Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχός Σάββας Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχός Σάββας Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2016

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία


Περί τῆς θεραπείας τοῦ νοῦ ὡς τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας
Πατερική Θεολογία, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁμιλία Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου*
(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πού μπορεῖτε νά ἀκούσετε ἐδῶ.)

Εἰσαγωγικά 
Μέ τήν ἔναρξη τῶν κυριακάτικων συνάξεων γιά φέτος θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἐξετάσουμε κάποια θέματα, πού ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο καί τήν Ἐκκλησία.

Θά ἀναφερθοῦμε δηλαδή σέ βασικά ζητήματα, σχετικά μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τί εἶναι ὁ νοῦς καί ποιός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί χρειάζεται καί τί ἐξυπηρετεῖ ἡ Ἐκκλησία; Γιατί δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε χωρίς αὐτήν; Ὅλα αὐτά εἶναι θεμελιώδη κεφάλαια κατήχησης, πού πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά γνωρίζουμε γιά νά μαθαίνουμε πῶς νά ζοῦμε χριστιανικά.

Τά κείμενα γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν θεμάτων μας τά ἀντλοῦμε ἀπό ἕνα σύγχρονο, κορυφαῖο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας -ἔχει κοιμηθεῖ πρόσφατα- τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος ἔκανε μία μεγάλη τομή, ὄχι τόσο στά θεολογικά γράμματα οὔτε στή Θεολογία, γιατί τήν τομή εκεί τήν ἔχουν κάνει οἱ Ἅγιοι Πατέρες.... 

Ἁπλῶς ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐπανέφερε τήν Πατερική Θεολογία στό προσκήνιο τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας, ἡ ὁποία (Ἑλλάδα) εἶχε πάρει ἕνα δρόμο δυτικότροπο, προτεσταντίζοντα, θά λέγαμε, πού δυστυχῶς ὑπάρχει μέχρι σήμερα.Ἐπικρατεῖ δηλαδή μία ἀντίληψη γιά τόν Θεό, διαφορετική ἀπό αὐτήν πού πρέπει νά ἔχουμε. Μία ἀντίληψη πού ἔχουν στή Δύση. Ὅτι ὁ Θεός εἶναι τιμωρός ἤ ὅτι ὁ Θεός γίνεται καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός, ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἄν εἶναι κακός, ὁ Θεός τόν ἀποστρέφεται.

Αὐτά δυστυχῶς ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καί ἐνδεχομένως νά καλλιεργήθηκαν μερικές φορές μέσα καί ἀπό τίς θρησκευτικές ὀργανώσεις, τά κατηχητικά κτλ. Διαιωνίζονται δέ μέχρι σήμερα ὡς κατάλοιπα, παρόλο πού λέμε ὅτι κατά κάποιο τρόπο ἀνακαλύψαμε ξανά καί ἐπανήλθαμε στίς πατερικές μας ρίζες. Ἐντούτοις ἀκόμη ὑπάρχουν.

Καλό εἶναι λοιπόν νά κάνουμε μία ἀναδίφηση σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ὥστε νά βάλουμε σέ σωστές βάσεις τήν πνευματική μας ζωή. Γιατί, καθώς φαίνεται, πολλοί χριστιανοί, ζώντας ἐπιφανειακά, δέν βιώνουμε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, πού οὐσιαστικά εἶναι τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Δέν ζοῦμε δηλαδή τή σωτηρία μας καί δέν χαιρόμαστε πραγματικά τήν πνευματική μας ζωή.

Ὁ Κύριος ἦλθε στή γῆ, γιά νά μᾶς δώσει ζωή καί μάλιστα περίσσεια ζωῆς. Αὐτή ἡ περίσσεια ζωῆς εἶναι ἡ μετοχή μας στό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά, ἄν κάποιος δέν ζήσει σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν θεραπεύεται ἀπό τά πάθη του. Ἑπομένως δέν βιώνει οὔτε μετέχει σέ αὐτή τή Χάρη, σέ αὐτή τή χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μπορεῖ μέν νά πηγαίνει κανείς στήν Ἐκκλησία, μπορεῖ καί νά ἐξομολογεῖται, νά κάνει καί κάποιες προσευχές, πού τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός ἀλλά δέν ἔχει αὐτή τήν πληρότητα ζωῆς, τήν ὁποία ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μᾶς δώσει ὁ Θεός. Νιώθει ὅτι κάτι δέν πάει καλά, ὅτι κάτι τοῦ λείπει. Δέν ἔχει αὐτό, πού θά ἤθελε νά ἔχει.

Βέβαια αὐτό συμβαίνει, γιατί ὁ Χριστός δέν μᾶς κάλεσε σέ μία ἀποσπασματική, θά λέγαμε, βίωση ἀλλά σέ μία ὁλοκληρωτική ἕνωση μαζί Του. Νά μήν ἔχουμε δηλαδή μόνο κάποιες στιγμές ἕνωσης ἤ τέλος πάντων κοινωνίας μέ τόν Θεό ἀλλά ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ στιγμές νά εἶναι ἑνωμένες μαζί Του. Νά ζοῦμε δηλαδή τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί νά βιώνουμε τί θά πεῖ μετάνοια.

