Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2013

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ» ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ELLHNIKH_THRHSKEIA
Ἰ­ω­άν­νη – Ἀ­λε­ξάν­δρου Χρι­στό­που­λου
Δι­κη­γό­ρου, Νο­μι­κοῦ Συμ­βού­λου

Σὲ προ­η­γού­με­νο ἄρ­θρο μας ἀ­σχο­λη­θή­κα­με ἐν­δε­λε­χῶς μὲ τὸ ἀ­λη­θὲς θρη­σκευ­τι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ ἰ­σχύ­ει πα­ρ᾿ ἡμῖν καὶ ἐ­πι­ση­μά­να­με πὼς στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀλ­λὰ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Το­νί­σα­με, βέ­βαι­α, πὼς ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τῆς «ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας» (ἄρ­θρο 3 παρ. 1 Συν­τάγ­μα­τος) στὴν θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρι­ο­ρί­ζει ἀ­θέ­μι­τα τὸ ὡς ἄ­νω φι­λε­λεύ­θε­ρο συν­ταγ­μα­τι­κὰ κα­θε­στὼς καὶ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα πρω­τεῖ­α στὴν τε­λευ­ταῖα.
Τὸ θέ­μα ποὺ τί­θε­ται «ἐ­πὶ τά­πη­τος» δὲν εἶ­ναι και­νούρ­γι­ο. Ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἀ­πα­σχο­λεῖ ὅ­μως καὶ τὸν πο­λι­τι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, εὐ­και­ρί­ας δο­θεί­σης, ἐ­πι­ζη­τεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πι­τα­κτι­κὰ τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τοῦ σχε­τι­κοῦ ἄρ­θρου μὲ τὴν προ­σθή­κη μί­ας ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς δή­λω­σης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ δι­α­κη­ρύσ­σει ὅ­τι μὲ τὸν ὅρο ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται δη­μο­γρα­φι­κὰ ἡ ὑ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση καὶ οὐ­δὲν προ­βά­δι­σμα ἀ­πο­νέ­με­ται στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἢ ὅ­τι ὁ ὅ­ρος ἐ­νέ­χει ἁ­πλὰ ἕ­να τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα πρὸς τὴν τε­λευ­ταῖα (ἑ­ορ­το­λό­γι­ο–ἐ­πί­ση­μες ἀρ­γί­ες Κρά­τους), χω­ρὶς πε­ραι­τέ­ρω ἔν­νο­μες συ­νέ­πει­ες.
Ἂς δοῦ­με ὅ­μως ἐν συν­το­μί­ᾳ, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις–θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ θέ­μα μας ἀ­πὸ τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο[1]:
α) Ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πι­κρα­τού­σας θρη­σκεί­ας δὲν ἔ­χει τὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας, ποὺ τυγ­χά­νει εὐ­νο­ϊ­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης ἀ­πὸ τὸ Κρά­τος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νει δη­μο­γρα­φι­κὰ–στα­τι­στι­κὰ τὴν κα­τά­στα­ση, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α ἀ­πο­δί­δει τὴ θρη­σκεί­α τῆς συν­τρι­πτι­κῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.
β) Ὁ ὅ­ρος κα­θι­ε­ρώ­νει μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη σχέ­ση μὲ τὴν Πο­λι­τεί­α, ἀ­νά­γον­τας τὴν Ἐκ­κλη­σί­α σὲ δη­μό­σι­ας φύ­σης ὀρ­γα­νι­σμό, ἐ­πι­πλέ­ον δέ, τῆς προσ­δί­δει τὸν χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς στα­τι­στι­κῆς ἀ­πει­κό­νι­σης (πλει­ο­ψη­φί­α λα­οῦ), κα­θὼς τὸ Σύν­ταγ­μα, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ νο­μο­θε­τι­κὸ πρω­τό­λει­ο μί­ας Χώ­ρας δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πει­κο­νί­ζει στα­τι­στι­κὰ δε­δο­μέ­να.
γ) Ἡ σχε­τι­κὴ δι­ά­τα­ξη (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸν ὅ­ρο αὐ­τό, βρί­σκε­ται σὲ ἄρ­ρη­κτο δε­σμὸ μὲ τὸ ἄρ­θρο 13 παρ. 1 ποὺ κα­θι­ε­ρώ­νει τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ἁ­πλὰ πε­ρι­γρά­φει τὸ πλέ­ον πο­λυ­ά­ριθ­μο ὑ­πο­κεί­με­νο ἄ­σκη­σης τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας.
δ) Ἡ «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἔ­χει τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὡς «πρώ­τη με­τα­ξὺ ἴ­σων» μὲ νο­μι­κὲς συ­νέ­πει­ες στὶς σχέ­σεις της μὲ τὸ Κρά­τος.
Ἡ ἄ­πο­ψη ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ὁ ὅ­ρος «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σπά­ζε­ται τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, χω­ρὶς ὅ­μως αὐ­τὸ νὰ συ­νε­πά­γε­ται τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων προ­νο­μί­ων, πολ­λῷ δὲ μᾶλ­λον τὴν πε­ρι­στο­λὴ τοῦ δι­και­ώ­μα­τος τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας εἰς βά­ρος τῶν ἀλ­λο­θρή­σκων. Εἶ­ναι, ἄλ­λω­στε, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πὼς ὁ γε­νι­κὸς εἰ­ση­γη­τὴς τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας στὴν Ε΄ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὴ Βου­λὴ εἶ­χε δη­λώ­σει πὼς «ὁ ὅ­ρος ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α … ση­μαί­νει ἁ­πλῶς ὅ­τι ἡ ὀρ­θό­δο­ξος θρη­σκεί­α εἶ­ναι ἡ θρη­σκεί­α ἥν ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ καὶ συμ­φώ­νως πρὸς τὸ τυ­πι­κόν τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­νερ­γοῦν­ται αἱ ἐ­πί­ση­μαι τε­λε­ταί, κα­θο­ρί­ζον­ται αἱ ἀρ­γί­αι κ.λπ.»[2] (δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὅρου).
Ἐ­ξάλ­λου, δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς δι­α­φεύ­γει ὅ­τι τὸ πα­ρὸν Σύν­ταγ­μα (1975/1986/2001) ἐ­ξι­σορ­ρό­πη­σε τὰ πράγ­μα­τα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ μὴν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται εἰς βά­ρος τῶν μὴ Ὀρ­θο­δό­ξων (π.χ. ὁ προ­ση­λυ­τι­σμὸς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται πλέ­ον εἰς βά­ρος ὅ­λων τῶν γνω­στῶν θρη­σκει­ῶν ἢ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Κρά­τους δὲν γί­νε­ται μό­νο ὅ­ποι­ος ἀ­νή­κει στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α). Ἔτ­σι, προ­κύ­πτει ἀ­βί­α­στα πὼς μὲ τὸ νέ­ο, πα­ρόν, Σύν­ταγ­μα ἐ­πῆλ­θε «μί­α ἐ­ξί­σω­ση ὅ­λων τῶν θρη­σκει­ῶν καὶ οἱ πα­ρα­δο­σι­α­κὰ στε­νοὶ δε­σμοὶ Κρά­τους–Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­χουν χα­λα­ρώ­σει»[3] (τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἄλ­λω­στε καὶ ἡ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­τμό­σφαι­ρα).
Ἐ­μεῖς πάν­τως συμ­πλέ­ου­με ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν θέ­ση ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 2/2005 Γνω­μο­δό­τη­ση τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου[4], ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρει πὼς «στὴν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως σὲ κά­θε φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος, κα­το­χυ­ρώ­νε­ται πλή­ρης θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀ­νο­χὴ δηλ. τοῦ πλου­ρα­λι­σμοῦ τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν ἢ ἀ­θε­ϊ­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων μὲ πα­ράλ­λη­λη προ­ώ­θη­ση μί­ας ἐ­πί­ση­μης θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας … Ἡ ἀ­να­γό­ρευ­ση ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα, (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς ἐ­πι­κρα­τού­σας δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζει σ᾿ αὐ­τὴν κα­νέ­ναν κυ­ρι­αρ­χι­κὸ ἢ ἡ­γε­μο­νι­κὸ ρό­λο ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν. Μὲ τὸν ὅ­ρο αὐ­τὸν ἁ­πλῶς το­νί­ζε­ται ὁ κεν­τρι­κὸς ρό­λος τῆς ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἰ­δί­ως στὰ χρό­νι­α τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας καὶ κα­θι­στὰ θε­μι­τὴ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα τοῦ κρά­τους γι᾿ αὐ­τὴν (Κ. Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2002, σελ. 257). Ἔκ­φαν­ση τῆς συν­ταγ­μα­τι­κῶς κα­το­χυ­ρω­μέ­νης θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας συ­νι­στᾶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­σό­τη­τας τῆς ἴ­σης δη­λα­δὴ με­τα­χει­ρί­σε­ως, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως θρη­σκευ­τι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, δι­καί­ω­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἄλ­λω­στε, ἀ­πορ­ρέ­ει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἰ­σό­τη­τας, μὲ τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται (Κο­νι­δά­ρης, ἄρ­θρο στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα τῆς 29.4.2001).
Ὡ­στό­σο, πά­γι­α γί­νε­ται δε­κτό, ὅ­τι ἡ συν­ταγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ δι­ά­τα­ξη εἶ­ναι ἐ­ξο­πλι­σμέ­νη μὲ κα­νο­νι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἐ­πι­τρέ­πει, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­τάσ­σει, μία­ ἰ­δι­αί­τε­ρη (εὐ­νο­ϊ­κὴ) με­τα­χεί­ρι­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν, ὅ­πως ὁ κα­θο­ρι­σμὸς τῶν ἐ­πί­ση­μων ἀρ­γι­ῶν καὶ τῶν κρα­τι­κῶν ἑ­ορ­τα­σμῶν, σύμ­φω­να μὲ τὸ τυ­πι­κό της καὶ ἡ πα­ρου­σί­α τῶν κλη­ρι­κῶν της στὶς ἐ­πί­ση­μες ἑ­ορ­τές. Ἡ εὐ­νο­ϊ­κὴ αὐ­τὴ με­τα­χεί­ρι­ση πάν­τως δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται καὶ στοὺς πι­στούς τῆς θρη­σκεί­ας αὐ­τῆς, γι­α­τί κά­τι τέ­τοι­ο θὰ σή­μαι­νε εὐ­θεῖα πα­ρα­βί­α­ση τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἰ­σό­τη­τας τῶν πο­λι­τῶν (Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2003, σελ. 257, Γ. Πι­να­κί­δης, Μο­νο­με­ρεῖς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις στὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας, ΤοΣ 1999,1105)».
Τέ­λος, ἂν λά­βου­με ὑ­πό­ψη μας ὅ­τι ἔ­γι­νε δε­κτὸ σὲ -ὄ­χι πο­λὺ- πα­λαι­ό­τε­ρες ἐ­πο­χὲς πὼς «ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ἔν­νο­μη τά­ξη στὸ σύ­νο­λό της ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ συν­ταγ­μα­τι­κή, ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­σει τὸ σύ­στη­μα τῶν ἀ­ξι­ῶν τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λι­ο τῶν ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν της θέ­σε­ων, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὅ,τι ὡς ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται πρὸς τὶς θε­με­λι­ώ­δεις ἀρ­χὲς τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ σὲ εὑ­ρεί­α ἔν­νοι­α, ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ κρί­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐν­νό­μου τά­ξε­ως, δι­α­μορ­φώ­νε­ται δὲ βά­σει καὶ αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν κρί­σε­ων ἡ ἔν­νοι­α τῶν χρη­στῶν ἠ­θῶν, σὲ τρό­πο ὥ­στε μί­α ἐ­νέρ­γει­α ποὺ εὐ­θέ­ως ἀν­τί­κει­ται στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη τῶν ἀ­ξι­ῶν νὰ θε­ω­ρεῖ­ται κα­τ᾿ ἀρ­χὴν ἀν­τί­θε­τη καὶ πρὸς τὰ χρη­στὰ ἤ­θη»[5], ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε γι­ὰ ποι­οὺς ἀν­τι­κει­με­νι­κοὺς λό­γους ἡ θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται δι­καί­ως σὲ συν­ταγ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ὡς «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα».
Συ­νε­πῶς, θε­ω­ροῦ­με πὼς ὁ ἀ­νω­τέ­ρω ὅ­ρος δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας οὔ­τε ἀ­ναι­ρεῖ τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ οὐ­δε­τε­ρό­τη­τα τοῦ Κρά­τους. Ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται σὲ μί­α ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α δι­και­ώ­νει ἱ­στο­ρι­κὰ τὸ ρό­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους ἡ ὁ­ποί­α, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πρέ­πει νὰ τύ­χει τῆς δέ­ου­σας τι­μη­τι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Τὸ ἐ­πι­τάσ­σει, πι­στεύ­ου­με, ἡ δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ ἐν­τι­μό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μνή­μη καὶ ἡ ἐ­θνι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α.


1. Γιά τίς θέ­σεις αὐ­τές ὁ­ρᾶ­τε ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λῆ Γ., «Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Δί­και­ο», Σάκ­κου­λας, σελ. 109 ἑ­πόμ.
2. Σέ Χρυ­σό­γο­νου Κ., «Ἀ­το­μι­κά καί Κοι­νω­νι­κά Δι­και­ώ­μα­τα», 2002, σελ. 257.
3. Σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 118 ἑ­πόμ.
4. Σέ Ἀν­δρουτ­σό­που­λου Γ., «Ἡ θρη­σκευ­τι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α κα­τά τή νο­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου», 2010, σελ. 66.
5. Ἀ­πό­φα­ση Ἐ­φε­τεί­ου Ἀ­θη­νῶν 1013/1987 (Τμ. 13)], σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 158.

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2011

ΚΑΝΟΝΕΣ Ζ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



undefined

ΚΑΝΟΝΕΣ
Ζ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτή απεικονίζει και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτή φτιαγμένη.

Κανὼν Α'
Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν, μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα, αἱ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις• ἃς ἀσμένως δεχόμενοι, μετὰ τοῦ θεοφάντορος ∆αβὶδ ᾄδομεν πρὸς τὸν δεσπότην Θεόν, λέγοντες• Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ• καὶ, Ἐνετείλω δικαιοσύνην, τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα• συνέτισόν με καὶ ζήσομαι. Καί, Εἰς τὸν αἰῶνα ἡ προφητικὴ φωνὴ ἐντέλλεται ἡμῖν φυλάττειν τὰ μαρτύρια τοῦ Θεοῦ, καὶ ζῇν ἐν αὐτοῖς, δηλονότι ἀκράδαντα καὶ ἀσάλευτα διαμένοντα, ὅτι καὶ ὁ θεόπτης Μωϋσῆς οὕτω φησὶν• Ἐν αὐτοῖς οὐκ ἐστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ’ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν• Καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Πέτρος ἐν αὐτοῖς ἐγκαυχώμενος βοᾷ• Εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι. Καὶ ὁ Παῦλός φησιν• Κἂν ἡμεῖς, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Τούτων οὖν οὕτως ὄντων, καὶ διαμαρτυρουμένων ἡμῖν, ἀγαλλιώμενοι ἐπ’ αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν• Ἐξ ἐνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα. Καὶ οὕς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν• οὕς δέ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν• οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν• οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὠσαύτως ὑποβάλλομεν. Ἀφιλάργυρος γὰρ ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν• ὁ ἀναβεβηκὼς εἰς τρίτον οὐρανόν, καὶ ἀκούσας ἄῤῥρητα ῥήματα, Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος διαῤῥήδην βοᾷ.
Κανὼν Β'
Ἐπειδή περ ψάλλοντες συντασσόμεθα τῷ Θεῷ• Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου• πάντας μὲν Χριστιανοὺς τοῦτο φυλάττειν σωτήριον, κατ' ἐξαίρετον δέ, τοὺς τὴν ἱερατικὴν ἀμπεχομένους ἀξίαν. Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ' αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν• καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ' αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο ∆ιονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός• Σῦ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι.
Κανὼν Γ'
Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων, ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου, ἄκυρον μένειν, κατὰ τὸν κανόνα τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι’ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω, καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες. ∆εῖ γὰρ τὸν μέλλοντα προβιβάζεσθαι εἰς ἐπισκοπήν, ὑπὸ ἐπισκόπων ψηφίζεσθαι• καθὼς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ ὥρισται ἐν τῷ κανόνι τῷ λέγοντι• Ἐπίσκοπον προσήκει, μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι• εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξάπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους• (συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων), τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι. Τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων, δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.
Κανὼν ∆'
Ὁ κῆρυξ τῆς ἀληθείας Παῦλος, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οἱονεὶ κανόνα τιθεὶς τοῖς Ἐφεσίων πρεσβυτέροις, μᾶλλον δὲ καὶ παντὶ ἱερατικῷ πληρώματι, οὕτως ἐπαῤῥησιάσθη, εἰπών• Ἀργυρίου, ἢ χρυσίου, ἢ ἱματισμοῦ, οὐδενὸς ἐπεθύμησα• πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μακάριον ἡγουμένους τὸ διδόναι, ἢ λαμβάνειν. ∆ιὸ καὶ ἡμεῖς μαθητευθέντες παρ’ αὐτοῦ, ὁρίζομεν, μηδόλως αἰσχροκερδῶς ἐπινοεῖσθαι ἐπίσκοπον, προφασιζόμενον προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπαιτεῖν χρυσόν, ἢ ἄργυρον, ἢ ἕτερον εἶδος τοὺς ὑπ' αὐτὸν τελοῦντος ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, ἢ μοναχούς. Φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος• Ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι• καί, Οὐκ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ’ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις. Εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν, εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν, ἢ σεπτὸν ναὸν κλείων, ὡς μὴ γίνεσθαι ἐν αὐτῷ τὰς τοῦ Θεοῦ λειτουργίας, καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ, καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων. Παραγγέλλει γὰρ καὶ Πέτρος, ἡ κορυφαία τῶν Ἀποστόλων ἀκρότης, Ποιμαίνετε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ’ ἑκουσίως, κατὰ Θεόν• μὴ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως• μὴ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου• καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος, κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.
Κανὼν Ε'
Ἁμαρτία πρὸς θάνατόν ἐστιν, ὅταν τινὲς ἁμαρτάνοντες, ἀδιόρθωτοι μένωσι. Τὸ δὲ τούτου χεῖρον, ἐὰν καὶ τραχηλιῶντες κατεξανίστανται τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς ἀληθείας, προτιμώμενοι τὸν Μαμωνᾶν τῆς τοῦ Θεοῦ ὑπακοῆς, καὶ τῶν κανονικῶν αὐτοῦ διατάξεων μὴ ἀντεχόμενοι. Ἐν τούτοις οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, εἰ μήπου ταπεινωθέντες, τοῦ ἰδίου σφάλματος ἀνανήψωσι• χρὴ γὰρ μᾶλλον αὐτοὺς προσέρχεσθαι τῷ Θεῷ, καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας τὴν ἄφεσιν τούτου τοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τὴν συγχώρησιν αἰτεῖσθαι, οὐχὶ ἐναβρύνεσθαι τῇ ἀθέσμῳ δόσει. Ἐγγὺς γὰρ Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ. Τοὺς οὖν ἐγκαυχωμένους, διὰ δόσεως χρυσίου τετάχθαι ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ ταύτῃ τῇ πονηρᾷ συνηθείᾳ ἐπελπίζοντας, τῇ ἀλλοτριούσῃ ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ πάσης ἱερωσύνης, καὶ ἐκ τούτου ἀναιδεῖ προσώπῳ, καὶ ἀπερικαλύπτῳ στόματι, ὀνειδιστικοῖς λόγοις τοὺς δι’ ἀρετὴν βίου ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκλεγέντας, καὶ καταταγέντας ἐκτὸς δόσεως χρυσίου, ἀτιμάζοντας, πρῶτα μὲν τοῦτο ποιοῦντας, τὸν ἔσχατον βαθμὸν λαμβάνειν τοῦ οἰκείου τάγματος. Εἰ δ' ἐπιμένοιεν, δ' ἐπιτιμίου διορθοῦσθαι. Εἰ δέ τις ἐπὶ χειροτονίᾳ φανείη ποτὲ τοῦτο πεποιηκώς, γινέσθω κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένηται, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθωσαν παντάπασιν ἐκ τῆς κοινωνίας, ὡς Σίμων ὁ μάγος ὑπ’ ἐμοῦ Πέτρου. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῶν ἐν Χαλκηδόνι ὁσίων Πατέρων ἡμῶν, τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος ἐπὶ χρήμασι χειροτονίαν ποιήσοιτο, καὶ εἰς πρᾶσιν καταγάγοι τὴν ἄπρατον χάριν, καὶ χειροτονήσοι ἐπὶ χρήμασιν ἐπίσκοπον, ἢ χωρεπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἤ τινα τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταριθμουμένων, ἢ προβάλλοιτο ἐπὶ χρήμασιν οἰκονόμον, ἢ ἔκδικον, ἢ παραμονάριον, ἢ ὅλως τινὰ τοῦ κανόνος, ἢ δι’ αἰσχροκέρδειαν οἰκείαν, ὁ τοῦτο ἐπιχειρήσας ἐλεγχθείς, κινδυνευέτω εἰς τὸν οἰκεῖον βαθμόν• καὶ ὁ χειροτονούμενος μηδὲν ἐκ τῆς κατ' ἐμπορίαν ὠφελείσθω χειροτονίας, ἢ προβολῆς, ἀλλ' ἔστω ἀλλότριος τῆς ἀξίας, ἢ τοῦ φροντίσματος, οὖπερ ἐπὶ χρήμασιν ἔτυχεν. Εἰ δέ τις καὶ μεσιτεύων φανείη τοῖς οὕτως αἰσχροῖς καὶ ἀθεμίτοις λήμμασι, καὶ οὗτος, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, τοῦ οἰκείου ἐκπιπτέτω βαθμοῦ• εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν ΣΤ'
Ἐπειδή περ κανῶν ἐστιν, ὁ λέγων• ∆ὶς τοῦ ἕτους καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν χρῆναι γίνεσθαι διὰ συναθροίσεως ἐπισκόπων τὰς κανονικὰς συζητήσεις• διὰ τὴν συντριβὴν καὶ τὸ ἐνδεῶς ἔχειν πρὸς ὁδοιπορίαν τοὺς συναθροιζομένους, ὥρισαν οἱ τῆς ἕκτης συνόδου ὅσιοι Πατέρες, ἐξ ἅπαντος τρόπου καὶ προφάσεως, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ γίνεσθαι, καὶ τὰ ἐσφαλμένα διορθοῦσθαι. Τοῦτον οὖν τὸν κανόνα καὶ ἡμεῖς ἀνανεοῦμεν• καὶ εἴ τις εὑρεθῇ ἄρχων τοῦτο κωλύων, ἀφοριζέσθω. Εἰ δέ τις ἐκ τῶν μητροπολιτῶν ἀμελήσοι τοῦτο γίνεσθαι, ἐκτὸς ἀνάγκης, καὶ βίας, καί τινος εὐλόγου προφάσεως, τοῖς κανονικοῖς ἐπιτιμίοις ὑποκείσθω• Τῆς δὲ συνόδου γενομένης περὶ κανονικῶν καὶ εὐαγγελικῶν πραγμάτων, δεῖ τοῖς συναθροισθεῖσιν ἐπισκόποις ἐν μελέτῃ καὶ φροντίδι γίνεσθαι τοῦ φυλάττεσθαι τὰς θείας καὶ ζωοποιοὺς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Ἐν γὰρ τῷ φυλάττεσθαι αὐτὰς ἀνταπόδοσις πολλή• ὅτι καὶ λύχνος ἡ ἐντολή• νόμος δέ, φῶς, καὶ ὁδὸς ζωῆς ἔλεγχος καὶ παιδεία• καί, Ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγὴς φωτίζουσα ὀφθαλμούς. Μὴ ἔχειν δὲ ἄδειαν τὸν μητροπολίτην, ἐξ ὧν ἐπιφέρεται ὁ ἐπίσκοπος μετ’ αὐτοῦ, ἢ κτῆνος, ἢ ἕτερον εἶδος ἀπαιτεῖν. Εἰ γὰρ τοῦτο ἐλεγχθῇ πεποιηκώς, ἀποτίσει τετραπλάσιον.
Κανὼν Ζ'
Ἔφη Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος• Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι• τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν. Ἁμαρτιῶν οὖν προκαταλαμβανουσῶν, καὶ ἕτεραι ἁμαρτίαι ἕπονται ταύταις. Τῇ οὖν ἀσεβεῖ αἱρέσει τῶν χριστιανοκατηγόρων καὶ ἄλλα ἀσεβήματα συνηκολούθησαν. Ὥσπερ γὰρ τὴν τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀφείλοντο ὄψιν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἕτερά τινα ἔθη παραλελοίπασιν, ἃ χρὴ ἀνανεωθήναι, καὶ κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεῖν. Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις.
Κανὼν Η'
Ἐπειδὴ πλανώμενοί τινες ἐκ τῆς τῶν Ἑβραίων θρησκείας, μυκτηρίζειν ἔδοξαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, προσποιούμενοι μὲν χριστιανίζειν, αὐτὸν δὲ ἀρνούμενοι κρύβδην, καὶ λαθραίως σαββατίζοντες, καὶ ἕτερα Ἰουδαϊκὰ ποιοῦντες• ὁρίζομεν τούτους, μήτε εἰς κοινωνίαν, μήτε εἰς εὐχήν, μήτε εἰς ἐκκλησίαν δέχεσθαι, ἀλλὰ φανερῶς εἶναι κατὰ τὴν ἑαυτῶν θρησκείαν Ἑβραίους, καὶ μήτε τοὺς παῖδας αὐτῶν βαπτίζειν, μήτε δοῦλον ὠνεῖσθαι, ἢ κτᾶσθαι. Εἰ δὲ ἐξ εἰλικρινοῦς πίστεως ἐπιστρέψει τις αὐτῶν, καὶ ὁμολογήσει ἐξ ὅλης καρδίας, θριαμβεύων τὰ κατ' αὐτοὺς ἔθη καὶ πράγματα, πρὸς τὸ καὶ ἄλλους ἐλεγχθῆναι καὶ διορθώσασθαι, τοῦτον προσδέχεσθαι, καὶ βαπτίζειν, καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ, καὶ ἀσφαλίζεσθαι αὐτοὺς ἀποστῆναι τῶν Ἑβραϊκῶν ἐπιτηδευμάτων• εἰ δὲ μὴ οὕτως ἔχοιεν, μηδαμῶς αὐτοὺς προσδέχεσθαι.
Κανὼν Θ'
Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα δέον δοθῆναι τῷ ἐπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων. Εἰ δέ τις εὑρεθείη ταῦτα κρύπτων• εἰ μὲν ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος εἴη, καθαιρείσθω• εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.
Κανὼν Ι'
Ἐπειδή τινες τῶν κληρικῶν, παραλογιζόμενοι τὴν κανονικὴν διάταξιν, ἀπολιπόντες τὴν ἑαυτῶν παροικίαν εἰς ἑτέραν παροικίαν ἐκτρέχουσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι πόλει, καὶ εἰς ἄρχοντας προσεδρεύουσιν, ἐν τοῖς αὐτῶν εὐκτηρίοις τὰς λειτουργίας ποιοῦντες, τούτους, χωρὶς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου καὶ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, οὐκ ἔξεστι δεχθῆναι ἐν οἱῳδήποτε οἴκῳ, ἢ ἐκκλησίᾳ• εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἐπιμένων, καθαιρείσθω. Ὅσοι δὲ μετ' εἰδήσεως τῶν προλεχθέντων ἱερέων τοῦτο ποιοῦσιν, οὐκ ἔξεστιν αὐτοῖς, κοσμικὰς καὶ βιωτικὰς φροντίδας ἀναλαμβάνεσθαι, ὡς κεκωλυμένοις τοῦτο ποιεῖν παρὰ τῶν θείων κανόνων. Εἰ δέ τις φωραθείη τῶν λεγομένων μειζοτέρων τὴν φροντίδα ἐπέχων, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω. Μᾶλλον μὲν οὖν ἴτω πρὸς διδασκαλίαν τῶν τε παίδων καὶ τῶν οἰκετῶν, ἐπαναγινώσκων αὐτοῖς τὰς θείας Γραφάς• εἰς τοῦτο γὰρ καὶ τὴν ἱερωσύνην ἐκληρώσατο.
Κανὼν ΙΑ'
Ὑπόχρεοι ὄντες πάντες τοὺς θείους κανόνας φυλάττειν, καὶ τὸν λέγοντα, οἰκονόμους εἶναι ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ, παντὶ τρόπῳ ἀπαράτρωτον διατηρεῖν ὀφείλομεν. Καὶ εἰ μὲν ἕκαστος μητροπολίτης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ καθιστᾷ οἰκονόμον, καλῶς ἂν ἔχοι• εἰ δὲ μή γε ἐξ αὐθεντίας ἰδίας, τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπῳ ἄδειά ἐστι προχειρίζεσθαι οἰκονόμον ἐν τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ. Ὠσαύτως καὶ τοῖς μητροπολίταις, εἰ οἱ ὑπ' αὐτοὺς ἐπίσκοποι οὐ προαιροῦνται οἰκονόμους ἐγκαταστῆσαι ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἐκκλησίαις• τὸ αὐτὸ δε φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν μοναστηρίων.
Κανὼν ΙΒ'
Εἴ τις ἐπίσκοπος εὑρεθείη, ἢ ἡγούμενος, ἐκ τῶν αὐτουργίων τοῦ ἐπισκοπείου, ἢ τοῦ μοναστηρίου, ἐκποιούμενος εἰς ἀρχοντικὴν χεῖρα, ἢ ἑτέρῳ προσώπῳ ἐκδιδούς, ἄκυρον εἶναι τὴν ἔκδοσιν, κατὰ τὸν κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὸν λέγοντα• Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτὰ ὡς Θεοῦ ἐφορῶντος• μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συνγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι• εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω. Εἰ δὲ προφασίζοιντο ζημίαν ἐμποιεῖν, καὶ μηδὲν πρὸς ὄνησιν τυγχάνειν τὸν ἀγρόν, μηδ' οὕτω τοῖς κατὰ τόπον ἄρχουσιν ἐκδιδόναι τὸν τόπον, ἀλλὰ κληρικοῖς ἢ γεωργοῖς. Εἰ δὲ πανουργίᾳ πονηρᾷ χρήσοιντο, καὶ ἐκ τοῦ κληρικοῦ ἢ τοῦ γεωργοῦ ὠνήσηται ἄρχων τὸν ἀγρόν, καὶ οὕτως ἄκυρον εἶναι τὴν πρᾶσιν, καὶ ἀποκαθίστασθαι τῷ ἐπισκοπείῳ, ἢ τὸ μοναστηρίῳ• καὶ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ ἡγούμενος, τοῦτο ποιῶν, ἐκδιωχθήτω• ὁ μὲν ἐπίσκοπος τοῦ ἐπισκοπείου, ὁ δὲ ἡγούμενος τοῦ μοναστηρίου• ὡς διασκορπίζοντες κακῶς, ἃ οὐ συνήγαγον.
Κανὼν ΙΓ'
Ἐπειδὴ διὰ τὴν γενομένην κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν συμφορὰν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, καθηρπάγησάν τινες εὐαγεῖς οἶκοι ὑπό τινων ἀνδρῶν, ἐπισκοπεῖά τε, καὶ μοναστήρια, καὶ ἐγένοντο κοινὰ καταγώγια• εἰ μὲν οἱ διακρατοῦντες ταῦτα, προαιροῦνται ἀποδιδόναι, ἵνα κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἀποκατασταθῶσιν, εὗ καὶ καλῶς ἔχει• εἰ δὲ μῆγε, εἰ μὲν τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ εἰσι, τούτους καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν• εἰ δὲ μοναχοί, ἢ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι• ὡς ὄντας κατακρίτους ἀπὸ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος• καὶ τετάχθωσαν, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται• ὅτι τῇ του Κυρίου φωνῇ ἐναντιοῦνται, τῇ λεγούσῃ• Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.
Κανὼν Ι∆'
Ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῇ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τὰς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις, Θεῷ εὐάρεστον. Ἐπεὶ οὖν ὁρῶμεν ἐκτὸς χειροθεσίας νηπιόθεν τὴν κουρὰν τοῦ κλήρου λαμβάνοντάς τινας, μήπω δὲ παρ' ἐπισκόπων χειροθεσίαν λαβόντας, καὶ ἀναγινώσκοντας ἐν τῇ συντάξει ἐπ’ ἄμβωνος, ἀκανονίστως δὲ τοῦτο ποιοῦντας, ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τοῦ παρόντος τοῦτο μὴ γίνεσθαι• τὸ αὐτὸ δὲ φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ μοναχῶν. Ἀναγνώστου δὲ χειροθεσίαν, ἄδειά ἐστι ἐν ἰδίῳ μοναστηρίῳ καὶ μόνῳ, ἑκάστῳ ἡγουμένῳ ποιεῖν, εἰ αὐτῷ τῷ ἡγουμένῳ ἐπετέθη χειροθεσία παρ' ἐπισκόπου πρὸς προεδρίαν ἡγουμένου, δηλονότι ὄντος αὐτοῦ πρεσβυτέρου. Ὡσαύτως καί κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος, τοὺς χωρεπισκόπους κατ' ἐπιτροπὴν τοῦ ἐπισκόπου δεῖ προχειρίζεσθαι ἀναγνώστας.
Κανὼν ΙΕ'
Κληρικὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος μὴ καταταττέσθω ἐν δυσὶν ἐκκλησίαις• ἐμπορίας γὰρ καὶ αἰσχροκερδείας τούτου ἴδιον, καὶ ἀλλότριον ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας. Ἠκούσαμεν γὰρ ἐξ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς φωνῆς, ὅτι, Οὐ δύναταί τις δυσὶ κυρίοις δουλεύειν• ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ τοῦ ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Ἕκαστος οὖν, κατὰ τὴν ἀποστολικὴν φωνήν, ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἐν τούτῳ ὀφείλει μένειν, καὶ προσεδρεύειν ἐν μιᾷ ἐκκλησίᾳ. Τὰ γὰρ δι' αἰσχροκέρδειαν γινόμενα ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀλλότρια τοῦ Θεοῦ καθεστήκασι. Πρὸς δὲ τὴν τοῦ βίου τοῦτου χρείαν, ἐπιτηδεύματά εἰσι διάφορα. Ἐξ αὐτῶν οὖν, εἴτις βούλοιτο, τὰ χρειώδη τοῦ σώματος ποριζέσθω• ἔφη γὰρ ὁ Ἀπόστολος, Ταῖς χρείαις μου, καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖραις αὖται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτω πόλει• ἐν δὲ τοῖς ἔξω χωρίοις, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀνθρώπων, παραχωρείσθω.
Κανὼν ΙΣΤ'
Πᾶσα βλακεία, καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαί εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἑαυτοὺς κοσμοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, δι' ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν, τούτους διορθοῦσθαι χρή• εἰ δ’ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι• ὡσαύτως καὶ τοὺς τὰ μύρα χριομένους. Ἐπεὶ δὲ ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα, μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις. καὶ οἱ ταύτην δεξάμενοι, οὐ μόνον τὰς εἰκονικὰς ἀναζωγραφήσεις ἐβδελύξαντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐλάβειαν ἀπώσαντο, τοῖς σεμνῶς καὶ εὐσεβῶς βιοῦσι προσοχθίζοντες• καὶ πεπλήρωται ἐπ' αὐτοῖς τὸ γεγραμμένον• Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια• εἰ εὑρεθῶσι τοίνυν τινὲς ἐγγελῶντες τοῖς τὴν εὐτελῆ καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν περικειμένοις, δι’ ἐπιτιμίου διορθούσθωσαν. Ἐκ γὰρ τῶν ἄνωθεν χρόνων, πᾶς ἱερατικὸς ἀνὴρ μετὰ μετρίας καὶ σεμνῆς ἀμφιάσεως ἐπολιτεύετο. Πὰν γὰρ ὃ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος• ἀλλ’ οὐδέ ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων πεποικιλμένην ἐσθῆτα ἐνεδέδυντο, οὐδέ τινα προσετίθεσαν ἐτερόχροα ἐπιβλήματα ἐν τοῖς ἄκροις τῶν ἱματίων. Ἤκουσαν γὰρ ἐκ τῆς θεοφθόγγου γλώσσης, ὅτι οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.
Κανὼν ΙΖ'
Τινὲς τῶν μοναχῶν καταλιπόντες τὰ ἑαυτῶν μοναστήρια, ὡς ἐφιέμενοι τοῦ ἄρχειν, καὶ τὸ ὑπακούειν ἀπαναινόμενοι, ἐγχειροῦσι κτίζειν εὐκτηρίους οἴκους, τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν μὴ ἔχοντες. Εἴ τις οὖν τοῦτο ἐπιχειρήσοι ποιεῖν, κωλυέσθω ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου• εἰ δὲ τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν ἔχοι, τὰ βεβουλευμένα αὐτῷ εἰς πέρας ἀγέσθωσαν. Τὸ αὐτὸ δὲ φυλαττέσθω καὶ ἐπὶ λαϊκῶν, καὶ κληρικῶν.
Κανὼν ΙΗ'
Ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ τοῖς ἔξωθεν, φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος• Τὸ δὲ γυναῖκας ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν ἐπισκοπείοις, ἢ μοναστηρίοις, παντὸς προσκόμματος αἴτιον. Εἴ τις οὖν δούλην, ἢ ἐλευθέραν ἐν ἐπισκοπείῳ κτώμενος φωραθείη, ἢ ἐν μοναστηρίῳ, πρὸς ἐγχείρησιν διακονίας τινός, ἐπιτιμάσθω• ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ καὶ τύχοι ἐν προαστείοις γυναῖκας εἶναι, καὶ θελήσοι ἐπίσκοπος, ἢ ἡγούμενος, πορείαν ἐν τῆς ἐκεῖσε ποιήσασθαι, παρόντος ἐπισκόπου, ἢ ἡγουμένου, μηδόλως ἐγχείρησιν διακονίας ποιείσθω κατ' ἐκεῖνον τὸν καιρὸν γυνή, ἀλλ’ ἰδιαζέτω ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἕως ἂν τὴν ἐπαναχώρησιν ποιήσηται ὁ ἐπίσκοπος, διὰ τὸ ἀνεπίληπτον.
Κανὼν ΙΘ'
Τοσοῦτον κατενεμήθη τῆς φιλαργυρίας τὸ μῦσος εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν ἐκκλησιῶν, ὥστε καί τινας τῶν λεγομένων εὐλαβῶν ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ἐπιλαθομένους τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, ἐξαπατηθῆναι, καὶ διὰ χρυσίου τὰς εἰσδοχὰς τῶν προσερχομένων τῷ ἱερατικῳ τάγματι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ, ποιεῖσθαι. Καὶ γίνεται, ὧν ἡ ἀρχὴ ἀδόκιμος, καὶ τὸ πᾶν ἀπόβλητον, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος• Οὐδὲ γὰρ Θεῷ, καὶ μαμωνᾷ δουλεύειν ἔξεστιν. Εἴ τις οὖν εὑρεθῆ τοῦτο ποιῶν, εἰ μὲν ἐπίσκοπός ἐστιν, ἢ ἡγούμενος, ἤ τις τοῦ ἱερατικοῦ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω, κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συνόδου. Εἰ δὲ ἡγουμένη, ἐκδιωχθήτω τοῦ μοναστηρίου, καὶ παραδοθήτω ἐν ἑτέρῳ μοναστηρίῳ πρὸς ὑποταγήν. Ὡσαύτως καὶ ἡγούμενος, μὴ ἔχων χειροτονίαν πρεσβυτέρου. Ἐπὶ δὲ τῶν παρὰ γονέων παραδεδομένων δίκην προικώων τοῖς τέκνοις, ἢ ἰδιοκτήτων αὐτῶν πραγμάτων, προσαγομένων, ὁμολογούντων τῶν προσαγόντων ταῦτα εἶναι ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ, ὡρίσαμεν, κἄν τε μείνῃ, κἄν τε ἐξέλθῃ, μένειν αὐτὰ ἐν τῷ μοναστηρίῳ, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ, εἰ μὴ εἴη αἰτία τοῦ προεστῶτος.
Κανὼν Κ'
Ἀπὸ τοῦ παρόντος ὁρίζομεν, μὴ γίνεσθαι διπλοῦν μοναστήριον, ὅτι σκάνδαλον καὶ πρόσκομμα τοῖς πολλοῖς γίνεται τοῦτο. Εἰ δέ τινες μετὰ συγγενῶν προαιροῦνται ἀποτάξασθαι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ κατακολουθεῖν, τοὺς μὲν ἄνδρας δεῖ ἀπιέναι εἰς ἀνδρῷον μοναστήριον, τὰς δὲ γυναῖκας εἰσιέναι ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ• ἐπὶ τούτῳ γὰρ εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Τὰ δὲ ὄντα ἕως τοῦ νῦν διπλᾶ κρατείτωσαν, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου, καὶ κατὰ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, οὕτω διατυπούσθωσαν• Μὴ διαιτάσθωσαν δὲ ἐν ἑνὶ μοναστηρίῳ μοναχοί, καὶ μονάστριαι• μοιχεία γὰρ μεσολαβεῖ τὴν συνδιαίτησιν. Μὴ ἐχέτῳ μοναχὸς παῤῥησίαν πρὸς μονάστριαν, ἢ μονάστρια πρὸς μοναχόν, ἰδίᾳ προσομιλεῖν• μηδὲ κοιταζέσθω μοναχὸς ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ• μηδὲ συνεσθιέτω μονάστρια κατὰ μόνας. Καὶ ὅτε τὰ ἀναγκαῖα τοῦ βίου παρὰ τοῦ ἀνδρώου μέρους πρὸς τὰς κανονικὰς ἀποκομίζονται, ἔξωθεν τῆς πύλης ταῦτα λαμβανέτω ἡ ἡγουμένη τοῦ γυναικείου μοναστηρίου, μετὰ γραός τινος μοναστρίας. Εἰ δὲ συμβῇ, συγγενῆ τινὰ ἐθέλειν θεάσασθαι μοναχόν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης, ταύτῃ προσομιλείτω διὰ μικρῶν καὶ βραχέων λόγων, καὶ συντόμως ἐξ αὐτῆς ὑπαναχωρείτω.
Κανὼν ΚΑ'
Οὐ δεῖ μοναχόν, ἢ μονάστριαν, καταλιμπάνειν τὴν οἰκείαν μονήν, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ἀπέρχεσθαι. Εἰ δὲ συμβῇ τοῦτο, ξενοδοχεῖσθαι αὐτόν, ἀναγκαῖον• προλαμβάνεσθαι δὲ ἄνευ γνώμης τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, οὐ προσήκει.
Κανὼν ΚΒ'
Θεῷ μὲν τὸ πᾶν ἀνατίθεσθαι, καὶ οὐ τοῖς ἰδίοις θελήμασι δουλοῦσθαι, μέγα χρῆμα τυγχάνει. Εἴτε γὰρ ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, ὁ θεῖος Ἀπόστολός φησι, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Χριστὸς δὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις αὐτοῦ, τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων ἐκκόπτειν προστέταχεν• οὐ γὰρ ἡ μοιχεία μόνον παρ' αὐτοῦ κολάζεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κίνησις τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὴν τῆς μοιχείας ἐγχείρησιν κατακέκριται• λέγοντος αὐτοῦ• Ὁ ἐμβλέψας γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Ἔνθεν οὖν μαθητευθέντες, λογισμούς ὀφείλομεν καθαιρεῖν. Εἰ γὰρ καὶ πάντα ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει, ὡς ἐξ ἀποστολικῆς φωνῆς διδασκόμεθα. Ἐπανάγκες οὖν ἐστι παντὶ ἀνδρὶ διὰ τὸ ζῇν ἐσθίειν. Καὶ οἷς μὲν ὁ βίος ἐστὶ γάμου, καὶ τέκνων, καὶ λαϊκῆς διαθέσεως, ἀναμίξ ἐσθίειν ἄνδρας καὶ γυναῖκας, τῶν ἀδιαβλήτων ἐστί, μόνον τῷ διδόντι τροφὴν τὴν εὐχαριστίαν προσάγοντας• μὴ μετά τινων θυμελικῶν ἐπιτηδευμάτων, εἴτουν σατανικῶν ᾀσμάτων, κιθαρῶν τε, καὶ πορνικῶν λυγισμάτων, οἷς ἐπέρχεται ἡ προφητικὴ ἀρά, οὑτωσὶ λέγουσα• Οὐαὶ οἱ μετὰ κιθάρας, καὶ ψαλτηρίου, τὸν οἶνον πίνοντες, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι. Καὶ εἴπου ποτὲ εἶεν τοιοῦτοι ἐν τοῖς Χριστιανοῖς, διορθούσθωσαν• εἰ δὲ μή γε, κρατείτωσαν ἐπ' αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν κανονικῶς ἐκτεθέντα. Οἷς δὲ ὁ βίος ἐστίν ἡσύχιος καὶ μονότροπος, ὁ συνταξάμενος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ζυγὸν μονήρη ἆραι, καθίσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσει. Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῖς ἱερατικὸν ἐκλεξαμένοις βίον, οὐδόλως ἔξεστι κατ’ ἰδίαν γυναιξὶ συνεσθίειν, εἰ μή που μετά τινων θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν, καὶ γυναικῶν• ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ. Καὶ ἐπὶ συγγενῶν δὲ τὸ αὐτὸ ποιείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἐν ὁδοιπορίᾳ συμβῂ τὰ τῆς ἀναγκαίας χρείας μὴ ἐπιφέρεσθαι μοναχόν, ἢ ἱερατικὸν ἄνδρα, καὶ διὰ τὸ ἀναγκαῖον καταλῦσαι βούλεται, εἴτε ἐν πανδοχείῳ, εἴτε ἐν οἴκῳ τινός, ἄδειαν ἔχειν αὐτὸν τοῦτο ποιεῖν, ὡς τῆς χρείας κατεπειγούσης, μόνον μετ’ εὐλαβείας.


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    http://www.egolpion.com/

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...