Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αββάς Ζωσιμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αββάς Ζωσιμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Αυγούστου 16, 2012

«Μονο η καλοσυνη μπορει να νικησει την κακια»


 
Ο Αββάς Ζωσιμάς έδωσε κάποτε μερικά βιβλία σένα καλλιγράφο να του αντιγράψει. Όταν εκείνος τα ετοίμασε, ειδοποίησε τον Όσιο να στείλει να τα πάρει.
Κάποιος άλλος όμως, που ήξερε την παραγγελία, πήγε δήθεν εκ μέρους του Αββά Ζωσιμά και παρέλαβε τα βιβλία.
Ύστερα από λίγο έστειλε κι ο Γέροντας το μαθητή του να τα πάρει. Κατάλαβε τότε ο καλλιγράφος πως εξαπατήθηκε από τον άλλο και ταραγμένος απειλούσε: -Δεν θα πέσει στα χέρια μου; Θα τον κανονίσω, όπως του αξίζει, τον αυθάδη.
Όταν το άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς παρήγγειλε στον καλλιγράφο: -Αποκτούμε βιβλία, αδελφέ, για να μάς διδάξουν αγάπη κι ανεξικακία. Αν πρόκειται για χάρι τους να μαλώνουμε, χίλιες φορές καλύτερα να μάς λείπουν. «Δούλον Κυρίου ου δει μάχεσθαι»(Β Τιμ.2. 24).
Ο Αββάς Γελάσιος είχε ένα πολύ ωραίο βιβλίο, που περιείχε καλλιγραφημένη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Αξιζε του είχαν πει πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Το άφηνε όμως στην Εκκλησία να το χρησιμοποιούν όλοι οι αδελφοί στη σκήτη. Κάποτε ένας περαστικός καλόγερος έκλεψε το βιβλίο. Ο Αββάς Γελάσιος, αν και το κατάλαβε αμέσως, δε θέλησε να κυνηγήσει τον κλέπτη. Εκείνος μόλις κατέβηκε στην πόλη βρήκε αγοραστή κι άρχισε να διαπραγματεύεται την πώληση του βιβλίου. Γύρευε δεκαέξι νομίσματα. Ο αγοραστής έλεγε πως δεν άξιζε τόσο. Τέλος, συμφώνησαν να του αφήσει ο καλόγερος το βιβλίο, να το δείξει σε κάποιο γνωστό του, ειδικό σ αυτά. Έτσι, το πήρε ο άνθρωπος και το πήγε στον Αββά Γελάσιο, που ήταν φίλος του. -Ν αγοράσω αυτό το βιβλίο για δεκαέξι νομίσματα, Αββά; Αξίζει τόσο; τον ρώτησε. Ο Όσιος το γνώρισε αμέσως, αλλά δεν το φανέρωσε. Το πήρε στα χέρια του, το ψηλάφησε, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. -
Αξίζει, αγόρασέ το, είπε στο φίλο του. Γυρίζοντας όμως εκείνος δεν είπε την αλήθεια. -Έδειξα το βιβλίο σου στον Αββά Γελάσιο και μου είπε πως γυρεύεις πολλά. Δεν αξίζει τόσο. -Δε σου είπε άλλο τίποτε; ρώτησε εκείνος ταραγμένος, μόλις άκουσε για τον Αββά Γελάσιο. -Όχι. -Μετανόησα. Δεν θα το πουλήσω, είπε ύστερα από λίγο ο καλόγερος. Μέσα του γινόταν μια πάλη. Από την μια μεριά εθαύμαζε την ανεξικακία του Οσίου κι από την άλλη ελεγχόταν για την κακή πράξη του. πήρε λοιπόν το βιβλίο κι ανέβηκε στη σκήτη. Όταν βρήκε τον Αββά Γελάσιο, έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρηση, δίνοντας πίσω στο κλοπιμαίο. Εκείνος πάλι, όχι μόνο τον συγχώρεσε μ όλη του την ψυχή, αλλ επέμενε να του χαρίσει το βιβλίο.
Που να το δεχθεί τώρα ο καλόγερος! -Αν δεν το πάρεις πίσω Αββά, δεν θα βρει ανάπαυση η ψυχή μου. -Αν είναι έτσι, πήγαινε στην Εκκλησία και άφησέ το εκεί απ’ όπου το πήρες, του είπε με καλωσύνη ο Όσιος. Από τότε διορθώθηκε ο κακοσυνηθισμένος καλόγερος και ποτέ πια δεν έπεσε σε τόσο βαρύ σφάλμα

Δευτέρα, Απριλίου 30, 2012

«Ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό» (Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς)



ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΩΦΕΛΙΜΑ 
(ὑπέροχες συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων)
Ἀββᾶ Ζωσιμά
Ἔλεγε ἀκόμα, πώς ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τό δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.