Ὁ πολύς κόσμος νομίζει ὅτι μετάνοια εἶναι τό νά νιώσεις κάποια λύπη γιά κάποιο κακό πού ἔκανες, ἄντε νά πεῖς καί μία συγγνώμη στόν Θεό καί μετά νά πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς· καί αὐτό θεωρεῖται μετάνοια. Ὄχι δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Ἄν κοιτάξουμε τί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, θά δοῦμε πώς μετάνοια εἶναι ἡ μετα-κίνηση τοῦ νοῦ ἀπό τά μάταια, τά ἁμαρτωλά καί τά ἐμπαθῆ πρός τόν Θεό. Αὐτή ἡ μετακίνηση, ἡ μετατόπιση τοῦ νοῦ δηλαδή, πρέπει νά εἶναι συνεχής. Κάθε στιγμή πρέπει νά φέρνεις τόν νοῦ σου πρός τόν Θεό, νά βλέπει πρός τόν Θεό.

Στήν εὐαγγελική περικοπή τοῦ πλούσιου νεανία οἱ Ἀπόστολοι ρώτησαν τόν Κύριο: «Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριε, νά σωθοῦμε; Ἄν εἶναι τόσο δύσκολο πράγμα ἡ σωτηρία, ἐφόσον καί οἱ πλούσιοι δέν θά σωθοῦν, ποιός τελικά θά σωθεῖ;». Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστίν» (Λουκ. ιη΄ 18-27). Τό ἴδιο λέει καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: «Θέλεις νά σωθεῖς; Ἐγώ θά σέ σώσω!»

Ἡ σωτηρία μας βέβαια δέν εἶναι μόνο τά καλά μας ἔργα. Εἶναι δηλαδή λάθος ἡ ἰδέα, πού καλλιεργήθηκε ὅτι καλός χριστιανός εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος κάνοντας καλές πράξεις, γίνεται λίγο καλύτερος κάθε ἡμέρα καί ὅτι αὐτό εἶναι χριστιανική ζωή. Εἶναι καί αὐτή μία ἐπιπλέον λανθασμένη ἀντίληψη, πού μᾶς ἦλθε ἀπό τή Δύση καί ἀπό τόν προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει περί πολλοῦ τά καλά ἔργα, ὅπως καί ὁ παπισμός.

Δέν εἶναι ἡ σωτηρία μας τά ἔργα μας. Ἀντίθετα ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι δωρεάν, εἶναι χάριτι· δηλαδή δέν ἀξίζουμε τόν Παράδεισο. Ὁ Θεός μᾶς τόν χαρίζει, μᾶς τόν δωρίζει. Ὅσα καλά ἔργα καί νά κάνουμε, ἄν αὐτά δέν ἔχουν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκάθαρτα κι ἀνώφελα.

Γιατί ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. ιη΄ 20). Καί τό ἀληθινό ἀγαθό εἶναι μόνο αὐτό, πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό. Ἄν λοιπόν δέν ἔλθει ὁ Θεός γιά νά ἐργασθεῖ μέσα σου καί μαζί σου, γιά νά συνεργασθεῖ καί νά ἔχεις τή Χάρη Του ἐνεργή, ὅ,τι καί ἄν κάνεις, εἶναι ἁμαρτία· δέν εἶναι καλό. Αὐτό μᾶς τό λέει ἀπερίφραστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦ Θεοῦ μή ἐνεργοῦντος ἐν ἡμίν, ἁμαρτία πᾶν τό παρ΄ ἡμῶν γινόμενον». Καί στή νεοελληνική: «ἄν δέν ἐνεργεῖ ὁ Θεός μέσα μας, κάθε τί, πού γίνεται ἀπό μᾶς, εἶναι ἁμαρτία».

Γι’ αὐτό πρέπει νά ἐπανεξετάσουμε καί νά ἐπαναπροσδιορίσουμε μέσα μας τί πιστεύουμε γιά τόν Θεό, πῶς νομίζουμε ὅτι σωζόμαστε, τί σημαίνει γιά μᾶς μετάνοια, τί σημαίνει γιά μᾶς πνευματική ζωή; Βιώνουμε τή χαρά καί τήν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔχει πεῖ ὁ Θεός ὅτι θά ἔχουμε ὡς καρπό;

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια. (Πρός Γαλάτας ε΄ 22 – στ΄ 2». Τά ζῶ αὐτά ἐγώ; Μήπως ἔχω πάρει τή ζωή μου λάθος καί τήν πνευματική μου ζωή λάθος καί τόν τρόπο ποῦ ζῶ μέσα στήν Ἐκκλησία λάθος; Γι΄ αὐτό καί δέν ἔχω τή χαρά καί τήν εἰρήνη, πού ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός;


Ἔτσι θά δοῦμε ὅτι αὐτά, τά ὁποία λέει ὁ π. Ἰωάννης, εἶναι πολύ χρήσιμα, ἐποικοδομητικά καί, θά λέγαμε, ἀνατρεπτικά τῶν ἀντιλήψεων, πού ἐπικρατοῦν σήμερα ἀνάμεσα στούς θρησκευόμενους ἀνθρώπους. Διότι δέν θά ἀναφερθοῦμε στούς ἐκτός της Ἐκκλησίας, στούς ἄθεους ἤ τούς ἀδιάφορους, πού δέν ἔχουν καμία σχέση ἀλλά θά μιλήσουμε γιά μᾶς.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ~ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ἀνάλυση Πρώτου Κεφαλαίου Πατερικῆς Θεολογίας**

1. Τί εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου 

Ὅταν λέμε μετάνοια, ἐννοοῦμε τή μετα-κίνηση τοῦ νοῦ. Τή μετάθεση τοῦ νοῦ ἀπό τά μάταια πρός τόν Θεό. Καί τό κλειδί στόν ἄνθρωπο, νά ξέρετε, εἶναι ὁ νοῦς. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο σῶμα· εἶναι διφυής. Εἶναι σῶμα καί ψυχή. Ἀλλά τό ἀνώτερο κομμάτι του εἶναι ἡ ψυχή. Καί τό ἀνώτερο κομμάτι τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς. Ἡ ψυχή ἔχει δυνάμεις. Ἡ σπουδαιότερη δύναμη τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς. Προσέξτε ὅμως: Ὁ νοῦς εἶναι ἄλλο πράγμα ἀπό αὐτό, πού λένε οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι νοῦ, ἐννοώντας τόν ἐγκέφαλο. Γιά τούς Πατέρες, νοῦς δέν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος οὔτε ἡ διάνοια. Ἄλλο εἶναι ὁ νοῦς καί ἄλλο ἡ διάνοια.

