Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Τύχων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Τύχων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 24, 2013

Παπα Τύχων:Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί



 Ο Γέροντας παπα τυχων την λέξη «ευλόγησον» την χρησιμοποιούσε πάντα και με τις πολλές καλογερικές έννοιες, όπως το «ευλογείτε» ή «ευλόγησον»,
όταν ζητούσε ταπεινά την ε
υλογία του άλλου, και μετά θα έδινε και αυτός την ευλογία του με την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση». Μετά από τον  συνηθισμένο χαιρετισμό οδηγούσε τους επισκέπτες στο Ναό και έψαλλα μαζί το Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και το Άξιον εστίν και, εάν ήταν καλός
καιρός, έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:
- Εγώ τώρα κεράσματα.
Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη,έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρή κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το όποιο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα -Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ’ ευλογείτε!» και περίμενε να του πή ο επισκέπτης την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση», αλλιώς δεν έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του. Την ευχή από τους άλλους την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.
Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να πέραση την ώρα του,τότε του έλεγε:
- Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.
Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φυγή. Όταν πάλι ήθελε να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρέτηση τον άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του
έλεγε:
- Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω’ πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να συνεννοηθής καλά.
Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά και τον νου προσευχόταν. Ή προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη, καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να
κρυφτούν πια.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2013

Ὁ παπὰ Τύχων ὁ ἐρημίτης





Ἕνας κρυμμένος μαργαρίτης

Στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὸ «περιβόλι τῆς Παναγίας» ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ σήμερα πολλοὶ κρυμμένοι μαργαρίτες. Μπορεῖ κάποιος νὰ ψάξει καὶ νὰ τοὺς βρεῖ στὰ μοναστήρια, στὶς σκῆτες, στὰ τόσα ἐρημητήρια....

Ἀληθινοὶ μαργαρίτες, ἄνθρωποι δυνατοὶ κι ἀλλοιώτικα ὄμορφοι. Κάλλος τους ἡ εὐλογημένη ζωή τους. Πλοῦτος τους ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ φτώχειά τους. Λιγοστὰ εἶναι τὰ λόγια ποὺ ἔχουν νὰ εἰποῦν. Περισσότερο μιλάει ἡ σιωπή τους. Οἱ μορφὲς τους φωτεινὰ εἰρηνικὲς γιατ’ ἡ καρδιὰ τους ἄγρυπνη στέκει στὴν προσευχή, γιατί ἡ εὐχὴ ἀτελεύτητα συντροφεύει τὸν ἀσκητικό τους βίο.

Ἕνας κρυμμένος μαργαρίτης ἦταν καὶ ὁ παπὰ-Τύχων - κατὰ κόσμον Τιμόθεος Γολεγκὼφ - ποὺ ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὅρος γιὰ ἑξήντα ὁλόκληρα χρόνια. Ἄνθρωπος ἀγάπης, προσευχῆς, κατανύξεως καὶ ταπεινώσεως. Ἀκτήμων ἐρημίτης, νηστευτὴς καὶ χαρισματοῦχος, θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους τοῦ αἰώνα μας. Τὸ πέρασμά του δὲ ἀπ’ τὸ «περιβόλι τῆς Παναγίας» ἄφησε σημάδια ἀνεξίτηλα στοὺς τόσους ὁδοιπόρους τῆς ζωῆς ποὺ ζήτησαν κοντὰ του ν’ ἀναπαυτοῦν.

Γεννήθηκε τὸ 1884 στὸ χωριὸ Νόβαγια Μιχαηλόσκα τῆς Ρωσσίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς. Ἡ μητέρα του καθὼς ἔλεγε ὁ ἴδιος: «κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ δὲν ἔτρωγε καθόλου, ἦταν δοσμένη ὅλη στὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα ἔτρεχαν πυκνὰ ἀπ’ τὰ μάτια της». Μικρὸς ἀκόμα ἐπισκεπτόταν μοναστήρια καὶ ἔψαλλε στὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ του.

Στὰ δεκαοκτώ του χρόνια ἔνοιωσε μέσα του τὴ μοναχικὴ κλίση. Ἔτσι μὲ τὴν εὐλογία τῶν γονέων του καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφτηκε σχεδὸν διακόσια μοναστήρια στὴν πατρίδα του κίνησε μ’ ἄλλους πιστοὺς νὰ ἐπισκεφτεῖ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καθ’ ὁδὸν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ συγκεκριμένα στὴν Κωνσταντινούπολη «ἐγνωρίστηκε μὲ τὸν οἰκονόμο-μοναχό τοῦ κελλιοῦ Μπουραζέρη τὸ ὁποῖο ἀνήκει στὴν ἁγιορείτικη μονὴ Χιλιανδαρίου. Τοῦ εἶπε τότε ὁ οἰκονόμος «θέλεις νὰ γίνης μοναχός;» «θέλω» ἀπάντησε ὁ δεκαοχτάχρονος Τιμόθεος, καὶ ὁ φωτισμένος οἰκονόμος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Βάλε μετάνοια καὶ ἀπὸ σήμερα εἶσαι δόκιμος στὴ συνοδεία μας».

Ἔτσι ἀφοῦ περάτωσε τὸ προσκύνημά του στὰ Ἱεροσόλυμα ἦλθε καὶ κατατάχτηκε στὴ συνοδεία τοῦ Μπουραζέρη καὶ σ’ ἕνα χρόνο ἔγινε μοναχός. Στὴν καλὴ ὅμως συνοδεία δὲ θὰ μείνει γιὰ πολύ. Ὁ πόθος του γιὰ ἄσκηση καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ ἡσυχία θὰ τὸν φέρουν στὰ φρικτὰ Καρούλια. Σὲ μιὰ σπηλιά, ποὺ ἦταν στὰ θεμέλια τοῦ ἀσκητηρίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, θὰ μείνει γιὰ δεκαπέντε ὁλάκερα χρόνια.

Κάθε Σάββατο ἀνέβαινε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ κοινωνοῦσε. Ἀμέσως μετὰ κατέβαινε πάλι στὴ σπηλιά του. «Στὸν Ἅγιο Γεώργιο ὑπῆρχε ἕνας πολὺ σοφός, κατὰ κόσμον καὶ κατὰ Θεόν, Γέροντας, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε διδάσκαλο». Ὁ Γέροντας αὐτὸς ὑπῆρξε συνοδοιπόρος καὶ πατέρας πνευματικός τοῦ Τύχωνα κατὰ τὴν πολύχρονη θητεία του στὰ Καρούλια.

Ὁ ἄγνωστος σὲ μᾶς Γέροντας ἔδινε στὸν Τύχωνα ἕνα πατερικὸ βιβλίο κάθε μήνα. Ἐπιστρέφοντάς το θὰ ἔπρεπε νὰ τοῦ διηγηθεῖ τὸ περιεχόμενό του. Ἂν δὲν τοῦ τὸ ἔλεγε ἐπακριβῶς δὲν τοῦ τὸ ἄλλαζε. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τελείωσε ὁ μοναχὸς Τύχων τὴν ἀνάγνωση ὅλων σχεδὸν τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.


Στὴν Καψάλα

Σὰν πέρασαν δεκαπέντε χρόνια ἄφησε ὁ μοναχὸς Τύχων τὰ Καρούλια καὶ ἦλθε στὴν «ἔρημο» τῆς Καψάλας, στὴν περιοχὴ τῆς Καλιάγρας. «Ἐδῶ εἶδε ἕνα ὅραμα πὼς ἦταν νύκτα Ἀναστάσεως καὶ πὼς ἔψαλε ὅλη τὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία μὲ χαρά». Τὸ εἶπε στὸν πνευματικό του ὁ ὁποῖος μόλις τ’ ἄκουσε τὸν πῆρε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα ὅπου χειροτονήθηκε ἱερέας.

Ἡ καλύβα του δὲν εἶχε ἐκκλησία γι’ αὐτὸ καὶ ξεκίνησε γιὰ νὰ φτιάξει. Ἀκτήμων ὅμως καθὼς ἦταν ἀδυνατοῦσε νὰ βρεῖ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ πάει νὰ ζητήσει ἐλεημοσύνη. Στὸ δρόμο πηγαίνοντας συνάντησε κάποιο μοναχὸ καὶ τοῦ εἶπε πὼς θέλει νὰ φτιάξει ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Σταυρό. Ὁ μοναχὸς ἔκπληκτος ἀπάντησε στὸν παπὰ-Τύχωνα πὼς μόλις τὴν μέρα ἐκείνη εἶχε λάβει μία ἐπιστολὴ καὶ χρήματα γιὰ νὰ τὰ δώσει σ’ ὅποιον θὰ ’θελε νὰ κτίσει ἐκκλησία. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ συγκίνηση τοῦ παπᾶ-Τύχωνα ἦταν μεγάλη. Ἀφοῦ πῆρε τὰ χρήματα εὐχαριστώντας τὸ μοναχό, κάλεσε τεχνίτες ποὺ μετάτρεψαν ἕνα ἀπ’ τὰ κελλιὰ τῆς καλύβας σὲ μία λιτή, μικροσκοπικὴ ἐκκλησία.

Τὸ καλύβι του, φτωχικὸ κι ἀπέριττο, στέκει ἀκόμα μάρτυρας ἀξιόπιστος τῆς ἁγίας φτώχειάς του. Στὸ ἐσωτερικό του βλέπει κανεὶς τὶς λιγοστὲς σανίδες ποὺ χρησίμευαν γιὰ κρεββάτι καὶ κάθισμα, δυὸ σκαμνάκια καὶ λίγα μαγειρικὰ σκεύη. Λίγο πιὸ πέρα ἕνας διάδρομος τριῶν μέτρων ὁδηγεῖ στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὅπου ὁ γέροντας συνομιλοῦσε μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ συλλειτουργοῦσε μὲ τοὺς Ἅγιους.

Στὴν Καψάλα ἔμεινε σχεδὸν σαράντα τέσσερα χρόνια. Στὰ χρόνια αὐτὰ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέφτηκαν. Ἀνάμεσά τους μητροπολίτες, ἡγούμενοι καὶ μοναχοί. Πολλοὶ ἦταν ἐπίσης καὶ οἱ λαϊκοὶ ποὺ ἔρχονταν κοντὰ του κουρασμένοι ἀπὸ τὴν «ἁλμυρὰ τοῦ κόσμου ἀκαταστασία» γιὰ ν’ ἀναπαυτοῦν, ν’ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του ποὺ ἦταν «σταλαγματιὲς βιωμάτων τῆς καρδιᾶς του».


Λειτουργός του Ὑψίστου

Τὴ Θεία Λειτουργία ὁ παπὰ-Τύχωνας τὴν ἀγαποῦσε πολύ. Ὁ ὑποτακτικός του πάτερ Παΐσιος διηγεῖται χαρακτηριστικά: «Ἡ Θεία Λειτουργία γιὰ τὸν Γέροντα ἦταν ἕνα ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ. Σὰν τὸν Παῦλο ἡρπάζετο καὶ σὰν τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα συναναστρέφετο τοὺς ἀγγέλους τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔμπαινε στὴν Ἁγία Ἀναφορὰ καὶ ἄρχιζε νὰ διαβάζη τὴν εὐχή: «Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων δυνάμεων Δέσποτα φιλάνθρωπε βοῶμεν καὶ λέγομεν Ἅγιος, Ἅγιος» ὁ παπὰ-Τύχων ἔβλεπε τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ».

Ὁ εὐλογημένος γέροντας ζοῦσε πραγματικὰ τὴ θεία Λειτουργία. Τὴν ἀγαποῦσε τόσο, καθὼς λέει ὁ ἱερομόναχος Ἀγαθάγγελος, ποὺ «τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας ἔφτανε νὰ μεταρσιώνεται. Ἔφτανε νὰ βραδυάζη, ἀπ’ τὸ πρωὶ ποὺ εἶχε ἀρχίσει, καὶ δὲν εἶχε τελειώσει. Ὅλος ἔξαρση, τὴν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ καὶ τοῦ καθαγιασμοῦ, ἔψαλε μὲ ἀγγέλους τὸν ὕμνο τους στὰ οὐράνια, ἔβλεπε κατόπιν πὼς ἦταν στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ τελείωνε τὴν λειτουργία καὶ δὲν καταλάβαινε πῶς πέρασε ἡ ὥρα...»

Πραγματικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέα Τυχωνα βλέπομε, ὅπως γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος, «τὸν μεθυσμένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ἱερουργὸν ποὺ μεθίσταται σὲ ἄλλους κόσμους καὶ ἠμπορεῖ νὰ λέγει ὅτι τὸν σηκώνει ὁ Δεσπότης Χριστὸς καὶ τὸν ἐξάγει «τοῦ τε χώρου τοῦ τε ζόφου καὶ εἰσάγει εἰς ἄλλον, εἴτε κόσμον ἤ ἀέρα....καὶ πρὸς φῶς εἰσάγει μέγα» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος}.


Φωτισμένος Δάσκαλος

«Ἐδίδασκε ὁ παπὰ-Τύχων μὲ τὴν ἁγιασμένην ζωήν του. Ἡ ἁπλότητά του καὶ ἡ βαθειά του ταπεινοφροσύνη μιλοῦσαν τόσο φανερά. Μιλοῦσε καὶ δίδασκε καὶ μὲ κλειστὸ τὸ στόμα, ὅταν ὅμως ἄρχιζε νὰ διδάσκη, νὰ λέη τὶς συμβουλὲς του ὁ Γέροντας καθισμένος στὴ ρίζα τῆς μικρῆς ἐλιᾶς, δίπλα στὸν τάφο του ἤ στὴ σκληρὴ σανίδα τοῦ κρεββατιοῦ του, τότε ἡ ψυχὴ τοῦ μαθητοῦ ἐγοητεύετο».

Γοήτευε τὶς ψυχὲς ὁ δάσκαλος παπὰ-Τύχων. Ἁπλὰ μιλοῦσε κι ἁπλὰ δίδασκε. Ἄρχιζε διδάσκοντάς σε νὰ ξεκινᾶς πάντα ἀπὸ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μόλις ἔφτανες στὸ κελλὶ σ’ ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ σὲ ὁδηγοῦσε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταύρου. Ἔψαλλε τὸ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» καὶ τὸ «ΣΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΣΟΥ». Μετὰ ἀφοῦ σ’ ἔβαζε νὰ κάνεις τρεῖς μετάνοιες μπροστὰ στὸ μεγάλο σταυρὸ ποὺ ἦταν στημένος σὲ κεντρικὴ θέση ἐκεῖ μέσα πρόσθετε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλεήσεις τὸν δοῦλον σου».

Ἔπειτα ἀφοῦ σὲ κερνοῦσε ἄρχιζε ν’ ἀπαντᾶ στὶς ἐρωτήσεις σου. Σὲ συμβούλευε κι ἦταν οἱ συμβουλὲς του ἀπ’ ἀτόφιο χρυσάφι καμωμένες. Σοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη. Σοῦ ἔλεγε, μὲ τὰ σπασμένα ἑλληνικά του, πὼς «κάθε πρωὶ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ ὅλο κόσμο μὲ ἕνα χέρι. Βλέπει ταπεινό! Εὐλογεῖ μὲ δύο χέρια. Πά, πά, πά. Ταπεινὸ ἄνθρωπο ἀξίζει πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλο κόσμο».

Μελετοῦσε πολὺ ὁ παπὰ-Τύχων κι ἐπέμενε στὸ θέμα τῆς μελέτης. Τόνιζε συχνὰ πὼς «ὅταν διαβάσει νοῦς καθαρίσει».

Ἡ εὐχὴ σύντροφος παντοτινός τῆς ζωῆς του. Ζώντας τὰ εὐεργετήματά της ἔλεγε: «Πάντοτε νὰ κάνης εὐχὴ πρὶν ἀρχίσης κάθε δουλειὰ νὰ λές: Θεέ μου δῶσε μου δύναμη καὶ φώτιση, κατόπιν ν’ ἀρχίζεις τὴ δουλειά σου καὶ στὸ τέλος νὰ λὲς, Δόξα τῷ Θεῶ».

Πνευματικός, φωτισμένος ὁ ἴδιος, καθοδηγητὴς ἀπὸ τοὺς λίγους, ἀξιώθηκε κοντὰ σὲ γέροντες εὐσεβεῖς νὰ βιώσει τὶς εὐεργεσίες ποὺ δίδει ἕνας καλὸς πνευματικός. Γι’ αὐτὸ καὶ συμβούλευε: «Γιὰ νὰ βρὴς καλὸν πνευματικὸ νὰ κάνεις τρεῖς μέρες προσευχὴ καὶ κατόπιν τί ὁ Θεὸς θὰ φωτίση. Καὶ στὸ δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνης νὰ κάνης προσευχὴ νὰ τὸν φωτίση ὁ Θεὸς νὰ σοῦ πῆ λόγους καλούς».

Τὰ περισσά του δάκρυα τὰ μάζευε μὲ ἕνα πανὶ ποὺ ἦταν πάντα μουσκεμένο. Τοῦτα τὰ δάκρυά του στέκαν μάρτυρες ἀξιόπιστοι γιὰ τὸ πόσο ζοῦσε τὴ συμβουλὴ ποὺ τόνιζε πώς: «Δάκρυα, παιδί μου, δάκρυα, αὐτὸ θέλει ὁ Θεός».

Ἡ σχέση τοῦ μοναχοῦ μὲ τὰ χρήματα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ θέλει πολλὴ προσοχή. Τόξερε αὐτὸ ὁ φωτισμένος μοναχὸς καθὼς ἔλεγε πὼς «ὁ ἐρημίτης ἔχει εὐλογία νὰ κρατᾶ μόνο τὰ ἀπαραίτητα χρήματα γιὰ τὰ σαρανταλείτουργα. Γύρω ἀπ’ τὴν καλύβα του μπορεῖ νὰ ἔχει κλήματα γιὰ νὰ παίρνη σταφύλια, λίγες ἐλιὲς γιὰ τὸ λάδι κι ἕνα κῆπο γιὰ τὰ λαχανικά του. Αὐτὰ νὰ τοῦ εἶναι ἀρκετὰ καὶ νὰ μὴ λησμονᾶ τὴν ἐλεημοσύνη». Τόξερε ὁ παπὰ-Τύχων μὰ κι ἀληθινὰ τὸ ζοῦσε γι’ αὐτὸ σὰν τοῦ περίσσευαν χρήματα τὰ ἔστελλε σὲ κάποιο μπακάλη στὶς Καρυὲς διαμυνώντας του: «Παρακαλῶ κάνε ἀγάπη νὰ πάρη ψωμὶ καὶ νὰ δώση φτωχὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκη».

Μοναχὸς ποὺ τιμοῦσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα συνειδητοποιεῖ ἀληθινὰ τὸ βάρος του γι’ αὐτὸ καὶ τόνιζε: «Δὲν ἀρκεῖ ἁπλὰ νὰ τὸ φέρουμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μία ἁγία ζωή. Στὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία τρέφεται ἄπειρος σεβασμὸς στοὺς μεγαλόσχημους μοναχούς. Τὸ μέγα σχῆμα ἀντικαθιστᾶ τὸν ἄγγελο, τὸν τέλειο μοναχό, τὸν ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πάσα βιοτικὴ μέριμνα. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀνέβηκε ὅλες τὶς ἀρετές, ζητᾶ τὴν ἀγγελικὴ ζωή, μεριμνᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ, πῶς θ’ ἀρέση μόνο στὸν Θεό, ὄχι στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα σχῆμα: κελλί, ἐκκλησία, νηστεία προσευχὴ ἀδιάλειπτος. Δὲν δικαιολογεῖται ὁ μεγαλόσχημος νὰ περιφέρεται δεξιὰ κι ἀριστερά, οὔτε ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὴ διοίκηση. Στὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τὸν μεγαλόσχημο τὸν θεωροῦν ἅγιο. Λέγουν πὼς ἂν δοῦν τὸν πατριάρχη πρῶτα θὰ βάλουν μετάνοια στὸν μεγαλόσχημο. Ὄχι ὅπως τὸ ἔχουμε ἐμεῖς ποὺ τὸ φοροῦν οἱ νέοι καὶ καμαρώνουν, αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία».


Χαρισματοῦχος ἐρημίτης


« Ὁ μακάριος παπὰ-Τύχων ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ γίνη «τέκνον Θεοῦ», καὶ νὰ ἀναγεννηθῆ «ἄνωθεν ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ νὰ ἔχη τὸν Χριστὸν μέσα στὴν ἁγιασμένη του καρδιά, ἀξιώθηκε καὶ τῆς μεγάλης τιμῆς νὰ σκηνώση ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μέσα στὴν ψυχή του»

Γιὰ τὰ χαρίσματά του ἔχουν γράψει μὲ περισσὴ ἐπιτυχία τόσο ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Χαλκίδος ὅσο καὶ ὁ ἱερομόναχος Ἀγαθάγγελος. Ὁ γράφων γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία του δὲν θὰ τὰ παρουσιάσει ὅλα. Ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν ἀδικήσει τὸ γέροντα θὰ προσπαθήσει νὰ παρουσιάσει δύο ἀπ’ αὐτὰ μορφοποιώντας ἔτσι ἀκόμα μιὰ πτυχὴ τοῦ φωτεινοῦ βίου τοῦ ἐρημίτη Τύχωνα.

Εἶχε λοιπὸν ὁ παπὰ-Τύχων τὸ χάρισμα τῆς ἀναστροφῆς μὲ τὰ ἀγρίμια. Σὰν στὸ καλύβι ἐμφανίζονταν κανένα μικρὸ ποντίκι πρότειναν στὸ γέροντα νὰ πάρει καμμιὰ γάτα. Ἡ ἀπάντησή του βεβαίωνε τὸ χάρισμα ποὺ εἶχε:« Ὄχι γάτα. Ἔχω ἐγὼ ἄλλο γάτα, μιάμιση γάτα μεγάλο ἔρχεται. Ἄνθρωπο δὲ φοβᾶται. Τρώει ποντίκια, μετὰ φεύγει πάει λάκο μέσα στὸ δάσος.»

Τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως εἶναι πολλὲς φορὲς καθὼς λένε γέννημα τῆς ἡσυχίας τῆς ἐρήμου. Χαρακτηριστικὰ τὰ παρακάτω πιστοποιοῦν πὼς ὁ μοναχὸς Τύχων εἶχε κι αὐτὸ τὸ χάρισμα ποὺ ἀναφέρει ὁ Χαλκίδος Νικόλαος: «Ὅταν κάποιος νεαρὸς θεολόγος τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶχε πάει στὸ Ὄρος γιὰ νὰ γίνη μοναχὸς καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴν μὲ τὸν πολυτάραχο κόσμο, ὁ Γέροντας τὸν διεβεβαίωσε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μείνη στὸ Μοναστήρι. Καὶ πράγματι μέσα σὲ λίγους μῆνες ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐγύρισε στὴν «ὄζουσαν τοῦ κόσμου θάλασσαν».


Ἡ κοίμησή του, ἡλιοβασίλεμα φωτεινὸ

Φωτεινὴ ἦταν ἡ ζωή του, φωτεινὸ καὶ τὸ τέλος του. Δίκαιος στὴ ζωὴ του ὁλόκληρη δὲν φοβήθηκε τὸ θάνατο. Τὸν περίμενε μὲ ἠρεμία καὶ χαρά. Περίπου δέκα μέτρα ἀπ’ τὸ κρεββάτι του ἄνοιξε τὸν τάφο του: Τὸν ἄνοιξε ὁ ἴδιος. Τὸν ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια, καὶ καθὼς ἦταν ὁ σωρὸς τὸ χῶμα, στὴν ἄκρη εἶχε μπηγμένο τὸ φτυάρι. «Νὰ ἔτσι ρίξει χῶμα», ἔλεγε στὸ μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπεσκέπτετο καὶ ἔκανε τὴν σχετικὴ κίνησι ρίχνοντας μιὰ φτυαριὰ χῶμα μέσα στὸν τάφο του. Ἐφύτεψε καὶ ἕνα δεντρολίβανο στὴν ἄκρη. Συχνὰ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὸ τί θὰ κάνουν στὴν ἔξοδό του. —«Πεθαίνει παπὰ - Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετὰ λές: παπὰ-Τύχων πέθανε.»

Ἑτοίμασε καὶ τὰ γράμματα ποὺ θὰ ἔστελλαν σὲ γνωστοὺς καὶ φίλους του μετὰ τὸ θάνατό του. Ἦταν γράμματα ἁπλὰ μὰ πρόδιδαν τὸν πλοῦτο τοῦ συντάκτη τους.

«Φίλος παπὰ - Τύχων ἀπέθανε ἡμέρα... (ἄφηνε κενὸν) παρακαλῶ διάβασε μία εὐχή».

Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ προγνωρίζει τὸ θάνατό του. Τόλεγε στὸν ὑποτακτικό του «Παπὰ Τύχων ἂν θέλη Θεὸς ζήσει μία βδομάδα, δέκα μέρες». Λίγες μέρες μετὰ ἡ Παναγία φανερώθηκε στὸ γέρο-ἐρημίτη καὶ σὰν ὁ ὑποτακτικός του, π. Παίσιος, τὸν ρώτησε τί τοῦ εἶπε, ὁ παπὰ Τύχων ἀπάντησε ἁπλά: «Εἶπε παπὰ - Τύχωνα περάσει ἡ γιορτὴ Της πάρει».

«Καὶ πράγματι ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, σὲ δύο ἡμέρες, στὶς 10.9.1968 ἀφοῦ ἔλαβε τὸ «ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας», μετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησή του μὲ προσευχὴ καὶ μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ἀνεπαύθη. Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης θὰ μποροῦσε νὰ γράψη «ὡς δὲ ἐπλήρωσε τὴν εὐχαριστίαν καὶ ἡ χεὶρ ἐπαχθεῖσα διὰ τῆς σφραγίδος τῷ προσώπῳ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς διεσήμανε, μέγα τι καὶ βύθιον ἀναπνεύσασα τῇ προσευχῃ τὴν ζωὴν συγκατέληξεν» (Βίος Ὁσίας Μακρίνης)».

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2013

Ο Πατήρ Τύχων και ο ληστής



Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από
 την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως
πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το 
Ταχυδρομείο, τον
είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από
 τον πειρασμό της
φιλαργυρίας. 
Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του
Γέροντα, για να τον ληστέψη, 
με τον λογισμό ότι θα
εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να 
ξέρη ότι και εκείνα
πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε 
δώσει την ίδια ώρα
στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρη
 ψωμιά για τους
φτωχούς. 
Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα
 - τονέσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του - 
διεπίστωσε ότι
πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φυγή. Ό Παπα - Τυχών του είπε:
- Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου.
Ό κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό,
αλλά εκεί τον έπιασε ή Αστυνομία, και ομολόγησε
 μόνος του ότι είχε πάει και
στον Παπα - Τύχωνα. Ό Αστυνόμος έστειλε 
χωροφύλακα και ζήτησε τον
Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ό Γέροντας
στενοχωρέθηκε γι' αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
- Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί
εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε: - Άντε,
γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».
Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση
στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και
αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.
Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο
μυαλό του και μου έλεγε:
- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν" δεν έχουν το
«εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι».
πηγή

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2012

Ὁ παπα Τύχων





Ἔλεγε ὁ παπα-Τύχων:- Γιὰ νὰ βρεῖς καλὸ πνευματικὸ πρέπει νὰ κάνεις τρεῖς μέρες προσευχὴ καὶ κατόπιν τί ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει. Καὶ στὸ δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνεις νὰ κάνεις προσευχὴ νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ σοῦ πεῖ λόγους καλούς. Ἔλεγε ἀκόμη:

- Πάντοτε νὰ κάνεις εὐχὴ πρὶν ἀρχίσεις κάθε ἐργασία. Νὰ λὲς «Θεέ μου, δῶσε μου δύναμη καὶ φώτιση» καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσεις τὴν δουλεία σου. Καὶ στὸ τέλος «δόξα τὸν Θεό».

Ἔλεγε πάλι:- Ἡ κόλαση ἔχει γεμίσει ἀπὸ ἀνθρώπους παρθένους – ὑπερήφανους. Ταπεινὸ ἄνθρωπο θέλει ὁ Θεός.

Κάποτε τοῦ εἶχε στείλει κάποιος ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μιὰ ἐπιταγή. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὴν ἔπαιρνε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ Ταχυδρομεῖο, τὸν εἶδε ἕνας κοσμικὸς καὶ νικήθηκε ἀπὸ τὸν πειρασμό τῆς φιλαργυρίας.

Πῆγε λοιπὸν τὴν νύχτα στὸ Κελλί τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ τὸν ληστέψη, μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι θὰ εὕρισκε καὶ ἄλλα χρήματα, χωρὶς νὰ ξέρη ὅτι καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε πάρει ὁ Γέροντας τὰ εἶχε δώσει τὴν ἴδια ὥρα στὸν κυρ - Θόδωρο, γιὰ νὰ πάρη ψωμιὰ γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἀφοῦ τὸν βασάνισε ἀρκετὰ τὸν Γέροντα - τὸν ἕσφιγγε μὲ ἕνα σχοινὶ στὸν λαιμὸ του - διεπίστωσε ὅτι πράγματι δὲν εἶχε χρήματα καὶ ξεκίνησε νὰ φύγη. Ό Πάπα - Τύχων τοῦ εἶπε:

- Θεὸς συγχωρέσοι, παιδί μου.

Ὁ κακοποιὸς αὐτὸς ἄνθρωπος πῆγε καὶ σὲ ἄλλον Γέροντα μὲ τὸν ἴδιο σκοπό, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ἔπιασε ἡ Ἀστυνομία, καὶ ὁμολόγησε μόνος του ὅτι εἶχε πάει καὶ στὸν Πάπα - Τύχωνα. Ὁ Ἀστυνόμος ἔστειλε χωροφύλακα καὶ ζήτησε τὸν Γέροντα γιὰ ἀνάκριση, ἐπειδὴ θὰ γινόταν ἡ δίκη τοῦ κλέφτη. Ὁ Γέροντας στενοχωρέθηκε γι' αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν χωροφύλακα:

- Παιδί μου, ἐγὼ τὸν συγχώρεσα μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου τὸν κλέφτη.

Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἔδινε καθόλου σημασία στὰ λόγια τοῦ Γέροντα, γιατί ἐκτελοῦσε ἀνώτερη διαταγή, καὶ τὸν τραβοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε:

- Ἄντε, γρήγορα, Γέροντα! ἐδῶ δὲν ἔχει συγχώρεση καὶ «εὐλόγησαν».

Τελικὰ τὸν λυπήθηκε ὁ Διοικητὴς καὶ τὸν ἄφησε ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ νὰ γυρίση στὸ Κελλί του, ἐπειδὴ ἔκλαιγε σὰν μωρὸ παιδί, γιατί νόμιζε ὅτι θὰ γίνη καὶ αὐτὸς αἰτία νὰ τιμωρηθῆ ὁ κλέφτης.

Ὅταν τὸ θυμόταν αὐτὸ τὸ περιστατικό, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέση στὸ μυαλό του καὶ μοῦ ἔλεγε:

- Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν" δὲν ἔχουν τὸ «εὐλόγησον», «Θεὸς συγχωρέσοι».

Ἐνῶ ὁ Γέροντας τὴν λέξη «εὐλόγησον» τὴν χρησιμοποιοῦσε πάντα καὶ μὲ τὶς πολλὲς καλογερικὲς ἔννοιες, ὅπως τὸ «εὐλογεῖτε» ἢ «εὐλόγησον», ὅταν ζητοῦσε ταπεινὰ τὴν εὐλογία τοῦ ἄλλου, καὶ μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐλογία του μὲ τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλόγηση». Μετὰ ἀπὸ τὸν συνηθισμένο χαιρετισμὸ ὁδηγοῦσε τοὺς ἐπισκέπτες στὸ Ναὸ καὶ ἔψαλλαν μαζὶ τὸ Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ τὸ Ἄξιον ἐστὶν καί, ἐὰν ἦταν καλὸς καιρός, ἔβγαιναν ἔξω, κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετὰ σηκωνόταν μὲ χαρὰ καὶ ἔλεγε:

- Ἐγὼ τώρα κεράσματα. Ἔβγαζε νερὸ ἀπὸ τὴν στέρνα καὶ γέμιζε ἕνα κύπελλο γιὰ τὸν ἐπισκέπτη, ἔβαζε καὶ στὸ δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ μπρίκι) καὶ ἔψαχνε μετὰ νὰ βρῆ κανένα λουκούμι, ἄλλοτε κατάξηρο καὶ ἄλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, τὸ ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν εὐλογία τοῦ Πάπα Τύχωνα, δὲν προξενοῦσε ἀηδία. Ἀφοῦ τὰ ἑτοίμαζε, ἔκανε τὸν Σταυρὸ του ὁ Γέροντας, ἔπαιρνε τὸ νερὸ καὶ ἔλεγε: «Πρῶτα ἐγὼ· εὐλογεῖτε!» καὶ περίμενε νὰ τοῦ πῆ ὁ ἐπισκέπτης τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλόγηση», ἀλλιῶς δὲν ἔπινε νερό. Μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐχή του.

Τὴν εὐχὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν αἰσθανόταν ὡς ἀνάγκη, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς Ἱερωμένους ἢ Μοναχοὺς ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, μικροὺς καὶ μεγάλους στὴν ἡλικία. Μετὰ ἀπὸ τὸ κέρασμα περίμενε νὰ ἰδῆ ἐὰν ἔχουν κανένα θέμα. Ὅταν ἔβλεπε ὅτι εἶναι ἀργόσχολος ἄνθρωπος καὶ ἦρθε μόνο γιὰ νὰ πέραση τὴν ὥρα του, τότε τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, στὴν κόλαση θὰ πᾶνε καὶ οἱ τεμπέληδες, ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτωλοί. Ἐὰν παρέμενε καὶ δὲν ἔφευγε, τὸν ἄφηνε ὁ Γέροντας καὶ ἔμπαινε στὸ Ναὸ καὶ προσευχόταν, καὶ ἔτσι ὁ ἐπισκέπτης ἀναγκαζόταν νὰ φύγη.

Ὅταν πάλι ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῆ κανεὶς τὴν ἁπλότητα τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ ἐξυπηρέτηση τὸν ἄλφα ἢ βήτα σκοπό του, τὸ καταλάβαινε μὲ τὴν θεία του φώτιση καὶ τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, ἐγὼ Ἑλληνικὰ δὲν ξέρω· πήγαινε σὲ κανέναν Ἕλληνα, γιὰ νὰ συνεννοηθῆς καλά.

Φυσικά, δὲν λυπόταν ποτὲ τὸν κόπο οὔτε τὸν χρόνο, ὅταν ἔβλεπε πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα στοὺς ἀνθρώπους. Ἐνῶ μὲ τὸ στόμα συμβούλευε, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ προσευχόταν. Ἡ προσευχὴ του ἦταν πιὰ αὐτοενέργητη, καρδιακή. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν πλησίαζαν, τὸ αἰσθάνονταν αὐτό, γιατί ἔφευγαν πολὺ δυναμωμένοι. Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εὐλογοῦσε μέχρι νὰ κρυφτοῦν πιά.

Κάποτε τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὁ Πατὴρ Ἀγαθάγγελος ὁ Ἰβηρίτης, ὡς Διάκος. Ὅταν ἔφευγε, ἦταν σκοτάδι, δὲν εἶχε φωτίσει ἀκόμη. Ὁ Πάπα - Τύχων προεῖδε τὸν κίνδυνο, ποὺ θὰ διέτρεχε ὁ Διάκος, καὶ ἀνέβηκε αὐτὴ τὴν φορὰ στὸ τοιχάκι τῆς μάνδρας καὶ εὐλογοῦσε συνέχεια. Ὅταν ἔφθασε ὁ Διάκος στὴ ράχη καὶ εἶδε τὸν Γέροντα νὰ εὐλογῆ ἀκόμη, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ φώναξε νὰ μὴ κουράζεται, νὰ μπῆ στὸ κελλί του. Αὐτὸς ὅμως ἀτάραχος μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια, σὰν τὸν Μωυσῆ, προσευχόταν καὶ εὐλογοῦσε. Ἐνῶ λοιπὸν βάδιζε ξένοιαστος ὁ Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σὲ καρτέρι κυνηγῶν, ποὺ περίμεναν ἀγριόχοιρους. Ἕνας κυνηγὸς τράβηξε νὰ ρίξη, ἀλλὰ οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἔσωσαν τὸν Διάκο ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸν κυνηγὸ ἀπὸ τὴν φυλακή. Γι' αὐτό μοῦ ἔλεγε πάντα ὁ Γέροντας:

- Παιδί μου, νὰ μὴν ἔρχεσαι ποτὲ τὴν νύχτα, γιατί τὴν νύχτα τὰ θηρία περπατοῦν, καὶ οἱ κυνηγοὶ τὰ περιμένουν κρυμμένοι...

Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἔλεγε στὸν Μοναχό, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε καὶ θὰ ἔκανε τὸν ψάλτη, νὰ ἔρχεται τὸ πρωΐ μὲ τὸ φώτισμα. Τὴν ὥρα δὲ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἔλεγε νὰ μένη στὸν μικρὸ διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ λέη τὸ Κύριε, ἐλέησον, γιὰ νὰ νιώθη τελείως μόνος του καὶ νὰ κινῆται ἄνετα στὴν προσευχή του. Ὅταν ἔφθανε στὸ Χερουβικό, ὁ Πάπα -Τύχων ἠρπάζετο εἴκοσι ἕως τριάντα λεπτά, καὶ ὁ ψάλτης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβη πολλὲς φορὲς τὸ Χερουβικό, μέχρι νὰ ἀκούση τὶς περπατησιές του στὴν Μεγάλη Εἴσοδο. Ὅταν τὸν ρωτοῦσα μετὰ στὸ τέλος «τί βλέπεις, Γέροντα», ἐκεῖνος μοῦ ἀπαντοῦσε:

-Τὰ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ δοξολογοῦν τὸν Θεό.

Ἔλεγε ἐπίσης στὴν συνέχεια:

- Ἔμενα μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα μὲ κατεβάζει ὁ φύλακάς μου Ἄγγελος καὶ τότε συνεχίζω τὴν Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τὸν εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης. Ἐπειδὴ ἡ πόρτα τοῦ Πάπα - Τύχωνα ἦταν κλειστή, καὶ ἀπὸ τὸν Ναὸ ἀκούγονταν γλυκιὲς ψαλμωδίες, δὲν θέλησε νὰ ἐνόχληση μὲ τὸ χτύπημα τῆς πόρτας, ἀλλὰ περίμενε νὰ τελειώσουν, γιατί νόμιζε ὅτι βρίσκονται στὸ «Κοινωνικό». Σὲ λίγο βγαίνει ὁ Πάπα - Τύχων καὶ ἀνοίγει τὴν πόρτα. Ὅταν μπῆκε ὁ π. Θεόκλητος, δὲν βρῆκε κανέναν ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πάπα - Τύχωνα. Τότε κατάλαβε ὅτι οἱ ψαλμωδίες ἐκεῖνες ἦταν Ἀγγελικές.

Στὰ γεράματά του πιά, ἐπειδὴ ἔτρεμαν τὰ πόδια του, ἔρχονταν συνήθως καὶ λειτουργοῦσαν ὁ Πάπα Μάξιμος καὶ ὁ Πάπα - Ἀγαθάγγελος, οἱ Ἰβηρίτες, ποὺ ἦταν πιὸ κοντά, καὶ τοῦ ἄφηναν καὶ Ἅγιον Ἄρτο, γιατί κοινωνοῦσε κάθε μέρα. Φυσικά, ἦταν προετοιμασμένος κάθε μέρα μὲ τὴν ἁγία του ζωή. Γιὰ τὸν Πάπα - Τύχωνα ὅλες σχεδὸν οἱ ἡμέρες τοῦ χρόνου ἦταν Διακαινήσιμες, καὶ ζοῦσε πάντα τὴν Πασχαλινὴ χαρά. Συνέχεια ἄκουγε κανεὶς ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, Δόξα σοι ὁ Θεός. Αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ σὲ ὅλους: νὰ λέμε τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, ὄχι μόνο ὅταν περνᾶμε καλά, ἀλλὰ καὶ ὅταν περνᾶμε δοκιμασίες, γιατί καὶ τὶς δοκιμασίες τὶς ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Πολὺ πονοῦσε γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ὑπέφεραν στὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς Ρωσίας. Μοῦ ἔλεγε μὲ δακρυσμένα μάτια:

-Παιδί μου, ἡ Ρωσία ἔχει ἀκόμη κανόνα ἀπὸ τὸν Θεὸ· θὰ περάση ὅμως.

Γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ὁ Γέροντας δὲν νοιαζόταν καθόλου οὔτε καὶ φοβόταν, γιατί εἶχε πολὺ φόβο Θεοῦ (θεία συστολὴ) καὶ εὐλάβεια. Ἐπειδὴ ἀγωνιζόταν καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωση, δὲν διέτρεχε οὔτε τὸν πνευματικὸ κίνδυνο τῆς πτώσεως. Ἑπομένως, πῶς νὰ φοβηθῆ καὶ τί νὰ φοβηθῆ; Τοὺς δαίμονες, ποὺ τρέμουν ἀπὸ τὸν ταπεινὸ ἄνθρωπο, ἢ τὸν θάνατο, ποὺ συνέχεια τὸν μελετοῦσε καὶ ἑτοιμαζόταν χαρούμενος γι' αὐτόν; Μάλιστα, εἶχε ἀνοίξει καὶ τὸν τάφο του μόνος του, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος, καὶ ἔμπηξε καὶ τὸν Σταυρό, ποὺ καὶ αὐτὸν τὸν εἶχε κάνει ὁ ἴδιος, καὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς, ἀφοῦ εἶχε προαισθανθῆ τὸν θάνατό του:

«Ἁμαρτωλὸς Τύχων, Ἱερομόναχος, 60 χρόνια στὸ Ἅγιον Ὅρος. Δόξα σοι ὁ Θεός».

Πάντα μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ ἄρχιζε καὶ μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ τελείωνε ὁ Γέροντας. Εἶχε συμφιλιωθῆ πιὰ μὲ τὸν Θεό, γι' αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε περισσότερο τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς παρὰ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.

Κινεῖτο, ὅπως εἴδαμε, στὸν θεῖο χῶρο, ἀφοῦ λάμβανε μέρος καὶ στὴν οὐράνια δοξολογία μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἐπειδὴ εἶχε ἀνάψει πιὰ ἡ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος μέσα στὴν καρδιά του, γι'αὐτὸ καὶ δὲν τὸν συγκινοῦσαν τὰ μάταια πράγματα, ὅπως ἀνέφερα. Τὸ κελλὶ του ἦταν καὶ αὐτὸ μικρό. Εἶχε ἕνα τραπεζάκι ποὺ ἀκουμποῦσε εἰκόνες, καθὼς καὶ τὸ ἀκοίμητο κανδήλι καὶ τὸ θυμιατήρι. Δίπλα εἶχε τὸ Ἀγγελικό του Σχῆμα καὶ τὸ τριμμένο του ράσο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τοίχου εἶχε τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ σὲ μία ἄκρη εἶχε τρεῖς σανίδες γιὰ κρεβάτι μὲ μιὰ κουρελιασμένη κουβέρτα ἁπλωμένη γιὰ στρῶμα. Γιὰ σκέπασμα εἶχε ἕνα παλιὸ πάπλωμα μὲ τὰ βαμβάκια ἀπ' ἔξω, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπαιρναν καὶ τὰ ποντίκια βαμβάκι, γιὰ νὰ κάνουν τὶς φωλιές τους. Ἐπάνω στὸ δῆθεν μαξιλάρι του εἶχε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου. Τὸ δὲ πάτωμα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν μὲν ἀπὸ σανίδες, ἀλλὰ φαινόταν σὰν σουβαντισμένο,ἐπειδὴ δὲν σκούπιζε ποτέ, καὶ οἱ λάσπες, ποὺ ἔμπαιναν ἀπὸ ἔξω, μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιά, ποὺ ἔπεφταν κάτω χρόνια ὁλόκληρα, εἶχαν σχηματίσει κανονικὸ σουβά. Ὁ Πάπα - Τύχων δὲν ἔδινε καμιὰ σημασία στὸ καθάρισμα τοῦ κελλιοῦ του ἀλλὰ στὸ καθάρισμα τῆς ψυχῆς του, γι' αὐτὸ καὶ κατόρθωσε νὰ γίνη δοχεῖο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια ἔπλενε τὴν ψυχή του μὲ τὰ πολλά του δάκρυα καὶ χρησιμοποιοῦσε χονδρὰ προσόψια, ἐπειδὴ τὰ συνηθισμένα μανδήλια δὲν τὸν ἐξυπηρετοῦσαν.

Εἶχε φθάσει σὲ μεγάλη κατάσταση πνευματικὴ ὁ Γέροντας! Ἡ ψυχὴ του εἶχε γίνει πολὺ εὐαίσθητη, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς του συνέχεια στὸν Θεό, εἶχε φθάσει καὶ σὲ ἀναισθησία σωματική. Ἀφοῦ δὲν αἰσθανόταν πιὰ καμιὰ ἐνόχληση ἀπὸ τὶς μύγες, τὰ κουνούπια καὶ τοὺς ψύλλους, ποὺ εἶχε χιλιάδες. Τὸ κορμὶ του ἦταν κατατρυπημένο καὶ τὰ ροῦχα του γεμάτα ἀπὸ κόκκινα στίγματα. Μοῦ λέει ὁ λογισμός μου ὅτι καὶ μὲ τὶς σύριγγες νὰ τοῦ τραβοῦσαν τὸ αἷμα του τὰ ζουζούνια, πάλι δὲν θὰ τὸ αἰσθανόταν. Μέσα στὸ κελλὶ του κυκλοφοροῦσαν ὅλα ἐλεύθερα, ἀπὸ ζουζούνια μέχρι ποντίκια. Κάποτε τοῦ εἶπε ἕνας Μοναχός, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὰ ποντίκια νὰ χοροπηδοῦν:

- Γέροντα, θέλεις νὰ σοῦ φέρω μία γάτα;

Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

- Ὄχι, παιδί μου. Ἐγὼ ἔχω μία γάτα, μιάμιση φορὰ μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν γάτα. Ἔρχεται ἐδῶ, τὴν ταΐζω, τὴν χαϊδεύω, καὶ μετὰ πηγαίνει στὴν καλύβα της κάτω στὸ λάκκο καὶ ἡσυχάζει. Ἦταν μία ἀλεποῦ, ἡ ὁποία ἐπισκεπτόταν τὸν Γέροντα τακτικά, σὰν καλὸς γείτονας.

Εἶχε ἐπίσης καὶ ἕνα θηλυκὸ ἀγριόχοιρο, ποὺ γεννοῦσε κάθε χρόνο κοντὰ στὸ φράχτη τοῦ κήπου του, γιὰ νὰ τὴν προστατεύει ὁ Γέροντας.

Ὅταν ἔβλεπε κυνηγοὺς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν περιοχή του, τοὺς ἔλεγε ὁ Πάπα - Τύχων:

- Παιδιά μου, ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.

Οἱ κυνηγοὶ νόμιζαν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀγριόχοιροι στὴν περιοχή του καὶ ἔφευγαν.

Ὁ ἅγιος Γέροντας σὰν καλὸς πατέρας τοὺς μὲν ἀνθρώπους ἔτρεφε πνευματικά, τὰ δὲ μεγάλα ἄγρια ζῶα τὰ τάϊζε ἀπὸ τὴν λίγη τροφὴ ποὺ εἶχε καὶ τὰ χόρταινε περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη, καὶ τὰ μικρὰ ζουζούνια τ' ἄφηνε νὰ θηλάζουν ἀπὸ τὸ λίγο του αἷμα.

Εἶχε γερὴ κράση ὁ Γέροντας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἄσκηση εἶχε ἐξαντληθῆ. Ὅταν τὸν ρωτοῦσε κανεὶς «τί κάνεις, Γέροντα, εἶσαι καλά», ἀπαντοῦσε:

- Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ εἶμαι, παιδί μου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀδυναμία ἔχω.

Πολὺ στενοχωριόταν, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο νέο, καὶ περισσότερο, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζουν τὰ πάχια μὲ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα.

Μιὰ μέρα τὸν ἐπισκέφτηκε ἕνας λαϊκὸς πολὺ χονδρὸς καὶ τοῦ λέει:

- Γέροντα, ἔχω πόλεμο σαρκικὸ μὲ βρώμικους λογισμούς, ποὺ δὲν μ' ἀφήνουν καθόλου νὰ ἡσυχάσω.

Ὁ Πάπα - Τύχων τοῦ εἶπε:

- Ἐάν, παιδί μου, ἐσὺ θὰ κάνης ὑπακοή, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἐγὼ θὰ σὲ κάνω Ἄγγελο. Νὰ λές, παιδί μου, συνέχεια τὴν εὐχή, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ νὰ περνᾶς ὅλες τὶς ἡμέρες μὲ ψωμὶ καὶ νερό, καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ τρῶς φαγητὸ μὲ λίγο λάδι. Νὰ κάνης καὶ ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα μετάνοιες τὴν νύκτα καὶ νὰ διαβάζης μετὰ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, ποὺ τὸν ξαναεπισκέφτηκε, ὁ Γέροντας δὲν μπόρεσε νὰ τὸν γνωρίση, γιατί εἶχαν φύγει ὅλα τὰ περίσσια πάχια, καὶ μὲ εὐκολία πιὰ χωροῦσε ἀπὸ τὴν στενὴ πόρτα τοῦ Ναοῦ του. Ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε:

- Πῶς περνᾶς τώρα, παιδί μου;

Κι ἐκεῖνος ἀπήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικὰ σὰν Ἄγγελος, γιατί δὲν ἔχω οὔτε σαρκικὲς ἐνοχλήσεις οὔτε καὶ βρώμικους λογισμοὺς καὶ αἰσθάνομαι πολὺ ἐλαφρός, ποὺ ἔφυγαν τὰ πάχη.

Μὲ τέτοιες πρακτικὲς συμβουλὲς νουθετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια.

Ἐκτός, φυσικά, ἀπὸ τὴν μεγάλη πεῖρα ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, εἶχε λάβει καὶ θεῖο φωτισμὸ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Μετὰ ἀπὸ τὶς νουθεσίες του ἐπακολουθοῦσαν οἱ προσευχές του, ποὺ τὶς αἰσθάνονταν οἱ ἐπισκέπτες ἔντονα, ὅταν ἔφευγαν. Τὸ πετραχῆλι σχεδὸν ποτὲ δὲν τὸ ἔβγαζε, γιατί πολλὲς φορὲς τὸ σήκωνε ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἅπλωνε στὸν ἄλλον καὶ ἔπαιρνε τὶς ἁμαρτίες ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του καὶ τοὺς ξαλάφρωνε μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Ἐξομολογήσεως. Τὶς ἐξομολογήσεις, ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, τὶς ξεχνοῦσε ἀμέσως καὶ ἔτσι ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πάντοτε καλοὺς καὶ ὅλο καλοὺς λογισμοὺς εἶχε γιὰ ὅλους, γιατί εἶχε ἐξαγνισθῆ πιὰ ἡ καρδιά του καὶ ὁ νοῦς του.

Κάποτε τὸν εἶχε ρωτήσει ἕνας Ἡγούμενος:

-Γέροντα, ποιὸς ἀδελφὸς εἶναι πιὸ καθαρὸς μέσα στὸ Κοινόβιο;

Ὁ Πάπα - Τύχων ἀπήντησε:

- Ἅγιε Καθηγούμενε, ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ εἶναι καθαροί.

Ποτὲ δὲν πλήγωνε ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ θεράπευε τὰ τραύματα μὲ τὸ βάλσαμο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε στὴν πονεμένη ψυχή:

- Παιδί μου, ἐσένα ὁ Χριστὸς σὲ ἀγαπάει, σὲ συγχώρεσε. Ὁ Χριστὸς ἀγαπάει περισσότερό τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν καὶ ζοῦν μὲ ταπείνωση.

Πάντα τόνιζε τὴν ταπείνωση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικά:

- Ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει περισσότερη Χάρη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Κάθε πρωΐ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ ἕνα χέρι, ἀλλ' ὅταν ἰδῆ κανέναν ταπεινὸ ἄνθρωπο, τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο Του χέρια. Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μεγαλύτερη ταπείνωση, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους.

Ἐπίσης, ἔλεγε γι' αὐτοὺς ποὺ παρθενεύουν πὼς πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ταπείνωση, γιατί ἀλλιῶς δὲν σώζονται μόνο μὲ τὴν παρθενία, διότι ἡ κόλαση εἶναι γεμάτη καὶ ἀπὸ ὑπερήφανους παρθένους.

- Ὅταν καυχᾶται κανεὶς ὅτι εἶναι παρθένος - ἔλεγε -θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἐπειδὴ δὲν ἔχεις καὶ ταπείνωση, πήγαινε στὴν κόλαση». Ἐνῶ σ' ἐκεῖνον ποὺ ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ μετανόησε καὶ ζῆ ταπεινὰ μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἔλα, παιδί μου, ἐδῶ στὸν γλυκὸ Παράδεισο».

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετάνοια τόνιζε πολὺ τὴν μελέτη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ γυρίζη συνέχεια γύρω ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπίσης,τόνιζε τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων: Εὐεργετινό,Φιλοκαλία, Ἅγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ἅγιο Μάξιμο, Συμεὼν Νέο Θεολόγο, Ἀββᾶ Μακάριο καὶ Ἀββᾶ Ἰσαάκ. «Ἡ μελέτη, ἔλεγε ὁ Γέροντας, θερμαίνει καὶ τὴν ψυχή, καθαρίζει καὶ τὸν νοῦ καὶ ἔτσι ἀσκεῖται μὲ προθυμία ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀποκτάει ἀρετές, ἐνῶ, ὅταν δὲν ἀσκῆται,ἀποκτάει πάθη».

Μιὰ μέρα ρώτησε τὸ Γέροντα Παΐσιο:

- Ἐσύ, παιδί μου, τί βιβλία διαβάζεις;

Τοῦ ἀπάντησε:

-Ἀββᾶ Ἰσαάκ.

- Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! αὐτὸς ὁ Ἅγιος εἶναι μεγάλος! Οὔτε ἕναν ψύλλο δὲν σκότωνε ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ.

Ἤθελε μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε νὰ τονίση τὴν μεγάλη πνευματικὴ εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Πάπα - Τύχων προσπαθοῦσε νὰ μιμηθῆ τὸν Ἅγιο Ἰσαάκ, ὄχι μόνο στὸ ἡσυχαστικό του πνεῦμα ἀλλὰ καὶ στὴν εὐαισθησία τῆς πνευματικῆς του ἀρχοντιᾶς, καὶ δὲν ἐπιβάρυνε κανέναν ἄνθρωπο.

Ἔλεγε στοὺς Μοναχοὺς ὅτι πρέπει νὰ ζοῦν ἀσκητικά, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὶς μέριμνες, καὶ ὄχι νὰ δουλεύουν σὰν ἐργάτες καὶ νὰ τρῶνε σὰν κοσμικοί. Γιατί τὸ ἔργο τοῦ Μονάχου εἶναι οἱ μετάνοιες, οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχές, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους, καὶ λίγη δουλειὰ γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνη τοὺς ἄλλους, διότι μὲ τὴν πολλὴ δουλειὰ καὶ μέριμνα ξεχνάει κανεὶς τὸν Θεό. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:

- Ὁ Φαραὼ ἔδινε πολλὴ δουλειὰ καὶ πολὺ φαγητὸ στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ξεχάσουν τὸν Θεό.

Πρὶν ἀρχίση τὶς συμβουλὲς τοῦ ὁ Γέροντας, εἶχε τυπικὸ νὰ κάνη πρῶτα προσευχή, νὰ ἐπικαλεσθῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ τὸν φώτιση, καὶ αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ στοὺς ἄλλους. Ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ μᾶς φωτίζη. Αὐτὸ εἶναι νοικοκύρης. Γι' αὐτὸ καὶ ἢ Ἐκκλησία μας ἀρχίζει μὲ τὸ Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλοιωνόταν τὸ πρόσωπό του, καὶ πολλοὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι τὴν ἔβλεπαν αὐτὴ τὴν ἀλλοίωση. Εἶπε γέρων:

- Κάποτε πῆγε ἕνας μοναχὸς σ` ἕνα κελὶ ποὺ ἦταν καθαρό, περιποιημένο, ἀρχοντικὸ ἐπίσημο. Εἶπε: «Ὅπως εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ Γέροντα ἔτσι εἶναι καὶ τὸ κελί του». Πῆγε σ` ἕνα ἄλλο ποὺ ἦταν ἀκατάστατο, ἀραχνιασμένο κι ἄνω – κάτω. Εἶπε: «Ὁ Γέροντας εἶναι καλός, ἀσχολεῖται συνέχεια μὲ τὰ πνευματικά, καὶ δὲν ἔχει καθόλου καιρὸ γιὰ τὰ ὑλικά».Ἦταν ἀγαθὸς ὁ μοναχὸς αὐτὸς καὶ τὰ ἔβλεπε ὅλα ὄμορφα. Ὅ,τι εἶσαι αὐτὸ βλέπεις, ὅ,τι ζητᾶς αὐτὸ βρίσκεις.



Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

«Δόξα εἰς τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ». Ὦ Θεῖε Γολγοθᾶ, ἁγιασμένε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Σὲ παρακαλοῦμε, πές μας πόσες χιλιάδες ἁμαρτωλῶν μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα καθάρισες καὶ γέμισες τὸν νυμφώνα τοῦ Παραδείσου; Ὦ! μὲ τὴν ἀγάπη σου τὴν ἄρρητη, Χριστὲ Βασιλιά, μὲ τὴν Χάρη Σου ὅλα τὰ οὐράνια παλάτια γέμισες ἀπὸ μετανοοῦντας ἁμαρτωλούς. Σὺ καὶ ἐδῶ κάτω ὅλους ἐλεεῖς καὶ σώζεις. Καὶ ποιὸς μπορεῖ ἀντάξια νὰ Σὲ εὐχαριστήση, ἔστω κι ἂν εἶχε Ἀγγελικὸ νοῦν; Ἁμαρτωλοί, ἐλᾶτε γρήγορα. Ὁ Ἅγιος Γολγοθᾶς εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ὁ Χριστὸς εὔσπλαχνος. Προσπέσετε πρὸς Αὐτὸν καὶ φιλήσετε τὰ ἅγιά Του πόδια. Μόνον Αὐτὸς σὰν εὔσπλαχνος μπορεῖ νὰ γιατρέψη τὶς πληγές σας! Ὤ, θὰ εἴμαστε εὐτυχεῖς, ὅταν ὁ πολυεύσπλαχνος Χριστὸς μᾶς ἀξίωση μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καὶ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνωμε τὰ πανάχραντά Του πόδια καὶ μὲ ἀγάπη νὰ τὰ φιλήσουμε! Τότε ὁ Χριστὸς εὔσπλαχνος θὰ εὐδοκήση νὰ πλύνη τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς ἄνοιξη τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ὅπου μὲ μεγάλη χαρά, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους,τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, αἰώνια θὰ δοξάζωμεν τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν Ὁμοούσιο καὶ ἀδιαίρετο Τριάδα.

Ἱερομόναχος Τύχων - Ἅγιον Ὅρος

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012

Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.



Κάποτε τον είχε επισκεφθεί ο Πατήρ Άγαθάγγελος ο Ίβηρίτης, ως Διάκος.
Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ό Παπα – Τυχών προεΐδε
τον κίνδυνο, πού θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε αυτή την φορά στο τοιχάκι
της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια. Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε
τον Γέροντα να εύλογη ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη
κουράζεται, να μπή στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια,
σαν τον Μωυσή, προσευχόταν και ευλογούσε. Ενώ λοιπόν βάδιζεξένοιαστος ο
Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σε καρτέρι κυνηγών, πού περίμεναν
αγριόχοιρους. Ένας κυνηγός τράβηξε να ρίξη, αλλά οι ευχές του Γέροντα
έσωσαν τον Διάκο από τον θάνατο και τον κυνηγό από την φυλακή. Γι’ αυτό
μου έλεγε πάντα ο Γέροντας:
- Παιδί μου, να μην έρχεσαι ποτέ την νύχτα, γιατί την νύχτα τα θηρία
περπατούν, και οι κυνηγοί τα περιμένουν κρυμμένοι…
Ακόμη και για την Θεία Λειτουργία έλεγε στον
Μοναχό, πού θα τον βοηθούσε και θα έκανε τον
ψάλτη, να έρχεται το πρωΐ με το φώτισμα. Την ώρα
δε της Θείας Λειτουργίας του έλεγε να μένη στον
μικρό διάδρομο, έξω από τον Ναό, και από εκεί να
λέη το Κύριε, ελέησαν, για να νιώθη τελείως μόνος
του και να κινήται άνετα στην προσευχή του. Ό
ταν έφθανε στο Χερουβικό, ο Παπα -Τυχών
ηρπάζετο είκοσι έως τριάντα λεπτά, και ο ψάλτης
θα έπρεπε να επαναλάβη πολλές φορές το
Χερουβικό, μέχρι να ακούση τις περπατησιές του
στην Μεγάλη Είσοδο. “Όταν τον ρωτούσα μετά στο
τέλος «τι βλέπεις, Γέροντα», εκείνος μου απαντούσε:
-Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ δοξολογούν τον Θεό.
Έλεγε επίσης στην συνέχεια:
- Έμενα μετά από μισή ώρα με κατεβάζει ο φύλακας μου Άγγελος και τότε
συνεχίζω την Θεία Λειτουργία.

Ο Γέροντας την λέξη «ευλόγησον» την χρησιμοποιούσε πάντα και με τις
πολλές καλογερικές έννοιες, όπως το «ευλογείτε» ή «ευλόγησον», όταν
ζητούσε ταπεινά την ευλογία του άλλου, και μετά θα έδινε και αυτός την
ευλογία του με την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση». Μετά από τον
συνηθισμένο χαιρετισμό οδηγούσε τους επισκέπτες στο Ναό και έψαλλαν
μαζί το Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και το Άξιον εστίν και, εάν ήταν καλός
καιρός, έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε
λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:
- Εγώ τώρα κεράσματα.
Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη,
έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και
για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρή κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και
άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το όποιο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα -
Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο
Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ’ ευλογείτε!» και περίμενε
να του πή ο επισκέπτης την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση», αλλιώς δεν
έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του. Την ευχή από τους άλλους
την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά
ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.
Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε
ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να πέραση την ώρα του,
τότε του έλεγε:
- Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.
Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και
προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φυγή. Όταν πάλι ήθελε
να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρέτηση τον
άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του
έλεγε:
- Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω’ πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να
συνεννοηθής καλά.
Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά
ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά
και τον νου προσευχόταν. Ή προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη,
καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί
έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να
κρυφτούν πια.


ΓΕΡΩΝ ΠΑΠΑ  ΤΥΧΩΝ   
πηγή

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2011

Ὁ παπα Τύχων

Ἄγνωστος συγγραφεύς



Ἔλεγε ὁ παπα-Τύχων:- Γιὰ νὰ βρεῖς καλὸ πνευματικὸ πρέπει νὰ κάνεις τρεῖς μέρες προσευχὴ καὶ κατόπιν τί ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει. Καὶ στὸ δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνεις νὰ κάνεις προσευχὴ νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ σοῦ πεῖ λόγους καλούς. Ἔλεγε ἀκόμη:

- Πάντοτε νὰ κάνεις εὐχὴ πρὶν ἀρχίσεις κάθε ἐργασία. Νὰ λὲς «Θεέ μου, δῶσε μου δύναμη καὶ φώτιση» καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσεις τὴν δουλεία σου. Καὶ στὸ τέλος «δόξα τὸν Θεό».

Ἔλεγε πάλι:- Ἡ κόλαση ἔχει γεμίσει ἀπὸ ἀνθρώπους παρθένους – ὑπερήφανους. Ταπεινὸ ἄνθρωπο θέλει ὁ Θεός.

Κάποτε τοῦ εἶχε στείλει κάποιος ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μιὰ ἐπιταγή. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὴν ἔπαιρνε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ Ταχυδρομεῖο, τὸν εἶδε ἕνας κοσμικὸς καὶ νικήθηκε ἀπὸ τὸν πειρασμό τῆς φιλαργυρίας.

Πῆγε λοιπὸν τὴν νύχτα στὸ Κελλί τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ τὸν ληστέψη, μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι θὰ εὕρισκε καὶ ἄλλα χρήματα, χωρὶς νὰ ξέρη ὅτι καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε πάρει ὁ Γέροντας τὰ εἶχε δώσει τὴν ἴδια ὥρα στὸν κυρ - Θόδωρο, γιὰ νὰ πάρη ψωμιὰ γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἀφοῦ τὸν βασάνισε ἀρκετὰ τὸν Γέροντα - τὸν ἕσφιγγε μὲ ἕνα σχοινὶ στὸν λαιμὸ του - διεπίστωσε ὅτι πράγματι δὲν εἶχε χρήματα καὶ ξεκίνησε νὰ φυγή. Ό Πάπα - Τύχων τοῦ εἶπε:

- Θεὸς συγχωρέσοι, παιδί μου.

Ὁ κακοποιὸς αὐτὸς ἄνθρωπος πῆγε καὶ σὲ ἄλλον Γέροντα μὲ τὸν ἴδιο σκοπό, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ἔπιασε ἡ Ἀστυνομία, καὶ ὁμολόγησε μόνος του ὅτι εἶχε πάει καὶ στὸν Πάπα - Τύχωνα. Ὁ Ἀστυνόμος ἔστειλε χωροφύλακα καὶ ζήτησε τὸν Γέροντα γιὰ ἀνάκριση, ἐπειδὴ θὰ γινόταν ἡ δίκη τοῦ κλέφτη. Ὁ Γέροντας στενοχωρέθηκε γι' αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν χωροφύλακα:

- Παιδί μου, ἐγὼ τὸν συγχώρεσα μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου τὸν κλέφτη.

Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἔδινε καθόλου σημασία στὰ λόγια τοῦ Γέροντα, γιατί ἐκτελοῦσε ἀνώτερη διαταγή, καὶ τὸν τραβοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε:

- Ἄντε, γρήγορα, Γέροντα! ἐδῶ δὲν ἔχει συγχώρεση καὶ «εὐλόγησαν».

Τελικὰ τὸν λυπήθηκε ὁ Διοικητὴς καὶ τὸν ἄφησε ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ νὰ γυρίση στὸ Κελλί του, ἐπειδὴ ἔκλαιγε σὰν μωρὸ παιδί, γιατί νόμιζε ὅτι θὰ γίνη καὶ αὐτὸς αἰτία νὰ τιμωρηθῆ ὁ κλέφτης.

Ὅταν τὸ θυμόταν αὐτὸ τὸ περιστατικό, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέση στὸ μυαλό του καὶ μοῦ ἔλεγε:

- Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν" δὲν ἔχουν τὸ «εὐλόγησον», «Θεὸς συγχωρέσοι».

Ἐνῶ ὁ Γέροντας τὴν λέξη «εὐλόγησον» τὴν χρησιμοποιοῦσε πάντα καὶ μὲ τὶς πολλὲς καλογερικὲς ἔννοιες, ὅπως τὸ «εὐλογεῖτε» ἢ «εὐλόγησον», ὅταν ζητοῦσε ταπεινὰ τὴν εὐλογία τοῦ ἄλλου, καὶ μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐλογία του μὲ τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλόγηση». Μετὰ ἀπὸ τὸν συνηθισμένο χαιρετισμὸ ὁδηγοῦσε τοὺς ἐπισκέπτες στὸ Ναὸ καὶ ἔψαλλαν μαζὶ τὸ Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ τὸ Ἄξιον ἐστὶν καί, ἐὰν ἦταν καλὸς καιρός, ἔβγαιναν ἔξω, κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετὰ σηκωνόταν μὲ χαρὰ καὶ ἔλεγε:

- Ἐγὼ τώρα κεράσματα. Ἔβγαζε νερὸ ἀπὸ τὴν στέρνα καὶ γέμιζε ἕνα κύπελλο γιὰ τὸν ἐπισκέπτη, ἔβαζε καὶ στὸ δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ μπρίκι) καὶ ἔψαχνε μετὰ νὰ βρῆ κανένα λουκούμι, ἄλλοτε κατάξηρο καὶ ἄλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, τὸ ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν εὐλογία τοῦ Πάπα Τύχωνα, δὲν προξενοῦσε ἀηδία. Ἀφοῦ τὰ ἑτοίμαζε, ἔκανε τὸν Σταυρὸ του ὁ Γέροντας, ἔπαιρνε τὸ νερὸ καὶ ἔλεγε: «Πρῶτα ἐγὼ· εὐλογεῖτε!» καὶ περίμενε νὰ τοῦ πῆ ὁ ἐπισκέπτης τὴν εὐχὴ «Ὁ Κύριος νὰ σὲ εὐλόγηση», ἀλλιῶς δὲν ἔπινε νερό. Μετὰ θὰ ἔδινε καὶ αὐτὸς τὴν εὐχή του.

Τὴν εὐχὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν αἰσθανόταν ὡς ἀνάγκη, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς Ἱερωμένους ἢ Μοναχοὺς ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, μικροὺς καὶ μεγάλους στὴν ἡλικία. Μετὰ ἀπὸ τὸ κέρασμα περίμενε νὰ ἰδῆ ἐὰν ἔχουν κανένα θέμα. Ὅταν ἔβλεπε ὅτι εἶναι ἀργόσχολος ἄνθρωπος καὶ ἦρθε μόνο γιὰ νὰ πέραση τὴν ὥρα του, τότε τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, στὴν κόλαση θὰ πᾶνε καὶ οἱ τεμπέληδες, ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτωλοί. Ἐὰν παρέμενε καὶ δὲν ἔφευγε, τὸν ἄφηνε ὁ Γέροντας καὶ ἔμπαινε στὸ Ναὸ καὶ προσευχόταν, καὶ ἔτσι ὁ ἐπισκέπτης ἀναγκαζόταν νὰ φύγη.

Ὅταν πάλι ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῆ κανεὶς τὴν ἁπλότητα τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ ἐξυπηρέτηση τὸν ἄλφα ἢ βήτα σκοπό του, τὸ καταλάβαινε μὲ τὴν θεία του φώτιση καὶ τοῦ ἔλεγε:

- Παιδί μου, ἐγὼ Ἑλληνικὰ δὲν ξέρω· πήγαινε σὲ κανέναν Ἕλληνα, γιὰ νὰ συνεννοηθῆς καλά.

Φυσικά, δὲν λυπόταν ποτὲ τὸν κόπο οὔτε τὸν χρόνο, ὅταν ἔβλεπε πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα στοὺς ἀνθρώπους. Ἐνῶ μὲ τὸ στόμα συμβούλευε, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ προσευχόταν. Ἡ προσευχὴ του ἦταν πιὰ αὐτοενέργητη, καρδιακή. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν πλησίαζαν, τὸ αἰσθάνονταν αὐτό, γιατί ἔφευγαν πολὺ δυναμωμένοι. Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εὐλογοῦσε μέχρι νὰ κρυφτοῦν πιά.

Κάποτε τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὁ Πατὴρ Ἀγαθάγγελος ὁ Ἰβηρίτης, ὡς Διάκος. Ὅταν ἔφευγε, ἦταν σκοτάδι, δὲν εἶχε φωτίσει ἀκόμη. Ὁ Πάπα - Τύχων προεῖδε τὸν κίνδυνο, ποὺ θὰ διέτρεχε ὁ Διάκος, καὶ ἀνέβηκε αὐτὴ τὴν φορὰ στὸ τοιχάκι τῆς μάνδρας καὶ εὐλογοῦσε συνέχεια. Ὅταν ἔφθασε ὁ Διάκος στὴ ράχη καὶ εἶδε τὸν Γέροντα νὰ εὐλογῆ ἀκόμη, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ φώναξε νὰ μὴ κουράζεται, νὰ μπῆ στὸ κελλί του. Αὐτὸς ὅμως ἀτάραχος μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια, σὰν τὸν Μωυσῆ, προσευχόταν καὶ εὐλογοῦσε. Ἐνῶ λοιπὸν βάδιζε ξένοιαστος ὁ Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σὲ καρτέρι κυνηγῶν, ποὺ περίμεναν ἀγριόχοιρους. Ἕνας κυνηγὸς τράβηξε νὰ ρίξη, ἀλλὰ οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἔσωσαν τὸν Διάκο ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸν κυνηγὸ ἀπὸ τὴν φυλακή. Γι' αὐτό μοῦ ἔλεγε πάντα ὁ Γέροντας:

- Παιδί μου, νὰ μὴν ἔρχεσαι ποτὲ τὴν νύχτα, γιατί τὴν νύχτα τὰ θηρία περπατοῦν, καὶ οἱ κυνηγοὶ τὰ περιμένουν κρυμμένοι...

Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἔλεγε στὸν Μοναχό, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε καὶ θὰ ἔκανε τὸν ψάλτη, νὰ ἔρχεται τὸ πρωΐ μὲ τὸ φώτισμα. Τὴν ὥρα δὲ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἔλεγε νὰ μένη στὸν μικρὸ διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ λέη τὸ Κύριε, ἐλέησον, γιὰ νὰ νιώθη τελείως μόνος του καὶ νὰ κινῆται ἄνετα στὴν προσευχή του. Ὅταν ἔφθανε στὸ Χερουβικό, ὁ Πάπα -Τύχων ἠρπάζετο εἴκοσι ἕως τριάντα λεπτά, καὶ ὁ ψάλτης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβη πολλὲς φορὲς τὸ Χερουβικό, μέχρι νὰ ἀκούση τὶς περπατησιές του στὴν Μεγάλη Εἴσοδο. Ὅταν τὸν ρωτοῦσα μετὰ στὸ τέλος «τί βλέπεις, Γέροντα», ἐκεῖνος μοῦ ἀπαντοῦσε:

-Τὰ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ δοξολογοῦν τὸν Θεό.

Ἔλεγε ἐπίσης στὴν συνέχεια:

- Ἔμενα μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα μὲ κατεβάζει ὁ φύλακάς μου Ἄγγελος καὶ τότε συνεχίζω τὴν Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τὸν εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης. Ἐπειδὴ ἡ πόρτα τοῦ Πάπα - Τύχωνα ἦταν κλειστή, καὶ ἀπὸ τὸν Ναὸ ἀκούγονταν γλυκιὲς ψαλμωδίες, δὲν θέλησε νὰ ἐνόχληση μὲ τὸ χτύπημα τῆς πόρτας, ἀλλὰ περίμενε νὰ τελειώσουν, γιατί νόμιζε ὅτι βρίσκονται στὸ «Κοινωνικό». Σὲ λίγο βγαίνει ὁ Πάπα - Τύχων καὶ ἀνοίγει τὴν πόρτα. Ὅταν μπῆκε ὁ π. Θεόκλητος, δὲν βρῆκε κανέναν ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πάπα - Τύχωνα. Τότε κατάλαβε ὅτι οἱ ψαλμωδίες ἐκεῖνες ἦταν Ἀγγελικές.

Στὰ γεράματά του πιά, ἐπειδὴ ἔτρεμαν τὰ πόδια του, ἔρχονταν συνήθως καὶ λειτουργοῦσαν ὁ Πάπα Μάξιμος καὶ ὁ Πάπα - Ἀγαθάγγελος, οἱ Ἰβηρίτες, ποὺ ἦταν πιὸ κοντά, καὶ τοῦ ἄφηναν καὶ Ἅγιον Ἄρτο, γιατί κοινωνοῦσε κάθε μέρα. Φυσικά, ἦταν προετοιμασμένος κάθε μέρα μὲ τὴν ἁγία του ζωή. Γιὰ τὸν Πάπα - Τύχωνα ὅλες σχεδὸν οἱ ἡμέρες τοῦ χρόνου ἦταν Διακαινήσιμες, καὶ ζοῦσε πάντα τὴν Πασχαλινὴ χαρά. Συνέχεια ἄκουγε κανεὶς ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, Δόξα σοι ὁ Θεός. Αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ σὲ ὅλους: νὰ λέμε τὸ Δόξα σοι ὁ Θεός, ὄχι μόνο ὅταν περνᾶμε καλά, ἀλλὰ καὶ ὅταν περνᾶμε δοκιμασίες, γιατί καὶ τὶς δοκιμασίες τὶς ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Πολὺ πονοῦσε γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ὑπέφεραν στὸ ἄθεο καθεστὼς τῆς Ρωσίας. Μοῦ ἔλεγε μὲ δακρυσμένα μάτια:

-Παιδί μου, ἡ Ρωσία ἔχει ἀκόμη κανόνα ἀπὸ τὸν Θεὸ· θὰ περάση ὅμως.

Γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ὁ Γέροντας δὲν νοιαζόταν καθόλου οὔτε καὶ φοβόταν, γιατί εἶχε πολὺ φόβο Θεοῦ (θεία συστολὴ) καὶ εὐλάβεια. Ἐπειδὴ ἀγωνιζόταν καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωση, δὲν διέτρεχε οὔτε τὸν πνευματικὸ κίνδυνο τῆς πτώσεως. Ἑπομένως, πῶς νὰ φοβηθῆ καὶ τί νὰ φοβηθῆ; Τοὺς δαίμονες, ποὺ τρέμουν ἀπὸ τὸν ταπεινὸ ἄνθρωπο, ἢ τὸν θάνατο, ποὺ συνέχεια τὸν μελετοῦσε καὶ ἑτοιμαζόταν χαρούμενος γι' αὐτόν; Μάλιστα, εἶχε ἀνοίξει καὶ τὸν τάφο του μόνος του, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος, καὶ ἔμπηξε καὶ τὸν Σταυρό, ποὺ καὶ αὐτὸν τὸν εἶχε κάνει ὁ ἴδιος, καὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς, ἀφοῦ εἶχε προαισθανθῆ τὸν θάνατό του:

«Ἁμαρτωλὸς Τύχων, Ἱερομόναχος, 60 χρόνια στὸ Ἅγιον Ὅρος. Δόξα σοι ὁ Θεός».

Πάντα μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ ἄρχιζε καὶ μὲ τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς θὰ τελείωνε ὁ Γέροντας. Εἶχε συμφιλιωθῆ πιὰ μὲ τὸν Θεό, γι' αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε περισσότερο τὸ Δόξα σοι ὁ Θεὸς παρὰ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.

Κινεῖτο, ὅπως εἴδαμε, στὸν θεῖο χῶρο, ἀφοῦ λάμβανε μέρος καὶ στὴν οὐράνια δοξολογία μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἐπειδὴ εἶχε ἀνάψει πιὰ ἡ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος μέσα στὴν καρδιά του, γι'αὐτὸ καὶ δὲν τὸν συγκινοῦσαν τὰ μάταια πράγματα, ὅπως ἀνέφερα. Τὸ κελλὶ του ἦταν καὶ αὐτὸ μικρό. Εἶχε ἕνα τραπεζάκι ποὺ ἀκουμποῦσε εἰκόνες, καθὼς καὶ τὸ ἀκοίμητο κανδήλι καὶ τὸ θυμιατήρι. Δίπλα εἶχε τὸ Ἀγγελικό του Σχῆμα καὶ τὸ τριμμένο του ράσο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τοίχου εἶχε τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ σὲ μία ἄκρη εἶχε τρεῖς σανίδες γιὰ κρεβάτι μὲ μιὰ κουρελιασμένη κουβέρτα ἁπλωμένη γιὰ στρῶμα. Γιὰ σκέπασμα εἶχε ἕνα παλιὸ πάπλωμα μὲ τὰ βαμβάκια ἀπ' ἔξω, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπαιρναν καὶ τὰ ποντίκια βαμβάκι, γιὰ νὰ κάνουν τὶς φωλιές τους. Ἐπάνω στὸ δῆθεν μαξιλάρι του εἶχε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου. Τὸ δὲ πάτωμα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν μὲν ἀπὸ σανίδες, ἀλλὰ φαινόταν σὰν σουβαντισμένο,ἐπειδὴ δὲν σκούπιζε ποτέ, καὶ οἱ λάσπες, ποὺ ἔμπαιναν ἀπὸ ἔξω, μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιά, ποὺ ἔπεφταν κάτω χρόνια ὁλόκληρα, εἶχαν σχηματίσει κανονικὸ σουβά. Ὁ Πάπα - Τύχων δὲν ἔδινε καμιὰ σημασία στὸ καθάρισμα τοῦ κελλιοῦ του ἀλλὰ στὸ καθάρισμα τῆς ψυχῆς του, γι' αὐτὸ καὶ κατόρθωσε νὰ γίνη δοχεῖο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια ἔπλενε τὴν ψυχή του μὲ τὰ πολλά του δάκρυα καὶ χρησιμοποιοῦσε χονδρὰ προσόψια, ἐπειδὴ τὰ συνηθισμένα μανδήλια δὲν τὸν ἐξυπηρετοῦσαν.

Εἶχε φθάσει σὲ μεγάλη κατάσταση πνευματικὴ ὁ Γέροντας! Ἡ ψυχὴ του εἶχε γίνει πολὺ εὐαίσθητη, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς του συνέχεια στὸν Θεό, εἶχε φθάσει καὶ σὲ ἀναισθησία σωματική. Ἀφοῦ δὲν αἰσθανόταν πιὰ καμιὰ ἐνόχληση ἀπὸ τὶς μύγες, τὰ κουνούπια καὶ τοὺς ψύλλους, ποὺ εἶχε χιλιάδες. Τὸ κορμὶ του ἦταν κατατρυπημένο καὶ τὰ ροῦχα του γεμάτα ἀπὸ κόκκινα στίγματα. Μοῦ λέει ὁ λογισμός μου ὅτι καὶ μὲ τὶς σύριγγες νὰ τοῦ τραβοῦσαν τὸ αἷμα του τὰ ζουζούνια, πάλι δὲν θὰ τὸ αἰσθανόταν. Μέσα στὸ κελλὶ του κυκλοφοροῦσαν ὅλα ἐλεύθερα, ἀπὸ ζουζούνια μέχρι ποντίκια. Κάποτε τοῦ εἶπε ἕνας Μοναχός, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὰ ποντίκια νὰ χοροπηδοῦν:

- Γέροντα, θέλεις νὰ σοῦ φέρω μία γάτα;

Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

- Ὄχι, παιδί μου. Ἐγὼ ἔχω μία γάτα, μιάμιση φορὰ μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν γάτα. Ἔρχεται ἐδῶ, τὴν ταΐζω, τὴν χαϊδεύω, καὶ μετὰ πηγαίνει στὴν καλύβα της κάτω στὸ λάκκο καὶ ἡσυχάζει. Ἦταν μία ἀλεποῦ, ἡ ὁποία ἐπισκεπτόταν τὸν Γέροντα τακτικά, σὰν καλὸς γείτονας.

Εἶχε ἐπίσης καὶ ἕνα θηλυκὸ ἀγριόχοιρο, ποὺ γεννοῦσε κάθε χρόνο κοντὰ στὸ φράχτη τοῦ κήπου του, γιὰ νὰ τὴν προστατεύει ὁ Γέροντας.

Ὅταν ἔβλεπε κυνηγοὺς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴν περιοχή του, τοὺς ἔλεγε ὁ Πάπα - Τύχων:

- Παιδιά μου, ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.

Οἱ κυνηγοὶ νόμιζαν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀγριόχοιροι στὴν περιοχή του καὶ ἔφευγαν.

Ὁ ἅγιος Γέροντας σὰν καλὸς πατέρας τοὺς μὲν ἀνθρώπους ἔτρεφε πνευματικά, τὰ δὲ μεγάλα ἄγρια ζῶα τὰ τάϊζε ἀπὸ τὴν λίγη τροφὴ ποὺ εἶχε καὶ τὰ χόρταινε περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη, καὶ τὰ μικρὰ ζουζούνια τ' ἄφηνε νὰ θηλάζουν ἀπὸ τὸ λίγο του αἷμα.

Εἶχε γερὴ κράση ὁ Γέροντας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἄσκηση εἶχε ἐξαντληθῆ. Ὅταν τὸν ρωτοῦσε κανεὶς «τί κάνεις, Γέροντα, εἶσαι καλά», ἀπαντοῦσε:

- Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ εἶμαι, παιδί μου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀδυναμία ἔχω.

Πολὺ στενοχωριόταν, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο νέο, καὶ περισσότερο, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζουν τὰ πάχια μὲ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα.

Μιὰ μέρα τὸν ἐπισκέφτηκε ἕνας λαϊκὸς πολὺ χονδρὸς καὶ τοῦ λέει:

- Γέροντα, ἔχω πόλεμο σαρκικὸ μὲ βρώμικους λογισμούς, ποὺ δὲν μ' ἀφήνουν καθόλου νὰ ἡσυχάσω.

Ὁ Πάπα - Τύχων τοῦ εἶπε:

- Ἐάν, παιδί μου, ἐσὺ θὰ κάνης ὑπακοή, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἐγὼ θὰ σὲ κάνω Ἄγγελο. Νὰ λές, παιδί μου, συνέχεια τὴν εὐχή, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ νὰ περνᾶς ὅλες τὶς ἡμέρες μὲ ψωμὶ καὶ νερό, καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ τρῶς φαγητὸ μὲ λίγο λάδι. Νὰ κάνης καὶ ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα μετάνοιες τὴν νύκτα καὶ νὰ διαβάζης μετὰ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, ποὺ τὸν ξαναεπισκέφτηκε, ὁ Γέροντας δὲν μπόρεσε νὰ τὸν γνωρίση, γιατί εἶχαν φύγει ὅλα τὰ περίσσια πάχια, καὶ μὲ εὐκολία πιὰ χωροῦσε ἀπὸ τὴν στενὴ πόρτα τοῦ Ναοῦ του. Ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε:

- Πῶς περνᾶς τώρα, παιδί μου;

Κι ἐκεῖνος ἀπήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικὰ σὰν Ἄγγελος, γιατί δὲν ἔχω οὔτε σαρκικὲς ἐνοχλήσεις οὔτε καὶ βρώμικους λογισμοὺς καὶ αἰσθάνομαι πολὺ ἐλαφρός, ποὺ ἔφυγαν τὰ πάχη.

Μὲ τέτοιες πρακτικὲς συμβουλὲς νουθετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια.

Ἐκτός, φυσικά, ἀπὸ τὴν μεγάλη πεῖρα ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, εἶχε λάβει καὶ θεῖο φωτισμὸ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Μετὰ ἀπὸ τὶς νουθεσίες του ἐπακολουθοῦσαν οἱ προσευχές του, ποὺ τὶς αἰσθάνονταν οἱ ἐπισκέπτες ἔντονα, ὅταν ἔφευγαν. Τὸ πετραχῆλι σχεδὸν ποτὲ δὲν τὸ ἔβγαζε, γιατί πολλὲς φορὲς τὸ σήκωνε ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἅπλωνε στὸν ἄλλον καὶ ἔπαιρνε τὶς ἁμαρτίες ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του καὶ τοὺς ξαλάφρωνε μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Ἐξομολογήσεως. Τὶς ἐξομολογήσεις, ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, τὶς ξεχνοῦσε ἀμέσως καὶ ἔτσι ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πάντοτε καλοὺς καὶ ὅλο καλοὺς λογισμοὺς εἶχε γιὰ ὅλους, γιατί εἶχε ἐξαγνισθῆ πιὰ ἡ καρδιά του καὶ ὁ νοῦς του.

Κάποτε τὸν εἶχε ρωτήσει ἕνας Ἡγούμενος:

-Γέροντα, ποιὸς ἀδελφὸς εἶναι πιὸ καθαρὸς μέσα στὸ Κοινόβιο;

Ὁ Πάπα - Τύχων ἀπήντησε:

- Ἅγιε Καθηγούμενε, ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ εἶναι καθαροί.

Ποτὲ δὲν πλήγωνε ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ θεράπευε τὰ τραύματα μὲ τὸ βάλσαμο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε στὴν πονεμένη ψυχή:

- Παιδί μου, ἐσένα ὁ Χριστὸς σὲ ἀγαπάει, σὲ συγχώρεσε. Ὁ Χριστὸς ἀγαπάει περισσότερό τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν καὶ ζοῦν μὲ ταπείνωση.

Πάντα τόνιζε τὴν ταπείνωση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικά:

- Ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει περισσότερη Χάρη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Κάθε πρωΐ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ ἕνα χέρι, ἀλλ' ὅταν ἰδῆ κανέναν ταπεινὸ ἄνθρωπο, τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο Του χέρια. Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μεγαλύτερη ταπείνωση, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους.

Ἐπίσης, ἔλεγε γι' αὐτοὺς ποὺ παρθενεύουν πὼς πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ταπείνωση, γιατί ἀλλιῶς δὲν σώζονται μόνο μὲ τὴν παρθενία, διότι ἡ κόλαση εἶναι γεμάτη καὶ ἀπὸ ὑπερήφανους παρθένους.

- Ὅταν καυχᾶται κανεὶς ὅτι εἶναι παρθένος - ἔλεγε -θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἐπειδὴ δὲν ἔχεις καὶ ταπείνωση, πήγαινε στὴν κόλαση». Ἐνῶ σ' ἐκεῖνον ποὺ ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ μετανόησε καὶ ζῆ ταπεινὰ μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἔλα, παιδί μου, ἐδῶ στὸν γλυκὸ Παράδεισο».

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετάνοια τόνιζε πολὺ τὴν μελέτη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ γυρίζη συνέχεια γύρω ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπίσης,τόνιζε τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων: Εὐεργετινό,Φιλοκαλία, Ἅγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ἅγιο Μάξιμο, Συμεὼν Νέο Θεολόγο, Ἀββᾶ Μακάριο καὶ Ἀββᾶ Ἰσαάκ. «Ἡ μελέτη, ἔλεγε ὁ Γέροντας, θερμαίνει καὶ τὴν ψυχή, καθαρίζει καὶ τὸν νοῦ καὶ ἔτσι ἀσκεῖται μὲ προθυμία ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀποκτάει ἀρετές, ἐνῶ, ὅταν δὲν ἀσκῆται,ἀποκτάει πάθη».

Μιὰ μέρα ρώτησε τὸ Γέροντα Παΐσιο:

- Ἐσύ, παιδί μου, τί βιβλία διαβάζεις;

Τοῦ ἀπάντησε:

-Ἀββᾶ Ἰσαάκ.

- Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! αὐτὸς ὁ Ἅγιος εἶναι μεγάλος! Οὔτε ἕναν ψύλλο δὲν σκότωνε ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ.

Ἤθελε μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε νὰ τονίση τὴν μεγάλη πνευματικὴ εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Πάπα - Τύχων προσπαθοῦσε νὰ μιμηθῆ τὸν Ἅγιο Ἰσαάκ, ὄχι μόνο στὸ ἡσυχαστικό του πνεῦμα ἀλλὰ καὶ στὴν εὐαισθησία τῆς πνευματικῆς του ἀρχοντιᾶς, καὶ δὲν ἐπιβάρυνε κανέναν ἄνθρωπο.

Ἔλεγε στοὺς Μοναχοὺς ὅτι πρέπει νὰ ζοῦν ἀσκητικά, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὶς μέριμνες, καὶ ὄχι νὰ δουλεύουν σὰν ἐργάτες καὶ νὰ τρῶνε σὰν κοσμικοί. Γιατί τὸ ἔργο τοῦ Μονάχου εἶναι οἱ μετάνοιες, οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχές, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους, καὶ λίγη δουλειὰ γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνη τοὺς ἄλλους, διότι μὲ τὴν πολλὴ δουλειὰ καὶ μέριμνα ξεχνάει κανεὶς τὸν Θεό. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:

- Ὁ Φαραὼ ἔδινε πολλὴ δουλειὰ καὶ πολὺ φαγητὸ στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ξεχάσουν τὸν Θεό.

Πρὶν ἀρχίση τὶς συμβουλὲς τοῦ ὁ Γέροντας, εἶχε τυπικὸ νὰ κάνη πρῶτα προσευχή, νὰ ἐπικαλεσθῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ τὸν φώτιση, καὶ αὐτὸ συνιστοῦσε καὶ στοὺς ἄλλους. Ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ μᾶς φωτίζη. Αὐτὸ εἶναι νοικοκύρης. Γι' αὐτὸ καὶ ἢ Ἐκκλησία μας ἀρχίζει μὲ τὸ Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλοιωνόταν τὸ πρόσωπό του, καὶ πολλοὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι τὴν ἔβλεπαν αὐτὴ τὴν ἀλλοίωση. Εἶπε γέρων:

- Κάποτε πῆγε ἕνας μοναχὸς σ` ἕνα κελὶ ποὺ ἦταν καθαρό, περιποιημένο, ἀρχοντικὸ ἐπίσημο. Εἶπε: «Ὅπως εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ Γέροντα ἔτσι εἶναι καὶ τὸ κελί του». Πῆγε σ` ἕνα ἄλλο ποὺ ἦταν ἀκατάστατο, ἀραχνιασμένο κι ἄνω – κάτω. Εἶπε: «Ὁ Γέροντας εἶναι καλός, ἀσχολεῖται συνέχεια μὲ τὰ πνευματικά, καὶ δὲν ἔχει καθόλου καιρὸ γιὰ τὰ ὑλικά».Ἦταν ἀγαθὸς ὁ μοναχὸς αὐτὸς καὶ τὰ ἔβλεπε ὅλα ὄμορφα. Ὅ,τι εἶσαι αὐτὸ βλέπεις, ὅ,τι ζητᾶς αὐτὸ βρίσκεις.



Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

«Δόξα εἰς τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ». Ὦ Θεῖε Γολγοθᾶ, ἁγιασμένε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Σὲ παρακαλοῦμε, πές μας πόσες χιλιάδες ἁμαρτωλῶν μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα καθάρισες καὶ γέμισες τὸν νυμφώνα τοῦ Παραδείσου; Ὦ! μὲ τὴν ἀγάπη σου τὴν ἄρρητη, Χριστὲ Βασιλιά, μὲ τὴν Χάρη Σου ὅλα τὰ οὐράνια παλάτια γέμισες ἀπὸ μετανοοῦντας ἁμαρτωλούς. Σὺ καὶ ἐδῶ κάτω ὅλους ἐλεεῖς καὶ σώζεις. Καὶ ποιὸς μπορεῖ ἀντάξια νὰ Σὲ εὐχαριστήση, ἔστω κι ἂν εἶχε Ἀγγελικὸ νοῦν; Ἁμαρτωλοί, ἐλᾶτε γρήγορα. Ὁ Ἅγιος Γολγοθᾶς εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ὁ Χριστὸς εὔσπλαχνος. Προσπέσετε πρὸς Αὐτὸν καὶ φιλήσετε τὰ ἅγιά Του πόδια. Μόνον Αὐτὸς σὰν εὔσπλαχνος μπορεῖ νὰ γιατρέψη τὶς πληγές σας! Ὤ, θὰ εἴμαστε εὐτυχεῖς, ὅταν ὁ πολυεύσπλαχνος Χριστὸς μᾶς ἀξίωση μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καὶ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνωμε τὰ πανάχραντά Του πόδια καὶ μὲ ἀγάπη νὰ τὰ φιλήσουμε! Τότε ὁ Χριστὸς εὔσπλαχνος θὰ εὐδοκήση νὰ πλύνη τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς ἄνοιξη τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ὅπου μὲ μεγάλη χαρά, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους,τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, αἰώνια θὰ δοξάζωμεν τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν Ὁμοούσιο καὶ ἀδιαίρετο Τριάδα.

Ἱερομόναχος Τύχων - Ἅγιον Ὅρος

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...