Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Οι ένδεκα εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού




Στα κείμενα της Αγίας Γραφής παρουσιάζονται ένδεκα εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού, από τις οποίες οι δέκα έγιναν στο διάστημα μεταξύ της Αναστάσεως και της Αναλήψεως και μία μετά την Πεντηκοστή.

Μερικές από αυτές περιγράφονται αναλυτικά και άλλες απλώς απαριθμούνται. Καί, βέβαια, πρέπει να πούμε ότι δεν περιγράφονται όλες από τους ίδιους Ευαγγελιστάς, δηλαδή δεν αναφέρονται και οι ένδεκα σε κάθε ένα ξεχωριστό Ευαγγέλιο, αλλά μερικές μνημονεύονται από τον έναν Ευαγγελιστή και μερικές από τον άλλο.

Προφανώς υπήρξαν και άλλες εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού....

Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Ευαγγελιστού Λουκά στις Πράξεις των Αποστόλων:"οίς και παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι' ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού" (Πράξ. α', 3).
Είναι φυσικό αυτό να γινόταν γιατί, αφ' ενός μεν ήθελε να τους παρηγορήση, αφ' ετέρου δε να τους προετοιμάση για την Ανάληψή Του, αλλά και την έλευση του Παναγίου Πνεύματος.

Οι ένδεκα εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού είναι οι ακόλουθες:

1. Στον Σίμωνα Πέτρο (Α' Κορ. ιε', 5, Λουκ. κδ', 35).
2. Στην Μαρία την Μαγδαληνή (Μάρκ. ιστ', 9-11, Ιω. κ', 11-18
3. Στις Μυροφόρες γυναίκες (Ματθ. κη', 9-10).
4. Στους δύο Μαθητάς που πορεύονταν προς Εμμαούς (Μάρκ. ιστ', 12-13, Λουκ. κδ', 13-15).
5. Στους δέκα Αποστόλους, όταν απουσίαζε ο Θωμάς (Μάρκ. ιστ', 14, Λουκ. κδ', 36-43, Ιω. κ', 19-25).
6. Στους ένδεκα Μαθητάς, παρόντος και του Θωμά (Ιω. κ', 26-29).
7. Στους επτά Αποστόλους στην λίμνη της Τιβεριάδος (Ιω. κα', 1-23).
8. Στους ένδεκα στην Γαλιλαία (Ματθ. κη', 16).
9. Στους Αποστόλους στην Βηθανία, όταν αναλήφθηκε (Μάρκ. ιστ', 19-20, Λουκ. κδ', 50, Πράξ. α', 6-11, Α' Κορ. ιε', 7).
10. Στον αδελφόθεο Ιάκωβο (Α' Κορ. ιε', 7).
11. Στον Απόστολο Παύλο (Α' Κορ. ιε', 8-9).
Οι εμφανίσεις αυτές του Αναστάντος Χριστού αναφέρονται μέσα στην Καινή Διαθήκη.
Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι πολλοί άγιοι που αξιώθηκαν της θεωρίας του Αναστάντος Χριστού.

Άλλωστε, η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι το αναστημένο Σώμα του Χριστού, προσφέρει την εμπειρία της Αναστάσεως. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στην προσευχή "ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον, Κύριον, Ιησούν, τον μόνον αναμάρτητον", διδάσκει ότι δεν αναφερόμαστε στην Ανάσταση που είδαν οι Μαθητές, δηλαδή δεν πρόκειται μόνο για μια ιστορική αναφορά, αλλά για την Ανάσταση ή μάλλον τον Αναστάντα Χριστό που τον βλέπουμε μέσα στην Εκκλησία.

Δεν λέμε "ανάστασιν Χριστού πιστευσάμενοι", αλλά "θεασάμενοι".

Βέβαια, υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν στην Ανάσταση, αλλά υπάρχουν και άλλοι, έστω και ολίγοι, που βλέπουν και κάθε ώρα τον Αναστάντα Χριστό λαμπροφορούντα, και απαστράπτοντα "τάς της αφθαρσίας και Θεότητος αστραπάς".
Γιατί, πραγματικά, η Ανάσταση του Χριστού "η ημετέρα υπάρχει ανάστασις, των κάτω κειμένων".

Έτσι, άλλοι είναι μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού "εξ ακοής" και άλλοι μάρτυρες "από θέας". Οι τελευταίοι είναι οι κατ' εξοχήν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού.

Από το βιβλίο "Οι Δεσποτικές εορτές" του Μητρ.Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιερόθεου.

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

i-aytoktonia-kai-i-thesi-tis-orthodoksis-ekklisias.Aenai-EpAnastasi

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας 
Σπυρίδωνος Κοντογιάννη, Αθήνα 2001, σελ. 9-15

1. Ορισμός της αυτοκτονίας.


Αυτοκτονία ονομάζεται η ανθρώπινη εκείνη πράξη, κατά την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος τερματίζει την ζωή του.

Κατά κυριολεξία αυτοκτονία είναι η ολοκληρωμένη εκείνη ανθρώπινη πράξη, η οποία έχει ως επισφράγισμα τον θάνατο του αυτόχειρα. Και αυτό σε σχέση πάντοτε με την λεγόμενη απόπειρα αυτοκτονίας, που είναι πράξη ανολοκλήρωτη, δεν έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα τον θάνατο αυτού ο όποιος αποπειράται να αυτοκτονήσει.

Διάκριση επίσης γίνεται μεταξύ αυτοκτονίας και της τάσης προς αυτοκτονία, μιας ενέργειας δηλαδή που μόλις έχει εκδηλωθεί ή και της ιδέας της αυτοκτονίας που είναι μια απλή νοητική αφετηρία, μια επιθυμία για να πεθάνει κανείς, άλλοτε έντονη και άλλοτε όχι.

Η αυτοκτονία είναι «φόνος», και είναι «εκ προαιρέσεως αφαίρεσις υφ' ημών της ιδίας ημών ζωής» γι' αυτό και διαφέρει από τον κοινό φόνο, την αφαίρεση δηλαδή της ζωής του άλλου από κάποιον. Και ακόμη, η αυτοκτονία διακρίνεται σε άμεση και έμμεση

Άμεση αυτοκτονία καλείται η εκ προαιρέσεως βίαιη, με φονικό όργανο η κίνηση, αφαίρεση της ίδιας μας της ζωής, ενώ έμμεση είναι η αυτοκτονία που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά-σιγά, αφαίρεση της ζωής μας (π.χ. η άρνηση τροφής, η λήψη ναρκωτικών ουσιών ενώ γνωρίζουμε το τέλος της πράξεως αυτής, η ευθανασία, η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ασθενούς όταν αυτή ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή τον ιατρό ή από τους συγγενείς του, η συνειδητή και χωρίς κανένα λόγο έκθεση της ζωής μας σε κίνδυνο, όπως η παράλογη ταχύτητα με μηχανές ή αυτοκίνητο κ. α.).

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί τι εννοούμε όταν λέμε προαίρεση για την αυτοκτονία. Αναλύοντες τον όρο προαίρεση πρέπει να πούμε πως αυτός δηλώνει την πηγή και το κριτήριο των πράξεων του ανθρώπου, τη γενική κατεύθυνση της σκέψης, και του θυμικού (= το σύνολο των συναισθημάτων και των διαθέσεων) του ανθρώπου, βάσει της οποίας ο ίδιος ο άνθρωπος κρίνει τις πράξεις του αλλά και τις πράξεις των άλλων από ηθικής απόψεως. Πρόκειται δηλαδή, για το σύνολο των εσωτερικών κινήσεων του ανθρώπου ή καλύτερα για το σύνολο των βουλητικών του προδιαθέσεων, οι οποίες του υπαγορεύουν το τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως πολλή και μακρά σκέψη και έρευνα.

2. Στην αρχαία Ελλάδα

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε νόμος σύμφωνα με τον όποιο οι αυτόχειρες δεν τύχαιναν της ίδιας ταφής όπως οι άλλοι, των όποιων η ζωή τελείωνε φυσιολογικά, αλλά εθάπτονταν εκτός του κοινού νεκροταφείου και μάλιστα χωρίς το χέρι τους, το όποιο κράτησε το φονικό όργανο και επέφερε τα βίαια και θανάσιμα κτυπήματα και τελικά τον θάνατο τους, που εθάπτετο χωριστά από το άλλο σώμα. Και ακόμη, ο αυτόχειρας εθεωρείτο και ανάξιος να έχει σήμα (= ταφόπλακα) που να αναγράφει το όνομα του, ώστε κανένας να μη γνωρίζει ποιος κείται στον συγκεκριμένο τάφο. Και τούτο γιατί οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν μέγα παράπτωμα την αυτοκτονία και για λόγους θρησκευτικούς και για λόγους πολιτικούς (Πυθαγόρειοι, Πλάτων, Αριστοτέλης κ. α.). Ανάλογη.ταν η στάση προς τους αυτοκτονούντες και των άλλων λαών της αρχαιότητας. 


Όταν όμως αμβλύνθηκαν οι ηθικές και οι πολιτικές ιδέες στην αρχαιότητα, οι Κυνικοί και αργότερα οι Στωικοί φιλόσοφοι άρχισαν να διδάσκουν πως «ἴδιον τοῦ σοφοῦ εἶναι ἡ πρός τήν ζωήν ἀδιαφορία, ὁ δέ θάνατος, ὅστις εἶναι ἁπλοῦς χωρισμός, εἶναι τό μέσον πρός σωτηρίαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ψνχῆς» (Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, «Αυτοκτονία - [ΘΡΗΣΚΕΥΤ.]» Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Στ', σελ. 274). 

Η στωική αυτή διδασκαλία και θεώρηση της αυτοκτονίας, διαδόθηκε, ευρύτατα μάλιστα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Σενέκας) και οι αυτοκτονίες κατά την εποχή εκείνη πολλών επισήμων ανδρών υπό την πίεση της ρωμαϊκής δεσποτείας ήταν συχνές, όπως μας πληροφορούν ο Τάκιτος και ο Πλίνιος. Οι αντιλήψεις αυτές των αρχαίων σοφών, με διάφορες τροποποιήσεις έγιναν αποδεκτές και από μεταγενέστερους φιλοσόφους και εμφανίσθηκαν στη φιλοσοφική σκέψη των νεωτέρων χρόνων.

3. Οι άλλες θρησκείες

Την αυτοκτονία την καταδικάζουν ανέκαθεν όλες οι θρησκείες ως έγκλημα βαρύτατο. Έτσι η Ιουδαϊκή θρησκεία θεωρεί την αυτοκτονία ως δειλία και ασέβεια προς τον Θεό όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ΙώσηποςἩ αὐτοχειρία καί τῆς κοινῆς τῶν πάντων φύσεως ἀλλότριον καί πρός τόν κτίσαντα Θεόν ἐστιν ἀσέβεια... Ὅσων καθ' ἑαυτῶν ἐμάνησαν αἱ χεῖρες, τούτων ὁ μέν Ἁδης δέχεται τάς ψνχάς σκοτιώτερος, ὁ δέ τούτων πατήρ Θεός εἰς ἐκγόνου τιμωρεῖται τούς τῶν πατέρων ὑβριστής» (Ἰουδαϊκός Πόλεμος, Γ, 8. 5). Ενώ η Παλαιά Διαθήκη εντάσσει την αυτοκτονία στην εντολή του Θεού «οὐ φονεύσεις» (Εξοδος κ', 15) και την καταδικάζει.

