Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2013

Υπάρχει χριστιανική ευθανασία; π. Βασίλειος Καλλιακμάνης





α) Τα τελευταία χρόνια, τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες χώρες, γίνεται λόγος για την ευθανασία. Σε ορισμένες μάλιστα από αυτές η ευθανασία έχει νομιμοποιηθεί. Τα ερωτήματα που συχνά θέτονται είναι: Έχει ο σύγχρονος άνθρωπος, που πάσχει από κάποια ανίατη ασθένεια, το δικαίωμα να αποφασίσει πότε και πώς θα πεθάνει; Έχει το δικαίωμα να επιλέξει έναν ήρεμο θάνατο χωρίς βάσανα και πόνους; Έχουν οι γιατροί το δικαίωμα να «απαλλάξουν» τους ασθενείς που το επιθυμούν από μια ζωή γεμάτη οδύνη;


β) Αν κάνουμε μια σύντομη αναδρομή, θα δούμε ότι στην αρχαία ελληνική σκέψη η ευθανασία συνδέεται με τον ευτυχισμένο και ένδοξο θάνατο, κι όχι με τη βίαιη διακοπή του. Ο Διαγόρας ο Ρόδιος σε βαθιά γεράματα εξέπνευσε δοξασμένος και χαρούμενος, όταν τα παιδιά του, που μόλις είχαν στεφθεί ολυμπιονίκες, τον περιέφεραν στους ώμους τους στο ολυμπιακό στάδιο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.
γ) Επίσης, η Εκκλησία εύχεται, τα τέλη της ζωής να είναι «χριστιανά», ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά. Οι μάρτυρες της Εκκλησίας αντιμετώπιζαν με καρτερία τον θάνατο και προσεύχονταν για τους δημίους τους (βλ. Πραξ. 7, 54-59). Η κοινωνία με το πρόσωπο του Σταυρωθέντος Χριστού συμβάλλει στην υπέρβαση του φόβου του θανάτου και γεννά εσωτερική πληρότητα. Γι’ αυτό και ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος όταν συνάντησε τον Κύριο, πλήρης χάριτος ζήτησε να πεθάνει.
δ) Γράφει ο Όσιος Νικόδημος Αγιορείτης: «O Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος έλαβε μακράν και πολυχρόνιον ζωήν εις τον κόσμον τούτον. Eπειδή και εχρηματίσθη, ήτοι απεκαλύφθη εις αυτόν από το Πνεύμα το Άγιον, ότι να μην ιδή θάνατον, προ του να θεωρήση με τους οφθαλμούς του τον Δεσπότην Xριστόν. Όθεν, όταν ο Kύριος ημών επροσφέρθη εις τον Nαόν τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, τότε εδέχθη αυτόν εις τας αγκάλας του. Kαι πληροφορηθείς από το Πνεύμα το Άγιον τα περί αυτού μέλλοντα, έλαβε το τέλος της ζωής του, κατά τον ανωτέρω χρηματισμόν και την αποκάλυψιν του Aγίου Πνεύματος». Εδώ έχουμε δείγμα χριστιανικής ευθανασίας.
ε) Όμως, η έννοια αυτή μεταφέρθηκε στη Δύση με διαφορετικό νόημα. Ο άγγλος φιλόσοφος R. Bacon (13ος αι.), κατ’ άλλους ο Fr. Bacon (16ος -17ος αι.) τη μετέφρασαν στα αγγλικά ως euthanasia με την έννοια της επίσπευσης του θανάτου, προκειμένου να τεθεί τέρμα σε μια ζωή γεμάτη πόνο και ταλαιπωρίες. Η μεταφορά αυτή συνδέεται με τη δυτική θεολογική σκέψη, την ατομιστική θεώρηση της ζωής και τη σταδιακή εξατομίκευση του θανάτου, αφού εκεί χάθηκε βαθμηδόν ο κοινοτικός και κοινωνικός χαρακτήρας του και μεταβλήθηκε σε ταμπού.
στ) Όμως, ο θάνατος και η ευθανασία δεν είναι ατομικές υποθέσεις. Έχουν ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις. Αφορούν τον άνθρωπο ως αυτεξούσιο και ελεύθερο πρόσωπο σε σχέση και κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό στον τόπο μας όπου οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ισχυροί και διασώζεται κάποιο κοινοτικό πνεύμα. Είναι ενδεικτικό ότι ο Ευγένιος Βούλγαρης (18ος αι.) στη μελέτη του περί ευθανασίας διασώζει την ανατολική παράδοση, που στηρίζεται στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική σκέψη.
ζ) Όταν γίνεται λόγος για ευθανασία, δεν μπορεί να αγνοείται η επίγεια πορεία του ανθρώπου, κατά την οποία δημιουργούνται οι προϋποθέσεις και διαμορφώνονται τα κριτήρια για την αντιμετώπιση του πόνου, της ανίατης ασθένειας και του θανάτου. Η διαμορφωμένη αντίληψη για το ευ ζην οδηγεί και σε ανάλογη αντίληψη για το ευ θνήσκειν. Οπότε, ο άνθρωπος του Θεού ασκείται και ετοιμάζεται για τη χριστιανική ευθανασία, όπως ο Άγιος Συμεών. Ακούει τους λόγους της προφητείας, «έρχομαι ταχύ» και απαντά, «ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκ. 22, 20).

Σάββατο, Οκτωβρίου 08, 2011

Ευθανασία Πράξη ευσπλαχνίας ή διαχείριση θανάτου;

Γύρω από το ευαίσθητο θέμα της ευθανασίας έχουν αναπτυχθεί έντονα συγκρουόμενες απόψεις και δογματικές πεποιθήσεις σε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό επίπεδο. Και αυτό καθώς η καθημερινή πρακτική χαρακτηρίζεται από τον εξής παραλογισμό: Από την μια αποτρέπεται ο θάνατος την περίοδο της μεγίστης κάμψεως των περισσότερων οργάνων, με την εφαρμογή θαυμαστών επιστημονικοτεχνικών μέσων και από την άλλη εμείς οι ίδιοι επικαλούμαστε τον θάνατο, αναζητώντας ηθικοεπιστημονικά ερείσματα ανακλήσεως των εφαρμοζόμενων μέσων ή εφαρμόζοντας θανατηφόρα μέσα υπό το πρόσχημα της ευσπλαγχνίας.
Τις τελευταίες δεκαετίες, παρακολουθούμε εμβρόντητοι ότι η κοινωνία μας κατακλύζεται από νέα ήθη, αντιλήψεις, συμπεριφορές, ιδεολογίες. Προοδευτικά, περισσότερες ιδέες, συναισθήματα, πεποιθήσεις, υπάγονται -με τις κατάλληλες φιλοσοφικές τροποποιήσεις- στην δικαιοδοσία του management· τελούν υπό διαχείριση, δηλαδή υπό χειραγώγηση. Ό,τι δεν ικανοποιεί τις ανάγκες της αδυσώπητης ηγεμονίας της αγοράς έχει υποστεί εκ βάθρων αναπεριγραφή. Από την επικαιρότητα θα διάλεγα καινοτόμους όρους, με εύγλωττες συνέπειες. Έτσι, ο όρος «εγκλήματα πολέμου» διαγράφτηκε από τα ανθρώπινα λεξιλόγια και αντικαταστάθηκε από τον πιο καθησυχαστικό, αλλά αποπροσανατολιστικό και συγχυτικό όρο «παράπλευρες απώλειες». Από δώ και πέρα, ο ιατρός δεν θα λέγεται έτσι, αλλά «πάροχος υγείας» και εφ’ όσον, τελικά, όπως δεν αποκλείεται, νομιμοποιηθεί η ενεργητική ευθανασία ή η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, μπορεί να λέγεται και «πάροχος θανάτου», σε μια πλήρη ανατροπή κάθε έννοιας Λόγου. Και η υγεία, δεν θα είναι πλέον ένα δώρο που μας παραχωρείται ατελώς, συνοδευόμενο από την εντολή να το προστατεύουμε με σεβασμό, αλλά ένα αγοραίο, καταναλωτικό αγαθό· από δώ και πέρα, ο πολίτης μπορεί να είναι υγιέστερος ακριβώς όπως (και επειδή μόνο) μπορεί να είναι πλουσιότερος.
Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, και η ευθανασία να οριστεί, κατά τρόπο συμβατό με τις σύγχρονες τάσεις, πώς αλλιώς, παρά ως διαχείριση του θανάτου;
Ορισμοί
Παλαιότερα, με τον όρο «ευθανασία» οριζόταν ο καλός, ήρεμος, ακόμη και ο ηρωικός θάνατος, που εκπέμπει μηνύματα ευψυχίας, που οριοθετεί την ζωή, οι πραγματοποιήσεις της οποίας εγγράφονται στην περιωπή του συνολικά ωραίου, του συλλογικά ωφέλιμου, που μετακινούν την κοινωνία, ώστε να «σηκωθούμε ακόμη λίγο ψηλότερα». Στις σύγχρονες, όμως, πολιτικο-φιλοσοφικές συζητήσεις, στον όρο έχει προσδοθεί άλλο περιεχόμενο και ήδη χρησιμοποιείται προκειμένου να υποδειχθεί η διακοπή της «ανάξιας» να βιωθεί ζωής· «ανάξια» όχι με την έννοια που της απέδιδε ο Σωκράτης, στην απολογία του, αλλά με την μεταλλαγμένη έννοια της αποστερημένης ευδαιμονίας ζωής. Νοείται δηλαδή ως «θανάτωση από ευσπλαγχνία -mercy Killing», ένας νεωτερικός όρος που στην γλώσσα της διαχειριστικής ετερορρυθμίσεως του κοινωνικού γίγνεσθαι υπονοεί την με ή χωρίς συναίνεση ενεργητική (δηλαδή ως αποτέλεσμα θετικής ενέργειας) ή παθητική (δηλαδή ως αποτέλεσμα παραλείψεως ενέργειας) θανάτωση των βαρέως πασχόντων, για τους οποίους έχει εκλείψει κάθε ελπίδα θεραπείας και που δεν είναι εγκεφαλικά νεκροί.
Τον απαλλακτικό από τα βάσανα της ζωής θάνατο όρισε ως ευθανασία αρχικά ο Thomas Moore και, αργότερα, ο Francis Bacon. Κατά το διαμορφούμενο δίκαιο τείνει να σημαίνει «την σύντμηση της επιθανάτιας αγωνίας ενός επωδύνως πάσχοντος συνανθρώπου μας». Η σύντμηση μπορεί να επιχειρείται με την εσκεμμένη χορήγηση θανατηφόρου δόσεως φαρμάκου, με σκοπό την επίσπευση του θανάτου και διά της μεθόδου αυτής ανακούφιση του ανθρώπου από τον αφόρητο πόνο και την παράκαμψη του βασανιστικού τελικού σταδίου μιάς ανίατης ασθένειας, για λόγους οίκτου (όπως είναι η δηλούμενη αιτιολόγηση), αλλά και η περιστολή των δαπανών (όπως πιθανόν αποδειχθεί ότι είναι η υποκρυπτόμενη).
Παρά το γεγονός ότι ο Πλάτων στην Πολιτεία του υποστήριξε ότι «δεν πρέπει να νομίζουμε ότι πρέπει να θεραπεύεται αυτός που δεν μπορεί να ζεί κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες», ο Ιπποκράτης είχε ανεπιφύλακτα αφορίσει την εφαρμογή ευθανασίας, τόσο με την ενεργητική της μορφή (χορήγηση φαρμάκου ή εφαρμογή μεθόδου που να επισπεύδει τον θάνατο ασθενούς), όσο και με την παθητική της μορφή (άρνηση ιατρικής συνδρομής, ώστε η νόσος ανεξέλεγκτη να επιφέρει τον θάνατο)· είχε δε συμπεριλάβει και σαφή πρόταση στον Όρκο, που καλούσε τους ιατρούς να δώσουν με την ανάληψη των καθηκόντων τους: «ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον ουδέ υφηγήσομαι συμβουλίην τοιήνδε».
Αν και φαίνεται ύποπτη και πλαστή, διάχυτη είναι σήμερα η αντίληψη ότι η Ιατρική, στην σύγχρονη, παγκόσμια λειτουργική της, είναι ένα πολύπλοκο και πανάκριβο επιστημονικο-τεχνικό σύμπλεγμα πολλαπλών δράσεων, χρεωκοπημένο επίσημα. Ένα παρακμιακό δράμα, αντιπροσωπευτικό της παγκόσμιας πολιτισμικής και θεσμικής κρίσης. Και πρέπει άμεσα να ανασκευασθεί, να αναθεωρηθεί, να καθοδηγηθεί. Ένα αφορισμένο σύστημα, το οποίο, αν και έχει ίσες πιθανότητες να αποκαταστήσει την ισορροπία του, με την συνδρομή της φιλοσοφίας ή να καταρρεύσει οριστικά, κάτω από τις αφόρητες πιέσεις των αγοραίων επιδιώξεων, δείχνει να ολισθαίνει σ’ έναν παραλογισμό. Ο παραλογισμός αναγνωρίζεται στην τείνουσα να διαμορφωθεί καθημερινή πρακτική: ενώ αποτρέπουμε τον θάνατο την περίοδο της μεγίστης κάμψεως των περισσοτέρων οργάνων, προεκτείνοντας την ζωή πέρα από οποιοδήποτε όριο ανακάμψεως, μέσα στην περιοχή του θανάτου, εφαρμόζοντας θαυμαστά επιστημονικοτεχνικά μέσα, που αυξάνουν ραγδαία το κόστος νοσηλείας, περιθάλψεως και αποκαταστάσεως, ή ενώ επιτυγχάνουμε να αναστείλουμε τον θάνατο που απειλείται από φυσικούς παράγοντες (ασθένεια, κακώσεις κ.λπ.), αργότερα τον επικαλούμεθα στην περιοχή της ζωής, αναζητώντας ηθικοεπιστημονικά ερείσματα ανακλήσεως των εφαρμοζόμενων μέσων ή εφαρμόζοντας θανατηφόρα μέσα υπό το πρόσχημα της ευσπλαχνίας. Έτσι, με την συγχυτική παρέμβαση της σύγχρονης ιατρικής, το κρεβάτι του πόνου, της αρρώστιας, της ανημποριάς γίνεται αδυσώπητα προκρούστειο.
Κοινωνικές συνιστώσες
Γύρω από το πρόβλημα της ευθανασίας έχει αναπτυχθεί ένα πλέγμα έντονα συγκρουόμενων απόψεων και δογματικών πεποιθήσεων, σε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό επίπεδο. Η στάση της κοινωνίας απέναντι στην αρρώστια και τον θάνατο έχει τροποποιηθεί. Η υγεία θεωρείται, πλέον, «εμπορεύσιμο» αγαθό και, κατ’ επέκταση, ως ένα διαχειριζόμενο δικαίωμα, επιχειρείται να αναπεριγραφεί και ο θάνατος, ενώ η απόδοση μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα του ασθενούς και η ιατρικοποίηση του τελικού σταδίου της ανίατης παθήσεως συνεπάγονται προοδευτικά εντεινόμενη αύξηση της φορτίσεως των νοσηλευτικών ιδρυμάτων με ασθενείς χωρίς ελπίδα ιάσεως. Ουσιωδώς, η ευθανασία επιχειρείται να συμπεριληφθεί στα μέτρα οικονομικής ανακουφίσεως των συστημάτων υγείας σε συνθήκες ένδειας πόρων.
Η κοινή γνώμη διαμορφώνει προοδευτικά ευνοϊκή θέση για την αποδοχή της ενεργητικής ευθανασίας (υποβοηθούμενης αυτοκτονίας) σε επιλεγμένες περιστάσεις ανίατης νόσου, και η εκστρατεία της επανεκτιμήσεως της νομικής υποστάσεως της ευθανασίας φαίνεται ότι προοδευτικά κερδίζει έδαφος. Στο τείνον να διαμορφωθεί σύγχρονο αξιακό μας σύστημα, η υγεία εισάγεται ως απλή εκτιμήτρια καταναλωτικής προσδοκίας και η έκπτωσή της ως ανάλογη μείωση καταναλώσεως αγαθών. Αντίστοιχα κι ο θάνατος νοείται ως απλή υποστροφή των βιολογικών εντάσεων στο μηδέν, ως ανακοπή καταναλώσεως. Η σύγχρονη νοοτροπία αποδίδει ολοένα μεγαλύτερη σημασία στο οικονομικά ωφέλιμο και παραγωγικά αποδοτικό άτομο, το άτομο που συμμετέχει στην παραγωγή και στην κατανάλωση αγοραίων αγαθών, παραγκωνίζοντας τους απομάχους της ζωής. Σε αυτό το καινοφανές αξιακό σύστημα, η ονομαστική σημασία κάθε προσώπου συνεχώς ελαττώνεται με την μείωση της παραγωγικής και καταναλωτικής του αποδόσεως, ως την πλήρη περιθωριοποίησή του, όταν γεράσει και αρρωστήσει. Υπό τις διαμορφούμενες πεποιθήσεις, η σύγχρονη κοινωνία με τις καταπιεσμένες αυτοκαταστροφικές επιθυμίες της αφομοιώνει με προοδευτικά μεγαλύτερη ευχέρεια το ενδεχόμενο νομιμοποιήσεως της εκούσιας (με συναίνεση του ασθενούς) ή και ακούσιας (χωρίς προηγούμενη συναίνεση) ευθανασίας, και φαίνεται να εξοικειώνεται με λογικές πλήρους αρνήσεως της ζωής, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στο ύψος των αγοραίων περιστάσεων.
Διάχυτη είναι η γνώμη ότι η σύγχρονη κοινωνία μας αναγνωρίζεται από την αδυναμία ώριμης και ψύχραιμης αντιμετωπίσεως της ανθρώπινης μοίρας, που δεν είναι άλλη από την προετοιμασία για τον θάνατο (si vis vitam para mortem), που ο Freud[1] το παράφρασε «αν θέλεις να υποφέρεις την ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο». Ο σύγχρονος άνθρωπος  είναι ανέτοιμος να αντιμετωπίσει τον πόνο, την αποκρουστικότητα της αρρώστιας, την παγερότητα του θανάτου. Η ανίατη αρρώστια ανατρέπει την ισορροπία μεταξύ πόνου κι ευχαριστήσεως, προς όφελος του πόνου και η ανατροπή αφορά τον ίδιο, ιδίως, τον ασθενή, το περιβάλλον του, αλλά και τον θεράποντα ιατρό του. Η πρόταση της ευθανασίας αποσκοπεί στην αποκατάσταση της χρηστικής ισορροπίας πόνου-ευχαριστήσεως, καθώς με την εφαρμογή της, το χρόνιο νόσημα (πού φθείρει διαρκώς τον ψυχισμό του ασθενούς, των συγγενών του και του ιατρικού συστήματος) τελειώνει και ο θάνατος μπαίνει στο περιθώριο της ζωής.
Οικονομική ύφεση και ευθανασία
Η νομιμοποίηση της ευθανασίας θα σήμαινε σημαντική ανακούφιση του προϋπολογισμού υγείας των αναπτυγμένων χωρών και η έξαρση της σχετικής φιλολογίας δεν αντανακλά παρά την οικονομική κατάρρευση των συστημάτων υγείας, τα οποία βλέπουν την επιβίωσή τους μέσω της δραστικής περιστολής των εξόδων τους. Έχει υπολογιστεί ότι το 28% του συνόλου των δαπανών για την υγεία, που ανέρχεται σε 75 δις δολάρια, ξοδεύονται στα κρεβάτια της εντατικής θεραπείας και των βαριά ασθενών χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως, όπου οι δαπάνες είναι τετραπλάσιες των κανονικών νοσηλειών και διατίθενται για να διατηρηθούν στην ζωή ασθενείς τελικού σταδίου.
Κάθε επιχείρημα, όμως, εφαρμογής της ευθανασίας για εξοικονόμηση πόρων θυμίζει την προπαγάνδα των Εθνικοσοσιαλιστών, το 1939, που εξ αιτίας της χιλιάδες ψυχικά άρρωστα άτομα οδηγήθηκαν στα κρεματόρια, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα για τα υγιή παιδιά της Γερμανίας. Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ της ευθανασίας οδηγεί στην υποθετική ερώτηση, αν στο μέλλον τα οικονομικά μιάς κυβέρνησης δεν πηγαίνουν καλά, θα πρέπει οι ασθενείς τελικού σταδίου να λάβουν την ελάχιστη φροντίδα ή και μια δόση θανατηφόρου δηλητηρίου. Παρόμοιες σκέψεις αφαιρούν τον ανθρώπινο χαρακτήρα της ύπαρξης, αγνοούν το πρόσωπο και αντικρίζουν το άτομο σαν οικονομικό άνυσμα. Επειδή, μάλιστα, ο όρος «τελικό στάδιο» ενέχει ανεξέλεγκτους βαθμούς ερμηνευτικής ελευθερίας, εγκυμονείται ο μέγας κίνδυνος, με την πάροδο του χρόνου και τον εθισμό, ολοένα μεγαλύτερος αριθμός ασθενών να κατατάσσεται σε λίστες υποψηφίων, προκειμένου να υποστούν ευθανασία.
Η συζήτηση για την νομιμοποίηση της ευθανασίας
Η διαμάχη για την νομιμοποίηση της ευθανασίας διατηρείται στην σύγκρουση δυο απόψεων: η πρώτη που υποστηρίζει την νομιμοποίηση της εκούσιας (με συγκατάθεση του ασθενούς) ή και ακούσιας (χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση) ευθανασίας και η δεύτερη που απορρίπτει κάθε μορφή ευθανασίας.
Δεν αμφισβητείται, βέβαια, ότι το δικαίωμα της ζωής είναι αναφαίρετο, αδιαπραγμάτευτο και υποστηρίζεται απαρέγκλιτα από όλες τις παγκόσμιες κοινωνικές συνθήκες. Μερικοί υποστηρίζουν ότι στο δικαίωμα αυτό παρελκύεται και ο θάνατος, ως εκδήλωση της ζωής και, κατ’ επέκταση, κάθε άτομο διατηρεί την αυτονομία να κάνει χρήση ή να παραιτείται οποιουδήποτε δικαιώματός του, ακόμη και του δικαιώματος της ζωής, επιλέγοντας τον θάνατό του. Οι θιασώτες της νομιμοποιήσεως της ευθανασίας υποστηρίζουν ότι, εάν η απαγόρευση της επιλογής της ευθανασίας είναι ορθή, τότε αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα στην ζωή είναι διατακτικό δικαίωμα. Το δικαίωμα αυτό ισοδυναμεί μ’ ένα υποχρεωτικό καθήκον, αν και αυτό δεν ισχύει στην σύγχρονη αντίληψη της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού για κάθε δικαίωμα αναγνωρίζεται η δυνατότητα παραιτήσεως του δικαιώματος αυτού. Κατ’ επέκταση, υποστηρίζουν οι θιασώτες της ευθανασίας, και εφόσον το άτομο έχει την δυνατότητα να παραιτείται από την ζωή του, πρέπει να του εξασφαλίζονται και τα μέσα να υλοποιεί αυτή την δυνατότητα. Δηλαδή η πολιτεία πρέπει να αναγνωρίζει στον ασθενή το δικαίωμα του θανάτου του και, επομένως, το δικαίωμα να ορίζει τον συντελεστή με την συνδρομή του οποίου θα υλοποιήσει την πρόθεσή του.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η απαγόρευση της ενεργητικής εθελοντικής ευθανασίας, της υποβοηθούμενης δηλαδή αυτοκτονίας, θέτει κάποια όρια και κάποιους περιορισμούς στην αυτοδιάθεση των ασθενών, που όμως είναι αναγκαίοι για την διασφάλιση της γενικότερης αρχής της προστασίας της ζωής. Η πρακτική επιχειρηματολογία εναντίον της νομιμοποιήσεως της ευθανασίας αναφέρεται κυρίως στην πιθανότητα λάθους, στην επιφύλαξη για μελλοντική διάθεση οριστικής θεραπείας, στην αδυναμία αλλαγής αποφάσεως ή στην κατάχρηση της υιοθετηθείσης μεθόδου ευθανασίας.
Η αρχή της αυτοδιαθέσεως
Το επίπεδο αυτοεκτιμήσεως του κάθε ατόμου και η ευχέρειά του να επιλέγει το σχέδιο ζωής που προτιμά, καθορίζουν την ικανότητά του να προστατεύει την αξιοπρέπειά του, όντας -ο ίδιος- φορέας των βασικών διακαιωμάτων κι ελευθεριών του, διαμορφώνοντας ένα ηθικο-βιολογικό σύνολο με το οποίο ανήκει στην ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει, ασφαλώς, αμφιβολία ότι η εισβολή μιάς ανίατης και βασανιστικής αρρώστιας αναδιαμορφώνει το προσωπικό σχέδιο ζωής του ασθενούς, εισάγει νέες δυσμενείς συνθήκες στην περαιτέρω διαβίωσή του και τον καθιστά επιρρεπή σε αυτοκαταστροφικές διεξόδους, ιδιαίτερα εφόσον πρόκειται περί παθήσεως που τον καθηλώνει στο κρεβάτι, εξαρτημένο από πολύπλοκες περιποιήσεις τρίτων.
Οι θιασώτες της ευθανασίας ισχυρίζονται ότι κάθε άτομο που έχει την ικανότητα να παίρνει αποφάσεις, δεν έχει βαριά ψυχική πάθηση κι ελέγχει το σώμα του, μπορεί και πρέπει να επιλέγει ελεύθερα το πότε, πώς και με ποιό τρόπο θέλει να πεθάνει, καθώς μάλιστα αυτό δεν θίγει τα δικαιώματα άλλου ανθρώπου. Ούτε η Εκκλησία ούτε το κράτος έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν στο αναφαίρετο και αδιαπραγμάτευτο αυτό δικαίωμα του πολίτη. Οι υποστηρικτές της ευθανασίας ισχυρίζονται ότι η μή νομιμοποίησή της αποτελεί κατάφορη παραβίαση της ελευθερίας του ατόμου, ακόμη και της επιλογής τους να φονευθούν. Η απαγόρευσή της είναι μορφή τυραννίας. Επομένως, αναφορικά με τις απαιτήσεις νομιμοποιήσεως, η μόνη προϋπόθεση που πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη είναι η επιθυμία του ασθενούς και η ελευθερία της επιλογής, που βασίζεται στην προσωπική του εκτίμηση των συνθηκών διαβιώσεως, όπως αυτές τροποποιούνται από το φάσμα του πόνου, του φόβου, της εξαρτήσεως ή άλλων λόγων.
Η σύγχρονη κοινωνία κινείται στα πλαίσια σκόπιμης, παραπλανητικής έξαρσης της διεκδικήσεως ετεροβαρούς σημασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώδη δικαιώματα συρρικνώνονται και αναθεωρούνται, όπως το δικαίωμα στην εργασία, στην ασφάλιση, στην πλήρη και απρόσκοπτη ενημέρωση κ.ά. Ασφαλώς δεν απεμπολείται το δικαίωμα του ασθενούς να επιλέγει τον ιατρό του, το είδος της θεραπείας του και την επιμέλεια με την οποία θα τεθεί σ’ ένα πρόγραμμα αποκαταστάσεως.
Επίσης, παρά το γεγονός ότι αποτελεί και Ιπποκρατική επιταγή, η ενημέρωση των ασθενών περί των δεδομένων της παθήσεώς τους και των μεθόδων και τεχνικών αντιμετωπίσεώς της δεν είναι ούτε πλήρης ούτε κατανοητή, ιδίως, μάλιστα, όταν ο ασθενής τελεί κάτω από την συγχυτική επίδραση της συμπτωματολογίας της παθήσεώς του και την κατάρρευση της αυτεκτιμήσεώς του, οφειλόμενη στους αφόρητους πόνους ή στο γεγονός ότι βρέθηκε ξαφνικά υπό την εξάρτηση τρίτων ατόμων ή μηχανημάτων ελέγχου και υποκαταστάσεως βιολογικών λειτουργιών.
Ο πόνος, ιδιαίτερα, είναι μια οδυνηρή εμπειρία που εκτρέπει την σωματοψυχική ισορροπία του ασθενούς και συνεπάγεται την ψυχική του ανατροπή. Ισοδυναμεί με ρήξη του προστατευτικού ορίου του «Εγώ» και για τον λόγο αυτό, ο σωματικός πόνος είναι κάτι που -κατά τον Freud- θα μπορούσε και θα έπρεπε να γεννήσει έναν ψυχικό πόνο. Ο σωματικός πόνος παριστά την ρωγμή από την οποία ενεργοποιείται μια, σε άλλοτε άλλο βαθμό, διάρρηξη της προσωπικής συνέχειας του ατόμου. Και, επομένως, ακόμη και επίμονο ένα περιστασιακό αίτημα για τερματισμό της ζωής θα έπρεπε να προσλαμβάνεται από μια κοινωνία που επιμένει να αυτοαποκαλείται «κοινωνία της αλληλεγγύης» ως ένδειξη της απελπισίας του και έκκληση απαλλαγής από την οδυνηρή εμπειρία του, μάλλον, παρά ως σταθερή, αποφασιστική και αυθεντική έκφραση θανατώσεως.
Το δόγμα της διπλής συνέπειας
Κατ’ εφαρμογήν του δόγματος της διπλής συνέπειας, είναι επιτρεπτές οι δράσεις, που προοπτικά θα έχουν κακές συνέπειες μόνο όταν οι κακές συνέπειες, συνιστούν «παράπλευρα κακά ή παρενέργειες» των θετικών ωφελημάτων, καθώς και όταν το αναμενόμενο καλό δεν είναι απόρροια του προκαλούμενου κακού. Έτσι, η ευθανασία πρέπει να μην νομιμοποιηθεί, γιατί απαλλάσσει μέν τους ασθενείς από τους πόνους και την ταλαιπωρία, αλλά το καλό αυτό είναι απόρροια μεγαλύτερου κακού που τους επιβλήθηκε, δηλαδή της θανατώσεως του ασθενούς. Επιπλέον, η ευχερής παροχή ενεργητικής ευθανασίας θα κατέστρεφε την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης ασθενούς-ιατρού με τις κοινωνικές, ψυχολογικές, συμπεριφοριολογικές της διαστάσεις, που αναμένεται να συμβάλουν πρωταγωνιστικά στην διαδικασία της θεραπείας ή, έστω, να απαλύνουν τις δυσμενείς ψυχολογικές επιδράσεις και να μετριάσουν την κατάρρευση που προκαλεί κάθε εκτροπή της υγείας. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι ασθενείς, ανασφαλείς, έτσι κι αλλιώς, θα έβλεπαν στο πρόσωπο του ιατρού τους τον πιθανό δολοφόνο τους, που τους αντιμετωπίζει ως πιθανά θύματα ευθανασίας.
Το δόγμα της διολισθήσεως (ασταθής ισορροπία)
Οι πολέμιοι της νομιμοποιήσεως της ενεργητικής εκούσιας ευθανασίας διατείνονται ότι, με την ενδεχόμενη νομιμοποίηση της ευθανασίας, η κοινωνία θα καταστεί επιρρεπής προοδευτικά να ανεχθεί και άλλες μορφές ευθανασίας, θα αναπτυχθεί αντίστοιχη φιλολογία και θα παρουσιασθούν οι κατάλληλες φιλοσοφικές τεκμηριώσεις. Οι αρνητές της νομιμοποιήσεως της ευθανασίας ανησυχούν ότι αμέσως μετά την εμπέδωση στην κοινή γνώμη και την διάδοση της εκούσιας ευθανασίας, η κοινωνία θα διολισθήσει σε μερικές τουλάχιστον μορφές ακούσιας ενεργητικής ευθανασίας με πρώτους υποψήφιους εκείνους τους άτυχους ασθενείς, που βρίσκονται σε κατάσταση φυτού, οι οποίοι ουδέποτε επέδειξαν πρόθεση να επιλέξουν ευθανασία ή για κάποια νήπια με βαριές δυσμορφίες για τις οποίες η πρόγνωση είναι απελπιστική. Φυσικά κάθε κυβέρνηση, της οποίας τα οικονομικά υγείας δεν πάνε καλά, θα σκεφτεί ακριβώς να επεκτείνει το μέτρο της ενεργητικής ευθανασίας και σε εκείνους που είναι φυτά, αναπνέουν όμως ελεύθερα, αν και έχουν χάσει κάθε επικοινωνία με το περιβάλλον τους.
Επίλογος
Αυτό που κάνει την συμπεριφορά μας να είναι αυτή που είναι, δεν είναι άλλο από την γνώμη που επιβάλλει αυτή την συμπεριφορά. Έτσι, οι συμπεριφορές αναδιαμορφώνονται, με την αναδιαμόρφωση της κοινής γνώμης. Αν υιοθετούμε μια λάθος συμπεριφορά, αυτό οφείλεται στην προηγούμενα υιοθετημένη λάθος γνώμη, που την διαμορφώνει, και η οποία επιβάλλει την νέα στάση. Αν πιστέψουμε ότι η ζωή μας είναι μάταιη, τότε επιλέγουμε τον θάνατο με την αποφασιστικότητα που θα τον επιλέγαμε αν η ζωή ήταν πράγματι μάταιη. Ο Nadler υποστηρίζει ότι όλα εξαρτώνται από την γνώμη και επικαλείται την πεποίθηση του Σενέκα: Omnia ad opinionem suspense sunt. Η προσφυγή σε μεθόδους ευθανασίας είναι συγχυτικό αποτέλεσμα των μεταβολών στα κοινωνικά πρότυπα, της τάσεως επιβολής διαχειριστικού ελέγχου, με τις κατάλληλες φιλοσοφικές προσαρμογές, οποιασδήποτε δυναμικής που μπορεί να διαμορφώνει συνέπειες, της απόλυτης θωράκισης της κοινωνίας όχι μόνο απέναντι σε επαναστατικές αλλαγές, αλλά ακόμη και στους πιο εφήμερους αιφνιδιασμούς. Είναι, τέλος, αναγκαστική συνέπεια της ένδειας πόρων, της καταρρεύσεως των συστημάτων υγείας και απότοκη των προθέσεων συγκεντρωτικής ετερορρυθμίσεως. Ιστορικά, κάθε προσπάθεια εμπεδώσεως μορφών ευθανασίας υπαγορευόταν από επιδιώξεις εκκαθαρίσεων για λόγους ευγονίας, περιστολής εξόδων ή ευκοσμίας της κοινωνίας.
Προχθές με συνέλαβε ο γιός μου σκεπτικό. Του είπα τί με απασχολούσε και ρώτησα την γνώμη του: «Οι μάσκες των γιατρών, μου είπε συνοφρυωμένος, δεν πρέπει να συγχέονται με τις μάσκες των δημίων».
Παρατήρηση: Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 14 του περιοδικού «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ» (Απρίλιος – Ιούλιος 2004)

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ και... «ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ» (εκτός και εντός εισαγωγικών)



ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ και... «ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ»
(εκτός και εντός εισαγωγικών)
 


του Αθανασίου Β. Αβραμίδη,
Καρδιολόγου Καθηγητού Παθολογίας τoυ Πανεπιστημίου Αθηνών


      Άλλοτε η ευθανασία είχε την έννοια του καλού, του έντιμου, του ευτυχισμένου θανάτου, ή του ήρεμου, του αιφνίδιου χωρίς αγωνία και πόνους θανάτου, ή του ένδοξου, π.χ. για την Πατρίδα ή για την Πίστη, με την έννοια της θυσίας. Αυτή την έννοια γνώριζε ο κόσμος, με το «εύ-καλώς θνήσκειν», ως ευθανασία.
Αυτή είναι η χωρίς εισαγωγικά ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ!
Σήμερα, η λέξη ευθανασία σημαίνει κάτι το διαφορετικό. Ο Francis Bacon, (1561-1626) μετέφερε την ελληνική λέξη ευθανασία στην αγγλική γλώσσα (Euthanasia) με τη σημασία της «επισπεύσεως του θανάτου, για να τεθεί τέρμα σε μια ζωή γεμάτη πόνο και ταλαιπωρίες».

Ως «ευθανασία» νοείται σήμερα: «η ηθελημένη θανάτωση ανιάτου, με τη συναίνεσή του ή χωρίς αυτήν, προς ανακούφιση ή απολύτρωσή του από την επιθανάτια οδυνηρή αγωνία, από αφόρητους πόνου που τα υπάρχοντα θεραπευτικά μέσα αδυνατούν να καταπραϋνουν». Με άλλα λόγια, πρόκειται για «μέθοδο προκλήσεως του θανάτου για κάποιους λόγους».

Αυτή είναι η εντός εισαγωγικών ευθανασία!
Η «ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ»
(Η εντός εισαγωγικών)
Η «ευθανασία» προσφέρεται ή παρέχεται και τότε λέγεται «ενεργητική». Όταν όμως είναι αποτέλεσμα παραλείψεως ή αποσύρσεως θεραπευτικών προσπαθειών χαρακτηρίζεται ως «παθητική». Σ’αυτήν ο άνθρωπος αφήνεται να πεθάνει.

Το ποιός και πως παίρνει την απόφαση, είναι ένα μεγάλο θέμα, τα δημιουργούμενα δε προβλήματα δυσεπίλυτα. 

Οι περιπλοκές αναδεικνύονται από την παράθεση των ειδών αυτής της «ευθανασίας»:

Η ενεργητική ευθανασία

Διακρίνεται σε: α) εκούσια και β) ακούσια, Την εκούσια τη ζητά ο ίδιος ο άρρωστος. Την ακούσια όχι. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εσκεμμένη ή προμελετημένη ενέργεια τερματισμού της ζωής ενός προσώπου.

Α. Την εκούσια την εφαρμόζει αυτός που θέλει να θέσει τέρμα στη ζωή του, μόνος του ή με τη βοήθεια κάποιου άλλου. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται περί «ευθανασίας δι’αυτοκτονίας». Στη δεύτερη πρόκειται για πράξη «συμμετοχής σε αυτοκτονία».

Η εκούσια ευθανασία εκτελείται με τη λήψη από τον ίδιο ή τη χορήγηση από κάποιον άλλο, μιας κάποιας ουσίας σε δόση τέτοια ώστε «να επιφέρει τον θάνατο γρήγορα και χωρίς ταλαιπωρίες. (6) Η προσφορά όμως τέτοιας «βοήθειας», ως πράξη «συμμετοχής σε αυτοκτονία», τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 300, 301 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) με βαριές ποινές, ως «φόνος εκ προμελέτης».

Εκτελείται η ενεργητική εκούσια ευθανασία και με συσκευή παροχής δηλητηριώδους ουσίας, το «κουμπί» της οποίας πατά... (ή τη «στρόφιγγα» χειρίζεται) ... «ο αυτόχειρ».

Στην εκούσια ενεργητική ευθανασία υπάγεται και η: Η θελημένη ευθανασία για ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς λόγους. Ακόμα και για κατάθλιψη. Η κατάθλιψη, βεβαίως, - όπως και πλήθος από ψυχιατρικά νοσήματα- είναι θεραπεύσιμη. 

Ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε «απόγνωση», προκύπτουν σε πλήθος κόσμου κάθε μέρα. Και σε όλους μας, που κάποια στιγμή μπορεί να είπαμε ότι... «δεν τη θέλουμε την τέτοια ζωή». Όμως, «πέρασε» η στιγμή εκείνη και πολλές άλλες. Ενώ η «απόγνωση» δεν αποτελεί «καλό σύμβουλο» για μιά «τόσο σοβαρή απόφαση». Τα παραδείγματα, είναι άπειρα! Κάποιοι ακόμη, αυτοκτονούν με τη σκέψη ότι «προσφέρουν στον στον εαυτό τους ευθανασία» διότι φοβούνται ή νομίζουν ότι... «πάσχουν από ανίατη και βασανιστική, κατά τα επόμενα στάδιά της, ασθένεια». Με την... «για ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς λόγους ευθανασία», όμως, δημιουργούνται και «πολλά επικίνδυνα μονοπάτια».


Β. Στην ακούσια ενεργητική ευθανασία ο θάνατος «προσφέρεται από συγγενή ή φίλο ή από γιατρό» σε κάποιον, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του, ή σε περίοδο που δεν μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο να εκφράσει ή να διτυπώσει αντίθετη επιθυμία. Κατά τον νόμο, πρόκειται για «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» και τιμωρείται δια της ποινής του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, κατά το άρθρο 299 του Π.Κ.

Η παθητική ευθανασία

Η «ευθανασία» η οποία χαρακτηρίζεται ως «παθητική» εκτελείται με «παραλείψεις» ή «απόσυρση» θεραπευτικών φροντίδων ή προσπαθειών με φάρμακα ή μηχανήματα υποστηρίξεως βασικών λειτουργιών της ζωής.

Τα προβλήματα γύρω από το ποιός και πως αποφασίζει είται τεράστια και πολλές φορές αξεπέραστα.

Τύποι παθητικής ευθανασίας

Είναι: α) δια της μη ανανήψεως, β) η «εθελοντική ευθανασία» (Living Will) και, γ) η εφαρμοζόμενη στις Μονάδες Εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.).

Είναι όμως ο άρρωστος, και μάλιστα στις συνθήκες υπό τις οποίες εισάγεται στο Νοσοκομείο, επαρκώς και καταλλήλως ενημερωμένος, ώστε να γνωρίζει επακριβώς περί τίνος πρόκειται; Είναι τόσο νηφάλιος ή ανεπηρέαστος από τους φόβους του εξαιτίας αυτού από το οποίο πάσχει ή νομίζει ότι πάσχει; Ή μήπως υπογράφει χωρίς καν να ρίξει μια ματιά σ’αυτά που βάζει την υπογραφή του, επειγόμενος μάλιστα να βρεθεί μιά ώρα γρηγορότερα στο κρεβάτι του, δια την ιατρική βοήθεια από την οποία τόσα προσδοκά;

Ευθανασία του τύπου Living Will, ή Εθελοντική με «Συμβόλαιο ή Διαθήκη Θανάτου».

Με τη διαδικασία που τηρείται σε μια «συμβολαιογραφική πράξη», ενώπιον μαρτύρων. Στο έγγραφο αυτό περιγράφονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, με τα οποία εκχωρεί το δικαίωμα να διακοπεί η θεραπεία και η μέσω αυτής διατήρησή του στη ζωή, την οποία δεν επιθυμεί, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο «συμβόλαιο».

Η εφαρμοζόμενη ευθανασία στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας

Στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) υπάρχουν οι εκ της πείρας «οδηγίες» και για το «άκαρπο» της συνεχίσεως των προσπαθειών περαιτέρω στηρίξεως μιάς ζωής, οπότε αποσύρονται η μία μετά την άλλη, ή άλλες δεν εφαρμόζονται κάν. Όπως όμως αποδεικνύεται από ευρύτατη ανασκόπηση της Παγκόσμιας Βιβλιογραφίας επί του τι τηρείται στις Μ.Ε.Θ., οι περισσότεροι «εντατικοθεραπευτές» αποφασίζουν και πέρα από τις οποιεσδήποτε «επιθυμίες», είτε του αρρώστου που εκφράστηκε από πρίν, είτε συγγενών ή φίλων, επιτρόπων ή πληρεξουσίων ή τοποτηρητών, αφού συνεκτιμήσουν μαζί μ’αυτά και πολλά άλλα. Απεδείχθη δε ότι, κάποιες περιπτώσεις από τις θεωρούμενες ως «μοιραίας εκβάσεως», αποκατεστάθησαν πλήρως στη ζωή. 

Δυσθανασία

Είναι ένας νέος όρος, με τον οποίο χαρακτηρίζονται οι προσπάθειες παρατάσεως της ζωής ενός αρρώστου με υπερβολικές, δύσκολες και δαπανηρές φροντίδες, δυσανάλογες σε απόδοση προς το επιδιωκόμενο ή δυνάμενο να επιτευχθεί αποτέλεσμα.. Η «δυσθανασία» γίνεται σεβαστή (είτε αυτή είναι η επιθυμία του αρρώστου είτε εκφράζεται από συγγενείες ή φίλους) για να προλάβουν, π.χ., ζωντανό τον άνθρωπό τους κάποιοι συγγενείς, που πρόκειται να φθάσουν από μακριά και χρειάζονται κάποιες ώρες γι’αυτό. Ή για να τακτοποιηθούν και κάποιες «εκκρεμότητες». Ενδέχεται όμως κάποιοι «τρίτοι» να χρησιμοποιούν τον γιατρό με το «καθήκον του ακόμη και στη δυσθανασία»,... προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων, κάνοντας έτσι ακόμη πιό δύσκολο το ρόλο του γιατρού.

Ορθοθανασία

Χαρακτηρίζεται έτσι η μη προσφορά υπερβολικών φροντίδων, μεγαλυτέρας δηλαδή εκτάσεως από εκείνην η οποία είναι συμβατή με την κατάσταση του ατόμου, το οποίο πάσχει από ανίατη αρρώστια. Και αφήνεται να σβήσει ήρεμα με τη φυσική επέλευση του θανάτου, εφ’ όσον ο ίδιος ο ασθενής το επιθυμεί και εφ’ όσον ο θάνατος είναι ένα αναμενόμενο φυσικό γεγονός.

Επιταχυθανασία

Ονομάζεται έτσι η σκόπιμη επιτάχυνση των βιολογικών διαδικασιών του θανάτου σε περιπτώσεις αναπότρεπτης επελέυσεώς του και της ως εκ τούτου απωλείας των προϋποθέσεων για ένα «εύ ζήν». Η τέτοια ευθανασία, με την οποία όμως τίθεται τέρμα στη ζωή κάποιου «πριν την ώρα του», επισύρει και τις ποινές του άρθρου 299 του Π.Κ. περί «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως». 

Ποιός όμως μπορεί να είναι απολύτως βέβαιος για το αναπότρεπτο της επελεύσεως του θανάτου; ή και πως ακόμη και για την οριστική απώλεια των προϋποθέσεων του «εύ ζήν» κάποιου άλλου;

Ευγονική ευθανασία

Πρόκεται για την «ευθανασία» σε παιδιά που γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν με ατέλειες, σωματικές ανωμαλίες, χρωματοσωματικές ανωμαλίες, ανεγκέφαλα ή με μογγολοειδή ιδιωτία (σύνδρομο Down), με δισχιδή ράχη που η επιβίωσή τους είναι βραχεία, ή άλλες σωματικές δυσπλασίες. Πολλά δε από αυτά μπορούν να διαγνωσθούν και πριν από τον τοκετό με τα σημερινά τεχνολογικά μέσα, και να οδηγήσουν σε διακοή μιας κυήσεως «ανεπιθύμητης».

Πολλά από τα τέτοια νεογνά παρουσιάζουν ανωμαλίες ασυμβίβαστες με τη ζωή για περισσότερο από ένα βραχύ «χρόνο επιβίωσης». Άλλα, για να επιβιώσουν χρειάζονται σειρά από επανορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις, βαριές, επίπονες και πολυέξοδες. Αφιέμενα τα τέτοια παιδιά «εις εαυτά» συνήθως αποθνήσκουν σε σχετικώς βραχύ χρονικό διάστημα.

Το θέμα βεβαίως της διακοπής της κυήσεως ακόμη και όταν υπάρχουν ιατρικές ενδείξεις, δεν είναι μόνον πρόβλημα ευγονικής, ούτε κάν απλώς βιοηθικής. Αλλά και κοινωνικής, και οικονομικής, και ψυχολογικής, και νομικής, και θρησκευτικής ή πνευματικής φύσεως, και άλλα. Τα προβλήματα και τα διλήμματα είναι πολλά. Και όχι πάντοτε εύκολα προς λύση.

Κοινωνική ευθανασία

Χαρακτηριστική περίπτωση «κοινωνικής ευθανασίας» είναι η «γεροντοκτονία» στην αρχαία Κέα, το νησί γνωστό μας ως Τζιά. Με την αντίληψη ότι, όποιος δεν μπορεί να ζει καλά και να απολαμβάνει τη ζωή δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να ζεί, όσοι ξεπερνούσαν τα εξήντα όφειλαν, να πιούν το κώνειο, για να πεθάνουν. Οι Κάσπιοι, τους γονείς τους, όταν έφθαναν τα εβδομήντα, τους εγκατέλειπαν κάπου χωρίς τροφή, για να πεθάνουν μιά ώρα γρηγορότερα. Ανάλογα οι Μασαγέτες, οι Έρουλοι, οι Βακτριανοί. Η δοκιμασία του «κοκκοφοίνικα» είναι τρόπος εκτελέσεως εκείνων, οι οποίοι δεν είναι ικανοί να ζούν, άρα «μη χρήσιμοι για την κοινωνία». Τους ανάγκαζαν δηλαδή να αναρριχηθούν σ’ένα κοκκοφοίνικα και, όσοι έπεφταν και σκοτώνονταν, αυτοί λοιπόν και δεν θα άξιζε να ζήσουν.

Κοινωνική και όχι ευγονική θα πρέπει να χαρακτηρισθεί και η θανάτωση από τους Ναζί, ύστερα από απόφαση της Εθνικοσοσιαλιστικής Κυβερνήσεως της Γερμανίας, των 80.000 Γερμανών που έπασχαν από «αθεράπευτες ασθένειες» (εφαρμογή της φιλοσοφίας του Νίτσε). Όπως και των 6 εκατομμυρίων Εβραίων τους οποίους, αφού τους κατέστησαν «άχρηστους» για δουλειά με τις ανυπόφορες συνθήκες σκληρής καταναγκαστικής εργασίας, τους θανάτωναν στους θαλάμους αερίων, εξαφανίζοντας τα πτώματά τους στα διάφορα κρεματόρια.

Η δήθεν «ευγονική» αυτή «τύπου Νίτσε» κοινωνική ευθανασία, εφαρμόστηκε ευρέως (όπως αποκαλύφθηκε τελευταίως δια πληθώρας δημοσιευμάτων) και από πολλά άλλα κράτη, είτε προς εξόντωση ανεπιθύμητων ομάδων ανθρώπων, είτε για την «κοινωνική» ή «φυλετική» ή την «εθνική καθαρότητα». Όπως: Σουηδία, Αυστρία, Δανία, Η.Π.Α., Βέλγιο, Τσεχοσλοβακία, Ιαπωνία, Ελβετία... Και κυρίως με την μέθοδο της στειρώσεως... «για να περιορισθούν οι δαπάνες»... σε ένα Κράτος Πρόνοιας(;) Ή, για να διατηρηθεί «καθαρή η φυλή» από τους: «διανοητικώς ανάπηρους ή καθυστερημένους, ανεπιθύμητους, τσιγγάνους, φτωχούς, αλκοολικούς, εγκληματίες, γυναίκες ελευθερίων ηθών ή σεξουαλικώς διεστραμμένους»... και διάφορα άλλα προσχήματα. Οι αριθμοί τέτοιων περιπτώσεων ανά χώρα, έφθαναν από 11.000 μέχρι 60.000 ανθρώπους ή και περισσότερο!

Περί την κοινωνική ευθανασία διακυβεύονται και τεράστια συμφέροντα φύσεως οικονομικής, όπως Ασφαλιστικών Εταιρειών, Ταμείων Υγείας, Κρατικών Οργανισμών και άλλων. Υπολογίζεται δε ότι, το 20% των δαπανών για την Υγεία στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξοδεύονται για τις τελευταίες ώρες ζωής των ασθενών. Ότι, το κρεβάτι του ετοιμοθάνατου έχει κόστος δαπανών 4 φορές μεγαλύτερο από το κανονικό. Ενώ, «τα χρήματα δεν επαρκούν για όλους». Οπότε, πλέον η ζωή του ανθρώπου με την «ευθανασία» καταλήγει σε... «λογιστική πράξη».

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την «ποιότητα της ζωής» ως στοιχείου εκτιμήσεως για την απόφαση εφαρμογής «ευθανασίας», χρησιμοποιώντας την εις βάρος της διάρκειας της ζωής των ηλικιωμένων, των με μόνιμη αναπηρία κ.α. Η οποία πάει σιγά-σιγά να αντικαταστήσει την αντίληψη περί της «ιερότητας» της ζωής. Όμως, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να «φθείρει» τη ζωή του ανθρώπου (Α΄ Κορ.3,17) με οποιοδήποτε τρόπο, όποια και αν είναι, εφ’όσον δεν του ανήκει και επειδή η κάθε ζωή έχει άπειρη αξία. (Μάρκ.8,36), «ακόμη και όταν φαίνεται ότι δεν αξίζει τίποτε».

Η Ελληνική Νομοθεσία, πάντως, δεν συγχωρεί ούτε την «ευγονική» ούτε την «κοινωνική» ευθανασία.
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ
(Είναι η χωρίς εισαγωγικά ευθανασία)

Για τη Χριστιανική θρησκεία και την Εκκλησία, ο θάνατος, εκτός από βιολογικό φαινόμενο, είναι και ένα πολυσύνθετο γεγονός με μεταφυσικές προεκτάσεις. Θεωρεί δε η Εκκλησία «όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον». Και παραδίδει το σώμα στη φθορά, λέγοντας προς «τον νεκρόν του κοιμηθέντος» …»χους ει και εις χουν απελεύσει»« παρακαλώντας δε τον Θεό: «και το μεν σώμα αυτού εις τα εξ ων συνετέθη διάλυσον, την δε ψυχήν εν σκηναίς δικαίων τάξαι, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθμήσαι», και… «μετά των αγίων ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου Σου», όπως τόσο συχνά ακούμε στη Νεκρώσιμη Ακολουθία. 

Η ψυχή, είναι οντότητα ανεξάρτητη του εγκεφάλου ενυπάρχουσα «εξ άκρας συλλήψεως», του οποίου η καταστροφή δεν επηρεάζει την ύπαρξή της και τις λειτουργίες της στα άλλα όργανα, που τώρα απλώς δεν γίνονται αντιληπτές λόγω της βλάβης ή καταστροφής του οργάνου εκφράσεώς της. Με τον θάνατο δε, «ως η γέφυρα η μετάγουσα εκ της κάτω ζωής εις την άνω», περνά στην αιώνια ζωή, όπου εξακολουθεί να ζει με διαφορετικό πλέον τρόπο, αφού έχει χωρισθεί από το σώμα. Με μία δε απλούστερη διατύπωση, είναι ωσάν με το θάνατο ως από μια «σκάλα», να περνά η ψυχή από το κάτω πάτωμα (της εδώ ζωής) στο επάνω πάτωμα (της άλλης ζωής), της αιωνίας.

Αυτά μας διδάσκει η Εκκλησία, η οποία στέκεται με σεβασμό μπροστά στον άνθρωπο που «ξεψυχά». Κατά την Εκκλησία, ο άνθρωπος διατηρεί επαφή και επικοινωνία με τα πνεύματα, με τις εσωτερικές μυστικές πνευματικές δυνάμεις της ψυχής, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκδηλωθούν προς τα «έξω» κατά τον κλινικό «εγκεφαλικό θάνατο», λόγω βλάβης του εγκεφάλου ως του οργάνου εκφράσεώς τους. Και με τις τέτοιες δυνάμεις αντιδρά στα ερεθίσματα που δέχεται από αυτές« και συμμετέχει στα δρώμενα των στιγμών αυτών που , για τους λόγους αυτούς, θεωρούνται ιερές.

Η ζωή, για την Εκκλησία είναι δώρον Θεού στον άνθρωπο, έχει απόλυτη αξία, άρα είναι αναντικατάστατη, και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή κανενός, ούτε τη δική του (αυτοκτονία) ούτε του άλλου (φόνος). Και η πράξη της ευθανασίας, είτε ενεργητικής, είτε παθητικής, αποτελεί φόνον.

Ενδιαφέρεται, βεβαίως, και πράγματι η Εκκλησία για έναν «αξιοπρεπή θάνατο». Όμως, με πολύ διαφορετική έννοια από εκείνη της ούτω πως… «λεγομένης ευθανασίας».

Η Χριστιανική Ευθανασία και ο Γιατρός

Η Εκκλησία δέχεται και το γιατρό στο έργο της… Όχι δε μόνον διότι και το γιατρό ο Θεός τον εδημιούργησε, αλλά και διότι έχει να εκπληρώσει μία αποστολή. Προστάζει δε δια της Σοφίας Σειράχ (Κεφ. 38): «… και ιατρώ δος τόπον, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος, και μη αποστήτω σου, και γαρ αυτού χρεία, και εν χερσίν αυτού ευωδία…». Δηλαδή λέγει: παραχώρησε στο γιατρό τη θέση που του πρέπει για να εργασθεί, μην τον αφήσεις να σου φύγει διότι σου χρειάζεται και από τα χέρια του, με τις προσπάθειές του και την ορθή καθοδήγησή του, θα προκύψει το καλό αποτέλεσμα για την αποκατάσταση της υγείας σου.

Ευλογεί δε η Εκκλησία και ενθαρρύνει τις προσπάθειες του γιατρού στην υπηρεσία της ζωής. Και ως ευθανασία δέχεται εκείνη για την οποία εύχεται … «ειρηνικά τα τέλη της ζωής, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και καλήν απολογίαν…»« …δεχόμενη μάλιστα και ότι «κρείσσων θάνατος υπέρ ζωήν πικράν και ανάπαυσις αιώνιος ή αρρώστημα έμμονον» (Σοφ. Σειρ. 30, 17).

Ο γιατρός συμβάλλει στην τέτοια ευθανασία όταν εργάζεται για την καταπράυνση των πόνων, την ανακούφιση από τα ενοχλήματα, την καθησύχαση της αγωνίας, την υποβοήθηση προς καλύτερη ανοχή των ταλαιπωριών, ώστε να ζει ο άνθρωπος μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια, μέχρι και τις εσχατότατες στιγμές της ζωής του. Με τη συντρόφευση και την ηθική συμπαράσταση, σε συνεργασία με το οικογενειακό του περιβάλλον, με πορεία δίπλα του στον ίδιο με εκείνον βηματισμό, ακρόαση στους φόβους και σιωπή στις εκρήξεις του« … ψελλίζοντας – αν μπορεί- και δύο λόγια προσευχής, αφού η τέτοια συμπαράσταση επεκτείνεται και στον ψυχικό κόσμο του αρρώστου και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή με λεπτούς κλυδωνισμούς της ψυχής, μέχρι να περάσει στην… «αντίπερα όχθη»« μέχρι δηλαδή να «ξεψυχήσει» ο άνθρωπος και να πάρει η ψυχή του το δρόμο για το χώρο στον οποίο ανήκει, … στην αγκαλιά του Θεού.

Πόσοι και πόσοι δεν έχουν ξεψυχήσει έτσι, με μια γλυκιά έκφραση ηρεμίας στο πρόσωπο, μέχρι και απέραντης γαλήνης, ακόμη και μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα!… Αυτή είναι η Χριστιανική Ευθανασία… προς την οποία συμπλέει έτσι και ο γιατρός.

Η τέτοια συμπαράσταση του γιατρού φέρνει και άλλα αποτελέσματα. Είναι εκπληκτικό το πόσοι από αυτούς που «έφτασαν μέχρι τον «τάφο» αλλά δεν πέθαναν, βγήκαν τελικά … «κερδισμένοι» από την ταλαιπωρία τους« διότι ρύθμισαν προβλήματα που τους «έτρωγαν», και διαταραγμένες σχέσεις με οικείους τους« ή ανακάλυψαν ότι «έχει τόσα πολλά και ωραία ακόμη, να τους προσφέρει η ζωή, που μέχρι τώρα τους ήσαν άγνωστα και που αν τα ήξεραν κανείς δεν θα ήθελε να πεθάνει». Και ευγνωμονούν την αρρώστια που τους «άλλαξε» ως ανθρώπους, τους ωρίμασε πνευματικά και αναθεώρησαν τη στάση τους στη ζωή, αφού η δοκιμασία τους έδωσε τη δυνατότητα της ψυχικής «κάθαρσης» και τους «έφερε πιο κοντά στο Θεό».
ΧΡΗΣΙΜΑ ΣΧΟΛΙΑ

«Η επίμονη απαίτηση του πάσχοντος» για «ευθανασία» είναι επισφαλής. Διότι, η απόφαση ή η συγκατάθεσή του να πεθάνει «ανώδυνα» δεν είναι πάντοτε προϊόν υγιούς λογικής σκέψης και ελεύθερης εκλογής της αποφάσεως. «Η ανίατη και επώδυνη ασθένεια» επιδρά επί της πνευματικής λειτουργίας του ασθενούς. Είναι σχεδόν αδύνατο το να έχει τη διαύγεια της σκέψης ή την ορθή κρίση, την οποία είχε πριν ασθενήσει.

Το «χωρίς ελπίδα», ποιος θα το κρίνει; Και ποιος θα πάρει την απόφαση; Ενώ θα τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: «μήπως πρόκειται και για τραγικό λάθος»; Αυτό δε διότι υπάρχουν περιπτώσεις που ενώ χαρακτηρίσθηκαν «χωρίς ελπίδα», αποκαταστάθηκαν σε μία τελείως κανονική ζωή!

Ο άρρωστος, ακόμη και μέσα στον πιο ανυπόφορο πόνο του, πάντα ελπίζει. Σήμερα μάλιστα περισσότερο, διότι δεν υπάρχει σωματικός πόνος ο οποίος να μη μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο, με πολλούς και διαφόρους τρόπους.

Η ιατρική σε όλες τις περιστάσεις υπηρετεί το συνεχή σεβασμό της ζωής, της ηθικής αυτονομίας και της επιλογής του αρρώστου. Ωστόσο, ο γιατρός μπορεί σε περίπτωση αθεράπευτης και μοιραίας ασθένειας να περιορισθεί στην απάλυνση του πόνου, χορηγώντας στον άρρωστο τις κατάλληλες θεραπείες και εξασφαλίζοντάς του, όσο είναι δυνατόν, την ποιότητα μιας ζωής που σβήνει. Είναι επιτακτικό καθήκον να συνδράμει τον ετοιμοθάνατο μέχρι το τέλος, ενεργώντας με τρόπο που να επιτρέπει στον ασθενή τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς του.

«Η έννοια του ανιάτου δεν στοιχειοθετεί δίκαιο για το γιατρό, ώστε να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του» επειδή ο γιατρός ως το τέλος πρέπει να παραμένει αταλάντευτα πιστός στον όρκο του». Κανένας δεν δικαιούται να προωθεί διαδικασίες ευθανασίας, όταν υπάρχει και η ελπίδα, από τη μία στιγμή στην άλλη, η επιστήμη να μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικότερα για τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Απόδειξη είναι η επινόηση της καρδιοαναπνευστικής αναζωογονήσεως με την οποία, άλλοτε «καταδικασμένοι» σε θάνατο άνθρωποι, επαναφέρονται τώρα στη ζωή με ευκολία και ρυθμούς «ρουτίνας», αποδιδόμενοι στην κοινωνία και επανερχόμενοι στις δραστηριότητές τους. Άλλα τέτοια παραδείγματα προέρχονται από τις άλλοτε ανίατες αρρώστιες, λέπρα και σύφιλη, πολύ βασανιστικές και για χρόνια, που τώρα όμως θεραπεύονται.

Ποτέ λοιπόν δεν μπορεί να είναι κανείς απολύτως βέβαιος για το ανίατο μιας οποιασδήποτε καταστάσεως« αφήνοντας και κάποια περιθώρια για πιθανό λάθος ή και για μια έκπληξη, ή ακόμη και ένα επιστημονικό «θαύμα».

Εκτός δε από ένα τέτοιο «επίτευγμα», υπάρχει και το «Θεϊκό Θαύμα», όπως το γνωρίζει η Χριστιανική Θρησκεία. Θαύματα, βεβαίως γίνονται και σήμερα. Αρκεί να υπάρχει πίστη και «τα μάτια εκείνα που μπορούν να τα βλέπουν».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Έχει ακόμη το δικαίωμα να δέχεται ή να αρνείται μία θεραπεία, μετά τη λήψη των κατάλληλων πληροφοριών. Ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να προσφέρει στον άρρωστο που του εμπιστεύεται –αυτό ή το περιβάλλον του- τις θετικές υπηρεσίες του «κατά την τελευταία λέξη της επιστήμης» -Lege Artis- με σεβασμό και του δικαιώματός του για έναν «αξιοπρεπή θάνατο».

Η βοήθειά του για τη βελτίωση της καταστάσεώς του σ’ αυτόν που πεθαίνει, αποτελεί ιδιαίτερο καθήκον του γιατρού. Και θα πρέπει να παρέχεται πάντοτε με ευσπλαχνία και σεβασμό προς την προσωπικότητα του ασθενούς για την ανακούφισή του, μέχρι να έρθει η ώρα «να κλείσει τα μάτια του». Όμως, κανείς δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να επιβάλει στο γιατρό να ενεργήσει «ευθανασία», να συντομεύσει τη ζωή κάποιου ή να σκοτώσει κάποιον… «για το καλό του». Η ένσταση συνειδήσεως του γιατρού σε τέτοια θέματα είναι απαραβίαστη.

Ο όρος «ευθανασία» βρίσκεται έξω από τα διδάγματα και τις επιταγές της θεραπευτικής. Η ευ-θανάτωση δεν συμπεριλαμβάνεται στις υποχρεώσεις της αποστολής του γιατρού. Αυτός υπηρετεί τη ζωή, …. «ιατρεύει».

Είναι παράλογο να ζητά κάποιος που «θέλει να πεθάνει» ή κάποιοι που «θέλουν να τον πεθάνουν» να τον πεθάνουν «μία ώρα γρηγορότερα», να απαιτούν να επεκταθεί το δικαίωμα επί της ζωής του μέχρι και την «απαίτηση να φονευθεί από ένα γιατρό». Διότι, τότε γίνεται ένοχος ανθρωποκτονίας.

… Ο όρκος του φτάνει ως τα βάθη της ψυχής του και «κανείς δεν έχει το δικαίωμα, ούτε και με νόμους, να επεμβαίνει στη συνείδηση του γιατρού».

Αν η πολιτεία ήθελε κάποτε αποφασίσει να νομοθετήσει την ευθανασία, ας ψάξει να βρει ή να δημιουργήσει τους «δημίους» ως εκτελεστές των τέτοιων αποφάσεών της… σε άλλους χώρους. Φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινε αν φθάναμε –και ας ελπίζουμε ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ- να έχουμε στον τόπο μας, μία (ας πούμε) «Ιατρική Εταιρεία Ευθανασίας»; Και δεν θα έτρεμε, τότε πλέον, ο κάθε άρρωστος στη θέα του γιατρού, με το φόβο ότι πιθανόν έρχεται με τη σύριγγα στο χέρι ένας, ίσως και πληρωμένος, δολοφόνος;

Στην Ελληνική Νομοθεσία δεν υπάρχει νομοθετημένη πράξη ιατρικής ευθανασίας. Στον Ποινικό Κώδικα δεν χρησιμοποιείται ο όρος «ευθανασία», αλλά μόνον «ανθρωποκτονία εξ οίκτου». Και, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα: «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος, και από οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια, τιμωρείται με φυλάκιση».

Το συναίσθημα του οίκτου, ο Έλληνας νομοθέτης το έλαβε υπ’ όψη ως λόγο για ηπιότερη μεταχείριση του δράστη. Ενώ η ατιμωρησία του θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Και αν γινόταν αποδεκτή η κοινωνική ή η ευγονική ευθανασία, και αν καθιερωνόταν η πλήρης ατιμωρησία της επιθανάτιας ευθανασίας, πολλοί τότε δεν θα έπρεπε να νιώθουν ασφαλείς.

Είναι, επίσης, άλλο πράγμα, να εκφράζεται κανείς γενικά και αόριστα για το θέμα όταν πρόκειται για τους άλλους, και πολύ διαφορετικό όταν πρόκειται για τον εαυτό του.

Περί την ευθανασία υπάρχει, και μάλιστα πολύ δικαιολογημένα, μεγάλη ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση μεταξύ των ανθρώπων. Και τα διλήμματα είναι πολλά. Πολλοί επηρεάζονται από δυσάρεστες περιπτώσεις εκ του περιβάλλοντός των, και τάσσονται υπέρ της ευθανασίας. Αλλά και αυτοί μεταβάλλουν διαθέσεις, όταν π.χ. διαψεύδονται οι δυσμενείς προβλέψεις για μία μοιραία έκβαση εν μέσω ταλαιπωριών και βασάνων.

Τα συνειδησιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο πολλές φορές είναι αξεπέραστα, ιδίως στους ανθρώπους χωρίς την απαιτούμενη υγιή κοσμοθεωριακή τοποθέτηση. Και αγωνιώδη… όταν ο άνθρωπος αισθάνεται μόνος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμπαράσταση από ανθρώπους που γνωρίζουν το πραγματικό νόημα της ζωής στον κόσμο αυτόν, είναι πολύτιμη!

Το δικαίωμα του αυτεξουσίου επί της ζωής μας, ώστε να μπορούμε να τη διαθέτουμε «κατά το δοκούν», δηλαδή όπως μας αρέσει, δεν είναι απεριόριστο. Είναι άλλωστε αυτό και θέμα λογικής, τόσο από προσωπική άποψη όσο και από την άποψη των υποχρεώσεων μας έναντι του άμεσου περιβάλλοντός μας και των υποχρεώσεών μας έναντι της κοινωνίας. Είναι και θέμα της Φιλοσοφίας, από τα σπουδαιότερα. Είναι και θέμα Αρχών και Πιστεύω για τη ζωή, θέμα Θρησκείας και σχέσεων των ανθρώπων με το Θεό, στον οποίο πιστεύουν. Επομένως και η στάση του καθ’ενός μας έναντι της ευθανασίας, είναι ένα πολύ σοβαρό και περίπλοκο θέμα με πολλές προεκτάσεις.
ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ

Και τώρα, κάτι για εμάς τους ανθρώπους της Εκκλησίας, ειδικότερα:

Η Χριστιανική Θρησκεία και η Εκκλησία πρεσβεύουν ότι η ζωή μας, η ίδια η δική μας η ζωή, δεν μας ανήκει διότι είναι δώρον Θεού προς χρήση, και μάλιστα επί αποδόσει λογαριασμού. Δεν είναι ιδιοκτησία μας για να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, διότι είμεθα «ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος», το οποίον έχομε από τον Θεόν. Δεν ανήκομε στον εαυτό μας, διότι «ηγοράσθημεν τιμής» (Α’Κορ. 6, στ.19,20) και δεν δικαιούμεθα να την καταστρέψουμε με την οποιαδήποτε «ευθανασία».

Επίσης, «τίποτε και κανένας δεν μπορεί να εξουσιοδοτήσει άλλον για το φόνο ενός αθώου», να θανατώσει κάποιον, είτε με την ενεργητική είτε με την παθητική «ευθανασία», διότι η ζωή «δεν του ανήκει».

Η ανάκληση του δώρου της ζωής ανήκει μόνον εις τον δωρεοδότην Θεόν … «Ουδείς γαρ ημών εαυτώ ζη και ουδείς εαυτώ αποθνήσκει»…. «αποθνήσκωμεν, των Κυρίω αποθνήσκομεν. Εάν τε ουν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν»! (Ρωμ. 14, στ. 7,8).

Οι Χριστιανοί, πιστεύουμε ότι οι δοκιμασίες μας στη ζωή, δεν μας συμβαίνουν χωρίς να το γνωρίζει ο Θεός. Ούτε χωρίς την άδειά Του. Τις επιτρέπει πάντοτε προς το συμφέρον μας… «επί το συμφέρον εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού» (Εβρ. 12, 10). Για να δοκιμάζεται και να αυξάνεται η πίστη μας. Όπως έγινε και με τον Ιώβ. Γι’ αυτό και είναι λάθος μας, όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, να τα βάζουμε με το Θεό και λέμε «γιατί Θεέ μου σε μένα»;. Ωσάν να ελέγχομε το Θεό. Φθάνοντας ακόμη και σε θεοδικία! Και θα πρέπει, «ό,τι κι αν μας βρει στη ζωή», να διδασκόμεθα διερωτώμενοι και «τι το θέλημα του Κυρίου». Επειδή «αυτώ μέλει περί υμών» (1η Πετρ. 5,7), ακόμη και για τα καθημερινά προβλήματά μας. Και «προς το συμφέρον εκάστου». Αυτό θα πει «Πίστις»! .. το οποίον είναι και η «… ελπιζομένων υπόστασις» (Εβρ. 11,1).

Συνεπώς … «στώμεν καλώς»!



ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ  

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...