(Σημείωση: Αὐτά, καλό εἶναι, νά τά ξεκαθαρίσουμε, ὥστε, ὅταν διαβάζουμε τούς Πατέρες, νά τούς καταλαβαίνουμε καλύτερα).

Ὁ νοῦς λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ σπουδαιότερη δύναμη τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό μάτι τῆς ψυχῆς, ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. Ὅπως τό σῶμα ἔχει αἰσθήσεις καί ἔχει μάτια, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἔχει μάτια. Τό μάτι τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖο βλέπει, εἶναι ὁ νοῦς. Ὑπάρχουν καί ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, πού εἶναι κατώτερες ἀπό τόν νοῦ. Μετά τόν νοῦ εἶναι ἡ διάνοια (σκέψη), ἡ φαντασία, ἡ δόξα (κρίση) καί ἡ αἴσθηση.

(Σημείωση: Δέν θά ἀσχοληθοῦμε ὡστόσο μέ ὅλα αὐτά, γιά νά μήν μπερδευτοῦμε).

Θά μιλήσουμε ὅμως γιά τόν νοῦ, πού εἶναι ἡ σπουδαιότερη δύναμη. Ἡ ὅλη μας φροντίδα θά πρέπει νά ἀποβλέπει στό νά ἑνώσουμε τόν νοῦ μας μέ τόν Θεό, νά θεραπεύσουμε δηλαδή τόν νοῦ μας. Γιατί, τί μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Ὅτι μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί μετά τίς ἀλλεπάλληλες πτώσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, πού ἀκολούθησαν, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου σκοτίζεται.

Ὅπως δηλαδή στά σωματικά μάτια, πού δέν λειτουργοῦν σωστά, ἔρχεται σιγά σιγά τό σκοτάδι καί φτάνει κάποια στιγμή ὁ ασθενής νά τυφλωθεῖ τελείως, ἔτσι συμβαίνει καί στήν ψυχή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ σωστά, σκοτίζεται ὁ ὀφθαλμός της, πού εἶναι ὁ νοῦς. Καί ὁ νοῦς πλέον δέν βλέπει. Τί δέν βλέπει; Τόν Θεό.

Γιατί ὁ νοῦς, τά μάτια τῆς ψυχῆς, εἶναι φτιαγμένα γιά νά βλέπουν τόν Θεό·καί τότε ἔχουν φῶς. Ὅπως καί τά σωματικά μάτια. Εἶναι φτιαγμένα γιά νά βλέπουν τό φῶς, τόν ἥλιο. Ἅμα ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀρρωστήσει, τά μάτια δέν λειτουργοῦν σωστά, σκοτίζονται. Καί τί γίνεται τότε; Παύει νά ὑπάρχει ὁ ἥλιος; Ὄχι. Ὁ ἥλιος ὑπάρχει ἀλλά ὁ τυφλός δέν τόν βλέπει.

Παρομοίως συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Ὅταν σκοτιστεῖ, ὅταν ἀρρωστήσει δηλαδή ἀπό τά πάθη, σκοτίζονται τά μάτια της καί φθάνει ὁ ἄνθρωπος νά πεῖ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ὅτι δέν βλέπει τόν Θεό. Καί νά ἀναρωτιέται: «Ἐσύ, ποῦ τόν βλέπεις τόν Θεό;».

Ὁ Θεός ὑπάρχει ἀλλά αὐτός, ἐπειδή ἔχει κατεστραμμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς, ἄρρωστα καί σκοτισμένα, δέν βλέπει πλέον τόν Θεό. Γι΄ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός πώς, ὅταν καθαρίσετε τά μάτια τῆς ψυχῆς σας, τόν νοῦ – πού ἀλλιῶς λέγεται καί καρδία στούς Πατέρες – τότε θά δεῖτε τόν Θεό.

Ὅ,τι ἰσχύει γιά τό σῶμα, πού πηγαίνεις δηλαδή στόν γιατρό καί σοῦ λέει ὅτι πρέπει νά πάρεις ἀντιβίωση, νά φύγει τό μικρόβιο, γιά νά λειτουργήσουν τά μάτια σου καί νά δεῖς, τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ψυχή. Θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά πάρει πνευματική ἀντιβίωση, νά μετανοήσει. Τότε τά μάτια τῆς ψυχῆς θά καθαρίσουν καί θά δεῖ πάλι τό φῶς, τόν Θεό.«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε’, 8).

Καί ποιά εἶναι ἡ σκοπιμότητα τῆς Ἐκκλησίας; Ἀκριβῶς τό νά κάνει αὐτή τή θεραπεία. Νά μᾶς δώσει αὐτή τήν ἀντιβίωση, τήν πνευματική, γιά νά θεραπευτοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας.

(Σημείωση: Τά λέμε βέβαια συνοπτικά στήν ἀρχή ἀλλά στή συνέχεια θά τά ἐξηγήσουμε ἀναλυτικότερα).

Ἔλεγε λοιπόν o π. Ιωάννης                                               
       (Ἀρχή Πατερικῆς Θεολογίας)   
                          
 «Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι 
ἡ κύρια μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε θεράπευε τόν χῶρο τῆς ψυχῆς».


Προσέξτε: πρέπει νά εἶναι ἡ κύρια μέριμνα. Δυστυχῶς καί σήμερα σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἐκτραπεῖ. Ἀκοῦμε καί τούς πολιτικούς καί τά ΜΜΕ, πού μᾶς κάνουν πλύση ἐγκεφάλου -καί δέν πρέπει νά τούς ἀκοῦμε- νά μᾶς λένε ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά περιοριστεῖ στόν ρόλο της. Καί ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φιλανθρωπία, λένε. Νά κάνει ἐλεημοσύνες, νά προσέχει τούς λαθρομετανάστες, νά ἐλεεῖ τούς φτωχούς κτλ. Θεωροῦν πώς αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας μαζί μέ τή λατρεία (Θεῖες Λειτουργίες κ.α.) καί τίποτε ἄλλο. Αὐτός ὅμως εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας; Φυσικά καί ὄχι. Αὐτό εἶναι λάθος.

Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά θεραπευτεῖ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

Νά θεραπευτεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού εἴπαμε πώς εἶναι ἡ κύρια δύναμη τῆς ψυχῆς.

Καί τί σημαίνει θεραπεία;

Νά ἀποβάλει τόν σκοτισμό.

Νά ξεσκοτιστεῖ. Γιά νά μπορέσει νά δεῖ τόν Θεό.

Γιατί δέν βλέπει τόν Θεό;

Γιατί εἴπαμε πώς ἔχει τά πάθη, τά ὁποῖα καλλιεργήθηκαν δυστυχῶς ἀπό τήν πολύ μικρή ἡλικία, ἀπό τούς γονεῖς πρῶτα πρῶτα. Κατεξοχήν τά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς φιλαυτίας. Ἔτσι σκοτίστηκαν τά μάτια τῆς ψυχῆς. Γι΄ αὐτό σήμερα τά παιδιά εἶναι ἄθεα. Διότι οἱ γονεῖς μέ τά πάθη, πού ἐνεφύσησαν στά παιδιά, σκότισαν τά μάτια τῆς ψυχῆς τῶν παιδιῶν, οὕτως ὥστε αὐτά νά μήν βλέπουν πλέον τόν Θεό. Μέ ἀποτέλεσμα νά βλέπουμε, φερειπεῖν, παιδιά δεκατεσσάρων ἐτῶν νά δηλώνουν ἄθεα – καί ἀγόρια καί κορίτσια.

«Εἶχε διαπιστώσει (ἡ Ἐκκλησία), ἀπό τήν Ἑβραϊκή παράδοσι καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους ὅτι στόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς λειτουργεῖ κάτι, πού οἱ Πατέρες ὠνόμασαν «νοῦν».

Αὐτός ἦταν ἀνέκαθεν ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἄσχετα μέ τό τί λέγεται σήμερα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀκόμη καί οἱ Ἅγιοι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶχαν καταλάβει κάτι: ὅτι μέσα στήν καρδιά, στή φυσική καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὑπάρχει καί λειτουργεῖ μία δύναμη. Αὐτή τή δύναμη οἱ Πατέρες τήν ὀνόμασαν νοῦ. Ἐνῶ μέχρι τότε ὁ νοῦς ταυτιζόταν μέ τή διάνοια, οἱ Πατέρες εἶπαν ὄχι σέ αὐτή τήν ἀντίληψη καί ὅρισαν ὅτι νοῦς εἶναι αὐτή ἡ νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ψυχικά ἀνθρώπου.

Ἄς τό ποῦμε τώρα πιό ἁπλά: Ἡ ψυχή ἔχει μέσα της τόν νοῦ. Καί αὐτός ὁ νοῦς ἔχει οὐσία, ἔχει καί ἐνέργεια. Ἡ ψυχή λοιπόν, πού ταυτίζεται οὐσιαστικά μέ τόν νοῦ, ἔχει οὐσία, ἔχει καί ἐνέργεια. 

Αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ὀνομάστηκε ἀπό τούς Πατέρες νοερά ἐνέργεια.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, ἡ νοερά ἐνέργεια λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νοσεῖ ψυχικά αὐτή ἡ ἐνέργεια ἔχει φύγει ἀπό τήν καρδιά καί εἶναι διασκορπισμένη στά κτίσματα. Καί ὁ νοῦς τότε ἔχει διασκορπιστεῖ. Εἴδατε, που λέμε πολλές φορές «προσπαθῶ νά συμμαζέψω τόν νοῦ μου;». Αὐτή τήν ἔννοια ἔχει. Νά μαζέψω δηλαδή τή νοερά ἐνέργεια, νά τή συγκεντρώσω στήν καρδιά μου, γιά νά μπορέσω μετά νά μιλήσω στόν Θεό.

Γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε σωστή προσευχή;

Γιατί, ἐνῶ πᾶμε νά ποῦμε κάτι στόν Θεό, διασπᾶται ἡ προσοχή μας καί δέν μπορεῖ νά μείνει στόν Θεό, παρά μόνο γιά λίγο; Ἐπειδή ἀκριβῶς ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀρρώστια, δηλαδή δέν λειτουργεῖ σωστά ὁ νοῦς. Συνεπῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ἀντί νά εἶναι μέσα στήν καρδιά, ὅπως εἶναι τό φυσικό του ἀνθρώπου – ἔτσι τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός – εἶναι σκορπισμένη πρός τά ἔξω, πρός τά κτίσματα πηγαίνοντας πότε ἐδῶ καί πότε ἐκεῖ. Ἄς πάρουμε τήν περίπτωση τοῦ πλούσιου νεανίσκου, πού ἀναφέρεται στό Εὐαγγέλιο. Ὁ νοῦς του ποῦ ἦταν; Ἦταν στόν Θεό; Ὄχι. Ἦταν στά χρήματα.

