Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Γέροντας Εφραίμ: "Πότε θα έρθει ο Αντίχριστος"

Ο Γέροντας Εφραίμ, είναι ο μόνος εν ζωή από τους τρεις μεγάλους Γέροντες της Ορθοδοξίας, οι άλλοι δύο οι Ιωσήφ Βατοπαιδινός και Παϊσιος, έχουν κοιμηθεί. Πρόκειται για μα τεράστια μορφή που αυτή τη στιγμή πραγματοποιεί ιεραποστολικό έργο στην Αριζόνα των ΗΠΑ. Τον ονομάζουν δε, Εφραιμ της Αριζόνας.

 

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΜΑΣ-- Ὁμοιότητες τῶν καιρῶν μας μὲ τὴν πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου ἐποχή, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ λόγιος μοναχὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος

Τοῦ κ. Χρήστου Κων. Λιβανοῦ,
Προέδρου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος "Μ. Ἀθανάσιος", Τορόντο


Εὑρισκόμενος προσφάτως στὴν Ἑλλάδα, προσκλήθηκα ἀπὸ ἱεραποστολικὰ πρόσωπα νὰ ὁμιλήσω σὲ αἴθουσα τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως λόγοι ἀνώτεροι τῆς θελήσεώς μου, ἀλλὰ καὶ ὁ φθόνος τοῦ Διαβόλου, ὁ ὁποῖος μισεῖ καὶ πολεμεῖ παντοιοτρόπως τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐμπόδισαν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ὁμιλία, θεώρησα καλὸ νὰ δημοσιεύσω αὐτά, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ εἰπῶ, ὥστε ἀπὸ τὶς φιλόξενες στῆλες τοῦ "Ὀρθοδόξου Τύπου" νὰ ὠφεληθοῦν πολὺ περισσότερες ψυχές, ἀπ' ὅ,τι θὰ ὠφελοῦντο ἐὰν ὡμιλοῦσα σὲ μιὰ αἴθουσα.
Πολλὰ εἶναι τὰ θέματα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ κάποιος. Κανένα ὅμως ἀπ' αὐτὰ δὲν εἶναι τόσο ἐπίκαιρο καὶ ἀναγκαῖο ὅσο ἡ πολύπλευρη κρίσι ποὺ μαστίζει τὴν Πατρίδα μας, τὰ αἴτια ποὺ τὴν προκάλεσαν, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐξέλθουμε ἀπ' αὐτή, ποὺ συνοψίζεται σὲ μία μόνο λέξι, ποὺ ἔχουν διαγράψει οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα ἀπὸ τὰ λεξιλόγιά των, ἀκόμη καὶ οἱ ἱεροκήρυκες καὶ οἱ ἐπίσκοποι, καὶ ποὺ ὀνομάζεται μετάνοια.



Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ οἰκονομικὰ στοιχεῖα καὶ μεγέθη καὶ μὲ τὰ σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπα μέτρα, ποὺ ἐπιβάλλει ἡ Τρόϊκα στὴν Ἑλλάδα, κατ' ἐντολὴ σκοτεινῶν δυνάμεων, ποὺ ἀπεργάζονται τὴν οἰκονομικὴ καὶ ὄχι μόνο ὑποδούλωσι τῆς ἀνθρωπότητος. Ὀλίγοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ πνευματικά. Οἱ πολλοὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ λουκέτα καὶ τὸ κλείσιμο τῶν καταστημάτων, ποὺ ἔχουν μετατρέψει μεγάλα τμήματα τῶν ἄλλοτε σφυζόντων ἀπὸ ζωὴ καὶ κίνησι κέντρων τῶν ἑλληνικῶν μεγαλοπόλεων σὲ τοπία ἔρημα καὶ ἐγκαταλελειμμένα. Πόσοι ὅμως ἀσχολοῦνται μὲ τὰ λουκέτα, ποὺ ἔχουν βάλει οἱ ἄνθρωποι στὶς θύρες τῶν ψυχῶν τους καὶ ἔχουν κλείσει ἔξω ἀπ' αὐτὲς τὸν Χριστό;
"Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω", λέγει ὁ Χριστός (Ἀποκ. 3, 20). Ποιός ἀκούει τοὺς κτύπους; Ποιός συγκινείται; "Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν;"· "Ποιός, Κύριε, πίστευσε στὸ κήρυγμά μας;", ἐρωτοῦσε στὴν Π.Δ. τὸν Θεὸ ὁ Ἡσαΐας (Ἰωάν. 12, 38). Πόσοι ἀκούουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ σήμερα; Ἀλλὰ καὶ πόσοι ἱεροκήρυκες κηρύττουν ὅπως καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Θεός; Πόσοι ἐλέγχουν τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὴν ἀσέβεια, τὴν παρανομία; Πόσοι προειδοποιοῦν τὸν λαὸ γιὰ τὰ δεινά, ποὺ ἔρχονται; Πόσοι τὸν καλοῦν σὲ μετάνοια; Λουκέτα στὰ καταστήματα· λουκέτα δυστυχῶς καὶ στὰ στόματα τῶν ἱεροκηρύκων!


Ἀνεπιθύμητοι ἱεροκήρυκες
Ἐπειδὴ λοιπὸν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔβαλαν σήμερα λουκέτα στ' αὐτιὰ καὶ τὶς ψυχές τους καὶ ἔκλεισαν ἔξω τὸν Χριστὸ καὶ τὸν λόγο Του, οἱ περισσότεροι δὲ ἱεροκήρυκες ἐπρόδωσαν τὴν ἀποστολή τους καὶ ἀπεδείχθησαν κατώτεροι τῶν περιστάσεων τῶν κρισίμων τούτων καιρῶν, γι' αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ κάποιους ἄλλους ἱεροκήρυκες, ἀνεπιθυμήτους, ἀλλ' ἀποτελεσματικούς, τοὺς ὁποίους εἴτε θέλουμε εἴτε δὲν θέλουμε, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἀκούσωμε. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἱεροκήρυκες; Εἶναι τὰ διάφορα δεινά, ποὺ ἔχουν ἀρχίσει νὰ πέφτουν ἐπάνω μας καὶ νὰ μᾶς πιέζουν, νὰ μᾶς συνθλίβουν καὶ νὰ μᾶς καταθλίβουν. Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ στὴν Π.Δ. Ἐκήρυτταν οἱ προφῆτες μετάνοια, ἀλλὰ ὁ σκληροτράχηλος Ἰσραηλιτικὸς λαὸς δὲν τοὺς ἄκουε. Ἀκολουθοῦσαν ὅμως τὰ δεινά, πόλεμοι, καταστροφές, σφαγές, αἰχμαλωσίες, λεηλασίες, καὶ τότε ὁ Ἰσραὴλ μετανοοῦσε καὶ ἐπέστρεφε στὸν Θεό. Πόσον ὁμοιάζουν οἱ ἐποχές! Μεγάλη καὶ σήμερα ἡ ἀποστασία. Πρωτοφανὴς στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἡ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸν Θεό. Τότε, ὅπως εἴπαμε, κήρυτταν οἱ προφῆτες, τώρα οἱ ἄμβωνες τῶν χριστιανικῶν ναῶν ἔχουν σιγήσει. Ἐλάχιστοι μόνον ἱεροκήρυκες κηρύττουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτοὺς ἡ μοιχαλίδα καὶ διεστραμμένη γενεά μας χλευάζει καὶ περιφρονεῖ ὡς ἀκραίους καὶ φανατικούς, ὅπως χλεύαζαν κάποτε κάποια παλιόπαιδα τὸν προφήτη Ἑλισαῖο καὶ γιὰ τὴν ἀσέβειά τους αὐτὴ ὁ προφήτης τὰ καταράσθηκε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξέλθουν δύο ἀρκοῦδες ἀπὸ τὸ δάσος καὶ νὰ τὰ κατασπαράξουν (Δ΄ Βασ. 2, 23-24). Σὰν τὰ ἀσεβῆ ἐκεῖνα παιδιὰ συμπεριφέρεται καὶ ἡ γενεά μας μὲ τὴ διαφορά, ὅτι ἐκεῖνα τὰ κατεσπάραξαν οἱ ἀρκοῦδες, ἐνῷ ἐμᾶς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀσεβειῶν καὶ τῆς ἀμετανοησίας μας, ἔχουν ἀρχίσει νὰ μᾶς βασανίζουν ἄλλα δεινὰ καὶ συμφορές, ὅπως οἱ πληγές, ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς κατὰ τοῦ Φαραώ, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἠρνεῖτο νὰ ὑπακούσῃ στὶς ἐντολές του. Τὸτε ὅμως ὑπῆρχε ἕνας Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγε τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων. Ποῦ ὅμως σήμερα ἡγέτης πιστὸς στὸν Θεό, μὲ σύνεσι καὶ σοφία, νὰ ἐξαγάγῃ τὸν ἑλληνικὸ λαὸ πρῶτα ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν παθῶν του διὰ τῆς μετανοίας, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν ἀπλήστων καὶ ἀναλγήτων δανειστῶν καὶ τοκογλύφων, ποὺ μᾶς κατέστησαν, διὰ τοῦ μαμωνᾶ, δούλους καὶ ὑποτελεῖς τους;


Οἱ λῃστὲς τῆς Ἑλλάδος
Ἐκτὸς ἀπ' τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ, ἡ Πατρίδα μας ὁμοιάζει σήμερα μὲ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον ἄνθρωπο τῆς παραβολῆς τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ὁ ὁποῖος "λῃσταῖς περιέπεσεν". Ποῖοι εἶναι οἱ λῃστὲς σήμερα; Εἶναι οἱ διεθνεῖς δανειστές, κερδοσκόποι καὶ τοκογλύφοι, ποὺ ροφοῦν τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἄλλων λαῶν σὰν ἀναψυκτικό. Εἶναι ἐπίσης κάποιοι Ἕλληνες ἀπατεῶνες, οἱ ὁποῖοι καταλῄστευσαν καὶ λεηλάτησαν τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ καταχράσθηκαν τεράστια ποσά, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλαν σὲ ὑπεράκτιους λογαριασμοὺς στὸ Ἐξωτερικό.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ κάποιοι ἄλλοι λῃστές. Αὐτοὶ εἶναι οἱ χειρότεροι καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι. Καὶ ὅμως κανεὶς δὲν ἀσχολεῖται μαζί τους. Ποῖοι εἶναι αὐτοί; Εἶναι οἱ δαίμονες. Αὐτοὶ εὑρίσκονται πίσω ἀπὸ κάθε κακό, ποὺ συμβαίνει στὸν τόπο μας καὶ σ' ὅλο τὸν κόσμο. Αὐτοὶ μισοῦν θανάσιμα τὴν Πατρίδα μας, διότι εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ γι' αὐτὸ λεγεῶνες ἀναρίθμητες δαιμονίων ἔχουν ἐπιστρατευθῆ καὶ τὴν πολεμοῦν μὲ μανία καὶ προσπαθοῦν νὰ τὴν ἀπογυμνώσουν ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ ἀξία καὶ τὴν ἔχουν ἀφήσει καταπληγωμένη, ταπεινωμένη καὶ ἡμιθανῆ, μισοπεθαμένη, ὅπως τὸν περιπεσόντα στοὺς λῃστὲς ἄνθρωπο τοῦ Εὐαγγελίου.


Ὁμοιότης καιρῶν, ἁμαρτιῶν καὶ δεινῶν
Ὁμοιάζει, τέλος, ἡ ἐποχή μας μὲ τὶς ἡμέρες πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἴδια ἠθικὴ κατάπτωσι, ἴδια οἰκονομικὴ ἐξαθλίωσι, ἴδια ἀδιαφορία τῶν πλουσίων γιὰ τὴν Πατρίδα, ἴδιες προδοσίες· προδοσίες τῆς Πατρίδος καὶ προδοσίες τῆς Πίστεως. Ἂς ἐλπίσουμε, ὅτι τὰ δεινὰ δὲν θὰ εἶναι τὰ ἴδια.
Γι' αὐτὸ ἀποφασίσαμε νὰ κάνουμε ἕνα παραλληλισμὸ καὶ μία σύγκρισι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς μὲ τὴ δική μας. Ἄλλωστε συμπληρώθηκαν ἐφέτος 560 ἔτη ἀπὸ τὴν ἅλωσι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων καὶ, ἐπ' εὐκαιρίᾳ τῆς θλιβερῆς αὐτῆς ἐπετείου, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίσουμε κάποια γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθὼς καὶ τὰ αἴτια ποὺ τὰ προκάλεσαν, γιὰ νὰ παραδειγματισθοῦμε ἀπὸ τὰ τραγικὰ λάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ μὴ τὶς ἐπαναλάβουμε.
Στὴ σύγκρισι τῶν δύο ἐποχῶν πολὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν ἀποσπάσματα ἀπὸ δύο κείμενα τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Βρυεννίου. Ποῖος ἦταν ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος; Μοναχὸς ἦταν. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι περὶ τὸ 1350 μ.Χ. καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στουδίου. Ἦταν ἀσκητικώτατος, ἐφάμιλλος τῶν παλαιῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Γένους. Ἐθεωρεῖτο ὡς ὁ κορυφαῖος λόγιος τοῦ Βυζαντίου στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνος, τὸν ὁποῖο συνεβουλεύοντο αὐτοκράτορες καὶ πατριάρχες. Τὸν καλοῦσαν καὶ ὡμιλοῦσε στὶς μεγάλες ἑορτὲς στὰ ἀνάκτορα. Ἐκοιμήθη 22 ἔτη περίπου πρὸ τῆς Ἁλώσεως. Καὶ κάτι ἰδιαιτέρως σημαντικό. Ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Πρόκειται περὶ μεγάλης μορφῆς, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, δὲν ἔχει ἐκτιμηθῆ δεόντως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας.
Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου ἔχει τίτλο: "Περὶ τῶν ἐπιτιθέντων ἡμῖν δεινῶν καὶ τίς ὁ τούτων σκοπός". Μὲ τὸ ἀπαράμιλλο λογοτεχνικό του ὕφος, ποὺ θυμίζει ἱερὸ Χρυσόστομο, γράφει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγράφουμε μὲ ἔντονα γράμματα, ἐνῷ τὰ σχόλιά μας μὲ ἁπλά.


Ἔσχατοι καιροί
"Οἱ ἄρτι καιροὶ χαλεποὶ ὑπὲρ ἅπαντας. Πονηραὶ αἱ ἡμέραι· τῶν χρόνων τὰ τέλη· τὸ γῆρας τοῦ κόσμου· ἡ ἐκθυμία τοῦ σύμπαντος". Ἐσχάτους θεωροῦσε ὁ ἱερὸς πατὴρ τοὺς καιρούς του, ὅπως καὶ ἐμεῖς τοὺς δικούς μας σήμερα. Καὶ εἶχε πράγματι πολλὰ ἐσχατολογικὰ στοιχεῖα ἡ ἐποχή του. Ἡ δική μας ἔχει ὅμως πολύ περισσότερα. Οἱ καιροί μας εἶναι ἄκρως Ἀποκαλυπτικοί. Στὶς ἡμέρες μας ἔγιναν ἡ ἀνακάλυψι καὶ χρῆσι πυρηνικῶν ὅπλων, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ἡ ἐπανίδρυσι τοῦ Κράτους τοῦ Ἰσραήλ, τὸ ἀτύχημα τοῦ Τσερνομπίλ, ἡ ἐμφάνισι τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς Νέας Τάξεως, τῆς Παγκοσμιοποιήσεως, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ προετοιμάζει τὴν Πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ γραμμωτοῦ κώδικος μὲ τὸν ἀριθμὸ 666, διὰ τοῦ ὁποίου σφραγίζονται σήμερα τὰ πάντα, ἀπὸ κονσέρβες καὶ φροῦτα μέχρι τὰ κατοικίδια ζῷα καὶ τὰ ψάρια τῶν ὠκεανῶν! Ἐὰν λοιπὸν ὁ κόσμος παρουσίαζε τότε σημάδια γήρανσης καὶ φαινόταν ὅτι ξεψυχοῦσε, τί νὰ εἰποῦμε γιὰ τὸν σημερινό, ποὺ δίνει, ἀπὸ ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἀπόψεως, τὴν ἐντύπωσι νεκροῦ σώματος σὲ πλήρη ἀποσύνθεσι, ποὺ ὄζει πτωμαΐνης;
"Ὅτι ὀλίγη, σφαλερὰ καὶ πικρίας ἀνάμεστος αὕτη ἡμῶν ἡ ζωή, καὶ κακῶν θαλάσσαις ὑπέραντλος. Ἰδοὺ γὰρ οἱ γειτονοῦντες ἐχθροί· οἱ φιλιούμενοι ἄπιστοι· οἱ συνοικοῦντες κλοπεῖς· οἱ υἱοὶ ἀπειθεῖς· καὶ οἱ ἁπλῶς συγγενεῖς ἄστοργοι". Ἀλλὰ καὶ σήμερα δὲν βιώνουμε τὴν ἔχθρα τῶν γειτόνων μας, τὴν ἀπιστία τῶν φίλων μας, τὶς κλοπὲς καὶ τὰ ἐγκλήματα ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ κατοικοῦν ἀνάμεσά μας, τὴν ἀπείθεια καὶ ἀναρχία τῶν νέων καὶ τὴν ἀστοργία καὶ σκληρότητα συγγενικῶν μας προσώπων;


Διασκορπισθήκαμε. Ἄλλοι μᾶς κυβερνοῦν
"Διεσκορπίσθημεν διασπαρέντες πάσαις ταῖς τῆς γῆς βασιλείαις· καὶ ἄρχουσιν ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ οὐκ ἄρχομεν· καὶ τὴν χώραν ἡμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσι, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν. Αἱ νεάνιδες τοῦ γένους ἡμῶν καὶ οἱ νεανίσκοι ἑτέροις ἔθνεσι δεδομένοι". Ὁποία ὁμοιότης μὲ τὶς ἡμέρες μας! Μήπως καὶ σήμερα οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν διασκορπισθῆ στὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος; Μήπως καὶ σήμερα δὲν κυβερνοῦν ξένες δυνάμεις καὶ ὄχι ἐμεῖς τὸν τόπο μας; Μήπως καὶ σήμερα ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀλλοδαποὶ καὶ ἀλλόθρησκοι δὲν ἔχουν εἰσβάλει παρανόμως καὶ κατατρώγουν τὴν Πατρίδα μας, καὶ μαζὶ μὲ τὶς πολυεθνικὲς ἑταιρεῖες δὲν ἐξάγουν τὰ νόμιμα ἢ παράνομα κέρδη τους στὶς χῶρες τους, ζημιώνοντας τὸν τόπο μας; Μήπως καὶ σήμερα οἱ νέοι καὶ οἱ νέες μας δὲν διασκορπίσθηκαν σὲ ἄλλα Ἔθνη, δὲν μεταναστεύουν, λόγῳ τῆς κρίσεως καὶ ἀνεργίας, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Πατρίδα μας νὰ αἱμορραγῇ ἀκατάσχετα καὶ νὰ κινδυνεύῃ νὰ μετατραπῇ σ' ἕνα ἀπέραντο γηροκομεῖο;


Ἀπώλεια εὐλαβείας· ἔλλειψι μετανοίας
"Ἀπόλωλεν εὐλαβὴς ἀπὸ τῆς γῆς· ἐξέλιπε στοχαστής, οὐχ εὕρηται φρόνιμος· παρήχθη πάλαι σοφός· οὐκ ἔστιν ὁ συνιών, οὐκ ἔστιν ὁ διορθούμενος· ὁ ἐπιστρέφων οὐκ ἔστιν· ὁλόσωμος ἡ πληγή, ἡ νόσος καθολική· χαλεπὸν τὸ τραῦμα, ἀπαραμύθητος ἡ συμφορά, καὶ παρακλήσεως ἁπάσης μείζων". Θρηνεῖ ὁ ἱερὸς πατὴρ γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς εὐλαβείας, τῆς σοφίας, τῆς συνέσεως, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἔλλειψι μετανοίας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του. Δυσεύρετες δυστυχῶς καὶ σήμερα αὐτὲς οἱ ἀρετές, καὶ κυρίως ἡ μετάνοια, ἄνευ τῆς ὁποίας προμηνύονται περισσότερα καὶ μεγαλύτερα δεινά. "Καταπεφρόνηται τὰ τῆς Ἐκκλησίας· διέφθαρται τὰ τῆς βασιλείας". Καὶ ἐδῶ θαυμαστὴ ὁμοιότης τῶν καιρῶν. Ποιός δὲν βλέπει σήμερα τὴν περιφρόνησι τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων πρὸς τὴν Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι καὶ παράδοσι; Ποιός ἐπίσης δὲν βλέπει τὴν ἐκτεταμένη καὶ κυριαρχοῦσα τὶς τελευταῖες δεκαετίες στὸν δημόσιο βίο διαφθορὰ ἀρχόντων καὶ ἀξιωματούχων, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶν πολιτῶν;


Ἡ εὐσέβεια διώκεται, ἡ ἀσέβεια ἀνθεῖ
"Τὰ ἄνω κάτω, καὶ τὰ κάτω γίνεται ἄνω· διώκεται τὰ χριστιανῶν, ἀνθεῖ τὰ τῶν ἀσεβῶν". Καὶ σήμερα τὸ ἴδιο παρατηρεῖται. Ἄνω-κάτω ἔχουν γίνει τὰ πάντα. Θεομάχοι καὶ Ἐκκλησιομάχοι πολιτικοὶ ψηφίζουν ἀντιχριστιανικοὺς νόμους στὴ Βουλή, διώκοντες τὸν Χριστὸ καὶ ὅ,τι ἔχει σχέσι μ' Αὐτόν, ὅπως π.χ. τὰ Θρησκευτικὰ καὶ τὴν Ἐξομολόγησι ἀπὸ τὰ σχολεῖα, τὸ θρήσκευμα ἀπὸ τὶς ταυτότητες, τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς κ.ἄ., ἐνῷ ἀμοραλιστὲς δημοσιογράφοι προβάλλουν καὶ διαφημίζουν ἀπὸ τὰ ΜΜΕ κάθε ἀσέβεια καὶ αἰσχρότητα. Ἀνθοῦν καὶ σήμερα ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη· προγαμιαῖες σχέσεις, πορνεῖες, μοιχεῖες, παιδεραστίες, ὁμοφυλοφιλίες καὶ ὅ,τι ἄλλο κακὸ μπορεῖ νὰ φαντασθῇ ὁ νοῦς τῶν ἀσεβῶν καὶ διεστραμμένων ἀνθρώπων.
"Ἔνθεν Ἀγαρηνοὶ διώκουσιν ἡμᾶς, ἐκεῖθεν Σκύθαι λυμαίνονται· ἀπὸ δυσμῶν Ἰσμαηλῖται τρυγῶσι, καὶ Πέρσαι ἐξ ἀνατολῶν ἐκριζοῦσι". Περικυκλωμένο τότε ἀπὸ ἐχθροὺς τὸ Βυζάντιο (ἢ καλύτερα ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπ' αὐτό)· περικυκλωμένη ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ ἡ Ἑλλάδα σήμερα. Οἱ Β.Δ. γείτονές μας διεκδικοῦν τὴν Ἤπειρο μέχρι τὴν Ἄρτα καὶ τὴν Πρέβεζα. Ἄλλοι γείτονές μας ἀπὸ τὸν Βορρᾶ διεκδικοῦν τὴν Μακεδονία μας, ἀκόμη καὶ τὴν Θεσσαλονίκη, ἐνῷ οἱ ἐξ Ἀνατολῶν, οἱ πιὸ θρασεῖς καὶ προκλητικοί, ἐποφθαλμιοῦν ν' ἁρπάξουν τὴν Θρᾴκη καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου. Πόσο παραστατικὰ περιγράφει στὴν συνέχεια ἡ χαρισματική του πέννα τὴν τραγικὴ καὶ ἀδιέξοδη τότε κατάστασι!
"Τὸν δράκοντα φεύγομεν, καὶ βασιλίσκῳ συναντῶμεν· ἀποδιδράσκομεν λέοντα, καὶ τῇ ἄρκτῳ προσπίπτομεν· ὁ τὸν θάνατον ἐκφυγὼν περιπίπτει δουλείᾳ, καὶ ὁ τῆς δουλείας ἀπαλλαγεὶς τῇ σφαγῇ παραδίδοται... Καθωρινοὶ πόλεμοι, ἀνδραποδισμοί, σφαγαί, λιμοί, πνιγμοί, στενοχωρίαι οὐ φορηταί· ἀπώλειαι μυρίαι κύκλῳ, καὶ πανταχόθεν ἡ τοῦ Θεοῦ ὀργὴ ἀφικνεῖται. Ἡμεῖς δ' ὡς μηδενὸς καινοῦ γινομένου, ἀναλγήτως διακείμεθα". Μεγάλα καὶ ἀνυπόφορα τὰ δεινὰ τῶν βυζαντινῶν προγόνων μας. Γιὰ ὀργὴ Θεοῦ ὁμιλεῖ ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος. Σήμερα, ἐκκοσμικευμένοι καὶ οἰκουμενιστὲς ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ θεολόγοι ἔχουν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ δικαίωμα νὰ ὀργίζεται καὶ τοῦ ἐπιτρέπουν μόνον ν' ἀγαπᾷ! Τὴν ἴδια ὥρα, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι μιμοῦνται τοὺς βυζαντινοὺς καὶ παρακολουθοῦν τὰ σύγχρονα Ἀποκαλυπτικὰ γεγονότα ὡσὰν νὰ μὴ συμβαίνῃ τίποτε τὸ καινούργιο, μὲ ἀπονιὰ καὶ σκληρότητα, μὲ ἀναλγησία καὶ ἀδιαφορία.


Ὀρθολογιστικὲς ἑρμηνεῖες γιὰ τὰ αἴτια τῶν δεινῶν
Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ παρακάτω ἑρμηνεῖες, ποὺ ἔδιναν σύγχρονοι τοῦ Ἰωσὴφ κοσμικοί, ὀρθολογιστὲς καὶ ἄπιστοι ἄνθρωποι γιὰ τὰ δεινά, ποὺ εἶχαν ἐνσκήψει.
"Ὁ μὲν ἀστρολόγος ἡμῖν τοῖς πρὸς ἀλλήλους τῶν ἀστέρων σχηματισμοῖς φήσει συμβαίνειν ἡμῖν. Ὁ δὲ φυσικὸς τῷ μέσους εἶναι Ἀράβων καὶ Σαρακηνῶν, Ἰσμαηλιτῶν τε καὶ Σκυθῶν τῇ θέσει, καὶ τῇ φυσικῇ τῶν πραγμάτων προόδῳ, ταῦθ' ἡμᾶς ὑπομένειν ἐρεῖ. Ὁ μέντοι γε ἄθεος, ἀπὸ ταὐτομάτου χύδην καὶ φύρδην ἀποτελεῖσθαι· καὶ ὁ Ἕλλην ἐξ εἱμαρμένης καὶ τύχης ἅπαντα συμβαίνειν ἡμῖν ὑπολάβοι. Πάλιν, ὁ μὲν Ἀγαρηνός, τῷ μὴ τῷ ἀλιτηρίῳ πεισθῆναι, αἴτιον τούτων ἐρεῖ· ὁ δὲ Ἑβραῖος, τῷ πιστεῦσαι ἡμᾶς εἰς Χριστόν. Καὶ ὁ μὲν ἕκαστος τῶν αἱρετικῶν, τῷ μὴ ὑποκῦψαι τῇ ἐκείνου αἱρέσει· ὁ δὲ τῶν Ἰταλῶν ὄχλος, τῷ μὴ ὑποτετάχθαι ἡμᾶς τῷ πάπᾳ τῶν εἰρημένων αἴτιον ἐννοεῖ". Οἱ ἀστρολόγοι ἀπέδιδαν τὰ δεινὰ στοὺς σχηματισμοὺς τῶν ἀστέρων, οἱ φυσικοὶ ἐπιστήμονες στὴν μειονεκτικὴ γεωγραφικὴ θέσι μεταξὺ ἀλλοφύλων λαῶν, οἱ ἄθεοι στὴν ἀνομοιογένεια τῆς αὐτοκρατορίας, οἱ εἰδωλολάτρες στὴν κακὴ τύχη καὶ μοῖρα, στὸ πεπρωμένο, οἱ Ἀγαρηνοὶ στὸ ὅτι ἀρνοῦνταν οἱ Βυζαντινοὶ νὰ πιστεύσουν στὸν Μωάμεθ, οἱ Ἑβραῖοι στὸ ὅτι πίστευαν οἱ δεινοπαθοῦντες στὸν Χριστό, οἱ αἱρετικοὶ στὸ ὅτι δὲν ὑπέκυπταν στὶς αἱρέσεις τους, οἱ δὲ Λατῖνοι στὸ ὅτι δὲν δέχονταν νὰ ὑποταχθοῦν στὸν Πάπα! Ὅλες οἱ πιὸ πάνω αἰτιάσεις εὑρίσκουν καὶ σήμερα τοὺς ὑποστηρικτές τους καὶ μὲ ἀτέρμονες συζητήσεις στὰ τηλεοπτικὰ κανάλια, ἀπὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τους. Οἱ δὲ παπόφιλοι οἰκουμενιστὲς προσεκάλεσαν τὸν Πάπα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Κύπρο, ἐλπίζοντες, ὅπως τότε οἱ ἀφελεῖς ἑνωτικοὶ τοῦ Βυζαντίου, στὴν ἐκ δυσμῶν βοήθεια, πρὸς ἐπίλυσι τῶν ἐθνικῶν προβλημάτων μας. Ὁ Ἰωσήφ, ὅμως, ὁ Βρυέννιος εἶχε τελείως διαφορετικὴ ἄποψι ἀπ' ὅλους αὐτοὺς καὶ τὴν διεκήρυττε μὲ παρρησία, τὴν ὁποία, δυστυχῶς, ὀλίγοι διαθέτουν στὶς ἡμέρες μας, φοβούμενοι καὶ τρέμοντες τὰ εἰρωνικὰ σχόλια τῶν δημοσιογράφων καὶ τοῦ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμου.
"Ἐγὼ δὲ πάντας τούτους ἀποβαλλόμενος, πείθομαι ἀραρότως, καὶ διαῤῥήδην ὁμολογῶ, ὅτι οὐκ ἂν ταῦτα ἐπάσχομεν, εἰ μὴ δυσσεβεῖς ἦμεν, καὶ τοῦ Θεοῦ παντάπασιν ἀπεληλαμένοι". Ἀπορρίπτει ὅλες τὶς ὀρθολογιστικὲς περὶ τῶν δεινῶν αἰτίες ὁ ἱερὸς πατὴρ καὶ ὁμολογεῖ εὐθέως καὶ μὲ ἀπόλυτη πεποίθησι, ὅτι ἡ αἰτία τῶν δεινῶν εἶναι ἡ παντοειδὴς ἀσέβεια καὶ ἡ ἀποστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Θεό. Πόσοι ἆράγε ποιμένες ὁμιλοῦν τὴν γλῶσσα τοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου σήμερα; Πόσοι ἐξηγοῦν τὰ πραγματικὰ αἴτια τῶν δεινῶν, ποὺ ἄρχισαν νὰ μαστίζουν τὸν ἑλληνικὸ λαό; Πόσοι τὸν καλοῦν σὲ μετάνοια; Ἐλάχιστοι. Οἱ περισσότεροι σιωποῦν, ὁμοιάζοντες μὲ "κύνες ἐνεούς" (=σκυλιὰ βωβὰ καὶ ἄλαλα), οἱ ὁποῖοι "οὐ δυνήσονται ὑλακτεῖν, ἐνυπνιαζόμενοι κοίτην, φιλοῦντες νυστάξαι" (Ἡσ. 56, 10). Δὲν μποροῦν νὰ γαυγίσουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους μας. Εἶναι σὰν ὑπνωτισμένοι. Νυστάζουν, κοιμῶνται καὶ βλέπουν ὄνειρα.


Προηγουμένως ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος μᾶς περιέγραψε τὰ δεινά, ποὺ ὑπέφεραν οἱ Βυζαντινοὶ πρόγονοί μας ὀλίγες δεκαετίες πρὸς τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δίνοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε μία σύγκρισι τῆς τότε ἐποχῆς μὲ τὴν δική μας καὶ ν' ἀνακαλύψουμε πολλὰ κοινὰ σημεῖα. Στὴ συνέχεια ὁ μεγάλος αὐτὸς λόγιος τοῦ Βυζαντίου σὲ ἄλλο κεφάλαιο μὲ τίτλο "Τίνες αἰτίαι τῶν καθ' ἡμᾶς λυπηρῶν" θὰ ζωγραφίσῃ ἐνώπιόν μας μὲ τὰ πλέον μελανὰ χρώματα τὶς μεγάλες ἁμαρτίες, στὶς ὁποῖες εἶχε περιπέσει ἡ συντριπτικὴ πλειονότης τοῦ λαοῦ, ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες διαπράττουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα, καὶ μάλιστα σὲ ὑπερθετικὸ καὶ ἄκρως ἀνησυχητικὸ βαθμό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουμε ἀρχίσει καὶ ἐμεῖς νὰ δεχώμεθα τὰ ὀψώνια τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν, τὸν μισθὸ ποὺ μᾶς ἀξίζει, μὲ τὰ διάφορα δεινά, ποὺ ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς διόρθωσί μας. Ὅπως στὴν προηγουμένη ἑνότητα, ἔτσι καὶ στὴν παροῦσα θὰ κάνουμε ἕνα παραλληλισμὸ τοῦ τότε μὲ τὸ σήμερα.