Και το Ισλάμ καταδικάζει την αυτοκτονία αφού σύμφωνα με την διδασκαλία του ως ύψιστη αρετή θεωρείται η απόλυτη υποταγή του ανθρώπου στη θεία βούληση, προς την όποια η αυτοκτονία ως εκούσια (θεληματική) καταστροφή της ζωής είναι παντελώς ασυμβίβαστη. Το ίδιο καταδικάζουν την αυτοκτονία και τα ιερά βουδιστικά κείμενα.

4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία

Η χριστιανική διδασκαλία θεωρεί την αυτοκτονία ως ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, η δε Ορθόδοξη Εκκλησία στηριζόμενη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση θεωρεί την αυτοκτονία ως έγκλημα εναντίον της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής και ως κλονισμό και απώλεια της πίστεως και της ελπίδας του αυτόχειρα προς τον Θεό. Κατά την Καινή Διαθήκη ο άνθρωπος τη ζωή δεν την έχει από τον εαυτό του, αλλά την έλαβε ως δώρο από τον Θεό και ως δώρο του Θεού οφείλει να την εκτιμά και ανάλογα με τον σκοπό της πρέπει να την μεταχειρίζεται. «Οὐδείς γάρ ἡμῶν ἑαντῷ ζῇ καί οὐδείς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει. Ἐάν τε γάρ ζῶμεν, τῷ Κυρίω ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῶ Κνρίω ἀποθνήσκωμεν. Ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. ιδ', 7 - 8).

Δηλαδή «κανείς από μας δεν ζει για τον εαυτό του και κανείς δεν πεθαίνει για τον εαυτό τον, διότι, εάν ζούμε, ζούμε για τον Κύριο, και εάν πεθαίνομε, πεθαίνομε για τον Κύριο. Είτε λοιπόν ζούμε είτε πεθαίνουμε ανήκουμε στον Κύριο, στον όποιο ανήκει η ζωή μας» και μόνος Εκείνος έχει απόλυτη κυριότητα επάνω σε αυτή, αφού Αυτός μας εξαγόρασε εκ της κατάρας του Νόμου και μάλιστα με το μεγάλο τίμημα της ίδιας της ζωής Του: «οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς» (Α' Κορινθ. στ', 19). Κάθε ένας δε, ο οποίος οικειοθελώς καταστρέφει την ζωή του γιατί ακρίτως κρίνει ότι τη βρίσκει αφόρητη, οικειοποιείται δικαιώματα του Θεού και τα παραβιάζει μάλιστα κατάφορα, και ασεβεί προς τον Θεό, γι' αυτό και θεωρείται ασυγχώρητος.

Η ζωή, ως δώρο του Θεού, έχει συγκεκριμένο και υψηλό μάλιστα σκοπό, αφού ο Θεός τίποτε δεν έκαμε και δεν κάνει χωρίς σκοπό. Και είναι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, σύμφωνα προς τη χριστιανική διδασκαλία, η πνευματική τελείωση του ανθρώπου, δηλαδή, η αγιότητα, η όποια θα έχει ως 


τελική επιβράβευση τη Βασιλεία των Ουρανών. Η ορθή πίστη, η συνειδητή συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας και η τήρηση των εντολών του Θεού οδηγούν τον άνθρωπο στην απαλλαγή από τα πάθη και εν συνεχεία στην ένωση με τον Θεό, στην κατά χάρη δηλαδή, θέωσή του, δια της μετοχής στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Και αυτόν τον σκοπό ο άνθρωπος, ως παιδί του Θεού και «υἱός τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ» (Ματθ. η', 12), οφείλει να υπηρετεί «περιπατῶν ἀξίως τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθη» (Έφεσ. δ', 1) πάντοτε (Γαλάτ. δ', 19), σκοπό, τον οποίο παραβιάζει κατάφορα και ματαιώνει η πρόωρη και με βίαιο τρόπο έξοδος από αυτή τη ζωή, δηλαδή η αυτοκτονία η αυτοχειρία «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ».

Ο όλος άνθρωπος, ο όποιος αποτελείται από σώμα και ψυχή, έχει για τον Θεό μεγάλη αξία, διότι είναι ναός του ίδιου του Θεού «ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος» (Β' Κορινθ. στ', 16) και εφ ' όσον είμαστε ναός του Θεού, είμαστε και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος «ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν » (Α' Κορινθ. γ', 17).

Γι' αυτό και από αυτή τη σκοπιά της χριστιανικής πίστεως και διδασκαλίας η Εκκλησία καταδικάζει διπλά την αυτοκτονία, από τη μια μεριά ως ασέβεια και επανάσταση κατά του Θεού, και από την άλλη ως φθορά και καταστροφή του ναού του Θεού, και την χαρακτηρίζει και την κολάζει ως θανάσιμο αμάρτημα, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Απόστολος Παύλος: «εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τούτον ὁ Θεός- ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς» (Α' Κορινθ. γ', 17).

5. Αυστηρές πνευματικές ποινές - επιτίμια

Η συνείδηση της Εκκλησίας κατέταξε την αυτοκτονία στα θανάσιμα και φοβερά πνευματικά παραπτώματα και γι' αυτό καθιέρωσε και αυστηρές πνευματικές ποινές-επιτίμια για τους αυτοκτονούντας, για να τονίσει έτσι την ανάγκη σεβασμού της ιερότητας και της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Επομένως, ο χριστιανός άνθρωπος και ιδιαίτερα ο Ορθόδοξος, δεν μπορεί να διαθέτει κατ' αρεσκείαν το σώμα του

Γνωρίζοντας μάλιστα τον αληθινό σκοπό της ζωής του, όπως σημειώθηκε παραπάνω είναι η κατά χάρη θέωσή του, κανένα πάθημα ή πλημμέλημα δεν μπορεί να τον οδηγήσει στην απόγνωση και την απελπισία. Ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει και πιστεύει ότι οφείλει να υπομείνει αγόγγυστα τις δυσκολίες και τις πικρές καταστάσεις αυτής της ζωής, ως επιτρεπόμενες από τον Θεό, για το πνευματικό μας συμφέρον. Και ακόμη, ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει πως κανένα αμάρτημα δεν είναι τέτοιο και τόσο βαρύ (πλην της αυτοκτονίας, η οποία γίνεται εν συνειδήσει και εν επιγνώσει), το όποιο να μη συγχωρεί ο Θεός (π.χ. το παράδειγμα του προδότη Ιούδα).

Η Εκκλησία απορρίπτει την άνευ θελήσεως του Θεού διακοπή της ζωής γι' αυτό και απαγορεύει οποιαδήποτε εκκλησιαστική Ακολουθία και Τελετή (Κηδεία, Ταφή σε Κοιμητήριο πιστών, Μνημόσυνο, Τρισάγιο, Θεία Λειτουργία) για αυτούς που αυτοκτονούν, γιατί με την πράξη τους αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, πρόσβαλαν τη θεία δωρεά της ζωής και αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας. 


Αιτία δηλαδή της απαγορεύσεως της εκκλησιαστικής κηδεύσεως είναι το μέγεθος του αμαρτήματος, το όποιο διαπράττεται από τον αυτόχειρα που αποστερεί έτσι τον εαυτό του από τη ζωή, το θείο αυτό δώρο, και καταδικάζει τον εαυτό του στον δι' αυτοχειρίας θάνατο, πράξη την οποία ούτε οργή, ούτε φτώχεια, ούτε θλίψη, ούτε διάψευση ελπίδων, ούτε δειλία, ούτε οποιαδήποτε άλλη αποκαρτέρηση μπορεί να δικαιολογήσει. 

«Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλονσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι.. τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις ἡ στενοχώρια ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα.. ἀλλ ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς - πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῷ ἡμῶν» (Ρώμ ­. η', 18 - 39). 

Μόνο όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό μπορεί να επιδοκι­μάζουν την αυτοκτονία ως ηρωική πράξη και πιθανόν να επαινούν τη βίαιη έξοδο από αυτή τη ζωή, όταν κρίνουν πως κανένα καλό δεν τους δίνει η ζωή τους. 

Όμως, οι Χριστιανοί πιστεύοντες στο Θεό και στην αθανασία της ψυχής σε καμμιά τραγική περίπτωση οικονομική, κοινωνική, ηθική κ.λπ. και σέ καμμία αδυσώπητη κατάσταση δεν θα οπλίσουν το χέρι τους για να θέσουν βίαιο τέλος στη ζωή τους για δήθεν απελευθέρωση, γιατί αυτό είναι δειλία. Στην πραγματικότητα, η αυτοκτονία είναι η έσχατη έκφραση άκρατου εγωισμού και αμετανοησίας

Ο πιστός χριστιανός δεν απελπίζεται, δεν χάνει την πίστη του στο έλεος και τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Θεού. Γνωρίζει να υπομένει. Η αυστηρότητα αυτή της Εκκλησίας, η οποία επιθυμεί την πρόληψη των αυτοκτονιών, δεν είναι άσχετη και προς τον σκοπό της διδασκαλίας των επιζώντων (συγγενών, φίλων, γνωστών κ.λπ. του αυτόχειρα) για την ιερότητα του θείου αγαθού της ζωής, αλλά και τη βαρύτητα του αμαρτήματος της αυτοκτονίας, γι' αυτό και τονίζει ότι οι Κανονικές κυρώσεις - επιτίμια που επιβάλλει στους αυτόχειρες προϋποθέτουν ότι αυτός όταν έλαβε την απόφαση να αυτοκτονήσει είχε σώες τις φρένες και η πράξη αυτή έγινε με ελεύθερη βούληση του. Με άλλα λόγια, ο αυτόχειρας «είχεν εαυτόν» και δεν βρισκόταν σε κατάσταση ψυχοπάθειας.

6. Ευθανασία = φόνος + αυτοκτονία

Στη σελ. 7 της εργασίας αυτής σημειώθηκε από τον γράφοντα ότι στην «έμμεση» αυτοκτονία που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά - σιγά, αφαίρεση της ζωής μας, κατατάσσεται και η «ευθανασία», η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ανθρώπου όταν αυτό ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή από τον ιατρό ή από τους συγγενείς του ασθενούς για να μην «ταλαιπωρείται ο άρρωστος».

Η «ευθανασία» είναι μία σύγχρονη κοινωνική αντίληψη για «αξιοπρεπή θάνατο», η δε νομική της κατοχύρωση στηρίζεται στο «δικαίωμα θανάτου» που έχει κάθε άνθρωπος σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η όποια πηγάζει από τις ιδεολογίες της ευδαιμονίας που, στον προηγούμενο (20ο) αιώνα τουλάχιστον, προκάλεσαν γενοκτονίες και αναρίθμητες σφαγές.


Μέχρι τώρα καμία Χώρα δεν είχε προβεί σε νομιμοποίηση της «ευθανασίας» γιατί εθεωρείτο από όλες τις κυβερνήσεις των Κρατών ως συνδυασμός «φόνου και αυτοκτονίας».

Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος το «κοινωνικό φρούτο της ευθανασίας» θεσμοθετήθηκε από τη Βουλή της Ολλανδίας στις 28 Νοεμβρίου 2000 και νομιμοποιήθηκε με τις ψήφους (104 υπέρ, έναντι 40 κατά) των βουλευτών του Ολλανδικού Κοινοβουλίου! Με την ψήφιση του Νόμου αυτού η Ολλανδία έγινε το πρώτο Κράτος της Ευρώπης που, παρά τους Νόμους του που καταδικάζουν τον φόνο και την αυτοκτονία, νομιμοποιεί το δίδυμο του θανάτου, την ευθανασία δηλαδή που όπως και ανωτέρω σημειώθηκε είναι συνδυασμός φόνου και αυτοκτονίας!

Με αφορμή την ψήφιση του Νόμου αυτού από την Κυβέρνηση της Ολλανδίας και λόγω της σοβαρότητος του θέματος, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 14 Δεκεμβρίου 2000, με ανακοινωθέν της ενημερώνει τους Ορθοδόξους Έλληνες για το τι είναι «ευθανασία» αφ' ενός και αφ' ετέρου ποιες είναι οι θέσεις της Εκκλησίας επί του θέματος αυτού.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Θα 'ρθεί καιρός που κι αυτοί που δεν πιστεύουν ή πιστεύουν λίγο, θα αλλάξουν...

GerontasPaisios
Τα χρόνια περνάνε γρήγορα και οι άνθρωποι γερνάνε. Μην κάθεστε λοιπόν στο σταυροδρόμι. Διαλέξτε ένα Σταυρό, ανάλογα με το φιλότιμό σας και προχωρείστε σ’ ένα δρόμο από τους δύο της Εκκλησίας μας, και μην αργοπορείτε. Ακολουθείστε τον Χριστό στη Σταύρωση, εάν θέλετε να χαρείτε Αναστάσιμα.
Το ζήτημα είναι να αγιάσουμε, να γίνουμε επίγειοι άγγελοι και να πηγαίνουμε με τις «πνευματικές φτερούγες μας» στον Παράδεισο.
Θαρθεί καιρός που κι αυτοί που δεν πιστεύουν ή πιστεύουν λίγο, θα αλλάξουν και θα παραδεχτούν ότι μόνο η Εκκλησία βοηθάει τους ανθρώπους και την κοινωνία.
Ο Θεός μπορεί να κάνει όλους τους ανθρώπους του κόσμου να μετανοήσουν μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο, αν γύριζε λίγο το κουμπί και έκανε ένα σεισμό σ’ όλη τη γη. Αμέσως όλοι θα φώναζαν «ήμαρτον – ήμαρτον» και θα κάνανε παρακλήσεις και τάματα. Μετά μια εβδομάδα όμως, όλοι θα έτρεχαν πάλι να διασκεδάσουν. Σε έναν πιστό που εξομολογείται, εκκλησιάζεται, κοινωνάει, ο διάβολος δεν έχει καμμιά δύναμη. Σε έναν που δεν είναι πιστός και του δίνει δικαιώματα, έχει μεγάλη εξουσία. Μπορεί σε μια στιγμή να τον κάνει κομμάτια.
Στην γη ήρθαμε για να δώσουμε εξετάσεις. Να κοιτάξουμε να πιάσουμε έστω την πνευματική βάση, να κερδίσουμε τον Παράδεισο, τώρα, γιατί μεταξεταστέους για το Σεπτέμβρη δεν έχει.
Να αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις να κερδίσουμε τον Παράδεισο. Χωρίς αγώνα, κανένας δεν μπορεί να εισέλθει σ’ αυτόν. Πρέπει να αγαπήσουμε τον κόπο, να μην κοιτάμε τα εύκολα.
Όταν ο άνθρωπος δεν αγαπάει τον Θεό, μετά δεν αγαπάει ούτε τους γονείς του, ούτε το γείτονα του, ούτε το χωριό του, ούτε την πατρίδα του και στο τέλος ο άνθρωπος αυτός είναι τελείως άχρηστος.
Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τίμιο ξύλο, δέχεται και τη θεία βοήθεια, ο τίμιος άνθρωπος.
πηγή   το είδαμε εδώ

Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων

                                 Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων  


Γιορτάζουμε σήμερα 21 Απριλίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.
Ο Άγιος Ιανουάριος ήταν επίσκοπος στη Νεάπολη της Ιταλίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304) και όταν έπαρχος στην περιοχή αυτή ήταν ο Τιμόθεος. Ο Ιανουάριος μαζί με μια πολύ καλή ομάδα συνεργατών-χριστιανών, που την αποτελούσαν: οι διάκονοι Πρόκουλος (ή Πρόκλος), Σώσσος, Φαύστος, ο αναγνώστης Δησιδέριος, ο Ακούτιος και ο Ευτύχιος, αγωνίζονταν τον άγιο αγώνα της αρετής και έφερναν στο Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες.
Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθησαν και υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια. Τον Ιανουάριο έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά με τη θεία χάρη έμεινε αβλαβής. Αμέσως, τότε, τον οδήγησαν σε άλλο τόπο, όπου του έκοψαν τα νεύρα και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Στο δρόμο για το μαρτύριο, συνέβη το έξης περιστατικό: Οι πολυάριθμοι χριστιανοί της Νεάπολης, προσπάθησαν να πάρουν από τα χέρια των στρατιωτών τον Ιανουάριο. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και τους είπε: «Αφήστε, παιδιά μου, να τελειώσω τον καλό αγώνα του μαρτυρίου, και σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντοτε προστάτης της πόλης σας». Έτσι και έγινε. Η Νεάπολη τον ανακήρυξε πολιούχο της Άγιο.
Στο Συναξάρι του Αγίου Ιανουαρίου αναφέρεται ότι μια γυναίκα, που ονομαζόταν Μαξιμίνα και ήταν χήρα, είχε την ατυχία να χάσει το μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ενώ θρηνούσε, συνήλθε για λίγο και κοιτάζοντας ψηλά, είδε άνω από την πύλη του ναού ένα ύφασμα κρεμασμένο, στο οποίο ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα του Αγίου Ιανουαρίου.
Τότε η γυναίκα έφερε στο νου της εκείνο που κάποτε έκανε ο προφήτης Ελισσαίος, όταν ανέστησε τον υιό της Σωμανίτιδος. Αφού κινήθηκε λοιπόν η Μαξιμίνα από θείο φωτισμό, έκανε και αυτή το ίδιο. Σχημάτισε δηλαδή κατάλληλα τον υιό της και ακολούθως σχημάτισε το ομοίωμα του Αγίου Ιανουαρίου.
Στη συνέχεια δε, στα μάτια του παιδιού της προσάρμοσε τα μάτια της εικόνας του Αγίου. Το ίδιο έκανε και με τα αυτιά, το στόμα και με τα υπόλοιπα μέλη. Κάνοντας το έργο αυτό η γυναίκα προσευχόταν θερμά προς τον Άγιο Ιανουάριο λέγοντας: «Δούλε του Θεού, ελέησέ με και ανάστησε τον υιό μου, γιατί είναι το μόνο μου παιδί, δεν έχω άλλο». Και πραγματικά, ο Άγιος άκουσε την παράκληση της Μαξιμίνας και ανέστησε τον υιό αυτής.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και σοφός θεηγόρος, τύπος εγένου προς αθλήσεως πόνους, Πάτερ Ιανουάριε τοις περί σεαυτόν. Σώσος γαρ και Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαύστος, και συν Ακουτίωνι, ο Ευτύχιος άμα, συν σοι αθλούσι μάκαρ ευσεβώς, μεθ' ων δυσώπει, υπέρ των ψυχών ημών.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Τό Φανάρι έταράχθη. Οί άτακτοι παραδίδουν μαθήματα Κανονικής τάξεως!


Τό Φανάρι έταράχθη.
Οί άτακτοι παραδίδουν μαθήματα Κανονικής τάξεως!
Ταραχή καί άντιδράσεις προκά­λεσε στο Φανάρι ή θεάρεστη ένέργεια τοϋ Σεβασμιωτάτου Μη­τροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ νά άναγνωρίση τις κατά τά έτη 830 καί 1351 έν Κωνσταντινουπόλει συνελθοϋσες Συνόδους επί Μ. Φωτίου καί άγ. Γρηγορίου τοϋ Παλαμά άντιστοίχως ώς οικουμε­νικές, καί νά θέσπιση τόν ετήσιο πανηγυρικό εορτασμό τους στήν μητροπολιτική του περιφέρεια. Ή πρωτοβουλία αύτή τοϋ Πειραιώς θεωρήθηκε άντικανονική καί άντιλειτουργική καί ώς άπόπειρα ύπονομεύσεως τών σχέσεων τής 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας μέ τήν Ρώμη καί τερματισμού του θεο­λογικού διαλόγου μαζί της!

Στο πλαίσιο αύτής τής άντιδράσεως, ό έκτελών χρέη ύπερασπιστού τής οίκουμενιστικής πο­λιτικής τοϋ Φαναριού Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος τού Οικου­μενικού Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης άνέλαβε νά έλέγξη μέ ειδική άνάλυσι τήν ένέργεια του Πειραιώς, κατηγορώντας αύτόν, ότι δέν είχε τό δικαίωμα «να θε­σπίσει μίαν Εορτή γιά κάποιο γε­γονός, πού άφορα σύμπασα τήν α­νά τήν Οίκουμένην 'Ορθόδοξο Εκκλησία και όχι μόνο τήν επαρ­χία τήν οποίαν ποιμαίνει», καί ότι άποδεχόμενος καί χαρακτηρίζων ώς «οικουμενικές» τις δύο αύτές Συνόδους, άθετεί τήν 'Ομολογία Πίστεως, τήν όποία είχε άπαγγείλει τήν ήμέρα τής εις Έπίσκοπον χειροτονίας του, 'Ομολογία, διά τής όποιας διαβεβαίωσε, ότι άποδέχεται έπτά Οικουμενικές Συνό­δους, δηλώνοντας συγχρόνως, ό­τι δέν προσθέτει, δέν αφαιρεί καί δέν μεταβάλει τίποτε άπό τά δό­γματα καί τις Παραδόσεις τής 'Εκκλησίας!
Στό σοβαρώτατο αύτό κατηγο­ρητήριο άπάντησε βεβαίως έπαρκώς ό «έτοιμος άεί προς άπολογίαν παντί τω αίτούντι αύτώ λόγον» έπίσκοπος. Ώς μέλη όμως τής 'Εκκλησίας έχομε καί έμείς γνώ­μη, τήν όποία και θά έκφράσουμε.
Σύμφωνη μέ τήν Παράδοσι ή ένέργεια τού Πειραιώς
Κατά τήν γνώμη μας, λοιπόν, ή ενέργεια τού μητροπολίτου Πειραιώς δέν είνε καινοφανής, άλλά άπολύτως σύμφωνη μέ τήν Παράδοσι τής 'Εκκλησίας, ή όποία άδιαψευστως μαρτυρεί, ότι ό ε­ορτασμός πολλών γεγονότων τής Χριστιανοσύνης (όπως είνε τά Θεοφάνεια, τά Χριστούγεννα και τό Πάσχα) πρώτα καθιερώθηκε ά­πό κάποιες Εκκλησίες σέ τοπικό επίπεδο και κατόπιν άπό τήν οι­κουμενική 'Εκκλησία σέ πανχριστιανικό έπίπεδο.
Οι μαθητές (πιστοί) τού Χρι­στού ώνομάστηκαν Χριστιανοί πρώτα στήν 'Αντιόχεια καϊ κατό­πιν στόν ύπόλοιπο κόσμο (Πράξ. 11:26). Μήπως έπρεπε νά γίνη ιδι­αιτέρα 'Αποστολική Σύνοδος γιά νά έγκρίνη τήν ονομασία;
Ή Ύψωσι τοϋ Τιμίου Σταυρού πρώτα έωρτάσθηκε στά 'Ιεροσό­λυμα και στήν Κωνσταντίνούπολι και κατόπιν καθιερώθηκε παγκοσμίως. Θά μπορούσαμε νά άναφέρωμε και άλλα παραδείγματα.
Ή άναγνώρισι τών Η' καί Θ' Συνόδων ώς οικουμενικών καί ό εορτασμός τους άπό τήν Ί. Μητρόπολι Πειραιώς δέν ύποχρεώνουν καμμίαν άλλη 'Ορθόδοξη Εκκλησία νά τήν μιμηθή, δέν δη­μιουργούν τετελεσμένα γεγονότα, δέν συνιστούν παράβασι και Κανονική άταξία, άλλ' εκφράζουν τήν συνείδησι τοϋ πληρώματος τής Ιεράς αύτής Μητροπόλεως και όχι μόνο.
Συγχρόνως δημι­ουργούν καί ένα προηγούμενο, προερχόμενο άπό μία πολυπληθή Ί. Μητρόπολι, τό όποιο, σέ συν­δυασμό μέ έμπεριστατωμένες μελέτες πολλών έπιφανών έκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, πού συνηγορούν ύπέρ τής οικουμενι­κότητας τών δύο αύτών Συνόδων, συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο σέ οποιαδήποτε Πανορθόδοξη Σύν­οδο συνέλθη μελλοντικών και προβάλη τήν άξιωσι νά άναγνωρισθή ώς οικουμενική, αγνοώντας και περιφρονώντας τήν ιστορικώς καί θεολογικώς άνεγνωοισμένη άξια των Η' καί Θ' Συνόδων. Και αύτό τό γνωρίζουν οί οίκουμενιστές τού Φαναριού, γι' αύτό καί άντιδρούν.
Δάσκάλε, πού δίδασκες...!
Αρνούνται, λοιπόν, παπόφιλοι καί λατινόφρονες κληρικοί τού Οίκουμενικού Θρόνου τό δι­καίωμα σ΄έναν όρθοδοξότατο καί άγωνιστή μητροπολίτη «νά θεσπί­σει, μέ μίαν excathedra, Ποντιφίκειου τύπου, άπόφαση», όπως γράφουν, «τόν έορτασμό ένός Ιιστορικού γεγονότος, πού αφορά σύμπασα τήν Μίαν, Άγίαν, Καθολικήν και Άποστολικήν Όρθόδοξον Έκκλησίαν» Έμείς όμως τούς έρωτούμε: Ή άλλαγή τού 'Η­μερολογίου, πού άφοροϋσε σύμ­πασα τήν 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία, έ­γινε Κανονικώ τω τρόπω και μέ Πανορθόδοξη ομοφωνία;
Ή αύθαίρετη καί μέ τυμπανο­κρουσίες άρσι των άναθεμάτων κατά των Παπικών άπό τόν 'Αθή­ναγόρα τό 1965, γεγονός πανορθοδόξου ένδιαφέροντος καί έμβελείας, έγινε μήπως μέ άπόφασι Πανορθόδοξη καί μέ σεβασμό στον Συνοδικό θεσμό τής Εκκλη­σίας; Οί άντορθόδοξες καί προδοτικές Συμφωνίες με τούς άμετανοήτους Μονοφυσίτες καί Πα­πικούς στο Σαμπεζύ τό 1990 καί στό Μπάλαμαντ το 1893 άντιστοίχως, πού άφορούσαν καί αύτές σύμπασα τήν Όρθοδοξία, δέν ύπεγράφησαν καί αύτές άπό κά­ποιους "Ορθοδόξους επισκόπους, δίχως καμμία Πανορθόδοξη ένημέρωσι, έγκρισι καί άποδοχή;
Κόπτονται οί τού Φαναριού γιά τήν κανονικότητα τής πρωτοβου­λίας τού μητροπολίτου Πειραιώς, ή όποία άλωστε εύχαρίστησε καί ικανοποίησε κάθε 'Ορθόδοξο Χριστιανό, πού άγαπά καί σέβεται τήν Ιερά Παράδοσι τής Εκκλησί­ας, ένώ άντιθέτως έπευλόγησαν τις προαναφερθείσες έπισκοπικές αύθαιρεσίες, πού συνετάραξαν τήν 'Εκκλησία, δημιούργησαν σχίσματα καί σκανδαλίζουν μέχρι σήμερα άναρίθμητες ψυχές! Μή­πως στήν περίπτωσί τους έχει έφαρμογή ή παροιμία «δάσκαλε, πού δίδασκες καί νόμο δέν έκράτης»;
Εχθροί των Οικουμενικών Συνόδων
Έχετε έπτά Οικουμενικές Συνόδους. Έάν σας λείψη μία, δέν έχετε νά χάσετε πολλά πράγματα», είχε είπή κάποτε ό Κόπτης πατριάρχης Σενοϋντα Γ' στούς 'Ορθο­δόξους εκπροσώπους, άναφερόμενος στην Δ' Οικουμενι­κή Σύνοδο, τήν όποία μέχρι σήμερα οί Μονοφυσίτες άρνούνται νά άποδεχθούν. Παρά τό θράσος όμως των συνο­μιλητών μας, ό διάλογος συνεχίσθηκε καί κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι Μονοφυσίτες καί 'Ορθόδοξοι είχαμε πάντοτε τήν αύτή Χριστολογική πίστι, άλλα άπλώς τήν δι­ατυπώναμε μέ διαφορετικό τρόπο!
Τό ψευδέστατο αύτό συμπέρασμα, πού άκυρώνει το άλάθητο καί θέτει ύπό άμφισβήτησι τήν αύθεντία τών Οι­κουμενικών Συνόδων, αποδέχονται εύχαρίστως ό π. Γε­ώργιος Τσέτσης καί οί όμόφρονές του οίκουμενιστές, καί προωθούν δολίως καί άνευ Πανορθοδόξου άποφάσεως τήν ψευδοένωσι μέ τούς αιρετικούς καί άμετανοήτους Μονοφυσίτες στις έπαρχίες τού Οικουμενικού Θρόνου, παρά τήν σατανική εμμονή τών Άντιχαλκηδονίων που άπορρίπτουν άσυζητητί τέσσαρες Οικουμενικές Συνόδους τής 'Ορθοδοξίας! Ενόχλησε, όμως, τό Φανάρι ή άναγνώρισι καί ό έορτασμός τών Η' καί Θ' Συνόδων άπό μία 'Ορ­θόδοξη ιερά Μητρόπολι! Ή άτιμία τών Οικουμενικών Συν­όδων έκ μέρους τών αιρετικών καί ή βλα­σφημία τοϋ Άγ. Πνεύματος, πού έπεστάτησε, φώτισε καί καθωδήγησε τις Συνό­δους αύτές, δέν ταράσσει τούς Φαναριώτες. Τούς ταράσσει, όμως, ή έκ μέρους πιστών καί εύσεβών 'Ορθοδόξων Χριστια­νών τιμή δύο άγίων Συνόδων καί οι προσπάθειές τους γιά τήν Πανορθόδοξη άναγνώρισί τους! "Ετσι άποδεικνύονται έχθροί καί πολέμιοι τών Οικουμενικών Συν­όδων, φίλοι δέ καί συνεργάτες τών αιρε­τικών, τούς οποίους οί Σύνοδοι καταδικά­ζουν καί άναθεματίζουν! Κύριε, μή στήσης αύτοίς τήν άμαρτίαν ταύτην.
Περιοδικό “Ο ΣΤΑΥΡΟΣ”

Ο Χριστός μας, αδελφοί, νίκησε τον θάνατο...

Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί την ισχυρή βάση στην οποία στηρίζεται το ωραίο οικοδόμημα της πίστεως μας

Αδελφοί χριστιανοί• Χριστός Ανέστη,


Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί την ισχυρή βάση στην οποία στηρίζεται το ωραίο οικοδόμημα της πίστεως μας.

Αλήθεια! «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε είναι χωρίς νόημα το κήρυγμα μας, είναι χωρίς νόημα και η πίστη μας» (Α' Κορ. 15, 14). Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος είναι δυνατότερος από Αυτόν, ότι ο Χριστός είναι όπως και εμείς, ένας θνητός άνθρωπος.

Ας εορτάσουμε το πάθος του Χριστού όχι τυπικά, άλλα με συμμετοχή, με κοινωνία σ' αυτό, με συμμόρφωση σ' αυτό, για να συναντηθούμε και συνδυαστούμε με τον Χριστό, Αμήν.

«Του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ηλάθημεν, και χάριν αντί χάριτος• ότι ο νόμος διά Μυήσεως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού αγένωτο».

Αλλά ο Χριστός είναι Θεός. Επειδή είναι Θεός αναστήθηκε και αφού αναστήθηκε άρα είναι Θεός. Αναστήθηκαν βεβαίως και άλλοι εκ νεκρών, όπως ο Λάζαρος η θυγατέρα του Ιαείρου• αλλά αναστήθηκαν για να πεθάνουν πάλι. Ο Χριστός όμως «αφού αναστήθηκε εκ νεκρών, δεν θα πεθάνει πλέον, ο θάνατος δεν έχει πλέον εξουσία επάνω Του» (Ρω. 6, 9).

Με την Ανάσταση του Κυρίου εορτάζουμε τα νικητήρια κατά του θανάτου, του φοβερού τυράννου των ανθρώπων. Ο θάνατος θανατώθηκε! Το βασίλειο του θανάτου έπρεπε να πέσει, γιατί στηριζόταν σε σαθρές βάσεις: Την αδικία και την βία. Άδικος ο θάνατος, γιατί δεν άρπαξε πρώτα στο βασίλειο του τον Αδάμ ή την Εύα, όπως ήταν το δίκαιο, γιατί αυτοί πρώτοι αμάρτησαν, αλλά άρπαξε τον υιό τους, τον δίκαιο Άβελ. Βίαιος ο θάνατος, γιατί δεν έλαβε τον Άβελ με φυσικό τρόπο, με ασθένεια η γηρατειά, αλλά με απάτη, με δόλιο φόνο από τον αδελφό του Κάιν. Τέτοιος άδικος και βίαιος βασιλιάς δεν μπορούσε, αδελφοί, να βασιλεύει συνεχώς των ανθρώπων. Έπρεπε να καταργηθεί. Στο σκοτεινό του βασίλειο μπήκε ο Δυνατός! Μπήκε οπλισμένος με την θεότητα Του. Συνέλαβε τον θάνατο και τον «πάτησε», όπως λέει παραστατικά το αναστάσιμο απολυτίκιο.

Πώς, αδελφοί, ο Χριστός νίκησε τον θάνατο; Διά του θανάτου! «Θανάτω θάνατον πάτησες», ψάλλουμε. Όπως ο όφις εκείνος στον ωραίο κήπο της Εδέμ εξαπάτησε τούς προπάτορές μας και έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό, έτσι και ο ίδιος τώρα απατήθηκε. «Πεπλάνηται ο πλάνος»!

Όταν κάποιος θέλει να πιάσει ένα ψάρι από την θάλασσα τότε ρίχνει σ' αυτή το αγκίστρι, καλυμμένο όμως με το δόλωμα. Το ψάρι βλέπει το δόλωμα, ρίχνεται πάνω του για να το φάει, αλλά συλλαμβάνεται από το αγκίστρι, που είναι κάτω από αυτό. Το ίδιο συνέβη με τον θάνατο. Για να συλληφθεί ρίχτηκε στο βασίλειο του το άγκιστρο, η θεότητα του Κυρίου. Η θεότητα όμως ήταν σκεπασμένη με το δόλωμα, την ανθρώπινη δηλαδή φύση του Κυρίου. Ο θάνατος δέχτηκε τον Χριστό, τον Υιό της Παρθένου Μαρίας, σαν ένα από τους θνητούς. Τρόμαξε όμως, γιατί συνάντησε Θεό. «Έλαβε σώμα και Θεώ παριέτυχεν».

Όταν κάποιος καταπιεί μια βαρειά ουσία, για να ηρεμήσει κάνει εμετό και μαζί με τη βαρειά αυτή ουσία βγάζει όλα όσα είχε φάει από πριν. Το ίδιο συνέβη και με το θάνατο. Δε μπορούσε να βαστάσει στην κοιλιά του τον Θεό, γι’ αυτό τον απέβαλε από το στόμα του και μαζί μ’ Αυτόν έβγαλε και όλους τους πεθαμένους. Κενώθηκε το βασίλειό του.

Ο Χριστός μας, αδελφοί, νίκησε τον θάνατο, γιατί νίκησε την αμαρτία, που είναι το κεντρί του θανάτου (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος συνδέεται με την αμαρτία. Καθαρά το είπε ο Θεός στους πρωτοπλάστους: «Την ημέρα που θα φάτε από το δέντρο αυτό, θα πεθάνετε» (Γεν. 2, 17). Αν αμάρταναν, θα πέθαιναν. Είχαν την δυνατότητα να Μην αμαρτήσουν αμάρτησαν όμως και γι' αυτό πέθαναν. Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού μας υπήρξε εξιλαστήρια θυσία των αμαρτιών. Αφού, λοιπόν, εξαλείφθηκε η αμαρτία, καταργήθηκε και το επακόλουθο της αμαρτίας, ο θάνατος.

Αδελφοί χριστιανοί! Η αμαρτία συνδέεται με τον θάνατο. Όσο περισσότερες αμαρτίες κάνουμε, τόσο περισσότερο θνητοί γινόμαστε. Και όσο λιγότερες αμαρτίες τόσο και περισσότερο αθάνατοι. Τον δρόμο προς την αθανασία, που μας άνοιξε ο Κύριος με την Ανάσταση Του, πρέπει να τον περάσουμε με αγώνα κατά της αμαρτίας. Ο αγώνας αυτός, σε μας που ζούμε μετά την Ανάσταση του Χριστού, είναι εύκολος, γιατί πολεμάμε με νικημένο εχθρό, τον διάβολο, και γιατί έχουμε δυνατά μέσα, τα οποία χάρισε ο Χριστός στην Εκκλησία Του, για την νικηφόρο έκβαση του αγώνα μας.

Η αμαρτία μας αιχμαλωτίζει, μας βάζει σε μνήματα, μας ενταφιάζει. Όταν αμαρτάνουμε γινόμαστε νεκροί και ας λέμε ότι ζούμε (Από. 3, 1). Ο Κύριος μας βγήκε από το μνήμα, αναστήθηκε. Και εμείς, αδελφοί, ας βγούμε από τα μνήματα των αμαρτιών μας, ας αναστηθούμε πνευματικά.

Νεκροί βγείτε από τα μνήματα! Ποιά τα μνήματα; Είναι τα καβούκια των παθών μας, των κακών μας επιθυμιών.

Βγείτε από τα μνήματα της έχθρας, από τις σπηλιές του μίσους.

Χριστός Ανέστη! Ανδρόγυνα χωρισμένα, μονοιαστείτε - αδέλφια μαλωμένα, φιληθείτε. Δώστε όλοι τα χέρια και αγαπηθείτε.

Χριστός Ανέστη! Βγείτε από τα μνήματα. Βγείτε από τους χώρους, φύγετε από τους τόπους εκείνους που δεν αρμόζουν στην χριστιανική μας ιδιότητα. Για σένα, άνδρα, που είχες ταφεί στην ταβέρνα και σε έχανε η οικογένεια σου, ο άγγελος τώρα πρέπει να πει: «Αναστήθηκε. Ουκ εστίν ώδε - δεν είναι δω». Πώς θα πετύχουμε όλοι μας την νεκρανάσταση από τα μνήματα των παθών μας; Ο Κύριος αναστήθηκε από τον τάφο, γιατί με το Σώμα του ήταν ενωμένη η θεότητα. Και 'μείς θα νικήσουμε τον πνευματικό θάνατο όχι μόνοι μας, άλλα με τα θεία μέσα, τα οποία μας χάρισε ο Χριστός μας και έχει η Εκκλησία. Με την προσευχή και μάλιστα την λειτουργική προσευχή, με την θεία Κοινωνία, με την ιερή εξομολόγηση, με την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Αγαπητοί μου αδελφοί! Ελάτε για την δόξα του Ανανάσταντος Κυρίου μας και την σωτηρία μας, ελάτε να αρχίσουμε μια νέα ζωή, μια «άλλη βιωτή της αιωνίου απαρχής», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας. Αυτή η ζωή είναι πραγματική ζωή. Τότε αναστημένοι και εμείς, «νεκροί ως προς την αμαρτία, άλλα ζωντανοί για τον Θεό» (Ρω. 6, 11) θα βλέπουμε καθαρότερα το λαμπρό Πρόσωπο του Αναστημένου Κυρίου και θα γευόμαστε περισσότερο την χαρά της Αναστάσεως Του.

Από το «Κυριακοδρόμιο Ευαγγελίων»
υπό Αρχιμανδρίτου Ιερεμίου Φούντα
πηγή

Τα θαύματα στην Ελλάδα που συζητήθηκαν όσο τίποτα άλλο...


Ιστορίες που έκαναν τους πιστούς να δακρύσουν - Πραγματικότητα ή φανταστικά σενάρια; Επίγεια «θαύματα» της τελευταίας εικοσαετίας γεννούν ερωτηματικά για την γνησιότητα τους και κάποιες φορές διχάζουν τους πιστούς χριστιανούς. Μορφές Αγίων που εμφανίζονται «αίφνης» μπροστά στους πιστούς, δέντρα που αιμορραγούν, εικόνες που δακρύζουν, σώματα αποβιωσάντων πατέρων που μένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου, έχουν «καθηλώσει» κατά διαστήματα τη θρησκευτική κοινότητα. Μηνύματα εξ’ ουρανού, κυήματα της φαντασίας, σπάνια φυσικά φαινόμενα ή εμπορευματοποίηση της πίστης από εκκλησιαστικά όργανα που αποβλέπουν στην οικονομική αφαίμαξη των πιστών;

Είναι ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, το 2013, όταν οι γυναίκες που ανοίγουν την εκκλησία στο παλιό νεκροταφείο της Ιαλυσού, στη Ρόδο, αντικρίζουν την εικόνα του Αρχαγγέλλου Μιχαήλ να δακρύζει.


Ο μητροπολίτης Ρόδου, Κύριλλος, που μεταβαίνει στο χώρο για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το θαύμα, ζητά να μετακινηθεί για να ελεγχθεί τυχόν υγρασία στο πίσω μέρος της. Έπειτα δίνεται εντολή να μεταφερθεί η εικόνα στον ιερό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου για να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. «Θα τη μεταφέρουμε στον μεγάλο Ναό και θα δούμε πως θα εξελιχθεί το φαινόμενο», δηλώνει σε κάμερες και πιστούς που ήδη έχουν συγκεντρωθεί στο μικρό παρεκκλήσι.

Το άοσμο υγρό συνεχίζει να ρέει για τρεις ημέρες. Η κοσμοσυρροή είναι μεγάλη, κάποιοι κάτοικοι μιλούν συγκινημένοι για θαύμα αλλά ταυτόχρονα επιφυλάσσονται για το τι «προοικονομεί» ο οιωνός.

Ο ιερέας της εκκλησίας δηλώνει τότε πως κάτι παράξενο συμβαίνει αλλά δεν είναι ο καθ’ ύλην αρμόδιος να το πιστοποιήσει. Η εικόνα στέλνεται στην 4η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και τα αποτελέσματα του ελέγχου, σύμφωνα με τον εφημέριο του ναού, πατέρα Μύρωνα, βεβαιώνουν την ύπαρξη υγρού αλλά χωρίς να αιτιολογούν την προέλευσή του. «Η εικόνα κατασκευάστηκε το 1986, το ξύλο είναι παλιό και εντελώς ξερό, χωρίς πιθανότητα υγρασίας άρα ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το θαύμα» δηλώνει στο newsbeast.gr ενώ επιβεβαιώνει πως στην εικόνα είχε γίνει συντήρηση προ έξι μηνών.

Ο ίδιος άλλωστε και πλήθος πιστών της περιοχής υποστηρίζουν πως ο Ταξιάρχης δακρύζοντας προμήνυε την θεομηνία που ακολούθησε στη Ρόδο, ο τραγικός απολογισμός της οποίας ήταν 3 νεκροί, ολοσχερής καταστροφή 30 σπιτιών καθώς και ανυπολόγιστες ζημιές σε άλλα 400 κτήρια στην κοινότητα της Ιαλυσού. Μερίδα της κοινής γνώμης παρόλα αυτά διατηρεί τις αμφιβολίες της εφόσον και η πρότερη περίπτωση εικόνας που δακρύζει παραμένει αλησμόνητη.

Τον Ιούνιο 2001 εμβρόντητοι δεκάδες πιστοί αντικρίζουν την εικόνα του Αγίου Φανουρίου στην Αργυρούπολη να αιμορραγεί. Το πλήθος σπεύδει να προσευχηθεί υποκλινόμενο στο θαύμα. Οι εισπράξεις γεμίζουν το παγκάρι του ναού μέχρι η ανάλυση από το χημείο του κράτους να δείξει πως το αίμα είναι βυσσινάδα και το θαύμα θέαμα προς τέρψιν πεινασμένων οφθαλμών. Η Αρχιεπισκοπή σε απάντηση του «σάλου» που είχε προκληθεί από το ξεσκέπασμα του «θαύματος» διατάσσει ανακρίσεις αλλά το πόρισμα εντέλει μαρτυρεί πως τα φαινόμενα «οφείλονται σε συγκυρίες φυσικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν μέσα στο Ναό, λόγω υψηλής θερμοκρασίας, υγρασίας και άλλων γνωστών και αγνώστων φυσικών παραγόντων».

Οι κλαίουσες εικόνες όμως, δεν σταματούν εδώ.

Τον Οκτώβριο του 2012, θρησκευτικό δέος πλημμυρίζει τους πιστούς που συρρέουν να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Κυριακής στον ιερό ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο χωριό Τσέλο, έξω από το Ναύπλιο. Μια ομάδα πιστών που επισκέπτεται το μοναστήρι είναι αυτή που παρατηρεί πως η εν λόγω εικόνα δακρύζει. Η είδηση διαδίδεται με ταχύτητα φωτός και η προσέλευση διαπιστώνεται αθρόα. Κάποιοι αιτιολογούν τα δάκρυα σαν αντίδραση της Αγίου στην απόπειρα δραστών να κάψουν το ιερό του μοναστηριού. Η αλήθεια δεν απέχει πολύ, η ειδοποιός διαφορά που προκύπτει από τα αποτελέσματα του ελέγχου είναι πως τα δάκρυα οφείλονται σε χρώμα που κύλισε μετά την απόπειρα αγνώστων να κάψουν το πίσω μέρος της εικόνας.


Δύο χρόνια νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 2010 τα δάκρυα δεν τρέχουν από την εικόνα αλλά από τους κατοίκους του χωριού Καταμάχη στην Ήπειρο οι οποίοι συγκινημένοι αντικρίζουν άλλο ένα θαύμα. Η εικόνα της Παναγίας εμφανίζεται σε ένα βράχο δίπλα στο ξωκλήσι της. Η κυρία Ηλέκτρα Δούλη, μία από τις λιγοστούς σε σύνολο κατοίκους του χωριού, είχε πάει στο ξωκλήσι για να το καθαρίσει, όταν βγαίνοντας αντίκρισε στο βράχο σχηματισμένη μια γυναικεία μορφή που έμοιαζε με την Παρθένο Μαρία.

Εκείνη και ο άντρας της, που έχουν γεννηθεί στο χωριό βεβαίωναν πως έβλεπαν τον συγκεκριμένο βράχο από παιδιά και πως η μορφή δεν προϋπήρχε. Η 8η Εφορία Αρχαιοτήτων καλείται να διαπιστώσει αν η πέτρα παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον μιας και το συγκεκριμένο χωριό έχει γράψει και πρότερη ιστορία στις αρχαιολογικές ανακαλύψεις, με τον γνωστό «θησαυρό της Καταμάχης» να βρίσκεται σε περίοπτη πλέον θέση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων – τρομερή σύμπτωση χαρακτηρίζεται μάλιστα η ανακάλυψη της εικόνας από την οικογένεια Δούλη μιας και ο ίδιος κ. Δούλης ήταν εκείνος που ανακάλυψε σε ηλικία 15 ετών και τον «θησαυρό της Καταμάχης».

Εν τέλει οι αρμόδιες Αρχές δεν αποφαίνονται οριστικά για την ύπαρξη θαύματος ή φυσικού φαινομένου «κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς σχηματίστηκε, ίσως η φύση να έκανε ένα ακόμη θαύμα» δήλωσε ο αρχαιολόγος που εκλήθη.


Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς εκ νέου η θρησκευτική κοινότητα «παγώνει» στο άκουσμα της προφητείας του φαντάσματος του γέροντα Παΐσιου, ασκητής στον οποίο απέδιδαν το χάρισμα της ενόρασης. Πιστός ομολογεί πως στο Άγιο Όρος, 3 μοναχοί, συνάντησαν τον Γέροντα, εκλιπόντα από τις 12 Ιουλίου του 1994, έξω από την μονή του Αγίου Παντελεήμονα και καθώς έσπευσαν να πάρουν την ευχή του, τους ομολόγησε με τρεμάμενη φωνή «τραβήξτε στον Γέροντά σας και πείτε του να αγοράσει μεγάλες ποσότητες με λάδι και αλεύρι γιατί σε τρεις μήνες από τώρα θα έχουμε πόλεμο στην Ελλάδα και ο κόσμος θα πεινάσει».

Ο Γέροντας συνέχισε: «Να πείτε του Γέροντα να επικοινωνήσει και με τα υπόλοιπα μοναστήρια» και μέχρι να συνέλθουν οι μοναχοί, ο Γέροντας Παΐσιος χάθηκε μέσα στο μονοπάτι. Το παραλήρημα όμως δεν σταμάτησε εκεί, μοναχοί που επισκέπτονται σούπερ μάρκετ στοχοποιούνται εφόσον οι επιτήδειοι καταμετρώντας τις προμήθειες που αγοράζουν ευελπιστούν να επιβεβαιώσουν την επερχόμενη απειλή. Το Άγιο Όρος σπεύδει με ανακοίνωση του να διαψεύσει το περιστατικό κάνοντας λόγο για ανυπόστατη φήμη που στόχο είχε την πρόκληση πανικού και την κερδοσκοπία.


Η χριστιανική οικουμένη «συγκλονίζεται» ξανά, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2006, όταν το λείψανο του αδερφού Βησσαρίωνα που εκοιμήθη το 1990, κατά την εκταφή του βρίσκεται άφθαρτο και ευωδιάζον. Δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατό του οι μοναχοί αντικρίζουν τα άμφιά του, το ευαγγέλιο που κρατά στα χέρια του, το σώμα του αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Πιστοί από όλη τη χώρα συρρέουν κατά χιλιάδες στην Ιερά Μονή Αγάθωνος Φθιώτιδος να προσκυνήσουν το σκήνωμα ή να ζητήσουν την βοήθεια του μοναχού.

Φυσικοί επιστήμονες, θεολόγοι και κληρικοί διχάζονται, οι ειδικοί κάνουν λόγω για επιστημονικά εξηγήσιμο φαινόμενο λόγω της υγρασίας του χώματος ενώ οι πιστοί για θαύμα. Στο τέλος Μητροπολίτης και ειδικοί αποφαίνονται πως ο χρόνος θα δείξει και μέχρι σήμερα το σκήνωμα παραμένει αναλλοίωτο και η επισκεψιμότητα του ναού ιδιαιτέρως αυξημένη.


Άλλωστε κι ο ναός του Αγίου Νεκταρίου στην Κηπούπολη έβριθε εξίσου από κόσμο όταν τον Μάρτιο του 2001, ακόμα ένα υποτιθέμενο θαύμα είχε προκαλέσει αναστάτωση τόσο στους πιστούς όσο και στους κόλπους της εκκλησίας .Ήταν μεσημέρι όταν η νεωκόρη διαπίστωσε κηλίδες αίματος στην εικόνα της Παναγίας της Καρδιωτίσσης. Ο ιερέας του ναού γνωμάτευσε περί θαύματος, η υπόλοιπη εκκλησιαστική κοινότητα συμφωνεί ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το μήνυμα μεταφράζεται ποικιλοτρόπως.

Η πιο ακραία από τις εν λόγω ερμηνείες ήταν εκείνη που υποδείκνυε τα δάκρυα σαν αντίδραση του Αγίου στην επικείμενη επίσκεψη του Πάπα. Ο ναός κατακλύστηκε από εκατοντάδες πιστούς οι οποίοι περίμεναν ευλαβικά επί ώρες στην ουρά να προσκυνήσουν, ο ναός παρέτεινε τις ώρες λειτουργίας του και αστυνομικές δυνάμεις συμβάλλουν στην τήρηση της τάξης.

Εκτός από τις αιμορροφιλικές εικόνες όμως συναντάμε και δέντρα που αιμορραγούν. Στο χωριό Βούνενα, της Θεσσαλίας στο προσκύνημα του Αγίου Νικολάου του «εν Βουνένοις» «Το «αίμα» αρχίζει να τρέχει το απόγευμα της 8ης Μαΐου, παραμονή της μνήμης του και συνεχίζει τη θαυμαστή εμφάνισή του, μέχρι το πρωί της εορτής του, 9 Μαΐου κάθε χρόνο, όπως δηλώνεται και επίσημα στην ιστοσελίδα της ενορίας του Αγίου Νικολάου Θηβών. Για τους πιστούς είναι το αίμα του Αγίου Νικολάου. Για τους λιγότερο έτοιμους να πιστέψουν στο θαύμα, είναι απλά κόκκινο ρετσίνι. Και γι’ αυτούς που θέλουν να δουν τα πράγματα κάπου «στη μέση» μπορεί να μην είναι αίμα, είναι όμως ένα θεϊκό σημάδι. Το σίγουρο είναι πως τις ημέρες εκείνες και οι τρεις κατηγορίες επισκέπτονται το ναό για να δουν από κοντά το θαύμα κάνοντας μεγάλους τζίρους στα ταμεία τόσο της εκκλησίας όσο και της γύρω περιοχής.

Άλλες φορές οι άγιοι εξανίστανται γιατί οι πιστοί δε μετανοούν, άλλες αντιδρούν στις επισκέψεις του Πάπα, άλλες πάλι δακρύζουν χωρίς να έχουν κάτι να δηλώσουν τουλάχιστον δια αντιπροσώπων μεταφραστών των μηνυμάτων τους. Το σίγουρο είναι πως από πίστη ή από περιέργεια, οι επισκέπτες εναποθέτουν τις ελπίδες τους ταυτόχρονα με τον οβολό τους.

Το βαθύτερο νόημα της Αναστάσεως του Κυρίου




Ατμόσφαιρα χαράς βασιλεύει παντού, χαρμόσυνος χαιρετισμός κυριαρχεί. Η 
Εκκλησία πλέει σε θάλασσα αγαλλιάσεως και δόξας. Οι ύμνοι της 
διασαλπίζουν τα συναισθήματά της: «Αύτη η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος, 
αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή». Αυθορμήτως έρχεται στα χείλη 
όλων ο νικητήριος χαιρετισμός: «Χριστός Ανέστη» και αυθορμήτως η 
απάντηση: «Αληθώς Ανέστη». Ακόμη και αυτοί οι άπιστοι παρασύρονται και 
το επαναλαμβάνουν.
Προσέξτε δε τούτο το θαυμαστό: Εκείνο το οποίο τότε, κατά τις ημέρες 
εκείνες αποτελούσε αίνιγμα, αμφιβολία, αντικείμενο δυσπιστίας για τους 
μαθητές -«και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών, και 
ηπίστουν αυταίς» (Λουκ. ΚΔ’, 11), «κακείνοι ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη 
υπ' αυτής (Μαγδαληνής), ηπίστησαν...» (Μάρκ. ΙΣΤ’, 11)- σήμερα είναι 
τόσο παραδεκτό και ανθεί στα χείλη όλων, νέων και γέρων, πιστών και 
απίστων ακόμη.
Αλλά στο σημείο αυτό γεννάται ένα ερώτημα: Οι Χριστιανοί έχουν 
κατανοήσει καλά αυτό το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου; Εμείς έχουμε 
εννοήσει ποιες υποχρεώσεις μάς γεννά η πίστη ότι «ηγέρθη ο Κύριος 
όντως;» (Λουκ. ΚΔ’, 34). Έχουμε σκεφθεί τις συνέπειες και τα 
αποτελέσματα αυτού του χαιρετισμού «Χριστός Ανέστη»; Μήπως και στα δικά 
μας χείλη ανθεί απλώς και τον επαναλαμβάνουμε χωρίς να έχουμε καταλάβει 
το βαθύτερο περιεχόμενο του;
Χρειάζεται να κατανοήσουμε πρώτον ότι η Ανάσταση είναι στενά ενωμένη με 
το Πάθος και είναι αποτέλεσμα αυτού. Ήδη οι Προφήτες στις σχετικές 
προφητείες τους συνδέουν τα παθήματα με τη δόξα του Μεσσία. Ο Απόστολος 
Πέτρος γράφει χαρακτηριστικά: «Περί ης σωτηρίας εξεζήτησαν και 
εξηρεύνησαν προφήται... τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα 
δόξας...» (Α’ Πέτρ. Α’ 10-11).
Κατά την πορεία εις Εμμαούς, και ενώ οι δυο Απόστολοι ήσαν 
στενοχωρημένοι και σκυθρωποί, ο Κύριος τους είπε: «Ω ανόητοι και βραδείς 
τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται! Ουχί ταύτα 
έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού;» (Λουκ. ΚΔ’, 
25-26).
Γι' αυτό και σε όλη την εκκλησιαστική υμνολογία συνδέεται στενά το Πάθος 
με την Ανάσταση του Κυρίου. Τη Μ. Πέμπτη ακούμε στο ιε’ Αντίφωνο 
«...Προσκυνούμέν σου τα πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου 
ανάστασιν». Την Κυριακή του Πάσχα διαβάζουμε: «Τον Σταυρόν σου, Χριστέ, 
προσκυνούμεν και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν... ιδού 
γαρ ήλθε δια του Σταύρου χαρά εν όλω τω κόσμω...»
Ωραιότατα και ο Απ. Παύλος συνδέει το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου: 
«τον δε βραχύ τι παρ' αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν Ιησούν δια το πάθημα 
του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον...» (Εβρ. Β’, 9). Βλέπουμε 
λοιπόν ότι η Ανάσταση έχει υπόβαθρο το πάθος, τον πόνο, το Γολγοθά. 
Ανεστήθη, διότι έπαθε. Δεν θα είχαμε το φως που έλαμψε και εθάμβωσε κατά 
την Ανάσταση, εάν δεν είχε προηγηθεί το «σκότος από ώρας έκτης» (Ματθ. 
ΚΖ’, 45). Όταν αυτές τις δυο έννοιες τις συνδέουμε, τότε κατανοούμε το 
μυστήριο της σωτηρίας μας και χαιρόμαστε τη χαρά της Αναστάσεως, διότι 
δια του Πάθους λυτρωνόμαστε.
Ποιό είναι τώρα το συμπέρασμα από την άρρηκτη αυτή ένωση Αναστάσεως και 
Πάθους; Ο Απ. Πέτρος μας λέγει: «Εις τούτο γαρ εκλήθητε... ίνα 
επακολούθησητε τοις ίχνεσιν αυτού...» (Α’ Πέτρ. Β’, 21). Δηλαδή, όταν 
λέμε «Χριστός Ανέστη», δεν θα χαιρόμαστε μόνο για την Ανάστασή Του, αλλά 
θα σκεπτόμαστε και τα παθήματά Του. Και κατά συνέπεια καλούμεθα όχι 
μόνον να είμεθα μέτοχοι της χαράς της Αναστάσεως, αλλά και των 
παθημάτων. Τούτο σημαίνει ότι, για να φθάσουμε στην Ανάσταση, θα 
περάσουμε και μεις μέσα από πάθη και θλίψεις. «Ωσπερ κοινωνοί εστε των 
παθημάτων, ούτω και της παρακλήσεως» (Β’ Κορ. Α’, 7). Καλούμεθα σε αγώνα 
πνευματικό και θα δοκιμά¬σουμε πόνο. Καλούμεθα σε μία γέννηση και αυτή 
προϋποθέτει πάντοτε ωδίνες. Ο εχθρός ευρίσκεται πάντοτε γύρω μας και 
εντός μας. Ασφαλώς θα φθάσουμε στη νίκη, στην Ανάσταση, αλλά κατόπιν 
αγώνος και θλίψεων. Θα βλέπουμε την Ανάσταση, αλλά δια μέσου του 
Γολγοθά. Θα βλέπουμε μέσω των δακρύων, αλλά τότε λέγουν οι Πατέρες ότι 
βλέπουμε καθαρότερα. Τις θλίψεις θα τις βλέπουμε με το φακό της 
Αναστάσεως, ώστε να μη μας καταβάλλουν.
Και εφ' όσον πονώ... και εφ' όσον θλίβομαι... και εφ' όσον υποφέρω... 
και πάλι η Ανάσταση δίνει τη λύση. Κανείς δεν το αρνείται. Είδατε ότι 
και ο Κύριος μετά την Ανάσταση φέρει τους τύπους των ήλων. Θα 
αγωνιζόμαστε, θα πονούμε, αλλά θα παρηγορούμεθα δια της Αναστάσεως. Θα 
γνωρίζουμε ότι θα φέρουμε τα τραύματά μας δια βίου. Και θα αναμένουμε 
την Ανάσταση τη Δευτέρα για την τελεία θεραπεία.
Και τώρα ας σταθούμε σ' ένα δεύτερο σημείο. Ένα ερώτημα ας θέσουμε στον 
εαυτό μας: Πιστεύουμε στην Ανάσταση του Κυρίου;
Ίσως απορήσουν μερικοί. Θεωρείται τόσον άστοχο το ερώτημα. Ασφαλώς 
πιστεύουμε. Πριν όμως απαντήσου¬με, ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Εκείνοι 
που πίστευσαν προ πάντων στην Ανάσταση ήσαν οι Απόστολοι. Ας δούμε τι 
έκαναν Αυτοί, πώς φανέρωσαν την πίστη τους στον Αναστάντα Κύριο.
α) Εκήρυξαν την Ανάσταση.
Η εντολή τους δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο: «υμείς δε έστε μάρτυρες 
τούτων» (Λουκ. ΚΔ’, 48). Και διαλάλησαν αυτό το μεγάλο, το ακατανόητο, 
το απίστευτο γεγονός παντού. Και πόσα δεν τους στοίχισε! Πόσες θυσίες, 
πόσοι διωγμοί, πόσες φυλακίσεις, πόσα μαρτύρια, πόσο αίμα, αλλά και τη 
ζωή τους ακόμη! Βέβαια, κηρύττουν το γεγονός χωρίς κανέναν δισταγμό. «Ου 
δυνάμεθα γαρ ημείς α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν...» (Πράξ. Δ’, 20).
β) Οι Μαθητές έζησαν την Ανάσταση του Κυρίου.
Η ζωή τους ήταν μία απόρροια της Αναστάσεως. Είχαν κατανοήσει ότι ο 
«Χριστός έπαθεν υπέρ ημών» (Α’ Πέτρ. Β’ 21) «και ηγέρθη δια την 
δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. Δ’, 25). Είχαν κατανοήσει τούτο το μέγα: 
«Συνετάφησαν αυτώ δια του βαπτ¬σματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη 
Χριστός εκ νεκρών... ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» 
(Ρωμ. ΣΤ’, 4). Η ζωή τους ήταν ζωή ανθρώπων αναστημένων, «εγηγερμένων εκ 
νεκρών...» (Εφεσ. Ε’, 14).
Και επανέρχομαι στο ερώτημα της αρχής. Πιστεύουμε στην Ανάσταση του 
Κυρίου; Εάν ναι, τότε και μεις πρέπει να κάνουμε ό,τι και οι άγιοι 
Απόστολοι. Να το κηρύττουμε, να το διαλαλούμε, να διασκορπίζουμε παντού 
το μήνυμα της Αναστάσεως.
Ίσως όμως να πει κάποιος: Μα να γίνω κήρυκας, να αφήσω την εργασία μου; 
Όχι. Αυτό είναι για τους λίγους. Δεν ζητάει ο Θεός να γίνουμε όλοι 
κήρυκες των λόγων, αλλά κήρυκες της Αναστάσεως με τη ζωή μας. Ιδού το 
μεγάλο ζήτημα. Επηρεάζεται η όλη ζωή μου από την Ανάσταση του Κυρίου; 
Προσέξατε πώς άλλαξε η ζωή των μαθητών; Πριν ήσαν φοβισμένοι, δειλοί, 
άτολμοι. Μετά την πίστη τους στον Αναστάντα Κύριο παίρνουν θάρρος, 
τόλμη, παρρησία. Τι φοβερή μεταβολή είχε και ο Παύλος από την πίστη στον 
Αναστημένο Κύριο!
Είμαστε λοιπόν εμείς άνθρωποι της Αναστάσεως; Παρουσιάζεται 
αναστημένος και όρθιος ο εσωτερικός μας κόσμος; «Ανάστα εκ των 
νεκρών...» (Β’ Τιμοθ. Β’, 8) μας παραγγέλλει ο Κύριος. Η ζωή εκείνου που 
πιστεύει στην Ανάσταση πρέ¬πει να είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή 
εκείνου που δεν πιστεύει. Αυτός ζει μία ζωή αδιαφορίας και ηθικής 
καταπτώσεως. «Η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η 
αλαζονεία του βίου...» (Α’ Ιω. Β’, 16) αποτελούν τα ιδανικά του. Μήπως 
είναι και τα δικά μας; Εάν συμβαίνει αυτό, τότε πώς θα πούμε ότι ζούμε 
το «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν 
δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» (Κολ. Γ’, 
1-2); Ο χριστιανός πρέπει να στρέφεται και να πετά πάντοτε προς τα ύψη, 
όπως ο αετός και όχι να σέρνεται στα χαμηλά, όπως το σκουλήκι.
Εάν πιστεύουμε ότι «ηγέρθη ο Κύριος», τότε η καρδιά μας δεν θα είναι 
κολλημένη στα γήινα, στα χαμηλά. Αφού θα έχει συνταφεί, θα έχει και 
συναναστηθεί. Η καινούργια ζωή μας πρέπει να είναι μία αναμφισβήτητη 
πραγματικότητα. Είδατε το μεταξοσκώληκα πως μεταμορφώνε¬ται η κάμπια σε 
χρυσαλλίδα (νύμφη) κι αυτή πάλι μεταμορφώνεται μέσα στο κουκούλι σε 
τέλειο έντομο, την πεταλούδα; Αυτό είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Έτσι 
και η δική μας μεταμόρφωση πρέπει να είναι ένα πραγματικό γεγονός. Μόνον 
τότε πιστεύουμε στην Ανάσταση του Χριστού.
Τέλος ας υπογραμμίσουμε και μία άλλη αλήθεια: Η Ανάσταση του Κυρίου 
είναι για μας όλους ανεξάντλητη πηγή χάριτος και δωρεών. Ας θυμηθούμε τι 
μας δίδαξε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. «Και εκ του πληρώματος αυτού 
ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος» (Ιω. Α’, 16). Όχι απλώς 
λαμβάνουμε πλήθος δωρεών, αλλά μας δίδεται συνεχώς «χάρις αντί χάριτος», 
δηλαδή η μία δωρεά πάνω στην άλλη. Όπως ακριβώς τα κύματα της θάλασσας 
ακατάπαυστα διαδέχονται το ένα το άλλο αιωνίως, έτσι και δια της 
Αναστάσεως παρέχεται συνεχώς χάρις επί Χάριτος.
Θα προσπαθήσω να το απλοποιήσω για να το κατανοήσουμε καλύτερα. Ο Κύριος 
δια του σταυρικού Του θανάτου έλαβε τις αμαρτίες μας. «Ούτος τας 
αμαρτίας ημών φέρει...» (Α’ Κορ. ΙΕ’, 17). Προσέφερε τον εαυτόν του 
θυσία στο Θεό. Έχυσε το αίμα Του για να μας καθαρίσει. Όλα αυτά τα λέμε, 
αλλά πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι είναι έτσι; Ότι ο ουράνιος Θεός 
έσχισε το χειρόγραφο των αμαρτιών μας; Ποια απόδειξη έχουμε;
Εχουμε τρανή απόδειξη την Ανάστασή Του! «Ότι Χριστόν ήγειρεν εκ νεκρών» 
(Πραξ. Γ’, 15). Εάν ο Χριστός έμενε στον τάφο, ούτε απόδειξη θα είχαμε, 
ούτε χάρη και δωρεές. «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα 
ημών, κενή δε και η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ΙΕ’, 14). «Ει δε Χριστός ουκ 
εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄έτι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών» (Α’ 
Κορ. ΙΕ’, 17).
Ετσι, λοιπόν, τώρα μπορούμε να χαιρόμαστε και να επαναλαμβάνουμε μετά 
βεβαιότητος ότι ο Κύριος Ιησούς «παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και 
ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. Δ’, 25).
Αλλά ας προσέξουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο. Δια της Αναστάσεως 
λαμβάνουμε «χάριν αντί χάριτος». Λαμβάνουμε πλήθος χαρίτων και δωρεών. 
Ας προσέξουμε ένα χωρίο ακόμη του Αποστόλου: «Ει γαρ εχθροί όντες 
κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον 
καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ. Ε’, 10). Εάν δια του 
θανάτου κερδίσαμε, φαντάζεσθε τι κερδίζουμε δια της ζωής Του, της 
Αναστάσεώς Του. Εάν δια του Σταυρού υπάρχει χάρις, δια της Αναστάσεως 
έχομεν χάριν αντί χάριτος. Ολα όσα απολαμβάνουμε είναι δώρα και καρποί 
της Αναστάσεως. Αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, προσευχή, γαλήνη, 
μετάνοια κλπ. Όλα τα Μυστήρια της Εκκλησίας είναι καρποί της Αναστάσεως. 
Όλα αυτά ανέτειλαν εκ του κενού τάφου. Ας θυμηθούμε τον Κατηχητικό λόγο 
του Ι. Χρυσοστόμου...
Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη ζωοφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας.
Ας γίνει αυτή το βίωμά μας.
Ας διαποτίσει τη ζωή μας.
Ας αποτελεί το φως, το οποίο θα την καταυγάζει.
Ας επαναλαμβάνουμε, λοιπόν, και μεις πάντοτε με ακράδαντη πίστη:
- Χριστός Ανέστη!
- Αληθώς Ανέστη!
 
 
(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού  και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008)

Ο π.Επιφάνιος Θεοδωροπουλος καταρρίπτει τα επιχειρήματα των εχθρών της Ανάστασης

  Ενα πρωινό συζητά ο γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του.Ο ένας ειναι ιδεολογος κομμουνιστής.............
Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ έγήγερται, ματαία ή πίστις ημών» (Α' Κορ. ιε' 17).

"Αν ό Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, πράγμα το όποιο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής καί του θανάτου, άρα Θεός.
—Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;
-Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν καί μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, ή μαρτυρία της ζωής είναι ή υψίστη μαρτυρία.
Με βάση έναν πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασκάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια.

 

"Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οί Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οί ϊδιοι ήσαν αυτόπτες και αύτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οϋτε είχαν καμμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον εΐχαν δει ανάσταντα.

Καί κάτι άλλο. Τι ήσαν οί Απόστολοι πριν τους καλέσει ό Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, πού περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα καί να ικανοποιήσουν έτσι τίς φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Καί το μόνο πού τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τίς οικογένειες τους

Φέρε μου και συ κάποιον να μου πή πώς ό Μαρξ απέθανε και ανέστη καί να θυσιάση τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστεύσω ως τίμιος άνθρωπος.

—Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν άσπάζεσθε καί τον κομμουνισμό;

—Το είπες καί μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σέ μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να ύπεισέλθη πλάνη. Επειδή δε είναι ϊδιον της ανθρωπινής ψυχής να θυσιάζεται για κάτι στο όποιο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε καί ως σωστή.

Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνης για ιδέες κι άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» οϋτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οί Απόστολοι πέθαναν μαρτυροϋντες υπερφυσικά γεγονότα. Κι όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ό,τι υποπίπτει στίς αισθήσεις μας καί γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οί Απόστολοι έμαρτύρησαν δι' «ό άκηκόασι, ό έωράκασι τοις όφθαλμοϊς αυτών, ό έθεάσαντο καί αί χείρες αυτών έψηλάφησαν»(Α' Ίωάν. α' 1)4.τους. Γι' αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν ατά πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλ. σ αυτούς, όπως αναφέραμε, οΰτε ϊχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης.

Ή δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Άλλα γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πή κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν καί Τοϋτον έσταυρωμένον καί Άναοτάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα όποια εξασφάλισαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καί τέλος ό θάνατος. Καί όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο καί να το σκεφθή κάποιος.

Συνεπώς οϋτε εξαπατήθηκαν οϋτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως ή τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια.

Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω καί το έξης: ΟΙ Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα καί μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλοϋν μόνα τους.


—Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωσι του Χρίστου νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον όποιο έθαψαν καί μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν καί ήταν ζωντανός.

—"Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ καί πάλι το λόγο του ίεροϋ Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εϋπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα , τα πιο αντιφατικά, για να άρνηθήτε το θαύμα!».

Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα-πρώτα έχουμε τη μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ό όποιος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ό θάνατος είχε επέλθει.

"Επειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ό Κύριος κατά την ϊδια την ήμερα της Αναστάσεως Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, πού απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον να έχη ύποστή όσα υπέστη ό Χριστός καί τρεις μέρες μετά το «θάνατο» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; "Αν μη τι άλλο θα 'πρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορή να άνοίγη τα μάτια του, κι όχι να περπατά καί να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα.

Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο — καί ξέρεις τί εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκκαλα ή μυτερά καρφιά—, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε άκάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή καί ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν άναστηθή, τότε τα λέμε.

—Παρά ταϋτα όλες οί μαρτυρίες, τις όποιες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χρίστου. Ύπάρχει κάποια μαρτυρία περί αύτοΰ, πού να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλ. ιστορικοί, πού να πιστοποιούν την Ανάστασι του Χριστού; "Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.

—Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! "Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορίκοίπού να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Άνάσταση Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνη κάποιος την Ανάστασι καί ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί καί να λαλή»! Αϊ, δεν γίνεται!

Σού θυμίζω πάντως, έφ' όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το όποιο σου ανέφερα καί προηγουμένως: ότι δηλ. οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι.

Παρ' όλα αυτά όμως έχουμε καί μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλ. πού δεν άνηκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ό Παΰλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά καί έδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.


—Γι' αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ήλίαση καί εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.

—Βρε παιδάκι μου, αν εΐχε παραίσθηση ό Παύλος, αυτό πού θα άνεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητο του. Καί στο υποσυνείδητο του Παύλου θέσι υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες καί οί Προφήτες. Τον Αβραάμ καί τον Ιακώβ καί τον Μωυσή έπρεπε να δη κι όχι τον Ιησού, τον όποιο θεωρούσε λαοπλάνο καί απατεώνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στο όνειρο της η στο παραλήρημα της να βλέπη τον Βούδδα ή τον Δία;
Τον "Αι Νικόλα θα δη καί την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει.

Καί κάτι ακόμη. Στόν Παϋλο, όπως σημειώνει ό Παπίνι, υπάρχουν καί τα έξης θαυμαστά: Πρώτον, το αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ' ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ίσχυρόν της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί αμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ήλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. "Αν μπορής, εξήγησε τα. "Αν δεν μπορής, παραδέξου το θαύμα. Καί πρέπει να ξέρης ότι ό Παύλος με τα δεδομένα της εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρη τί του γίνεται.

Θα προσθέσω όμως καί κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού.
Όταν ό Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «καί πϋλαι αδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις' 18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα Έκτοτε πέρασαν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ή Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς καί φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα;


Αρχ.Επιφ.Θεοδωροπουλου-''Υποθήκες ζωής''



 πηγη

Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός!

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Εάν υπάρχει μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι ευαγγελικές αλήθειες, η αλήθεια αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Και ακόμη, εάν υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, η πραγματικότητα αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Μόνο στην ανάσταση του Χριστού εξηγούνται όλα τα θαύματά Του, όλες οι αλήθειές Του, όλα τα λόγια Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.
Μέχρι την ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει εκ του θανάτου εις την ζωήν, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε το θάνατο και έτσι εξασφάλισε στους θανατωμένους ανθρώπους τη μετάβαση εκ του θανάτου στην ανάσταση.
Με την αμαρτία ο άνθρωπος έγινε θνητός και πεπερασμένος· με την ανάσταση του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμη και το κράτος και η παντοδυναμία της του Χριστού αναστάσεως. Και για αυτό χωρίς την ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός.
Μεταξύ των θαυμάτων η ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Απ’ αυτό πηγάζουν η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Αυτό είναι εκείνο το οποίο καμία άλλη θρησκεία δεν έχει· αυτό είναι εκείνο το οποίο ανυψώνει τον Κύριο υπεράνω όλων των ανθρώπων και των θεών. Αυτό είναι εκείνο το οποίο κατά τρόπο μοναδικό και αναμφισβήτητο δείχνει και αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σε όλους τους ορατούς και αόρατους κόσμους.
Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει αληθινά στον Αναστάντα Κύριο το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών και εάν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε μάταιη η πίστη του! Διότι, εάν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Εάν με την πίστη στο Χριστό δεν φθάνει κανείς στην αθανασία και την επί του θανάτου νίκη, τότε προς τι η πίστη μας; Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τούτο σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Εάν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει κανείς στο Χριστό; Εκείνος όμως ο οποίος με την πίστη στον Αναστάντα Χριστό αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει σιγά-σιγά μέσα του την αίσθηση ότι ο Κύριος πραγματικά αναστήθηκε, άμβλυνε το κέντρο του θανάτου, νίκησε το θάνατο σε όλα τα μέτωπα της μάχης.
Χωρίς την ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε κάτω από τον ουρανό τίποτε πιο παράλογο από τον κόσμο αυτό ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτή, δίχως αθανασία. Σ’ όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπο, που δεν πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών. Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη, ο Αναστημένος Κύριος είναι τα «πάντα εν πάσιν» σ’ όλους τους κόσμους: ο,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιωνία Ζωή σε όλες τις αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

Ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως




Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες.

Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).

Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη... Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».

Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πὼς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἰδίᾳ τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

 
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας
 
Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».

Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος,
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκῦλα (=λάφυρα).

Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.

Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι του τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.

Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ



Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες.

Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).

Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη... Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».

Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πὼς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἰδίᾳ τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

 
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας
 
Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».

Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος,
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκῦλα (=λάφυρα).

Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.

Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι του τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.

Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ».

Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ’ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης..., σ. 327).
».

Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ’ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης..., σ. 327).