Γί αὐτό, ὅταν τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «Νά πουλήσεις τά ὑπάρχοντά σου» εἶναι σάν νά ἐννοοῦσε: «νά ἀποδεσμευτεῖς ἀπό αὐτά, ὥστε νά καταφέρεις τί; Νά μετα-νοήσεις, νά μετα-κινήσεις δηλαδή τόν νοῦ σου ἀπό αὐτά, στά ὁποῖα εἶσαι προσκολλημένος, νά τόν φέρεις στήν καρδιά σου καί μετά νά βρεῖς Ἐμένα, πού ὑπάρχω μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου». Γιατί ὁ Κύριος ὑπάρχει στήν καρδιά τοῦ κάθε βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπως εἴμαστε ὅλοι μας. Ὅμως, ὅσο ὁ νοῦς εἶναι σκόρπιος, δέν μπορεῖ νά δεῖ τόν Θεό.

Σχετικά ὁ Μέγας Βασίλειος διευκρινίζει μέ ὡραῖο τρόπο πώς: «ὅταν ὁ νοῦς δέν σκεδάννυται ἐπί τά ἔξω…» δέν σκορπίζεται δηλαδή πρός τά ἔξω, τότε ἔρχεται στόν ἑαυτό του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ του ἀνεβαίνει στόν Θεό.

Αὐτή λοιπόν εἶναι ἡ πορεία, πού μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία καί αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας: νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο, ὥστε νά θεραπευτεῖ ὁ νοῦς του, νά μαζευτεῖ στήν καρδιά του καί νά ἀνέβει μετά στόν Θεό.

Συνεπῶς, ὅταν οἱ Πατέρες ἀναφέρονται στόν νοῦ, δέν ἐννοοῦν τή σκέψη ἤ τή διάνοια ἀλλά ἐννοοῦν αὐτή τήν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού τή λέμε νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑγιής πνευματικά. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι ἄρρωστος πνευματικά, ἡ νοερά ἐνέργεια ἔχει διασκορπιστεί στά κτίσματα καί ἔχει μπερδευτεῖ μέ τή σκέψη, μέ τόν ἐγκέφαλο. Ἔτσι λογισμοί, οἱ ὁποῖοι θά ἔπρεπε νά ὑπάρχουν μόνο στόν ἐγκέφαλο, πηγαίνουν καί στήν καρδιά καί τή μολύνουν.

(Σημείωση: Αὐτά θά τά διευκρινίσουμε καί πιό κάτω. Ἁπλῶς κάποιες νύξεις κάνουμε τώρα).

«Πήρανε δηλαδή τόν παραδοσιακόν «νοῦν», πού σημαίνει διάνοια καί λόγος, καί κάνανε μία διαφοροποίησι. Ὠνόμασαν νοῦν αὐτήν τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ψυχικά ἀνθρώπου. Δέν γνωρίζομε πότε ἔγινε αὐτή ἡ διαφοροποίησις, διότι συμβαίνει ἐπίσης μερικοί Πατέρες νά ὀνομάζουν μέ τήν ἴδια λέξι, νοῦν, καί τήν λογική, ἀλλά καί τήν νοερά ἐνέργεια, ὅταν αὐτή κατεβαίνη καί λειτουργῆ στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς.

Ὁπότε ἐξ αὐτής της ἀπόψεως ἡ νοερά ενέργεια είναι μία καί μόνη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία στόν μέν ἐγκέφαλο λειτουργεῖ ὡς λογική, ἡ ἴδια ὅμως λειτουργεί συγχρόνως καί στήν καρδιά ὡς νοῦς. 

Δηλαδή τό ἴδιο ὄργανο, ὁ νοῦς, προσεύχεται ἀδιάλειπτα στήν καρδιά, σέ όσους ἐννοείται ἔχουν ἀδειάλειπτη καρδιακή προσευχή, καί συγχρόνως σκέπτεται π.χ. μαθηματικά προβλήματα καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο, στόν ἐγκέφαλο».

Γιά νά τό ποῦμε μέ ἁπλά λόγια, θά λέγαμε πώς ἔχουμε μέσα στόν ἄνθρωπο δύο κέντρα. Τό ἕνα κέντρο εἶναι ἡ καρδιά καί τό ἄλλο κέντρο εἶναι ἡ διάνοια, ὁ ἐγκέφαλος. Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ὁ νοῦς, λειτουργεῖ καί μέσα στήν καρδιά καί μέσα στόν ἐγκέφαλο. Ἀλλά ἔχει διαφορετικό ρόλο. Ὅταν ὁ νοῦς λειτουργεῖ στήν καρδιά ἔχουμε τήν προσευχή, τήν ἀναφορά στόν Θεό καί, ὅταν λειτουργεῖ στόν ἐγκέφαλο, τότε ἔχουμε τή σκέψη, ἔχουμε τή λογική. Καί μπορεῖ μέσω τοῦ ἐγκεφάλου ὁ ἄνθρωπος νά ἀντιλαμβάνεται τό περιβάλλον. Ἔρχονται διάφορα ἐρεθίσματα ἀπό τό περιβάλλον στόν ἐγκέφαλο, πού τά ἐπεξεργάζεται μέ τή λογική. 

Αὐτά τά δύο κέντρα (καρδιά-νοῦς καί διάνοια-ἐγκέφαλος) πρέπει νά λειτουργοῦν ξεχωριστά. Στόν ἐμπαθῆ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι μπερδεμένα. Πολλά πράγματα λοιπόν, πού ὑπάρχουν στόν ἐγκέφαλο, κατεβαίνουν καί στήν καρδιά, ὅπως παραδείγματος χάρη οἱ διάφοροι λογισμοί. Ἔτσι ἡ καρδιά μολύνεται.

«Πρέπει νά ποῦμε ὅτι αὐτό πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει νοῦν ταυτίζεται μέ αὐτό πού οἱ Πατέρες ὀνομάζουν διάνοια. Εἶναι μία διαφορά στήν ὁρολογία. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγη «προσεύξομαι τῷ πνεύματι»[1] ἐννοεῖ αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες «προσεύξομαι τῷ νοΐ». Καί, ὅταν λέγη «προσεύξομαι τῷ νοΐ», ἐννοεῖ «προσεύξομαι τή διανοία».

Ὑπάρχει προσευχή, πού γίνεται μέ τήν καρδιά, ὑπάρχει καί προσευχή, πού λέγεται μέ τή διάνοια, μέ τή σκέψη, μέ τόν ἐγκέφαλο, μέ τή λογική. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέλει ἡ προσευχή νά γίνεται καί μέ τήν καρδιά ἀλλά καί μέ τή λογική. Νά καταλαβαίνει δηλαδή καί ὁ ἄνθρωπος αὐτά πού λέει. Νά τά παρακολουθεῖ καί ἡ λογική.

«Τό ὄνομα «νοῦς» τῶν Πατέρων δέν εἶναι ὁ «νοῦς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά εἶναι τό πνεῦμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅταν λέγη προσεύξομαι τῷ νοΐ, προσεύξομαι τῷ πνεύματι ἤ ψαλλῶ τῷ νοΐ, ψαλλῶ τῷ πνεύματι, καί ὅταν λέγη τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἠμῶν, μέ τήν λέξη “πνεῦμα” ἐννοεῖ αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες “νοῦν”. Καί μέ τήν λέξη νοῦς ἐννοεῖ τήν διάνοια, τήν λογική».

Ὑπάρχει μία διαφορά στήν ὁρολογία. Εἶναι μία διαφορετική ἑρμηνεία. Ἐμεῖς κρατᾶμε τήν ἑρμηνεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι μεταγενέστεροι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τήν ἄποψη δηλαδή, πού λέει ὅτι ὁ νοῦς εἶναι ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τόν Θεό.

Καί αὐτός ὁ νοῦς, αὐτή ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, θά πρέπει νά εἶναι καθαρή, δηλαδή νά εἶναι μέσα στήν καρδιά καί ἐκεῖ μέσα νά μήν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο. Νά μήν ὑπάρχουν σκέψεις ἤ λογισμοί ἀπό τό περιβάλλον, ἀπό τόν ἐγκέφαλο ἤ ἀπό τή φαντασία. Διότι, ὅταν αὐτοί οἱ λογισμοί κατέβουν στήν καρδιά, τή μολύνουν. Ἄρα ὅλη ἡ προσπάθεια, πού πρέπει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι νά καθαρίσει τήν καρδιά του.

Χρειάζεται ὁ νοῦς του νά εἶναι καθαρός καί ἡ καρδιά του νά μήν ἔχει κανέναν ἄλλο λογισμό· οὔτε κακό οὔτε καλό. Τότε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Μπορεῖ νά μιλήσει στόν Θεό σωστά καί νά φθάσει στό ζητούμενο. Δηλαδή στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί στήν ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτό, πού οἱ Πατέρες ὀνομάζουν θέωση.

«Στήν ἔκφρασί του (τοῦ Ἀποστόλου Παύλου δηλαδή) «τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἠμῶν»[2] μιλάει γιά δύο πνεύματα: Γιά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί γιά τό ἀνθρώπινο πνεῦμα».
 

Αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Θεία Χάρη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίσει τήν καρδιά του, τότε αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά, συμμαρτυρεῖ μέ τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ὅτι ἔγινε αὐτή ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Γι΄ αὐτό καί μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολή πώς κράζει «Ἀββᾶ ὁ Πατήρ». Ποιό; Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου φωνάζει τόν Θεό Πατέρα. Καί αἰσθάνεται πλέον ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό νά κατοικεῖ μέσα του. Αὐτό ἰσχύει γιά τόν ἄνθρωπο τόν θεωμένο, τόν καθαρό.

«Αὐτό τό ἀνθρώπινο πνεῦμα κατά κάποια παράξενη ἐξέλιξι ἐμφανίζεται ἀργότερα στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Μακαρίου του Αἰγυπτίου νά ὀνομάζεται νοῦς καί μόνο τά ὀνόματα λόγος καί διάνοια νά παραμένουν καί νά ἀναφέρωνται στήν λογική του ἀνθρώπου. Ἔτσι ταυτίσθηκε ὁ «νοῦς» μέ τό «πνεῦμα», δηλαδή μέ τήν «καρδιά». Διότι ὁ χῶρος τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ καρδιά, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο»[3].

