλίψη καὶ τὸ σπαραγμό, τὴ δυστυχία καὶ τὴν ἀπελπισία μὲ τὴ θέλησή μας, πίνοντας ὡς τὸν πάτο τὸ ποτήρι τῆς λύπης, καταφέρνουμε νὰ ὑποταχτοῦμε στὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἀναγνωρίζουμε τὴ ματαιότητα τῶν ἐπιθυμιῶν μας, καὶ τῶν γήινων ἀγαθῶν, ποὺ μὲ τόση λαχτάρα ἀναζητοῦμε καὶ κοιτάζουμε νὰ ἀποχτήσομε. Ὅσο δυναμώνει τὸ πνεῦμα μας, τόσο ἡ ὑποταγή μας εἶναι μεγαλύτερη. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔτυχε καὶ στὸν Ἰώβ, ὅταν ἀνέκραξε δυνατὰ ἐκεῖνο τὸ ὑπέροχο: «Στεῖλε μου ὅ,τι θέλεις, Κύριε... κι ἂν ἀκόμα μὲ θανατώσεις, ἐγὼ θὰ ὑποταχθῶ στὴ θέλησή σου». Ὕστερα, ἐξακολουθεῖ πιὰ μὲ χαρά, συνεπαρμένος ἀπὸ ἕνα καινούργιο δρᾶμα: «Σὲ ἄκουσα, Κύριε, μὲ τὸν ἦχο τῶν αὐτιῶν μου, ἀλλά, τώρα, σὲ βλέπουν καὶ τὰ μάτια μου».

Μ’ αὐτὴ τὴν τελευταία φράση θέλει νὰ τονίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἀκτινοβολία, ποὺ αὐτὴ μονάχα μπορεῖ νὰ μᾶς δείξει τὸν Θεό, γιατί, σὲ τελευταία ἀνάλυση, τὸ μυαλό μας, μὲ τὰ ἀδύναμα ἐφόδια τῆς φτωχῆς μας σκέψης, δὲ μπορεῖ νὰ συλλάβει τίποτα ἀπὸ τὸ βαθὺ νόημα τοῦ Ἀπείρου, οὔτε τὴν ἐπιφάνεια. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μονάχα.

Στὸ τελευταῖο ταξίδι ποὺ ἔκαμα στὴ Φλωρεντία, ἕνα θαυμάσιο ἀπόγεμα, πῆγα σ’ ἕνα περίφημο μοναστῆρι ποὺ βρίσκεται στὰ περίχωρα, στοὺς λόφους κοντὰ στὸ Φιέζολε. Ἔτσι εἶχα τὴν τύχη νὰ μπορέσω νὰ ἰδῶ τὴν ἐκκλησία της ποὺ εἶναι χτισμένη πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες, νὰ κοιτάξω τὰ ἔξοχα χειρόγραφα καὶ νὰ ἰδῶ καλὰ ὅλα τὰ θαυμάσια ἔργα τέχνης ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ, ὅπου ὅλα «ἔγιναν γιὰ νὰ τιμήσουν καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Κύριο». Ἀργά, καθὼς περιτριγύριζα στὸ μικρὸ κῆπο τοῦ μοναστηριοῦ, μόνο τότε ἀνακάλυψα τὸ μεγαλύτερο θησαυρό. Ἔπιασα κουβέντα μ’ ἕνα γεροντάκι, μίαν εὐγενέστατη ψυχή, ποὺ εἶχε καμπουριάσει ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς καὶ τὸ δούλεμα τοῦ φτυαριοῦ του, γιατί πάνω ἀπὸ τριάντα χρόνια σκάλιζε τοῦτο τὸ κομμάτι τῆς γῆς, μουρμουρίζοντας ὁλοένα τὶς προσευχές του, καὶ πού, ἀπαντώντας στὴν ἐρώτησή μου, ἔριξε μία ματιὰ στὸ παρτέρι ποὺ τὸ φρόντιζε χρόνια, καὶ χαμογέλασε.

— Βλέπω τὶς κερασιές μου πρῶτα-πρῶτα νὰ πετοῦν μάτια, ὕστερα νὰ ἀνθίζουν καὶ ὕστερα νὰ βγάζουν τὸν καρπό. Καὶ τότε πιστεύω στὸν Θεό.
Ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ διαθέτουμε τὸ ἕνα ἑκατοστὸ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πίστη, ἀπ’ αὐτὴ τὴν μακάρια πεποίθηση κ’ ἐμπιστοσύνη, ἂν μπορούσαμε νὰ ἀφεθοῦμε μὲ τόση πληρότητα, τότε θὰ βρίσκαμε μονάχοι μας τὸ μονοπάτι ποὺ φέρνει πρὸς τὸν Θεό. Τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ τέλεια ἀπάρνηση: «Δὲν εἶμαι τίποτα, δὲν ξέρω τίποτα». Κι ὅσο ἐξακολουθοῦμε νὰ βαδίζουμε σ’ αὐτὸ τὸ μονοπάτι, τόσο νιώθουμε ν’ αὐξάνει μέσα μας, νὰ πληθαίνει ἡ γνώση μας, ὥσπου στὸ τέλος φτάνει στὴν τελική, στὴ σίγουρη πίστη. Κι ὅταν κανεὶς ἀντικρύσει ἔστω καὶ πολὺ ἀσθενικὰ τὴν πρώτη λάμψη τοῦ ὕστατου ὁράματος, τότε ἀποκτάει τὴ φρικτὴ γνώση τῆς τυφλῆς ματαιότητας, τῆς ἔλλειψης κάθε ἀξίας ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς αὐτό.

Ὅταν ἤμουν ἀκόμα γιατρός, γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο - ἦταν πολιτευόμενος σὲ μία πόλη τοῦ βορρᾶ - ποὺ σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ περηφανευόταν γιατί ἦταν ἄθεος. Εἶχε τσακωθεῖ μὲ τὴ μοναδική του κόρη, καὶ τὴν ἀποκλήρωσε γιατί παντρεύτηκε ἕνα δάσκαλο ποὺ ἦταν πολὺ θεοφοβούμενος. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὡστόσο, ὅταν τὸν βρῆκε μία ἀνίατη ἀρρώστια, αὐτὸς ὁ γεροσκεπτικιστὴς ἔπαθε μία παράξενη ἀλλαγή. Τώρα ποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου βάραινε πάνω του, τὸν ἔπιασε μία ἀπίστευτη μανία, μία ἀκράτητη ἐπιθυμία νὰ δικαιολογήσει τὴ στάση του στὸ γαμπρό του. Πῆγε πολλὲς φορὲς στὸ σπίτι τῆς κόρης του γιὰ νὰ κουβεντιάσει μὲ τὸν ἄντρα της. Κι ὅταν εἶχε τὶς ἀμφιβολίες του δὲν τὸ ἔδειχνε, γιατί πάντα τελείωνε μὲ τὴν παρακάτω φράση: 

— Μὴ γελιέσαι. Δὲ μετάνιωσα. Δὲν πιστεύω οὔτε τώρα στὸν Θεό. 

Αὐτὴ ἡ ἁπλὴ παρατήρηση ἐξαφάνισε τὰ τελευταῖα ἴχνη τῆς ἀντίστασης τοῦ γέρου. Καί, πραγματικά, αὐτὴ ἡ σκέψη θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμέψει σὲ ὅλους μας. Ὅ,τι καὶ νὰ συλλογιζόμαστε, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅπως καὶ νάχει τὸ πρᾶγμα, εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος μᾶς περιμένει. Λίγη πίστη φτάνει γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει κοντά Του.

Ὁ Ἀβραὰμ Λίνκολν κάθε βράδυ γονάτιζε κ’ ἔστρεφε τὴ σκέψη του πρὸς τὸν Θεό. Τόσο πιὸ ἔξυπνοι ἀπ’ αὐτὸν εἴμαστε ἐμεῖς, ὥστε τὸ μεγάλο του παράδειγμα νὰ μᾶς ἀφήσει ἀδιάφορους; Στὸ πέρασμα τόσων αἰώνων, ἀμέτρητες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις διαμόρφωσαν τὸ βίο τους πάνω στὰ χνάρια τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, παρέχοντας ἕνα φωτεινότατο παράδειγμα. Ἐκεῖνο εἶναι ποὺ δίνει κουράγιο στὸ φοβισμένο, δύναμη στὸν ἀδύναμο, ἐλπίδα σ’ αὐτοὺς ποὺ χάνονται στὰ σκοτάδια τῆς ἀπελπισίας. Ἐκεῖνος εἶναι παντοῦ, πάνω μας καὶ ὁλόγυρά μας, στὴ θάλασσα καὶ στὸν οὐρανό. Ἐκεῖνος βρίσκεται μέσα μας, στὸν καθένα ἀπό μας, φτάνει μονάχα νὰ Τὸν ζητήσουμε.

Ὅταν, ὥριμος πιὰ ἄντρας, στρέψει κανεὶς τὸ βλέμμα στὰ χρόνια της νεότητάς του, εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ ἀναρωτηθεῖ τί τοῦ δίδαξαν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν ἀπὸ πάνω του. Ἂν ἔμαθα κάτι στὸ βιαστικὸ ξεδίπλωμα τοῦ καιροῦ εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνεκτικότητας, τὸ μέτρο στὴ σκέψη καὶ τὴν πράξη, ἡ μακροθυμία πρὸς τὸν πλησίον. Ὅλα αὐτὰ ἦταν ἰδιότητες πού μοῦ ἔλειπαν κατὰ τραγικὸ τρόπο στὴν παράφορη νειότη μου.

Κατάλαβα πόσο μάταιο πρᾶγμα εἶναι τὸ κυνήγημα ἑνὸς καθαρὰ ὑλικοῦ σκοποῦ. Πόσο ἀδύναμη ἱκανοποίηση δίνουν οἱ κοσμικὲς διακρίσεις καὶ τὰ πρόσκαιρα μεγαλεῖα! Πόσο μελαγχολικὰ μάταιη εἶναι ἡ ξέφρενη μανία γιὰ ὑλικὰ κέρδη, ἔτσι ὅπως τὴ νιώθουν ὅσοι καταγίνονται μὲ χρηματιστήρια, καὶ μὲ λεφτὰ γενικῶς, σ’ ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ κοιτᾶνε ν’ ἁρπάξουν, ὅπου τὰ βροῦν, λίγα ἀποκόμματα τυπωμένου χαρτιοῦ, γιὰ νὰ ταΐσουν τὴν ἀχόρταγη ὄρεξή τους ποὺ μὲ τίποτα δὲν ἱκανοποιεῖται. Ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ποὺ τόσο πολὺ μόχθησα γιὰ νὰ τ’ ἀποχτήσω, τώρα δέ μου λένε τίποτα μπροστὰ σὲ ἕνα βλέμμα ἀγάπης ἑνὸς ἀνθρώπου πού μοῦ εἶναι ἀγαπητός.

Ἀκόμα, ἔχω πιὰ πειστεῖ πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ νιώσει κάποτε μέσα της βαθύτατα καὶ πολὺ ἔντονα, τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ, ἀδιάφορο ἂν προσπαθοῦμε ὅλοι μας νὰ ξεφύγουμε, νὰ καταπιαστοῦμε μὲ χίλια-δυὸ ἄλλα πράματα ξένα, - πάντως δὲν μπροῦμε νὰ διαχωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴ θεϊκή μας πηγή. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Θεό. Μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸ παραδεχόμαστε ἀπολύτως, γιὰ τὸν Θεὸ ὑπάρχουμε. Οἱ ἄνθρωποι πλάστηκαν «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. 

Παρ' ὅλα αὐτά, ὑπάρχουν μερικοὶ πού, σὰν τυφλοὶ ἀπέναντι στὴν αἰωνιότητα, δὲν θέλουν νὰ παραδεχτοῦν αὐτὴ τὴν ταυτότητα μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἐπιμένουν πὼς σίγουρα ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπὸ τὰ ζῷα καὶ πὼς ὓστερ’ ἀπὸ τὸ θάνατο δὲν ὑπάρχει τίποτα, πὼς κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι τυχαῖα παιγνιδάκια, θύματα μιᾶς τυφλῆς ἀναγκαιότητας. Ἐγὼ προσωπικὰ ποτὲ δὲν πίστεψα κάτι τέτοιο. Πίσω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ κάθε λογῆς περιστατικά της, στὴ ζωή μου βλέπω ἕνα ὁρισμένο διάγραμμα πού, ἀκολουθώντας το, βαδίζω πρὸς ἕνα τέλος.

Σ’ ὅλη μου τὴ ζωὴ στάθηκα ἀνίκανος νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὴν πίστη τῶν πατέρων μου. Καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, τίποτα στὸν κόσμο δὲ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ κάνει νὰ τὴν ἀπαρνηθῶ. Τῆς ἔχω παραδοθεῖ «ψυχῆ τε καὶ σώματι». Αὐτὴ ἡ παράδοση ἡ πλήρης, ἡ ἀνεξέταστη, μὲ τέλεια καὶ ἀπόλυτη ταπείνωση, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ οὐσία, τὸ νόημα τῆς πίστης. 

Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θωμᾶς, ποὺ πρὶν πιστέψει ἐπέμενε ν’ ἀγγίξει τὶς πληγὲς τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, εἶναι τὸ πρότυπο ὅλων ἐκείνων ποὺ στὰ θέματα τῆς πίστης ἀνακατεύουν καὶ τὴ λογική, αὐτῶν ποὺ ξεχνοῦν τὸ βαθὺ νόημα τοῦ θείου λόγου:
«Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Κάθε προσπάθεια νὰ διαμορφώσουν τὸ Χριστιανισμό, νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ προσαρμοστεῖ στὶς σημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς, κάθε προσπάθεια νὰ παρουσιάσουν τὸ Χριστὸ σὰν προφήτη, σὰν ἕνα μεγάλον ἄνθρωπο, νὰ ἐξηγήσουν τὰ θαύματά Του μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἐπιστήμης - ὁ Λάζαρος δὲν ἦταν νεκρός, ἀλλὰ βρισκόταν σὲ κωμματώδη κατάσταση, ὁ τυφλὸς ποὺ βρῆκε τὸ φῶς του ἦταν κάποιος ποὺ ὑπόφερε ἀπὸ παροδικὴ ἀμαύρωση - ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ θλιβερὲς ἐπινοήσεις, ποὺ ἔχουν σκοπὸ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ κάτι ποὺ εἶναι ὁλοφάνερο. 

Ὅταν ἦρθαν οἱ λεπροὶ καὶ Τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς γιατρέψει, Ἐκεῖνος τοὺς ἀποκρίθηκε: Ἡ πίστη σας σᾶς ἔσωσε. Καὶ τὴν ὥρα τῆς Σταύρωσης ἀκόμα, ὁ σκοπὸς τοῦ Σωτῆρος ἦταν νὰ μᾶς ἀφήσει σὲ μίαν ἀκαθόριστη ἀβεβαιότητα, πὼς ἡ πίστη στὴ θεότητά Του χρειαζόταν καὶ αὐτὴ μία προσπάθεια. Ὅταν ξεφωνίζουμε καὶ ζητοῦμε θετικὲς ἀποδείξεις γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, μοιάζουμε μὲ κείνους τοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες ποὺ κορόιδευαν, μ’ ὅλο πού ἦταν μισοτρομαγμένοι, καὶ τόλμησαν νὰ ὑψώσουν ὡς τὰ θεϊκά Του χείλη τὸ σφουγγάρι τὸ μουσκεμένο στὸ ξύδι, ἀποζητώντας ἕνα θαῦμα ποὺ θὰ ἔκανε τὴν πίστη ἄχρηστη. Ἂν στ’ ἀλήθεια εἶσαι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κατέβεις τώρα ἀπὸ τὸν Σταυρό. 

Σ’ αὐτὸ λοιπὸν συνίσταται ἡ τελικὴ ἐκλογὴ - ἤ ὅλα ἤ τίποτα. Ὅταν ξεκινοῦμε ὁ καθένας ἀπό μᾶς, γιὰ τὸ σύντομο, τὸ μυστηριώδη δρόμο πρὸς τοὺς Ἐμμαούς, βαδίζουμε πλάι σ' ἕναν Ξένο. Ὡστόσο, σ’ ἐκεῖνα τ’ ἄγνωστα χαρακτηριστικά, ἐμεῖς πρέπει νὰ μπορέσουμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν ἀκτινοβόλα ὄψη τοῦ ἀναστάντος Κυρίου.

Παρ’ ὅλη τὴν ἔνταση καὶ τὸ βάθος τῆς πίστης μου, δὲν παριστάνω τὸν ἱεραπόστολο. Δὲν ἔχω διόλου τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀναγκάσω τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀκολουθήσουν τὴ δική μου θρησκεία καὶ νὰ τοὺς φοβερίσω μὲ τὴν αἰώνια κόλαση, ἂν δὲ θελήσουν νὰ μὲ ἀκούσουν. Ἂν κάτι μὲ δίδαξαν τὰ παθήματα τῆς νειότης μου, εἶναι ἡ ἀπέχθεια γιὰ τὶς ἀντιδικίες καὶ τὴ γεμάτη μῖσος ἔχθρα ποὺ συνάντησα σὲ ὁρισμένους πιστοὺς ἀντίζηλων δογμάτων. Ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸν τόπο ὅπου κανεὶς θὰ γεννηθεῖ, μὲ τὴ φυλὴ καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, εἶναι ζήτημα γεωγραφικοῦ πλάτους καὶ μήκους θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ. Γι’ αὐτό, φυσικά, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ ἀποκλειστικὰ αὐτὸ θὰ καθορίσει τὴ σωτηρία μας. Ἐγώ, τουλάχιστον, ἔχω τὴν πεποίθηση ὅτι κάθε καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, εἴτε καθολικὸς εἴτε διαμαρτυρόμενος εἶναι, ἔχει τὴν ἴδια τὴν πλήρη καὶ ἀμείωτη εὐκαιρία νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ἀνταμοιβή του.

Αὐτὸ τὸ ὄνειρο, ποὺ ὅλοι μας τὸ ἀγαποῦμε, ἡ ἀδελφότητα τῶν ἀνθρώπων, μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα μονάχα ἂν ἡ συνεργασία ἀποδιώξει τὸν ἀνταγωνισμὸ ἀνάμεσα στὶς πίστεις. Τότε, πραγματικά, θὰ σωθεῖ ἡ ἀνθρωπότητα. Ὅμως, μία τέτοια ἀλλαγὴ στὴν καρδιὰ τοῦ κόσμου, θὰ πρέπει ν’ ἀρχίσει ἀπὸ τὴν καρδία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καὶ θὰ ἐπιτύχει μονάχα ἂν ὁ καθένας ποὺ λέει πὼς εἶναι Χριστιανὸς πάψει νὰ νοιάζεται καὶ νὰ φροντίζει τὸν ἑαυτὸ του μονάχα κι ἀρχίσει νὰ βλέπει τὸ ἄτομό του σὰν ὄργανο ἐξυπηρέτηση τῶν συνανθρώπων του. Ἂν μπορούσαμε νὰ πραγματώσουμε τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, τότε ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ φτωχοῦ βασανισμένου κόσμου μας θὰ χάνονταν ἀμέσως, ὅλες οἱ δυσκολίες ποὺ τώρα φαίνονται ἀνυπέρβλητες, ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα, θὰ διαλύονταν ὅπως ἡ ἀχλὺ τοῦ ὄρθου σκορπίζει τὴν ὥρα ποὺ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Γιὰ ἕνα πρᾶγμα εἶμαι σίγουρος: ὅτι τίποτα, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε καμιὰ ἄλλη δύναμη στὸν κόσμο, δὲ θὰ μπορέσει νὰ στηρίξει ξανὰ στὰ πόδια του τὸν κλονισμένο καὶ συντριμμένο μας κόσμο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διδασκαλία Ἐκείνου ποὺ ἔφερε στοὺς ὤμους του ὡς τὸ Γολγοθᾶ τὸ βάρος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.

Ὅταν ὁ κόσμος δείχνει νὰ εἶναι ἕνας τόπος γεμάτος κούραση καὶ ταραχή, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ φωτεινὴ ἀχτίνα στὸ σκοτεινὸ ὁρίζοντα, τὸ φάρμακο ποὺ ἀνακουφίζει ἀπὸ τὴ μιζέρια καὶ τὴ διαμάχη. Θὰ μᾶς δοθεῖ ἡ χάρη νὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ τὸ φῶς, νὰ μεταχειριστοῦμε τὸ φάρμακο γιὰ τὶς ψυχές μας; Ἡ ἀνάγκη εἶναι κάτι περισσότερο κι ἀπὸ ἐπιτακτική, εἶναι ἀπελπιστικὰ ἐπείγουσα.

Ὁ ἀνθρώπινος πόνος εἶναι πράξη μεταμέλειας. Ἕνα μονάχο δάκρυ συντριβῆς, μία φωνὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς εἶναι ἀρκετή. O τελώνης τοῦ Εὐαγγελίου γονατίζοντας στὸ σκοτάδι τοῦ ναοῦ, τὸ μόνο ποὺ ἔκαμε ἦταν νὰ σκύψει περίλυπος τὸ κεφάλι καὶ νὰ πεῖ: «Ὦ Κύριε, συγχώρεσέ με, τὸν ἁμαρτωλό»... αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπέρτατη προσευχή… ἡ προσευχὴ πού μοῦ ταιριάζει... ἡ προσευχὴ πού, σίγουρα, ταιριάζει σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
πηγή