Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2016

Παθογένειες! Περί αγάμων κληρικών, εκκοσμίκευσης και στο βάθος ο Οικουμενισμός!




Σε μεγάλο «δόκανο» έχει βάλει ο υπουργός Παιδείας κ. Φίλης την ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και όσο διαμαρτύρεται ο Αρχιεπίσκοπος τόσο πιο δύσκολες γίνονται οι καταστάσεις μέσα στην Εκκλησία. Οι έλληνες ιεράρχες καταλαβαίνουν μέρα τη μέρα ότι οι «παχιές αγελάδες» πέρασαν ανεπιστρεπτί. Ωστόσο εκτός από μερικές σποραδικές φωνές αυτογνωσίας δεν έχει γίνει σωστή αποτίμηση της καταστάσεως μέσα στους κόλπους της διοικούσας εκκλησίας.
 Σύμφωνα με τις πανάρχαιες αντιλήψεις που πολυτρόπως διατυπώνονται στην Αγία Γραφή και την ιερά Παράδοση ο Θεός παραδίδει το λαό του και την Εκκλησία του σε αντίπαλες ηγεσίες για δύο λόγους ή για να τους τιμωρήσουν όταν το κακό δεν μπορεί να διορθωθεί αλλιώς ή για να τους δοκιμάσουν προσωρινά και να φανεί η πίστη τους. Στην προκειμένη περίπτωση ο Φίλης είναι απλά το «μαστίγιο του Θεού» και όσο και αν φαίνεται ότι ενεργεί αυτοβούλως είναι στην πραγματικότητα «θεϊκό» όργανο.
  Για πιο λόγο ο Πανάγαθος Θεός μας «φόρτωσε» το Φίλη και την άθεη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Την απάντηση ας την δώσει ο καθένας μόνος του αφού ακούσει ένα γεγονός που έγινε την εβδομάδα που πέρασε και αφού το αξιολογήσει βάσει των Ιερών Κανόνων και των σχετικών Νόμων που ισχύουν πολλές δεκαετίες σε αυτό το Κράτος:
Σε ιερατική Σύναξη που έγινε πριν λίγες μέρες στην Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού ο προσκεκλημένος ομιλητής, μητροπολίτης Καισαριανής κ. Δανιήλ, καταφέρθηκε με βίαιο τρόπο κατά εκείνων που θέλουν να περικόψουν τους μισθούς των αγάμων κληρικών-εφημερίων και δεν δέχονται να πληρώνονται οι άγαμοι όπως και έγγαμοι. Έφτασε μάλιστα έναν εκπρόσωπο του ΙΣΚΕ (Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος) να το απειλήσει ωμά και τελικά εγκατέλειψε ο ίδιος την αίθουσα διαμαρτυρόμενος μέχρις ότου αυτός ο κληρικός  απεβλήθει της αιθούσης και έτσι επανήλθε ο μητροπολίτης. Αυτό το γεγονός δείχνει το τεράστιο θέμα που υπάρχει μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή την παθογένεια που σχετίζεται με την διαχείριση των οικονομικών και την συναφή άνεση που έχουν επιτύχει οι Αρχιερείς για τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους.

 Η Εκκλησία δεν γνωρίζει «τρίτο φύλο» κληρικών. Έχει τους εγγάμους για τις ενορίες και τους ιερομονάχους για τα μοναστήρια. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ΜΟΝΟΝ έγγαμοι κληρικοί διορίζονται εφημέριοι (άρθρον 37 παρ. 2). Κατ εξαίρεσιν δε διορίζονται ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ άγαμοι κληρικοί ως εφημέριοι, δηλαδή ιερομόναχοι, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα να διορισθούν έγγαμοι. Η εξαίρεση στις μέρες μας έγινε Κανόνας, το προσωρινό έγινε οριστικό  και σε τέτοιο μάλιστα σημείο που όταν πηγαίνει κάποιος έγγαμος να ζητήσει από τον Επίσκοπο να γίνει κληρικός ερωτάται «είσαι έγγαμος; Αν είσαι έγγαμος φύγε. Αν είσαι άγαμος μείνε για τα περαιτέρω». Λένε μάλιστα ότι μετά την οικονομική κρίση, αυτή η πρακτική έχει καθιερωθεί κατόπιν αποφάσεως και της Ιεράς Συνόδου. Τώρα δηλαδή, που θα έπρεπε να στηριχθούν οι πολυμελείς ευσεβείς οικογένειες, τώρα που το κράτος δίνει μόρια για διορισμό σε όσους έχουν παιδιά η επίσημη Εκκλησία τραβάει άλλο δρόμο… Ζητάει τα μοναχικά άτομα, οι άγαμοι κληρικοί, να πληρώνονται όπως οι οικογενειάρχες.
 Βέβαια η άγαμοι κληρικοί είναι τα πρωτοπαλήκαρα των Επισκόπων και πρέπει να έχουν λεφτά για να προσφέρουν απερίσπαστοι τις υπηρεσίες τους. Εκτός αυτού διορίζονται σε πλούσιες Ενορίες για να έχουν επιπλέον και επιμίσθιο. Τελικώς ένας άγαμος αρχιμανδρίτης έχει περισσότερα έσοδα από ότι ένας έγγαμος με 2-3 ή πολλές φορές 10 και 12 παιδιά. Αυτή η κατάφορη ανισότητα σε καιρούς χαλεπούς που όλη η Ελληνική Κοινωνία βράζει από την οικονομική καταπίεση δεν έχει απασχολήσει την Ιεραρχία. Ενώ θα περίμενε κανείς η ίδια η Εκκλησία να βάλει φραγμό και να ζητήσει το μισό μισθό τουλάχιστο των αγάμων κληρικών για να βοηθήσει όσους κληρικούς είναι σήμερα άμισθοι απειλεί και ταράζει τους εγγάμους ιερείς μη τυχόν και αμφισβητήσουν τα εισοδήματα των αγάμων αρχιμανδριτών. Έτσι η παθογένεια μέσα στην κτιστή Εκκλησία πολλαπλασιάζεται. Όλοι πλέον βλέπουν το ενδιαφέρον των περισσοτέρων Επισκόπων να επικεντρώνεται  στην οικονομική τους άνεση και μαζί με αυτούς στη ομάδα των αγάμων που τους περιστοιχίζει, μέσα από τους οποίους οι ίδιοι θα εκλέξουν εν καιρώ τους διαδόχους τους.
Ο κ. Φίλης, ώς «νεοορθόδοξος» που υπήρξε κάποτε, γνωρίζει «που πονάει και που σφάζει», έχει και την Άνωθεν ανοχή και θα βάλει, όπως φαίνεται, το μαχαίρι μέχρι το κόκκαλο. Εκτός και αν μετανοήσουμε ειλικρινά, κληρικοί και λαϊκοί, οπότε δεν θα ξέρει ο πολυπληθής κ. Υπουργός που να κρυφτεί…
το είδαμε εδώ

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2015

Ιησού Χριστέ μας σ’ ευχαριστούμε που φώτισες το λαό μας



Ιησού Χριστέ μας Πανάγαθε, σ’ ευχαριστούμε που φώτισες τα αριστερά και τα δεξιά παιδιά Σου και από κοινού κατέκτησαν αυτήν την ιστορική και (έπειτα θα αποδειχθεί) πνευματική ΝΙΚΗ. 

Δεν είναι μόνο η διαφορά στα ποσοστά που κάνει τη ΝΙΚΗ μεγάλη, αλλά είναι η σοβαρότητα του γεγονότος (ερωτήματος) και οι συνθήκες βίας που ασκήθηκαν ανέντιμα από τα εχθρικά μέσα ενημερώσεως στη συνείδηση του πονεμένου λαού μας, για να φοβηθεί, να απελπιστεί και να παραδοθεί αμαχητί στη συνομωσία των εκμεταλλευτών της Δύσεως. Άρα αυτή η νίκη είναι πύρεια.

Τα δεξιά και αριστερά παιδιά του Ιησού Χριστού μας έκαναν την υπέρβασή τους, η οποία θα είναι κομβικό σημείο αναφοράς από τις επόμενες γενεές των Ελλήνων έως συντελείας του αιώνος.

Η υπερβατική απόφαση του ΟΧΙ δείχνει πνευματική κατάσταση υψηλή. Όμως η ροπή του λαού μας τα τελευταία χρόνια προς την πολυσχιδή αμαρτία (σοδομισμός, ανωμαλία, μοιχεία, πορνεία, ναρκωτικά, εκτρώσεις, διαλυμένες οικογένειες, απώλεια των αρετών του γένους ημών και αποδοχή των συνηθειών ζωής από τη Δύση) αποδεικνύουν ότι πιάσαμε πνευματικό «πάτο».

Ερώτηση: Από πού πήρε δύναμη αυτός ο εν παραλυσία λόγω των αμαρτιών λαός και έκανε αυτή την ΑΝΑΤΡΟΠΗ προς το καλό και αγαθό;     

Απάντηση: Υπεύθυνη γι’ αυτό το θαύμα είναι η «πανίσχυρος δεξιά του Υψίστου Ιησού Χριστού μας».

Απόδειξη: Θα χρησιμοποιήσω και πάλι και ποτέ δε θα κουραστώ να χρησιμοποιώ το μεγάλο αστέρι μας στον ουρανό Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ο Άγιος μας φωτισμένος από το Πνεύμα το Άγιο είπε ότι: «Ο Θεός από καταβολής κόσμου εδημιούργησε το γένος των Ελλήνων για να γίνει διδάσκαλος της ανθρωπότητος». Δεν είναι λοιπόν το θέμα ότι εμείς αξίζουμε, αλλά ότι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου μας ΕΠΕΛΕΞΕ. Αφού μας επέλεξε, όποτε κινδυνεύουμε μας σώζει, όπως τώρα. Η επιτυχία λοιπόν του ΟΧΙ δεν οφείλεται στα αντιμνημονιακά κόμματα, που και αυτά έπαιξαν το θετικό ρόλο τους, αλλά στην ευλογία του θέλοντος Χριστού.  
  
Ο ευσεβής και ηρωικός λαός μας στη διάρκεια των χιλιετηρίδων και πάλι και πολλάκις, εχαροποίησε τον Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου ποιώντας το θέλημά Του, το ίδιο θα κάνει και τώρα ο λαός μας σε λίγο χρόνο, όταν αρχίσει η πνευματική του ανάταση. Αυτή αναμένεται να εκδηλωθεί με την Αναλαμπή της Ορθοδοξίας μετά την επιστροφή της Βασιλεύουσας, όπως μας έχει αποκαλύψει ο Άγιος Παίσιος. Θα αρχίσει όμως να γίνεται φανερό από την αρχή των επιτιμίων που θα ζήσει ο ελληνικός λαός στο εγγύς μέλλον.

Η συνοχή του έθνους ετοιμάσθηκε από τον Θεό

Άλλο ένα παράδοξο θαύμα εμπεριέχεται στη νίκη του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος. Οι αλληλοσπαρασόμενοι έως χθες αριστεροί και δεξιοί, ομονόησαν ξαφνικά και από κοινού έδωσαν την ΠΕΙΡΙΑ ΝΙΚΗ.

Αυτό που δεν έκανε η Εκκλησία αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου για να μονιάσουν και αγαπήσουν δεξιοί και αριστεροί και το έθνος να πορευθεί εν ειρήνη, γιατί πάντοτε η επίσημη Εκκλησία ήταν κλασική οργάνωση των δεξιών κομμάτων (ΕΡΕ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), έως και σήμερα που η Διοικούσα Εκκλησία πήρε θέση υπέρ των νέων Γερμανών Καρλομάγνων, το έκανε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Δηλαδή ευλόγησε τα παιδιά του, χωρίς να παραβιάσει το αυτεξούσιο κανενός (τί μεγαλείο έχουν οι ενέργειές Του) να ομονοήσουν και ομονόησαν, όχι μόνον τα δύο ΚΚΕ όπως θα λέγαμε παλαιότερα, μεταξύ τους και με τους ΑΝΕΛ (δημοκράτες δεξιοί), αλλά τα ΚΚΕ με την άκρα δεξιά. Λίγο το ‘χετε;

Ας προσέξουν πάρα πολύ καλά αυτοί που για ψύλλου πήδημα άρπαζαν την ευκαιρία και εις ανάμνηση αδικιών της μιας ή της άλλης παρατάξεως που διεπράχθησαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αλληλοεσπαράσοντο στα ΜΜΕ και περνούσαν την κακία του εμφυλίου και στις επόμενες γενιές, χωρίς αυτός να έχει ποτέ τελειωμό. Προσέξτε, γιατί αυτή η σύγκληση αντιθέτων ιδεολογιών αλλά κοινών προαιρέσεων στο ΟΧΙ είναι σχέδιο και ενέργεια Θεού. Μη γίνεστε θεομάχοι, προστατέψτε την εθνική συνοχή. Ο Θεός μας θέλει όλους ενωμένους.

Λίγα πατερικά και πατριωτικά λόγια για τους αδελφούς μας που πλανήθηκαν και ψήφισαν ΝΑΙ

Αν αγαπητοί μου αδελφοί, αναγνώσετε το κείμενο, που προηγείται, έχετε ήδη στο χέρι την απάντηση στην αντιορθόδοξη και αντιπατριωτική ψήφο σας.

Τρανά αποδεικνύεται ότι η Χάρις του Θεού μας επεσκίασε, δυνάμωσε, ένωσε και ανέδειξε τις προαιρέσεις των Ελλήνων που ήταν υπέρ του ΟΧΙ.

Μη μένετε στο λογισμό ότι πράξατε άριστα με το ΝΑΙ, γιατί η κατάσταση η δύσκολη για όλους μας που αρχίζει τώρα, θα σας οδηγήσει με την προπαγάνδα από τη Δύση μέσω των εδώ δορυφόρων τους, στη θεομαχία. Διαβάστε σας παρακαλώ με περισσότερη προσοχή αυτά που ακολουθούν.

Την εννοείτε όταν λέγεται ότι ο Θεός επέτρεψε κάτι κατά παραχώρηση ή κατά ευδοκία; Παραχωρεί ο Θεός να γίνει κάτι που κατά την πανσοφία Του δεν πρέπει να γίνει γιατί του το ζητούν αναρίθμητες προαιρέσεις παιδιών που είναι σε πλάνη. Αφήνει να τρέξει αυτή η επιθυμία των παιδιών Του ο Θεός να αποτύχουν τα παιδιά Του και λόγω της αποτυχίας να καταλάβουν το λάθος των και έτσι να επιστρέψουν στο Θεό εν μετανοία και να τον παρακαλέσουν να τους δείξει το θέλημά Του πλέον. Ο Θεός επιτρέπει να γίνει κάτι κατά ευδοκία, όταν κατά την πανσοφία Του προγραμματίζει από την αρχή την σωτηριολογική έκβαση του γεγονότος που ευλογεί. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε σωτηρία. Στην πρώτη λόγω μετανοίας και επιστροφής προς τον Θεό και στη δεύτερη λόγω πίστεως και υπακοής στο θέλημά Του από την αρχή.

Ας επιστρέψουμε στα καθ΄ημάς. Ο Άγιος Νεκτάριος σας θυμίζω ότι είπε «Ο Θεός μας επέλεξε ως γένος να κάνουμε το θέλημά Του». Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μας είπε ότι «λόγω του πλήθους των αμαρτιών μας, ο Θεός επειδή θέλει να μας σώσει και εν μετανοία να εκτελέσουμε το θέλημά Του, κατ΄ευδοκία θα επιτρέψει πείνα ολίγων μηνών». Μας έχει περιγράψει και το αποτέλεσμα. Θα είναι λαμπρό. Ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων που τώρα είναι κολλημένο στην αμαρτία θα μετανοήσει. Το λίμα του 2,5% των εν μετανοία Χριστιανών που είναι σήμερα θα γίνει περισσότερο από 20% και όχι μόνο αυτό, αλλά και οι μοναχοί και μοναχές που θα αναδειχθούν από αυτή την μετάνοια θα είναι καλύτεροι από εμάς τους τωρινούς μοναχούς. Βλέπετε τι μας αποκαλύπτουν οι Άγιοι; Βλέπετε ενδιαφέρον και αγάπη Χριστού για το γένος ημών των Ελλήνων Ρωμιών;

Αν δεν λάβετε σοβαρά αυτά που μόλις αναγνώσατε και όταν αρχίσει η πείνα, πηγαίνετε και ονειδίζετε τους αδελφούς μας που ψήφισαν ΟΧΙ, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την πείνα, τότε καταδικάζετε τον εαυτό σας δύο φορές.

1)Γίνεστε θεομάχοι, γιατί ο Θεός ευδόκισε την πείνα για την σωτηρία μας και

2)Ο Ιησούς μας, μας είπε ότι αν κάποιος ονειδίσει ένα των μικρών τούτων αδελφών μου, τον συμφέρει να δέσει στο λαιμό του ένα λίθο του μύλου και να πέσει στη θάλασσα.

Επιστρέψτε αδελφοί μου γρήγορα στο ποίμνιο του Χριστού, απομακρυνθείτε από την αίρεση των νέων Καρλομάγνων. Πιο απλά, ελάτε με τους τσολιάδες, εγκαταλείψτε τους Γερμανοτσολιάδες. Αμήν. Αν χρειαστεί να εγκαταλείψετε και τους πνευματικούς σας, που σας είπαν να ψηφίσετε ΝΑΙ, να το πράξετε αμέσως, γιατί είναι ανόσιοι. Θα σας τρελάνουν αν μείνετε μαζί τους. Είναι βαριά άρρωστοι με την ασθένεια του Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας. Δεν έχουν χάρη Θεού για να διακρίνουν το καλό της Πίστεως και της πατρίδας. Γι’ αυτό σας οδήγησαν στο δοσιλογικό ΝΑΙ.

Αγαπημένε μου Ιησού Χριστέ, σε παρακαλώ πρόσθε Πίστη και δύναμη στους πάσχοντας Έλληνες για να αντέξουν στα δύσκολα και δώσε ειλικρινή και μακροχρόνια μετάνοια και τη σωτηρία των ψυχών αυτών. Σε ευχαριστώ.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη
Παναγία Αρβανίτισσα
να σας ευλογούν.
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός
Αγιορείτης
                          πηγή

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2015

ΤΑ..."ΤΣΑΝΑΚΙΑ"



Με αφορμή την συζήτηση που ξεκίνησε,ως μη όφειλε, για τον "χωρισμό" Εκκλησίας και Πολιτείας ,μου έρχεται στο νου μια σχετική κουβέντα που είχαν στις αρχές του 1976 ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ με τον τότε Πρωθυπουργό,επίσης μακαριστό,Κωνσταντίνο Καραμανλή και σας την μεταφέρω χωρίς σχόλια.
Κ.Καραμανλής : Μακαριώτατε νομίζω πως ήρθε η ώρα να χωρίσουμε τα τσανάκια μας.
Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ :Πρόεδρε το δικό σου μαγαζί να κοιτάξεις εκεί είναι το πρόβλημα,το δικό μου είναι γωνία,όποτε θες έλα να τα χωρίσουμε.
πηγή

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

«ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» ΤΣΙΠΡΑ ΣΕ ΙΕΡΩΝΥΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
              ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
«Ευχαριστώ» Τσίπρα σε Ιερώνυμο για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας

Επιστολή στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμο απέστειλε ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας.
Στην επιστολή του, ο πρωθυπουργός ευχαριστεί «από καρδιάς» τον Αρχιεπίσκοπο για τη σημαντική αναφορά του, σχετικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας προς όφελος του ελληνικού Δημοσίου.
«Σε μια συγκυρία που ασκείται για πολιτικούς λόγους πολύ μεγάλη πιστωτική πίεση στα δημόσια οικονομικά, πρωτοβουλίες σαν τη δική Σας μπορούν να δώσουν πραγματικές ανάσες προς όφελος όχι μόνο των κρατικών ταμείων, αλλά του κοινωνικού συνόλου γενικά», γράφει, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός.
Διαβάστε ολόκληρη την επιστολή:
«Μακαριότατε,
Χριστός Ανέστη. Σας μεταφέρω τις θερμότερες ευχές μου για την μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας της οποίας το χαρμόσυνο μήνυμα Αγάπης αφορά όχι μόνο τους πιστούς αλλά το σύνολο της ανθρωπότητας.
Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον την συνέντευξη Σας σε τηλεοπτικό σταθμό το Μεγάλο Σάββατο και θα ήθελα να Σας ευχαριστήσω από καρδιάς για την πολύ σημαντική αναφορά Σας σχετικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου. Σε μια συγκυρία που ασκείται για πολιτικούς λόγους πολύ μεγάλη πιστωτική πίεση στα δημόσια οικονομικά, πρωτοβουλίες σαν τη δική Σας μπορούν να δώσουν πραγματικές ανάσες προς όφελος όχι μόνο των κρατικών ταμείων, αλλά του κοινωνικού συνόλου γενικά καθώς, όπως Εσείς πολύ καλά γνωρίζετε, η Πολιτεία έχει ανάγκη κάθε δυνατής υποστήριξης προκειμένου να αντιμετωπίσουμε από κοινού την ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την χώρα μας και τους ανθρώπους της τα τελευταία χρόνια.
Πέρα όμως από το άμεσο υλικό αποτέλεσμα, η πρωτοβουλία Σας έχει ταυτόχρονα θετικότατο αντίκτυπο στο φρόνημα όλων μας. Στέλνει μήνυμα γενικής συσπείρωσης σε αυτή τη δύσκολη στιγμή των προκλήσεων τις οποίες καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ενωμένοι. Δείχνει επίσης ότι το μεγάλο όπλο μας απέναντι στην κρίση είναι η αλληλεγγύη, η έγνοια και η φροντίδα για τον άλλο, τον πλησίον. Φανερώνει, τέλος, ότι η Εκκλησία εισακούει τα κελεύσματα των καιρών και ανταποκρίνεται στα μεγάλα αιτήματα της κοινωνίας.
Με την ευκαιρία που μου δίνεται από την παραπάνω αναφορά Σας θα ήθελα να Σας προτείνω την άμεση ενεργοποίηση της «Επιτροπής για τη μελέτη και επίλυση θεμάτων που απασχολούν την Εκκλησία της Ελλάδος» προκειμένου να εκκινήσει άμεσα ο διάλογος για την επεξεργασία σχεδίου υλοποίησης της πρότασης Σας.
Με Σεβασμό και Τιμή
Ο Πρωθυπουργός,
Αλέξης Τσίπρας».