Υποσημείωση[3]: «Πού σημαίνει, ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μιλάει στό δικό μας πνεῦμα, ὁ Θεός, δηλαδή, μιλάει μέσα στήν καρδιά μας διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βλ. Φιλοκαλία, τόμος Δ΄έκδοσις Το Περιβόλι της Παναγίας, 1987,σ. 281.

Ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στόν β’ λόγο του Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀναφέρει ὅτι ἡ «καρδιά» εἶναι ὁ ἡγεμόνας ὅλης της ὑπάρξεως· ἐκεῖ εἶναι ὁ νοῦς καί ὅλοι οἱ λογισμοί τῆς ψυχῆς. Ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τόν ὅρον καρδιά δέν ἐννοεῖ τήν φυσική καρδιά, ἀλλά τήν βαθεῖα καρδία, ἐνῶ μέ τόν ὅρο νοῦς δέν ἐννοεῖ τήν διάνοια, ἀλλά τήν ἐνέργεια τῆς καρδιᾶς, τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν οὐσία τοῦ νοῦ, δηλ. τήν καρδιά. Οἱ ὅροι καρδιά καί νοῦς ὡς οὐσία ταυτίζονται. Γι’ αὐτό προσθέτει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: Ὁ νοῦς εἶναι τό ἐνδότατο σῶμα τοῦ σώματος, δηλαδή ἡ καρδιά (ὅ.π., σ. 282). Μέ αὐτούς ταυτίζεται καί ὁ ὅρος πνεῦμα».

Φαινομενικά δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει μία σύγχυση στούς Πατέρες. Ἀλλά, ἄν κανείς προσέξει λίγο, καταλαβαίνει τό πνεῦμα τοῦ κάθε Πατέρα καί τί ἐννοεῖ, ὅταν λέει νοῦς καί καρδιά ἤ ὅταν λέει διάνοια καί λογική.

Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά ἐπαναλάβουμε γιά νά τό ξεκαθαρίσουμε εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο κέντρα. Ἔχει τό κέντρο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ὑπάρχει ὁ νοῦς, ἔχει καί τή λογική ἤ διάνοια. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, φωτισμένος καί ἔχει ἐνωθεῖ μέ τόν Θεό, αὐτά τά δύο κέντρα στόν ἄνθρωπο λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα. Εἶναι δύο διαφορετικά κέντρα. Κατά συνέπεια μπορεῖ νά προσεύχεται καί συγχρόνως νά σκέπτεται.

Ἀλλά στόν ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς, αὐτά τά δύο κέντρα εἶναι μπερδεμένα και γι΄αυτό ἔχουμε μία σύγχυση μέσα μας. Λογισμοί λοιπόν, πού θά ἔπρεπε νά εἶναι μόνο στόν ἐγκέφαλο, κατεβαίνουν στήν καρδιά καί γίνονται ἐπιθυμίες. Ἔτσι μολύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτές τίς ἐπιθυμίες, πού βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά. Γί αὐτό μας λέει ὁ Κύριος ὅτι «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. (Ματθ. 15, 19)».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί μέ τήν ὅλη ἀσκητική καί μυστηριακή ζωή καθαρίσει τήν καρδιά του καί διώξει κάθε τί ξένο καί ὅλους τούς λογισμούς ἀπό αὐτήν, τότε ἡ καρδιά γίνεται πλέον καθαρή καί τά δύο κέντρα λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα. Ἑπομένως δέν ἐμποδίζεται ὁ Ἅγιος νά προσεύχεται καί συγχρόνως νά μιλάει ἤ νά σκέπτεται κάποια πράγματα μέ τό μυαλό του.

«Ἔτσι ἡ λογική λατρεία γίνεται γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο μέ τόν νοῦν (δηλαδή μέ τήν διάνοια, τήν λογική), ἐνῶ ἡ νοερά εὐχή γίνεται μέ τό πνεῦμα καί εἶναι ἡ πνευματική εὐχή, δηλαδή ἡ καρδιακή προσευχή»[4].

Αὐτό πού κάνουμε στήν Ἐκκλησία λέγεται λογική λατρεία. Διότι μέ τή σκέψη μας, μέ τόν ἐγκέφαλό μας παρακολουθοῦμε αὐτά πού λέμε.

Ἀλλά ὑπάρχει καί ἡ νοερά εὐχή, πού εἶναι ἡ καρδιακή προσευχή, η οποία γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν ἔχει δύο κέντρα γνώσεως. Δύο γνωστικά κέντρα: 
  
· Τό κέντρο τῆς καρδιᾶς, μέ τό ὁποῖο διά τοῦ νοῦ του γνωρίζει τόν Θεό. 

·Τό κέντρο τοῦ ἐγκεφάλου, πού μέ τή λογική γνωρίζει ὄχι τόν Θεό ἀλλά τό περιβάλλον.

Υποσημείωση[4]: «Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδοσις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σ. 24, όπου αναφέρονται τα εξής: Ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Το ένα είναι ο νους, που είναι το κατάλληλο όργανο για να δεχθή την αποκάλυψη του Θεού, η οποία στην συνέχεια διατυπώνεται με την λογική, και το άλλο είναι η λογική, που γνωρίζει τον αισθητό κόσμο που μας περιβάλλει».

Ὁ Θεός ὅμως δέν εἶναι στό ὑλικό περιβάλλον δέν εἶναι ὕλη. Συνεπῶς δέν πέφτει στήν ἀντίληψη τῶν αἰσθήσεων καί δέν μπορεῖ νά γνωρισθεῖ ὁ Θεός μέσω τῶν αἰσθήσεων. Ὁ πολιτισμός ὡστόσο, ἐπειδή εἶναι ὑλικός βασίζεται μόνο στίς αἰσθήσεις. Σοῦ λέει ὁ ἄλλος, ὁ ἐπιστήμονας: «αὐτό βλέπω, αὐτό καί πιστεύω. Δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο». Πῶς δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο;

Βέβαια τό λέει αὐτό, γιατί ἔχει χάσει τό ἄλλο γνωστικό κέντρο, πού εἶναι ἡ καρδιά. Καί ἔχει μόνο τό γνωστικό κέντρο τοῦ ἐγκεφάλου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὅμως πιστέψει στόν Θεό, τότε καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει καί μία ἄλλη πηγή γνώσης, πού εἶναι ἡ καρδιά. Ἡ ὁποία καί πρώτη λειτουργεῖ στόν ἄνθρωπο καί τελευταία σταματάει.

Καί τότε μόνο πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν σταματήσει ἡ καρδιά καί ὄχι, ὅταν σταματήσει ὁ ἐγκέφαλος. Ἐξοῦ καί ἡ πλάνη τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου. Ἀλλά, ἐπειδή ὁ πολιτισμός εἶναι ἄθεος, σοῦ λένε: «σταμάτησε ὁ ἐγκέφαλος κάποιου, ἄρα πέθανε». 

Καί ὅμως δέν πέθανε, γιατί λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ καρδιά, τό ἄλλο γνωστικό κέντρο, μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος βλέπει τόν Θεό καί μπορεῖ ἐπίσης νά βλέπει καί τό περιβάλλον. 

Ὅ Ἅγιος Πορφύριος, ὁ ὁποῖος στά τελευταῖα του ἦταν τυφλός, ἔβλεπε! Πῶς ἔβλεπε; Μέ τόν ἐγκέφαλο; Ὄχι! Μέ τήν καρδιά, μέ τόν νοῦ ἔβλεπε, γιατί ἀκριβῶς εἶχε καθαρότητα μεγάλη.

Ἔτσι ἐκεῖνο, πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ἀλλ’ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διά τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἴνα καί ἄλλους κατηχήσω, ἤ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ»[5] σημαίνει ὅτι προτιμοῦσε νά πῆ πέντε λέξεις, πέντε λόγια δηλαδή, γιά νά κατηχήση τούς ἄλλους· παρά νά προσεύχεται νοερῶς».

Προτιμῶ, λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος, νά πῶ πέντε λόγια καί νά τά καταλάβετε, παρά νά προσεύχομαι νοερῶς μυστικά μέσα στήν καρδιά καί νά μή καταλάβει κανείς τίποτα. Αὐτό δηλώνει προφανῶς ἡ ρήση: «θέλω νά πῶ πέντε λόγια «διά τοῦ νοός μου ἤ μύριους λόγους ἐν γλώσση». Νά πεῖ πέντε λόγια καί νά καταλάβουν καί οἱ ἄλλοι. Πῶς νά τά πεῖ αὐτά; Μέ τή λογική. Καί φυσικά μέ τόν λόγο. Γιατί ὁ λόγος μέ τό στόμα λέει αὐτά, πού προηγουμένως εἶχε ἡ διάνοια, ἡ σκέψη.

Ἡ γλώσσα ἦταν ἡ νοερά προσευχή, τά διάφορα εἴδη τῆς νοερᾶς προσευχῆς, πού εἶχαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί. Καί δέν γινόντουσαν Χριστιανοί, πρίν ἀποκτήσουν τή νοερά προσευχή. Φρόντιζαν μάλιστα νά τήν ἀποκτήσουν καί πρίν τό βάφτισμα ἀκόμη. Νά ἔχουν δηλαδή αὐτή τήν κατάλληλη προπαρασκευή, ὥστε πενήντα ἡμέρες μετά τό βάφτισμα, ἀφοῦ ἔφθαναν καί στόν φωτισμό, ἔπαιρναν τό χρίσμα.

«Αὐτό, πού λέγει ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἑρμηνεύεται ἀπό μερικούς μοναχούς ὅτι μίλησε ὁ Ἀπόστολος γιά τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή γιά τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», πού ἀποτελεῖται ἀπό πέντε λέξεις. Ἀλλά ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιά λόγια, μέ τά ὁποία κατηχοῦσε τούς ἄλλους[6]. Διότι, πῶς μπορεῖ νά γίνη κατήχησις μέ νοερά προσευχή, ἀφοῦ ἡ νοερά προσευχή εἶναι ἐσωτερική προσευχή τοῦ ἀνθρώπου καί οἱ ἄλλοι γύρω του δέν ἀκοῦνε τίποτε; Ἡ κατήχησις ὅμως γίνεται μέ λογική διδασκαλία καί λογική λατρεία. Διδάσκουμε καί μιλοῦμε μέσω τῆς λογικῆς, πού εἶναι ἡ συνήθης ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν ανθρώπων.[7]

«Ἐπικοινωνία ὅμως ἔχουν μεταξύ τους καί ὅσοι ἔχουν νοερά εὐχή μέσα στήν καρδιά τους».

Ἄν καί ὁ ἄλλος ἔχει νοερά εὐχή μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐπικοινωνία τέτοια. Γι΄αὐτό καί βλέπουμε τούς Ἁγίους Πατέρες, πού εἶχαν νοερά προσευχή μέσα τους, νά πηγαίνουν ἐπίσκεψη ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ἐξωτερικά νά μήν λένε τίποτα, νά κάθονται δύο ὧρες, ἄς ποῦμε, ὁ ἕνας ἀπέναντι στόν ἄλλο καί νά μήν μιλᾶνε μέ τό στόμα ἀλλά νά ἐπικοινωνοