Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Μιὰ προσέγγιση τῶν βασανιστηρίων


Μία ψυχαναλυτικὴ καὶ θεολογικὴ προσέγγιση τῶν βασανιστηρίων


Τὸ πρόβλημα τῶν βασανιστηρίων, κρινόμενο ἀπὸ ψυχολογικὴ καὶ θεολογικὴ πλευρά, μᾶς φέρνει ἀναπόφευκτα ἀντιμέτωπους μὲ τὸ ἐρώτημα τοῦ μίσους καὶ τοῦ σαδισμοῦ. Πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἐπινοεῖ τρόπους γιὰ νὰ προκαλεῖ σωματικὸ ἢ ψυχικὸ πόνο σὲ ἕναν ἄλλο ἄνθρωπο; Προφανῶς μόνο ἂν τὸν θεωρεῖ ἐχθρό του. Θεολογικὰ ἡ ἀπάντηση πρέπει νὰ περιλάβει τὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ παραδεισιακὴ ἑνότητα ποὺ εἶχε μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Ἄρχισε νὰ τοὺς βλέπει ὡς ἀπειλή. Ἔκτοτε ἡ ἀνθρώπινη φύση παραμένει διχασμένη καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό της καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὸ μίσος καὶ ὁ σαδισμὸς σηματοδοτοῦν μία ἀπὸ τὶς ἀποκλειστικότητες τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος. Οἱ Χριστιανοὶ γεύθηκαν αὐτὲς τὶς δραστηριότητες ἐπάνω τους ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐμφάνισής τους.

Τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ πηγαίνει πιὸ πέρα ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ψυχολογία καὶ ψυχοπαθολογία, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρεται σὲ συλλογικὲς συμπεριφορές, Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὠθεῖ ὁρισμένες ὁμάδες (κυβερνήσεις, ἀστυνομικὲς ἢ στρατιωτικὲς ἀρχὲς) νὰ ἐφαρμόζουν βία σὲ ἀνθρώπους καί, μάλιστα, πολλὲς φορὲς νὰ τὴν δικαιολογοῦν; Ποιοὶ συναισθηματικοὶ καὶ νοητικοὶ δρόμοι ἔχουν διανυθεῖ προκειμένου νὰ φθάσει κάποιος σὲ αὐτὸ τὸ κατάντημα ποὺ ἀπαξιώνει τὴν ἀξία ἄνθρωπος;

Ἀρκετὴ συζήτηση ἔχει γίνει πάνω στὸ ἐρώτημα ἂν τὸ μίσος αὐτὸ κατοικεῖ μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση ἢ ἂν ἐμφυτεύεται ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὶς δομὲς καὶ νοοτροπίες. Καὶ ἀκόμη, ὅλοι διαθέτουμε τὴν προδιάθεση νὰ ἀσκήσουμε τόσο ἔντονη σωματικὴ ἢ ψυχολογικὴ βία καὶ ἁπλῶς μᾶς προστατεύουν οἱ περιστάσεις; Ἤ, μήπως, εἶναι «προνόμιο» ὁρισμένων μόνο οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ σοβαρὴ ψυχοπαθολογία;

Ὁ Robert Jay Lifton στὸ βιβλίο του The Nazi doctors προσπάθησε νὰ ἀπάντησει στὰ ἐρωτήματα αὐτά. Θεωρεῖ ὅτι «κανένας δὲν εἶναι ἐγγενῶς κακός, δολοφονικός, γενοκτόνος. Ἀλλὰ κάτω ἀπὸ ὁρισμένες συνθῆκες ὁ καθένας εἶναι ἱκανὸς νὰ γίνει τέτοιος». Συνεπῶς θέτει ὡς προϋπόθεση τὴν ἀλληλεπίδραση μεταξύ τοῦ ἐνδοψυχικοῦ κακοῦ καὶ τῶν ὀργανισμῶν ἢ φορέων μὲ τὶς ἰδεολογίες τους. Ἡ ἱστορία δὲν δημιουργεῖ τὸ κακὸ ἀλλὰ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀνέλθει στὴν ἐπιφάνεια. Ἰδεολογίες καὶ κινήματα οὐσιαστικὰ παίζουν μὲ τὴ φωτιά, διότι δημιουργοῦν τὶς προϋποθέσεις νὰ βγεῖ στὴν ἐπιφάνεια ἡ ἐσωτερικὴ ἀγριότητα.

Στὴν ἐξέλιξη τῆς ψυχαναλυτικῆς θεωρίας ἦταν ἡ Μelanie Nlein πού, ἐπηρεασμένη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὰ δεινά τοῦ 2ου παγκοσμίου πολέμου, ἐπεξεργάσθηκε τὴν ἔννοια τοῦ ἐσωτερικοῦ κακοῦ καὶ μίσους. Ἐντελῶς περιληπτικὰ καταγράφω τὴν θεωρία της γιὰ τὴν σχιζοειδῆ- παρανοειδῆ θέση τοῦ βρέφους, κατὰ τὴν ὁποία αὐτὸ βιώνει τὴν ἔνταση τῶν δικῶν του ἐπιθετικῶν ἐνορμήσεων ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη ἀπαρτιωθεῖ σὲ ἕνα ὅλο μὲ τὶς καλὲς μαζί, ὅσο καὶ τῶν ἐρεθισμάτων στέρησης ἢ πόνου ποὺ ἔρχονται ἀπ’ ἔξω καὶ τὰ ὁποῖα βιώνει ὡς ἐπιθέσεις. Καθοριστικὸ ὁρόσημο γιὰ τὴν ὁμαλὴ ψυχικὴ ἀνάπτυξη ἀποτελεῖ ἡ κατάκτηση τῆς ἑπόμενης θέσης, τῆς καταθλιπτικῆς, ὅπου ὁ ψυχισμὸς ἐνσωματώνει καλὲς καὶ κακὲς ἐνορμήσεις καὶ τὶς ὀμαλοποιεῖ ὀργανώνοντάς τες, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κακὸ νὰ ἀναγνωρίζεται καὶ ὡς ἐσωτερικὴ πραγματικότητα. Αὐτὸ θὰ ἐπιτρέψει ἀργότερα τὶς ἐξελίξεις τῆς ὡριμότητας: ἀνάληψη εὐθύνης, ἐνοχή, μετάνοια.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐφαρμόζουν συστηματικὴ βία στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχουν κατακτήσει ἐπιτυχῶς τὴν καταθλιπτικὴ θέση. Ἡ ἀναπηρία αὐτὴ τῆς ψυχικῆς ἐξελίξεως ὁδηγεῖ σὲ δύο συνέπειες: ἀφ’ ἑνός, συντηρεῖ ἕνα μίσος ἰσχυρὸ καὶ ἱκανὸ πρὸς δράση χωρὶς νὰ ἀναχαιτίζεται ἀπὸ αἰσθήματα καλοσύνης· ἀφ’ ἑτέρου, τὸ προβάλλει πρὸς τὰ ἔξω, στοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ ὑπαίτιοι γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἐμποδίζει τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων μεταμέλεια: ποιὸς ἀπὸ τοὺς δικτάτορες ἢ βασανιστὲς ζήτησε ποτὲ εἰλικρινὰ συγγνώμη;

Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι κατὰ κανόνα τὰ βασανιστήρια ἐφαρμόζονται στὸ πλαίσιο μιᾶς κρατικῆς ἢ ἐμπόλεμης ἰδεολογίας ἡ ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἐχθρούς, ὁ κίνδυνος ἐκ τῶν ὁποίων δῆθεν τὰ νομιμοποιεῖ. Ἀπαιτεῖται ἕνα συλλογικὸ ἐποικοδόμημα τὸ ὁποῖο ἄλλωστε θὰ πείσει καὶ τοὺς μελλοντικοὺς βασανιστὲς νὰ προσχωρήσουν. Ἐδῶ βρίσκεται ὁ κρίσιμος ρόλος τῆς διανοητικοποιήσεως προκειμένου νὰ ἐξωραϊσθεῖ τὸ ἀτομικὸ μίσος. Κανένας μηχανισμὸς βίας δὲν στέκεται χωρὶς αὐτό.

Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο The organization of evil ὁ πολιτικὸς ψυχολόγος C. Fred Alford ἐξηγεῖ τὴν ἐν λόγω διαδικασία. «Ἡ ἰδεολογία δίνει στὸ ἄγχος ἕνα ὄνομα καὶ ἕνα νόημα. Αὐτὰ μειώνουν τὸ ἄγχος, τὸ καθιστοῦν περισσότερο διαχειρίσιμο καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἀποδιοργάνωση τὸν ἑαυτό. Τὸ πρόβλημα εἶναι πὼς οἱ ἰδεολογίες τὰ πράττουν ὅλα αὐτὰ ἐνισχύοντας τὶς παρανοειδεῖς- σχιζοειδεῖς ἄμυνες (σχάση, προβολή, ἐξιδανίκευση) καὶ ὄχι τὶς καταθλιπτικὲς». Αὐτὰ ἀπαιτοῦν καὶ ἀνάλογη διαστρέβλωση τοῦ λόγου. Ὁ Θουκυδίδης τὸ ἐπεσήμανε ἀπὸ πολὺ νωρὶς σπουδάζοντας τὸν πόλεμο: «Γιὰ νὰ ταιριάξουν μὲ τὶς μεταβολὲς τῶν γεγονότων ἔπρεπε καὶ οἱ λέξεις νὰ ἀλλάξουν τὰ συνηθισμένα τους νοήματα. Αὐτὸ ποὺ συνηθιζόταν νὰ περιγράφεται ὡς μία ἀπερίσκεπτη ἐπιθετικὴ πράξη τώρα ἐθεωρεῖτο θάρρος». Γιὰ νὰ πράξουμε κάτι πολὺ κακὸ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀγνοήσουμε τὸ καλό. Πρέπει μὲ κάποιο τρόπο νὰ μετασχηματίσουμε τὸ κακὸ σὲ καλό. Σὲ μερικὲς περιπτώσεις (Ναζί, Ἰράν, ἑλληνικὴ δικτατορία) αὐτὴ ἡ ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητος ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἐξομοιώνεται ἡ κρατικὴ βία μὲ ἀναγκαία καὶ σωτήρια ἰατρικὴ παρέμβαση!

Ὅσο περισσότερο σαδιστικὴ εἶναι ἡ ὑποδομὴ τοῦ ὑποκειμένου τόσο μεγαλύτερη ἀνάγκη ἔχει ἀπὸ ἰδεολογικὰ προσχήματα, προκειμένου νὰ μὴν προλάβει νὰ νοιώσει τὴν εὔλογη ἐνοχή. Ὁ σαδιστὴς ποὺ αἰσθάνεται ἐνοχὴ ἀναζητεῖ ψυχοθεραπεία, γεγονὸς ποὺ σηματοδοτεῖ πρόοδο πρὸς τὴν κατάσταση τῆς καταθλιπτικῆς θέσης. Αὐτὴ ἡ προβληματικὴ ἰδεολογικοποίηση ἐγείρει πελώρια ἐρωτήματα γύρω ἀπὸ τὸ πῶς δομεῖται ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα, δηλαδὴ στὴ βάση ἑνὸς «ἐπικίνδυνου» ἐχθροῦ.

Θεωρῶ πὼς ὁ συνδυασμὸς ψυχαναλυτικῶν καὶ κοινωνικοπολιτικῶν παραγόντων ὡς ἑρμηνεία γιὰ τὴ ἐνδοψυχικὴ καὶ ἐξωτερικὴ βία ἀντίστοιχα εἶναι λειτουργικὸς καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: ἐξηγεῖ μὲ ἐπάρκεια τὸ φαινόμενο κατὰ τὸ ὁποῖο κάποια πολιτικὴ ἀλλαγὴ ἀντιστρέφει τὰ στρατόπεδα θυτῶν καὶ θυμάτων. Ὅπως ἔγινε καὶ μὲ πολλὲς ἐπαναστάσεις ποὺ ἐπικράτησαν καὶ υἱοθέτησαν ἐξίσου αὐταρχικὲς μεθόδους μὲ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖο ἀνέτρεψαν. Ἔτσι παρατηροῦμε καὶ ὁμάδες ποὺ διώχθηκαν καὶ βασανίσθηκαν ὅταν καταλαμβάνουν τὴν ἐξουσία νὰ προχωροῦν σὲ βασανιστήρια τῶν πρώην ἀντιπάλων τους. Καὶ τοῦτο διότι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν διαθέτει ἀνοσία ἀπέναντι σὲ παθολογικὲς ἐνδοψυχικὲς δομὲς καὶ κανένας φορέας δὲν μπορεῖ ἐξ ὁρισμοῦ νὰ εἶναι ἀπρόσβλητος ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἰδεολογικοποιήσεως.

Ἡ γενίκευση αὐτὴ μπορεῖ νὰ προαγάγει, ἂν τὸ θέλουμε, καὶ μία ταπεινότερη ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ποὺ συζητοῦμε. Ἡ ψυχικὴ ἐξέλιξη δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ σχήματα τοῦ τύπου «ἄσπρο- μαῦρο». Γνωρίζει ἀποχρώσεις καὶ κλιμακώσεις, γεγονὸς ποὺ μᾶς καθιστᾶ ὅλους λιγότερο ἢ περισσότερο εὐάλωτους στὸ μίσος καὶ τὰ συνεπακόλουθά του. Ὁ C. Fred Alford καταλήγει ρωτώντας: «Ἡ πραγματικὴ ἐρώτηση δὲν εἶναι ἂν ὑπάρχει ἕνας Ἄϊχμαν μέσα στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, διότι ὑπάρχει. Οἱ πραγματικὲς ἐρωτήσεις εἶναι: Πόσο καλὰ ἔχει ἐνσωματωθεῖ μὲ τὸ τμῆμα μας ἐκεῖνο ποὺ νοιάζεται καὶ ἀγαπᾶ; Πόσο καλὰ μπορεῖ νὰ ἀντέχουμε τὴν ἀμφιθυμία ποὺ αὐτὲς οἱ δύο ἐσωτερικὲς δυνάμεις μᾶς προκαλοῦν; Καὶ πῶς οἱ θεσμοὶ καὶ φορεῖς μποροῦν νὰ ἐνισχύουν τὴν ὡριμότητα τῶν μελῶν τους;».

Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ προβληματισμὸς γενικεύεται ἡ θεολογική μας παράδοση ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνο γιὰ τὶς ἐξωτερικές μας συμπεριφορὲς ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, μέρος τοῦ ὁποίου εἶναι ἀκόμη καὶ τὸ ἀσυνείδητο. Ἡ ὡριμότητα τῶν μεγάλων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὴ κατάκτηση τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, τονίζοντας ἰδιαίτερα τὴν προσεκτικὴ καὶ ἔντιμη αὐτοεξέταση καὶ τὴν μετάνοια. Αὐτὴ ἡ ἐκλέπτυνση τῶν κινήτρων ἀποτελεῖ προϊὸν τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ ἐντολὴ ἦταν «μὴ φονεύσῃς». Ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ μὴ μισῆτε καὶ νὰ ἀγαπᾶτε, διότι ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου βγαίνουν οἱ φόνοι» (Ματθ. 5.22- 23 καὶ 15,19). Στὴ συνέχεια αὐτῆς τῆς στάσης ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει: «Κάθε ἕνας ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος»(Α’ Ἰω. 3. 15). Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο παρατηρεῖ κανεὶς στὶς προσευχὲς τῶν Ἁγίων τὴ φράση «εἶμαι φονέας». Στὴν πραγματικότητα δὲν εἶχαν ποτὲ ἀφήσει χῶρο γιὰ μίσος στὴν καρδιά τους. Ἔνοιωθαν, ὅμως, βαθιὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, γι’ αὐτὸ καὶ θεωροῦσαν τὸν ἑαυτὸ τους συμμέτοχο στὰ πάθη της. Μόλις ἡ ἀγάπη ψυχρανθεῖ καὶ οἱ ἐκλογικεύσεις ἐγκατασταθοῦν, ἔχει ἐγκαινιασθεῖ ὁ δρόμος ποὺ δυνητικὰ ὁδηγεῖ στὸ μίσος καὶ τὸν σαδισμό.

Ἡ γραμματεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀποδίδει σὲ κάθε ἐνέργεια ἢ κατάσταση ποὺ εἰσάγει μίσος ἀντὶ ἀγάπης μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δαιμονικὰ χαρακτηριστικά. «Ὁ ἀρχηγὸς τῆς κακίας ἐνοικιζόμενος εἰς θηρία μετασκευάζει οὐ πολὺ δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ δαιμόνων ἦθος κεκτῆσθαι παρασκευάζει τοὺς ἐν οἷς εἰσοικίζεται καὶ οὕτως ἀνθρωποκτόνον τὸν ἄνθρωπον ὁ ἐξαρχῆς ἀνθρωποκτόνος καὶ μισάνθρωπος ἀπεργάζεται, καὶ τῷ ζωοδότῃ Χριστῷ ἀντικείμενον».

Μὲ λίγα λόγια, ὅποιος ἀντιμάχεται τὸν ἄλλο, ἀντιμάχεται τὸν Χριστό. Ἡ ἀπόρριψη τοῦ μίσους καὶ ἡ ἐγκατάσταση (κοινωνικῆς, ἐθνικῆς, πολιτικῆς καὶ ὅποιας ἄλλης) ἀλληλεγγύης δὲν νομίζω ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ ἰσχυρότερη θεμελίωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου