Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Κυριακή Ε΄ Λουκά -“Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος”

 
“Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος” [Λουκ. Ιστ’ 19-31]
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου,δασκάλου
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Στην εποχή του Ιησού, οι άνθρωποι πίστευαν πως ο πλούτος είναι επιβράβευση από το Θεό για την ευσεβή ζωή τους, ενώ η φτώχεια θεωρείτο θεία τιμωρία. Για τους ενδεείς και ταλαίπωρους έλεγαν ότι δεν ήσαν σωστοί απέναντι στο Θεό. Μια τέτοια εσφαλμένη άποψη έρχεται να απορρίψει ο Κύριος, λέγοντας την συγκεκριμένη παραβολή. Το μήνυμα ακόμη που θέλει να διδάξει ο Ιησούς στο λαό είναι η ανάγκη της διαρκούς φιλανθρωπίας και να δείξει πως ο Θεός δεν έχει συμπάθειες και αντιπάθειες ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά ότι όποιος ζει με αγάπη, ταπείνωση και μετάνοια είναι αρεστός στα μάτια Του, άσχετα από την οικονομική και κοινωνική του θέση.

ΠΛΟΥΤΟΣ ΟΛΕΤΗΡΑΣ: «Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον”. Γράφει σχετικά ο Όσιος Αστέριος Αμασείας: “Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας1 το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία”. Ο πλούσιος της σημερινής Παραβολής φορούσε αρχοντικά ενδύματα και διασκέδαζε συχνά με πλούσια συμπόσια. Ούτε που νοιαζόταν καθώς έβλεπε στην εξώπορτά του εκείνον τον φτωχό Λάζαρο παραπεταμένο και γεμάτο πληγές, που ήθελε να χορτάσει από των “ψιχίων των πιπτόντων” από το τραπέζι του πλουσίου.
Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, καθώς ήταν σχεδόν γυμνός, έρχονταν οι σκύλοι κι έγλυφαν τις πληγές του. Όμως ο Λάζαρος δεν έβγαζε από το στόμα του παράπονο εναντίον του πλουσίου ή του Θεού. Αντίθετα, πόσο ανάλγητος ήταν ο πλούσιος! Ο πλούτος τον έκανε δούλο στη σάρκα, αδιάφορο για κάθε φτωχό γύρω του. Η πολυτέλεια τον οδήγησε στην αλαζονεία, τη γαστριμαργία, την ασπλαχνία. Η αμαρτία του πλουσίου δεν ήταν τόσο στα ενδύματά του ή στις τροφές του, όσο στο ότι φρόντιζε μόνο για τον εαυτό του. Η παρουσία του Λαζάρου έξω από το σπίτι του ήταν γι’ αυτόν μια διαρκής υπόμνηση και ευκαιρία αγάπης. Πώς μπορούσε ο πλούσιος να βλέπει τον άλλον να λιμοκτονεί και να μένει τόσο ανάλγητος;
Αλλά ο πλούσιος της Παραβολής δεν είχε ανώτερα ιδανικά και αξίες. Από έξω η εμφάνισή του μεγαλόπρεπη, από μέσα όμως η ψυχή του αραχνιασμένη. Από έξω αρώματα, και μέσα δυσωδία. Το σώμα του καλοπερνούσε στις ανέσεις, η ψυχή του όμως αργοπέθαινε στη σήψη. Το ίδιο παθαίνουμε οι άνθρωποι, όχι μόνο οι πλούσιοι αλλά όσοι “κολλάμε” στα υλικά αγαθά μας, λίγα ή πολλά, νομίζοντας πως μ’ αυτά θα ευτυχήσουμε αδιαφορώντας για τους γύρω μας, τους ενδεείς, τους πεινασμένους. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε σκληραίνει η καρδιά μας, αγριεύει η ψυχή μας.
Η ΑΙΩΝΙΑ ΣΚΗΝΗ: Η πρώτη σκηνή, αυτή της γης, τελείωσε. Στη συνέχεια έχουμε τη δεύτερη σκηνή, στον ουρανό. Πρώτος πέθανε ο φτωχός. Κανείς ίσως δεν έδωσε σημασία. Άγγελοι του Θεού όμως κατήλθαν από τα ύψη του ουρανού για να μεταφέρουν την υπομονετική ψυχή του στους κόλπους του Αβραάμ, για να βρει ανάπαυση στον παράδεισο. Πέθανε κάποτε και ο πλούσιος και τάφηκε μεγαλοπρεπώς. Όμως την ψυχή του δεν την παρέλαβαν άγγελοι του Θεού, αλλά την άρπαξαν τελώνια, δαίμονες φοβεροί, οδηγώντας την στα σκοτάδια του Άδη. Κι εκεί ο πλούσιος, ξεχνώντας ότι η μετάνοια προϋποθέτει και ανάλογα έργα μετανοίας, πράγμα αδύνατον για έναν ήδη νεκρό, πέφτει σε δεύτερο λάθος νομίζοντας ότι είναι παιδί του Αβραάμ επειδή και μόνο είναι Ιουδαίος, αλλά και σε τρίτο, διότι η σκληρή του νοοτροπία δεν άλλαξε ούτε και μετά το θάνατό του, αφού θεωρεί ακόμη τον φτωχό Λάζαρο υπηρέτη του. Έτσι, υποφέροντας φρικτά, κραυγάζει και παρακαλεί:
“Πάτερ Αβραάμ, λυπήσου με. Στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι τυραννιέμαι μέσα σ’ αυτή την ανυπόφορη φωτιά!” “Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στη γη, κι ο Λάζαρος τα κακά της δυστυχίας του”, απάντησε ο Αβραάμ, “τώρα όμως εδώ αντιστρέφονται οι ρόλοι, ο Λάζαρος παρηγορείται γι’ αυτά που υπέφερε, εσύ όμως βασανίζεσαι διαρκώς. Και έπειτα ανάμεσά σας υπάρχει μεγάλο χάσμα αδιαπέραστο. Από το χάσμα αυτό δεν μπορούν να περάσουν όσοι θέλουν από εδώ προς εσάς, ούτε και οι από εκεί να περνούν προς εμάς”. Είναι τελεσίδικες επομένως και αδιαπέραστες οι δύο καταστάσεις και τρόποι ζωής, παραδείσου και κολάσεως, αναψυχής και οδύνης. Η Εκκλησία μας δέχεται βέβαια ότι τα μνημόσυνα ωφελούν τις ψυχές, ενώ η προσευχή και η ελεημοσύνη μπορεί να κάνουν θαύματα σε ορισμένες περιπτώσεις, αφού η αγάπη και το έλεος του Θεού δεν έχει όρια. Είπε τότε ο πλούσιος: “Σου ζητώ λοιπόν πάτερ, να τον στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου. Γιατί έχω πέντε αδελφούς. Και έτσι θα τους δώσει την μαρτυρία του, για να μην έρθουν και αυτοί σ’ αυτόν τον τόπο των βασάνων”. Λέγει σ’ αυτόν ο Αβραάμ: “Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν αυτούς”. Και αυτός επιμένοντας: “Όχι πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν”. Τότε ο Αβραάμ έκλεισε το διάλογο λέγοντας: “Αν τον Μωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς θα πεισθούν”. Δεν επικοινωνούν επομένως οι ψυχές μεταξύ τους, οι νεκροί με τους ζωντανούς, παρά μόνο δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, όπου ενώνονται οι πιστοί εν ζωή, δηλαδή η στρατευόμενη Εκκλησία, με τον Χριστό, τους αγίους και τους αγγέλους, δηλαδή με την θριαμβεύουσα Εκκλησία εν ουρανοίς. Κάθε άλλη προσπάθεια επικοινωνίας με τους κοιμηθέντες, μέσω μάγων ή μέντιουμ(!), είναι πλάνη αντιχριστιανική.
 ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΣΙΟ: Σήμερα, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να μένει κάποιος στην αθεΐα του, θεωρητική και πρακτική, παρά μόνο αν με τη θέλησή του ιδιοτελώς το επιζητεί. Ο Ιησούς δίδαξε, έκανε πλήθος θαυμάτων, ανέστησε νεκρούς, μίλησε για την αιώνια ζωή. Οι αλήθειες της πίστης μας βρίσκονται στην ιερή Παράδοση, την Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στα έργα των Εκκλησιατικών Πατέρων. Οι απόστολοι θυσιάστηκαν, κηρύσσοντας Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα. Οι μάρτυρες της πίστεως, έως και σήμερα, ανέρχονται σε εκατομμύρια. Τα θαύματα των αγίων είναι αμέτρητα. Λείψανα αγίων ευωδιάζουν, θαυματουργούν και μένουν ως “σημείον” πίστεως άφθορα. Ο ερευνών βρίσκει και, σε εκείνον που αναζητεί, ο Χριστός τού απαντά καρδιακά και αληθινά. “Τι ποιήσω λοιπόν ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;”, αναρωτιέται ο σύγχρονος άνθρωπος! Τίποτε άλλο δεν ζητά από εμάς ο Θεός, παρά να ενταχθούμε στην εκκλησιαστική κοινωνία των αγίων, απαρνούμενοι την αμετανοησία. Διότι αμετανοησία και ατομισμός οδήγησαν και τον σκληρό πλούσιο εντός των τειχών της φυλακής που ο ίδιος ο εγωισμός του ύψωσε, δηλαδή στην κόλασή του.
ΔΙΔΑΓΜΑ: Από την Παραβολή αυτή παίρνουμε όλοι μας ένα μεγάλο δίδαγμα, ότι ο τόπος της αιώνιας κατοικίας μας προσδιορίζεται από τις επίγειες επιλογές μας. Ό,τι κάναμε θα το βρούμε μπροστά μας. Διότι ο καθένας μας προετοιμάζει την ψυχή του για τον αντίστοιχο τόπο. Κι αυτό που έχει μεγάλη σημασία για όλους μας είναι ότι όταν οι άνθρωποι αμαυρώνουμε καθημερινά την ψυχή μας με τις απολαύσεις των αισθήσεων, την καθιστούμε ακατάλληλη για ανώτερες πνευματικές απολαύσεις. Πώς να χωρέσει στον Παράδεισο η ψυχή μας, εάν εδώ στη γη ήταν απορροφημένη στην ύλη; Πώς να δοκιμάσει τις απερίγραπτες πνευματικές ηδονές του Παραδείσου μία ψυχή που ορέγεται μόνο σαρκικές απολαύσεις και έχει περιορίσει την ευτυχία της στα φαγητά, στα γλέντια, στα ρούχα; Πώς να γευθεί Παράδεισο μία ψυχή σκληρόκαρδη και άπονη ανάμεσα στις εξαγιασμένες ψυχές τόσων ανθρώπων δοκιμασμένων από τον πόνο και τις θλίψεις της ζωής; Η αιώνια ευτυχία μας ή η ατελεύτητη δυστυχία μας μετά θάνατον καθορίζονται από την πορεία που χαράζουμε πριν το θάνατό μας. Εννοείται ότι η πραγματική μετάνοια και ταπεινή εξομολόγηση, όσο ο άνθρωπος ζει, και μόνο, στην επίγεια ζωή του, οδηγεί τον άνθρωπο και πάλι στην αγκαλιά του Θεού, από την οποία οικειοθελώς απομακρύνθηκε.
Σήμερα δρομολογούμε το αιώνιο μέλλον μας. Τις επιλογές τις ξέρουμε. Οι προορισμοί ξεκάθαροι. Ας ετοιμαζόμαστε για το αιώνιο ταξίδι μας. Κι ας θυμόμαστε: “Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωὴν του μέλλοντος αιώνος”.
ΕΝΑ “ΑΝΕΚΔΟΤΟ” ΩΣ ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ο μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης έλεγε ένα σχετικό ανέκδοτο: Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς πού ᾿χε τα ίδια μυαλὰ με τον πλούσιο της παραβολής. Δεν πίστευε σε μεταθανάτια ζωή, γλεντούσε, διασκέδαζε, οργίαζε. Στα ανάκτορά του είχε κι έναν γελωτοποιό. Αυτὸς έκανε το βασιλιά να γελάει, όταν εκείνος έπληττε από ανία. Μια μέρα ο βασιλιάς του είπε: “Πάρε αυτὸ το μπαστούνι, στο δίνω ως βραβείο. Αν βρεις κανέναν πιο ανόητο, πιο βλάκα απὸ σένα, να τού το δώσεις. Του κακοφάνηκε του γελωτοποιού, που τού είπε τέτοια λόγια. Πήρε το μπαστούνι και το φύλαξε. Ύστερα απὸ χρόνια ο βασιλιάς αρρώστησε, κάλεσε γιατρούς, πήρε φάρμακα, τίποτα. Πλησίαζε να πεθάνει.
Τότε ήρθε κι ο γελωτοποιὸς να τον δει για τελευταία φορά. “Βασιλιά, τι γίνεσαι;”, του είπε. Κι εκείνος απάντησε θλιμμένα: “Δεν είμαι καλά. Θα φύγω για ταξίδι μακρινό.” “Και πότε θὰ γυρίσεις;” του έκανε ο γελωτοποιός. “Δε γυρίζω πιά” του απαντά ο βασιλιάς. Τότε ο φασουλής του παλατιού τον ρώτησε: “έκανες καμμιὰ προμήθεια, έχεις προετοιμαστεί;” Ο βασιλιάς απάντησε αρνητικά και τότε κατέληξε ο βασιλικός διασκεδαστης: “Τότε νά, βρήκα τον πιο ηλίθιο του κόσμου. Πάρε το μπαστούνι!”
……………………………………………………………………..
1. Η πορφύρα κατασκευαζόταν από ένα σπάνιο όστρακο της θάλασσας και ήταν πάντα μια πανάκριβη χρωστική ουσία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. +Μητροπ. Φλωρίνης Αυγουστίνου, Η πέραν του τάφου ζωή 30-10-1983.
2.Όσιος Αστέριος Αμασείας, Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον , ΒΕΠΕΣ τόμ. 71.
3."Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σ. 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς.

4.Μιχαήλ Χούλης, Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου.
πηγή
p\πηγ

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014 – Ε΄ ΛΟΥΚΑ Οι όψεις της αλήθειας «Ανθρωπός τις ήν ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς…»



(Λουκ. ιστ΄ 19-31) (Γαλ. β΄16-20)
Οι όψεις της αλήθειας
                                   «Ανθρωπός τις ήν ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς…»
Τη γνωστή παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου ξεδιπλώνει σήμερα ενώπιον μας η Εκκλησία. Καλεί όλους να εγκύψουν στα πολύ βαθιά μηνύματα και νοήματά της και να αντλήσουν από τους πολύτιμους θησαυρούς του περιεχομένου της. Ιδιαίτερα σημαντικές παράμετροι που άπτονται του κοινωνικού, όπως αποκαλείται, προβλήματος και κατ’ επέκταση της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την ανθρωπότητα σήμερα, βάζουν θα λέγαμε στη σωστή τους βάση κάποιες ευαισθησίες μας, στο βαθμό που πηγάζουν μέσα από το πνεύμα της αλήθειας του Ευαγγελίου. Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως φαίνεται και μέσα από τη διήγηση, το παρόν καταξιώνεται και αποκτά νόημα και περιεχόμενο μόνο στη βάση μιας εσχατολογικής προοπτικής, η οποία ανοίγεται στις αγκάλες της αγάπης της Θεού και ειδικότερα στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας.
Οι αντιθέσεις
Κάποιοι γύρω μας και παρά την οικονομική κρίση που σοβεί εξακολουθούν να διαθέτουν ίσως άφθονο χρήμα και υλικά αγαθά. Άλλοι όμως, όπως ο Κύριος στην επί γης παρουσία του, δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίνη». Αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες και στερούνται ακόμη και τον επιούσιο. Οι αντιθέσεις αυτές αποτυπώνονται συχνά σε πολλά επίπεδα και παραμέτρους της ζωής. Το πρόβλημα έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολλούς, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ακούστηκαν και συνεχίζουν να ακούονται εύηχα συνθήματα για τη λύση του.
Αν αποτολμήσουμε όμως να ψάξουμε στο βάθος των πραγμάτων, τότε θα ανακαλύψουμε ότι η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αποκαθιστά σε μια σωστή διάσταση μερικές αλήθειες, οι οποίες ρίχνουν φως και αποκαλύπτουν σωτήριες διόδους. Πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητό ότι ο φτωχός  δεν κερδίζει την εύνοια του Θεού επειδή έτυχε να είναι φτωχός, αλλά μόνον όταν στηρίζει τις ελπίδες του σ’ αυτόν και ζει σύμφωνα με το θέλημά του. Από την άλλη, ο πλούσιος δεν είναι καταδικασμένος μόνο και μόνο γιατί διαθέτει υλικά αγαθά, αλλά αυτό συμβαίνει όταν τα αναγάγει σε υπέρτατη αξία και στηρίζεται σ’ αυτά και όχι στο Θεό. Όταν ακόμα ξεχνά τον φτωχό και ταλαιπωρημένο συνάνθρωπό του και εγκλωβίζεται παγιδευμένος στον πλούτο του, τότε η αστοχία χαρακτηρίζει την πορεία της ζωής του. Επομένως, στη βάση αυτών των κριτηρίων που φαίνεται να λειτουργούν ανατρεπτικά μπροστά σε παγιωμένες αντιλήψεις, δεν αποκλείεται ένας πλούσιος να αναδεικνύεται πρότυπο αγάπης και ένας φτωχός να αναπτύσσει νοοτροπίες που οδηγούν στην  πλεονεξία.
Οι λέξεις «πλούσιος» και «φτωχός» στη διήγησή μας προσλαμβάνουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο και ερμηνεύονται σε μια εντελώς άλλη βάση. Επισύρεται συγκεκριμένα η προσοχή στον κίνδυνο, ο άνθρωπος να φθάνει στο σημείο να δίνει απόλυτη αξία στα υλικά αγαθά και να χάνει τους πνευματικούς προσανατολισμούς του που λειτουργούν ως ο αληθινός πλούτος που μπορεί να του προσφέρει εσωτερική πληρότητα.
Η άλλη όψη
Ο πλούσιος της παραβολής όταν πια όλα είχαν τελειώσει και αναχθεί σε ένα άλλο επίπεδο, σε μια εσχατολογική διάσταση των πραγμάτων, βλέπουμε να βιώνει την άλλη όψη του νομίσματος. Αυτός βυθίζεται στη δυστυχία και τη στεναχώρια και ο φτωχός ευφραίνεται. Χάνει τα πάντα, ενώ ο Λάζαρος βρίσκεται στο πλήρωμα της ευτυχίας.
Ο ένας για την κακή διαχείριση του πλούτου αποκλείσθηκε από τη βασιλεία του Θεού. Ο άλλος για την άριστη αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, βραβεύθηκε από το Θεό και πέρασε στη δόξα της αιωνιότητας.
Το πρόβλημα του πλούτου και της φτώχειας έχει πολύ βαθιές ρίζες. Ο πλούτος δεν είναι από μόνος του κακός ή κάτι που απαγορεύεται για τον άνθρωπο. Άλλωστε, ο Θεός είναι που παρέχει τα αγαθά. Με την προϋπόθεση όμως ότι ο άνθρωπος θα κάνει σωστή διαχείριση κατά τρόπο που να τον οδηγεί σε έργα φιλανθρωπίας και όχι φιλαργυρίας και πλεονεξίας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που επισημαίνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ου κακόν ο πλούτος, αλλά η πλεονεξία, η φιλαργυρία, η αλαζονεία και η παράνομος αυτού χρήσις».
Η φτώχεια που μακαρίζεται σε άλλο σημείο του Ευαγγελίου, σημαίνει ακριβώς απαγκίστρωση από παγίδες της ζωής που φανερώνονται μέσα από υλικά στηρίγματα στη βάση της απολυτοποίησής τους και ανεπιφύλαχτη αποδοχή των πνευματικών προσανατολισμών, όπως αυτοί αποκαλύπτονται μέσα από τον πλούτο της αγάπης του Χριστού.
Αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή θέλει να στρέψει την προσοχή μας στο μεγάλο προσκλητήριο που μάς απευθύνει ο Θεός για μετάνοια και καινούργια ζωή. Η απόφαση για ανταπόκριση λαμβάνεται, αφού απογυμνωθεί κάποιος από ό,τι τον κρατά δέσμιο και αιχμάλωτο, από ό,τι τον εμποδίζει να δει καθαρά το μέλλον του, από ό,τι του δίνει μια αυτάρεσκη βεβαιότητα για τη ζωή του. Η απόφαση παίρνεται στη βάση της απόλυτης εμπιστοσύνης στο Θεό και όχι των όποιων υλικών στηριγμάτων. Αυτό το νέο ήθος αποκαλύπτεται και στη ζωή των αγίων της Εκκλησίας. Τιμούμε σήμερα τον Ακίνδυνο, τον Ελπιδοφόρο, τον Ανεμπόδιστο, τον Πηγάσιο, τον Αφθόνιο και άλλους που μνημονεύονται στο σημερινό εορτολόγιο και τους παρακαλούμε να πρεσβεύουν υπέρ ημών στον Κύριο για να μάς δίνει τη δύναμη να ακολουθούμε το ευλογημένο παράδειγμά τους. Αμήν.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Η παραβολή τού Πλουσίου και του Λαζάρου για την μετά θάνατον ζωή Τού Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου αυτού αναπτύσσονται διεξοδικά θέματα που έχουν σχέση με την μετά θάνατον ζωή, την εσχατολογία και την αιώνια ζωή. Η ανάπτυξη των θέσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι, φυσικά, εκφράζουν την ορθόδοξη διδασκαλία, αφού είναι φορείς της θείας Αποκαλύψεως. Όπου χρειάζεται, γίνεται και σχετική αναφορά στις θέσεις της φιλοσοφίας.
Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται μια γενική εισαγωγή στο θέμα που μας απασχολεί με όσο το δυνατόν εύληπτο τρόπο. Γι’ αυτό και στο κεφάλαιο αυτό, που προτάσσεται, με σύντομες σκέψεις και απλά λόγια αναπτύσσονται οι βασικές θέσεις του θέματος "η ζωή μετά τον θάνατο", ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει επαρκώς το θέμα, και στην συνέχεια να προχωρήσει στην επιμελέστερη ανάγνωση και κατανόηση του.
Θεωρούμε ότι το καταλληλότερο βοήθημα για να οδηγήσουμε τον αναγνώστη στις θέσεις του θέματος "η ζωή μετά τον θάνατο" είναι η περίφημη παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, που είπε ο Χριστός. Γι' αυτό στην συνέχεια θα αναλύσουμε με όσο το δυνατόν απλό τρόπο, αυτήν την παραβολή.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πολλά πατερικά χωρία, που ερμηνεύουν την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Δεν θα το κάνουμε όμως, γιατί όπως ελέχθη προηγουμένως, σκοπός των όσων ακολουθήσουν είναι να εισαγάγουμε τον αναγνώστη στην διδασκαλία της Εκκλησίας για την ζωή μετά τον θάνατο.

1. Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου
"άνθρωπος δε τις ήν πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς. πτωχός δε τις ήν ονόματι Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου, αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ, απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. και αυτός φωνήσας είπε, πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. είπε δε Αβραάμ, τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά, νυν δε ώδε παρακαλείται συ δε οδυνάσαι, και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών μέγα χάσμα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. είπε δέ, ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου, έχω γαρ πέντε αδελφούς, όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. λέγει αυτώ Αβραάμ, έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών. ο δε είπεν, ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. είπε δε αυτώ, ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται". (Λουκ. ιστ', 19-31).