  Τί εἶναι τάχα εὐκολότερο, ἀπό τό ν’ ἀκούσουμε ἕναν ἅγιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ, πού λέει: «πρόσεχε μέ ἀκρίβεια τόν ἑαυτό σου, ὥστε, ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν ἀδελφό πού σ’ ἔθλιψε».
Πραγματικά, ὅποιος ποθεῖ τόν ἴσιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν ἑαυτό του καί τόν ἐλέγχει ἀδιάκοπα, λέγοντας:
·    Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς ἐπιληπτικούς; Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει πώς εἶσαι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν, δέν θά πονοῦσες. Γιατί, ἀντί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτό σου, τά βάζεις μέ τόν ἀδελφό σου, πού σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ ὅλη της τή σοβαρότητα; Μάθε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ὅς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει». Ἄκουσέ Τον νά λέει, αὐτό πού καί ἔμπρακτα ἔδειξε: «Τόν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων». Κι’ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή ἤ περιφρόνηση καί ἀντιπάθεια ἤ κοροϊδία ἤ συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς, κι’ ἐπιβουλεύεσαι ἔτσι τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες.
Ἀλήθεια σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορεῖ νά κάνει ἕνας δαίμονας, ἀπ’ ὅ, τι κάνει ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της;
Τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν βλέπουμε. Γιά τά πάθη Του, πού ὑπέμεινε γιά μᾶς, διαβάζουμε κάθε μέρα.
Ἐμεῖς ὅμως δέν ἀνεχόμαστε οὔτε μιά προσβολή!
 Πραγματικά ξεφύγαμε ἀπό τόν ἴσιο δρόμο.
Ἔλεγε ἐπίσης, πώς ἀκόμα κι’ ἄν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας, δέν τραβήξει ὅμως αὐτό τόν ἴσιο δρόμο πού τράβηξαν ὅλοι οἱ ἅγιοι – ἐννοῶ τό δρόμο  τῆς ἀτιμίας καί τῆς ζημίας καί τῆς γενναιόψυχης ὑπομονῆς – , ὄχι πολύ, μά οὔτε λίγο δέν προκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει, τά χρόνια του ἄσκοπα.
****
Ἔλεγε ἀκόμα:
Ὅταν ἤμουν μέ τή μακαρία Διονυσία, κάποιος ἀδελφός τῆς ζήτησε κάτι σάν εὐλογία. Κι’ ἐκείνη τοῦ ἔδωσε ὅσο ἔπρεπε. Ἐπειδή ὅμως δέν τοῦ ἔδωσε ὅσο ἐκεῖνος ἤθελε, ἄρχισε νά τήν προσβάλλει καί νά ξεστομίζει ἄπρεπα λόγια καί γι’ αὐτήν καί γιά μένα. Σάν τόν ἄκουσε ἐκείνη, δαγκώθηκε κι’ ἔψαχνε εὐκαιρία γιά νά τοῦ κάνει κακό. Μόλις λοιπόν τό ἔμαθα ἐγώ τῆς εἶπα:
Τί πᾶς νά κάνεις; Νά ἐπιβουλευθεῖς τόν ἑαυτό σου; Θά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου κάθε ἀρετή. Μήπως τάχα ὑπομένεις ἰσάξια μ’ ἐκεῖνα πού ὑπόμεινε ὁ Χριστός γιά σένα; Τό ξέρω γερόντισσα, ὅτι σκόρπισες χρήματα σά νἄταν κοπριά. Ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσεις τήν πραότητα, εἶσαι σάν τό σιδερά, πού χτυπάει ἕνα κομμάτι σίδερο, ἀλλά σκεῦος δέν κατασκευάζει.
****
Τῆς ἔλεγα ἀκόμα:
Ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος λέει:  «Χρειάζομαι πραότητα, γιατί μ’ αὐτήν καταλύεται ὅλη ἡ δύναμη τοῦ ἄρχοντα τοῦ αἰώνα τούτου». Ἀπόδειξη τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀταραξία. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά, ἐνῶ καταφρονεῖ κανείς πολλά κεντηνάρια, νά κολλάει σ’ ἕνα βελονάκι, καί ἡ προσκόλληση του σ’ αὐτό νά τοῦ προκαλεῖ ταραχή. Δίνει δηλαδή στό βελονάκι ἐκεῖνο τήν ἀξία ἑνός κεντηναρίου. Καί γίνεται δοῦλος στό βελονάκι ἤ στό κουκούλι ἤ στό μαντήλι ἤ στό βιβλίο. Ἔτσι παύει νά εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καλά λοιπόν εἶπε κάποιος ἀπό τούς σοφούς, πώς ὅσα πάθη ἔχει ἡ ψυχή, τόσους καί ἀφέντες. Καί ὁ Κύριος: «Ὅπου ὁ θησαυρός σου ἐκεῖ ἐσται ἡ καρδία σου». Καί ὁ Ἀπόστολος ἐπίσης : «ᾧ τις ἤττηται, τούτῳ καί δεδούλωται».
Σάν ἄκουσε ὅλα ταῦτα ἡ Διονυσία, μέ κοίταξε μέ θαυμασμό καί εἶπε:
Νά βρεῖς τό Θεό πού ποθεῖς!
Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Κυριακή, Δεκεμβρίου 04, 2011

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.....

 





Ένας από τούς αδελφούς, πού έμεναν με τον Αββά Ζωσιμά και πήρε από εκείνον το μοναχικό σχήμα, τού λέει μία ήμερα:
-Αββά μου, σε αγαπάω πολύ.
-Δεν βρήκα ακόμα κάποιον πού να μ' αγαπά όπως τον αγαπώ εγώ, απάντησε ό Αββάς Ζωσιμάς. Να, τώρα λες εσύ "σ' αγαπώ"' το πιστεύω αν όμως γίνει κάτι πού δεν σ' αρέσει, δεν θα μείνεις ό ίδιος. 'Ενώ εγώ, ότι κι αν πάθω από σένα, δεν μπορώ ν' απομακρυνθώ από την αγάπη σου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και ό νεαρός μοναχός άρχισε να λέει πολλά εναντίον τού Αββά Ζωσιμά, ακόμα και αισχρά λόγια. Εκείνος τα έμαθε όλα και έλεγε στον εαυτό του: Είναι καυτήρας τού Ιησού, πού στάλθηκε για να γιατρέψει την κενόδοξη ψυχή μου. Από κάτι τέτοιους μπορεί κάποιος να βγει κερδισμένος, αν βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, όπως από εκείνους πού τον επαινούν ζημιώνεται. Αυτός είναι αληθινός ευεργέτης μου". Έλεγε μάλιστα ό Αββάς στους αγγελιοφόρους:
-Μόνο τα φανερά μου κακά ξέρει, κι αυτά όχι όλα, αλλά ένα μικρό μέρος. Τα κρυφά όμως είναι αναρίθμητα.
Μετά από καιρό ό νεαρός μοναχός συνάντησε τον Αββά Ζωσιμά στην Καισαρεία. Κατά την συνήθεια του, πήγε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον καταφίλησε σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Μετά έπεσε στα πόδια του και τού είπε:
-Συγχώρεσε με, Αββά μου, διότι πολλά και φοβερά είπα εις βάρος σου.
Κι ό Αββάς, καταφιλώντας τον, τού απάντησε:
-Θυμάται ή θεοφιλία σου, πάτερ, τον λόγο πού μού είπες κάποτε. Ας πληροφορηθεί λοιπόν ή καρδιά σου ότι τίποτε δεν αγνοώ απ' όσα έχεις πει, αλλά όλα τα έμαθα και σε ποιους τα είπες. Δεν είπα όμως ποτέ ότι δεν είναι έτσι, ούτε με έπεσε κάποιος να πω κάτι εις βάρος σου. Δεν παρέλειπα ποτέ να σε μνημονεύω στις προσευχές μου και θα σού φέρω ένα τεκμήριο αγάπης. Κάποτε πόνεσε πολύ το μάτι μου τότε σ' έφερα στον νου μου και, σταυρώνοντας το, είπα: "Κύριε, Ιησού Χριστέ, με τις ευχές τού αδελφού θεράπευσε με". Κι αμέσως γιατρεύτηκα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. ΕΤΟΣ 16 . ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...