Κατάργησι τοῦ Ὀρθοδόξου βαπτίσματος
"Οὐκ ἔστι κακίας εἶδος, ὃ μὴ διὰ βίου παντὸς ἐπιμελῶς μετερχόμεθα", ἔγραφε ὁ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς συγχρόνους του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα. Δὲν ὑπάρχει κακό, ποὺ νὰ μὴ τὸ κάνουμε. "Δῆλον δέ, ὅτι βαπτιζόμεθα οἱ μέν, εἰς μίαν κατάδυσιν· οἱ δέ, εἰς τρεῖς μὲν καταδύσεις, τοσαύτας δὲ καὶ τῆς ἁγίας Τριάδος ὀνομασίας". Σήμερα, πρεσβύτεροι καὶ ἐπίσκοποι ἐγκατέλειψαν τὴν ἁγία καὶ ἱερὰ παράδοσι εἴκοσι αἰώνων, κατήργησαν οἱ ἀθεόφοβοι τὶς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν τελειοῦται τὸ βάπτισμα, καὶ ἀντ' αὐτῶν ἐπιχύνουν ὕδωρ στὸ κεφάλι καὶ τὰ σώματα τῶν βαπτιζομένων, ὅπως οἱ Παπικοί, μὲ ὅ,τι ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ τακτικὴ συνεπάγεται στὴν πνευματικὴ καὶ ψυχοσωματικὴ ὑγεία τῶν βαπτιζομένων προσώπων!


Πνευματικὴ ἄγνοια. Ἁμαρτίες κληρικῶν καὶ μοναχῶν
"Ὅτι οἱ πλείους ἡμῶν, οὐ μόνον τί ἐστι χριστιανός, ἀλλ' οὐδὲ τὸν σταυρὸν αὐτὸν ποιεῖν ἴσασιν· ἤ, ἴσασι μέν, περιφρονοῦσι δὲ τὸ ποιεῖν"! Ἀλήθεια, πόσοι Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ σήμερα γνωρίζουν τὰ τῆς Πίστεως; Πόσοι εἶναι συνειδητοὶ χριστιανοί; Πόσοι γνωρίζουν πῶς νὰ κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ἀπ' αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν, πόσοι ἔχουν τὸ θάρρος νὰ τὸ κάνουν δημοσίως, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τὰ εἰρωνικὰ μειδιάματα τῶν ἀθέων καὶ ἀπίστων; Οἱ ἀπαντήσεις εἶναι ἀπογοητευτικές.
"Ὅτι οἱ ἱερεῖς ἡμῶν ἐπὶ χρήμασι χειροτονοῦνται· καὶ πρὸ τοῦ γάμου, ὡς οἱ πολλοί, ὁμιλοῦσι ταῖς ἑαυτῶν γυναιξίν. Ὅτι ἐπὶ δώροις ἡ τῶν ἁμαρτημάτων ἄφεσις, καὶ ἡ τῶν θείων δώρων μετάληψις δίδοται παρὰ τοῖς λεγομένοις πνευματικοῖς. Ὅτι μοναστρίαις ἀναίδην συνοικοῦσιν οἱ παρθενίαν ἐπαγγειλάμενοι μοναχοί". Ἂν καὶ ἡ Σιμωνία φαίνεται τὶς τελευταῖες δεκαετίες νὰ ἔχῃ ἐκλείψει, καὶ ἡ ἀδιαφορία τῶν πολλῶν πρὸς τὰ ἱ. Μυστήρια νὰ μὴν εὐνοεῖ δωροδοκίες γιὰ τὴν παροχὴ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ τὴν μετάδοσι τῆς θ. Κοινωνίας, ἡ ἐποχή μας βαρύνεται μὲ ἄλλου εἴδους ἀνίερες συναλλαγές, ὅπως π.χ. τὰ τυχερὰ τῶν κληρικῶν καὶ ἡ "ταριφοποίησι" τῶν ἱ. Μυστηρίων καὶ ἄλλων ἱεροτελεστιῶν. Λησμονήθηκε τὸ "δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε", ποὺ εἶπεν ὁ Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους, τῶν ὁποίων οἱ διάδοχοι σήμερα δὲν τὸ τηροῦν, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ νὰ σκανδαλίζωνται καὶ νὰ τελοῦν, ἀντὶ θρησκευτικοῦ γάμου στοὺς ἱ. ναούς, πολιτικὸ γάμο στὰ δημαρχεῖα! Καὶ δυστυχῶς, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, οἱ δεύτεροι αὐξάνονται ἁλματωδῶς εἰς βάρος τῶν πρώτων. Ὅσο γιὰ τὶς προγαμιαῖες σχέσεις τῶν κληρικῶν καὶ τὴν συνοίκησι μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν, τὰ πράγματα σήμερα εἶναι πολὺ χειρότερα, δεδομένου ὅτι οἱ πλεῖστοι ἀρχιερεῖς δὲν λαμβάνουν πλέον ὑπ' ὅψιν τὰ κωλύματα τῆς ἱερωσύνης, χειροτονοῦντες ἀδιακρίτως καὶ "κοινωνοῦντες ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις" (Α΄ Τιμ. 5, 22), στὸν δὲ Μοναχισμὸ ἔχει βρῆ ἀσφαλὲς καταφύγιο τὸ γνωστό -κατὰ τὸν μακαριστὸ ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο- κουσούρι, τὸ ὁποῖο τροφοδοτεῖ δυστυχῶς καὶ τὶς τάξεις τοῦ Κλήρου.


Βλασφημίες τῶν ἀσεβῶν - Ἀδιαφορία τῶν πιστῶν
"Ὅτι τὸ θεῖον ὄνομα βλασφημούμενον οὐκ ἐπεκδικοῦμεν, ὀφείλοντες ὑπὲρ τούτου ἀποθανεῖν". Ὑπῆρχε καὶ τότε ἡ βλασφημία τῶν θείων, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο χειρότερο καὶ ἀπὸ τὰ κτήνη, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες, διότι "καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι", μὴ τολμῶντα νὰ βλασφημήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σήμερα, ὅμως, τὸ κακὸ αὐτὸ ἔφθασε σὲ ἀδιανόητα σὲ ἄλλες ἐποχὲς μεγέθη, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ βλασφημία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας ὄχι μόνο νὰ ἔχῃ γίνει "ψωμοτύρι" στὸ στόμα ἁπλῶν καὶ ἀνωνύμων νεοελλήνων, ἀλλὰ νὰ γίνεται καὶ ἀπὸ ἐπώνυμα πρόσωπα μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο, ἀπὸ ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν (π.χ. Καζαντζάκης, Ἀνδρουλάκης, "τελευταῖος πειρασμός", Corpus Christiκλπ), καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ "χριστιανικοῦ", ὑποτίθεται, Κράτους μας, δίχως νὰ ἐξεγείρεται ὁ λαός μας, ἐκτὸς ἐλαχίστων καὶ θαυμαστῶν καὶ ἀξίων συγχαρητηρίων ἐξαιρέσεων. Ἡ βλασφημία τῶν θείων τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν, φαίνεται, πολὺ διαδεδομένη, γι' αὐτὸ καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἐπιμένει στὸν ἔλεγχό της, γράφοντας: "Ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, εἰς τὸν σταυρόν, εἰς τὸν νόμον, εἰς ἅγιον, εἰς αὐτὸν βλασφημοῦσι τὸν Θεὸν παῤῥησίᾳ, ὡς οὐδεὶς ἀσεβής· τῇ βλασφημίᾳ προστιθέντες καὶ ἄρνησιν· καὶ οὐδεὶς τῶν ἀκουόντων ἐπεκδικεῖ". Ὑβριστὲς καὶ ἀρνητὲς τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχαν τότε, ὑπάρχουν καὶ σήμερα. Ἀναρίθμητα στόματα ὕβρισαν καὶ ἐβλασφήμησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· πολλοὶ ἀμφισβήτησαν τοὺς λόγους καὶ τὰ θαύματά Του· πολλοὶ ἀρνήθηκαν τὴν θεότητά Του. Οὐδείς, ὅμως, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐτόλμησε ν' ἀμφισβητήσῃ καὶ νὰ θίξῃ τὴν ἠθικὴ ὑπόστασί Του καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἦταν πρόσωπο ἀνήθικο καὶ διεστραμμένο. Καὶ ὅμως αὐτὸ ἔγινε στὶς ἡμέρες μας μὲ τὸ ἀντίχριστο καὶ χυδαιότατο ἔργο Corpus Christi, τὸ ὁποῖο, -φρῖξον, ἥλιε, στέναξον, γῆ!-, παρουσίασε τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους Του ὡς ὁμοφυλοφίλους! Καὶ κατ' αὐτοῦ τοῦ σατανικοῦ καὶ βδελυροῦ τερατουργήματος ἐλάχιστοι ἄνθρωποι διαμαρτυρήθηκαν. Πολλοὶ τὸ ὑποστήριξαν, ἐνῷ ἡ πλειονότης τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν ἔδειξε παγερὴ ἀπάθεια καὶ ἀδιαφορία. Θὰ δείχναμε παρόμοια ἀδιαφορία, ἐάν, ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, τὸ ἔργο παρουσίαζε ὡς ὁμοφυλοφίλους ἐμᾶς ἢ μέλη τῆς οἰκογενείας μας; Δὲν ἀγαποῦμε τὸν Χριστό. Ἀναξίως φέρουμε τὸ ὄνομα χριστιανός. Ἂς δοξάσουμε τὸν Θεό, διότι ἡ μακροθυμία Του ὑπερισχύει μέχρι τώρα τῆς δικαιοσύνης Του καὶ δὲν μᾶς τιμωρεῖ γιὰ τὰ φοβερὰ αὐτὰ ἁμαρτήματά μας. Μέχρι πότε ὅμως θὰ μακροθυμῇ;


Κατάρες καὶ ὅρκοι
"Ὅτι καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἑτέρους, καὶ ἀναθεματίζομεν τὸ καθ' ἡμέραν, καὶ μυρίαις ἀραῖς ὑποβάλλομεν. Ὅτι πάντα ὅρκον, ῥητὸν ἅμα καὶ ἄῤῥητον, ὀμνύομεν ἀδεῶς· καὶ εἰς τὸ τοῦ Σωτῆρος φρικτὸν καὶ ἅγιον ὄνομα ἐπιορκοῦμεν ὁσῶραι· καὶ ταῦτα προκειμένης ἀνάγκης μηδεμιᾶς". Κατάρες κατὰ τῶν ἑαυτῶν μας· κατάρες κατὰ τῶν ἄλλων ἀκούονταν καὶ τότε, ἀκούονται καὶ σήμερα. Πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε ἀκούσει συνανθρώπους μας σὲ στιγμὲς μεγάλης ἀγανακτήσεως ν' ἀναθεματίζουν τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκαν! Πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε ἀκούσει κατάρες κατ' ἄλλων συνανθρώπων μας! Ὅσο δὲ γιὰ τοὺς ὅρκους, αὐτοὶ ἔχουν γίνει πραγματικὴ ἐπιδημία. Καὶ σήμερα, ὅπως καὶ τότε, ἀναρίθμητοι χριστιανοὶ ὁρκίζονται μὲ ὅρκους φοβεροὺς στὴν τιμή τους, τὴν ζωή τους, τὴν ζωὴ τῶν παιδιῶν τους, σὲ ὅ,τι ἱερὸ ἔχουν, ἀκόμη καὶ στὸν Θεό, πολλοὶ δὲ ἀπ' αὐτοὺς παλαμίζουν δίχως φόβο Θεοῦ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ δικαστήρια, ψευδόμενοι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, "θησαυρίζοντες ἑαυτοῖς ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ" (Ῥωμ. 2, 5), πολλὲς δὲ φορὲς δίχως σοβαρὴ αἰτία, "γιὰ ψύλλου πήδημα", ὅπως λέγει ὁ λαός μας.


"Κριταὶ τοῦ Θεοῦ ἀδιάλλακτοι"!
"Ὅτι γογγύζομεν πρὸς Θεόν, ὁτὲ μὲν πῶς βρέχει, ὁτὲ δὲ πῶς οὐ βρέχει· πῶς καύσωνα ποιεῖ· πῶς ψῦχος ἐργάζεται· πῶς τοῖς μὲν ἔδωκε πλοῦτον, τοὺς δὲ πένεσθαι συγχωρεῖ· πῶς νότος ἠγέρθη, πῶς πνέει μέγας βοῤῥᾶς· καὶ ἁπλῶς κριταὶ καθιστάμεθα τοῦ Θεοῦ ἀδιάλλακτοι". Μία ἀπὸ τὶς αἰτίες τῶν δεινῶν τους θεωροῦσε ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος καὶ τὸν γογγυσμὸ κατὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς καιρικὲς συνθῆκες, ποὺ ἐπικρατοῦσαν. Μήπως καὶ ἐμεῖς, δυστυχῶς, σήμερα δὲν γογγύζουμε καὶ δὲν ἀγανακτοῦμε κατὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν καιρό, κυρίως δὲ γιὰ τὰ ἀκραῖα καιρικὰ φαινόμενα, ποὺ ἔχουν γίνει στὶς ἡμέρες μας τόσο ἔντονα καὶ συχνά, δίχως οἱ ταλαίπωροι νὰ συνειδητοποιοῦμε, ὅτι αἰτία τῶν ἀκραίων αὐτῶν φαινομένων δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλ' οἱ πολλὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες μας, οἱ ὁποῖες ἔχουν φθάσει στὰ ἄκρα, καὶ οἱ ὁποῖες ἐξεγείρουν καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ στοιχεῖα τῆς ἄψυχης φύσεως ἐναντίον μας; (Σοφ. Σολ. 5, 17-23).


Γυμνισμὸς τότε καὶ σήμερα
"Ὅτι γυμνοί, ὡς ἐγεννήθησαν, οὐ μόνον ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ τὸ τῶν γυναικῶν φῦλον, καθεύδειν οὐκ ἐπαισχύνονται". Καταγγέλλει ὡς ἁμαρτία ὁ ἱερὸς πατὴρ τὸ γεγονός, ὅτι στὴν ἐποχή του ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἐκοιμοῦντο γυμνοί, ὅπως γεννήθηκαν, δίχως νὰ ἐντρέπωνται γι' αὐτό! Ὢ καὶ νὰ ζοῦσε ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος σήμερα καὶ νὰ ἔβλεπε τὸν γυμνισμό, ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς δικές μας ἡμέρες! Νὰ ἔβλεπε τὰ στρατόπεδα τῶν γυμνιστῶν στὰ ἑλληνικὰ νησιά, τὶς παραλίες μας τὰ καλοκαίρια, τὴν γυμνότητα στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες μας καί -τὸ χειρότερο- τὴν παρουσία ἡμιγύμνων γυναικῶν μέσα στοὺς ἱερούς μας ναούς! Τί θὰ ἔλεγε γιὰ τὴν φοβερὴ αὐτὴ πρόκλησι καὶ ἀποστασία μας; Τί θὰ ἔλεγε, βλέποντας τὰ ἄσεμνα νυφικά, ποὺ φοροῦν οἱ νύφες στοὺς γάμους, καὶ τὰ αἰσχρά, ἐλεεινὰ φορέματα, μὲ τὰ ὁποῖα τολμοῦν οἱ "Ὀρθόδοξες" Ἑλληνίδες σήμερα νὰ προσέρχωνται σὲ γάμους καὶ βαπτίσεις, ἀκόμη καὶ στὴν θεία Λειτουργία; Ὢ τῆς ἀθλιότητός μας! Ὑπερβήκαμε σὲ ἀσέβεια καὶ ἀνηθικότητα ὅλες τὶς μ.Χ. ἐποχές. Ἐπιστρέψαμε στὴν ἀρχαία εἰδωλολατρία. Γυναῖκες κάθε ἡλικίας θεοποίησαν τὴν αἰσχρὴ μόδα καί, κατ' ἐπιταγήν της, περιφέρουν τὰ ἡμίγυμνα κορμιά τους στοὺς δρόμους, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς ἐκκλησίες, καὶ οὐδεὶς ἀντιδρᾷ, καὶ οὐδεὶς διαμαρτύρεται, καὶ οὐδεὶς ἐλέγχει τὸ ἄκρον αὐτὸ ἄωτο τῆς ἀσεβείας. Θὰ δώσουν φρικτὸ λόγο στὸν Θεὸ οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς τοῦ αἰῶνος τούτου γιὰ τὴν ἔνοχη καὶ ἁμαρτωλὴ σιωπὴ καὶ ἀνοχή, ποὺ ἐπιδεικνύουν, ἀνεχόμενοι τὸ σύγχρονο αὐτὸ"βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ", τὸ σιχαμερὸ αὐτὸ φαινόμενο μέσα στοὺς Ὀρθοδόξους ναούς, ποὺ προκαλεῖ ἐρήμωσι στὶς ψυχές, διότι τὶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Δημιουργό τους καὶ τὶς καθιστᾷ ἔρημες καὶ ἐγκαταλελειμμένες ἀπὸ τὴν χάρι Του. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν μετατρέψει τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ εἰς"οἶκον ἐμπορίου", ἐμεῖς σήμερα, μὲ τὴν ἐγκληματικὴ σιωπὴ καὶ ἀνοχή μας, ἐπιτρέψαμε νὰ μετατραπῇ εἰς οἶκον ἀνοχῆς, καὶ ἀπὸ ἱερὸς χῶρος λατρείας καὶ προσευχῆς εἰς χῶρον ἐπιδείξεως γυμνῶν σωμάτων καὶ αἰσχρῶν φορεμάτων, ποὺ σχεδιάζουν ἀνώμαλοι καὶ διεστραμμένοι σχεδιαστές.


Γυναῖκες μὲ ἀνδρικὴ ἐνδυμασία
"Ὅτι στολαῖς ἀνδρικαῖς τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ἐνδύουσιν". Τότε ἔντυναν τὶς γυναῖκες τους μὲ ἀνδρικὲς ἐνδυμασίες. Αὐτὸ βεβαίως ἀποτελοῦσε μία ἐξαίρεσι, τὴν ὁποία ὅμως ὁ ἱερὸς πατὴρ δὲν δίστασε νὰ ἐλέγξῃ, διότι ἦταν ἀντίθετη πρὸς τὸν νόμο καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸ σήμερα; Καλύτερα νὰ σιωπήσουμε, διότι, ἐὰν ὁμιλήσουμε, θὰ δυσαρεστήσουμε πολλὲς γυναῖκες, θὰ χαρακτηρισθοῦμε ὡς ἀναχρονιστικοί, καθυστερημένοι, ἢ ὡς ζῶντες σὲ ἄλλες ἐποχὲς ἢ ἄλλο πλανήτη! Ἐὰν ὅμως σιωπήσουμε, "οἱ λίθοι κεκράξονται". Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τοῦ κόσμου καὶ τῶν κοσμικῶν γυναικῶν, ἀλλὰ ἡ γνώμη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἐπιδιώκουμε ν' ἀρέσουμε στὸν κόσμο, ἀλλὰ στὸν Χριστό. "Ἐὰν ἐπεδίωκα ν' ἀρέσω στοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ", γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 1, 10), καλώντας ὅλους μας νὰ γίνουμε μιμητές του (Α΄ Κορ. 11, 1). Γι' αὐτὸ καὶ ἐμεῖς θὰ εἰποῦμε τὰ ἀρεστὰ στὸν Χριστὸ καὶ ἂς γίνουμε δυσάρεστοι σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους.
Τί καὶ ἂν ἡ κοινωνία μας σήμερα, ἀδελφοί μου, καθιέρωσε πλέον τὸ παντελόνι καὶ ὡς γυναικεῖο ἔνδυμα; Ἡ ἴδια κοινωνία ἀναγνωρίζει καὶ τοὺς γάμους τῶν ὁμοφυλοφίλων καὶ τὸ δικαίωμά τους νὰ υἱοθετοῦν παιδιά. Ἡ ἴδια κοινωνία ἀμνηστεύει καὶ τὶς πορνεῖες καὶ τὶς μοιχεῖες καὶ τὶς προγαμιαῖες σχέσεις καὶ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα. Μήπως τὰ ἀμνηστεύει καὶ ὁ Χριστός; Ἡ ἴδια κοινωνία ἀναγνωρίζει καὶ τοὺς πολιτικοὺς γάμους. Μήπως τοὺς ἀναγνωρίζει καὶ ὁ Χριστός; Ἂς γνωρίζουν ὅλες οἱ γυναῖκες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν, δυστυχῶς, καὶ κάποιες μοντέρνες θεολόγοι, ἀλλὰ καὶ πρεσβυτέρες (!), ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματικός, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβητήσεις καὶ παρερμηνεῖες: "Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα". Δὲν ἐπιτρέπεται, λέγει ὁ Θεός, σὲ γυναῖκα νὰ φορῇ ἀνδρικὰ ἐνδύματα, οὔτε στὸν ἄνδρα νὰ φορῇ γυναικεῖα ἐνδύματα, διότι καθένας, ποὺ κάνει αὐτά, εἶναι ἀηδιαστικὸς καὶ σιχαμερὸς ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ (Δευτ. 22, 5). Μήπως κατήργησε τὸν νόμο του ὁ Θεὸς καὶ δὲν τὸ γνωρίζουμε; Δὲν τὸν κατήργησε. Ἡ σκολιὰ καὶ διεστραμμένη γενεά μας τὸν κατήργησε, ὄχι δὲ μόνον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἄλλες διαχρονικὲς θεϊκὲς ἐντολές, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου, λέγοντος περὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν χαλεπῶν καιρῶν μας: "Παρήλθοσαν τὸν νόμον καὶ ἤλλαξαν τὰ προστάγματα, διαθήκην αἰώνιον" (Ἡσ. 24, 5). Ἀλλοίμονο σ' αὐτούς, ποὺ περιφρονοῦν, ἀλλάζουν, καταργοῦν τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο καὶ σ' ἐκείνους, ποὺ ὑποστηρίζουν αὐτὲς τὶς ἀλλαγές, τὶς δικαιολογοῦν καὶ τὶς υἱοθετοῦν. Ἀλλοίμονο καὶ στοὺς ἐκκοσμικευμένους κληρικοὺς τῶν ἐσχάτων τούτων καιρῶν, οἱ ὁποῖοι, υἱοθετώντας κοσμικὰ συνθήματα τοῦ τύπου: "ἐλᾶτε ὅπως εἶστε", ἐκκοσμίκευσαν πλήρως τὴν Ἐκκλησία, ἐπιτρέποντας στὶς γυναῖκες νὰ εἰσέρχωνται στοὺς ἱεροὺς ναοὺς μὲ παντελόνια, μίνι καὶ σοῦπερ μίνι φοῦστες, ἐξώπλατα κ.ἄ. ἄσεμνα φορέματα, νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ ψάλλουν στὰ ἀναλόγια, νὰ κάθωνται στὶς θέσεις τῶν ἀνδρῶν καί, -τὸ χειρότερο-, ντυμένες μὲ τὲτοια ἄσεμνα καὶ ἀπαγορευμένα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐνδύματα νὰ τολμοῦν νὰ μεταλαμβάνουν τὰ ἄχραντα Μυστήρια! Ποιούς νὰ κλαύσῃ καὶ θρηνήσῃ κανείς, τὶς γυναῖκες αὐτές, ποὺ κοινωνοῦν ἀσέμνως καὶ ἀσεβῶς τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἢ τοὺς κληρικούς, ποὺ τοὺς τὸ μεταδίδουν; Μεγάλη, πολὺ μεγάλη ἡ ἁμαρτία αὐτή· μεγάλη θὰ εἶναι καὶ ἡ τιμωρία ὅσων τὴν διαπράττουν, ἀλλὰ καὶ ὅσων τὴν θεωροῦν μικρὴ καὶ ἀσήμαντη, καὶ ὅσων ἐνδεχομένως κακολογοῦν καὶ χλευάζουν τὸν γράφοντα αὐτὲς τὶς γραμμές, θεωρώντας τον ἀκραῖο καὶ γραφικό.


Ἀνίεροι ἑορτασμοί
"Ὅτι τὰς ἱερὰς τῶν ἑορτῶν αὐλοῖς καὶ χοροῖς καὶ σατανικοῖς πᾶσιν ᾄσμασι, κώμοις τε καὶ μέθαις καὶ αἰσχροῖς ἄλλοις ἔθεσιν ἐπιτελεῖν οὐ καταισχυνόμεθα". Ἄλλη σοβαρὴ ἁμαρτία τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας ἦταν καὶ ὁ ἀνίερος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἑώρταζαν τὶς ἱερὲς ἑορτές τους, δηλαδὴ τὰ πορνικὰ τραγούδια καὶ οἱ ἄσεμνοι χοροί, τὰ γλεντοκόπια καὶ τὰ μεθύσια καὶ ἄλλα αἰσχρὰ πράγματα, ποὺ ἔκαναν δίχως ντροπή. Ἀλλὰ καὶ σ' αὐτὴ τὴν ἁμαρτία δὲν ὑστεροῦμε ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοί τους, διότι "Ὀρθόδοξοι" χριστιανοὶ καὶ σήμερα βεβηλώνουν ἀντὶ νὰ ἑορτάζουν τὶς ἑορτές. Τὰ Χριστούγεννα καὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ὑποδέχονται μὲ ρεβεγιόν, καζῖνα καὶ χαρτοπαίγνια· τὸ ἱερὸ Τριῴδιο ξεφαντώνουν στὰ εἰδωλολατρικὰ καὶ σατανικὰ καρναβάλια· τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς διασκεδάζουν στὰ νυκτερινὰ κέντρα τῆς διαφθορᾶς· τὶς δὲ περιόδους νηστείας τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτοὶ καταβροχθίζουν κρέατα καὶ ὀργιάζουν. Τίποτε δὲν ὠφελοῦνται ἀπὸ τὶς ἑορτὲς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἀντιθέτως ἁμαρτάνουν περισσότερο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀκούεται καὶ σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὅπως κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Π.Δ.: "τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου" (Ἡσ. 1, 14).


Δεισιδαιμονίες καὶ μαγεῖες
"Ὅτι κινοῦντες ἀτάκτως τὰς ἁγίας εἰκόνας, τὰ μέλλοντα δῆθεν διὰ τῶν κινημάτων αὐτῶν τεκμαιρόμεθα. Ὅτι τὰ πλείω τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων ἀνεξαγόρευτα μένει, ὅθεν καὶ ἀσυγχώρητα. Ὅτι πάντα ἡμῶν τὰ τοῦ σώματος μέλη, ταῖς παρατηρήσεσιν, ὄργανα παρέχομεν τῷ ἐχθρῷ· κνησμὸν χειρῶν, καὶ ῥινός, παλμὸν ὄμματος, καὶ ὠτὸς ἦχον· καὶ ἁπλῶς τοῖς φυσικοῖς τῶν μελῶν κινήμασι τὰ μέλλοντα τεκμαιρόμενοι. Ὅτι ταῖς ἀπαντήσεσι καὶ τοῖς χαιρετισμοῖς τῶν ἀνθρώπων οἰωνιζόμεθα. Ὅτι ταῖς τῶν κατοικιδίων ὀρνίθων φωναῖς, καὶ ταῖς πτήσεσι καὶ κραυγαῖς τῶν κοράκων προσέχομεν, ὀρνεοσκοπούμενοι. Ὅτι ὥραις, καὶ τύχαις, καὶ μοίραις, καὶ ῥιζικοῖς, καὶ ζῳδίοις, καὶ πλανήταις, διευθύνεσθαι τὸν ἡμέτερον βίον, ὡς ἀστρολόγοι πιστεύοντες ἀπατώμεθα ... Ὅτι καλάνδας τελοῦμεν, καὶ Μαρτίου περιάμματα φέρομεν, καὶ τὸν Μάϊον στεφανούμεθα, καὶ κληδῶνας ποιοῦμεν, καὶ ὑπεραλλόμεθα τῶν πυρκαϊῶν. Ὅτι τοῖς ὀνείρασι προσέχομεν, καὶ μέλλον εἶναι πιστεύομεν, καὶ φυλακτήρια τραχήλοις ἐξαρτῶμεν τοῖς ἡμετέροις, καὶ μαντευόμεθα ταῖς κριθαῖς. Ὅτι μάγοις καὶ μάντεσιν, ἀθιγγάναις καὶ γόησι, προσκείμεθα ὁσημέραι. Καὶ ἐπὶ παντὶ ἀρρωστήματι τὸ βοηθοῦν ἡμῖν γοητεία". Λέγει καὶ πολλὰ ἄλλα ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος γιὰ τὶς δεισιδαιμονίες, ποὺ ἐπικρατοῦσαν στὴν ἐποχή του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες σήμερα, ἂν καὶ καυχώμεθα γιὰ τὸν ἐκσυγχρονισμὸ καὶ ἐξευρωπαϊσμό μας, ἐν ἔτει 2013 διατηροῦμε τὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτές! Ὅλοι γνωρίζουμε συνανθρώπους μας, κυρίως γυναῖκες, ποὺ παρατηροῦν ὅλα ὅσα ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω. Σὰν μανιτάρια ἔχουν φυτρώσει ἐπάνω στὴν κοπριὰ τῆς κοινωνίας μας ἀναρίθμητα μέντιουμ, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Διάβολος κοροϊδεύει καὶ πλανᾷ τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀνοήτους. Οἱ ἀστρολόγοι κάνουν χρυσὲς δουλειές. Γυναῖκες κάθε ἡλικίας ρυθμίζουν τὴν ζωή τους σύμφωνα μὲ τὰ ὡροσκόπια καὶ τὰ ζῴδια, ποὺ τοὺς ἐξηγοῦν ἐπαγγελματίες ἀπατεῶνες ἀπὸ τηλεοράσεως, ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν. Ἄλλες πιστεύουν στὰ ὄνειρα καὶ τοὺς ὀνειροκρῖτες. Ἀξιοθρήνητη κατάστασι, βαπτισμένοι χριστιανοὶ ν' ἀκολουθοῦν τὸν Διάβολο ἀντί τοῦ Χριστοῦ, τὸ σκότος ἀντὶ τοῦ φωτός, τὸ ψεῦδος καὶ τὴν πλάνην ἀντὶ τῆς ἀληθείας, ποὺ ἐλευθερώνει καὶ σῴζει τοὺς ἀνθρώπους.


Προτιμᾶται ἡ ἁμαρτία ἀντὶ τῆς ἀρετῆς
"Ὅτι πληθύνεται νῦν τῆς ἀρετῆς ἡ φυγή, καὶ αὔξεται τῆς ἁμαρτίας ἡ δίωξις". Δύο αὐξήσεις παρατηροῦσε στὶς ἡμέρες του ὁ ἱερὸς πατήρ· ἡ μία ἀφοροῦσε στὴν ἀποφυγὴ τῆς ἀρετῆς καὶ ἡ ἄλλη στὴν ἐπιδίωξι τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀρετὴ ἐξασφαλίζει στοὺς ἀνθρώπους ἔνδοξη ἀνάστασι καὶ αἰωνία μακαριότητα στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καὶ ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν τὴν ἐπιδιώκουν. Προτιμοῦν τὴν ἁμαρτία, ἂν καὶ γνωρίζουν, ὅτι αὐτὴ ὁδηγεῖ στὸν αἰώνιο πνευματικὸ θάνατο καὶ τὴν ἀπώλεια. Ἡ ὁδὸς τῆς ἀρετῆς εἶναι στενόχωρη, ἀλλ' ὁδηγεῖ στὴν ζωή. Λόγῳ ὅμως τῆς στενότητός της, ὀλίγοι τὴ βαδίζουν. Ἀντιθέτως, ὅπως εἶπεν ὁ Χριστός, ἡ ὁδὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι εὐρύχωρη, ἀλλ' ὅμως ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, τὴν κόλασι. Ἐν τούτοις πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τὴν ἀκολουθοῦν, ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς φοβερὲς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς τους. Ὁ Θεὸς σέβεται τὸ αὐτεξούσιο καὶ τὶς ἐπιλογές μας καὶ δὲν ἐπεμβαίνει σ' αὐτές. Ὅταν ὅμως τὸ κακὸ καὶ ἡ ἁμαρτία φθάσουν στὸ ἀπροχώρητο, τότε, ὡς αἰώνιος Νομοθέτης καὶ ἄγρυπνος φρουρὸς τῆς ἠθικῆς τάξεως, τὴν ὁποία συγκρατεῖ μὲ τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τὴν τιμωρία τοῦ κακοῦ, ἐπεμβαίνει δυναμικὰ στὴν ἀνθρωπίνη ἱστορία καὶ μὲ τὴν παιδαγωγική του ράβδο διορθώνει τὰ κακῶς ἔχοντα, περιορίζει τὴν ἐπέκτασι τοῦ κακοῦ καὶ συγκρατεῖ τὴν ἠθικὴ τάξι, ποὺ εἶχε διασαλευθῆ ἐξαιτίας τῆς ἀποστασίας τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὸν Κατακλυσμὸ στὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε· αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παραδειγματικὴ καταστροφὴ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας. Παιδαγωγικὴ ἦταν ἡ ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ κάθε φορά, ποὺ ἀποστατοῦσε ὁ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν πίστι τῶν πατέρων του. Παιδαγωγικός, ὅπως ἀποδεικνύεται, ἦταν καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου. Εἶναι δυνατὸν ἡ δική μας γενεά, μὲ τὴν πρωτοφανῆ σὲ μέγεθος ἀποστασία, ν' ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσι; Ἂς ἑτοιμαζώμεθα λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, διότι οἱ παιδαγωγικὲς ἐπισκέψεις τοῦ Θεοῦ ἤδη ἔχουν ἀρχίσει νὰ πραγματοποιοῦνται, καὶ ὅπως φαίνεται θὰ πυκνώσουν καὶ θὰ γίνουν πιὸ αἰσθητὲς σὲ ὅλους μας.


