Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Ο πρώτος, μετά τον Ένα...


Ξημερώνει αύριο η μεγάλη εορτή των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων του Χριστού, Πέτρου και Παύλου. Των δύο αυτών ιερών μορφών της Χριστιανικής Εκκλησίας. Δύο άνδρες με διαφορετικά χαρίσματα, διαφορετική πορεία ζωής, αλλά κοινό τέλος για την αγάπη του Χριστού.





Θέλησα λοιπόν σήμερα, να χαράξω λίγες γραμμές με σεβασμό και αγάπη για τον ένα εκ των δύο, εκείνον που έφερε το φως της Χριστιανικής Πίστεως στην Πατρίδα μας, εκείνον που δικαίως χαρακτηρίστηκε ως ο πρώτος, μετά τον Ένα...

Όταν πρωτοδιάβασα τις Πράξεις των Αποστόλων, θαύμασα αυτόν τον Σαούλ που μετέπειτα παρέμεινε στο προσκήνιο της Εκκλησιαστικής ιστορίας ως ο Παύλος, ο Απόστολων των Εθνών, η μέριμνα πασών των Εκκλησιών, ο διαπρύσιος κήρυκας του Ευαγγελίου Ιησού Χριστού του Σταυρωμένου και Αναστημένου. Του Παύλου που αιχμαλωτίστηκε από τα δίχτυα της ευαγγελικής αγάπης, όταν στο δρόμο για την Δαμασκό, ένα όραμα έγινε αιτία να αλλάξει ολάκερη η ζωή του, ένα όραμα και μια ερώτηση: ''Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; ''

Γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας στις αρχές του 1ου αιώνος, ο Σαούλ, γεννιέται από Ιουδαίους γονείς, έχοντας κληρονομήσει την Ρωμαϊκή υπηκοότητα από τον πατέρα του. Ο Σαούλ, διδάσκεται με επιμέλεια τον Ιουδαϊκό Νόμο γενόμενος άρτιος γνώστης και διαχειριστής της Ραβινικής διαλέκτου! 

Και όμως! Ο Θεός, τον προορίζει για κάτι άλλο. Τον διαλέγει ο Ιησούς Χριστός ανάμεσα σε πολλούς, όχι σε μια οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του, αλλά σε μια συγκεκριμένη, όταν εκείνος, ''περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν παραδόσεων'' (Γαλ. 1,14), δεν διστάζει να εκδιώξει την Εκκλησία χωρίς να γνωρίζει πως η συνάντηση του με τον Ιησού Χριστό στον δρόμο για την Δαμασκό θα του άλλαζε ολόκληρη την ζωή του. 

Ο ίδιος, σε πολλά σημεία των επιστολών του, περιγράφει με γλαφυρό λόγο την προηγούμενη ζωή του, καθώς και την μεγάλη αυτή συνάντηση με τον Ιησού που ο ίδιος εξεδίωκε. Όμως, ο Θεός δεν βλέπει με τα ανθρώπινα μάτια! Βλέπει κατευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων. Έτσι επιλέγει πρόσωπα που θα τον υπηρετήσουν χωρίς αυτά να το γνωρίζουν. Ο ίδιος ο Παύλος αργότερα θα πει πως:'' οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε'' (Ρωμ. 8,30) περιγράφοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο αυτή την κλήση Του Θεού χάριν της οποίας ο ίδιος, θα δώσει ακόμα και των ζωή του για τον Χριστό, κάτι που το περιμένει λέγοντας: ''εμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος'' (Φιλιπ. 1,21).

Αγωνίζεται για να σπείρει τον Λόγο της Ευαγγελικής αγάπης εις πάντα τα έθνη με οποιοδήποτε κόστος. Θέλει όσο προφταίνει να μεταδώσει την αλήθεια του Ευαγγελίου παντού. Αντιμετωπίζει κινδύνους, φυλακίσεις, μαρτύρια αγόγγυστα. Στο ενδέκατο κεφάλαιο της Β' προς Κορινθίους επιστολής του, περιγράφει αυτά τα κατά Χριστόν παθήματα: '' ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον,  τρὶς ἐραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα·  ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις·  ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι''( Β' Κορ. 11, 24-27). 

Έφθασε μέχρι το κέντρο της Αρχαιοελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας. Δεν προσπάθησε να την μειώσει, αντίθετα την γνώρισε και την σεβάστηκε, όταν στην Πνύκα των Αθηνών, μπροστά σε Στωικούς και Επικουρείους φιλοσόφους μίλησε για τον άγνωστο Θεό, λαμβάνοντας αφορμή από τον βωμό που η ευσέβεια των Αθηναίων είχε δημιουργήσει χαρακτηρίζοντας ακόμα και τους υπόλοιπους βωμούς ως ''σεβάσματα'' καθώς και τους Αθηναίους ως βαθύτατα θρησκευόμενους έναντι των άλλων (Πραξ. 17,22). Δεν τους προσβάλλει, δεν μειώνει την θρησκευτικότητα τους, αντίθετα εξαίρει την πίστη τους και ταυτόχρονα τους μιλά για έναν Θεό που οι ίδιοι δεν γνωρίζουν. Έτσι ο σπόρος του ευαγγελίου έρχεται να καρποφορήσει σε γόνιμο έδαφος και να συνενώσει την φιλοσοφική σκέψη με την Θεολογία! Πόσο αρμονικά θα μπορούσαν να συμπορευτούν η Σωκρατική σκέψη με την Παύλεια θεολογία εάν αυτοί οι δύο μεγάλοι άνδρες είχαν την ευκαιρία να διαλεχθούν μεταξύ τους... 

Στις τέσσερις αποστολικές περιοδείες του, διασχίζει χώρες, διαπλέει θάλασσες για να κηρύξει το Χριστό. Αντιόχεια, Έφεσος, Γαλατία,Κύπρος, Ρώμη αλλά και πόλεις Ελληνικές, με πρώτη την Νεάπολη την δική μας Καβάλα όπου στους αρχαίους Φιλίππους παρά τον Ζυγάκτη ποταμό βαπτίζει την Λυδία την Φιλιππισία την πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή! Όπου πηγαίνει δημιουργεί και μια χριστιανική κοινότητα: Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κόρινθος, έργα των χειρών του, χωρίς ποτέ να δεχτεί πως ο ίδιος είναι ιδρυτής των Εκκλησιών, όπως ακούς μερικούς να προσθέτουν σήμερα μνημονεύοντας το ιερό όνομα του '' του και ιδρυτού της Εκκλησίας ημών...'' Αν τους άκουγε θα τους επέπλητε με τον ίδιο τρόπο που επέπληξε τους άτακτους της Εκκλησίας της Κορίνθου όταν τους γράφει: ''μεμέρισται ὁ Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;''( Α. Κορ.1,13). 

Όταν ήρθε η ώρα του μαρτυρίου, αποχαιρετά με την τελευταία από τις επιστολές της αιχμαλωσίας του, μέσα από την φυλακή του τα ευλογημένα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού! Αποχαιρετά τα γήινα για να λάβει τα ουράνια, να ξεπεράσει το στρώμα του ''τρίτου ουρανού'' που οραματίσθηκε  (Β' Κορ. 12,2) και να σταθεί δίπλα στον αγαπημένο Ιησού... Αποχαιρετά την Εκκλησία με λόγο καρδιακό στο κύκνειο άσμα του, έτσι όπως αυτό διασώζεται στην Β' προς Τιμόθεον επιστολή του. Εκεί ο Παύλος, ασθενής και ταλαιπωρημένος από τον σκόλοπα της σαρκός του, αναμένει την στιγμή που ο θάνατος θα τον οδηγήσει στην ζωή! Επισφραγίζει με τα τελευταία αυτά λόγια μια πορεία μαρτυρίας και μαρτυρίου... 

Θέλω λοιπόν να κλείσει ο ίδιος το κείμενο μου αυτό. Και Τον παρακαλώ να συνεχίζει να μας εμπνέει μέσα από τα άφθαρτα στον χρόνο έργα Του ώστε να δίνουμε καθημερινά τα πάντα για την δόξα Του Χριστού! Τον σκέπτομαι δέσμιο να αποχαιρετά έναν κόσμο που αλλάζει καθημερινά... Υποκλίνομαι ευλαβικά μπροστά Του, ακούγοντας Τον να ψελλίζει τις τελευταίες του φράσεις: ''ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ...''(Β' Τιμ. 4, 6-8).
                                                                                  π. Θωμάς Ανδρέου
To είδαμε εδώ      

Ευγενικοί Ιεράρχες οι Μάρκοι της Συνόδου

Η Σύνοδος Αγία και Μεγάλη με απουσίες σημαντικές, τελείωσε. Τα κείμενα υπογράφηκαν και θα πάρουν την θέση τους στην ιστορία ως κειμήλια οικουμενικότητας ή οικουμενισμού. Τώρα θα αρχίσουν οι δεύτερες αναγνώσεις από ανθρώπους και υπεράνθρωπους, από υποστηρικτές ή αντιθέτους.
Σίγουρα θα είναι μια από τις μικρότερες Συνόδους, αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει σε αριθμούς, τόσα πρόσωπα όσα κατέγραψαν με την υπογραφή τους, ότι παρέστησαν στις Οικουμενικές Συνόδους.
Αν το 325 η Σύνοδος ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου και συγκέντρωσε 318 Θεοφόρους Πατέρες, η Αγία και Μεγάλη μπορεί να ξεκίνησε την ίδια ημερομηνία, αλλά έπεσε αριθμητικά σε παρουσίες ανθρωπίνων προσώπων.
Όμως αυτό που αναζητάται είναι το ποιός θα αναλάβει τον τόπο του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου Εφέσου, αφού σήμερα Εφέσου δεν υπάρχει και το κείμενο για τον Χριστιανικό Κόσμο διαρρέεται ότι δεν το υπέγραψαν τρείς.
Ναυπάκτου δεν υπέγραψε ουδέν εποιήσαμεν, θα λένε περίλυποι οι κρυμμένοι πίσω από τα παραπετάσματα αιρετικοί. Μα δεν υπέγραψαν ούτε οι Λεμεσού και Μόρφου και ας μην μίλησαν στην Σύνοδο. Αναδείχθηκαν δυναμικά αντίθετοι του Προκαθημένου τους.

Το αν δεν υπέγραψαν και άλλοι θα το μάθει η ιστορία, όταν θα αναδεικνύει τους νέους Τρείς Ιεράρχες Ιερόθεο Αθανάσιο και Νεόφυτο, τους τρίτους στην σειρά μετά τους Βασίλειο, Γρηγόριο, Ιωάννη και Φώτιο, Γρηγόριο και Μάρκο.

ΣΧΟΛΙΟ: Τί όφελος μπορούμε νά αποκομίσουμε από αναλογίες καί αντιστοιχίες, όταν ξεχνούμε τίς διαφορές τής νεοελληνικής εκκλησίας από τήν Βυζαντινή; Οταν ξεχνούμε ότι δέν υπάρχει μόνον Εφέσου αλλά καί πιστός λαός; Οταν περιμένουμε τίς λύσεις από τόν κλήρο; Οταν ζητάμε καλύτερο ηγέτη; Τί έσωσαν οι κληρικοί αυτοί, μέ τό τόσο βαρύ παρελθόν; ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ; Δέν ξέχασαν όλοι τους τόν Αγιο Γρηγόριο Παλαμά;

 Ο Ζηζιούλας καί ο οικουμενισμός έχουν κηρύξει τόν πόλεμο στόν αόρατο πόλεμο προσπαθώντας νά τόν καταργήσουν. Βάζοντας στήν θέση τής μετανοίας καί τής ταπεινοφροσύνης τήν οίηση τού Φαρισαίου, ο οποίος ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ τόν θεό, δέν τόν ικετεύει, πού δέν τόν έφτιαξε σάν αυτόν τόν ποταπόν, τόν Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά.

 Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν 
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.
Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει;Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται. 
Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχίαγια τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!» 

Αγιος Σιλουανός. Τό ξεχασμένο μυστήριο τής Σωτηρίας.

«Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νά προσευχηθῶ ἐνώπιόν Σου μέ καθαρό νοῦ, ἀλλά οἱ δαίμονες μέ ἐμποδίζουν. Πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό μένα». Καί ἔλαβα μέσα στήν ψυχή μου αὐτή τήν ἀπάντηση ἀπό τόν Κύριο:

« Οἱ ὑπερήφανοι ὑποφέρουν πάντα ἀπό τούς δαίμονες».

Ἐγώ επα: «Κύριε, Ἐσύ εἶσαι ἐλεήμων· ἡ ψυχή μου Σέ γνωρίζει · πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου».
 Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε στά μύχια τῆς ψυχῆς μου: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ
Ο Γέροντας αγαπούσε πολύ τίς μακρές εκκλησιαστικές ακολουθίες στόν Ναό, μέ τόν απέραντο πλούτο σέ πνευματικό περιεχόμενο. Τιμούσε τό έργο τών ψαλτών καί τών αναγνωστών καί προσευχόταν πολύ γι αυτούς, παρακαλώντας τόν Θεό νά τούς βοηθάει, ιδιαίτερα στίς ολονύχτιες αγρυπνίες. Παρόλη όμως τή αγάπη του γιά τήν μεγαλοπρέπεια, τήν ομορφιά καί την μουσική τών ακολουθιών, έλεγε πώς καθορίστηκαν βέβαια μέ τόν φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά τήν μορφή τους αποτελούν ατελή προσευχή καί δόθηκαν στό λαό γιατί αναλογούν στίς δυνάμεις όλων καί είναι ωφέλιμες γιά όλους.

«Ο Κύριος μάς έδωσε τίς εκκλησιαστικές ακολουθίες μέ τήν ψαλμωδία, γιατί είμαστε αδύνατα παιδιά. Ακόμη δέν ξέρουμε νά προσευχόμαστε όπως πρέπει καί έτσι η ψαλμωδία ωφελεί όλους, όσους ψάλλουν με ταπείνωση. Είναι όμως καλύτερο, όταν η καρδιά μας γίνεται ναός τού Κυρίου καί ο νούς θρόνος Του»

Καί ακόμα έλεγε πώς όλος ο κόσμος μεταβάλλεται σέ ναό τού Θεού, όταν η αδιάλειπτη προσευχή ριζώσει στά βάθη τής καρδιάς.

Η οντολογία των γενεθλίων και των ονομαστικών εορτών.



Η οντολογία των γενεθλίων και των ονομαστικών εορτών.

Oνομαστική εορτή

Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι εορτές είναι σταθμός για τη ζωή του ανθρώπου η κάθε μια για τον δικό της λόγο. Ο σημερινός άνθρωπος όμως, τους δίνει άλλη διάσταση συνήθως κοσμική χωρίς κανένα ουσιαστικά πνευματικό υπόβαθρο. Με λίγα λόγια η μέρα έρχεται και φεύγει και το μόνο που μένει είναι το γεμάτο στομάχι από το φαγητό ή το ταλαιπωρημένο συκώτι από το πιοτό.Ας τα δούμε όλα αυτά αναλυτικά.

Η εορτή δεν είναι κάτι ξεκάρφωτο, έχει τεράστια σημασία για τη ζωή του κάθε ανθρώπου.Οι περισσότεροι πήραν το όνομα ενός Αγίου που επέλεξαν οι γονείς για τους λόγους που οι ίδιοι ξέρουν. Αυτό είναι μεγάλη τιμή και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει σχετικά: «Τιμή μάρτυρος μίμηση μάρτυρος». Οπότε από τη στιγμή που έχουμε το όνομα ενός Αγίου οφείλουμε να του μοιάσουμε. Τώρα εάν το όνομά μας δε συγκαταλέγεται στο Αγιολόγιο, τότε οφείλουμε να Αγιάσουμε όπως έλεγε και ο π. Παϊσιος.

Την ημέρα που κάποιος δικός μας γιορτάζει, τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του με κάποιο δώρο. Αυτό οντολογικά έχει την εξής σημασία: Επειδή ο άνθρωπός μας έχει το όνομα του Αγίου της ημέρας, στο πρόσωπό του τιμούμε τον Άγιο. Πώς όμως το αντιλαμβανόμαστε αυτό; 

Οφείλουμε να γνωρίζουμε τον βίο του Αγίου και φυσικά τι σημαίνει αυτό για τη ζωή μας και την καθημερινότητά μας. Από την άλλη, εκείνη την ημέρα είναι γιορτή Αγιολογική! Άρα καλό είναι να έχουμε προετοιμαστεί (μέσω του μυστηρίου της εξομολογήσεως) και να μεταλάβουμε των Αχράντων Μυστηρίων την ημέρα της εορτής. Έτσι ευχαριστιακά θα κοινωνήσουμε τον Κύριο και θα συναντήσουμε τον Άγιο (μέσα από τους ύμνους) μέσα στον ναό μαζί με τους συνανθρώπους μας. 

Καλό είναι να πάμε και στον εσπερινό από την προηγούμενη μέρα και αν υπάρχει και ναός που πανηγυρίζει και τυγχάνει να έχουν φέρει και λείψανα του Αγίου τότε θα βιώσουμε μια εμπειρία συνάντησης προσωπικής. 

Έτσι η ημέρα αυτή είναι μέρα ερωτικής συνάντησης με τον Άγιο που φέρουμε τιμητικά το όνομα του.Συναντιόμαστε κυριολεκτικά ψυχοσωματικά μέσα από τα Μυστήρια, τις ακολουθίες και την προσευχή . Έτσι η ημέρα αυτή έχει οντολογική, υπαρξιακή και προσωπική σημασία για εμάς. Μην ξεχνάμε ότι ο Άγιος εις το όνομα του Κυρίου και της Αγίας Τριάδος είναι Άγιος. 

Αυτά φυσικά είναι ψιλά γράμματα για τον σημερινό σύγχρονο άνθρωπο. Αυτό που επικρατεί σήμερα είναι η ημέρα της εορτής να έχει την τιμητική του το φαγοπότι και το γλέντι. Όχι πως αυτό απαγορεύεται (ηθικισμοί στην Ορθοδοξία δε χωρούν), απλά είναι ευλογημένο όταν είναι προέκταση της προσωπικής συνάντησης και όχι μια ματαιόδοξη αποκλειστικότητα. Αλλιώς η εορτή δεν έχει καμία σημασία. Είναι απλά μια μέρα που πέρασε και απλά έφαγα με κάποιους γνωστούς ή συγγενείς. Δηλαδή βλέπουμε τον Άγιο ως ευκαιρία για γλέντι και όχι ως ημέρα τιμής, συνάντησης, συγκλονισμού και προοπτική αγιότητος. Φυσικά τον Άγιο δεν τον θυμόμαστε μόνο την ημέρα της εορτής αλλά όλο το χρόνο. Κάθε μέρα είναι μέρα σχέσης και μέθεξης με τους Αγίους και τον Κύριο με σκοπό το βίωμα της θυσιαστικής αγάπης προς όλους. 

Βέβαια έχουμε και παραδείγματα γνωστών, ή συγγενών που είναι άθεοι και υβρίζουν συνεχώς κι εκείνη την ημέρα θα εορτάσουν και θα δεχτούν και δώρα. Δηλαδή, κλασική Φαρισαϊστική στάση. Είμαι άθεος, αλλά επειδή η γιορτή με βολεύει για να παίρνω δώρα, θα γιορτάσω και βρίζω από αύριο διότι πρέπει να θρέψω τον εγωϊσμό μου . 

Τελικά πού δίνουμε την καρδιά μας εκείνη την ημέρα; Στον Άγιο και το βράδυ θα το γιορτάσουμε με τους συνανθρώπους μας ή αυτή η μέρα για μας είναι μέρα κρεπάλης;

Πάμε στις κοσμικές ευχές της ημέρας που έχουν την τιμητική τους : «Να ζήσεις», «Πολύχρονος», «Χρόνια πολλά και καλά», «Να χαίρεσαι το όνομά σου» κλπ κλπ…

Ευχές με κοσμική ευωδία με χρόνια πολλά για να μπορείς να ζεις και να γλεντάς. Άσε που συνήθως ακούς την ίδια ευχή από όλους, δηλαδή καμία προσωπική σχέση, προσωπική ευχή , προοπτική ή επιθυμία, απλά γενικότητες για να βγάλουμε την υποχρέωση. 


Πώς είναι άραγε οι οντολογικές ευχές;

Βασικά η οντολογική ευχή είναι άκρως προσωπική και δεν έχει γενικότητες. Ακόμα, η οντολογική ευχή έχει προοπτική αιωνιότητος και όχι απλά να περάσεις καλά μέχρι τον τάφο και αυτό εκφράζεται ως εξής: «Χρόνια πολλά και εύχομαι να μοιάσεις του Αγίου σου», «Εύχομαι αυτή η ημέρα να σε τοποθετεί σε τροχιά και αγώνα αγιότητος», «Χρόνια πολλά, εύχομαι να γίνεις συγχωρητικός όπως ο Άγιος και κάθε μέρα να βιώνεις και να συναντάς τις αρετές του», «Σου εύχομαι να αξιωθείς τις αρετές του Αγίου και να γίνεις θυσία αγάπης για όλο τον κόσμο», «Με το καλό να αγιάσεις», «Εύχομαι να ξεπεράσεις τον Άγιό σου και να σε δούμε σε τοιχογραφία», «Μακάρι να μπει και το δικό σου όνομα στα συναξάρια αγαπημένε μου αδερφέ και να ψέλνουμε αυτή την ημέρα και τη δική σου θυσία για τον Κύριο και τους ανθρώπους».




Γενέθλια..

Τα γενέθλια είναι ξεχωριστή και μοναδική ημέρα για τον άνθρωπο, αν και κανονικά πρέπει να εορτάζουμε τη σύλληψη διότι τότε έχουμε πλήρη άνθρωπο γι’ αυτό και η έκτρωση είναι δολοφονία. Μην ξεχνάμε ότι έχουμε εορτές συλλήψεων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή η μοναδική ημέρα έχει και ένα χαρακτηριστικό: να μας τροδοφοτεί περισσότερο τον εγωϊσμό λόγω της μοναδικότητάς της. 

Τα γενέθλια μας θυμίζουν την ημέρα που ήρθαμε στον κόσμο αλλά στην πραγματικότητα αυτό το γεγονός πέρασε και φυσικά δεν το γιορτάζουμε. Αυτό που γιορτάζουμε είναι ότι μεγαλώνουμε και επειδή όπως είπαμε η ημέρα αυτή είναι και μοναδική το γιορτάζουμε ακόμα περισσότερο με τρελό ξεφάντωμα. Έτσι λοιπόν δίνουμε τεράστια σημασία ενώ κανονικά δε θα έπρεπε γιατί είναι ασήμαντη. Ποια είναι λοιπόν η οντολογία των γενεθλίων; 

Στην ουσία κάθε χρόνο αυτή την ημέρα ερχόμαστε πιο κοντά στον θάνατο και το γιορτάζουμε ! Κάθε χρόνος που περνάει η φθορά μας αγκαλιάζει περισσότερο και ο τάφος γίνεται πλέον ορατός. Σαν να μας πει ο γιατρός ότι έχουμε 6 μήνες ζωής επειδή έχουμε καρκίνο και να ανοίγουμε σαμπάνια κάθε μέρα, με τη διαφορά ότι στα γενέθλια μεγαλώνουμε αλλά δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε. Οπότε γιορτάζουμε διότι καταφέραμε και φέτος να είμαστε ζωντανοί ή γιατί μεγαλώσαμε και θα κάνουμε περισσότερες κρεπάλες; Αυτό το βλέπουμε στις μικρές ηλικίες ιδιαίτερα όταν οι έφηβοι κλείσουν τα 18 νομίζουν ότι από την επόμενη μέρα θα ανοίξουν οι πύλες του παραδείσου και της ελευθερίας ενώ αντίθετα αρχίζει ο δρόμος του σταυρού. 

Πάμε στις κοσμικές ευχές της ημέρας των γενεθλίων που έχουν την τιμητική τους: «Να τα εκατοστήσεις» = Δηλαδή εάν τα εκατοστήσω μετά τι ; Θα εύχεσαι να πεθάνω; «Να αποκτήσεις όσα επιθυμείς» = Δηλαδή επιθυμία των ηδονών. «Να γίνεις με άσπρα μαλλιά» = Δηλαδή αν γεράσω ολοκλήρωσα τον στόχο; «Να γίνεις ένας σοφός!» = Καλύτερα Άγιος διότι με την αποκλειστικότητα της γνώσης και της σοφίας του κόσμου τούτου δεν καταφέρνεις τίποτα, ενώ αντίθετα η αγιότητα γίνεται θυσία και κομμάτια για όλους. 


Ποια είναι όμως η οντολογία των Γενεθλίων; 

Την ημέρα αυτή δεν πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, για να μην πούμε καθόλου. Ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά η ημέρα αυτή δεν πρέπει να έχει παιδοκεντρικότητα διότι έτσι τροφοδοτείται ο εγωϊσμός και σε μεγαλύτερες ηλικίες ίσως έχουμε ευτράπελα όπως : «Είναι η μέρα μου σήμερα , θα γίνω λιώμα , θα πάω με το αμάξι για κόντρες διότι σήμερα είναι η ημέρα που έχω τα γενέθλια και είναι η μέρα μου !». Ούτε και φυσικά στα μικρά παιδιά με party τεραστίων διαστάσεων παρουσιάζοντας το παιδί ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Όχι ότι είναι κάτι κακό τα party ή να παίζουν τα παιδιά, αλλά να δίνουμε ήρεμη σημασία στα πράγματα και όχι τεράστιες διαστάσεις. Καλό είναι σε γιορτές και συναντήσεις να δίνουμε χαρακτήρα ευχαριστιακό και όχι εγωιστικό για να μπορούν και τα παιδιά να κοινωνούν μεταξύ τους κοινωνικά σε κλίμα θυσίας και προσφοράς. Δηλαδή όχι με την έννοια «Να περάσω καλά διότι η ημέρα μου ανήκει», αλλά «Να περάσουν οι καλεσμένοι μου καλά, διότι θέλω τη χαρά μου να την μοιραστώ ως ένα λιθαράκι αγάπης στον πνευματικό αγώνα».

Την ημέρα των γενεθλίων οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τον Κύριο διότι ζούμε και φέτος αυτή την ημέρα, ενώ θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε σε κάποιο κοιμητήριο ή σε κάποια εντατική όπως πολλοί αδερφοί μας. Οπότε δίνουμε την οντολογία της αγάπης και της μετάνοιας. Αξιωθήκαμε και φέτος να ζήσουμε, ώστε να μπορέσουμε να βαδίσουμε στον δρόμο της μετάνοιας και της αγάπης. Έτσι κάθε χρόνο αγαπάμε περισσότερο ώστε να βαδίζουμε Αγιοπνευματικά τον δρόμο του σταυρού προς τον τάφο μέσα από την προσωπική συνάντηση με τον Θεάνθρωπο. 

Η ευχή «Να τα εκατοστήσεις»που αναφέραμε πιο πάνω έχει πολλά λάθη σε οντολογικό επίπεδο. Σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να φτάσει τα 100 χρόνια, ούτε να ζήσει πολλά χρόνια. Ένα σημαντικό στοιχείο πλάνης: Δεν πιστεύω και εύχομαι, για να με έχει καλά ο Θεός με την ματαιοδοξία να είμαστε καλά, να ζούμε για να περνάμε καλά και να γλεντάμε, δε με ενδιαφέρει αυτό, όπως έλεγε και ο π. Πορφύριος που είχε καρκίνο. Τα πνευματικά παιδιά του προσεύχονταν να φύγει ο καρκίνος και αυτός έλεγε "Μην προσεύχεστε να γίνω καλά, αλλά να γίνω καλός". Όχι πως είναι λάθος να ζητώ "ίαση εν τη σαρκί μου" λόγω αδυναμίας και αυτό ευλογημένο είναι, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. 


Η αρρώστια είναι φθορά, ο χρόνος, η ηλικία, όλα.Το θέμα δεν είναι αν θα πεθάνω στα 32, 59 , 80 , 5, το θέμα είναι να συναντήσω τον Χριστό σε αυτή τη ζωή μέσα από τη Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και τον προσωπικό αγώνα και μετά να τον συναντήσω στην ψυχοσωματική ανάσταση. Κάποιοι λένε ότι κάποιος φεύγει νέος και δεν έζησε τη ζωή του. Ε και ; Ποια ζωή; Αυτή που θα τελειώσει στη φθορά ; Υποτίθεται πως λυπάμαι γι’ αυτόν που πέθανε, ενώ στην ουσία αυτή η λύπη είναι η έξαρση του εγωισμού, της κτητικότητας και της υποκρισίας μου. Εμένα λυπάμαι στην ουσία επειδή δε θα τον ξαναδώ, επειδή μου τον πήρανε… «Τον έχασα…» λέμε!!! Γιατί πότε τον είχα; Τί είναι ο άλλος αυτοκίνητο; Δε σκέφτομαι βέβαια πως ποτέ δεν ήταν δικός μου αυτός ο άνθρωπος, ότι ήμαστε απλά συνοδοιπόροι. Και εκτός αυτού, αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν εκεί που βρίσκεται είναι καλύτερα απ’ ό,τι εδώ; Το θέμα μου είναι αν θα παρατείνω τα χρόνια μέχρι τον τάφο αλλά όχι αν θα πάω με τον Χριστό…. Κι όμως αυτός είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Είτε φύγω στα 5, 34, 68, 90, 102 σκοπός είναι η αιωνιότητα, να συναντήσω τον Χριστό, διότι έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω. Το θέμα είναι να μην ζω πεθαίνοντας, αλλά να πεθάνω ζώντας αιώνια. Όπως είπε κάποιος «Προτιμώ να πεθάνω στα 40 Άγιος παρά στα 100 σαν ζώο».

Οπότε καλό είναι λοιπόν οι εορτές να έχουν Χριστοκεντρικό χαρακτήρα για να ωφελούμαστε και η ωφέλεια αυτή να μοιράζεται και στους συνανθρώπους μας. Οι εορτές είναι ευλογημένες όταν δίνουμε τον χαρακτήρα και την τιμή που τους αρμόζουν και όχι να κουμπώνουμε τον εγωϊσμό μας στις εορτές. Στην τελική καλύτερα να μην γιορτάσεις καθόλου, ιδιαίτερα αν η εορτή είναι αιτία να χρεοκοπήσεις (βλέπε καζίνα), να μεθύσεις (κρεπάλες), ή να διαλυθείς σαν άνθρωπος.

Η οντολογία έχουμε πει σε αυτό εδώ το ιστολόγιο ότι είναι κατάσταση και βίωμα ψυχοσωματικό και πραγματική εμπειρία. Είναι λογικό σε κάποιον που ο Χριστός σημαίνει απλά ένα αρνί το Πάσχα και όχι σχέση πραγματική και προσωπική αυτά να του φαίνονται περίεργα και όχι ως μια μορφή ερωτικής πνευματικής Χριστοκεντρικής μαρτυρίας των πραγμάτων που βιώνεται σε προσωπικό επίπεδο. 

Ο κεραυνοβόλος έρωτας και η προέλευση του π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)


Ο κεραυνοβόλος έρωτας και η προέλευση του

Χρειάζεται να προσέξει κανείς και στην εκλογή του υποψηφίου συντρόφου του. Να βεβαιωθεί δηλαδή κατά πόσο είναι όντως εκείνος που κάνει γι᾽ αυτόν, που του ταιριάζει, διότι είναι ενδεχόμενο να πέσει έξω, καθώς ο εαυτός του μπορεί να τον εξαπατήσει.
Καμιά φορά παραπονούνται οι πεθερές για τη νύφη· Μας έκανε την τέτοια, μας έκανε την αλλιώτικη, την πιστέψαμε και την πήραμε και μας βγήκε διαφορετική. Και όλα τα φορτώνουν στη νύφη, ότι δηλαδή εκείνη τους εξαπάτησε. Δεν διερωτήθηκαν όμως ποτέ, και η πεθερά και ο γιος και οι τυχόν άλλοι συγγενείς του νέου, με τι μάτια είδαν αυτή τη νύφη και πώς τη διάλεξαν. Μήπως δηλαδή τα μάτια τους έπεσαν έξω, μήπως αυτά εξαπατήθηκαν. Τα δικά τους μάτια έκαναν εκλογή, αλλά ως αρρωστημένα, αν επιτρέπεται να πω έτσι, μάτια. Και αφού ήταν αρρωστημένα, η κρίση τους ήταν λανθασμένη, και έκαναν λάθος στην εκλογή. Όπως επίσης η πεθερά του γαμπρού με την κόρη της, καθώς βλέπουν ότι απέτυχαν, ίσως να λένε παρόμοια. Και στην περίπτωση αυτή ισχύουν όσα είπαμε προηγουμένως.
Πάντοτε λοιπόν φέρει ευθύνη και αυτός ο οποίος παραπονείται σε κάτι τέτοια θέματα. Χρειάζεται επομένως να προσέξει κανείς πάρα πολύ και να κάνει ό,τι χρειάζεται από την πλευρά του, για να γνωρίσει γενικότερα την ψυχολογία του φύλου στο οποίο ανήκει, αλλά και ειδικότερα τη δική του ψυχολογία. Όταν ένας νέος αισθάνεται συμπάθεια προς μια νέα, πρωτίστως ας διερωτηθεί τι είναι εκείνο που τον τραβάει προς αυτήν. Το ίδιο και μια νέα.
Εδώ να πούμε, ότι σύμφωνα με την ψυχολογία του βάθους, καθένας έχει μέσα του την anima και καθεμιά έχει μέσα της τον animus. Και τι θα πει anima και animus; Επιτρέψτε μου να πω πάλι μερικά ενημερωτικά. Ένας άνδρας ψυχολογικά ποτέ δεν είναι εξ ολοκλήρου μόνο άνδρας, αλλά έχει μέσα του και κάτι από το άλλο φύλο. Αυτό λέγεται anima. Μπορεί δηλαδή κατά ογδόντα τοις εκατό να είναι άνδρας, και κατά είκοσι τοις εκατό μέσα του να έχει στοιχεία γυναίκας. Ήξερε ο Θεός και τα έφτιαξε έτσι: δεν έπεσε έξω. Εάν δεν τα είχε αυτά ο άνδρας, πρώτα-πρώτα θα ήταν ένας σκληρός άνθρωπος, ένα ον χωρίς συναίσθημα, χωρίς ευαισθησία, χωρίς, χωρίς… Από την άλλη πλευρά η γυναίκα θα ήταν εντελώς ευαίσθητο πλάσμα, και δεν θα είχε λογική και δύναμη. Ήξερε λοιπόν ο Θεός τι έκανε.
Επιπλέον, εάν δεν είχε μέσα του ο άνδρας και γυναικεία στοιχεία και η γυναίκα ανδρικά στοιχεία, δεν θα μπορούσε να υπάρχει διάλογος, δεν θα μπορούσε να υπάρχει κοινωνία, ένωση και γάμος αληθινός. Αυτά τα στοιχεία που έχει ο καθένας από το άλλο φύλο είναι τα σημεία επαφής. Εάν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε με τα ζώα –συνεννοούμαστε μαζί τους, αλλά σε επίπεδο χαμηλό– εάν δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο με αυτά σε επίπεδο ανθρώπινο, είναι γιατί δεν έχουν μέσα τους κάτι από αυτό που έχουμε εμείς, ώστε να υπάρχει σημείο επαφής. Δύο άνθρωποι δεν μπορούν να συνεννοηθούν και να έλθουν σε επικοινωνία, εάν δεν υπάρχει μέσα τους κάτι κοινό, ένα σημείο επαφής.
Η anima λοιπόν, που υπάρχει στον άνδρα, και ο animus, που υπάρχει στη γυναίκα, είναι εκείνα ακριβώς τα σημεία επαφής που τους βοηθούν να έλθουν σε διάλογο, και μπορούν έτσι να έχουν κοινωνία. Όταν όμως η anima ή animus δεν έχουν ομαλή εξέλιξη, όταν δεν έχουν αναπτυχθεί φυσιολογικά αλλά, τρόπον τινά, βρίσκονται σε μια αρρωστημένη κατάσταση, τότε η αρρωστημένη anima του άνδρα –τα αρρωστημένα δηλαδή αυτά στοιχεία του άνδρα– μόλις αντικρύσουν μια γυναίκα που ανταποκρίνεται σ᾽ αὐτά, συντελούν, ώστε η γυναίκα εκείνη να παίζει τον ρόλο της οθόνης, πάνω στην οποία προβάλλονται αυτά τα αρρωστημένα στοιχεία. Και πρέπει να ξέρετε ότι κάτι που είναι αρρωστημένο, κάτι που είναι αφύσικο ασκεί πάντοτε πάρα πολλή έλξη. Έτσι, ταυτίζεται η εικόνα με την οθόνη.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την προβολή κάποιων εικόνων. Η οθόνη όπου προβάλλονται οι εικόνες αυτές είναι ένα σκέτο πανί, και απλώς προβάλλουμε σ᾽ αυτήν τις εικόνες με το μηχάνημα προβολής. Μια γυναίκα λοιπόν για έναν άνδρα μπορεί να παίξει τον ρόλο της οθόνης, όπως επίσης ένας άνδρας για μια γυναίκα. Όλοι βέβαια σε μια προβολή εικόνων καταλαβαίνουμε ότι άλλο είναι η οθόνη και άλλο είναι η εικόνα που προβάλλεται επάνω στην οθόνη. Στο θέμα όμως που συζητάμε, δεν μπορεί ο άνθρωπος να τα ξεχωρίσει, καθώς δεν ξέρει από αυτά, με αποτέλεσμα να ταυτίζει το πρόσωπο το οποίο έπαιξε τον ρόλο της οθόνης με την εικόνα που πρόβαλε ο ίδιος εκεί επάνω. Έτσι, δημιουργείται ο λεγόμενος κεραυνοβόλος έρωτας, και παντρεύονται οι άνθρωποι, αλλά ύστερα από λίγο καιρό καταλαβαίνουν ότι καθόλου δεν ταιριάζει ο ένας με τον άλλο, και έχουμε έπειτα όλα τα δυσάρεστα επακόλουθα.
Εγώ πιστεύω ότι ακόμη και μεταξύ των πολύ πιστών χριστιανών –πολύ πιστών, τρόπος του λέγειν: ένας πολύ πιστός άνθρωπος είναι σωστός και δεν πέφτει έξω– ακόμη λοιπόν και μεταξύ των συνηθισμένων πιστών υπάρχουν χριστιανοί που μπορεί να πέσουν έξω σε κάτι τέτοια. Και ύστερα, τι γίνεται; Χρειάζεται λοιπόν κανείς, όσο μπορεί περισσότερο, να τα έχει υπ᾿ όψιν του αυτά και να μην άγεται και φέρεται από την anima ή τον animus και από τις διάφορες αρρωστημένες καταστάσεις που είναι δυνατό να υπάρχουν μέσα του.

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Συμεών Κραγιοπούλου Εφηβεία, γάμος, αγαμία, τόμος Β’,  σσ. 22-25.
το είδαμε εδώ

 

Ἐλευθερία καὶ Ἀγάπη: Οἱ βασικές συντεταγμένες




Ἐλευθερία καὶ Ἀγάπη: Οἱ βασικές συντεταγμένες τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων



Αὐτό πού ὅλοι μας ξέρουμε καί πού ὅλοι μας βιώνουμε, εἶναι ἡ κρίση, πού πολλές φορές ὑπάρχει στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, μιά κρίση πού φαίνεται, ὅτι γίνεται ὁλοένα μεγαλύτερη καί ριζικότερη, ἀφοῦ πιά ἡ ἀδυναμία τῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἐπαφῆς ἔχει ἀγγίξει καί τό σπίτι τοῦ καθενός. Πολλές φορές προσπαθοῦμε νά βροῦμε τήν ἄκρη καί νά θεραπεύσουμε τά προβλήματα. ῞Οταν μάλιστα κανείς ἔχει τήν εὐλογία, τή χαρά καί τήν τιμή νά ἐπικοινωνεῖ με νέους ἀνθρώπους, βλέπει πόσο πιό τραγική γίνεται ἡ κατάσταση, ἀφοῦ συνήθως πρῶτοι οἱ νέοι εἰσπράττουν τήν ἀδυναμία τῆς ἐπικοινωνίας καί ἀφοῦ ὑπάρχουν παιδιά, πού ἔχουν χάσει τό χαμόγελο μέσα στό ἴδιο τους τό σπίτι. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι ψάχνουμε νά βροῦμε τήν ἄκρη καί τή λύση καί δέν τίς βρίσκουμε καί μεγαλώνουμε τά ἀδιέξοδα καί τά κάνουμε τραγικότερα, ὅταν μάλιστα αὐτά συνδυάζονται μέ σύγχρονους ρυθμούς ζωῆς ἀλλά καί μ’ ἕναν σκοτασμό, πού ὑπάρχει μέσα στό νοῦ πολλῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καί σέ κείνους οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι εἶναι μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀκριβῶς γιά νά μᾶς φανερωθεῖ ἡ διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία μιλάει περί τοῦ νοός τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ σκοτασμοῦ τοῦ νοός, κάνοντας τήν διάκριση ἀνάμεσα στό νοῦ καί τή διάνοια κι ἔτσι μόνο μπορεῖ κανείς νά καταλάβει τί ἀκριβῶς συμβαίνει.

῞Οταν ὁ νοῦς εἶναι σκοτισμένος, τότε ὁ ἄνθρωπος παραπατάει, ὅσο σπουδαῖος καί ἄν εἶναι κατά κόσμον. Κι ὅμως, σ’ αὐτήν τήν περιπλάνηση καί τήν ἀναζήτηση, ὑπάρχει λύση. Γιατί δέν ὑπάρχει τίποτα τό ἀνθρώπινο, για τό ὁποῖο νά μήν ὑπάρχει λύση, ἀφοῦ οὐσιαστικά Ἐκεῖνος πού εἶναι ἡ ἀπάντηση καί ἡ λύση εἶναι χθές καί σήμερα ὁ Αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας. Καί Αὐτός εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, θά ἔλεγα ὅλη ἡ ῾Ιστορία, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων πού λέχθηκαν γιά τόν Χριστό ἀπό τόν Γέροντα Συμεών• «οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». ῞Ολη ἡ ῾Ιστορία ἀπό τότε μέχρι σήμερα εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς προφητείας καί οὐσιαστικά ἡ ῾Ιστορία πορεύεται ὄχι κατά κεῖ πού οἱ ἄνθρωποι νομίζουν πώς θά τήν ὁδηγήσουν ἀλλά κατά κεῖ πού πραγματικά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο.


Ἐρχόμαστε λοιπόν νά δοῦμε τί ἀκριβῶς συμβαίνει μέσα στίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου. Κι αὐτές οἱ σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σχέση του καί πρός τόν Θεό ἀλλά καί πρός τόν ἄνθρωπο. Εἶναι τραγικό νά ἐπιχειροῦμε νά κατανοήσουμε τόν ἄνθρωπο τῆς ὁποιασδήποτε ἡλικίας, χωρίς ποτέ νά ἔχουμε κατανοήσει ποιός τελικά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πῶς λειτουργεῖ, πῶς ὑπάρχει, ποιά εἶναι ἡ δομή του, δηλαδή βασικά, καίρια θέματα.῾Η ᾿Εκκλησία μᾶς παρουσιάζει τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ποιός εἶναι ὁ Χριστός; Εἶναι ὁ ᾿Ενανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Καί τί μᾶς λέει; ῞Οτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση «ἀσυγχύτως» καί «ἀδιαιρέτως». Δύο ἐπιρρήματα τά ὁποῖα εἶναι κλειδιά. Τί εἶναι τό «ἀσυγχύτως» καί τί εἶναι τό «ἀδιαιρέτως»; Εἶναι οἱ δύο λέξεις πού ἀποτελοῦν τό θέμα μας. 

Ἡ ᾿Ελευθερία καί ἡ ᾿Αγάπη. Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, ἑνώθηκε ἡ Θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ ᾿Ενανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά σ’ αὐτή τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων διατηρεῖται ἀκέραια ἡ ταυτότητα καί ἡ καθαρότητα τῆς κάθε μιᾶς. ῾Η ἀνθρώπινη φύση μας δέν ἀπορροφᾶται ἀπό τή θεία, ἀλλά διατηρεῖ τήν ἑτερότητά της. Αὐτή εἶναι ἡ ᾿Ελευθερία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦρθε νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀναγκαστικά. Θά δοῦμε καί στή συνέχεια, ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε ἐλεύθερους. Καί εἶναι ὁ μόνος πού πῆρε στά σοβαρά τήν ᾿Ελευθερία μας. ᾿Εμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεικνύουμε ἀπό τήν καθημερινότητά μας, ὅτι αὐτή μας τήν ᾿Ελευθερία δέν τήν πήραμε στά σοβαρά. Κι ὁ Θεός, ἀκόμα κι ὅταν θέλησε νά ἀνορθώσει τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο, καί πάλι ἀκολούθησε μία πορεία τῆς ὁποίας τό κύριο χαρακτηριστικό εἶναι ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ὁ σεβασμός τῆς ᾿Ελευθερίας του. Αὐτό λοιπόν εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο συνιστᾶ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 

῾Ο Θεός κινεῖται μέ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἐκεῖνον τόν ὁποῖον ἐδημιούργησε, ἐκείνου τοῦ ὁποίου σεβάστηκε τή δυνατότητα ἀκόμα καί νά πεῖ ὄχι στό Θεό, καί ὁ ἄνθρωπος εἶπε ὄχι στό Θεό, καί ἀπ’ τήν ἄλλη πλευρά δέν ἀχρηστεύει, δέν ἀφομοιώνει, δέν καταργεῖ τήν ἀνθρώπινη φύση. ῾Ο Θεός λοιπόν οἰκοδομεῖ τή σχέση του μέ τόν ἄνθρωπο μέσα στά πλαίσια τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀγάπης, κινεῖται ἀπό ἀγάπη στόν ἄνθρωπο. Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μιλοῦν γιά ἕνα Θεό ὁ ὁποῖος σέ μιὰ παραφορά ἐρωτικῆς ἀγαθότητος «ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται». Βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό Του καί ἔρχεται νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο. Αἰτία, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο καί τή σωτηρία του. Καθώς κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο, ἔρχεται νά προσλάβει τήν ἀνθρώπινη φύση Του, αὐτό πού ἔχουμε κοινό ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. 

Εἶναι σημαντικό νά θυμηθοῦμε, ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουμε μέ τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ. Καί τοῦτο γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένος, γιατί αὐτό εἶναι τό καλούπι μας. ῾Ο Θεός εἶναι ἕνα καί τρία μαζί. Εἶναι ἕνας κατά τήν Οὐσία καί Τριαδικός κατά τίς ὑποστάσεις. Κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος πλασμένος εἶναι ἕνας κατά τήν ἀνθρώπινη φύση καί πολλαπλοῦς κατά τίς ὑποστάσεις. ᾿Αλλά αὐτές οἱ πολλές ἀνθρώπινες ὑποστάσεις, στό πλαίσιο τῆς ἴδιας ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἐκεῖνες πού συνιστοῦν τόν ἄνθρωπο πιεστικά. ᾿Από τή μιά μεριά θεμελιώνουν τή δομή του κι ἀπ’ τήν ἄλλη τοῦ προτείνουν τό ὅραμά του. Διότι ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά συγκροτήσει μέσα του τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί τά πολλά ἀνθρώπινα πρόσωπα νά συγκροτήσουν τήν ἀγαπητική κοινωνία, κατ’ εἰκόνα τῆς τριαδικῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ᾿Αγάπη. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε νά ΕΙΝΑΙ καί ὄχι νά ἔχει ᾿Αγάπη. ῾Η διαφορά εἶναι πάρα πολύ σημαντική. ῞Οσοι λένε ὅτι ἔχουν ἀγάπη, ἔχουν μόνον ἐγωϊσμό. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά; Αὐτός πού εἶναι ἀγάπη, δέν ἀλλοιώνεται. Δέν ἀλλοιώνεται ἀπό τήν κακία τῶν ἄλλων, ὅπως ὁ Θεός πού εἶναι ᾿Αγάπη, ἀνατέλλει τόν ἥλιο Του ἐπί ἀγαθούς καί πονηρούς, καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους. Καί γι’ αὐτό φανερώνουμε πόσο ἀγνοοῦμε τό Θεό ὅταν μερικές φορές ζητᾶμε νά ἔρθει τιμωρός σέ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τό θέλημά Του.

Ὁ Θεός λοιπόν γενόμενος ἄνθρωπος χαίρεται τήν ᾿Ελευθερία μας καί μᾶς πλάθει ἀπό τήν ἀρχή ἐλεύθερους. Καί τώρα πού ἔρχεται νά μᾶς θεραπεύσει, ἔρχεται μ’ ἕνα σεβασμό στό ἀνθρώπινο πρόσωπο. ᾿Ανακαινίζει τήν ἀνθρώπινη φύση ἀλλά ἀφήνει τήν ἐλευθερία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο νά κάνει δική του αὐτή τή Θεανθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος θεραπεύτηκε ἀπό τό θάνατο, ἀλλά ἄν τό κάθε συγκεκριμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο θά ἀποδεχθεῖ στή ζωή του αὐτή τή θεραπεία εἶναι θέμα τῆς δικῆς του ἐλευθερίας. Βέβαια, τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος σημειώνει καί μιά ἄλλη πραγματικότητα, τήν ὁποία πολλές φορές ξεχνᾶμε. Σημαίνει ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος γιά τήν ἐλευθερία του. Μιά καίρια ἀλήθεια, τήν ὁποία τήν ἀγνοοῦμε καί γι’ αὐτό κάνουμε πολλές ζημιές. 

Σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ὁ Θεός λοιπόν, γιατί; Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν τελική εὐθύνη γι’ αὐτήν. Εἶπε στόν πρῶτο ἄνθρωπο ὁ Θεός• «᾿Ιδού, δέδωκα ὑμῖν τήν ζωήν καί τόν θάνατον»• διάλεξε. Κι ὁ ἄνθρωπος διάλεξε τόν θάνατο. Δέν τιμώρησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος τιμώρησε τόν ἑαυτό του, στερώντας τον ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ αὐτό πού συνιστοῦσε τήν ὑπόστασή του. Καί τώρα πάλι μᾶς βεβαιώνει ὁ Χριστός ὅτι «δέν ἦρθα νά κρίνω τόν κόσμο, ἦρθα νά σώσω τόν κόσμο». Κι ὁ Χριστός μᾶς σώζει ὄχι μέ κάτι πού κάνει ἀλλά μ’ αὐτό πού εἶναι. Γιατί ἀκριβῶς γι’ αὐτό εἶναι Σωτήρας ὁ Χριστός, γιατί στό πρόσωπό Του ἑνώνει τή δική μας θνητότητα καί κτιστότητα μέ τό ἄκτιστο καί ἀθάνατο τό δικό Του. Μέσω τῆς κοινωνίας τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μποροῦμε νά ὑπερβοῦμε τή δική μας θνητότητα. Γι’ αὐτό μᾶς λέει πάλι, ὅτι «οὐσιαστικά δέν εἶμαι ἐγώ πού κρίνω τόν κόσμο». ᾿Αλλά νά ποιά εἶναι ἡ κρίση• ὅτι ἐνῶ τό Φῶς ἦρθε στό κόσμο, οἱ ἄνθρωποι ἐπέλεξαν τό σκοτάδι ἀντί γιά τό Φῶς. Εἶναι λοιπόν ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο Θεός λοιπόν ἔτσι σχετίζεται μέ μᾶς. Μέ τήν ἀγάπη Του καί τήν ἐλευθερία Του. Μέ τήν ἀγάπη πού ἔρχεται νά μᾶς δημιουργήσει καί μετά τήν πτώση μας καί μέ τό σεβασμό τῆς ἐλευθερίας μας ἀπό τήν πλευρά Του, νά μᾶς ἀνακαινίσει, καθώς τήν τελική εὐθύνη τήν ἀφήνει στό δικό μας θέλημα ἔχοντας ὅμως δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας μας. 

῾Η σχέση τώρα, τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό. ῞Ενα μεγάλο θέμα. Μιά προσεκτική ματιά θά μᾶς κάνει νά δοῦμε ὅτι πολλές φορές εἴμαστε μάρτυρες μιᾶς μεγάλης ἀρρωστημένης θρησκευτικότητας. ῾Υπάρχουν ἄνθρωποι πού εἶναι ἄρρωστοι θρησκευτικά, πού ἔχουν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα. Μιά θρησκευτικότητα, πού στερεῖται καί τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. ᾿Αρρωστημένη θρησκευτικότητα ὅσον ἀφορᾶ στόν ἑαυτό μας, ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ὅσον ἀφορᾶ αὐτήν πού πᾶμε νά προσφέρουμε στούς ἄλλους. 

Ποιά εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό; Εἶναι μιά ὑπεύθυνη σχέση, καί εἶναι μιά σχέση ἐλευθερίας καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ. Οὐσιαστικά, εἴπαμε γιά τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος στό Θεό πηγαίνει ἐλεύθερα. Τί σημαίνει ἐλεύθερα; Σημαίνει ὑπεύθυνα. Σημαίνει ὅτι πηγαίνει ἐν ἐπιγνώσει. Σημαίνει ὅτι δέν ζητάει ἀπό τόν Θεό νά τοῦ κάνει τό κέφι του ἀλλά ζητάει νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια καί τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Πηγαίνει ὑπεύθυνα, πού σημαίνει, πηγαίνει γιατί ἐμπιστεύεται τό πρόσωπό Του καί τό Λόγο Του. Καί τό ἐμπιστεύεται «κατά πάντα καί διά πάντα». Δέν ζητάει ἀπό τό Θεό, σάν τόν Φαρισαῖο, νά εἶναι μάρτυρας τῆς καλωσύνης του καί τῆς ἀρετῆς του. Γιατί; Γιατί ἡ συναίσθηση τῆς εὐθύνης ἔρχεται νά μᾶς φανερώσει πόσο ἄρρωστοι εἴμαστε πολλές φορές. Γιατί ἄρρωστος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού λειτουργεῖ ἐγωϊστικά, ἄρρωστος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν εἶναι ᾿Αγάπη, ὅσο κι ἄν λέει ὅτι ἔχει ᾿Αγάπη. Γιατί αὐτό πού λέμε ὅτι ἔχουμε, τό διαψεύδει ἡ καθημερινότητά μας.

῾Η σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό λοιπόν, εἶναι μιά σχέση εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος πηγαίνει ὄντως στό Θεό καί πηγαίνει γιατί Τόν ἐμπιστεύεται, Τόν ἀγαπᾶ. Τί σημαίνει Τόν ἐμπιστεύεται; Λέει ἡ ᾿Οπισθάμβωνος Εὐχή• «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον». Αὐτό ἔχει καί μιά δεύτερη ἀνάγνωση. ῞Ο,τι κατέρχεται ἄνωθεν εἶναι «δόσις ἀγαθή» καί «δώρημα τέλειον». Δηλαδή; Δηλαδή καί μία ἀρρώστεια καί μία δοκιμασία καί ἕνας θάνατος.᾿Εμεῖς ὅμως, πού δέν κατανοήσαμε τή σχέση μας αὐτή, οὐσιαστικά δέν ἐμπιστευόμαστε τόν Θεό. Νομίζουμε ὅτι ὁ Θεός τότε τά λέει καλά, ὅταν συμφωνεῖ μαζί μας, γιατί ἀκριβῶς ἔχουμε μιά λαθεμένη θρησκευτικότητα. 

᾿Εμπιστεύομαι λοιπόν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί δέν πηγαίνω στόν Θεό μέ τό ζόρι. ῾Ο Θεός, οὔτε ἐμένα οὔτε ἐσᾶς ἔχει ἀνάγκη. ῾Υπῆρχε πρίν ἀπό μᾶς καί μπορεῖ νά ὑπάρχει καί χωρίς ἐμᾶς. Κι εἶναι σημαντικό νά τό καταλάβουμε. Γιατί μερικές φορές θεωροῦμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος σέ μᾶς, γιατί νηστεύουμε, γιατί πᾶμε στήν ἐκκλησία. Εἶναι γνωστή ἡ φράση πού προέρχεται ἀπό τά χείλη, πολλές φορές, εὐσεβῶν ἀνθρώπων «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Δηλαδή, τί ὄχι σέ σένα; Τί σέ μένα; Τί σημαίνει αὐτό τό ἐρώτημα; Πόσο λίγο ἐμπιστευόμαστε. Καί δέν καταλάβαμε κάτι. ᾿Ακριβῶς γι’ αὐτό σέ μᾶς. Γιατί ἔχουμε οἰκοδομήσει μιά λαθεμένη οἰκοδομή καί ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει δέν μᾶς ἀφήνει στήν πλάνη μας καί μᾶς παραχωρεῖ τή δοκιμασία πού φέρνει στήν ἐπιφάνεια ποιοί πραγματικά εἴμαστε. 

Κάποτε ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐργάστηκε χρόνια ὁλόκληρα μέσα στήν ᾿Εκκλησία ἀσθένησε, καί εἶπε αὐτό: «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Κι ἐγώ τοῦ παρήγγειλα: «Γιατί ὄχι σέ σένα; πρῶτον, καί δεύτερον, τό ἐρώτημά σου εἶναι καί ἡ ἀπάντηση. ῞Οταν παλιότερα ἐσύ πήγαινες σέ κάποιον ἀσθενή νά τόν παρηγορήσεις, τί τοῦ ἔλεγες; Γιατί δέν τά λές τώρα στόν ἑαυτό σου; ᾿Από αὐτή τήν καλουπιά ὁ Θεός πάει νά σέ βγάλει». Καί ἔτσι ἤτανε. ῾Ο Θεός ἑτοίμασε τό πρόσωπο αὐτό, τό ὡρίμασε. Γιατί; Γιατί ὁ Θεός θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι». Καί ἡ σωτηρία εἶναι ἡ ζωή μέ ᾿Εκεῖνον. 

Εἶναι πολύ σημαντικό λοιπόν νά προσέξουμε μήπως ἡ θρησκευτικότητά μας καί ἡ πίστη μας εἶναι ἀρρωστημένη. Γιατί ἡ ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ἐπηρεάζει τήν κατάσταση τοῦ σπιτιοῦ μας, ἐπηρεάζει τήν ἀγωγή πού δίνουμε στά παιδιά μας καί πολλές φορές ἐξηγεῖ γιατί εἶναι ἀποτυχημένη αὐτή ἡ ἀγωγή, ὅταν ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά διορθώσουμε τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά ποῦμε ἀκόμα καί σ' Αὐτον, ὄχι. ᾿Εμεῖς θέλουμε νά τ’ ἀπαγορεύσουμε αὐτό ἀπό τά παιδιά μας. ᾿Από ἀγάπη, λέμε. Σά νά μή μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Θεός. ῎Ετσι λοιπόν, εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι μιά ὑγιής σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο ἔχει αὐτά τά δύο θεμέλια. Τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, πού πηγαίνει ἐλεύθερα στόν Θεό γιατί Τόν ἀγαπᾶ καί Τόν ἐμπιστεύεται καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 

῎Ας ἔρθουμε ὅμως λιγάκι πιό κοντά σέ πιό ἀνθρώπινα πράγματα. Τί συμβαίνει μ’ ἕνα ζευγάρι ἀνθρώπων; Ποῦ θεμελιώνεται αὐτή ἡ σχέση κι αὐτός ὁ γάμος; Δέν μπορεῖ νά ἔχει ἄλλο θεμέλιο, παρά στήν ᾿Ελευθερία καί στήν ᾿Αγάπη. Πόσες φορές ἐπιδιώκουμε νά ἀλλάξουμε τόν ἄλλον, νά ἀφομοιώσουμε τόν ἄλλον; Αὐτό σημαίνει πώς δέν τόν ἀγαπᾶμε. Γιατί, στήν πραγματικότητα, γνώρισες ἕναν ἄνθρωπο, τόν ἀγάπησες γι’ αὐτό πού εἶναι, τώρα γιατί θές νά τόν ἀλλάξεις; Καί μέ τί κριτήριο, θέλεις; Μέ τό κριτήριο ὅτι ἐσύ εἶσαι καλύτερος ἀπό ἐκεῖνον; ᾿Εκείνη ἤ ἐκεῖνον; Ποιό εἶναι τό κριτήριο; Καί γιατί αὐτό τό κριτήριο δέν εἶναι ἐγωϊστικό, δικό σου; 

Ὁ γάμος εἶναι ὁ μόνος χῶρος πού ἕνα κι ἕνα κάνει πάλι ἕνα. ῎Εχουμε ἕνα πρόσωπο, μία ἀντρόγυνη φύση, στά δύο αὐτά πρόσωπα. Εἴπαμε ποιό εἶναι τό καλούπι: «Μονάς ἐν τριάδι, καί τριάς ἐν μονάδι». Δέν ὑπάρχει ἄλλο σταθερώτερο θεμέλιο ἀπό τήν ᾿Ελευθερία καί τήν ᾿Αγάπη σάν θεμέλιο αὐτῆς τῆς σχέσης. Πολύ περισσότερο ὅταν αὐτή ἡ ᾿Ελευθερία κι αὐτή ἡ ᾿Αγάπη μπολιάζεται στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται - γι’ αὐτό ὁ γάμος εἶναι μυστήριο -, ᾿Ελευθερία καί ᾿Αγάπη τοῦ Θεοῦ, πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο. Τί σημαίνει ᾿Ελευθερία; Σεβασμός τῆς ἑτερότητας τοῦ ἄλλου. Βρῆκες ἕναν ἄνθρωπο. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι ἄλλο ἀπό σένα. Πῶς αὐτό τό ὑπολογίζεις; πόσο τό ἐκτιμᾶς; Ἀκόμα περισσότερο πόσο θεωρεῖς δῶρο τοῦ Θεοῦ τήν ἑτερότητα τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου μέ ὅ,τι χαρίσματα μά κι ἐλαττώματα ἄν ἔχει. 

᾿Εάν πραγματικά ἀγαπῶ τόν ἄλλον, θέλω νά παραμείνει ἕτερος, γιατί τότε μόνο θά μπορῶ νά τόν ἀγαπῶ. ῎Αν τόν ἄλλο θέλω νά τόν ἀφομοιώσω, ἐάν θέλω νά γίνει σάν κι ἐμένα, δέν τόν ἀγαπῶ, θέλω νά ὑποτάξω τήν προσωπικότητά του. Κι αὐτό δείχνει δύο λάθη. ῞Οτι θεωρῶ τόν ἑαυτό μου κριτήριο, ἀπ’ ὅποιον κι ἄν γίνεται ἡ κίνηση αὐτή, καί ὅτι δέν σέβομαι τήν ἑτερότητα τοῦ ἄλλου. ῞Οπου ὑπάρχει ἀληθινή ἐλευθερία, ὑπάρχει κι ἀληθινή ἀγάπη. Κι αὐτή δέν ὁδηγεῖ στήν ἀφομοίωση οὔτε στήν ἰσοπέδωση, ἀλλά στήν ἀναγνώριση τοῦ ἄλλου. Ποῦ ὁδηγεῖ μιά σχέση μέσα στήν ᾿Ελευθερία καί στήν ᾿Αγάπη; Σ’ ἕνα διάλογο τῶν δύο προσώπων. Πρῶτον γιατί εἶναι ἕτεροι, καί δεύτερον γιατί ἀγαπιῶνται. Γι’ αὐτό διαλέγονται. Κι αὐτός ὁ διάλογος εἶναι ἕνας πλοῦτος. Γιατί κι ὁ καθένας εἶναι ἕνας πλοῦτος γιά τόν ἄλλον, κι εἶναι σημαντικό νά τόν ἀνακαλύψουμε. ῾Ο στόχος εἶναι ἡ διαρκής ἀνακάλυψη τοῦ ἄλλου. 

Πολλές φορές νομίζουμε ὅτι ξέρουμε καλά τόν ἄνθρωπό μας κι ἀποδεικνύεται ὅτι δέν τόν ξέρουμε. Καί πολλές φορές ἔχουν περάσει κάποια χρόνια κι ἔρχεται ἡ κρίση. Γιατί; Γιατί αὐτό πού διαρκῶς πιέζαμε κάποια στιγμή κάνει τήν ἔκρηξή του. Θέλω νά σᾶς θυμίσω τό στίχο ἑνός ὄμορφου τραγουδιοῦ• «Σ’ ἀγαπῶ γιατί εἶσαι ’σύ». ῎Εχετε σκεφθεῖ καθόλου τό μήνυμα πού κομίζει αὐτός ὁ στίχος; Σ’ ἀγαπῶ, καί μπορῶ νά σ’ ἀγαπῶ, γιατί δέν εἶσαι ’γώ. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη του ἑρμηνεία. Οὐσιαστικά δέν σ’ ἀγαπῶ, ἄν θέλω ἐσύ νά γίνεις ἐγώ. Μέσα ἀπό τή διαφορετικότητα τοῦ κάθε προσώπου, μέσα στήν ἀγάπη, ἐπιτυγχάνεται ἕνας διαρκής ἐμπλουτισμός τῆς σχέσης. ᾿Αλλιῶς, ὅπως λένε, στόν κόσμο καί στήν κοινωνία, «παλιώνει ἡ σχέση καί ὁ γάμος». ῞Ομως, παλιώνει γιατί ἐμεῖς τόν ἀφήνουμε καί παλιώνει. ᾿Εάν δέ σκεφθεῖτε τήν δυνατότητα τοῦ καθενός ἀνθρώπου νά ἁγιάζεται καί νά μετέχει ὅλο καί περισσότερο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῆς Χάριτός Του, τότε διαρκῶς μποροῦμε νά ἔχουμε ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο. 'Αλλά, ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά διορθώσουμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, νομίζοντας ὅτι ξέρουμε καλύτερα τί πρέπει νά κάνουμε. 

Θά τό δοῦμε ἀκόμα τραγικότερα τό θέμα, ὅταν φτάσουμε σέ μιά ἄλλη σχέση, πολύ βασική καί καθημερινή. Τή σχέση τῶν παιδιῶν μέ τούς γονεῖς. Τή σχέση τῶν γονιῶν μέ τά παιδιά τους. Εἶναι μιά δύσκολη σχέση. Πολλές φορές χωρίς ἐλευθερία, στό ὄνομα τῆς ἀγάπης. Τίς περισσότερες φορές μέ τόν ἐγωϊσμό μας στή θέση τῆς ἀγάπης, εἶναι πάρα πολύ εὔκολο νά ἔρθει ἡ σύγκρουση. ᾿Αλήθεια, ὅταν μεγαλώνουμε τά παιδιά μας τί ὅραμα ἔχουμε στή ζωή μας; Μεγαλώνουμε παιδιά γιά νά ζήσουν ἐλεύθερα καί νά σταθοῦν στά πόδια τους ἤ τά «καμαρώνουμε» γιατί μᾶς ἀκοῦνε; ᾿Εάν χαιρόμαστε γιατί μᾶς ἀκοῦνε πάντα, οὐσιαστικά ἔχουμε ἀναγνωρίσει καί ἀνακηρύξει σέ ἀλάθητο τόν ἑαυτό μας, καί πιστεύουμε ὅτι ἔχουμε πάντα δίκιο, καί χαιρόμαστε πού τά παιδιά μας, μᾶς ἀκοῦνε. ᾿Ενῶ θά ’πρεπε νά ἀνησυχοῦμε ἄν μᾶς ἀκοῦνε πάντα, καί πολύ περισσότερο στό διάστημα τῆς ἐφηβείας, πού εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ νέου παιδιοῦ νά κατακτήσει τήν ἐλευθερία του. Θέλει τήν ἀγάπη μας, ἀλλά ὄχι μέ τή στέρηση τῆς ἐλευθερίας. Καί χωρίς ἐλευθερία δέν ὑπάρχει εὐθύνη. Κι αὐτό τό ξέρουμε καί τό βιώνουμε. 

Μεγαλώνουμε τά παιδιά μας γιά νά ἐξαρτῶνται διαρκῶς ἀπό μᾶς ἤ μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο πού ὅταν μᾶς φύγουν αὔριο νά μποροῦν σταθοῦν στά δικά τους τά πόδια; Θά μπορούσαμε νά ἐξηγήσουμε τί σημαίνει, ὅτι τό καλό μας τό παιδί πού τό ὁρίζαμε ὅσο τό εἴχαμε κοντά μας μόλις φύγει ἀπό κοντά μας μπλέκει καί καταστρέφεται; Τό ἐρώτημα καίριο. Φταῖνε οἱ κακές παρέες ἤ ὁ τρόπος πού ἐμεῖς τό μεγαλώσαμε; ᾿Εμεῖς δέν ξέραμε ὅτι ὑπάρχουν καί κακές παρέες; Δέν θά’ πρεπε λοιπόν νά τό μεγαλώσουμε ἔτσι ὥστε νά μπορεῖ νά σταθεῖ στά πόδια του καί νά μή μᾶς ἔχει ἀνάγκη; ῞Ομως πολλές φορές ἐμεῖς τό μεγαλώνουμε μέ λάθος τρόπο, μέ μιά ἀγάπη πού ’ναι ἀρρωστημένη, μέ μιά ἀγάπη πού δέν βλέπει τό πραγματικό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ. 

Νά παρουσιάσω ἕνα ἁπλό παράδειγμα: Πρίν ἀπό δύο χρόνια βρισκόμουν τή μέρα τῆς Μεταμορφώσεως στόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τό Ρῶσσο. Λειτουργοῦσα ἐκεῖ καί εἶχα μαζί μου μιά οἰκογένεια ἀπό τήν ᾿Αμερική μέ ἕξι παιδιά. Μετά πήγαμε κάπου νά φᾶμε. Νηστεία μέν, Μεταμορφώσεως δέ, μπορούσαμε νά φᾶμε καί κάτι ψαρικό. ᾿Εκεῖ πού τρώγαμε, κάποια στιγμή σηκώθηκα καί καθώς πῆγα νά γυρίσω εἶδα ἕνα παιδάκι. ῞Ενα παιδάκι, 10, 11, 12 -κάπου ἐκεῖ -, μ’ ἕνα σουβλάκι στό χέρι καί στρίβοντας βλέπω δίπλα καί τούς γονεῖς του πού ἔκαναν τό ἴδιο. Ἐκείνη τή στιγμή μοῦ καρφώθηκε στό μυαλό σάν ἐρώτημα: ῎Αν τό παιδί αὐτό στά 15 του παίρνει ναρκωτικά, θά ρωτάει ὁ πατέρας ποιός φταίει καί θὰ ’ναι σοβαρός; Ἑτοίμασε τό παιδί του γιά νά λέει «ὄχι», ἀκόμα καί σέ πράγματα πού τοῦ ἀρέσουνε; Πότε τό προπόνησε; Βλέπετε πόσο τυφλοί εἴμαστε, ὅταν ἀναγνωρίζουμε πόσο σημαντικό πράγμα εἶναι ἡ προπόνηση γιά ἕναν ἀθλητή, προκειμένου νά κερδίσει ἕνα μετάλλιο καί δέν ἀναγνωρίζουμε τήν προπόνηση γιά ἕναν ἄνθρωπο, προκειμένου νά κερδίσει τή ζωή! 

Γιά νά δεῖτε, ὅτι τό πρόβλημα τό ’χουμε ἐμεῖς, περίπου τό ἴδιο διάστημα, ἀλλά τό χειμώνα, σ’ ἕνα σχολεῖο ἐδῶ τῶν ᾿Αθηνῶν, μέ κάλεσαν γιά νά μιλήσω στά παιδιά στό πλαίσιο τοῦ μαθήματος τῆς Περιβαλλοντικῆς Ἀγωγῆς. Τό μάθημά τους ἦταν ἐκείνη τή χρονιά, οἱ νηστήσιμες συνταγές. ᾿Εμένα μοῦ ζήτησαν νά μιλήσω γιά τή νηστεία. ῎Ε, τούς μίλησα γιά τή νηστεία, τούς εἶπα τί εἶναι, ποιός τήν εἶπε, γιατί τήν κάνουμε, πῶς τήν κάνουμε καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Τά παιδιά μέ ρώτησαν, τούς ἀπάντησα, τελειώσαμε. Τήν ἑπόμενη χρονιά τά παιδιά αὐτά ἤρθανε στή Σιάτιστα. ῾Η μαθήτρια πού ἀνέλαβε νά μέ προσφωνήσει, μ’ εὐχαρίστησε πρῶτον γιατί τήν περασμένη χρονιά εἶχα πάει στό σχολεῖο τους καί μοῦ ’πε τό ἑξῆς• «Θά σᾶς πῶ καί κάτι πού δέν τό ξέρετε, καί φαντάζομαι νά χαρεῖτε. Τά περισσότερα παιδιά ἐκείνη τήν ἡμέρα ὅταν γυρίσαμε στό σπίτι μας ἀπαιτήσαμε ἀπό τούς γονεῖς μας νά νηστεύσουμε τήν ὑπόλοιπη Σαρακοστή». Τό ἐρώτημα ἁπλό: Ποιός εἶχε πιό πολύ μυαλό, τά παιδιά ἤ οἱ γονεῖς τους; Γιατί τό ζήτησαν τά παιδιά; Γιατί κατενόησαν πόσο σημαντικό εἶναι κι ὅτι δέν εἶναι «τά καημένα τά παιδιά». Μέ τά καημένα τά παιδιά, τά κάνουμε ὅλα ἄρρωστα οὐσιαστικά. 

῞Οταν βλέπουμε, λοιπόν, ἕνα παιδί νά μήν μπορεῖ νά σταθεῖ στά πόδια του ἔξω ἀπό τό σπίτι του, μήπως εἶναι λανθασμένη ἡ ἀγωγή πού τοῦ δώσαμε; Δηλαδή, πῶς τό φανταζόμαστε, θά εἶναι πάντα μαζί μας; Θά εἴμαστε πάντα πάνω ἀπό τό κεφάλι του; Δέν τό μεγαλώσαμε ὥστε νά εἶναι ἐλεύθερο, ὥστε νά εἶναι ὑπεύθυνο. Κι αὐτό σημαίνει λανθασμένη ἀγάπη ἀπέναντί του. ᾿Εάν πραγματικά σεβόμαστε τήν ἐλευθερία του, κι ἄν τό ἀγαπᾶμε, τότε θά διαλεγόμαστε διαρκῶς μαζί του ἀπό τή μικρή του ἡλικία. ῎Οχι ὅταν ξαφνικά ἀρχίσουν τά προβλήματα. Διότι αὐτές δέν εἶναι δύο λέξεις, ἡ ᾿Ελευθερία καί ἡ ᾿Αγάπη. ῾Ορίζουν μιά στάση ζωῆς. Θά εἴμαστε σ’ ἕνα διαρκῆ διάλογο μέ τό παιδί μας καί τό παιδί μας θά μᾶς ἐμπιστεύεται, γιατί θά βλέπει σ’ αὐτή τήν προσπάθειά μας τήν ἀγάπη μας καί θά τήν ἐμπιστεύεται. Τά παιδιά δέν εἶναι καθόλου παράλογα, ἀλλά τούς ἔχουμε στερήσει, πολλές φορές, καί τήν ᾿Ελευθερία καί τήν ᾿Αγάπη. Γιατί αὐτό πού τούς προσφέρουμε, τίς περισσότερες φορές εἶναι δικό μας θέλημα. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ὁ σεβασμός τῆς ἐλευθερίας ὁδηγεῖ σ’ ἕνα διαρκῆ διάλογο μ’ ἕναν δικό μας ἄνθρωπο, μέ τόν ἄνθρωπό μας, μέ τόν ἤ τήν σύζυγο. ᾿Ακόμη ὁ σεβασμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου μᾶς κάνει ἀκριβῶς νά μποροῦμε, ἀκόμα κι ὅταν διαφωνοῦμε μέ τόν ἄλλον, νά σεβόμαστε τή δυνατότητά του καί τήν ἐλευθερία του νά διαφωνεῖ μαζί μας κι ὄχι νά ἔχουμε κριτήρια πάντα τό δικό μας θέλημα. 

῾Η ἐλευθερία καί ἡ ἀγάπη εἶναι μιά στάση ζωῆς τελείως ἀντίστροφη ἀπό τόν ἐγωϊσμό καί τίς ἐγωϊστικές σχέσεις πού συνήθως δημιουργοῦμε. ᾿Ακόμη καί μέσα στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας καί μέσα στό χῶρο τῆς κοινωνίας πού ζοῦμε, ἄν πάσχουν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας εἶναι γιατί δέν ἔχουν οὔτε ἐλευθερία οὔτε ἀγάπη ἤ γιατί ἡ ἀγάπη πού ἔχουν μερικές φορές στερεῖται τῆς ἐλευθερίας πού πρέπει νά πρέπει νά προσφέρεις στόν ἄλλον. 

Πόσες φορές ἐμεῖς ζητᾶμε τήν ἀποκλειστικότητα τοῦ ἄλλου; Μέ ποιό δικαίωμα; ῞Οταν κάποιος εἶναι φίλος μου, τοῦ ἀπαγορεύεται νά ἔχει κι ἄλλους φίλους; ῞Οταν κάποιος βγαίνει μέ κάποιον φίλο του πρέπει νά εἶμαι κι ἐγώ μαζί του; Κι ἄν δέν εἶμαι θά παρεξηγηθῶ; Γιατί; Πόσο σέβομαι τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, τήν προσωπικότητά του; Χαίρομαι γιατί δέν εἶμαι ὁ ἀποκλειστικός φίλος. Τό ἴδιο καί γενικότερα μέσα στίς σχέσεις μας, στό χῶρο μας τόν ἐργασιακό, πόσο σεβόμαστε τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, τή δυνατότητά του νά εἶναι διαφορετικός; ᾿Ακόμα κι ὅταν κάποιος ἄνθρωπος ἔχει διαφορετική πίστη ἀπό μᾶς, πόσο σεβόμαστε τή διαφορετικότητά του, τή δυνατότητά του νά εἶναι κάτι ἄλλο, καί πόσο διαρκῶς συνεχίζουμε νά τόν ἀγαπᾶμε; 

᾿Εάν λοιπόν παρατηρήσουμε, μέ πάρα πολλή προσοχή, θά δοῦμε ὅτι ἡ πραγματική ποιότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων σ’ ὅλο της τό φάσμα, ἀλλά καί τῆς σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐκεῖ πάσχει. Παρ’ ὅλο, πού τό ἀρχέτυπό μας, ὁ Χριστός, μᾶς ὁρίζει τόν τρόπο. ῎Αν ὁ Θεός ὅρισε τόν τρόπο τῆς σχέσης μαζί μας μέσα στήν ἐλευθερία καί στήν ἀγάπη, τί σημαίνει τό «ἀδιαιρέτως»; Δέν μπορῶ νά ζήσω χωρίς ἐσένα. ᾿Αλλά τό δέν μπορῶ νά ζήσω χωρίς ἐσένα, δέν σημαίνει «σέ καταπίνω». Σημαίνει, ἐπειδή δέν μπορῶ νά ζήσω χωρίς ἐσένα, θέλω νά εἶσαι αὐτός πού εἶσαι. Νά σ’ ἀγαπῶ γιατί εἶσαι «ἐσύ», κι ὄχι γιατί θέλω νά σέ κάνω, «ἐγώ». 

Νά κάνω μιά παρένθεση καί νά ἀναφερθῶ πάλι στά νέα παιδιά. Πόσο καταπιεστικοί γινόμαστε καί ἀνελεύθεροι θέλοντας νά τούς προσφέρουμε τό Χριστό; ῾Ο Χριστός πρέπει νά εἶναι συνειδητή ἐπιλογή τους. ᾿Εάν τούς ἔχουμε δώσει σωστή ἀγωγή ἀπό τά παιδικά τους χρόνια, τά βοηθᾶμε. ᾿Αλλά δέν θά τούς Τόν φορέσουμε καπέλο. Πῆγα κάποτε σ’ ἕνα σχολεῖο. ῞Οταν τούς εἶπα: «παιδιά, μπῆκε ἕνας παπάς στήν τάξη σας, ἔχετε κάτι νά τοῦ πεῖτε;», ἕνα παιδί αὐθόρμητα μοῦ λέει: «Πάτερ, γιατί ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι μακριά μας;». Κι ἐγώ τοῦ εἶπα: «Καί γιατί νά εἶναι κοντά σας; Τή χρειάζεστε;». Καί μοῦ λέει: «Ναί». Τότε τοῦ λέω: «Ψάχτε νά τή βρεῖτε. ῎Αν πραγματικά χρειάζεστε τήν ᾿Εκκλησία, τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀναζητῆστε την γιά νά τήν ἔχετε καί νά εἶναι δική σας». Καί πολλές φορές τούς λέω, ὅτι πηγαίνω, ὄχι γιατί θέλω νά τούς φορέσω κάτι καπέλο, ἀλλά γιατί θέλω ἁπλά, λίγο, ν’ ἀγγίξω κάποιους προβληματισμούς. Καί τούς τονίζω ὅτι• «στή ζωή σας θά περπατήσετε μόνο μέ τά δικά σας πόδια. Οὔτε μέ τά δικά μου, οὔτε μέ τοῦ πατέρα σας, οὔτε μέ τῆς μάνας σας. Κι εἶναι σημαντικό γιά σᾶς, ἡ σανίδα πού θά πατήσετε ἐσεῖς νά διαπιστώσετε ὅτι εἶναι γερή». 

Ἔτσι λοιπόν, σ’ αὐτή τήν κρίση, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ σκοτασμοῦ τοῦ νοός μας, ἔρχεται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ὕπαρξη καί τή δομή Του νά φωτίσει πρῶτον τό μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου. Τί σημαίνει περνᾶνε κρίση οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις; Σημαίνει ὅτι περνάει κρίση τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί ἡ κρίση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου εἶναι ὀντολογική, δέν εἶναι ἠθική γιατί οὐσιαστικά ἔχει χάσει τήν ἐπαφή μέ τήν ἀλήθεια του, μ’ αὐτό πού πραγματικά εἶναι, καί λειτουργεῖ μέ λάθος τρόπο. Γι’ αὐτό ἔχει διαρκῶς παρενέργειες σ’ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ζωῆς του. ῾Ο Χριστός λοιπόν φωτίζει τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, φωτίζει τήν ὑπόσταση καί τήν δομή τοῦ ἀνθρώπου καί κατά συνέπεια, φωτίζει τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἄνθρωπο. 

῾Ο ἴδιος λοιπόν μᾶς ἔδειξε ὅτι αὐτός ὁ τρόπος εἶναι ἕνας καί μοναδικός· ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀγάπη, μέ τήν ὁποία ᾿Εκεῖνος ἦρθε σέ μᾶς, ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία ἐμεῖς πηγαίνουμε σ’ ᾿Εκεῖνον. Ὁ Χριστός ἦρθε καί προσέλαβε καί θεράπευσε τήν ἀνθρώπινη φύση μας, γι’ αὐτό μέ τήν ᾿Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. 

Μένει ὅμως καί τό ἔργο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Ποιό εἶναι τό ἔργο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος; Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ἦρθε σάν μιά μαζική ἔκχυση φωτός, πού σκέπασε τόν τόπο, ὅπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οἱ μαθητές, ἀλλά ἦρθε μεριζόμενο σέ πύρινες γλῶσσες, πού ἡ κάθε μιά κάθισε στόν καθένα ξεχωριστά. Τό ἔργο λοιπόν τοῦ Χριστοῦ ἀφορᾶ στήν ἀνθρώπινη φύση μας καί στή θεραπεία της καί τό ἔργο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀφορᾶ στό ἀνθρώπινο πρόσωπό μας. Διά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πλέον νά νικήσει τόν θάνατο καί νά ζήσει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾿Αλλά τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο ἔρχεται καί μένει σέ μᾶς νά τό δεχτοῦμε. ῎Αν δέν τό δεχτοῦμε, τότε εἴμαστε ἐμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικά δέν στρέψαμε τήν ἐλευθερία μας πρός τήν ἀλήθεια. Γιατί ᾿Αγάπη, ᾿Αλήθεια καί ᾿Ελευθερία εἶναι τελικά τό γερό βάθρο πάνω στό ὁποῖο πατάει ὁ ἄνθρωπος καί ὁ ὑγιής πολιτισμός του.

πηγή