 πηγή

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014

Σάν παραμύθι




ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Mιά φορά κι ἕναν καιρό ἦταν ἕνας καλός βασιλιάς, πού κυβερνοῦσε τήν πιό ὄμορφη χώρα τοῦ κόσμου. Ὁ καλός αὐτός βασιλιάς εἶχε καί φίλους καί συνεργάτες, βοηθούς καί ὑπουργούς, φύλακες καί βιγλάτορες, γιά να ἀγρυπνοῦν πάνω στίς σκοπιές τους και νά βλέπουν ἀπό μακριά τόν ἐχθρό, τους λύκους καί τούς κλέφτες.
Μιά μέρα, κάποιοι ἀπό τούς κλέφτες καί τούς λύκους, πού παρουσιάζονταν τώρα μέ ἀρνίσιες προβιές καί πρότειναν ὡραῖα «μέτρα γιά τήν εἰρηνική συμβίωση λύκων καί προβάτων», εἶπαν σέ μερικούς ἀπό τούς φύλακες: Δέν εἶναι καλύτερα για ὅλους μας νά ζοῦμε εἰρηνικά καί σεῖς να μήν κουράζεστε ἐπί σκοπόν ἀγραυλοῦντες;

Μερικοί φύλακες πίστεψαν στίς διαβεβαιώσεις αὐτές. Τί θά γινόταν ὅμως μ᾽ αὐτούς ἀπό τούς τσομπάνηδες-φύλακες, τά σκυλιά καί τά πρόβατα, πού θά διατηροῦσαν σοβαρές ἐπιφυλάξεις γιά την εἰλικρίνεια τῶν χαμογελαστῶν καί κουστουμαρισμένων λύκων; Ἡ πρόταση τῶν εἰρηνικῶν λύκων πρός τούς εὔπιστους βιγλάτορες ἦταν νά ἀπομονωθοῦν οἱ ἀπόψεις αὐτές ὡς «ἀκραῖες» καί «ρατσιστικές».
Οἱ εἰρηνικοί λύκοι πρότειναν μάλιστα νά ψηφισθεῖ νόμος, πού θά ἐπέσυρε βαριές ποινές γιά ὅσους θά ἀμφισβητοῦσαν τό νέο μοντέλο συνύπαρξης λύκων και προβάτων στή νέα «πολυπολιτισμική» κοινωνία, πού πρότειναν.
Πρός τόν σκοπό αὐτόν ἐπιστράτευσαν καί ὅλη τήν ἐπιχειρηματολογία, πού εἶχε τά τελευταῖα χρόνια ἀναπτυχθεῖ γύρω ἀπό τά λεγόμενα βασικά δικαιώματα. Ἕνα ἀπό αὐτά ἦταν, ὅπως ὑποστήριζαν, καί τό δικαίωμα τοῦ λύκου νά μπαίνει στό μαντρί ἐλεύθερα.
Αὐτό τό «δημοκρατικό δικαίωμα» διεκδικοῦσαν ἐδῶ καί χρόνια καί οἱ ἀλεποῦδες. Νά μπαίνουν, δηλαδή, ἐλεύθερα στό κοτέτσι, γιά νά δημιουργήσουν, ὅπως ἔλεγαν, μιά ἀνοιχτή «πολυπολιτισμική» κοινωνία ὀρνίθων καί ἀλεπούδων.
Οἱ ἴδιες βαριές ποινές θά προβλέπονταν καί γιά ὅσους θά ἐπέμεναν νά θυμοῦνται καί νά διηγοῦνται στά νεώτερα πρόβατα καί τσομπανόσκυλα τίς παλιές ἐκεῖνες ἡρωϊκές ἱστορίες αὐτοθυσίας τῶν ποιμένων καί τῶν σκυλιῶν, γιά νά σώσουν τό κοπάδι ἀπό τούς λύκους.
Ὡστόσο, ἡ μύτη τῶν περισσοτέρων ἐκπαιδευμένων σκυλιῶν «ἔπιανε» ὅτι στο βάθος κάτι δέν πήγαινε καλά σ᾽ αὐτή την ἱστορία. Αὐτοί ὅμως, πού ἔκαναν κουμάντο ἀπό πάνω, ἄλλοτε τούς διαβεβαίωναν νά μή φοβοῦνται, διότι «ἔχουσι γνῶσιν οἱ φύλακες», καί ἄλλοτε ἄφηναν καί καμμιά ἀδιόρατη ἤ σαφῆ ἀπειλή, ὅτι δέν θά γίνουν δεκτές «συμπεριφορές διασπαστικές». Ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νά διαφυλαχθεῖ, ὅπως ἔλεγαν, «ἡ ἑνότης τοῦ σώματος».
Ἔτσι εἶχαν, μέχρι προσφάτως, τά πράγματα στή χώρα τοῦ καλοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος παρακολουθοῦσε μέν ἄγρυπνα τά πάντα, ἤθελε ὅμως νά δεῖ πῶς θά διαχειρισθοῦν τήν κατάσταση οἱ φίλοι του (ἔτσι τούς ὀνόμαζε) ποιμένες, τά σκυλιά καί τά πρόβατα, γιατί τούς εἶχε κάνει ὅλους ἐλεύθερους καί ἡ μεγάλη του χαρά ἦταν νά τούς βλέπει νά ἀξιοποιοῦν σωστά αὐτό τό μεγάλο του δῶρο.
Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω καί ὁ νοῶν νοήτω.

"Παρακαταθήκη" - Τεύχος 97

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2014

ΗΜΕΙΣ ΜΩΡΟΙ…Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Τυρνάβου κ. Ιγνατίου


MHTROPOLITHS LARISAS
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
 Λαρίσης καὶ Τυρνάβου
κ. Ιγνατίου

Εἶναι διάχυτο ἕνα παράξενο πνεῦμα, τὸν τελευταῖο καιρό, στοὺς κύκλους μας. Ἄνθρωποι διάφοροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, εἰδικοὶ καὶ ἄσχετοι, προσπαθοῦν νὰ μᾶς περάσουν τὸ μήνυμα ὅτι τὰ πράγματα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ἐκκλησιαστικά, καὶ εἰδικὰ στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν Πολιτεία, ἄλλαξαν. Καὶ νομίζοντας ὅτι ἐμεῖς δὲν τὸ ἔχουμε πολυκαταλάβει αὐτό, προσπαθοῦν νὰ μᾶς τὸ περάσουν. Καὶ ἀκοῦμε σὲ διάφορους τόνους, σ’ ὅλους τοὺς ἤχους καὶ μὲ διάφορα ὑφάκια νὰ μᾶς τὸ λένε αὐτό, ἀπαξιώνοντάς μας καὶ λίγο, θέλοντας νὰ περάσουν τὸ μήνυμα ὅτι ζοῦμε στὸν κόσμο μας, ὅτι δὲν παίρνουμε χαμπάρι τί γίνεται γύρω μας, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ προσαρμοσθοῦμε στὰ νέα δεδομένα κι ὅτι ἑπομένως ἀνάξια κρατᾶμε αὐτὲς τὶς θέσεις κι αὐτὰ τὰ πόστα, τὰ ὁποῖα θἄπρεπε νὰ κατέχουν ἄνθρωποι σὰν κι αὐτούς, ἀτσίδες ποὺ πετοῦν σπίθες καὶ ποὺ χωρὶς νὰ λιμνάζουν καλπάζουν πρὸς τὰ ἐμπρός. Κι ἑπομένως, μ’ αὐτὴ τὴ βραδύτητα στὴν ἀντίληψι ποὺ μᾶς καταλογίζουν, οὔτε λίγο οὔτε πολὺ μᾶς θεωροῦν παρωχημένης ἐποχῆς ἀνθρώπους, ἐκπροσωποῦντας τὴν συντήρησι καὶ τὴν ἀνάσχεσι τῆς προόδου.
Κι ἐμεῖς οἱ «βραδύνοες» τρῶμε κατὰ πρόσωπο τὴν ταμπέλα  τοῦ συντηρητικοῦ καὶ δὲν μιλᾶμε. Δὲν δικαιούμαστε νὰ μιλᾶμε, γιατὶ βλέπεις μιλᾶνε αὐτοὶ ποὺ τὰ κατάλαβαν ὅλα καὶ μποροῦν καὶ ἐγκλιματίζονται εὔκολα στὰ νέα δεδομένα, αὐτοὶ ποὺ ζοῦν τὴν ἐποχὴ τους, ποὺ μποροῦν καὶ τολμοῦν πολλά, ποὺ δὲν ἀναζητοῦν χαμένους θησαυρούς, ἀλλὰ προσγειωμένοι στὰ σημεῖα τῶν καιρῶν μποροῦν νὰ ἐφεύρουν λύσεις δι’ ὅ,τι πρόβλημα ἀνακύπτει καὶ τὰ καταφέρνουν θαυμάσια. Κι ἐνῷ ἔχουν τὴν φούρια νὰ τρέξουν πρὸς τὰ ἐμπρός, μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα γι’ αὐτοὺς μάτια μας, ἀσχολοῦνται κάπου-κάπου καὶ μὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς ἀφυπνίσουν. Νὰ ξυπνήσουμε ἐπὶ τέλους. Νὰ καταλάβουμε ὅτι ἄλλαξαν τὰ πράγματα. Πᾶμε μπρός, δὲν πᾶμε πίσω. Κι ἐμεῖς, κουνῶντας συγκαταβατικὰ τὸ κεφάλι, κάνουμε τὸν κουτὸ καὶ ἀκοῦμε, ἀκοῦμε… καὶ ὅσο ἀκοῦμε παίρνουν διαστάσεις. Γιατὶ σοῦ λέει, βλέπεις πῶς τὸν ἐκπλήσσω; Σιγὰ-σιγὰ θὰ τὸν κάνω νὰ καταλάβῃ. Κι ἔρχομαι τώρα καὶ τοῦ λέω: Τί νὰ καταλάβω, ἀδελφὲ μου; Τὶ κατάλαβες ἐσύ, κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω; Μᾶλλον πρέπει νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἐσὺ ἀνεύθυνα, χαλαρὰ κι ἐπικίνδυνα εἶπες τὸ μεγάλο ναί. Ναί, «ἐλᾶτε καταστρέψτε μας κι ἐμεῖς θὰ ζοῦμε στὰ ἐρείπια». Θὰ μάθουμε νέες τεχνικὲς νὰ διορθώνουμε τὰ ἐρείπια. «Ἐλᾶτε, χαλάστε». «Τὸ ξέρουμε θὰ χαλάσετε. Ἀλλὰ ἐμεῖς σὰν ἔξυπνοι θὰ ἐξεύρουμε πρακτικὲς καινούργιες νὰ σαρώνουμε  τὰ χαλάσματα. Καὶ στὸ κάτω-κάτω, τοὐλάχιστον ἔχουμε ἥσυχη τὴ συνείδησί μας γιατὶ ἐμεῖς δὲν χαλᾶμε. Ἐσεῖς χαλᾶτε. Ἐμεῖς δὲν καταστρέφουμε. Ἐσεῖς καταστρέφετε». Αὐτοὶ ὅμως ποὺ καταστρέφουν, φίλε μου, δὲν εἶναι οἱ θεματοφύλακες αὐτῶν ποὺ καταστρέφουν. Ἡ ἐξυπνάδα σου δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλεῖται στὸ γεγονὸς νὰ καταλάβῃς τὴν καταστροφή. Ἡ ἐξυπνάδα εἶναι νὰ λὲς ὄχι στὴν καταστροφή. Τώρα, ποιό εἶναι πιὸ βολικὸ βρές το ἐσύ. Γιατὶ ἂν ἔτσι τὰ μετρᾶς, ἐγὼ θέλω νἆμαι συντηρητικός. Ὅπως τὸν ἐννοεῖς ἐσὺ ὅμως «ὁ ἔξυπνος» τὸν συντηρητισμό. Θέλω νὰ μὲ λὲς ἐσὺ συντηρητικὸ γιατὶ ἔτσι φανατίζομαι στὸν συντηρητισμὸ μου καὶ τὸν ὑπερασπίζομαι. Ἂν εἶναι συντηρητικὸ νὰ θέλω νὰ διδάσκωνται οἱ νέοι βλαστοὶ τοῦ ἔθνους μας τὴν πίστι τῶν πατέρων τους, ναὶ θέλω νὰ εἶμαι καὶ εἶμαι συντηρητικός. Ἂν εἶναι συντηρητισμὸς νὰ θέλω Ἱερεῖς στὶς Ἐνορίες καὶ Θεολόγους στοὺς Ἄμβωνες, ναὶ εἶμαι συντηρητικὸς καὶ τὸ καυχιέμαι. Ἂν εἶμαι συντηρητικὸς γιατὶ θέλω νὰ μὴν καταργηθοῦν αὐτὰ ποὺ κερδηθήκανε μὲ ἀγῶνες καὶ αἵματα, ναὶ θέλω ὣς καὶ τὸ αἷμα μου νὰ δώσω καὶ ζητῶ τὴ θεία βοήθεια γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ καταλυθῆ τίποτε ἀπὸ ὅσα εἴχαμε!
Ἀλλὰ ἀντίθετα, σήμερα ποὺ ἡ πρόοδος καλπάζει πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ διάφορα τεχνικὰ μέσα εἶναι στὴ διάθεσί μας, ναὶ θέλω ὅλα νὰ τὰ χρησιμοποιήσω γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. Δὲν θέλω νὰ ἀπαξιωθοῦν τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς καὶ ἱστορίας. Δὲν θέλω νὰ καταργηθοῦν οἱ Θεολογικὲς Σχολές, δὲν θέλω, δὲν θέλω… Ἀλλὰ βέβαια ἐσὺ θὰ πῇς, ὅτι «κι ἐγὼ τὰ θέλω αὐτά, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τἄχω  γιατὶ τὰ πράγματα ἄλλαξαν». «Κι ἐγὼ» θὰ πῇς, «δὲν κυνηγάω χίμαιρες, προσγειώνομαι». Ἀλλὰ ἐμένα ὅμως, ἀδελφὲ μου, γιατὶ μοῦ φαίνεται πὼς δὲν τὰ ἤθελες ὅλα αὐτὰ ὅπως τὰ εἴχαμε, καὶ βρίσκεις εὐκαιρία νὰ τ’ ἀλλάξῃς; Καὶ ἄντε, ὅσον ἀφορᾶ τὰ δικὰ σου, κάνε ὅ,τι θέλῃς· ἄλλαξέ τα καὶ χαῖρε μέσα στοὺς νεωτερισμούς σου καὶ τὶς ἐκκοσμικεύσεις σου. Ἐμένα γιατὶ θέλεις σώνει καὶ καλὰ νὰ μὲ ἐντάξῃς στὴν ὁμάδα σου καὶ στοὺς ὁμοίους σου; Ἢ μήπως στὴν οὐσία δὲν μὲ θέλεις καθόλου, ἀλλὰ προτιμᾶς νὰ μὲ βλέπης ἀφ’  ὑψηλοῦ καὶ νὰ μὲ οἰκτείρεις γιὰ τὸν «συντηρητισμό μου»;
Ἀλλὰ δὲν μᾶς λὲς καλύτερα, ἀδελφὲ μου, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν καταλάβαμε, ἐσὺ τὶ κατάλαβες; Γιατὶ ἐγὼ πάλι νομίζω ὅτι οἰκειοποιήθηκες τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ὑπερασπίζεσαι. Δὲν σὲ εἶδα νἄρθῃς νὰ κλάψουμε μαζὶ καὶ νὰ θρηνήσουμε γιὰ ὅ,τι χάνεται. Ἔ, λοιπὸν δὲν συμφωνοῦμε. Κι ἐγὼ μὲν μένω «ἐν οἷς ἔμαθον καὶ ἐπιστώθην» (Β’ Τιμ. γ.14), σὺ δὲ μακάρι νὰ βρῇς σὰν καλὸ παλληκάρι ἄλλο μονοπάτι νὰ φθάσης ἐκεῖ ποὺ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ φθάσω. Ξέρεις ὅμως, ἕνα παληὸ νομικὸ θέσφατο ἔλεγε: «τοῖς μὲν νόμοις παλαιοῖς χρῷ τοῖς δ’ ὄψοις προσφάτοις». Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς νόμους νὰ χρησιμοποιῇς παληοὺς νόμους καὶ νὰ ἐφαρμόζῃς. Ἀλλὰ τροφὲς νὰ τρῶς φρέσκες. Κι ὁ πιὸ παληὸς Νόμος ὅπως ξέρεις εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος Αὐτοῦ ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἐβρ. ιγ.8). Αὐτὸς ποὺ εἶναι «Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν», (Δαν. ζ. 9) ἀλλά ποὺ εἶναι πιὸ σύγχρονος ἀπ’ τὸν πιὸ σύγχρονο, ἀφοῦ μὲ τὴ θεία Πρόνοιὰ Του καλύπτει τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ θὰ τὴν κρατῇ πάντα. Αὐτὸς εἶναι λοιπὸν ὁ πολικὸς ἀστὴρ τῆς ζωῆς ὅλων μας. Καὶ μακάριοι ὅσοι Τὸν ἀκολουθοῦν. Καὶ ἦταν καλύτερα ὅταν εἴχαμε στὰ παιδικὰ μας χρόνια τὶς καλὲς μας γιαγιάδες ποὺ μᾶς δίδασκαν τὴν Πίστι ἁπλᾶ καὶ προσλαμβάναμε ὅλα τὰ στοιχεῖα της καὶ τὰ βιώναμε. Ἦταν καλύτερα ὅταν εἴχαμε τοὺς καλοὺς μας δασκάλους ποὺ μᾶς δίδασκαν τὴν Πίστι πρῶτα καὶ τὴν φιλοπατρία μετά. Εἶναι καλύτερα τὰ παληά, τὰ καθιερωμένα, καὶ μακάρι μ’ αὐτὰ νὰ ζήσουμε καὶ νἄχουμε τὴν παρρησία καὶ τὴ δύναμι νὰ τὰ ὑπερασπιστοῦμε καὶ νὰ μὴν τὰ προδώσουμε.
Κι ἂς μᾶς λένε μωροὺς «οἱ φρόνιμοι». Ἐμεῖς μακάρι νἄμαστε «μωροὶ διὰ Χριστὸν». (Α΄ Κορ. δ.10).

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2013

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ» ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ELLHNIKH_THRHSKEIA
Ἰ­ω­άν­νη – Ἀ­λε­ξάν­δρου Χρι­στό­που­λου
Δι­κη­γό­ρου, Νο­μι­κοῦ Συμ­βού­λου

Σὲ προ­η­γού­με­νο ἄρ­θρο μας ἀ­σχο­λη­θή­κα­με ἐν­δε­λε­χῶς μὲ τὸ ἀ­λη­θὲς θρη­σκευ­τι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ ἰ­σχύ­ει πα­ρ᾿ ἡμῖν καὶ ἐ­πι­ση­μά­να­με πὼς στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀλ­λὰ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Το­νί­σα­με, βέ­βαι­α, πὼς ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τῆς «ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας» (ἄρ­θρο 3 παρ. 1 Συν­τάγ­μα­τος) στὴν θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρι­ο­ρί­ζει ἀ­θέ­μι­τα τὸ ὡς ἄ­νω φι­λε­λεύ­θε­ρο συν­ταγ­μα­τι­κὰ κα­θε­στὼς καὶ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα πρω­τεῖ­α στὴν τε­λευ­ταῖα.
Τὸ θέ­μα ποὺ τί­θε­ται «ἐ­πὶ τά­πη­τος» δὲν εἶ­ναι και­νούρ­γι­ο. Ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἀ­πα­σχο­λεῖ ὅ­μως καὶ τὸν πο­λι­τι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, εὐ­και­ρί­ας δο­θεί­σης, ἐ­πι­ζη­τεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πι­τα­κτι­κὰ τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τοῦ σχε­τι­κοῦ ἄρ­θρου μὲ τὴν προ­σθή­κη μί­ας ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς δή­λω­σης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ δι­α­κη­ρύσ­σει ὅ­τι μὲ τὸν ὅρο ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται δη­μο­γρα­φι­κὰ ἡ ὑ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση καὶ οὐ­δὲν προ­βά­δι­σμα ἀ­πο­νέ­με­ται στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἢ ὅ­τι ὁ ὅ­ρος ἐ­νέ­χει ἁ­πλὰ ἕ­να τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα πρὸς τὴν τε­λευ­ταῖα (ἑ­ορ­το­λό­γι­ο–ἐ­πί­ση­μες ἀρ­γί­ες Κρά­τους), χω­ρὶς πε­ραι­τέ­ρω ἔν­νο­μες συ­νέ­πει­ες.
Ἂς δοῦ­με ὅ­μως ἐν συν­το­μί­ᾳ, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις–θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ θέ­μα μας ἀ­πὸ τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο[1]:
α) Ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πι­κρα­τού­σας θρη­σκεί­ας δὲν ἔ­χει τὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας, ποὺ τυγ­χά­νει εὐ­νο­ϊ­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης ἀ­πὸ τὸ Κρά­τος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νει δη­μο­γρα­φι­κὰ–στα­τι­στι­κὰ τὴν κα­τά­στα­ση, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α ἀ­πο­δί­δει τὴ θρη­σκεί­α τῆς συν­τρι­πτι­κῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.
β) Ὁ ὅ­ρος κα­θι­ε­ρώ­νει μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη σχέ­ση μὲ τὴν Πο­λι­τεί­α, ἀ­νά­γον­τας τὴν Ἐκ­κλη­σί­α σὲ δη­μό­σι­ας φύ­σης ὀρ­γα­νι­σμό, ἐ­πι­πλέ­ον δέ, τῆς προσ­δί­δει τὸν χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς στα­τι­στι­κῆς ἀ­πει­κό­νι­σης (πλει­ο­ψη­φί­α λα­οῦ), κα­θὼς τὸ Σύν­ταγ­μα, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ νο­μο­θε­τι­κὸ πρω­τό­λει­ο μί­ας Χώ­ρας δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πει­κο­νί­ζει στα­τι­στι­κὰ δε­δο­μέ­να.
γ) Ἡ σχε­τι­κὴ δι­ά­τα­ξη (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸν ὅ­ρο αὐ­τό, βρί­σκε­ται σὲ ἄρ­ρη­κτο δε­σμὸ μὲ τὸ ἄρ­θρο 13 παρ. 1 ποὺ κα­θι­ε­ρώ­νει τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ἁ­πλὰ πε­ρι­γρά­φει τὸ πλέ­ον πο­λυ­ά­ριθ­μο ὑ­πο­κεί­με­νο ἄ­σκη­σης τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας.
δ) Ἡ «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἔ­χει τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὡς «πρώ­τη με­τα­ξὺ ἴ­σων» μὲ νο­μι­κὲς συ­νέ­πει­ες στὶς σχέ­σεις της μὲ τὸ Κρά­τος.
Ἡ ἄ­πο­ψη ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ὁ ὅ­ρος «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σπά­ζε­ται τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, χω­ρὶς ὅ­μως αὐ­τὸ νὰ συ­νε­πά­γε­ται τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων προ­νο­μί­ων, πολ­λῷ δὲ μᾶλ­λον τὴν πε­ρι­στο­λὴ τοῦ δι­και­ώ­μα­τος τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας εἰς βά­ρος τῶν ἀλ­λο­θρή­σκων. Εἶ­ναι, ἄλ­λω­στε, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πὼς ὁ γε­νι­κὸς εἰ­ση­γη­τὴς τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας στὴν Ε΄ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὴ Βου­λὴ εἶ­χε δη­λώ­σει πὼς «ὁ ὅ­ρος ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α … ση­μαί­νει ἁ­πλῶς ὅ­τι ἡ ὀρ­θό­δο­ξος θρη­σκεί­α εἶ­ναι ἡ θρη­σκεί­α ἥν ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ καὶ συμ­φώ­νως πρὸς τὸ τυ­πι­κόν τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­νερ­γοῦν­ται αἱ ἐ­πί­ση­μαι τε­λε­ταί, κα­θο­ρί­ζον­ται αἱ ἀρ­γί­αι κ.λπ.»[2] (δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὅρου).
Ἐ­ξάλ­λου, δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς δι­α­φεύ­γει ὅ­τι τὸ πα­ρὸν Σύν­ταγ­μα (1975/1986/2001) ἐ­ξι­σορ­ρό­πη­σε τὰ πράγ­μα­τα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ μὴν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται εἰς βά­ρος τῶν μὴ Ὀρ­θο­δό­ξων (π.χ. ὁ προ­ση­λυ­τι­σμὸς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται πλέ­ον εἰς βά­ρος ὅ­λων τῶν γνω­στῶν θρη­σκει­ῶν ἢ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Κρά­τους δὲν γί­νε­ται μό­νο ὅ­ποι­ος ἀ­νή­κει στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α). Ἔτ­σι, προ­κύ­πτει ἀ­βί­α­στα πὼς μὲ τὸ νέ­ο, πα­ρόν, Σύν­ταγ­μα ἐ­πῆλ­θε «μί­α ἐ­ξί­σω­ση ὅ­λων τῶν θρη­σκει­ῶν καὶ οἱ πα­ρα­δο­σι­α­κὰ στε­νοὶ δε­σμοὶ Κρά­τους–Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­χουν χα­λα­ρώ­σει»[3] (τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἄλ­λω­στε καὶ ἡ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­τμό­σφαι­ρα).
Ἐ­μεῖς πάν­τως συμ­πλέ­ου­με ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν θέ­ση ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 2/2005 Γνω­μο­δό­τη­ση τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου[4], ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρει πὼς «στὴν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως σὲ κά­θε φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος, κα­το­χυ­ρώ­νε­ται πλή­ρης θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀ­νο­χὴ δηλ. τοῦ πλου­ρα­λι­σμοῦ τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν ἢ ἀ­θε­ϊ­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων μὲ πα­ράλ­λη­λη προ­ώ­θη­ση μί­ας ἐ­πί­ση­μης θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας … Ἡ ἀ­να­γό­ρευ­ση ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα, (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς ἐ­πι­κρα­τού­σας δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζει σ᾿ αὐ­τὴν κα­νέ­ναν κυ­ρι­αρ­χι­κὸ ἢ ἡ­γε­μο­νι­κὸ ρό­λο ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν. Μὲ τὸν ὅ­ρο αὐ­τὸν ἁ­πλῶς το­νί­ζε­ται ὁ κεν­τρι­κὸς ρό­λος τῆς ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἰ­δί­ως στὰ χρό­νι­α τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας καὶ κα­θι­στὰ θε­μι­τὴ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα τοῦ κρά­τους γι᾿ αὐ­τὴν (Κ. Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2002, σελ. 257). Ἔκ­φαν­ση τῆς συν­ταγ­μα­τι­κῶς κα­το­χυ­ρω­μέ­νης θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας συ­νι­στᾶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­σό­τη­τας τῆς ἴ­σης δη­λα­δὴ με­τα­χει­ρί­σε­ως, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως θρη­σκευ­τι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, δι­καί­ω­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἄλ­λω­στε, ἀ­πορ­ρέ­ει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἰ­σό­τη­τας, μὲ τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται (Κο­νι­δά­ρης, ἄρ­θρο στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα τῆς 29.4.2001).
Ὡ­στό­σο, πά­γι­α γί­νε­ται δε­κτό, ὅ­τι ἡ συν­ταγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ δι­ά­τα­ξη εἶ­ναι ἐ­ξο­πλι­σμέ­νη μὲ κα­νο­νι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἐ­πι­τρέ­πει, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­τάσ­σει, μία­ ἰ­δι­αί­τε­ρη (εὐ­νο­ϊ­κὴ) με­τα­χεί­ρι­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν, ὅ­πως ὁ κα­θο­ρι­σμὸς τῶν ἐ­πί­ση­μων ἀρ­γι­ῶν καὶ τῶν κρα­τι­κῶν ἑ­ορ­τα­σμῶν, σύμ­φω­να μὲ τὸ τυ­πι­κό της καὶ ἡ πα­ρου­σί­α τῶν κλη­ρι­κῶν της στὶς ἐ­πί­ση­μες ἑ­ορ­τές. Ἡ εὐ­νο­ϊ­κὴ αὐ­τὴ με­τα­χεί­ρι­ση πάν­τως δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται καὶ στοὺς πι­στούς τῆς θρη­σκεί­ας αὐ­τῆς, γι­α­τί κά­τι τέ­τοι­ο θὰ σή­μαι­νε εὐ­θεῖα πα­ρα­βί­α­ση τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἰ­σό­τη­τας τῶν πο­λι­τῶν (Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2003, σελ. 257, Γ. Πι­να­κί­δης, Μο­νο­με­ρεῖς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις στὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας, ΤοΣ 1999,1105)».
Τέ­λος, ἂν λά­βου­με ὑ­πό­ψη μας ὅ­τι ἔ­γι­νε δε­κτὸ σὲ -ὄ­χι πο­λὺ- πα­λαι­ό­τε­ρες ἐ­πο­χὲς πὼς «ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ἔν­νο­μη τά­ξη στὸ σύ­νο­λό της ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ συν­ταγ­μα­τι­κή, ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­σει τὸ σύ­στη­μα τῶν ἀ­ξι­ῶν τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λι­ο τῶν ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν της θέ­σε­ων, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὅ,τι ὡς ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται πρὸς τὶς θε­με­λι­ώ­δεις ἀρ­χὲς τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ σὲ εὑ­ρεί­α ἔν­νοι­α, ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ κρί­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐν­νό­μου τά­ξε­ως, δι­α­μορ­φώ­νε­ται δὲ βά­σει καὶ αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν κρί­σε­ων ἡ ἔν­νοι­α τῶν χρη­στῶν ἠ­θῶν, σὲ τρό­πο ὥ­στε μί­α ἐ­νέρ­γει­α ποὺ εὐ­θέ­ως ἀν­τί­κει­ται στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη τῶν ἀ­ξι­ῶν νὰ θε­ω­ρεῖ­ται κα­τ᾿ ἀρ­χὴν ἀν­τί­θε­τη καὶ πρὸς τὰ χρη­στὰ ἤ­θη»[5], ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε γι­ὰ ποι­οὺς ἀν­τι­κει­με­νι­κοὺς λό­γους ἡ θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται δι­καί­ως σὲ συν­ταγ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ὡς «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα».
Συ­νε­πῶς, θε­ω­ροῦ­με πὼς ὁ ἀ­νω­τέ­ρω ὅ­ρος δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας οὔ­τε ἀ­ναι­ρεῖ τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ οὐ­δε­τε­ρό­τη­τα τοῦ Κρά­τους. Ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται σὲ μί­α ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α δι­και­ώ­νει ἱ­στο­ρι­κὰ τὸ ρό­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους ἡ ὁ­ποί­α, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πρέ­πει νὰ τύ­χει τῆς δέ­ου­σας τι­μη­τι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Τὸ ἐ­πι­τάσ­σει, πι­στεύ­ου­με, ἡ δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ ἐν­τι­μό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μνή­μη καὶ ἡ ἐ­θνι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α.


1. Γιά τίς θέ­σεις αὐ­τές ὁ­ρᾶ­τε ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λῆ Γ., «Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Δί­και­ο», Σάκ­κου­λας, σελ. 109 ἑ­πόμ.
2. Σέ Χρυ­σό­γο­νου Κ., «Ἀ­το­μι­κά καί Κοι­νω­νι­κά Δι­και­ώ­μα­τα», 2002, σελ. 257.
3. Σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 118 ἑ­πόμ.
4. Σέ Ἀν­δρουτ­σό­που­λου Γ., «Ἡ θρη­σκευ­τι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α κα­τά τή νο­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου», 2010, σελ. 66.
5. Ἀ­πό­φα­ση Ἐ­φε­τεί­ου Ἀ­θη­νῶν 1013/1987 (Τμ. 13)], σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 158.

Δευτέρα, Αυγούστου 12, 2013

Κινδυνεύουν με κατασχέσεις και οι μονές του Αγίου Ορους.

«Ούτε επί Τουρκοκρατίας δεν άγγιξαν το Αγιον Ορος. Και το κάνει τώρα η ελληνική Πολιτεία με τη φορολόγηση. Αυτά που θα κερδίσει όμως είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που θα χάσει. Θα χάσει το... Αγιον Ορος». Είναι τα λόγια Αγιορείτη μοναχού στην «κυριακάτικη δημοκρατία», που συμπυκνώνουν γλαφυρά την απογοήτευση και τη δυσφορία της Αθωνικής Πολιτείας για την επίμαχη φορολόγηση της αγιορείτικης περιουσίας. Η αναστάτωση που έχει προκληθεί στους κόλπους του Αγίου Ορους από τη φορολόγηση της περιουσίας των αγιορείτικων μονών εκτός της Αθωνικής Πολιτείας, αλλά και από τα ειδοποιητήρια για κατασχέσεις που φτάνουν στις μονές κάθε άλλο παρά συνάδει με την πνευματικότητα στην οποία είναι ταγμένοι οι μοναχοί.



«Εμείς δώσαμε τη ζωή μας χωρίς να πάρουμε φράγκο και θέλουν τώρα να φορολογήσουν τα μοναδικά μας έσοδα, αυτά που συντηρούν τις μονές» σημειώνουν χαρακτηριστικά. «Δεν είναι δυνατό να καταργηθεί ένα καθεστώς που σεβάστηκαν ακόμα και οι Τούρκοι. Το Αγιον ΟΌρος είναι η αρχαιότερη αυτοδιοίκητη περιφέρεια της Ευρώπης. Αυτό δεν αλλάζει».




Πλέον τίθεται θέμα βιωσιμότητας των μονών, που βρίσκονται πια, όπως τονίζουν οι μοναχοί, σε απελπιστική κατάσταση, ένα βήμα πριν από το οικονομικό αδιέξοδο. Οι φορολογικές οφειλές μένουν απλήρωτες και συσσωρεύονται -αφού η Ιερά Κοινότητα δεν αναγνωρίζει την άρση της φορολογικής ασυλίας, που θεσπίστηκε το 2010 - και έτσι οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτων στα μισθώματα που εισέπρατταν μέχρι πρότινος οι μονές από ακίνητα εκτός του Αγίου Ορους είναι πλέον γεγονός, δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα, ακόμα και στην καθημερινή λειτουργία τους. Υπάρχουν άλλωστε μονές στις οποίες αναλογεί ετήσιος φόρος πάνω από 1.000.000 ευρώ. Η ασφυκτική κατάσταση ανοίγει τον δρόμο ακόμα και για προσφυγές των μονών στη Δικαιοσύνη κατά των αποφάσεων του Ελληνικού Δημοσίου.



Πολλά μοναστήρια αναγκάζονται πλέον να απολύουν τους εργάτες τους, αφού δεν μπορούν πια να τους πληρώνουν. Ενδεικτικό είναι ότι πολλοί από τους μοναχούς βγαίνουν πια συχνότερα για... ψάρεμα, στην προσπάθεια να περιορίσουν τις αγορές ειδών διατροφής και να είναι αυτάρκεις.



«Σηκωνόμαστε, λέμε δόξα τω Θεώ και κάνουμε τον σταυρό μας για τη μέρα που ξημέρωσε. Εντάξει, θα μείνουμε χωρίς ρεύμα, χωρίς φάρμακα, χωρίς θέρμανση. Θα σκληραγωγηθούμε. Είμαστε συνηθισμένοι άλλωστε» σημειώνουν με μια δόση ειρωνείας οι μοναχοί.



Από την πλευρά της, η ΔΟΥ Πολυγύρου, με την οποία επικοινώνησε η «κυριακάτικη δημοκρατία», δεν θέλησε να σχολιάσει τα περί κατασχετηρίων. Στελέχη της σημείωσαν απλά ότι, σύμφωνα με τον νόμο 3842/2010 περί φοροδιαφυγής, όταν υπάρχουν απλήρωτες οφειλές, επιβάλλονται αναγκαστικά μέτρα κατάσχεσης.



«Ηρθαμε εδώ για να τελούμε τους εσπερινούς και τους όρθρους, και μάθαμε υψηλά οικονομικά, τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων και άλλα τέτοια» σημειώνει μοναχός.



Οι νομοθετικές διατάξεις που «καίνε» τις μονές του Αγίου Ορους και πέρασαν το 2010 είναι ουσιαστικά ο φόρος που επιβλήθηκε επί των ετήσιων μισθωμάτων που εισπράττουν από ακίνητα, με συντελεστή 20% επί της αξίας τους, αλλά και ο φόρος επί της ακίνητης περιουσίας τους με συντελεστή 3‰ επί της αντικειμενικής τους αξίας (εκτός αν πρόκειται για οικοδομήματα λατρευτικής, εκπαιδευτικής, θρησκευτικής ή κοινοφελούς χρήσεως, π.χ. ιεροί ναοί, γηροκομεία, χώροι συσσιτίων).





Το πρόβλημα



Σύμφωνα με τους μοναχούς, το βασικό πρόβλημα για τις μονές του Αγίου Ορους δεν είναι το ζήτημα των χρημάτων, αλλά το ότι η ένταξή τους στο φορολογικό σύστημα παραβιάζει το αυτοδιοίκητο και δεν συνάδει, όπως τονίζουν, με τον μοναχισμό που έχουν κληθεί να υπηρετήσουν.



«Δεν θέλουμε να μπούμε σε αυτήν τη διαδικασία. Δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε λογιστικά γραφεία. Ολα αυτά αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του μοναχισμού, που εκ φύσεως βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Ας μας τα πάρουν όλα. Μέρος του φορολογικού συστήματος εμείς δεν γινόμαστε» εξηγούν.



Κύκλοι της Ιεράς Κοινότητας αναφέρουν ότι είναι λάθος να νομίζει η κοινωνία πως η Αθωνική Πολιτεία αδιαφορεί την ώρα που ο κόσμος πένεται και αυτοκτονεί. Σε αυτό το πλαίσιο, λένε, πρότειναν στην κυβέρνηση μια ειδική συμφωνία, ώστε και αυτοί να προσφέρουν τον οβολό τους, χωρίς όμως να ενταχθούν στο φορολογικό σύστημα, κάτι που τελικά δεν προχώρησε.



Η Ιερά Κοινότητα είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, απογοητευμένη από τη συμπεριφορά της Πολιτείας, γιατί άλλα υπόσχεται και άλλα πράττει. «Ολοι οι πολιτικοί, όταν τους εξηγείς την κατάσταση, δείχνουν κατανόηση. Το μόνο που έχουμε εισπράξει μέχρι στιγμής είναι υποσχέσεις και κατανόηση από όλους. Τίποτα παραπάνω» τονίζουν μοναχοί στην «κυριακάτικη δημοκρατία».



Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο αντιπροσωπία του Αγίου Ορους είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και είχε μείνει με την αίσθηση ότι το θέμα όδευε προς διευθέτηση με σχετική τροπολογία, που θα επανέφερε τις μονές στο πρότερο καθεστώς. Πάντως στην κυβέρνηση, ενώ δεν θέλουν να φτάσουν τα πράγματα στα άκρα, φοβούνται ότι μία απαλλαγή του Αγίου Ορους θα προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και στην ίδια την Εκκλησία.





Σκέψεις για επιστολή στον Σαμαρά



Το θέμα της φορολόγησης απασχόλησε την τελευταία τακτική συνεδρίαση της Ιεράς Κοινότητας. Στο τραπέζι έχουν πέσει εδώ και καιρό αρκετές ιδέες για το ποιες πρέπει να είναι οι επόμενες κινήσεις, ώστε το φλέγον αυτό ζήτημα να λυθεί μια και καλή. Κάποιες από τις προτάσεις είναι πιο ακραίες, άλλες πάλι λιγότερο. Κινήσεις όπως η σύνταξη και αποστολή επιστολής προς την ελληνική Πολιτεία, με αποδέκτη συγκεκριμένα τον Αντώνη Σαμαρά, με την οποία θα εκφράζεται η δυσαρέσκεια της Ιεράς Κοινότητας, συζητήθηκαν κατά την τελευταία συνεδρίασή της. Στην επικαιρότητα παραμένουν και οι ιδέες για τον αποκλεισμό των πολιτικών από τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από την ένταξη του Αγίου Ορους στον εθνικό κορμό το φθινόπωρο, στις οποίες αναμένεται να συμμετάσχουν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Ο,τι κι αν επιλεγεί τελικά ως μέσο πίεσης, αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, τελεσίδικες αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί ακόμα, το σίγουρο είναι ότι η Αθωνική Πολιτεία δεν θα αφήσει το πράγμα να περάσει έτσι. «Σαφώς και θα υπάρξουν κινήσεις στο επόμενο διάστημα και μάλιστα θα είναι δραστικές» σημειώνει μοναχός στην «κυριακάτικη δημοκρατία», αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι μόνο με... επιστολές δεν λύνονται τέτοια ζητήματα.      
Δημοκρατία

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2013

Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας: Από την Βαυαρική χειραγώγηση στη νεοελληνική πραγματικότητα «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως …»

article_14754
του Θεοδώρου Δ. Παπαγεωργίου, Δικηγόρου LL.M. – Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Τις ημέρες αυτές που η γενική ειδησεογραφία, ανάμεσα στις επίκαιρες οδύνες της χώρας, θυμάται την επέτειο του πραξικοπήματος στην Κύπρο συμπληρώνονται 180 χρόνια από ένα άλλο πραξικόπημα, που διέπραξε η ελληνική πολιτεία στο Ναύπλιο. Στις 23 Ιουλίου 1833 (κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) εκδόθηκε «εν ονόματι του Βασιλέως» από τα μέλη της βαυαρικής Αντιβασιλείας το από 23.7/4.8.1833 βασιλικό διάταγμα υπό τίτλο «Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» (ΦΕΚ 23/1-13.8.1833 βλ. ΕΔΩ). Ανακηρύχθηκε ως ανεξάρτητος, αλλά στην πραγματικότητα ιδρύθηκε, από την βαυαρική αντιβασιλεία η «Ελληνική Εκκλησία», όπως αναφέρει ο τίτλος του διατάγματος, όχι η «Εκκλησία της Ελλάδος» ή «η εν Ελλάδι Εκκλησία», αλλά η Εκκλησία των Ελλήνων, μία λεκτική επιλογή διόλου τυχαία για να εξάρει τον εθνοφυλετικό (και όχι απλώς τοπικό) χαρακτήρα της Εκκλησίας.
Στόχος των κατωτέρω γραμμών δεν είναι να διατυπωθεί κάποια θέση στο πολυσυζητημένο, άλλωστε, ζήτημα του θεμελίου και της έκτασης της εκκλησιαστικής Αυτοκεφαλίας στην Ελλάδα έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. H επίλυση των εκφάνσεών του ανήκει, εικότως, στην θεσμική και ποιμαντική ευθύνη των δύο Εκκλησιών. Εδώ απασχολεί η ανάδειξη των αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους για την «Ανεξαρτησία» της Εκκλησίας, οι οποίες συνδέονταν και απέρρεαν από την σύλληψη της Αυτοκεφαλίας, όχι ως εκκλησιαστικού γεγονότος σε επίπεδο διατοπικής εκκλησιαστικής οργάνωσης, αλλά ως πράξης ολοκλήρωσης της πολιτικής απόσχισης από την Υψηλή Πύλη μέσω της σύστασης ενός εθνικού θεσμού (και) στον τομέα της «θρησκείας». Σχολιάζονται δηλαδή μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα των περί Εκκλησίας αξεπέραστων έως τώρα αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους.
Εισήχθη τότε, και επίσημα, στην ιστορία των ελληνικών νομικών ανακαλύψεων η θεολογικά αποσυνάγωγη διάκριση μεταξύ δογματικής και διοικητικής τάξεως, που ακόμα ταλαιπωρεί από τα εκκλησιαστικά πράγματα μέχρι την νομολογία των δικαστηρίων. Κατά το κείμενο του διατάγματος η νέα «Ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος» (σαν να λέμε, υπό σημερινούς όρους, η Εκκλησία της «Ελληνικής Δημοκρατίας») πνευματικώς («εν Πνεύματι») είχε κεφαλή τον «Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν», κατά δε το «διοικητικόν μέρος» είχε αρχηγό ένα πολιτικό όργανο, τον (ρωμαιοκαθολικό) Βασιλέα της Ελλάδος (άρθρο 1), ήταν αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος από πάσης άλλης εξουσίας «φυλαττομένης όμως απαραχαράκτου της δογματικής ενότητος» (όχι όμως και της «κανονικής ενότητος» με την Μητέρα του Χριστού Εκκλησία).
Η πομπώδης διακήρυξη περί ανεξαρτησίας από πάσης άλλης εξουσίας διαψευδόταν από τις επόμενες προβλέψεις του κειμένου του διατάγματος : ο Βασιλέας επέλεγε τους πέντε Επισκόπους, που θα συγκροτούσαν την Ιερά Σύνοδο, οι συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου δεν είχαν νόμιμη ισχύ χωρίς την παρουσία του Βασιλικού Επιτρόπου. Πραγματικό μνημείο αντίφασης και το άρθρο 9 του διατάγματος:
«Εις όλα τα εντός της Εκκλησίας ενεργεί η Σύνοδος ανεξαρτήτως από πάσης άλλης εξουσίας. Επειδή όμως εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων, έχει η Κυβέρνησις το δικαίωμα του να λαμβάνη γνώσιν του αντικειμένου της διαπραγματεύσεως, και επομένως, πριν ζητηθή η έγκρισις (το : ενεκρίθη) της Κυβερνήσεως, δεν ημπορεί να κοινοποιηθή ουδέ να εκτελεσθή καμμία συνοδική απόφασις. …».
Τις επόμενες δεκαετίες, πριν και μετά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, δύο σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων διασταύρωσαν τις γραφίδες τους σε πολυσέλιδες πραγματείες, που τάσσονταν υπέρ και κατά της κατάστασης και των ζητημάτων, που ανέκυπταν από την ύπαρξη ενός νομοθετικού κείμενου ως θεμέλιου λίθου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Ελλάδα, που είχε εκδοθεί χωρίς τις κανονικές προϋποθέσεις και χωρίς σεβασμό στα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως προς την ανακήρυξη αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
Φυσικά ο άνωθεν, νομοθετικός αιφνιδιασμός του 1833 δεν αρκούσε για να εξηγήσει το γεγονός της εν τοις πράγμασιν αποδοχής ή τουλάχιστον ανοχής της Εκκλησίας και της ελλαδικής κοινωνίας, κατά τις επόμενες δεκαετίες, απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό στη διοίκηση και διαχείριση της Εκκλησίας. Σημαντικά τεκμήρια απόκεινται ήδη στα Αρχεία Εθνικής Παλλιγγενεσίας, όπου σε κείμενα της επαναστατικής διοικήσεως προδίδεται –ενίοτε ανεπίγνωστα– μία αντίληψη κρατικού ολοκληρωτισμού των πολιτικών εκπροσώπων του έθνους, παραπλήσια με αυτήν, που εύγλωττα εκτίθεται παραπάνω στο άρθρο 9 του β.δ. της 23.7/4.8.1833 («… εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων,…»).
Από την σταχυολόγηση των Αρχείων αξίζει το παρακάτω απόσπασμα ως εξόχως παραστατικό : Στις 7.10.1822 οι διορισμένοι αρμοστές των νήσων των Κυκλάδων αλληλογραφώντας προς τον Έπαρχο της Νάξου του δίδουν σε σχέση με τον τόπο εγκαταστάσεώς του την κατωτέρω εντολή, απολύτως ενδεικτική των αντιλήψεων των πολιτικών ηγετών του νέου κράτους : «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως, περάσετε λοιπόν εκεί δια να έχη και η Διοίκησις κέρδος το ενοίκιον, και δια να έχετε και υμείς ανάπαυσιν» (ΑΕΠ τ.15αβ, σελ. 178 § 111 βλ.ΕΔΩ). Πλείστα τέτοια παραδείγματα θα ανεύρει κανείς στα αρχεία, που αποδεικνύουν σαφείς διαθέσεις, ιδιοτελείς και μη, των τοπικών προεστών και εκπροσώπων του έθνους στα νομοθετικά, εκτελεστικά σώματα και στις Εθνοσυνελεύσεις για πλήρη εισβολή της νεοπαγούς Πολιτείας στην εκκλησιαστική διοίκηση και διαχείριση. Παράλληλα, όμως, τα επαναστατικά Συντάγματα δεν παραλείπουν να διακηρύσσουν ότι εκδίδονται «εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος».
Θα μπορούσε να αντιταχθεί ασφαλώς ότι ήμασταν σε μια εποχή, που η θεωρία  των ατομικών δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας έναντι του κράτους δεν έχει καν αποκρυσταλλωθεί στον ελληνικό νομικό πολιτισμό, αφού προείχε το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας τότε (και αργότερα η συνταγματική οργάνωση του κράτους ως αίτημα περιστολής της απόλυτης μοναρχίας), οπότε η αφομοίωση και αποδοχή από το Κράτος ως δεδομένου του δικαιώματος της ορθόδοξης Εκκλησίας στην αυτοδιοίκηση των υποθέσεών Της δεν ήταν τότε αναμενόμενη. Η αντίρρηση όμως αυτή δεν εξηγεί γιατί, σήμερα πλέον, που έχει ωριμάσει στην χώρα, αρκετά ικανοποιητικά, η συνταγματική θεώρηση και εφαρμογή των δικαιωμάτων λατρείας, αυτοδιοίκησης κ.λπ. για όλες τις άλλες θρησκείες και δόγματα ως στοιχεία της θρησκευτικής τους ελευθερίας, η ελληνική πολιτεία δεν δείχνει απόλυτα έτοιμη να την αποδεχθεί ειδικά προκειμένου για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία του Χριστού.
Πρόσφατο, ενδεικτικό παράδειγμα ο νόμος 4170/2013 (Α  163, άρθρο 69), ο οποίος επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας να «ωριμάζουν πολεοδομικώς» τα ακίνητά τους προκειμένου να τα αξιοποιήσουν και σπεύδει, σχεδόν με υψωμένο δάκτυλο απέναντι στην Εκκλησία, να Της υποδείξει μετ’ ευθεωρήτου επιτάσεως (παρ. 2) ότι το προϊόν όμως από την αξιοποίηση των ακινήτων των εκκλησιαστικών φορέων «θα διατίθεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση, ενίσχυση και ανάπτυξη του εν γένει κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου τους». Ο νομοθετικός αυτός πατερναλισμός μην τυχόν και … ξεστρατίσει η Εκκλησία από τους μη κερδοσκοπικούς σκοπούς Της φαίνεται από αφελής έως προσβλητικός, ως εάν να σοβούσε κάποιος ορατός κίνδυνος τα έσοδα της εκκλησιαστικής περιουσίας να διατεθούν, ελλείψει αντίθετης υπόδειξης του νομοθέτη, για αλλότριους σκοπούς, του εμπορικού η ακόμα και του κοινού ποινικού δικαίου. Έχει όμως το ιστορικό του αίτιο στις περί Εκκλησίας ελληνικές πολιτικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα και στην αδυναμία ιδεολογικής τους εξέλιξης, εάν συγκριθούν με την αντίστοιχη και σύγχρονη νομοθεσία και την νομολογία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.
Το 1994 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ιερές Μονές κατά Ελλάδος, 9.12.1994, προσφυγή 10/1993/405/483-484) χρειάσθηκε να επαναφέρει στην (νομική και λογική) τάξη το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 5057/1987), αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση, που υποστήριζαν στα σοβαρά ότι επειδή η εν Ελλάδι Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Μονές Της είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η Πολιτεία έχει δικαίωμα να ρυθμίζει δια νόμου και να οργανώνει παρεμβατικά τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας τους, διότι είναι θέματα «μη αναγόμενα στο δόγμα και τη λατρεία και είναι καθαρώς διοικητικής φύσεως», και μάλιστα δεν προσβαλλόταν έτσι κάποιος «βασικός διοικητικός θεσμός» της οργάνωσης της Εκκλησίας, οπότε μόνο, κατά την νομολογία του ΣτΕ, θα υπήρχε παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 5057/1987). Το ΕΔΔΑ, χωρίς καν να δεχθεί να εμπλακεί στα εθνικά μας επινοήματα περί «δογματικών» και «διοικητικών» υποθέσεων της Εκκλησίας, υπενθύμισε με ξεκάθαρα διαρθρωμένη επιχειρηματολογία ότι τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας έχουν κηρυχθεί από τον έλληνα νομοθέτη ως ν.π.δ.δ., ώστε να απολαύουν της προστασίας και των προνομίων, που έχουν τα κρατικά ν.π.δ.δ., το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η περιουσία τους ανήκει στο κράτος και ότι έχει παύσει να περιβάλλεται με τις εγγυήσεις σεβασμού, που ισχύουν έναντι του κράτους για κάθε ιδιώτη, διότι τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν αποτελούν τμήμα της κρατικής Διοίκησης, αλλά μη κυβερνητικούς οργανισμούς (ΕΔΔΑ, 9.12.1994, σκ. 15, 49).
Εντυπωσιακά κοντινή είναι και η ιδεολογική απόσταση από την πολιτική αντίληψη της Επαναστατικής και Βαυαρικής περιόδου μέχρι τις σημερινές πολιτικές προτάσεις ή διακηρύξεις περί χωρισμού «εκκλησίας και κράτους», οι οποίες σχεδόν πάντοτε αποσιωπούν ή θεωρούν ότι δεν υφίσταται ζήτημα της επιστροφής της εκκλησιαστικής περιουσίας, διότι η αφαιρεθείσα περιουσία ανήκε εξ αρχής «στον λαό», ο έστιν μεθερμηνευόμενον κατά την αντίληψη αυτή, «στο κράτος» πλέον (ως ιστορικού και θεσμικού διαδόχου του). Θεωρούν περίπου ότι το ποίμνιο της Εκκλησίας μετέχει του Σώματος Της όχι ως κοινότητα χριστιανών, αλλά ως μέλη του ελληνικού εκλογικού σώματος. Επομένως οι πολιτικοί εκπροσωπούν τον λαό έναντι της Εκκλησίας, η οποία κατά την θεώρηση αυτή φυσικά και δεν περιλαμβάνει τον λαό. Η αριθμητική ταύτιση λαού και ποιμνίου είναι εν πολλοίς αληθής ως κοινωνική και στατιστική πραγματικότητα, αληθής όμως δεν είναι η ταύτιση των δύο ιδιοτήτων. Τα μέλη της Εκκλησίας παρίστανται, κοινωνούν, μετέχουν σε Αυτήν αδιάφορης ούσας της ιδιότητάς τους ως πολιτών. Η ελληνική Πολιτεία διαχρονικά δεν πιστεύει σε αυτήν την διάκριση: αυτό εξηγεί και διάφορα σε μήκος χρόνου νομοθετήματα, τα οποία κηρύσσουν εκκλησιαστικά Προσκυνήματα ως εθνικά και θρησκευτικά ιδρύματα η προσκυνήματα. Η νομοθετική απόδοση αυτής της διττής ιδιότητας αποβλέπει να θεμελιώσει ιδεολογικά, πολιτικά και νομικά την συναρμοδιότητα της πολιτικής εξουσίας για μονομερή, τελικά, παρέμβαση στη διοίκηση και διαχείρισή τους.
Η παράδοξη αυτή εξομοίωση των ιδιοτήτων του «λαού» ως πολιτικής κοινότητας και του «ποιμνίου» ως ευχαριστηριακής – θρησκευτικής κοινότητας εξηγεί, παραπέρα, την σχεδόν προβαλλόμενη ως αυτονόητη αξίωση της πολιτικής εξουσίας όχι μόνον για ισότιμο με τους Αρχιερείς λόγο στη διαχείριση σημαντικών εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά και για στέρηση ή επίβλεψη του καθοδηγητικού λόγου των Αρχιερέων απέναντι στο ποίμνιό τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικές τέτοιες αντιδράσεις, οι οποίες περίπου υπονοούν ως απαγορευμένο τον κοινωνικό λόγο των εκπροσώπων της ποιμαίνουσας Εκκλησίας και μάλιστα αντίθετο με τη δημοκρατική αρχή και την αρχή της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, διότι αντιλαμβάνονται την Εκκλησία ως ένα δημοκρατικά ανομιμοποίητο τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας, που του έχει ανατεθεί από το Κράτος η διεξαγωγή «θρησκευτικής υπηρεσίας» με την έννοια της τέλεσης ιεροπραξιών. Στερείται όμως δημοκρατικής νομιμοποίησης για να απευθύνεται στον «λαό», γιατί ο λόγος Της κρίνεται με αξιώσεις πολιτικής νομιμότητας και νομιμοφροσύνης. Έτσι συχνά στην λαϊκή συνείδηση ο,τιδήποτε εισπράττεται ως μη υπερβατικός, ως «επίγειος» εκκλησιαστικός λόγος εγείρει την αντίρρηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αναμειγνύεται στα κοινά. Η νοοτροπία αυτή είναι σοβαρή ένδειξη ότι το νεοελληνικό Κράτος κρατικοποιώντας την Εκκλησία πέτυχε, σε ανησυχητικό βαθμό, να αποθρησκευτικοποιήσει την κοινωνία.
Ακόμα και οι πλέον θεωρούμενες ως προοδευτικές πολιτικές και επιστημονικές φωνές αντιλαμβάνονται ως αδιανόητο το πλήρες δικαίωμα της Εκκλησίας, ως σώματος κλήρου και λαού, να διαχειρισθεί τις εσωτερικές της υποθέσεις «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως» κατά την έκφραση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850. Στο ίδιο πλαίσιο οι προτάσεις για «επιστροφή» της εκκλησιαστικής περιουσίας «στον λαό» (εννοώντας ασφαλώς την ανάθεση της διαχείρισής της όχι στον λαό, αλλά τους πολιτικούς εκπροσώπους του) ή οι ανησυχίες για την ορθή διαχείριση της «περιουσίας του λαού» από την ποιμαίνουσα Εκκλησία έχουν την ιστορική τους προεξόφληση στην βαυαρική σύλληψη της Εκκλησίας ως κρατικού διοικητικού μηχανισμού, με πλήρως εξοβελισμένο το λαϊκό στοιχείο, η οποία αποτελείται από «ένστολους» κρατικούς λειτουργούς.
Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται έξοχα από το ιδεολογικό προκάλυμμα του κοραϊσμού, που έθεσε τις πολιτικές προϋποθέσεις για την κρατική μισθοδοσία ως απόδειξη της υπαγωγής των εκκλησιαστικών λειτουργών στο νέο εθνικό κράτος. Ο Κοραής, από νωρίς υποστηρικτής της κρατικοποίησης της Εκκλησίας και της απόσχισής της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι «του έως την ώραν ταύτην ελευθερωθέντος μέρους της Ελλάδος ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζη εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου» (Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς, τ.2, 1988, σελ. 274), συνεπόμενος στην αντίληψή του για μια εθνική Εκκλησία είχε ταχθεί ήδη από το 1822 σε επιστολή του προς τους Χίους υπέρ της γνώμης «… να πληρώνωνται από το δημόσιον εκάστης πόλεως οι κατά πόλεις εύρισκόμενοι λειτουργοί της θρησκείας» (Αλληλογραφία, τ. IV, σελ. 374). Η μισθοδοσία δηλαδή του κλήρου ήταν κατά την θεωρητική σύλληψη του νεοελληνικού διαφωτισμού η προφανέστερη απόδειξη ότι η Εκκλησία ήταν ένας νέος κρατικός θεσμός, που έπρεπε να εξαρτάται και σε επίπεδο μέσων διαβίωσης από το Κράτος και έπρεπε να παύσει να ζει από τα έσοδά της και τις εθελούσιες προσφορές των πιστών Της, όπως συνέβαινε κατά την οθωμανική και βυζαντινή περίοδο –ήταν δηλαδή ένα προφανές μέσο διακοπής της αδιαμεσολάβητης σχέσης της Εκκλησίας με την κοινωνία και της θεσμοποίησής Της ως τμήματος της κρατικής μηχανής.
Αντιλαμβάνεται κανείς την κατά παρασάγγας απόσταση της «μοντέρνας» θεώρησης του Διαφωτισμού του 19ου αιώνα από τον Γρηγόριο, Μητροπολίτη Χίου, τον Βυζάντιο, ο οποίος όταν τον Δεκέμβριο του 1864 πληροφορήθηκε την φημολογούμενη πρόθεση της Υψηλής Πύλης να θεσπίσει την μισθοδοσία των Αρχιερέων και του Κλήρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το Κυβερνητικό Ταμείο της Αυτοκρατορίας και να διανείμει το οικονομικό βάρος «κατ’ αναλογίαν εις το άπαν το υπό την δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου υπαγόμενον οθόδοξον πλήρωμα εισπραττόμενον απ’ ευθείας παρά αρμοδίων υπαλλήλων της Σ. Κυβερνήσεως εκάστης επαρχίας ομού μετά των επιβαλλομένων φόρων», δηλαδή κάτι ανάλογο με την σημερινή πρόταση να φορολογούνται υπέρ της Εκκλησίας τους όσοι δηλώνουν ορθόδοξοι χριστιανοί στην φορολογική τους δήλωση, απέστειλε υπόμνημα στον Οικουμενικό Πατριάρχη προειδοποιώντας ότι : «Η επίσημος αποδοχή … και γενική αποδοχή και καθιέρωσις της … παρά της Πολιτικής Αρχής αμέσου και ευθείας μισθοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου και των Αρχιερέων, άρδην ανατρέπει το «ΑΙΩΝΙΟΝ ΝΟΜΙΜΟΝ» του Θεού και της Εκκλησίας (βλ. άρθρ. 21) εκλαϊκεύουσα, ούτως ειπείν, τον Ιερόν ημών Κλήρον, … εις τάξιν πολιτικών υπαλλήλων τους Ιερούς της Εκκλησίας Ποιμένας κατάγουσα» (Δύο υπομνήματα προς την Μ. του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος 1866, σελ. 5) και διακηρύττει ότι η κρατική μισθοδοσία (έστω και από επιβολή ειδικού φόρου στο ορθόδοξο ποίμνιο) «ταπεινοί και εκφαυλίζει το υπερφυές και υψηλόν της Αρχιερωσύνης αξίωμα, διότι εξευτελίζει τον πνευματικόν χαρακτήρα του ποιμένος απέναντι των ιδίων προβάτων, διότι αποσβέννυσι το προς αυτόν οφειλόμενον σέβας αρχόντων και αρχομένων, διότι καταστρέφει την εν τοις των χριστιανών συμφέρουσαν ελευθέραν αυτού ενέργειαν, … διότι, τέλος πάντων, καθιστά αυτόν δέσμιον, δούλον και υποχείριον της Πολιτείας» (Δύο υπομνήματα, ο.π., 1866, σελ. 7). Η προειδοποίηση αυτή είναι επίκαιρη και εύστοχη, εάν αναλογισθεί κανείς ότι το Κράτος επέβαλε ώστε όσοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι πληρώνονται από το Δημόσιο να προσλαμβάνονται μέσω Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 1 ν. 3812/2009), και επέβαλε την αξιολόγηση κατά τα δημοσιοϋπαλληλικά πρότυπα στους κληρικούς με κριτήριο επίσης ότι πληρώνονται από το Κράτος (7 παρ. 5 ν. 4024/2011).
Η μακρά και ευρεία καταλήστευση της εκκλησιαστικής περιουσίας μαζί με την θέσπιση, προοδευτικά, των αντίστοιχων νόμων για την μισθοδοσία του κλήρου, απέβλεπαν, και σε οικονομικό επίπεδο, στην σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας από τροφού του Γένους σε τρόφιμο του Κράτους. Η κρατική μισθοδοσία, κατά συνέπεια, δεν είναι απλώς η «συμβατική υποχρέωση» της Πολιτείας για την εκκλησιαστική περιουσία, που ανέξοδα αφαίρεσε από την Εκκλησία, όπως κατ’ αποτέλεσμα λειτουργεί πλέον ο θεσμός, αλλά συνιστά συνειδητή ιδεολογική επιλογή των θεμελιωτών του νεοελληνικού κράτους για την σύσταση μιας εθνικής Εκκλησίας απεξαρτημένης από τον παραδοσιακό τρόπο αυτοδιαχείρισής Της, ο οποίος αυτόματα ταυτίσθηκε με το οθωμανικό παρελθόν και, επιπλέον, θα διατηρούσε την Εκκλησία ανεξάρτητη απέναντι στο νέο Κράτος, που ήθελε να εθνικοποιήσει ο,τιδήποτε προϋπήρχε της συστάσεώς του.
Η έκταση των δημεύσεων των ακινήτων, που ακολούθησαν το 1833, 1834 και μέσα στον 20ο αιώνα και οδήγησαν σε νομιμοφανή καταλήστευση της περιουσίας της Εκκλησίας με αλλεπάλληλα βασιλικά διατάγματα, αναγκαστικούς και μη νόμους, μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογισθεί, καθ’ όσον επρόκειτο για σωρηδόν αφαιρέσεις περιουσίας χωρίς καμία αποζημίωση, αλλά και χωρίς καμία άμυνα ή διαμαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εμπιστεύθηκε το Κράτος και διαψεύσθηκε πολλάκις, ότι τα ακίνητα Της θα ανακούφιζαν ανάγκες της κοινωνίας φθάνοντας μέχρι εκείνους που είχαν πραγματική ανάγκη. Ο «αλληλόχρεος λογαριασμός» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας στο σημείο αυτό γέρνει καταφανώς σε βάρος της Πολιτείας. Ακόμα και από αυτά τα μη πλήρη στοιχεία καταγραφής της δημευμένης περιουσίας, καθίσταται σε κάθε καλόπιστο προφανής η προκλητικότητα, ανεντιμότητα και παχυλή αμάθεια των προοδευτικών ή νεοφιλελεύθερων προτάσεων για την κατάργηση της κρατικής μισθοδοσίας τώρα πια, που η Εκκλησία με κύρια ευθύνη του Κράτους δεν έχει τα μέσα αυτοδύναμης συντήρησής Της, και οι οποίες προβάλλονται ως δήθεν αποφασιστικό βήμα προς την πραγματική έξοδο του Κράτους από τον εναγκαλισμό και την θεοκρατία, την οποία δήθεν του επέβαλε και συντηρεί η Εκκλησία.
«Καιρός πλέον !» έγραφε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος σε τίτλο άρθρου του, που είδε το φως της δημοσιότητας στις 02.09.1983 στο φύλλο 570 του «Ορθοδόξου Τύπου». Αντιγράφω λίγες γραμμές : «Το σύνθημα για μια «ελεύθερη και ζώσα Εκκλησία», που πρώτος έρριψε στον ελλαδικό χώρο πριν από πολλά χρόνια ο σημερινός Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχίζει στις μέρες μας να συνειδητοποιείται από όλο και περισσότερους κληρικούς και λαϊκούς, που οραματίζονται μια Εκκλησία ελεύθερη από κρατικές επιρροές και δεσμεύσεις και με ζωντανή παρουσία μέσα στο σύγχρονο κόσμο. … Πράγματι, το σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» ή ακόμη και της λεγομένης «συναλληλίας» –που ωστόσο πολύ απέχει στην πραγματικότητα από αυτό που ο όρος υποδηλώνει– απεδείχθη ότι ευνόησε σχεδόν αποκλειστικά την Πολιτεία,…. Φοβούμαι ότι το «εταιρικό» που συνάφθηκε μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας υπήρξε ετεροβαρές, σαν λεόντειας εταιρείας, σωρεύοντας μόνο οφέλη προς την πλευρά του Κράτους και μόνο ζημίες προς το μέρος της Εκκλησίας». Το άρθρο κατέληγε με την πρόταση –ως προς το ζήτημα της αποδεσμεύσεως από την Πολιτεία– να μην «αναμένει μοιρολατρικά» η Εκκλησία «την ώρα που κάποιοι, θα της επιβάλλουν τις λύσεις της αρεσκείας των».
Οι παραπάνω επισημάνσεις του μακαριστού Αρχιεπισκόπου είναι, υποθέτω, ο πλέον ταιριαστός επετειακός λόγος για τα γενέθλια του βασιλικού διατάγματος της 23ης Ιουλίου 1833.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...