Τὸ Βυζάντιο πρὸ τῆς πτώσεως
πνευματικὸς καθρέπτης τῆς ἐποχῆς μας
"Ὅτι οἱ ἄρχοντες ἡμῶν ἄδικοι, οἱ ἐπιστατοῦντες τοῖς πράγμασιν ἅρπαγες, οἱ κριταὶ δωρολῆπται, οἱ μεσῖται ψευδεῖς, οἱ ἀστικοὶ ἐμπαῖκται, οἱ ἀγροῖκοι ἄλογοι, καὶ οἱ πάντες ἀχρεῖοι. Ὅτι αἱ παρθένοι ἡμῶν ὑπὲρ πόρνας ἀναίσχυντοι, αἱ χῆραι περίεργοι τοῦ δέοντος πλέον, αἱ ὕπανδροι καταφρονοῦσαι καὶ μὴ φυλάττουσαι πίστιν, οἱ νεώτεροι ἀκόλαστοι, καὶ οἱ γηράσαντες πάροινοι ... οἱ ἱερεῖς ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ· οἱ μοναχοὶ πάντῃ ἐτράποντο τῆς εὐθείας ὁδοῦ· καὶ οἱ κοσμικοὶ ὅλως ἔξω γεγόνασιν ἑαυτῶν, ὡς μόρφωσιν εὐσεβείας λόγῳ ἔξωθεν περικεῖσθαι, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἔργῳ ἔνδοθεν ἀπαρνεῖσθαι. Ὅτι ὄψις ἡμῖν πόρνης ἐγένετο ... Καὶ μᾶλλον τιμῶνται οἱ αἰσχρῶς ἄρτι ζῶντες, ἢ οἱ τῇ ἀρετῇ συζῆν διὰ βίου πειρώμενοι. Ἐκοπίασαν κράζοντες πᾶσαν ἡμέραν οἱ ἅγιοι πατέρες ἡμῶν. Τί με ἔδει ποιῆσαι, καὶ οὐκ ἐποίησα ὑμῖν; λέγει καὶ πάλιν ὁ Χριστός· ὅτι οὐχ ἡμέρα ἢ ὥρα παρέρχεται, ὅτε μὴ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν κατεσθίομεν ταῖς συκοφαντίαις καὶ κατακρίσεσιν ἅπαντες ... Εἴπω τὸ μεῖζον; Ὅτι πολλοὶ τῶν τοῦ κλήρου ἀσελγαίνοντες, τῇ σεβαστῇ τραπέζῃ προσίασι, καὶ ἱερουργοῦσιν. Ὢ φεῖσαι, Κύριε! Τοῦτο πρὸ πάντων, καὶ ὑπὲρ ἅπαντα, θεοστυγεῖς ἡμᾶς εἶναι, καὶ δεινοῖς μυρίοις ἐνόχους ἐργάζεται". Ποιός ἀμφιβάλλει, ὅτι ἡ πιὸ πάνω εἰκόνα, ποὺ περιγράφει ὁ ἱερὸς αὐτὸς πατήρ, δὲν εἶναι ἡ φωτογραφία μας, καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἕνα πνευματικὸ καθρέπτη, μέσα στὸν ὁποῖο καθρεπτίζεται τὸ ἀποκρουστικὸ πρόσωπο τῆς δικῆς μας μοιχαλίδος καὶ ἁμαρτωλῆς γενεᾶς; Ποῖο ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, δὲν διαπράττουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα; Ποῦ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἀρετὴ τῶν δικῶν μας ἀρχόντων καὶ ἀξιωματούχων, ποὺ ἄδειασαν τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ χρεωκόπησαν τὴν χώρα μας; Μήπως τὰ παραδικαστικὰ κυκλώματα δὲν ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπάρχει καὶ σήμερα διαφθορὰ στὴν δικαιοσύνη; Μήπως οἱ δικές μας "παρθένοι" δὲν εἶναι "ὑπὲρ πόρνας ἀναίσχυντοι"; Μήπως δὲν ντύνονται σὰν τὶς πόρνες; Μήπως δὲν ἀκούομε γιὰ ἐκτρώσεις ἀπὸ 13χρονα καὶ 14χρονα κορίτσια; Μήπως οἱ νέες σήμερα, τὰ δικά μας παιδιά, δὲν διατηροῦν, τὰ περισσότερα, πορνικὲς προγαμιαῖες σχέσεις ἢ δὲν συζοῦν πολλὰ ἔτη πρὸ τοῦ γάμου τους; Μήπως ἡ μοιχεία δὲν ἔχει καταρρίψει ὅλα τὰ προηγούμενα ρεκόρ; Μήπως οἱ σημερινοὶ νέοι, μὲ τὸν πανσεξουαλισμὸ ποὺ ἐπικρατεῖ, δὲν ἔχουν τὸ θλιβερὸ πρωτεῖο στὴν ἀκολασία ὅλων τῶν μ.Χ. ἐποχῶν; Μήπως οἱ σημερινοὶ ἱερεῖς, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, δὲν δείχνουν νὰ ἔχουν λησμονήσει τὸν Θεό; Μήπως πολλοὶ μοναχοὶ δὲν σκανδαλίζουν μὲ τὴν διαγωγή τους; Μήπως καὶ σήμερα δὲν τιμῶνται "οἱ αἰσχρῶς ζῶντες" (βλ. διοργάνωσι ἐκ μέρους κάποιων δημάρχων ἐκδηλώσεων καὶ παρελάσεων ὑπερηφανείας τῶν ὁμοφυλοφίλων!) καὶ ὄχι ὅσοι ζοῦν μὲ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα; Μήπως καὶ σήμερα δὲν κατατρώγουμε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ συκοφαντίες καὶ κατακρίσεις; Πλημμύρισαν τὰ δικαστήρια ἀπὸ μηνύσεις γιὰ ἐξύβρισι καὶ συκοφαντικὴ δυσφήμιση. Μήπως, τέλος, δὲν ἵστανται καὶ σήμερα ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ καὶ φρικτοῦ θυσιαστηρίου ἀνάξιοι τῆς ἱερωσύνης κληρικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐκτὸς ἀπὸ ρασοφόροι καὶ ἐγκολπιοφόροι, εἶναι καὶ "κουσουροφόροι"; Μήπως δὲν εἶναι ἀκόμη νωπὸ τὸ μελάνι ἐπισήμου Συνοδικού ἐγγράφου, μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ζητοῦσαν ἀπὸ τὴν Ἀνεξάρτητη Ἀρχὴ Προσωπικῶν Δεδομένων νὰ θεωρηθῇ ἡ ὁμοφυλοφιλία τῶν κληρικῶν ὡς προσωπικὸ δεδομένο, οὕτως ὥστε νὰ τεθοῦν ὑπὸ ἀσυλία καὶ προστασία ὅσοι κληρικοὶ ἐπέλεξαν ὡς θεάρεστη ὁδὸ σωτηρίας νὰ εἶναι σοδομῖτες καὶ συγχρόνως νὰ κρατοῦν στὰ χέρια τους τὰ ἅγια δισκοπότηρα;


Ἔρχονται χειρότερα δεινά, ἀλλὰ καὶ ἐξιλέωσι
Διαβάσαμε, ἀγαπητοὶ ἀναγνῶστες, γιὰ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο οἱ Βυζαντινοὶ πρόγονοί μας ἀρκετὰ ἤδη ἔτη πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὴν δὲ ἅλωσι ἀκολούθησαν σφαγές, βιασμοί, λεηλασίες καὶ τόσα ἄλλα βάσανα. Πόσοι δὲν ἀλλαξοπίστησαν! Πόσοι δὲν τούρκεψαν! Πόσοι δὲν πωλήθηκαν ὡς σκλάβοι στὰ σκλαβοπάζαρα τῆς Ἀνατολῆς! Διαβάσαμε ἐπίσης καὶ γιὰ τὰ πνευματικὰ αἴτια ὅλων αὐτῶν τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα, ὅπως εἴδαμε, ἰσχύουν καὶ σήμερα, καὶ μάλιστα σὲ μεγαλύτερο βαθμό, οὕτως ὥστε νὰ μὴ μένῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ δική μας γενεὰ εἶναι σαφῶς, σαφέστατα, ἁμαρτωλότερη ἀπὸ ἐκείνη τῶν τελευταίων χρόνων τοῦ Βυζαντίου. Καὶ πρέπει ν' ἀναρωτηθοῦμε: Μὲ τόση ἁμαρτία καὶ ἀσέβεια, ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς ἡμέρες μας, τί μᾶς περιμένει; Μά, θὰ μοῦ εἰπῆτε, δὲν βλέπεις τὴν οἰκονομικὴ κρίσι, τὴν ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας καὶ ὑποδούλωσης στοὺς δανειστές μας, τὶς ἀπολύσεις, τὴν ἀνεργία, τὰ συσσίτια, τὴν ἀνέχεια, τὶς αὐτοκτονίες, τὴν ἐγκληματικότητα; Δὲν εἶναι αὐτὰ δεινά; Πρέπει νὰ ἀναμένουμε περισσότερα;
Φοβοῦμαι, ἀδελφοί μου, ὅτι ἔρχονται καὶ χειρότερα. Γιατί; Διότι δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ κατάστασι γύρω μας· τὸ ἀποδεικνύουν τὰ δελτία εἰδήσεων μὲ τὰ νέα καθημερινῶς περιστατικὰ διαφθορᾶς· τὸ ἀποδεικνύουν ὁ συνωστισμὸς στὰ δικαστήρια καὶ ἡ συμφόρησι στὶς φυλακές· τὸ ἀποδεικνύουν οἱ συνεχιζόμενες ἐκτρώσεις, τὰ διαζύγια, οἱ πορνεῖες, οἱ μοιχεῖες, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις, ἡ ὁμοφυλοφιλία, ὁ γυμνισμὸς καὶ τόσα ἄλλα. Φοβοῦμαι, ἀδελφοί μου, μήπως κάποιος μεγάλος σεισμὸς σείσῃ ἐκ θεμελίων τὴν Ἑλλάδα. Γνωστὸς καθηγητὴς προειδοποιεῖ, ὅτι ἐντὸς τοῦ 2013 εἶναι πολὺ πιθανὸς ἕνας μεγάλος σεισμός, διότι, ὅπως λέγει, ἔχει συσσωρευθῆ μεγάλη ἐνέργεια. Ἔτσι ἐξηγοῦν οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι αὐτὸ τὸ φαινόμενο. Ἐμεῖς, ὅμως, δίχως νὰ ἀρνούμεθα τὴν ἐπιστήμη, ἔχουμε δικά μας κριτήρια, πνευματικά, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ σεισμὸς δὲν θὰ συμβῇ ἐξ αἰτίας τῆς συσσωρευμένης σεισμικῆς ἐνεργείας, ἀλλ' ἐξ αἰτίας τῆς συσσωρεύσεως πολλῶν καὶ μεγάλων ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ μας. Εἴθε νὰ διαψευσθοῦμε.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν σεισμό, ποὺ εἶναι πιθανὸ νὰ συμβῇ, φοβοῦμαι, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ὅτι πλησιάζει καὶ κάποια ἄλλη ἐθνικὴ δοκιμασία. Οἱ ἐχθροί μας πάντοτε διεκδικοῦσαν ἐδάφη μας, ἑλληνικὸ θαλάσσιο καὶ ἐναέριο χῶρο. Τώρα, οἱ ἐνδείξεις γιὰ πλούσια κοιτάσματα ὑδρογονανθράκων στὶς θάλασσές μας σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν οἰκονομικὴ κρίσι, ποὺ βιώνουμε, ἔχουν ἀνοίξει περισσότερο τὴν ὄρεξί τους, καὶ εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ βέβαιο, ὅτι θὰ θελήσουν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὴν ἀδυναμία μας.
Νὰ φοβηθοῦμε; Νὰ πανικοβληθοῦμε; Ὄχι, ἀδελφοί. Ὑπάρχει Θεός, ποὺ κυβερνᾷ τὰ σύμπαντα καὶ κατευθύνει τὴν Ἱστορία. Καὶ ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὰ πλάσματά του καὶ ἰδιαιτέρως ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι τὸν δοξάσαμε ὅσο κανεὶς ἄλλος λαὸς στὸ παρελθόν. Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος. Ἀγαπᾷ τὴν δικαιοσύνη καὶ μισεῖ τὴν ἀδικία. Βλέπει ὁ Θεὸς τὶς ἀδικίες τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καὶ τῶν ἐχθρῶν μας εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους μας. Βλέπει τὶς τοκογλυφίες, τὶς παράνομες διεκδικήσεις, τὶς προκλήσεις, τὶς ἀπειλές. Ὅλα τὰ βλέπει. Καὶ σύντομα θὰ ἐπεμβῇ, καὶ θὰ μᾶς λυτρώσῃ, καὶ θὰ μᾶς σώσῃ. Ἕνα πρᾶγμα ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, τὴν μετάνοιά μας. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, ποὺ ὑφιστάμεθα, "ξεχρεώνουμε γραμμάτια", ἐξοφλοῦμε ἁμαρτίες, ἐξιλεωνόμεθα. Ἡ Ἑλλάδα δὲν ἔχει τελειώσει τὸν προορισμό της ἐπάνω στὴν γῆ. Μὲ τὰ γεγονότα, ποὺ ἔρχονται, μέλλουν νὰ γραφοῦν καὶ ἄλλες λαμπρὲς σελίδες δόξης στὸ βιβλίο τῆς Ἱστορίας. Ἂς μὴ φοβούμεθα τοὺς δανειστές μας. Ἂς παριστάνουν τοὺς τρανοὺς καὶ ἰσχυρούς. "Καὶ ἔσται ὁ δανείζων ὡς ὁ δανειζόμενος", προφητεύει ὁ Ἡσαΐας (24, 2). Ὅπως ἑωρτάσαμε καὶ ἐφέτος τὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου μας, ἔτσι θὰ ἑορτάσουμε συντόμως καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Ἔθνους μας. Εἰς μάτην φύλαττε τὸν τάφον τοῦ Χριστοῦ ἡ κουστωδία. Εἰς μάτην προσπαθοῦν νὰ θάψουν ζωντανὴ καὶ τὴν Πατρίδα μας σήμερα, καὶ νὰ ἁρπάξουν τὸν πλοῦτο της, καὶ νὰ τὴν ἐξοντώσουν, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἐνοχλητικὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ παρουσία της ἐμποδίζει τὴν πραγματοποίησι τῶν σκοτεινῶν σχεδίων τους.



Ἂς μετανοήσουμε λοιπὸν ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, κλῆρος καὶ λαός, καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ θὰ δοξάσῃ καὶ πάλι τὸ μαρτυρικό μας Ἔθνος, τοὺς δὲν φθονεροὺς ἐχθρούς μας θὰ ταπεινώσῃ καὶ θὰ συντρίψῃ ὡς σκεύη κεραμέως.

πηγή   το είδαμε εδώ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ φοβίες τῶν ἀνθρώπων Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ

Ἐνέργειες τοῦ φόβου


 
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅταν γεννιέται, ἔχει μέσα του (κληρονομοῦνται σ᾿ αὐτὸν) ψυχολογικὲς καὶ σωματικὲς ἀδυναμίες· π.χ. ἡ ἀκόρεστη δίψα γιὰ ζωή, ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ φθορὰ τοῦ σώματος, οἱ ποικίλες ἰδιόμορφες καταστάσεις, καχυποψίες γιὰ ἄλλους καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὅλα αὐτὰ τοῦ προκαλοῦν φόβο. Ὁ φόβος δὲν τὸν ἀφήνει νὰ τελειοποιηθεῖ στὴν ἀγάπη.

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦλθε νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ τῆς κολάσεως, (Ἑβρ. β´ 14-15). Δὲν μᾶς ἔφερε πνεῦμα δειλίας, ποὺ προκαλεῖ φόβο, ἀλλὰ πνεῦμα υἱοθεσίας (Ῥωμ. η´ 14-15). Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε.

Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ ἐλευθερώνεται καὶ ὁδηγεῖται στὴν ἀγάπη ποὺ «ἔξω βάλλει τὸν φόβο» (Α´ Ἰω. δ´ 18). Γιὰ νὰ φτάσουμε ὅμως στὴν ἀγάπη, χρειάζεται ἀγώνας καὶ ἄσκηση καὶ φυσικὰ δὲν ζεῖ κάποιος τὴν κατάσταση αὐτὴ διὰ μιᾶς.

Στὰ πρῶτα βήματά του πρὸς τὴν τελείωση, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχει φόβο γιὰ μερικὰ πράγματα, ὅπως π.χ. γιὰ τὴν κόλαση, τὴν ἁμαρτία, τὴν γέενα τοῦ πυρός. Νὰ φοβηθεῖ τὴν ἁμαρτία μήπως τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ καταδικασθεῖ.
 
 
 
Γνῶμες τῶν ἁγίων πατέρων ἐπί τῆς ἀπόψεως αὐτῆς


 
•     Ὁ φόβος ποὺ ἔχουμε νὰ μὴν πέσουμε στὴν ἁμαρτία εἶναι ἀρετή. Ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. (Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος)

•     Ὁ φόβος εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πένθος τῶν ἁμαρτημάτων (Πέτρος ὁ Δαμασκηνός).

•     Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση, κι αὐτὸς ποὺ φοβεῖται τὴν κόλαση, τηρεῖ τὶς ἐντολές. Αὐτὸς πάλι ποὺ τηρεῖ τὶς ἐντολές, ὑπομένει τὶς θλίψεις, κι ὅποιος ὑπομένει τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ (ὅπ.π.).

•     Ἄλλο πρᾶγμα νὰ φοβεῖσαι τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο νὰ ἐφαρμόζεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ (Συμεὼν ὁ ν. Θεολόγος).

•     Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς στὴν πνευματική μας ζωὴ προηγεῖται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κάνει νὰ πενθοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν ὡς καρπός. Ὁ ἔμφυτος φόβος βοηθάει μαζὶ μὲ τὴν πίστη στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν.

•     Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀναγκάζει νὰ πολεμᾶμε τὴν κακία καὶ ἐνῶ τὴν πολεμᾶμε, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴν πολεμεῖ (Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής).

•     Ἡ ρίζα τῆς εὐλάβειάς μας πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὶς δυσκολίες στὴν πνευματική μας πορεία (Ἰω. ὁ Χρυσόστομος).

•     Παράδειγμα χαρακτηριστικὸ ὁ ληστής. Ὅλοι ξέρουμε τί εἶπε στὸν ἐξ εὐωνύμων τοῦ Χριστοῦ κακοῦργο, πού λοιδοροῦσε τὸν Χριστό: «οὐχὶ σὺ ὁ Χριστός; σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῶ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῶ κρίματι εἶ;» (Λουκ. κγ´ 29). Μπροστὰ στὸν Κύριο ὁ εὐγνώμων ληστὴς αἰσθάνθηκε μεγάλο φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ εἶπε τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια· «Ἰησοῦ, μνήσθητί μου ὅταν ἔλθῃς ἐν τὴ βασιλεία σου» (Λουκ. κγ´ 41).
 
 
Πῶς ἐνεργεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο


 
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέγει πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ξυπνάει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐπινοήσεων τοῦ διαβόλου. Ὅπως τὰ Χερουβὶμ ἦσαν ἄγρυπνα μπροστὰ στὴν θύρα τοῦ Παραδείσου, ἔτσι καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγρυπνος φύλακας τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μὴν πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὸν τὸν φόβο χρειάζεται νὰ τὸν διατηρεῖ γιὰ νὰ μὴ βλαβεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρό.
Πράγματι πολλὲς φορὲς συγκρατούμεθα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, διότι μέσα μας ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀναλογιζόμαστε· «πῶς θὰ τὸ κάνω αὐτό; φοβᾶμαι τὸν Θεό, φοβᾶμαι τὴν κόλαση». Ὁ σωτήριος αὐτὸς φόβος μᾶς κάνει νὰ μισοῦμε τὴν ἀδικία, τὴν ὕβρη καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Αὐτός, ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ, ἀπομακρύνει εὔκολα τοὺς λογισμοὺς τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ δὲν αἰχμαλωτίζεται μὲ τίποτε. Δὲν ἔχει περισπασμοὺς στὸ νοῦ του, διότι περιμένει τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἐπιμελεῖται τῶν ἀρετῶν, γιὰ νὰ μὴν καταδικασθεῖ.
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία μήτρα. ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ σπέρμα. κι αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθεῖ, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ ἔχουμε καθαρὴ ἐλεημοσύνη, δηλ. ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κενοδοξία, φιλαργυρία καὶ ἡδονή, πρέπει νὰ προηγηθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ νεκρώσει τὰ πάθη αὐτά.
Ὅποιος θέλει νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό, θὰ ἀρχίσει ἀπὸ τὸν φόβο του. Ἐξαιτίας αὐτοῦ του φόβου προσέχουμε καὶ τὰ λεπτότατα ἁμαρτήματα. Ἕνας ποὺ φοβᾶται τὸν Θεό, λέγει καὶ τὰ πιὸ μικρά του ἁμαρτήματα, διότι ἔχει τὴν ἐντύπωση, πὼς μετὰ θάνατο τὸν περιμένουν πολὺ ἄσχημες καταστάσεις.
Ὅποιος φοβᾶται τὸν Θεό, ἀγαπάει τὴν ἐγκράτεια. Μὲ φόβο πηγαίνει νὰ κοινωνήσει. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», προσκαλεῖ ὁ λειτουργὸς τοὺς πιστούς. Ὁ φοβούμενος τὸν Κύριο, δὲν φοβεῖται τῶν δαιμόνων τὶς ὁρμές, οὔτε τὶς ἀπειλὲς τῶν ἀνθρώπων.
 
 
Ὁ φόβος διακρίνεται σέ δύο εἴδη


 
Οἱ Πατέρες λένε πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο μορφές. Εἶναι ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ὁ φόβος τῶν τελείων.
Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἢ τῶν ἀρχαρίων, ποὺ ὑπάρχει μέσα μας καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πέσουμε στὴν ἁμαρτία ἐξαιτίας τῆς κολάσεως. «Εἰσαγωγικὸς ἐστὶν ὁ ἀπέχων τῆς κακίας». Αὐτός, ποὺ ἔχει αὐτὸν τὸν φόβο φοβᾶται σὰν δοῦλος τὰ κολαστήρια, τὶς τιμωρίες καὶ τὶς καταδίκες.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ τέλειοι, ποὺ ἔχουν καὶ αὐτοὶ φόβο, ἀλλὰ μὲ ἄλλη μορφή. Φοβοῦνται μήπως παραβοῦν κάποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν λυπήσουν. Φοβοῦνται μήπως ὑποστοῦν τροπὴ ἢ ἀλλοίωση στὴν πνευματική τους ζωὴ καὶ πέσουν στὴν ἁμαρτία.
Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξαφανίζεται, ὅταν συγχωρηθοῦν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ δεύτερος, τῶν τελείων, παραμένει συνεχῶς στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἁγιάζει περισσότερο.
Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καταλαβαίνουμε πὼς μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μία εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας τὸ τονίζει αὐτὸ ἐμφατικά. «Ἔνθες ἡμῖν καὶ τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες».
Αὐτὲς τὶς πνευματικὲς καταστάσεις ἂς ἐπιζητοῦμε σταθερά, γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
 
 
 
Οἱ ἀνθρώπινες φοβίες


 
Εἴδαμε διεξοδικὰ τί εἶναι ὁ φόβος καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἐνέργειές του. Ἂς δοῦμε τώρα τὶς ἀνθρώπινες φοβίες.
Φοβία, ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη, δηλ. τὴν ψυχιατρική, ἡ πάθηση ἐκείνη, ὅπου τὸ ἄτομο κατακλύζεται ἀπὸ φόβο, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ αἰτία φόβου.

Λέμε ὅτι κάποιος ἔχει κλειστοφοβία, ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σὲ κλειστοὺς χώρους, π.χ. σὲ ἀνελκυστήρα, ἢ νὰ ταξιδεύσει μὲ ἀεροπλάνο, τρένο κ.λπ., ἐπειδὴ καταλαμβάνεται ἀπὸ μεγάλου βαθμοῦ φόβο. Πλεῖστα πράγματα καὶ καταστάσεις μποροῦν νὰ γίνουν ἀφορμὴ τέτοιας φοβίας. Τὰ συνηθέστερα εἶναι: Πλατεῖες ἢ χῶροι ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι (ἀγοροφοβία), ἡ ἄνοδος σὲ ὑψηλοὺς ὀρόφους κτηρίων (ὑψοφοβία), ζωύφια ἀκίνδυνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως π.χ. μικρὲς ἀράχνες (ἀραχνοφοβία) κατσαρίδες (κατσαριδοφοβίες) κ.λπ.

Ἐπίσης φόβος τῶν μικροβίων (μικροβιοφοβία), γι᾿ αὐτὸ καὶ πλένουν τὰ χέρια καὶ τὰ ἐνδύματα συχνότατα. Ἀκόμη διάφορες ἀρρώστειες, ὅπως π.χ. ὁ καρκίνος (καρκινοφοβία), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσέχουν νὰ μὴν τοὺς ἐγγίσει ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ νόσο αὐτή, ἢ κάποια ἄλλη.

Ὅσοι ἔχουν μία ἀπὸ τὶς φοβίες αὐτές, δὲ σημαίνει πὼς εἶναι ἄτομα δειλὰ καὶ μὲ μειωμένη προσωπικότητα. Ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπιτυχημένοι ἐπαγγελματίες, σωστοὶ ἐπιστήμονες, ἢ ἀκόμη νὰ ἐπιδίδονται καὶ σὲ τολμηρὲς δραστηριότητες, ὅπως π.χ. τὴν ὀρειβασία.
Ἡ κατάσταση τῆς φοβίας ὀφείλεται σὲ κάποια διαταραχὴ τῆς λειτουργίας τοῦ κεντρικοῦ νευρικοῦ συστήματος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ φοβία, δὲν ἔχει ἄλλα ψυχοπαθολογικὰ συμπτώματα, τότε ἡ ὀδυνηρὴ αὐτὴ κατάσταση ὀνομάζεται νευρωτικὴ φοβία καὶ τὸ ἄτομο ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τοῦ παραλόγου τῆς φοβίας του.

Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς προσπάθειές του δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ εὔκολα. Ἀκόμη ἡ φοβία μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ συμπτώματα ψυχοπάθειας, ὅπως π.χ. ἡ μελαγχολία κ.λπ. Ἂς ἀναφέρουμε καὶ δύο παραδείγματα.

Ἕνας γιατρὸς μοῦ ἔλεγε πὼς τὸν ἐπισκεπτόταν συχνὰ κάποιος, ποὺ εἶχε τὴ φοβία τοῦ ἐμφράγματος τῆς καρδιᾶς καὶ γενικώτερα τῆς φοβίας τοῦ θανάτου. Εἶχε καχυποψίες γιὰ τοὺς πάντες καὶ ἔτρεμε στὴν ἰδέα πὼς μπορεῖ νὰ πάθει ἔμφραγμα. Κάθε τόσο πήγαινε στὸν γιατρὸ καὶ ἐξέφραζε τὶς ἀνησυχίες του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ χρόνια συνέβη νὰ πάθει καρκίνο ἥπατος, ἐπειδὴ ἦταν συνειδητὸς χριστιανός, ἀντιμετώπισε τὴν ἀσθένεια μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία καὶ ὑπομονὴ καὶ τὸ καταπληκτικὸ ἦταν, πὼς ἥσυχος περίμενε τὸ θάνατο.
Τὸ ἄλλο παράδειγμα. Καπετάνιος ἐμπορικοῦ πλοίου, ποὺ διέπλεε συχνά τούς ταραγμένους ὠκεανοὺς καὶ ἀντιμετώπιζε μὲ ἐπιτυχία τὶς φοβερὲς φουρτοῦνες τῆς θάλασσας, τὸν ἔπιανε μεγάλη φοβία, ὅταν ἔμπαινε στὸ λιμάνι καὶ ἔβλεπε συνωστισμὸ (μποτιλιάρισμα) πλοίων. Νόμιζε πὼς δὲ θὰ τὰ κατάφερνε νὰ μπεῖ μέσα. Δὲν φοβόταν τὰ ἄγρια κύματα τοῦ ὠκεανοῦ καὶ ἔτρεμε τὸν συνωστισμὸ τοῦ ἀσφαλοῦς λιμανιοῦ.
Ἕνας πνευματικὸς τί μπορεῖ νὰ κάνει στὴν προκειμένη περίπτωση; Φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει κατευθύνσεις ποὺ ἔχουν σχέση μὲ φάρμακα καὶ ἰατρικὲς ἀγωγές. Οἱ παρατηρήσεις τοῦ τύπου, πὼς αὐτὸ ποὺ ἔχει ὁ ἀσθενὴς δὲν εἶναι τίποτε, καὶ ἡ προτροπὴ νὰ μὴν πάει στὸ γιατρό, δὲν ἔχουν καλὰ ἀποτελέσματα.

Ἐὰν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰατρικὴ θεραπεία, θὰ τὸ κρίνει ἕνας καλὸς καὶ δοκιμασμένος γιατρός. Γίνεται πολλὲς φορὲς μὴ πιστευτὸς καὶ μὴ ἔγκυρος ὁ πνευματικὸς ποὺ δίνει τέτοιες συμβουλές. Τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ στὸ ἐξομολογητήριο εἶναι νὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ καταφύγει στὴν βοήθειά του καὶ ἔχει φοβίες, μὲ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ μὲ ἐλπίδα πὼς στὴ δίνη τοῦ προβλήματός του δὲν θὰ εἶναι ἀποῦσα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ ἐμπειρικὴ διαπίστωση τῶν ἁγίων Πατέρων πὼς ὅσο καθαρίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τόσο καὶ ἐξαφανίζονται τὰ πάθη του καὶ οἱ ψυχολογικές του ἀνισότητες. Κάποτε ρώτησαν κάποιον ἀπὸ τοὺς Γεροντάδες τί πνευματικὴ ἐργασία κάνει, κι αὐτὸς ἀπάντησε: «Ἡμεῖς νοῦν τηροῦμεν».

Ἡ τήρηση καὶ ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πολλὲς φοβίες. Ὁ καθαρὸς νοῦς ἡγεμονεύει τῆς κεφαλῆς καὶ ὑποτάσσει ὅλες τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος. Ὁ μέγας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει, πὼς πάνω ἀπὸ τὴ σπουδὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ γνωρίσει «ἄστρων μεγέθη καὶ φύσεων λόγους», δηλ. θὰ λέγαμε σήμερα ἐπιστημονικὲς γνώσεις, προτιμότερο εἶναι «τὸ εἰδέναι τὸν καθ᾿ ἡμᾶς νοῦν τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν καὶ ταύτην ἰάσασθαι ζητεῖν», νὰ μπορέσει ὁ νοῦς νὰ γνωρίσει τὴν ἀσθένειά του καὶ νὰ ζητήσει τὴν ἴασή του.

Ἡ καλλιέργεια τοῦ νοῦ μὲ τὴν ἡσυχία, τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὰ καθαρτικὰ δάκρυα, τὶς ἀκολουθίες, τὴν ἐργασία καὶ μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματικὸ καὶ ἄλλους πατέρες, καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ θὰ φέρει θετικὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ μπορεῖ πιὸ δυναμικὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς βασανιστικὲς φοβίες.