2. Ερμηνευτική ανάλυση της παραβολής
Πολλά μπορεί κανείς να παρατηρήσει μελετώντας την περίφημη αυτή παραβολή του Χριστού. Μπορεί να αντιμετωπίσει την κοινωνική διάστασή της ή ακόμη να βγάλει πολλά ηθικά και ηθικολογικά συμπεράσματα. Όμως, θα επιμείνουμε περισσότερο στα θέματα που έχουν σχέση με την ζωή μετά τον θάνατο, δηλαδή θα δούμε την εσχατολογική ανάλυση της παραβολής.
Π ρ ώ τ ο ν. Όπως φαίνεται στην παραβολή δεν γίνεται λόγος για την ζωή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά για την ζωή της ψυχής που παρεμβάλλεται μεταξύ του θανάτου του ανθρώπου, δηλαδή της εξόδου της ψυχής από το σώμα, και της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. Πρόκειται για το διάστημα εκείνο που λέγεται μέση κατάσταση των ψυχών. Άλλοι λόγοι του Χριστού αναφέρονται στην Δευτέρα Παρουσία Του, όταν θα έλθει για να κρίνει τους ανθρώπους, αφού προηγουμένως γίνει ανάσταση των σωμάτων και οι ψυχές εισέλθουν εκ νέου στα σώματα, ώστε ο άνθρωπος να απολαύσει εκείνα που έπραξε στην ζωή του.
Δ ε ύ τ ε ρ ο ν. Αναφέρεται ότι υπάρχει ο θάνατος στην ζωή του ανθρώπου. Ο Πλούσιος και ο πτωχός Λάζαρος απέθαναν. Θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Αυτή η κατάσταση λέγεται και ύπνος, γιατί ο θάνατος καταργήθηκε με την Ανάσταση του Χριστού. Ο Χριστός με τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάστασή Του κατήργησε οντολογικά τον θάνατο και έδωσε την δυνατότητα στον άνθρωπο να τον υπερβεί ζώντας μέσα στην Εκκλησία. Το ότι ο θάνατος είναι ύπνος, μια προσωρινή κατάσταση, φαίνεται από τον τρόπο που πεθαίνουν οι άγιοι, αφού έχουν όλοι τους την ελπίδα στον Χριστό, καθώς επίσης φαίνεται και στα άφθαρτα και θαυματουργούντα λείψανα.
Δεν δημιούργησε ο Θεός τον θάνατο, αλλά ο θάνατος είναι παρέμβλητος στην φύση, γιατί είναι καρπός της αμαρτίας του ανθρώπου και της απομακρύνσεώς του από τον Θεό. Υπάρχει σωματικός και ψυχικός θάνατος. Ψυχικός είναι η άρση της Χάριτος του Θεού από την ψυχή, και σωματικός είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.
Όλοι οι άνθρωποι γεύονται το φοβερό μυστήριο του θανάτου, αφού όλοι κληρονομούν την φθαρτότητα και την θνητότητα, δηλαδή, γεννιόμαστε για να πεθάνουμε. Ο θάνατος είναι το πιο σίγουρο και βέβαιο γεγονός στην ζωή μας. Ακόμη και σύγχρονοι υπαρξιστές φιλόσοφοι λένε ότι το πιο αληθινό γεγονός είναι "τό υπάρχειν προς θάνατον".
Αν και ο θάνατος είναι το πιο βέβαιο γεγονός, όμως αβέβαιη είναι η ώρα και η ημέρα του θανάτου. Κανείς δεν ξέρει π ό τ ε θα πεθάνει. Το θέμα είναι να ζούμε σωστά, ώστε το π ω ς του θανάτου να συνιστά την αιώνια ζωή.
Στο κείμενο της παραβολής λέγεται: "εγένετο αποθανείν τον πτωχόν...", καθώς επίσης "απέθανε και ο πλούσιος και ετάφη". Έτσι, ο θάνατος είναι ο μεγαλύτερος δημοκράτης, γιατί δεν κάνει καμμιά εξαίρεση.
Τ ρ ί τ ο ν. Η ψυχή του Λαζάρου, μετά την έξοδό της από το σώμα, παρελήφθη από τους αγγέλους και οδηγήθηκε στους κόλπους του Αβραάμ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν άγγελοι, και φυσικά ο φύλακας άγγελος κάθε ανθρώπου, ο προσωπικός του φρουρός, οι οποίοι παραλαμβάνουν τις ψυχές των δικαίων ανθρώπων και τις οδηγούν στον Θεό.
Αντίθετα, σε άλλη παραβολή λέγεται ότι την ψυχή των αμετανοήτων αμαρτωλών την παραλαμβάνουν οι δαίμονες. Ο άφρων πλούσιος άκουσε φωνή από τον Θεό: "Άφρον, ταύτη τη νυκτι την ψυχήν απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασας τινι έσται;" (Λουκ. ιβ', 20). Το ρήμα "απαιτούσιν" υποδηλώνει τους δαίμονας, οι οποίοι απαιτούν την ψυχή του αμαρτωλού ανθρώπου, για να την κρατούν αιωνίως.
Επομένως, κατά την φρικτή ώρα του θανάτου, κατά την οποία η ψυχή βιαίως χωρίζεται από την αρμονία με το σώμα, γίνονται φοβερά πράγματα. Τις ψυχές των αγίων τις παραλαμβάνουν οι άγγελοι, και τις ψυχές των αμαρτωλών οι δαίμονες. Στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας γίνεται λόγος για τα λεγόμενα τελώνια, που είναι οι δαίμονες, τα εναέρια πνεύματα, τα οποία θέλουν και επιδιώκουν να κρατήσουν αιωνίως τις ψυχές όλων των ανθρώπων. Φυσικά, οι ψυχές των αγίων, που ενώθηκαν με τον Χριστό και έχουν την σφραγίδα του Παναγίου Πνεύματος, δεν μπορούν να εξουσιαστούν από τους δαίμονες.
Με τα τελώνια, οι Πατέρες της Εκκλησίας εννοούν τόσο το μίσος και την επιθετική μανία των δαιμόνων, όσο και την ύπαρξη των παθών, που ζητούν ικανοποίηση, αλλά δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, λόγω της μη υπάρξεως του σώματος. Αυτή ακριβώς η κατάσταση πνίγει την ψυχή του ανθρώπου, η οποία αισθάνεται τρομακτική δυσφορία. Το βασανιστήριο αυτό της ψυχής ομοιάζει με την πλήρη απομόνωση ενός ανθρώπου στην φυλακή, χωρίς να έχει την δυνατότητα, να κοιμηθεί, να τραφεί, να συναντήσει άνθρωπο κ.λ.π. Τότε πραγματικά εξαγριώνονται τα πάθη και όλη η ύπαρξή του.
Το γεγονός ότι οι ψυχές των ανθρώπων παραλαμβάνονται τόσο από τους αγγέλους όσο και από τους δαίμονες έχει σχέση με την κατάστασή τους. Όπως λέγεται από τους Πατέρες, οι άγγελοι και οι ψυχές είναι πνεύματα νοερά, εν σχέσει με το υλικό σώμα, αλλά εν σχέσει με τον Θεό έχουν κάτι υλικό. Γι’ αυτό οι άγγελοι λέγονται αιθέρια όντα και δεν είναι καθ’ ολοκληρίαν άϋλα. Άλλωστε, η ψυχή είναι κτιστή, δηλαδή, δημιουργημένη από τον Θεό. Είναι αθάνατη κατά Χάριν, αφού η αθανασία είναι δώρο του Θεού σε αυτήν. Κάθε κτιστό έχει αρχή και τέλος. Η ψυχή, ως κτιστή, έχει μια συγκεκριμένη αρχή, αλλά δεν έχει τέλος, γιατι έτσι το θέλησε ο Θεός.
Τ έ τ α ρ τ ο ν. Ενώ η ψυχή του Λαζάρου πήγε στους κόλπους του Αβραάμ και η ψυχή του Πλουσίου στον άδη, εν τούτοις ο Χριστός στην παραβολή λέγει ότι ο Λάζαρος πήγε στους κόλπους του Αβραάμ και ο συγκεκριμένος Πλούσιος πήγε στον άδη. Στην συνέχεια λέγεται ότι ο Πλούσιος "ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού".
Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί σημαίνει ότι παρά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, εν τούτοις δεν καταργείται η υπόσταση - πρόσωπο του ανθρώπου. Βέβαια, η ψυχή δεν προϋπήρχε του σώματος, αλλά δημιουργήθηκε ταυτόχρονα με το σώμα, και ακόμη, μόνη της η ψυχή δεν συνιστά τον άνθρωπο, ούτε το σώμα μόνο του συνιστά τον άνθρωπο. Όμως, παρά τον προσωρινό χωρισμό της ψυχής από το σώμα, δεν διαλύεται ο άνθρωπος. Αυτό φαίνεται από το ότι η ψυχή διατηρεί την συνείδηση, και ακόμη, όπως εξηγούν οι άγιοι Πατέρες, η ψυχή του ανθρώπου γνωρίζει τα στοιχεία του δικού της σώματος, που παρέμειναν στην γή, και ενδεχομένως διεσκορπίστηκαν ή διαλύθηκαν στα στοιχεία από τα οποία αποτελέσθηκαν. Κατά την Δευτέρα Παρουσία η ψυχή, με την Χάρη του Θεού, θα επανενώση τα στοιχεία του σώματος, θα αποτελεστεί ολόκληρος ο άνθρωπος, και, φυσικά, τότε τα σώματα τόσο των δικαίων όσο και των αδίκων θα είναι πνευματικά, δηλαδή δεν θα έχουν ανάγκη τροφής, δεν θα περιορίζονται από αποστάσεις και άλλους περιορισμούς. Η ανάσταση είναι ένα δώρο που χορηγείται σε όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους.
Πρέπει να παρατηρηθή ότι στην παραβολή αυτή ο Χριστός αναφέρει το όνομα του πτωχού, ενώ το όνομα του Πλουσίου το αγνοεί. Αυτό δείχνει ότι ο Λάζαρος, επειδή ζούσε με τον Θεό, ήταν σωτηριολογικά πρόσωπο, αληθινή υπόσταση, ενώ ο Πλούσιος, καίτοι ήταν άνθρωπος, εν τούτοις δεν ήταν υπόσταση σωτηριολογικά. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικός άνθρωπος είναι εκείνος που έχει ψυχή, σώμα, αλλά και την Χάρη του Θεού μέσα στην ψυχή και το σώμα του. Ενώ ο άνθρωπος που δεν έχει το Άγιον Πνεύμα, είναι οντολογικά πρόσωπο, όμως δεν είναι πρόσωπο εν σχέσει με τον Θεό, για τον απλούστατο λόγο ότι έχει υποδουλωθεί στα πράγματα. Ο νούς του αντί να στρέφεται στον Θεό, στρέφεται στην ύλη και υποδουλώνεται σε αυτήν.
Π έ μ π τ ο ν. Στην παραβολή λέγεται ότι ο Πλούσιος ευρισκόμενος στον άδη είδε τον Αβραάμ "και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού". Με το πρόσωπο του Αβραάμ εννοείται ο Θεός. Το να βρίσκεται κανείς στους κόλπους του Θεού σημαίνει να έχει κοινωνία με τον Θεό.
Στους κόλπους, πίσω από το στήθος, ευρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου. Η καρδιά, που είναι η πηγή της βιολογικής ζωής, είναι σύμβολο της αγάπης. Όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη τόσο και μεγαλύτερη είναι η γνώση, αφού συνδέεται στενά η γνώση με την αγάπη. Και, βέβαια, αυτή η αγάπη συνιστά την κοινωνία και ένωση. Έτσι, το να βρίσκεται κανείς στους κόλπους δηλώνει ότι συνδέεται με τον αγαπώμενο, υπάρχει ενότητα μεταξύ τους.
Η έκφραση, λοιπόν, ότι ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ δείχνει παραστατικά την κοινωνία του με τον Θεό, η οποία συνδέεται με την γνώση και την αγάπη. Κάνοντας λόγο για την γνώση του Θεού, εννοούμε την "κοινωνία εν τη υπάρξει". Δεν πρόκειται για μια εγκεφαλική γνώση, αλλά για εκείνη που συνδέεται με την αγάπη, με αυτήν την ίδια την ζωή.
Ο Λάζαρος δεν φαίνεται να στενοχωρήται για την φρικτή δοκιμασία του Πλουσίου, δεν βλέπει την Κόλαση, ενώ ο Πλούσιος βλέπει την δόξα του Παραδείσου. Πραγματικά, εκείνος που ζη μέσα στο άκτιστο Φως, στην μεγάλη θεωρία του Θεού, όπως λέγουν οι Πατέρες μας, ξεχνά τον κόσμο. Το Φώς είναι τόσο μεγάλο, τόσο εκτυφλωτικό που δεν αφήνει να δη κανείς και κάτι άλλο διαφορετικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άγιοι δεν προσεύχονται για ολόκληρο τον κόσμο. Προσεύχονται και παρακαλούν τον Θεό, έχοντας, μάλιστα, μεγαλύτερη κοινωνία μαζί Του. Βρίσκονται όμως σε μια κατάσταση που δεν μπορούμε να εννοήσουμε. Μόνο αν την εξετάσουμε μέσα από τις θείες εμπειρίες των αγίων, τότε μπορούμε να την καταλάβουμε.
Έ κ τ ο ν. Ενώ ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ, ο Πλούσιος φλεγόταν στον άδη. Μάλιστα, θα παρακαλέσει τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο για να καταψύξη την γλώσσα του, γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, "οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη".
Εδώ γίνεται λόγος για άδη και όχι για Κόλαση. Γιατί η Κόλαση θα αρχίσει μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και το μελλοντικό δικαστήριο, ενώ οι ψυχές των αμαρτωλών, μετά την έξοδό τους από το σώμα, βιώνουν τον άδη. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ο άδης είναι ένας νοητός τόπος, είναι η πρόγευση της Κολάσεως, όταν ο άνθρωπος δέχεται την καυστική ενέργεια του Θεού.
Έγινε μεγάλη συζήτηση για τα θέματα αυτά στην Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντιας και διασώζονται οι απόψεις και η διδασκαλία του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, που είναι αποκαλυπτικές. Το πυρ στο οποίο φλεγόταν ο Πλούσιος δεν ήταν το λεγόμενο καθαρτήριο πυρ των Λατίνων, από το οποίο περνούν όλες οι ψυχές των ανθρώπων, δεν ήταν κτιστό πυρ αλλά άκτιστο. Δηλαδή και οι αμαρτωλοί δέχονται τις ακτινες του θείου Φωτός, αλλά επειδή πέθαναν χωρίς μετάνοια, χωρίς να θεραπευθούν, βιώνουν την καυστική ενέργεια του Φωτός. Έτσι, κατά τον βαθμό της θεραπείας ή της ασθενείας, οι άνθρωποι δέχονται την ίδια Χάρη ή ως φως ή ως πυρ.
Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι ο Πλούσιος έβλεπε τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, έβλεπε την δόξα του Αβραάμ, αλλά δεν είχε μέθεξη αυτής της δόξης. Αντίθετα ο Λάζαρος και έβλεπε και είχε μέθεξη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό σημείο, γιατί δείχνει ότι στην άλλη ζωή όλοι θα δουν τον Θεό, αλλά οι δίκαιοι θα έχουν κοινωνία, μέθεξη, ενώ οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη και κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο λόγος του Χριστού για την μελλοντική δίκη. Εκεί όλοι θα δουν τον Κριτή, όλοι θα συνομιλήσουν μαζί Του, αλλά άλλοι θα απολαύσουν την δόξα Του, και άλλοι θα βιώσουν την καυστική ενέργεια της θείας Χάριτος.
Έ β δ ο μ ο ν. Ο Πλούσιος ενδιαφερόταν για τους ζώντας στον κόσμο αδελφούς του και παρακαλούσε τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο για να τους κηρύξει μετάνοια. Επομένως, παρά τον χωρισμό της ψυχής του ανθρώπου από τον παρόντα κόσμο, ωστόσο υπάρχει γνώση και κοινωνία, εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον.
Αυτό το γεγονός μαζί με άλλα στοιχεία δείχνει ό,τι λέγαμε προηγουμένως, ότι η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου δεν αναφέρεται στην μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ζωή, αλλά στην ζωή μετά θάνατο μέχρι την Δευτέρα Παρουσία. Σαφώς πρόκειται για την λεγομένη μέση κατάσταση των ψυχών.
Οι άγιοι ενδιαφέρονται σωτηριολογικά για τον κόσμο. Δια της Χάριτος του Θεού ακούν τις προσευχές μας, και τις αναβιβάζουν στον Θεό. Γι’ αυτό και εμείς προσευχόμαστε στους αγίους μας. Με τις εορτές που έχουμε καθιερώσει στην μνήμη τους δείχνουμε ότι είναι άγιοι, ενώθηκαν με τον Θεό, αναμένουν και την ανάσταση των σωμάτων, τα οποία και από τώρα δέχονται, με την αφθαρσία τους, τα προοίμια του μέλλοντος αιώνος. Και εμείς ενδιαφερόμαστε για τους κεκοιμημένους. Προσευχόμαστε στους αγίους για να προσεύχωνται για μας στον Θεό, ζητάμε τις πρεσβείες τους, ενώ προσευχόμαστε στον Θεό για όλους τους άλλους κεκοιμημένους για να ελεηθούν. Αυτό, εκτός του ότι είναι δείγμα κοινωνίας μεταξύ μας, συγχρόνως εκφράζει και κάτι άλλο βαθύτερο.
Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, όταν ο άνθρωπος εισέλθει στην μετάνοια, στο στάδιο της καθάρσεως, συνεχώς εξελίσσεται. Υπάρχει διαρκής τελείωση, τόσο στην λεγομένη μέση κατάσταση των ψυχών, όσο και στην μετά την Δευτέρα Παρουσία ζωή. Οι βαθμοί της πνευματικής ζωής είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Βέβαια, αυτά δεν πρέπει να νοηθούν ως στεγανοποιημένες καταστάσεις, αλλά ως μέθεξη της Χάριτος του Θεού. Αν ο άνθρωπος αγωνίζεται να καθαρθεί, τότε η Χάρη του Θεού που τον καθαρίζει λέγεται καθαρτική ενέργεια. Όταν ο νούς του είναι φωτισμένος, σημαίνει ότι δέχεται την ενέργεια του Θεού που τον φωτίζει και λέγεται φωτιστική ενέργεια. Και όταν βρίσκεται στην θέωση, αυτό γίνεται με την Χάρη του Θεού που λέγεται θεοποιός. Η πορεία είναι διαρκής. Έτσι, όσοι μετανόησαν, πριν εξέλθει η ψυχή από το σώμα, αυτοί εξελίσσονται και γίνονται χωρητικότεροι στην άκτιστη Χάρη. Γι’ αυτό τελούμε τα μνημόσυνα και προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους.
Όσοι, όμως, κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, δεν μετανόησαν, αυτοί, επειδή δεν έχουν πνευματική όραση, βιώνουν μόνο την καυστική ενέργεια του Θεού, και, βέβαια, δεν πρόκειται ποτέ να έχουν μέθεξη στο αγαθό. Προσευχόμαστε όμως για όλους, γιατί δεν ξέρουμε την εσωτερική τους πνευματική κατάσταση.
Ό γ δ ο ο ν. Στην παραβολή λέγεται ότι μεταξύ του τόπου που βρισκόταν ο Αβραάμ και του άδου, όπου βρισκόταν ο Πλούσιος, υπήρχε "χάσμα μέγα", και δεν ήταν δυνατόν να γίνει μετάβαση του ενός προς τον άλλο.
Φυσικά, δεν πρόκειται περί ιδιαιτέρου χώρου, αλλά, όπως αναφέραμε προηγουμένως, ενός ιδιαιτέρου τρόπου ζωής. Υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, ως ιδιαιτέρων τρόπων ζωής.
Ο Παράδεισος και η Κόλαση δεν υπάρχει εξ επόψεως Θεού, αλλά εξ επόψεως ανθρώπου. Ο Θεός στέλλει την Χάρη Του προς όλους τους ανθρώπους, αφού αυτός "ανατέλλει τον ήλιον επί δικαίους και αδίκους και βρέχει επί πονηρούς και αγαθούς". Αν ο Θεός μας δίνη εντολή να αγαπούμε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους εχθρούς μας, το ίδιο κάνει και Εκείνος. Είναι αδύνατον να μη αγαπά και τους αμαρτωλούς. Όμως ο κάθε άνθρωπος, ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση, αισθάνεται διαφορετικά την αγάπη του Θεού.
Το φως έχει δύο ιδιότητες, ήτοι την φωτιστική και την καυστική. Εάν κάποιος άνθρωπος έχη καλή όραση ευεργετείται από την φωτιστική ιδιότητα του ηλίου, του φωτός, και χαίρεται όλη την δημιουργία. Αν όμως κάποιος άλλος στερήται οφθαλμού, δεν έχει όραση, τότε αισθάνεται την καυστική ιδιότητα του φωτός. Αυτό θα γίνει και στην μέλλουσα ζωή, καθώς επίσης και στην ζωή της ψυχής μετά την έξοδό της από το σώμα. Ο Θεός θα αγαπά και τους κολασμένους, αλλά αυτοί θα αδυνατούν να αισθανθούν αυτήν την αγάπη ως φως. Θα την αισθάνωνται ως πυρ, επειδή δεν θα έχουν πνευματικό οφθαλμό και πνευματική όραση.
Γίνεται κάτι ανάλογο με την θεία Κοινωνία. Όλοι μπορούν να κοινωνήσουν, αλλά για τους προετοιμασμένους και καταλλήλους γίνεται φως και ζωή, για τους αναξίως προσερχομένους γίνεται κρίμα και κατάκριμα.
Αυτό η Εκκλησία το παρουσιάζει στην εικονογράφηση της Δευτέρας Παρουσίας. Βλέπουμε εκεί ότι από τον θρόνο του Θεού εξέρχεται το φως, μέσα στο οποίο βρίσκονται οι άγιοι, και από τον ίδιο θρόνο πηγάζει ο πύρινος ποταμός, μέσα στον οποίο βρίσκονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί.
Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνουμε μεγάλη σημασία στην θεραπεία του ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι ένα πνευματικό Νοσοκομείο, θεραπευτήριο, που θεραπεύει τον πνευματικό οφθαλμό, που είναι ο νους. Αυτός νοσεί και αυτός πρέπει να θεραπευθεί. Αυτό είναι όλο το έργο της Εκκλησίας.
Έ ν α τ ο ν. Στην παράκληση του Πλουσίου να στείλει ο Αβραάμ τον Λάζαρο στην γη και να κηρύξει στους αδελφούς του μετάνοια, ο Αβραάμ δεν ανταποκρίθηκε και δικαιολόγησε αυτή την θέση του λέγοντας ότι εφ’ όσον οι άνθρωποι δεν ακούν τον Μωϋσή και τους Προφήτας, τότε "ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται".
Ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να μετανοήσει όσα θαύματα κι’ αν δη στην ζωή του. Ζει μέσα σε θανατηφόρο ύπνο. Αυτή είναι μια πραγματικότητα. Αν δεν ενεργοποιηθεί η ελευθερία του ανθρώπου, δεν υπάρχει μετάνοια. Τα πάντα γίνονται με την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου.
Άλλωστε, το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία είναι η ενανθρώπηση του Χριστού, η Ανάστασή Του, και η ίδρυση της Εκκλησίας, η οποία είναι το Σώμα του αναστημένου Θεανθρώπου Χριστού. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να εμπνευσθεί από αυτήν την συγκλονιστική πραγματικότητα, αν δεν μπορή να πεισθεί από την ζωή τόσων αγίων, που είναι μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, δεν θα πεισθή με το μεγαλύτερο θαύμα.
Η σωτηρία και αναγέννηση του ανθρώπου δεν είναι υπόθεση ταχυδακτυλουργικών ενεργειών, αλλά καρπός ελευθέρας εκφράσεως του θελήματός του, καρπός πόνου, αγώνος και ιδρώτων πολλών. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας αρκούνται στα μαγικά, τα εξωτερικά γεγονότα. Το να πεισθεί κανείς για την ύπαρξη της άλλης ζωής είναι υπόθεση εσωτερικής πνευματικής ευαισθησίας. Γιατί, κι’ αν ακόμη αναστηθεί ένας άνθρωπος, είναι ενδεχόμενο να εκληφθεί ως φάντασμα.
Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για τις λεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες. Μερικοί ισχυρίζονται ότι βγήκε η ψυχή τους από το σώμα ή ακόμη πλησίασε προς την έξοδό της και στην συνέχεια επέστρεψε στο σώμα. Διηγούνται τα όσα φοβερά είδαν και αντιμετώπισαν.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που επανήλθε η ψυχή στο σώμα, αναστήθηκαν, δηλαδή, με την δύναμη του Χριστού. Αυτά, όμως, είναι έκτακτα γεγονότα, που δεν συμβαίνουν στον καθένα. Υπάρχουν άγιοι που είχαν τέτοιες φοβερές εμπειρίες, αφού έζησαν στην προσωπική τους ζωή τι είναι Κόλαση και Παράδεισος, βίωσαν τις φλόγες του άδου, είδαν αγγέλους και δαίμονες. Όταν επανήλθαν στον εαυτό τους, έζησαν ζωή μετανοίας και κήρυτταν σε άλλους την μετάνοια. Όμως λέμε ότι οι περισσότερες από αυτές τις εμπειρίες ή είναι δαιμονικές ή είναι καρποί απωθημένων βιωμάτων και επιθυμιών ή είναι φαντασίες ή ακόμη είναι αποτελέσματα των ηρεμιστικών και ναρκωτικών φαρμάκων, που δίνονται για να μη πονούν στην φρικτή δοκιμασία των ασθενειών τους. Πραγματικά, χρειάζεται μεγάλη διάκριση για να μπορεί κανείς να διακρίνει αυτές τις καταστάσεις, εάν προέρχονται από τον Θεό, από τον διάβολο ή από ψυχολογικές και σωματικές ανωμαλίες.
Εμείς στην Εκκλησία δεν περιμένουμε αναστάσεις αγίων ή εμπειρίες τέτοιων καταστάσεων για να πιστεύσουμε, αλλά έχουμε την Αγία Γραφή, τους βίους των Προφητών, Αποστόλων και αγίων, έχουμε τους λόγους τους και τις διδασκαλίες τους, καθώς επίσης έχουμε και τα άγια λείψανά τους και πιστεύουμε ότι υπάρχει αιώνια ζωή. Μερικές δε φορές ο καθένας μας αξιώνεται από τον Θεό να βιώσει μέσα στην καρδιά του τι είναι Κόλαση και τι είναι Παράδεισος.
Πέρα από αυτά τηρούμε τις εντολές του Χριστού για να θεραπευθούμε, ώστε να λύσουμε πολλά υπαρξιακά, διαπροσωπικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα. Η εφαρμογή των εντολών του Θεού μας καθιστά ισορροπημένους ανθρώπους.
Δ έ κ α τ ο ν. Στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου υποδεικνύεται και ο τρόπος που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να θεραπευθούμε, και έτσι μετά τον θάνατο και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού να βιώσουμε τον Θεό ως φως και όχι ως πύρ. Ο Αβραάμ είπε στον Πλούσιο: "έχουσι Μωϋσέα και προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών". Πρέπει να τηρούμε τον νόμο και να υπακούουμε στους Προφήτες κάθε εποχής.
Προφήτης είναι αυτός που με την Χάρη του Θεού βλέπει τα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος, γεύεται από τώρα την Βασιλεία του Θεού. Τέτοιοι Προφήτες υπήρχαν τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Αυτοί έλαβαν την Αποκάλυψη, αυτοί έζησαν την Βασιλεία του Θεού, γνώρισαν τα μυστήριά της και στην συνέχεια τα απεκάλυψαν στον λαό.
Οι Προφήτες, που ταυτίζονται με τους πραγματικούς θεολόγους και τους πνευματικούς πατέρες, αναγεννούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν προς την ζωή. Η πνευματική καθοδήγηση συνδέεται και ταυτίζεται με την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου. Πραγματικά, δεν μπορεί κανείς να αναγεννηθεί, αν δεν συνδεθεί με έναν θεούμενο άνθρωπο, έναν Προφήτη.
Και στην εποχή μας υπάρχουν Προφήτες που κηρύττουν μετάνοια, στρέφουν τον νού μας προς τον Θεό, μας υποδεικνύουν έναν άλλο τρόπο σκέψεως και ζωής. Κι’ αν δεν μπορέσαμε να συναντήσουμε έναν τέτοιο Προφήτη, όμως υπάρχουν οι λόγοι των Προφητών και μπορούμε διαβάζοντάς τους να μάθουμε τι είναι η Βασιλεία του Θεού και τι πρέπει να κάνουμε για να την απολαύσουμε.
Αυτές οι γενικές σκέψεις, που είναι τα βασικά σημεία της ορθοδόξου εσχατολογίας, διατυπώθηκαν εδώ πολύ συνοπτικά, με τρόπο απλό. Την λεπτομερή ανάλυση των θέσεων αυτών, τεκμηριωμένη από την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, μπορεί ο αναγνώστης να βρει στα κεφάλαια που ακολουθούν. Έχοντας υπ’ όψη του τα βασικά αυτά σημεία θα κατανοήσει και όσα πρόκειται να αναγνώσει.

Η παραβολή τού "Πλουσίου και τού Λαζάρου" και ο Άδης

1. Η παραβολή
Αγαπητοί ακροατές χαίρετε!
Σήμερα θα συνεχίσουμε και θα ολοκληρώσουμε τη μελέτη της παραβολής του Πλουσίου και του Λαζάρου που ξεκινήσαμε την προηγούμενη φορά. Επίσης, όσο μας επιτρέψει ο χρόνος της εκπομπής, θα αναφερθούμε και σε άλλα χωρία της Καινής Διαθήκης, που σχετίζονται με το θέμα της ψυχής και του Άδου, το οποίο άλλωστε υπήρξε και η αφορμή για να εξετάσουμε τη διδακτικότατη αυτή παραβολή του Κυρίου μας. Πριν όμως συνεχίσουμε από το σημείο που είχαμε σταματήσει την προηγούμενη φορά, ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στα σημαντικότερα σημεία της παραβολής, που μάλιστα σχετίζονται με το θέμα μας, και ας αρχίσουμε διαβάζοντας την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου σε μετάφραση, από το 16ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, στίχους 19-31:
«Υπήρχε κάποιος άνθρωπος πλούσιος, και φορούσε πορφύρα και λινά ενδύματα, δηλαδή ντυνόταν με ακριβά και υπερπολυτελή ρούχα και διασκέδαζε καθημερινά μεγαλοπρεπώς.
Ήταν δε και κάποιος φτωχός, που τον έλεγαν Λάζαρο, ο οποίος ήταν πεταγμένος κοντά στην εξώπορτα του πλουσίου γεμάτος από πληγές. Και επιθυμούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά σαν να μην έφθανε η στέρησις αυτή, επειδή ήταν σχεδόν γυμνός, έρχονταν οι σκύλοι και έγλυφαν τις πληγές του.
Συνέβη δε να πεθάνει ο φτωχός, και να μεταφερθεί υπό των αγγέλων στον κόλπο του Αβραάμ. Πέθανε δε και ο πλούσιος, και ετάφη.
Και στον Άδη που βρισκόταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του, και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά, και τον Λάζαρο να είναι στους κόλπους του. Και αυτός, φώναξε και είπε: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με! Και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό, και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι τυραννούμαι και πονώ μέσα σ’ αυτή τη φλόγα!».
Είπε δε ο Αβραάμ: «Παιδί μου, ενθυμήσου, ότι έλαβες με το παραπάνω τα αγαθά σου κατά τη διάρκεια της ζωής σου, και ο Λάζαρος παρομοίως τα κακά. Τώρα όμως, εδώ παρηγορείται, γι’ αυτά που άλλοτε υπέφερε, συ δε βασανίζεσαι. Και επί πλέον όλων αυτών, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς, έχει στερεωθεί μεγάλο βάραθρο, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ προς εσάς, να μη μπορούν να διαβούν, ούτε αυτοί που είναι από εκεί, να μπορούν να διαπεράσουν και να έλθουν προς εμάς».
Είπε δε ο πλούσιος: «Σε παρακαλώ λοιπόν Πάτερ, να στείλεις αυτόν, (δηλαδή τον Λάζαρο), στο σπίτι του πατέρα μου. Διότι έχω πέντε αδελφούς. Στείλε τον να τους βεβαιώσει ως αυτόπτης μάρτυς, για όσα συμβαίνουν εδώ, για να μην έρθουν και αυτοί σ’ αυτό τον τόπο των βασάνων».
Λέγει προς αυτόν ο Αβραάμ: «Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν εκείνους.
Αλλά εκείνος του είπε: «Όχι πάτερ Αβραάμ! Αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει προς αυτούς, τότε θα μετανοήσουν.
Είπε όμως σ’ αυτόν ο Αβραάμ: «Εάν δεν ακούν τον Μωυσή και τους προφήτες, ούτε και αν αναστηθεί κανείς εκ νεκρών θα πεισθούν» (Λουκάς 16/ιστ: 19 – 31).
 
2. Οι ωφέλειες της παραβολής
Από την παραβολή που μόλις διαβάσαμε μεταφρασμένη, έχουμε διπλή ωφέλεια: α. Διότι διδασκόμαστε από τα μηνύματα της παραβολής, ώστε να βελτιώσουμε τον τρόπο της ζωής μας, και β. Διότι σ’ αυτήν αναφέρει ο Κύριος πλήθος δογματικών διδασκαλιών περί ψυχής και περί Άδου, οι οποίες μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα ζητήματα αυτά και να απορρίψουμε τις σχετικές κακοδοξίες.
Πριν όμως να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες της παραβολής του Πλουσίου και του Λαζάρου, ας υπενθυμίσουμε μερικά γενικά στοιχεία περί παραβολών:
 
3. Οι παραβολές δεν είναι φανταστικοί μύθοι
Οι παραβολές, είναι ιστορίες που περιέχουν ή αναφέρονται σε εικόνες ή γεγονότα της πραγματικότητος, και χρησιμοποιούνται για διδακτικούς σκοπούς. Αυτή ακριβώς είναι και η ουσιαστική διαφορά τους από τους μύθους, ότι δηλαδή αντλούν το περιεχόμενό τους και τα επί μέρους στοιχεία τους, από την πραγματικότητα. Σε αντίθεση με τους μύθους, που περιλαμβάνουν ανύπαρκτα και φανταστικά στοιχεία. Δηλαδή, με απλούστερα λόγια, οι παραβολές είναι συνθέσεις πραγματικών, ή πραγματοποιήσιμων περιστατικών, με πραγματικά στοιχεία. Κάλλιστα λοιπόν, η ιστορία μιας παραβολής, είναι δυνατόν να συμβεί στην πραγματικότητα, ή ίσως να έχει ήδη συμβεί. Αντίθετα όμως, δεν είναι ποτέ δυνατόν να πραγματοποιηθεί ένας μύθος, επειδή ακριβώς περιλαμβάνει στοιχεία φανταστικά, ή αναφέρεται σε περιστατικά και καταστάσεις μη πραγματοποιήσιμες.
Ο Κύριος χρησιμοποίησε τις παραβολές ως μέσο για τη διδασκαλία του πλήθους, και όχι τους μύθους. Έτσι, καμία παραβολή που ανέφερε, δεν περιλαμβάνει στοιχεία μυθικά ή φανταστικά, ή ψευδή και απραγματοποίητα. Αντίθετα, τα θέματα των παραβολών τα άντλησε από την πραγματικότητα, και τα επί μέρους στοιχεία των παραβολών, είναι επίσης αληθινά ή πραγματοποιήσιμα. Οι παραβολές του Χριστού, είναι ιστορίες της καθημερινότητας, που αν δεν έχουν ήδη συμβεί, κάλλιστα μπορούν να συμβούν ως ιστορικά περιστατικά.
Η παραβολή του Σπορέως για παράδειγμα, αναφέρεται σε κάποιον Γεωργό, που σπέρνει τον σπόρο στο χωράφι. Μια ιστορία δανεισμένη από την καθημερινή πραγματικότητα. Και όλα όμως τα υπόλοιπα στοιχεία της παραβολής, είναι εξ’ ίσου αληθή και πραγματοποιήσιμα, ότι κάποιοι σπόροι έπεσαν στο δρόμο και τους έφαγαν τα πουλιά, άλλοι έπεσαν στο πετρώδες έδαφος, άλλοι ανάμεσα στα αγκάθια, και τέλος άλλοι έπεσαν σε καλό χώμα, και καρποφόρησαν. Όλα τα στοιχεία της παραβολής είναι πραγματικά, και τίποτα φανταστικό ή απραγματοποίητα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Όλα τα στοιχεία που την αποτελούν, και στα οποία αναφέρεται, είναι αληθή και όχι φανταστικά ή ψευδή.
Εύλογο είναι να ρωτήσετε, γιατί κάνουμε αυτή την εισαγωγή, αναλύοντας την έννοια «παραβολή». Ο λόγος είναι, ότι επειδή αναφέρεται στις έννοιες, ψυχή, Άδης, θάνατος, αιώνια βάσανα, έχει υποστεί σκληρές επιθέσεις από τους αιρετικούς εκείνους, που ερμηνεύουν τις έννοιες αυτές τελείως κακόδοξα, καθ’ ότι δεν εντάσσονται μέσα στο θεολογικό τους οικοδόμημα. Έτσι, όσοι για παράδειγμα δεν δέχονται ότι υπάρχει ψυχή, που επιβιώνει του θανάτου του ανθρωπίνου σώματος, ούτε Άδης, ως τόπος των ψυχών των νεκρών, ούτε κόλασις, όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, αυτοί προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποδείξουν ότι η παραβολή αυτή του Πλουσίου και του Λαζάρου, περιέχει φανταστικά ή ψευδή στοιχεία, και βάζουν όλα τους τα δυνατά, να τη χαρακτηρίσουν ως «μύθο». Μάλιστα, πολλοί προχωρούν ακόμα πιο πέρα, λέγοντας ότι ο Χριστός για να συνθέσει την παραβολή αυτή, δανείσθηκε τις δαιμονιώδεις ειδωλολατρικές αντιλήψεις της εποχής εκείνης, περί ψυχής και Άδου. Δεν διστάζουν, (όπως αντιλαμβάνεστε), να βλασφημούν βαρύτατα κατά του προσώπου του Υιού και Λόγου του Θεού, της Υποστατικής Σοφίας και Αλήθειας, υπονοώντας ότι ο Θεός δεν μπορούσε να βρει καλύτερο τρόπο να διδάξει τον κόσμο, αλλά τελικά χρειάσθηκε να καταφύγει στις ειδωλολατρικές δοξασίες, και στις διδασκαλίες τών δαιμονίων όπως λέγουν.
Αξίζει εδώ, να παρατηρήσει κανείς, πως όταν βρεθεί κάποιος εκτός της υγιούς διδασκαλίας της Εκκλησίας, και ακολουθήσει τους δρόμους της αιρέσεως και της πλάνης, είναι σαν να κατρακυλά σε μια ολισθηρή κατηφόρα, που τον οδηγεί είτε εκουσίως, είτε ακουσίως, στην βλασφημία εναντίον του Θεού.
Δεν διστάζουν λοιπόν να πουν, ότι ο Χριστός εξεδήλωσε αδυναμία, στο να βρει κάποιο πραγματικό παράδειγμα για να νουθετήσει τους Ιουδαίους και να τους διδάξει περί της Θείας Δικαιοσύνης και περί της μελλούσης κρίσεως, και αναγκάσθηκε να καταφύγει στις ειδωλολατρικές (κατά τη γνώμη τους), και δαιμονικές διδασκαλίες περί ψυχής και περί Άδου, και περί κόλπου του Αβραάμ και περί τόπου βασάνων. Αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς, (όπως είπαμε και προηγουμένως), αυτές οι έννοιες, ως στοιχεία της παραβολής, κάθε άλλο παρά ψευδείς και φανταστικές είναι, αλλά αντίθετα αληθινές και πραγματικές. Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, δεν είναι μύθος, αλλά παραβολή με πραγματικά στοιχεία και δεδομένα. Αντίθετα, μύθοι και ειδωλολατρικές δοξασίες, είναι οι αντιλήψεις των αιρετικών, που αντιτίθενται στην αλήθεια του Ευαγγελίου.
 
4. Φίλοι εκ τού Μαμμωνά τής αδικίας
Ο Χριστός, ανέφερε την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, σαν συνέχεια της διδασκαλίας του περί καλής και κακής χρήσης των επιγείων αγαθών. Λίγο ενωρίτερα, (Λουκάς 16/ιστ: 1-13), τους είχε αναφέρει την παραβολή του «Άδικου Οικονόμου», ο οποίος με τη συνετή χρήση των παρόντων αγαθών, (που στην ουσία ήταν περιουσία του Κυρίου του), κατάφερε να αποκτήσει φίλους, γεγονός για το οποίο τον επαίνεσε ο Κύριός του. (Λουκάς 16/ιστ: 8). Συνιστά λοιπόν ο Ιησούς στους ακροατάς του, «να ποιούν φίλους εκ του Μαμμωνά της αδικίας», (δηλαδή των χρημάτων και των άλλων υλικών αγαθών κατ’ επέκτασιν), «ίνα όταν εκλείπει, δέξονται υμάς, εις τας αιωνίους σκηνάς» (Λουκάς 16/ιστ: 9).
Μεταξύ των παρευρισκομένων, «ήταν και Φαρισαίοι, φιλάργυροι υπάρχοντες, (στίχος 14), και προς αυτούς κυρίως, αλλά και προς τους υπολοίπους, απηύθυνε την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Η παραβολή, δείχνει σαφώς τις ολέθριες και τραγικές συνέπειες της κακής χρήσης του πλούτου, σε αντιδιαστολή προς την προηγούμενη παραβολή του Άδικου Οικονόμου, και αποτελείται από δύο κυρίως σκηνές: Η πρώτη, εκτυλίσσεται επί της γης (στίχοι 19 – 22). Και η δεύτερη στον Άδη (στίχοι 23-31).
Η επίγεια σκηνή, περιλαμβάνει τέσσερεις εικόνες: Την ζωή του Πλουσίου, την ζωή του πτωχού Λαζάρου, τον θάνατο του δεύτερου και τον θάνατο του πρώτου.
Η εικόνα που δίνει ο Χριστός για τον πλούσιο, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου πολύ πλούσιου, που ζούσε μέσα στην κοσμικότητα, στην άνεση, στην τρυφή, τις απολαύσεις, τις διασκεδάσεις και τις συντροφιές.
Δεν μας αναφέρει ότι ήταν κλέφτης, ή μέθυσος, ή ότι τον πλούτο του τον απέκτησε κακώς, με δόλο, απάτες, τοκογλυφία, κλπ. Απλώς όμως, αφήνει να εννοήσουμε την αδιαφορία, τη σκληροκαρδία, την απονιά και την ασπλαχνία, που έδειχνε προς τον πτωχό και άρρωστο Λάζαρο, που ήταν παραπεταμένος στην εξώπορτα του σπιτιού του, και αργοπέθαινε από την πείνα, το κρύο, τις αρρώστιες και τις κακουχίες που τον είχαν χτυπήσει.
Αφήνει όμως σιωπηρά να εννοήσουμε, και τις αρετές του Λαζάρου, ο οποίος δεν φθονούσε, ούτε μνησικακούσε, ούτε κακολογούσε τους γύρω του, και ιδιαίτερα τον πλούσιο, για την αδιαφορία και την ασπλαχνία που του έδειχναν. Ούτε όμως εμέμφετο και βλασφημούσε τον Θεό για τα τόσα κακά που τον είχαν βρει, ούτε και τον θεωρούσε υπεύθυνο. Αντίθετα, με καρτερία, ανδρεία, ανεξικακία, πίστη και ελπίδα, υπέμενε όχι μόνο τους αφόρητους και δυσβάστακτους σωματικούς κόπους και βάσανα, αλλά και την έσχατη ταπείνωση, και εγκατάλειψη που υπέφερε από τους συνανθρώπους του.

5. Αλλαγή κατάστασης
Αφού λοιπόν έζησε ο φτωχός Λάζαρος ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του, κάτω από αυτές τις τραγικές συνθήκες, και δεν αναπαύτηκε ούτε ανακουφίστηκε έστω και για λίγο, μας λέει ο Κύριος στην παραβολή ότι πέθανε. Από τη στιγμή όμως του θανάτου του, τα πράγματα αλλάζουν τελείως γι’ αυτόν:
«Εγένετο δε, αποθανείν τον πτωχόν, και απενεχθείναι αυτόν υπό των αγγέλων, εις τον Κόλπον του Αβραάμ» (Συνέβη δε, να πεθάνει ο πτωχός, και να μεταφερθεί υπό των αγγέλων στον κόλπο του Αβραάμ). (Λουκάς 16/ιστ: 22). Η ζωή του, (μας λέει σαφώς ο Κύριος), δεν σταματά στον σωματικό θάνατο, αλλά αντίθετα συνεχίζει, και μάλιστα κατά τον καλύτερο τρόπο για τον φτωχό Λάζαρο.
Ο Χριστός λέγει, ότι όταν πέθανε ο πτωχός, «αυτός», (δηλαδή ο εαυτός του, ολόκληρη η προσωπικότητά του, ή η ψυχή του, όπως θα έλεγε διαφορετικά), μετεφέρθη υπό των αγγέλων στον Κόλπο του Αβραάμ. Αν η ψυχή δεν επεβίωνε του σωματικού θανάτου, αλλά μια τέτοια αντίληψη ήταν ειδωλολατρική δοξασία, (όπως από πλάνη και κακόδοξα ισχυρίζονται οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι άλλοι θνητοψυχίτες), τότε για κανένα λόγο δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο ο Κύριος, ούτε φυσικά θα προωθούσε δαιμονικές διδασκαλίες, απλώς για να δείξει τις αλλαγές που συμβαίνουν στις τάξεις των Φαρισαίων και του λαού, (όπως παρερμηνεύουν οι εν λόγω αιρετικοί). Δεν θα έλεγε μάλιστα ο Κύριος και τις λεπτομέρειες που ακολουθούσαν τον θάνατο, ότι αφ’ ενός η ψυχή του δικαίου Λαζάρου μεταφέρθηκε υπό των αγγέλων, και αφ’ ετέρου ότι κατέληξε στον Κόλπο, (δηλαδή στην αγκαλιά) του πατριάρχου Αβραάμ.

6. Σαφείς δηλώσεις περί ψυχής
Ας προσέξουμε λοιπόν, τρία πράγματα που δηλώνει ο Κύριος, σε σχέση με την ψυχή του δικαίου Λαζάρου:
Πρώτον, ότι όταν πέθανε, η ψυχή του επεβίωσε του σωματικού θανάτου, και μάλιστα χαρακτηρίσθηκε από τον Κύριο, ως ο ίδιος ο Λάζαρος, δηλαδή ο εαυτός του, η υπόστασίς του, το «είναι» του, η ύπαρξή του, «αυτός», για να χρησιμοποιήσουμε την ίδια λέξη του Χριστού.
Δεύτερον, ότι η ψυχή του αυτή, οδηγήθηκε στην άλλη ζωή, από τιμητική συνοδεία αγγέλων. Για τους οποίους ακριβώς η Γραφή λέγει, ότι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα, δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβραίους 1/α: 14). Διακονούν λοιπόν τις ψυχές των δικαίων, όταν αυτές αποχωρίζονται τα οικεία τους σώματα και τις μεταφέρουν στον τόπο της ουρανίου Μακαριότητος.
Τρίτον, ότι η ψυχή του δικαίου Λαζάρου, μετεφέρθη στον Κόλπο του Αβραάμ.
Τι είναι όμως ο «κόλπος», ή η αγκαλιά του Αβραάμ όπου εκεί μετεφέρθη ο πτωχός αλλά δίκαιος Λάζαρος, και ποια ήταν η γνώμη των ακροατών του Χριστού γι’ αυτό τον τόπο;
Ήδη για τον κόλπο του Αβραάμ, είχαμε κάνει λόγο και στην προηγούμενη εκπομπή, σήμερα όμως θα επεκταθούμε λίγο περισσότερο.
 
7. Η πίστη τών Εβραίων περί Κόλπου τού Αβραάμ
Μέχρι τώρα, είδαμε ότι οι Εβραίοι πλην των Σαδδουκαίων της εποχής του Χριστού, πίστευαν ανέκαθεν ότι οι ψυχές των δικαίων που ευαρεστούν τον Θεό, οδηγούνται σ’ έναν τόπο θείας μακαριότητος, όπου υπάρχουν οι ψυχές των προαποθανώντων δικαίων, και τις υποδέχονται προεξάρχοντος του Αβραάμ και των άλλων πατριαρχών.
Έτσι, διαβάσαμε για το μαρτύριο των επτά αδελφών, του πνευματικού τους πατέρα και της μητέρας των, από τον αντίθεο βασιλιά Αντίοχο τον Επιφανή, ότι η ελπίδα τους ήταν η εξής: «Ούτως γαρ, (δηλαδή με τέτοιο τρόπο) θανόντας ημάς, Αβραάμ, και Ισαάκ και Ιακώβ, υποδέξωνται εις τους κόλπους αυτών, και πάντες οι πατέρες επαινέσουσι. (Διότι, όταν πεθάνουμε κατ’ αυτό τον τρόπο, δηλαδή με μαρτύριο προς χάριν της πίστεως στον Θεό, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, θα μας υποδεχθούν στους κόλπους τους, και όλοι οι προαποθανόντες πατέρες θα μας επαινέσουν) (Δ΄ Μακκαβαίων 13/ιγ: 17).
Είναι λοιπόν σαφής η πίστη των Εβραίων της προ Χριστού εποχής, ότι οι ψυχές των πατέρων ζουν, και μάλιστα υποδέχονται και τις ψυχές των δικαίων μόλις αυτοί πεθάνουν σωματικά.

8. Μαρτυρίες τής Αγίας Γραφής περί ψυχής και Άδη
Χαρακτηριστικά όμως, και ανάλογα της παραβολής του Πλουσίου και του Λαζάρου, είναι και τα κεφάλαια β και γ του βιβλίου της Σοφίας Σολομώντος. Αντιπροσωπευτικά διαβάζουμε τους στίχους 1-4, του 3ου κεφαλαίου του βιβλίου: «Δικαίων δε ψυχαί, εν χειρί Θεού, και ου μη άψηται αυτών βάσανος. Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, και ελογίσθη κάκκωσις η έξοδος αυτών, και η αφ’ ημών πορεία σύντριμμα, οι δε, εισιν εν ειρήνη. Και γαρ, ενόψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης». (Των δικαίων οι ψυχές βρίσκονται στα χέρια του Θεού και δεν πρόκειται να τις αγγίξει βάσανος. Φάνηκαν στα μάτια των αφρόνων ότι πέθαναν, και θεωρήθηκε ο θάνατός τους τιμωρία, και συντριβή η αναχώρισίς τους από αυτή τη ζωή. Ακριβώς όπως και ο θάνατος του Λαζάρου μέσα στην πείνα, τη στέρηση, τη μιζέρια και την αρρώστια. Αυτοί όμως ζουν ειρηνικά. Διότι έστω και αν φαίνεται στου ανθρώπους ότι τιμωρήθηκαν, το αποτέλεσμα της ελπίδας τους είναι πλήρες αθανασίας). (Σοφία Σολομώντος 3/γ: 1-4).
Όμως η ίδια ελπίδα και πίστη επικρατούσε και στην εποχή του Χριστού. Γι’ αυτό και ο Χριστός ήλεγξε τους Σαδδουκαίους, που μόνοι αυτοί δεν πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και στην Ανάσταση. «Σαδδουκαίοι μεν γαρ λέγουσιν μη είναι ανάστασιν, μήτε άγγελον, μήτε πνεύμα, (δηλαδή ασώματη ψυχή), Φαρισαίοι δε, ομολογούσιν τα αμφότερα (Πράξεις 23/κγ: 8). Και μάλιστα τους ήλεγξε ο Κύριος λέγοντάς τους: «Ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υμίν υπό του Θεού λέγοντος: “Εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ, και ο Θεός Ισαάκ, και ο Θεός Ιακώβ”; Ουκ εσίν ο Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματθαίος 22/κβ: 31,32).
Με άλλα λόγια, τους απεδείκνυε ότι ο Αβραάμ, και ο Ισαάκ, και ο Ιακώβ, δεν ήταν πεθαμένοι, διότι τότε θα συστηνόταν ο Θεός επικαλούμενος νεκρούς, αλλά αντίθετα οι πατριάρχες ήταν ζωντανοί. Ζωντανός επίσης ήταν ο Μωυσής, έστω και αν είχε σωματικά πεθάνει, όταν φάνηκε μαζί με τον προφήτη Ηλία στο όρος Θαβώρ, κατά την μεταμόρφωση του Σωτήρος και συνομιλούσαν. Δεν ήταν φαντασιοπληξία των μαθητών, ούτε οπτική απάτη, ούτε μαγικό τρυκ, διότι ο Θεός δεν χρησιμοποιεί τέτοια μέσα. Και δεν εξεπλάγησαν καθόλου οι μαθηταί, αλλά αντίθετα ο Πέτρος, πρότεινε να του φτιάξουν σκηνή για να μείνει. Ήταν λοιπόν σαφής και ορθή η αντίληψη των Εβραίων περί αθάνατης ψυχής, (όχι φύσει, αλλά Χάριτι Θεού), και βεβαίως η ίδια αντίληψη και διδασκαλία, εκηρύττετο και από τον Χριστό, αλλά και αργότερα από τους μαθητάς του.
Έτσι, στην προς Εβραίους επιστολή διαβάζουμε: «αλλά προσεληλύθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων, πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων, και κριτή Θεώ πάντων, και πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων» (Εβραίους 12/ιβ: 22,23).
Στο χωρίο αυτό, ο ιερός συγγραφέας, κατονομάζει τις ασύγκριτες υπεροχές της Καινής Διαθήκης από την Παλαιά, και τις τιμές που απολαμβάνει όποιος συγκαταλέγεται ως μέτοχός της. Λέγει λοιπόν για όσους προσέρχονται στην Εκκλησία, ότι προσέρχονται στο όρος Σιών, στην επουράνια Ιερουσαλήμ που είναι η πόλη του Θεού του Ζώντος, και σε πανήγυρη μυριάδων αγγέλων, και σε Εκκλησία πρωτοτόκων, που τα ονόματά τους είναι γραμμένα στους ουρανούς, και σε πνεύματα δικαίων τετελειωμένων». Αυτά δεν είναι άλλα, από τις ψυχές των δικαίων, που έχουν πεθάνει μεν σωματικά, ευρίσκονται όμως τελειωθέντες ως προς την αρετή, κοντά στον Θεό. «Πνεύματα δικαίων τελελειωμένων».
Αυτές λοιπόν οι ψυχές, με κύριο εκπρόσωπο τον πατέρα της πίστεως, τον πατριάρχη των Εβραίων τον Αβραάμ, υπεδέχθησαν την ψυχή του δικαίου Λαζάρου της παραβολής.
 
9. Τι συνέβη με την ψυχή τού πλουσίου
Αλλά τι άραγε συνέβη με την ψυχή του άσπλαχνου πλουσίου;
Αυτή βρέθηκε στον Άδη, και υπέφερε διαρκή και ασταμάτητα βάσανα και οδύνες. Όχι μόνο δεν τη συνόδευσαν τιμητικά άγγελοι, αλλά ούτε και την υποδέχθηκε ο Αβραάμ στον τόπο της ουρανίου τρυφής. Το γιατί, το αναλύει στη συνέχεια της παραβολής ο Ίδιος ο Ιησούς.
Ας αναζητήσουμε όμως προκαταβολικά την αιτία, συνδυάζοντας και την προηγούμενη παραβολή του Χριστού:
Ο Θεός, στέλνοντας τον πτωχό Λάζαρο στο σπίτι του πλουσίου, παρείχε στον πλούσιο μια σπάνια ευκαιρία: Να αποκτήσει έναν φίλο εκ του Μαμωνά της αδικίας, δηλαδή μέσω του πλούτου του. Διότι με τόσο πλούτο που είχε, τι θα ζημιωνόταν, αν έδινε και ένα κομμάτι ψωμί στον φτωχό Λάζαρο και τον περιποιόταν λιγάκι; Τόσο πολλά ξόδευε για το ντύσιμό του, αλλά ακόμη και για να παραθέτει πλούσια και πολυτελή δείπνα, επί καθημερινής βάσεως, στους πιθανότατα εξ’ ίσου πλούσιους φίλους του. Η ζημία του θα ήταν ευτελής, και ασήμαντη. Σχεδόν μηδενική. Το κέρδος του όμως τεράστιο. Διότι θα έκανε φίλο του τον Λάζαρο, και εκείνος με τη σειρά του, θα τον υποδεχόταν στην άλλη ζωή, στον τόπο που βρισκόταν, στον κόλπο του Αβραάμ. Διότι, αν εδώ μιλεί παραβολικά ο Κύριος, στον στίχο 9 δεν μιλεί καθόλου παραβολικά. Αλλά συνοψίζει το συμπέρασμα που εξάγεται από την παραβολή του άδικου, όμως συνετού οικονόμου, ο οποίος με ξένα χρήματα απέκτησε φίλους.
Λέγει λοιπόν τα εξής: «Κι εγώ υμίν λέγω, εαυτοίς ποιήσατε φίλους εκ τους Μαμμωνά της αδικίας. Ίνα όταν εκλείπει, δέξονται υμάς, εις τους αιωνίους σκηνάς». (Και εγώ σας λέγω, κάνετε στους εαυτούς σας φίλους, μέσω των χρημάτων, ούτως ώστε, όταν αυτά λείψουν, αυτοί σας οι φίλοι, να σας υποδεχθούν εις τις αιώνιες σκηνές). (Λουκάς 16/ιστ: 9).
Φανερά, ο Μαμμωνάς της αδικίας, είναι τα χρήματα, και γενικότερα όλα τα υλικά αγαθά που έχει επιτρέψει ο Θεός να διαχειριζόμαστε, και που δεν ανήκουν σ’ εμάς, αλλά σ’ εκείνον. Οι φίλοι που αποκτούμε με αυτά, είναι όλοι όσοι δέχονται απ’ αυτά ελεημοσύνη. Τα χρήματα εκλείπουν, δηλαδή παύουν να υπάρχουν για τον καθέναν από εμάς, όταν εγκαταλείπουμε τον παρόντα κόσμο.

10. Οι αιώνιες σκηνές
Ποιες είναι όμως οι «αιώνιες σκηνές», που αναφέρει ο Κύριος;
Ασφαλώς, ο τόπος που στη συνέχεια ονομάζει: «Κόλπο του Αβραάμ». Θα μπορούσε λοιπόν ο πλούσιος της παραβολής, χωρίς φανερή ζημία, να ελεούσε τον φτωχό Λάζαρο, και έτσι στον καιρό της εξόδου του, δηλαδή τότε που η ψυχή του θα εγκατέλειπε το σώμα του δια του θανάτου, θα είχε έναν φίλο, που θα την υποδεχόταν στις αιώνιες σκηνές, (στον κόλπο του Αβραάμ), και δεν θα πήγαινε έρημη και κακήν κακώς, στον τόπο των βασάνων.
Τονίζουμε για μια ακόμη φορά, ότι ο «Κόλπος του Αβραάμ», δεν είναι μια αφηρημένη και μυθική κατάσταση, όπως θα ήθελαν οι αιρετικοί, αλλά ο Ίδιος ο Κύριος, ακολουθώντας την ορθή (στο σημείο αυτό), Ιουδαϊκή παράδοση, τον συνδέει άμεσα με τις «αιώνιες σκηνές», μια φράση που της προσδίδει πραγματική έννοια, για να προσδιορίσει τον τόπο της αιωνίου μακαριότητος.
Ας δούμε όμως στον χρόνο που μας απομένει, και μερικά ακόμα στοιχεία της παραβολής:
Στη συνέχεια ο Ιησούς αναφέρει δύο συνδιαλέξεις: Μία για την τύχη του πλουσίου, (στίχοι 23-26), και μία για την τύχη των αδελφών του (στίχοι 27-31).
«Και εν τω Άδη, επάρας τους οφθαλμούς αυτού, (αφού σήκωσε τα μάτια του), υπάρχων εν βασάνοις, ορά, (βλέπει), Αβραάμ από μακρόθεν, και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (στίχος 23).
«Ο Πλούσιος λοιπόν από την τρυφή, οδηγήθηκε στην Κόλαση. Από την άνεση στα βάσανα. Από την δόξα, στην ατιμία. Από το φως στο σκοτάδι», (μας λέγει ο άγιος Κύριλλος). Και συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, λέγοντας, ότι «όπως ενωρίτερα βασανιζόταν ο Λάζαρος, στην εξώπορτα του Πλουσίου, βλέποντας τα ξένα αγαθά, έτσι και τώρα, ο πλούσιος βασανιζόταν σκληρότερα, βλέποντας την τρυφή του Λαζάρου, ενώ ο ίδιος ευρισκόταν στον σκοτεινό και αφόρητο τόπο του Άδη.
Η αντιπαράθεση των καταστάσεων, κάνει την κόλαση και τα βάσανα πολύ χειρότερα και εντονότερα. Παρόμοια και ο Αδάμ, μετά την πτώση και την έξωσή του από τον Παράδεισο, καθόταν απέναντι του Παραδείσου, και κοιτώντας τι απώλεσε με την παρακοή, επέτεινε την απελπιστική του κατάσταση, και μεγάλωνε την λύπη του και τον ψυχικό του πόνο.
Φανερό είναι και στα λόγια αυτά του Χριστού, ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου, (αυτό που αλλού ονομάζεται ψυχή), διατηρείται στο σύνολό της σε ύπαρξη, μετά τον σωματικό θάνατο, και μάλιστα κατά τρόπο τελείως παράδοξο, και εντελώς άγνωστο σ’ εμάς, διατηρεί τις αντιληπτικές της δυνάμεις, και κατά τρόπο ακατάληπτο, ευφραίνεται ή οδυνάται από τα βάσανα, αλλά και αντιλαμβάνεται, γνωρίζει, επικοινωνεί, σκέπτεται, θυμάται την επίγεια ζωή και τις λεπτομέρειές της, κλπ.
Βέβαια για να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε αυτό το μυστήριο, ο Κύριος χρησιμοποιεί ανθρωπομοφικές εκφράσεις για τις ανθρώπινες ψυχές, όπως για παράδειγμα λέγει, ότι ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του και είδε, ενώ πολύ καλά γνωρίζουμε ότι αυτά έλιωναν στον τάφο. Όμως αυτή, είναι κοινή πρακτική του Χριστού, όπως και των υπολοίπων θεοπνεύστων συγγραφέων, να χρησιμοποιούν ανθρωπομορφικές εκφράσεις, όχι μόνον για τις ψυχές, αλλά και για τις υπόλοιπες πνευματικές υπάρξεις, όπως είναι οι άγγελοι, ακόμα και για το υπέρτατο πνεύμα, τον Θεό, λέγοντας ότι ο Θεός έχει χέρια, δάκτυλα, στόμα, κλπ.
 
11. Αμετανοησία
Και φωνάζει ο Πλούσιος στην τραγική κατάσταση που βρίσκεται: «Και αυτός φωνήσας, είπεν: Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος, και καταψύξει την γλώσσα μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (στίχος 24).
Αποκαλεί τον Αβραάμ «πατέρα», όπως και οι Φαρισαίοι. Από πού και ως πού; Αν ήταν πατέρας του, θα ποιούσε και τα έργα του Αβραάμ. (Ιωάννης 8/η: 39-41). Η οδύνη και η βάσανος ταλαιπωρούσε τον πλούσιο. Και μη έχοντας θάρρος να απευθυνθεί στον Λάζαρο, που προηγουμένως αποστρεφόταν και εβδελύττετο, ικετεύει τον Αβραάμ:
«Είπε δε Αβραάμ: Τέκνον, μνήσθιτι, ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά. Νυν δε ώδε, παρακαλείται, συ δε ωδυνάσαι (στίχος 25).
Ας προσέξουμε, την αγία ψυχή τον Αβραάμ. Δεν του λέει: «Απάνθρωπε και άσπλαχνε, και ωμέ και παμπόνηρε…» αλλά τον αποκαλεί «τέκνο». Δεν του λέει: «Τώρα θυμήθηκες την φιλανθρωπία και τη συγνώμη;» Αλλά του αποκρίνεται με συμπάθεια. Ωστόσο, του υπενθυμίζει τη Θεία Δικαιοσύνη. Ας προσέξουμε ότι τον προσκαλεί να θυμηθεί τα γεγονότα της επιγείου ζωής. Η μνήμη, όχι μόνον δεν έχει εγκαταλείψει τις ψυχές, αλλά μάλλον λειτουργεί ταχύτερα και ακριβέστερα τώρα.
Στη συνέχεια ο πλούσιος, αφού βλέπει ότι δεν μπορεί να μεταβάλλει την κατάστασή του, δείχνει όψιμο ενδιαφέρον για τους αδελφούς του, που βρίσκονται στο πατρικό του σπίτι εν ζωή. Μ’ αυτά όμως τα λόγια, δείχνει ότι κι εκείνοι είναι ασεβείς, και αδιαφορούν για τον Θεό και περιπαίζουν τον λόγο Του. Μένουν ασυγκίνητοι και αδιάφοροι στις προειδοποιήσεις της Αγίας Γραφής, και επιδίδονται σε ανάλογα έργα, όπως και ο Πλούσιος.
Στην απάντηση του Αβραάμ, ότι έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες, ο δε είπεν; «Ουχί πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις από νεκρών πορευθεί προς αυτούς, μετανοήσουσιν» (στίχος 30). Παρατηρήστε, πώς παραμένει αδιόρθωτος, διότι η αίτησίς του, δηλώνει ότι δεν θεωρεί τον Θεό αρκούντως φιλάνθρωπο, ούτε σοφό, ώστε να επιλέξει τα κατάλληλα μέσα σωτηρίας. Παράλληλα όμως η αίτησή του αυτή, εμπεριέχει και το στοιχείο της προσωπικής δικαιολογίας, ότι δήθεν τα μέσα της διδασκαλίας και νουθεσίας που είχε, δεν ήταν αρκετά. Πίσω από την κολακευτική προσφώνηση «Πάτερ Αβραάμ», κρύβεται η άρνηση και η αντίρρηση, και η ένσταση στο Θείο Θέλημα.
Ο Αβραάμ όμως του λέγει, ότι «αν δεν ακούσουν τον Μωυσή και τους Προφήτες, ούτε κι αν κάποιος αναστηθεί εκ νεκρών θα πιστέψουν». Και αυτό το λέγει προφητικά ο Χριστός, διότι όταν ανέστησε λίγο προ του πάθους του τον φίλο του Λάζαρο, όχι μόνο δεν πίστεψαν οι Φαρισαίοι, αλλά αντίθετα ζητούσαν να σκοτώσουν και τον Χριστό και τον Λάζαρο. «Συνεβουλεύθησαν δε οι αρχιερείς, δια να θανατώσωσι και τον Λάζαρο» (Ιωάννου 12/ιβ: 9-11).
Συνοψίζοντας λοιπόν, παρατηρούμε σαφώς, πως η γνήσια Χριστιανική διδασκαλία, και όπως εκφράζεται μέσα από την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, αναφέρεται στην ψυχή του ανθρώπου ως ζώσα μετά τον θάνατο, και μάλιστα υποστασιάζοντας ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου, και διατηρώντας όλες τις δυνάμεις αντιλήψεως, επικοινωνίας, μνήμης, κλπ.
 
Απομαγνητοφώνηση Ν.Μ.

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ ΘΛΙΨΕΩΝ Ευαγγελικό ανάγνωσμα Κυριακή Ε' Λουκά (Λουκ. ΙΣΤ' 19-31)


 

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ ΘΛΙΨΕΩΝ
Ευαγγελικό ανάγνωσμα
Κυριακή Ε' Λουκά
(Λουκ. ΙΣΤ' 19-31)


Ουδένα ίσως άλλο πάθος έχει τόση δύναμη και ουδένα άλλο ριζώνει τόσο βαθιά στην ψυχή τού ανθρώπου όσο το πάθος του πλουτισμού που τις περισσότερες φορές εμφανίζεται ως δίδυμο με αυτό της φιληδονίας.
Πρόκειται όντως περί ισχυροτάτου πειρασμού, αφού αρκετές φορές ο Χριστός και ολόκληρη η γραφή κάνουν λόγο για την αρνητική δύναμη και έλξη τού πλούτου. Την δύναμη που τελικώς οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια. Αυτό δηλ. που βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή τής παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου. Μια παραβολή πολύ χαρακτηριστική την οποία όλοι μας έχουμε ακούσει αρκετές φορές, αλλά σε οποιαδήποτε οικονομική κατάσταση κι αν βρισκόμαστε αρνούμαστε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα ότι ο πλούτος, η σπατάλη και η περιφρόνηση προς τις ανάγκες των αδελφών ευτελίζουν την ανθρωπίνη προσωπικότητα, αποσαθρώνουν τον κοινωνικό ιστό και τελικώς κάνουν τον άνθρωπο, ιδίως τον πλούσιο να χάνει τον προορισμό του.
Αλλά χρειάζεται να σταθούμε για λίγο. Να σταθούμε και να μελετήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί δηλ. ο άνθρωπος σε οποιαδήποτε εποχή κι αν ζει και σε οποιοδήποτε γεωγραφικό στίγμα κι αν βρίσκεται, τελικώς κινδυνεύει να κολλήσει στον πλούτο με όλα του τα παρελκόμενα.
Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει τον άνθρωπο να προσκολλάται σε τέτοιο βαθμό επάνω στο άψυχο χρήμα και στην καλοπέραση; Δοθέντος ότι εάν λείπει το πρώτο, απουσιάζει θέλοντας και μη και το δεύτερο. Οι λόγοι είναι πολλοί και προσεγγίζουν τον καθένα. Και πρώτα απ' όλα. Από μόνος του και με τις πτωχές του δυνάμεις ο άνθρωπος αισθάνεται πάντοτε ένα φόβο. Φόβο, τόσο για το παρόν, όσο και για το μέλλον που ανοίγει ή που νομίζει ότι ανοίγει εμπρός του. Αυτός λοιπόν ο φόβος τον οδηγεί στην ανάγκη να πιαστεί από κάπου.
Από κάπου όπου θα εξασφαλίζει την σταθερότητα όντας το ίδιο σταθερό και αμετάπτωτο. Και απ' εδώ ξεκινά η αρχή της πλάνης. Από του σημείου αυτού η αράχνη τού πλούτου τυλίγει τον ιστό της γύρω από την ύπαρξη που μαγνητίστηκε και αυτοεγκλωβίστηκε στο λάγνο βλέμμα τής αισχρής χρηματικής περιουσίας.
Αλλά ενός κακού δοθέντος, μύρια έπονται. Επειδή η καρδιά είναι αδύνατον να ζει και να βιώνει τον κατακερματισμό μέσα από παράλληλες αγάπες, ο φόβος, που δίχως να το κατανοεί και ο ίδιος ο προσβαλλόμενος, προϊόντος του χρόνου μεταβάλλεται σε “αγάπη”, δηλ. σε “αλκοολίκι τού χρήματος” και του παράλογου πλουτισμού. Όμως, λόγω του ότι ο πλούτος ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια τού κατέχοντος αυτόν, ευκολότερα απ' ότι διαφεύγει το χέλι, τώρα περνά ο άνθρωπος σ' ένα άλλο επίπεδο που τον ρίχνει σε σκοτεινότερο βάραθρο. Στον ταυτόχρονο φόβο και αγάπη τής περιουσίας του. Όσο περισσότερο αγκιστρώνεται επάνω της και την περιπτύσσει με την αγάπη του, τόσο περισσότερο βαθαίνει ο φόβος μέσα του μήπως και τυχόν χαθεί αυτός ο πλουτισμός. Αλλά το σημείο τούτο είναι που φέρει και τον πλήρη σκοτισμό τού νοός. Η δε καρδιά περνά σε μια παρά φύσιν αγάπη του φευγαλέου χρήματος και η βούληση σέρνει τον πλεγματικό άνθρωπο σε αντικρουόμενες καταστάσεις. Στο να καταπατά κάθε ιερό και όσιο για την αύξηση της περιουσίας σε κινητά και ακίνητα, ταυτοχρόνως δε τον προωθεί σε ακατάσχετη διασκέδαση και σε ακόρεστη απόλαυση αφού όπως βλέπει, ο χρόνος περνά (ο χρόνος είναι χρήμα) και φεύγει σαν το τρεχούμενο νερό. Επομένως, αφού δεν γνωρίζει εάν και αύριο θα ζει ώστε να “απολαύσει”, να οργιάσει και να αποκτήσει ακόμα περισσότερα, φαντάζεται κανείς, ή μάλλον είναι αδύνατον να φανταστεί το ψυχικό δράμα τού ανθρώπου αυτού.
Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση, βρίσκεται και ο πλούσιος που μας περιγράφει η ευαγγελική παραβολή.
Βεβαίως, για τα θύματα αυτά του πλουτισμού δεν υπάρχει κάποιος φραγμός. Οι δυστυχισμένοι που όχι μόνο κείτονται “προς τον πυλώνα αυτού”, οι “Λάζαροι” δηλ. που “επιθυμούν χορτασθήναι από των ψιχίων τών πιπτόντων από της τραπέζης”, ίσως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από άλλους ταλαίπωρους. Από αυτά δηλ. τα πτώματα που ποδοπατήθηκαν για να ανέλθουν αυτοί οι “επιτυχημένοι”. Οι έχοντες “κοινωνική επιφάνεια” και αποθεματικά κεφάλαια, οι πλούσιοι και βεβαίως βεβαίως (οι κατά κόσμον) ευυπόληπτοι πολίτες.
Αλλά σε αυτή την κατάσταση όταν φθάσει ο πλούσιος “άνθρωπος”, εάν θέλει να είναι συνεπής θεράπων του χρήματος, δεν μπορεί να σταματήσει. Υποχρεωτικώς θα περάσει και σε άλλη “κλίμακα” οικονομικής στρατηγικής και ιδίως συμπεριφοράς. Αν ανοίξουμε έστω και για ελάχιστα τούτο το σκοτεινό παραπέτασμα, θα αντικρίσουμε αυτούς που στα χέρια τους κρατούν το παγκόσμιο κεφάλαιο. Μπροστά δε σε αυτούς που έχουν κατορθώσει να ξεριζώσουν την καρδιά τους και στην θέση της να μεταμοσχεύσουν τα διεθνή χρηματιστήρια, οι “πλούσιοι” της κάθε κοινωνικής ομάδας και της κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα πειθήνια όργανα και οι μαριονέτες στα χέρια των μεγάλων κυρίων. Αναγκαία δε προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στο club των πλουσίων είναι η ευπειθής συμπεριφορά προς τα μεγάλα αφεντικά, ό εστί μεθερμηνευόμενον η γλοιώδης συμπεριφορά με την ισόβια κάμψη τής σπονδυλικής στήλης (ως η συγκύπτουσα του ευαγγελίου) και φυσικά η υπακοή έως θανάτου, αφού... “υπάρχουν και τα ατυχήματα”...
Εδώ φυσικά δεν μπορεί να σταθεί ούτε πίστη στον Θεό, ούτε ιδανικά, ούτε καν ευρωπαϊκός ανθρωπισμός. Τίποτε απολύτως δεν συγκινούν τα χρηματιστηριακά σπλάχνα των ανθρώπων που ως υπηρέτες τού μαμωνά χρησιμοποιούν κάποιες φορές εκφράσεις περί πτωχείας και ανθρωπιστικών αναγκών που δε συγκινούν παρά μόνον τους αφελείς. Και αφελείς υπάρχουν σε όλους τους χώρους. Ίσως δε οι περισσότερο αφελείς να είναι αυτοί που στον χώρο της εκκλησίας πιστεύουν ότι είναι ποτέ δυνατόν να συνυπάρξουν Χριστός και μαμωνάς.
Όσον αφορά τώρα τις συναντήσεις και τις κομψές συζητήσεις των μεγιστάνων του πλούτου που διαθέτουν ακόμα και “τράπεζες του Αγίου Πνεύματος” με ψηφοθήρες ποικίλων αποχρώσεων, που ουδέποτε φυσικά αισθάνθηκαν την βάσανο της πείνας, συζητήσεις περί αγώνων “ενάντια στη φτώχεια”, περί “αξιοπρέπειας των ανθρώπων” και περί “δομικής αιτίας της φτώχειας, που είναι η άνιση διανομή τού εισοδήματος και η “ασυδοσία των χρηματοπιστωτικών αγορών”, αυτά δεν είναι παρά καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις.
Παραστάσεις που επί της ουσίας αναπαράγουν σε διαφορετικά σκηνικά τα ίδια και απαράλλακτα κοινωνικά δράματα, αφού επιτέλους κανένας από τους συνομιλητές αυτούς δεν αποδέχεται τον Χριστό και άρα εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Τον πτωχό Λάζαρο της εποχής μας, ο οποίος γεμάτος πληγές και φρικτά παραπεταμένος στέκει έξω από την πόρτα των θεσμοποιημένων αρχών και των πυλώνων της εξουσίας, προσμένοντας κάποια ψίχουλα ή την “μεγάλη παρηγοριά, την ανακούφιση του θανάτου”, όπως συγκλονιστικά καταγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε.
Οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού”.
Αλλά υφίσταται και μεγαλύτερο δράμα. Ποιό είναι αυτό; Ότι οι άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί δεν θέλουν να εννοήσουν ότι η πραγματικότητα δεν σταματά μπροστά στον θάνατο.
Η δεύτερη πράξη της παραβολής, που μας μεταφέρει στο “μετά ταύτα...”, αποκαλύπτει την όλη πραγματικότητα. Τόσο την θετική του Λαζάρου, όσο και την αρνητική τού άσπλαγχνου πλούσιου.
Βεβαίως, ο Λάζαρος δεν βρέθηκε “εις τον κόλπον του Αβραάμ” διότι απλώς ήταν πτωχός, αλλά διότι γνώριζε να “διαχειρίζεται” τη δυστυχία του, υπομένοντας και προσκαρτερώντας. Φαίνεται πως η συντροφιά που του κρατούσαν οι σκύλοι (για ν' αποδειχθεί ότι κάποιες φορές τα ζώα έχουν περισσότερο ανθρωπισμό από τα κτήνη – ανθρώπους), τον βοηθούσε ώστε να φιλοσοφήσει την αλήθεια και να δει την ζωή στις σωστές της διαστάσεις, καλλιεργώντας δια της υπομονής την ελπίδα. Αντιθέτως, ο πλούσιος μέσα στο πολύπλευρο άγχος του και στην τρέλα που τον περικύκλωνε, τόσο στο να μη χάσει αλλά και να αυξήσει τον άψυχο εραστή του, όσο και στο να απολαύσει τις ηδονές τής σαρκός, είχε ξεχάσει πως ήταν κι αυτός άνθρωπος ομοιοπαθής προς τους άλλους ανθρώπους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κλείνει ερμητικά τα αυτιά του στο κήρυγμα περί της άλλης ζωής που αναμένει τον καθένα μας. Και τούτο διότι ο ήχος τού χρυσού, η θέα τού ευρώ και των δολλαρίων αλλά και οποιασδήποτε άλλης χρηματικής μονάδας, εξουδετερώνει όχι μόνο τον ισχνόφωνο Μωυσή, αλλά φράσσει με το βουλοκέρι τού διαβόλου τα ώτα στα κηρύγματα των σαλπιστών του Πνεύματος. Στους προφήτες, στους αποστόλους και γενικώς στους αγίους και τους κήρυκες της κάθε εποχής και του κάθε τόπου, δοθέντος ότι ερχόμενος ο Χριστός στην ύπαρξη που αποδέχεται το κάλεσμά του, από τα πρώτα που φυγαδεύει είναι ο κερδώος Ερμής, μαζί με την πλανεύτρα Αφροδίτη.
Εάν όμως παρ' ελπίδα ο άνθρωπος αντί του Χριστού και της αγάπης των πτωχών αδελφών, επιμένει να συναυλίζεται στα κέντρα του μαμμωνά, ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς, τότε δεν έχει παρά να κάνει λίγη υπομονή. Λίγη υπομονή, και μετά βεβαιότητος θα έλθει η ώρα που θα διαπιστώσει την αξία όχι μόνο των χρηματιστηριακών, αλλά και των υπαρξιακών μετοχών στις οποίες είχε επενδύσει την όλη του ζωή.
Τότε όμως θα ακούσει την τελική φωνή που δυστυχώς παγιώνει και την κατάσταση στον χώρο της αιωνιότητος: “τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου. Νυν δε οδυνάσαι”.
Αμήν.


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος