Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2018

«Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη»

Ενα διήγημα του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ με ήρωα τον κυρ Αλέξανδρο


Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:
– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).
Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν.
 Τόσον το καλύτερον. 
Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.
Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, «άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν», η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….
Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.
Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.
Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.
– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).
Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Όρσε, κουβέρνο!
Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.
Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…
Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

Κυριακή, Μαΐου 24, 2015

Κώστα Βάρναλη – Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Varnalis

(από τη συλλογή «Ποιητικά» του 1956)
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρηµάδια!
Κούτσα µια και κούτσα δυο
της ζωής το ρηµαδιό!
 
Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και µ’ αφήναν νηστικό.
 
Τα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
µε κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες µύγα στ’ αχαµνά!
Ανωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και µε κάµα και βροχή,
ώσπου µου ’βγαινε η ψυχή
 
Είκοσι χρονώ γοµάρι
σήκωσα όλο το νταµάρι
κι έχτισα, στην εµπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.
 
Και ζευγάρι µε το βόδι
(άλλο µπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέµατα
τ’ αφεντός τα στρέµµατα
 
Και στον πόλεµ’ «όλα για όλα»
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.
 
Και γι’ αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιµή της ουρανό!
 
Αλλ’ εµένα σε µια σφήνα
µ’ έδεναν το Μάη το µήνα
στο χωράφι το γυµνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.
 
Κι ο παπάς µε την κοιλιά του
µ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και µου µίλαε κουνιστός:
— Σε καβάλησε ο Χριστός
 
Δούλευε για να στουµπώσει
όλ’ η Χώρα κι οι Καµπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
 
— Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
— Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
— Αντραλίζοµαι!… Πεινώ!…
— Σουτ! Θα φας στον ουρανό!
 
Κι έλεα: όταν µιαν ηµέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!
 
Όχι ξύλο! Φόρτωµα όχι!
Θα µου δώσουνε µια κόχη,
λίγο πιόµα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!
 
Κι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει µου το λάδι
κι αµολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),
 
η ψυχή µου θε να δράµει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Αβράµη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του! …
 
Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
µε πετάξανε µακριά
να µε φάνε τα θεριά.
 
Κωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον αϊ-Φραγκίσκο:
— «Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γερο κυρ Μέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!
 
Το σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπε κάνε!…»
Μα µε την κουβέντ’ αυτή
πόρτα µού ’κλεισε κι αυτί.
Τότενες το µαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει µε βιά:
 
— «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
µα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.
Αν το δίκιο θες, καλέ µου,
µε το δίκιο του πολέµου
θα το βρεις. Οπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.
Μη χτυπάς τον αδερφό σου —
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.
 —
Χάιντε θύµα, χάιντε ψώνιο,
Χάιντε Σύµβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, µονοµιάς
θά ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
 —
Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ’ η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».
Ερμηνεία:
Ο «κυρ Μέντιος» είναι ένα αλληγορικό ποίημα που με την προσωποποίηση του συμπαθητικού τετράποδου μας θυμίζει την δυσκολία του βιοπορισμού  των ανθρώπων  και, ειδικά, αυτό που ζούμε σήμερα. Μας μεταφέρει την εικόνα του γαϊδαράκου που χρόνια δουλεύει ακατάπαυστα και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, με αντάλλαγμα την σκληρότητα, την  απονιά και, τελικά, την εγκατάλειψη. Μεταφορικά, αντιπροσωπεύει τον κάθε άνθρωπο του λαού που, ειδικά στις μέρες μας, είναι καταδικασμένος να ζήσει στον καθημερινό μόχθο με ανταμοιβή ελάχιστη και με λιγοστές ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο ή, έστω,  για αξιοπρεπή ανάπαυση στα γηρατειά του.
Είναι ένα ποίημα που, στην πραγματική του εικόνα, προκαλεί συναισθήματα συγκίνησης για το παράπονο του γαϊδαράκου, συμπόνιας γιατί περνάει όλη τη ζωή του δουλεύοντας μέχρι τελικής εξάντλησης και ντροπής για την κακομεταχείριση που έχει από τους ανθρώπους. Έτσι του φέρονται σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες του, που συντηρούν το ζώο αυτό όχι από αγάπη, αλλά για να το χρησιμοποιήσουν στην δουλειά.
Στην μεταφορική του εικόνα, μας γεμίζει απελπισία για την συγγένεια της μοίρας μας με αυτήν του γαϊδάρου και αγανάκτηση για την ομοιότητα στην αδράνεια, την ανοχή και την υποδούλωση. Το ποίημα είναι συμβολικό και παραινετικό και υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται, αρκεί να αγωνισθεί ο καθένας γι΄ αυτά που δικαιούται.
Στην τελευταία στροφή, βέβαια, ο ποιητής εκφράζει την ελπίδα του, ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία με περισσότερη ανθρωπιά και δικαιοσύνη, αφού έχει ήδη ξεκινήσει κάποια αλλαγή στις κομμουνιστικές (τις «κόκκινες») χώρες. Στα χρόνια εκείνα που γράφτηκε το ποίημα, οι χώρες που εφάρμοζαν το  κομμουνιστικό σύστημα ενέπνεαν κάποια ελπίδα για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, ώσπου οι κακοί χειρισμοί των κυβερνώντων οδήγησαν σε διάφορα δεινά και, τέλος, στην κατάρρευσή του. Όμως, η προσδοκία και ο αγώνας για το συλλογικό καλό πρέπει πάντοτε να υπάρχει, αλλιώς η ζωή των ανθρώπων θα συνεχίζεται κάτω από τον ζυγό των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων και θα είναι ίδια με του «αβασταγού» γαϊδαράκου.
Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε το 1974 από τον Λουκά Θάνο και ακούστηκε πρώτη φορά το 1980, ερμηνευμένο  μοναδικά από τον Νίκο Ξυλούρη, που μετέφερε με την φλόγα και τον παλμό της φωνής του τον συμβολισμό, την απελπισία, αλλά και την προτροπή και την προσμονή για κάποια αλλαγή. Από τότε τραγουδήθηκε πολλές φορές από διάφορους αοιδούς (και «αηδούς»), με τρόπους και σε τόπους που, πολλές φορές, μάλλον ευτέλισαν παρά ανέδειξαν το νόημα του τραγουδιού. Γιατί, όσο κι αν παραδεχθούμε ότι οι καλλιτέχνες που το τραγουδούν, το κάνουν από ευαισθησία και διάθεση να μεταδώσουν το μήνυμά του, είναι αμφίβολο αν ένα τέτοιο τραγούδι, τραγουδισμένο ανάμεσα σε καψουροτράγουδα και ουϊσκια, γίνεται αντιληπτό από το κοινό και δεν θεωρείται ότι είναι, απλώς, ένα ωραίο κομμάτι του υπόλοιπου διασκεδαστικού ρεπερτορίου. Έτσι, ίσως κάποιοι θαμώνες του μπουζουκομάγαζου να θεωρήσουν ότι, το μήνυμα που τους στέλνει ο ποιητής στην τελευταία στροφή είναι ότι πρέπει να γυρίσουν σπίτι, γιατί κοντεύει να ξημερώσει.
Λίγα λόγια για τον ποιητή:
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884. Το επίθετό του δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο, συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία, όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.  Το 1908 πήρε το πτυχίο φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση . ∆ιετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...