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν καταλάβει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καθαρίζει ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ μάλιστα τὴν πιὸ κύρια δύναμη, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ἔτσι μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ οἱ φοβίες.
Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πρακτικὰ πὼς ἡ ἐργασία τοῦ νοῦ μὲ τὴν συνεχῆ μνήμη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἕνα μέσον γιὰ νὰ ἐλέγξουμε τὶς φοβίες μας. Πίσω ἀπὸ τὰ λόγια της σωτήριας εὐχῆς κρύβεται ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται λέγοντας «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔρχεται σὲ ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ζωοποιεῖται. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Ἰησοῦ καὶ ἔτσι ἐγκαταλείπονται οἱ φοβίες. Ἔχω ὑπόψη κάποιον, ποὺ εἶχε διάφορες φοβίες, ποὺ τὸν ἐμπόδιζαν νὰ κοιμηθεῖ, καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ λέγει τὴν εὐχὴ καὶ νὰ ἐνεργεῖ μέσα του, πολλὲς ἀπὸ τὶς δύσκολες αὐτὲς καταστάσεις ἐξαφανίσθηκαν.
Ἐπίσης εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ εὐαίσθητοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν πάρα πολὺ ἀπὸ τὶς φοβίες. Ὁ μακάριος Γέροντας π. Παΐσιος ἔλεγε πὼς ὁ πονηρὸς βρίσκει διάφορες εὐκαιρίες καὶ τοὺς εὐαίσθητους τοὺς κάνει πιὸ εὐαίσθητους καὶ τοὺς ἀναίσθητους πιὸ ἀναίσθητους. Οἱ εὐαίσθητοι περνοῦν πολλὲς φορὲς μαρτυρικὲς μέρες ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς φοβίας. Διάφορα γεγονότα τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ καὶ ἐγγενεῖς ψυχολογικὲς καταστάσεις κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑποφέρει πολύ. Τότε χρειάζεται τὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ, νὰ συζητήσει μαζί του, νὰ ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια του, νὰ νοιώσει τὴ θεία παρηγοριά. Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἀνιδιοτελῶς, εἶναι εὐεργετική.
 
Θὰ θέλαμε νὰ θίξουμε κι ἕνα ἄλλο σημεῖο. Ἡ θεραπεία τῆς φοβίας ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνθυμοῦμαι τὰ λόγια ἑνὸς Γέροντα τοῦ Ἁγίου Ὅρους σὲ κάποιον, ποὺ εἶχε βασανιστικὲς φοβίες. Ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ φοβόταν νὰ περπατήσει τὴ νύχτα ἢ νὰ περάσει ἀπὸ τοὺς χώρους τῶν κοιμητηρίων, νὰ κοιμηθεῖ μόνος του στὸ δωμάτιο κ.ἄ. Ὁ θεοφώτιστος, λοιπόν, ἐκεῖνος Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ παθαίνεις ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό σου καὶ ἐπειδὴ δὲν κοινωνεῖς συχνά». Ἡ ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ζωοποιὸς χάρη τῶν μυστηρίων ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ θεραπεύσουν τὴ φοβία.
Δὲν ἀρκεῖ μόνο τὰ φάρμακα τοῦ ἰατροῦ, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ δύναμη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, εἴτε ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἀπὸ τὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις μὲ τὸ Θεό. Ὅπου χρειάζεται νὰ συνδυάσουμε καὶ τὰ δύο, θὰ τὸ κάνουμε. Ἐὰν οἱ φοβίες ἔχουν τὶς ῥίζες τους σὲ καθαρὰ πνευματικὰ αἴτια (ὅπως π.χ. σὲ ἁμαρτίες), θὰ καταφύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἕνα ὡραιότατο τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας μας κάνει ἔκκληση στὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ νὰ τὴν μεταποιήσει σὲ χαρά: «Τὰ λυπηρὰ τοῦ σοῦ δούλου, τοῦ παρόντος κινδύνου, τὴν ζάλην τὴν πολλὴν καὶ χαλεπήν, μεταποίησον νῦν, Δέσποτα, καὶ μετάτρεψον τούτου, τὸ πένθος εἰς χαρὰν διηνεκῆ· ἵνα πίστει καὶ πόθῳ, ἀπαύστως μεγαλύνῃ σε» (Παράκλησις ἐπὶ ἀσθένειαν).
Ἂς δώσει ὁ Θεὸς τὴ λύση αὐτὴ σὲ ὅλους ὅσους ἔχουν προβλήματα καὶ θλίψεις.

Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος



Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν Θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια” καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.


 



Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ” ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Δέν φθάνουμε στό ἄπειρο προσθέτοντας ἀριθμούς! π.Δημήτριος Στανιλοάε




Στό λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού διαβάζουμε τή νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, ἀκοῦμε: «Μηδείς θρηνήτω πτωχείαν, ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος».

Ὅπως, λοιπόν, πρίν ἀπό τήν Ἀνάσταση ἡ ζωή ὅλων εἶχε ἕνα ἀνολοκλήρωτο νόημα, ἔτσι τώρα ἡ Ἀνάσταση γεμίζει τούς πάντες καί τά πάντα μέ φῶς καί χαρά, γιατί, ὅταν ἕνα μόνο μέρος τοῦ κόσμου ἀποκτᾶ τό πλῆρες νόημά του, αὐτό τό πλῆρες νόημα ἐκπέμπεται στά πάντα.

Μέ τήν Ἀνάσταση μιᾶς μονάχα ὕπαρξης -τοῦ ἀνθρώπου Χριστοῦ- ὁ χρόνος, πού ξετυλίγεται μέσα στά σκοτάδια τῆς ἐπανάληψης τῆς σύνθεσης καί τῆς χωρίς νόημα ἀποσύνθεσης, ἔγινε χρόνος, πού ὁδεύει πρός τήν ἀνάσταση καί τήν αἰώνια ζωή• τό φῶς πού ἔφερε στήν ἀνθρωπότητα ὁ Χριστός δείχνει τό στόχο, πρός τόν ὁποῖο ὁ χρόνος ὁδηγεῖ ὅλα ὅσα ζοῦν μέσα στό χρόνο. Ὁλόκληρος ὁ χρόνος κι ὁλόκληρος ὁ κόσμος δέν φαντάζουν πιά σάν ἀδιάκοπη ροή ἀνάμεσα στίς γεννήσεις καί στούς θανάτους, ἀλλά σάν μιὰ πραγματικότητα φωτισμένη ἀπό νόημα, σάν μιὰ ὁδός πρός τήν ἀνακεφαλαίωση τῶν πάντων μέσα στήν Ἀνάσταση καί τήν αἰώνια καί πλήρη ζωή, σάν παραμονές τῆς μεγάλης δίχως τέλος γιορτῆς.

Ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου, τῆς χρονιᾶς ὁλόκληρης ἀποτελοῦν γιορτές ἤ σταθμούς μιᾶς πορείας πού φέρνει προοδευτικά στή μεγάλη γιορτή, τήν τελική καί αἰώνια. Τό φῶς τῆς αἰώνιας γιορτῆς ρίχνει τίς ἀκτίνες του σ’ ὅλες τίς μέρες. Ἤ μ’ ἄλλα λόγια, ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου ἀποτελοῦν προεόρτια, πού μᾶς προετοιμάζουν προοδευτικά γιά τήν ἔσχατη Κυριακή, γιά τήν αἰώνια ζωή μέσα στό φῶς, πού ἀποκαλύφθηκε μέ τήν Ἀνάσταση, ἔτσι ὅπως οἱ μέρες τῆς ἑβδομάδας, οἱ μέρες οἱ ἀφιερωμένες στούς ἁγίους, ἀποτελοῦν προπαρασκευαστικές γιορτές γιά τή συνάντηση μέ τό Χριστό, πού συμβολίζει καί προεικονίζει ἡ Κυριακή ἡμέρα.

Ἔτσι, ὅπως ἡ χαρά τῆς Ἀνάστασης ξεπερνᾶ κάθε χαρά καί σκεπάζει κάθε λύπη, τό φῶς της ξεπερνᾶ ὅλα τά φῶτα, πού γεννᾶ ἡ σκέψη καί ἡ φυσική φαντασία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ὅλες οἱ φιλοσοφικές ἐξηγήσεις γιά τήν ὕπαρξη καί ὅλες οἱ ὀμορφιές, πού ἀνακαλύπτει μέσα της ἡ καλλιτεχνική φαντασία. Μά ξεπερνᾶ ἀκόμη καί τά ἀτελῆ φῶτα τῆς Ἀποκάλυψης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στή Παλαιά Διαθήκη μία πύρινη στήλη ὁδηγοῦσε ἀπό τήν ἐπίγεια σκλαβιά σέ μία ἐπίγεια ἐξωτερική ἐλευθερία καί ὁ Μωϋσῆς γνωστοποιοῦσε τίς βουλές τοῦ Θεοῦ, πού ἔμενε κρυμμένος μέσα στό γνόφο. Μέ τήν Ἀνάσταση ὁ ἴδιος ὁ Ἥλιος τῆς ὕπαρξης φανερώθηκε ὁλόλαμπρος καί φώτισε ἄπλετα τή δημιουργία ὁλόκληρη, ὁδηγώντας ἤδη ἀπό τούτη τήν ἐπίγεια ζωή στό ξεπέρασμά της, στήν πληρότητα τῆς ζωῆς. «Ἀντί στύλου πυρός, δικαιοσύνης ἀνέτειλεν Ἥλιος• ἀντί Μωϋσέως Χριστός, ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Θεοτοκίον Κυριακῆς του Πάσχα).

Ἔχει λεχθεῖ σωστά πώς ἡ Καλή Ἀγγελία, τό Εὐαγγέλιο τῶν χριστιανῶν, συμπυκνώνεται στό ἄγγελμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὡς τό θεμέλιο τῆς βεβαιότητας ὅτι καί ἐμεῖς θά ἀναστηθοῦμε. Καί μόνο αὐτό νά εἶχε φέρει στόν κόσμο ὁ χριστιανισμός, θά εἶχε προσφέρει ἄπειρα περισσότερα, ἀπ’ ὅλα ὅσα πρόσφεραν στό κόσμο ὅλες οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες σ’ ὅλες τίς ἐποχές. Γι’ αὐτό οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν σάν ἀποστολή τους τή μαρτυρία γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 1,22). Ἀναμφίβολα αὐτό τό ἄγγελμα ὑπῆρξε τό κατ’ ἐξοχήν «καλό» ἄγγελμα. Ὄχι γιατί ἀναγγελλόταν ἡ ἀνάσταση ἑνός κοινοῦ ἀνθρώπου, γιατί δέν θά μποροῦσε νὰ θεμελιωθεῖ ἡ ἐλπίδα ὅλων στό γεγονός τῆς ἀνάστασης ἑνός κοινοῦ ἀνθρώπου. Μία τέτοια ἀνάσταση δέν θά ἦταν μιὰ ἀνάσταση γιά πάντα μέσα στήν πληρότητα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς στήν κατάσταση τοῦ παρόντος, ἤ σέ μιὰ κάπως διαφορετική κατάσταση, ἀλλά ὁπωσδήποτε σχετική. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε τό κατ’ ἐξοχήν καλό Ἄγγελμα, γιατί ἦταν ἡ ἀνάσταση Ἐκείνου πού, ὄντας ἄνθρωπος, ἦταν καί Θεός καί ὡς Θεός μπορεῖ νά μᾶς κάνει μετόχους στήν ἀνάστασή Του. Γιατί ἡ δική μας μελλοντική ἀνάσταση, θεμελιωμένη πάνω στή δική Του, θά εἶναι μετοχή στήν ἀνθρώπινη ζωή Του, ὑψωμένη ὡς τή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως στόν ὕψιστο καί ἀπόλυτο βαθμό της.

Οἱ Ἀπόστολοι, μαρτυρώντας τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, μαρτυροῦσαν τήν ἀνάσταση τοῦ Θεοῦ πού ἐνανθρώπησε, γιατί μαρτυροῦσαν ὅλα τά σημεῖα καί τούς λόγους, μέ τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Χριστός φανέρωσε τή θεότητά Του, στή διάστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ἀφοῦ ἔζησαν κοντά Του «ἐν παντί χρόνῳ ἐν ᾧ εἰσῆλθε καί ἐξῆλθε ἐφ’ ἡμᾶς» (Πράξεις 1,21). Μονάχα αὐτή ἡ ἀνάσταση μποροῦσε νά εἶναι ἡ ἀνάσταση μέσα στήν πληρότητα τῆς ζωῆς καί μονάχα αὐτή θεμελιώνει ἤ ταυτίζεται μέ τή χαρά πού πληροῖ τά πάντα.

Οἱ γυναῖκες φεύγουν ἀπ’ τό μνῆμα ὄχι μόνο γεμάτες χαρά, ἀλλά καί τρέμοντας ἀπό φόβο. Γιατί ἡ χαρά τους συνέχεται ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου, ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι μέσα στήν κατάσταση τῆς ὕπαρξής μας, ξεπηδάει μία ἐντελῶς διαφορετική κατάσταση. Ἡ χαρά τους δέν εἶναι μιὰ συνηθισμένη χαρά, μιὰ χαρά πού ἀφήνει τόν ἄνθρωπο μέσα στά ὅρια τῆς συνηθισμένης ζωῆς του. Ὁ Χάιντεγγερ κάνει διάκριση ἀνάμεσα στό «φόβο» (furcht) γιά κάτι πού ἀνήκει στόν κόσμο, καί στόν τρόμο (angst) μπροστά στή θάνατο πού θέτει τέρμα στήν ὕπαρξή μας, μέσα στό κόσμο. Ἡ χαρά πού ἔνιωσαν οἱ γυναῖκες στό ἄγγελμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνάμεικτη μ’ ἕνα τέτοιο τρόμο, πού τίς ἔθετε μπροστά σέ μία κατάσταση τῆς ὕπαρξης πέρα ἀπό τά ὅρια τοῦ κόσμου. Ἀλλά αὐτός ὁ τρόμος δέν τίς συνέθλιψε, γιατί δέν προερχόταν ἀπό ἕνα αἴσθημα κενοῦ, χάους, ἀλλά ἦταν τρόμος μέσ’ στή χαρά, γιατί τόν προξενοῦσε ἡ αἴσθηση πώς μιὰ ἄλλη ὕπαρξη ἀναβλύζει, πού ἡ πληρότητά της ξεπερνᾶ τή συνηθισμένη ὕπαρξη. «Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς νέας ἄφθαρτης ζωῆς» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία τή Μεγάλη Πέμπτη.

Ἀλλά ἡ ὕπαρξη στήν πληρότητά της δέν κλείνει μέσα της μόνο μιὰ πληρότητα χαρᾶς, ἀλλά καί μιὰ πληρότητα φωτός. Μιὰ ὕπαρξη πού ἔχει ὅρια, περιορίζει τή γνώση τοῦ νοήματός της. Ἐξάλλου, ἕνας τρόπος ὕπαρξης περιορισμένος, δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τά ὅριά του, προοδεύοντας σταδιακά• δέν μπορεῖ ἑπομένως νά φθάσει οὔτε στή γνώση τοῦ πλήρους νοήματός της, οὔτε στό πλῆρες φῶς μέ μιὰ τέτοια πρόοδο. Δέν φθάνει κανείς στό ἄπειρο προσθέτοντας ἀριθμούς. Δέν μποροῦμε νά φθάσουμε τήν πληρότητα ζωῆς καί ἑπομένως τήν πληρότητα χαρᾶς καί φωτός, παρά μόνο μ’ ἕνα ἅλμα, πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά τό πραγματοποιήσουμε ἀλλά πού τό πραγματοποιεῖ ὁ Θεός, πού κάνει τήν ὕπαρξή μας νά μετέχει διά τῆς χάριτος στή ζωή Του.

Στην Αλαμάνα με μπροστάρη τον Αθανάσιο Διάκο

23 Απριλίου 1821… Οι ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις υπό τους Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Διάκο αντιμετωπίζουν στη γέφυρα της Αλαμάνας (περιοχή Θερμοπυλών) τις υπέρτερες οθωμανικές ορδές του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ και ηττώνται.


.tt/


Μία από τις πρώτες μάχες του Εθνικού Ξεσηκωμού, που δόθηκε στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας (Σπερχειού), πλησίον των Θερμοπυλών, στις 23 Απριλίου 1821 και συνδέθηκε με την ηρωική προσπάθεια του Αθανασίου Διάκου να αναχαιτίσει τις Οθωμανικές ορδές του Κιοσέ Μεχμέτ και του Ομέρ Βρυώνη.


Στις αρχές Απριλίου του 1821 η Ανατολική Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα) βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό, όπως και η Δυτική Ρούμελη και ο Μοριάς (Πελοπόννησος). Ο Αθανάσιος Διάκος, που πρωτοστάστησε στην κήρυξη της επανάστασης στην περιοχή αυτή της Ελλάδας, είχε καταλάβει τη Λιβαδειά, τη Θήβα και την Αταλάντη, όχι όμως και το διοικητικό κέντρο της περιοχής, το Ζητούνι (σημερινή Λαμία), καθώς ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης θεωρούσε πρόωρη την έκρηξη της Επανάστασης και δεν συμμετείχε στον Αγώνα.


.tt/


Τα κακά μαντάτα δεν άργησαν να φθάσουν στον διοικητή της Πελοποννήσου (Μόρα-Βαλεσί) Χουρσίτ Πασά, ο οποίος βρισκόταν στην Ήπειρο, επικεφαλής στρατευμάτων για να τιμωρήσει τον Αλή Πασά, που έδειχνε τάσεις αυτονομίας από τον Σουλτάνο. Ο Χουρσίτ διέταξε τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση στη Ρούμελη και στη συνέχεια να προχωρήσουν από δύο κατευθύνσεις προς την Πελοπόννησο, για την άρση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.


Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου 1821) και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού ποταμού (Αλαμάνας), διαμοιράζοντας τους 1500 άνδρες που διαθέτουν, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.


Το εναλλακτικό σχέδιο του Γιάννη Δυοβουνιώτη για την από κοινού αντιμετώπιση των Τούρκων στον Γοργοπόταμο απορρίπτεται. Έτσι, ο Πανουργιάς Πανουργιάς με 600 άνδρες οχυρώνεται στα υψώματα της Χαλκωμάτας, ο Δυοβουνιώτης καταλαμβάνει τη χαράδρα του Γοργοποτάμου με 400 άνδρες και ο Διάκος με 500 άνδρες θα αντιμετώπιζε τον εχθρό στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας (Σπερχειού), πλησίον των Θερμοπυλών.


Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα και στα τρία σώματα των επαναστατών. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης υποχρεώνονται να υποχωρήσουν, προ των υπέρτερων δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, με συνέπεια ο κύριος όγκος των Οθωμανών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ να επιπέσει επί του Διάκου στην Αλαμάνα. Ο Διάκος αρνείται να φύγει και να σωθεί, όπως τον προέτρεψαν οι συμπολεμιστές του και ως άλλος Λεωνίδας με μόνο 48 άνδρες μένει και πολεμά μέχρις εσχάτων. Κατά τη διάρκεια της μάχης το σπαθί του σπάει κι ένα εχθρικό βόλι τον τραυματίζει στον δεξιό ώμο, στο οποίο κρατούσε το πιστόλι. Πέντε Τουρκαλβανοί ορμούν στο χαράκωμά του και τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο.


Ο επίλογος της μάχης γράφτηκε την επομένη ημέρα. Ο Διάκος μεταφέρθηκε στη Λαμία σιδηροδέσμιος, με ανοιχτές και αιμάσσουσες τις πληγές του και τιμωρήθηκε παραδειγματικά δια ανασκολοπισμού. Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου ατσάλωσε τους επαναστάτες, παρά την ήττα και την καταστροφή στην Αλαμάνα. Οι δύο πασάδες, παρά τη νίκη τους επί του πεδίου της μάχης, δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς τους στόχους. Η καθυστέρηση στην Αλαμάνα έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στον Οδυσσέα Ανδρούτσο να οργανώσει την αντίσταση στο χάνι της Γραβιάς και να εκδικηθεί τη θυσία του Διάκου και των συμπολεμιστών του.


Η μάχη της Αλαμάνας (Θερμοπυλών) (23 Απριλίου 1821)


Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος. Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στα στενά των Θερμοπυλών όπου οι Τούρκοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν το ιππικό τους και την αριθμητική τους υπεροχή. Μετά από σύσκεψη στο χωριό Κομποτάδες, στις 20 Απριλίου 1821, η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς το Μουσταφάμπεη με 500 άνδρες, και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες.


Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι αιφνιδιαστικά το πρωί της 23ης Απριλίου, χωρίς να επιτρέψουν στους Έλληνες να οργανωθούν. Η κύρια τούρκικη δύναμη υπό τον ικανότατο στρατηγό Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στον Διάκο. Ένα άλλο τμήμα Τούρκων υπό τον Χασάν Τομαρίτσα επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση λόγω της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, ενώ έτερη δύναμη επιτέθηκε με σφοδρότητα στις θέσεις του Πανουργιά, οι άντρες του οποίου έδωσαν σκληρή μάχη αλλά υποχώρησαν όταν τραυματίστηκε σοβαρά ο αρχηγός τους που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Στην μάχη αυτή βρήκε ηρωικό θάνατο ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαίας, καθώς και ο αδερφός του. Μετά τις δύο αυτές πολύ σημαντικές νίκες που απογύμνωσαν τα άκρα της Ελληνικής αμυντικής διάταξης, ο Ομέρ Βρυώνης συγκέντρωσε όλη την επιθετική του ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας.


Ο Διάκος είχε τάξει 200 άνδρες υπό τους οπλαρχηγούς Μπακογιάννη και Καλύβα πάνω στη γέφυρα της Αλαμάνας, ενώ ο ίδιος με 300 άνδρες κατείχε την θέση Ποριά από όπου με αντεπιθέσεις ανακούφιζε τους συμπολεμιστές του στη γέφυρα. Όταν όμως οι δυνάμεις του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη κατέρρευσαν οι Τούρκοι ξεκίνησαν να σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τους αμυνόμενους. Ενώ η κατάσταση γινόταν κρισιμότερη σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, πρότειναν στον Διάκο να διαφύγει, ενώ ο ψυχογιός του, του έφερε το άλογο του προτρέποντας τον να σωθεί όσο ήταν καιρός. Αυτός όμως απάντησε «ο Διάκος δεν φεύγει» και δεν εγκατέλειψε την θέση του.


Η άνιση μάχη συνεχίζεται κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις που δέχεται. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στην εκ φύσεως οχυρή θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί για μια ώρα περίπου.

Τα πυρομαχικά όμως είναι περιορισμένα, ο ένας μετά τον άλλο οι περισσότεροι σύντροφοί του σκοτώνονται και ο ίδιος ο Διάκος συλλαμβάνεται ζωντανός. και οδηγείται ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη.


Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί, ενώ αρκετοί ήταν και οι τραυματίες.

πηγή

Πότε πρέπει να είμαστε όρθιοι κατά την Θεία Λειτουργία;

  Κάθε Ορθόδοξη Χριστιανική Οικογένεια, και γενικότερα κάθε πιστός, πρέπει να εκκλησιάζεται και να συμμετέχει ενσυνείδητα, και όχι τυπολατρικά, στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Κάποτε, οι Χριστιανοί ρώτησαν τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: Πότε καταλαβαίνουμε ότι η ψυχή είναι άρρωστη; Εκείνος απάντησε: Όταν ο άνθρωπος δεν θέλει να εκκλησιάζεται. Είναι δηλαδή σαν να έχουμε δικά μας αγαπημένα πρόσωπα που τα αγαπάμε και μας αγαπούν, και όταν τα βλέπουμε στο δρόμο, ούτε τα χαιρετούμε αλλά και ούτε πάμε σπίτι τους να τα επισκεφθούμε. Τι είδους αγάπη είναι αυτή;




 Στις Εκκλησίες μας, η Κυριακάτικη Λατρεία αρχίζει με τον Όρθρο, ο οποίος διαρκεί 1:20 ώρα περίπου. Αμέσως μετά ξεκινά η Θεία Λειτουργία με την εκφώνηση του Ιερέα “Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν”. Την στιγμή αυτή όλοι οι πιστοί πρέπει να είναι όρθιοι. Μετά μπορούμε αν θέλουμε να καθίσουμε. Καλό θα ήταν αν δεν ξέρουμε πότε να σηκωνόμαστε και πότε να καθόμαστε, να παρακολουθούμε τους συμπροσευχούμενούς αδελφούς μας.
Σε συντομία, πρέπει να είμαστε όρθιοι στα εξής σημεία του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας:
- Όταν διαβάζεται ο Εξάψαλμος
– Όταν ο Ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο του Όρθρου και εν συνεχεία βγαίνει να το προσκυνήσουμε
- Στον ύμνο της Παναγίας “Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ…”
- Κατά τη Δοξολογία
- Στο “Ευλογημένη η Βασιλεία”…
– Κατά τη Μικρή Είσοδο του Ευαγγελίου από τον Ιερέα
- Κατά το Ευαγγέλιο
- Κατά την Μεγάλη Είσοδο στην οποία ο Ιερέας μεταφέρει τα Τίμια Δώρα
- Κάθε φορά που ο Ιερέας δίνει την ειρήνη του Χριστού και την ευλογία με το “Ειρήνη πάσι” ή μας θυμιατίζει
- Κατά την πιο λεπτή στιγμή της Θείας Λειτουργίας που κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα για να καθαγιάσει τα Τίμια Δώρα, προσφωνώντας εκ του ιερέως “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν…”
- Όταν ακούμε από τον Ιερέα το “Πρόσχωμεν. Τα Άγια τοις αγίοις” όπου υψώνεται ο Αμνός (Χριστός)
- Κατά την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως “Πιστεύω…”
- Κατά την απαγγελία της Κυριακής Προσευχής “Πάτερ ημών..”
- Στο “Μετά φόβου Θεού, πίστεως, και αγάπης προσέλθετε” διότι τούτη την στιγμή προσφέρεται το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να μεταλάβουμε, και - Στην Απόλυση της Θείας Λειτουργίας που κάνει ο Ιερέας με το “Δι’ευχών των Αγίων Πατέρων ημών..”.

πηγή

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς, νικητής του θανάτου

Για μιαν ακόμη χρονιά βιώνουμε το Μυστήριο της απέραντης αγάπης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού προς τον άνθρωπο. Για τη σωτηρία του πλάσματός Του ο «αχώρητος παντί εχωρήθη εν γαστρί» και στη συνέχεια εδέχθη τον φθόνο, την απιστία, τη συκοφαντία, τα ραπίσματα, τους κολαφισμούς, τις ειρωνίες, την άδικη καταδίκη και τον σταυρικό θάνατο. Οι εχθροί του πίστεψαν πως με την ταφόπλακα τέλειωσαν με τον ενοχλητικό. Όμως ο Χριστός, Υιός και Λόγος του Θεού, που τόσο ταπεινώθηκε για τη σωτηρία μας, νίκησε τον θάνατο, τον κατήργησε και βασιλεύει στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, ο όχλος και οι Πιλάτοι δεν έπαυσαν ποτέ να υπάρχουν. Είναι όσοι ζουν μέσα στον εγωκεντρισμό τους, όσοι είναι αιχμάλωτοι της ηδονής και όσοι είναι εγκλωβισμένοι στη θνησιμαία λογική τους και δεν αφήνουν στον εαυτό τους χρόνο να βιώσει το μήνυμα του Χριστού. Όλοι αυτοί είτε είναι απέναντι στον Θεάνθρωπο και δεν πιστεύουν στη θεότητά του, είτε είναι αγνωστικιστές και «νίπτουν τας χείρας των» ενώπιον του υπαρξιακού προβλήματος.



Κάνει εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια συστηματικά τη Μεγάλη Εβδομάδα παρουσιάζονται διάφορα θέματα, υβριστικά και συκοφαντικά για τον Θεάνθρωπο Ιησού. Όλα επιδιώκουν να τον παρουσιάσουν ως ένα κοινό άνθρωπο. Να θυμηθούμε τις μυθιστορίες του Νταν Μπράουν, τα παραμύθια περί της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, τα απόκρυφα ευαγγέλια του Θωμά και άλλων αποστόλων, τις πλάκες που βρίσκονται εδώ κι εκεί. Και η φετινή χρονιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Βρέθηκε λέει χειρόγραφο του 6ου αιώνα, που παρουσιάζει τον Θεάνθρωπο με γυναίκα και παιδιά... Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Δεν μπορεί όλες οι επιθέσεις σε βάρος του Χριστού να συμβαίνουν κάθε χρόνο τις ημέρες του Πάσχα. Φέτος τη μόδα των αμερικανών και των συμπολιτών μας Ευρωπαίων αρνητών και υβριστών του Χριστού  ακολούθησε στην Ελλάδα ο 79χρονος επικοινωνιολόγος, ο οποίος προκαλεί θόρυβο γύρω από τον εαυτό του, βάλλοντας κατά του Ιησού και της Εκκλησίας Του, καθώς είναι υποψήφιος για τις Ευρωεκλογές. Είναι και αυτό σημείο των καιρών, να υπάρχουν σήμερα υποψήφιοι, που να διακηρύσσουν την ομοφυλοφιλία τους, ή την αθεΐα τους, πιστεύοντας ότι έτσι αποκομίζουν ψήφους. 

Οι αρνητές του Χριστού δεν καταλαβαίνουν αυτό που τονίζει ο Γιώργος Σαραντάρης,  πως «όποιος δεν κατέχει πίστη είναι σαν να μην κατέχει τίποτε». Ο σημαντικός ποιητής και στοχαστής σημειώνει πως «δεν έχουν  νικήσει το θάνατο εκείνοι που τον λησμόνησαν» και πως μόνο όποιος με την πίστη στον Θεάνθρωπο Χριστό και στην Ανάστασή Του νικήσει το φόβο του θανάτου μπορεί να διδάξει στους άλλους (σ’ ένα άτομο ή σ’ ένα λαό) τη λύση δευτερευόντων προβλημάτων, όπως είναι λ.χ. το λεγόμενο σεξουαλικό ή το οικονομικό πρόβλημα! Φτάνει να υφίστανται αυτιά που ν’ ακούνε». Και προσθέτει ο Γ. Σαραντάρης: « Εκείνοι που ανάγουν το σεξουαλικό ή το οικονομικό πρόβλημα σε προβλήματα συνολικά, μπορούν να χαμογελάσουν. Δεν μιλάω σ’ αυτούς, εφ’ όσον δυστυχώς συναντούν ψυχολογικά εμπόδια να πιστεύουν, εφ’ όσον ένας ψευδοπολιτισμός κατάστρεψε τη διανοητική τους υγεία κ’ εστείρεψε  τις πηγές του αισθήματός τους».  Και ο ψευδοπολιτισμός αυτός προέρχεται από την Ευρώπη της οποίας, όπως πάλι γράφει ο Γ. Σαραντάρης, «η φιλοσοφία της είναι φτωχή και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα, ακριβώς γιατί σα φιλοσοφία δεν νίκησε το φόβο του θανάτου».

Η άποψη που εκφράζεται από τους αρνητές της Θεότητας του Ιησού Χριστού είναι διαστροφή τη πραγματικότητας, υποβάθμιση της ύπαρξης, στρουθοκαμηλισμός ως προς τον θάνατο και έκφραση της υλιστικής σκέψης της Δύσης, της οποίας οι θεμελιωτές, Μοντεσκιέ, Γίββωνας και άλλοι «σύμφρονές τους», όπως γράφει ο Σπ. Ζαμπέλιος στις «Βυζαντινές Μελέτες» του, «ευρίσκουσιν παρ’ ημίν  - Σημ. στους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς - θάνατον αντί ζωής, ευρίσκουσι βασιλείαν τυφλής Ανάγκης, αντί νόμων προόδου και θείας συνεργίας. Τί παράδοξον; Η Ελληνική Αναγέννησις, θυγάτηρ Ορθοδόξου πίστεως, δεν επεφάνη εις αιώνα σεσοφισμένης απιστίας και πυρρωνισμού. Ανέτειλεν εις ημέρας αποκαταστάσεως, ευσεβείας επιστημονικής... Η συγγραφή του Γίββωνος, εκ του οποίου σήμερον η Ευρώπη αντλεί τας περί μεσαιώνος γνώσεις και κρίσεις όζει γαιώδες τι και νεκριμαίον και επιτύμβιον, αναμιμνήσκον την πένθιμον Μούσαν του Τακίτου».

Η διαστροφή της πραγματικότητας και η απολυτοποίηση αυτής της διαστροφής είναι ο λόγος που με τη βία και από τον 11ο αιώνα και μετά οι Παπικοί και οι Δυτικοί γενικώς επιδιώκουν με κάθε μέσο να μας «εκπολιτίσουν», βρίσκοντας κάποιους γραικύλους για βοηθούς. Όμως προς κέντρα λακτίζουν. Ο θριαμβευτής του θανάτου και ζωοδότης Χριστός είναι κυρίαρχος της Ιστορίας, ενώ οι αρνητές Του είτε χάνονται στη λήθη με το θάνατό τους, είτε παραμένουν ως θλιβερά στίγματα στην Ιστορία και παραδείγματα προς αποφυγήν.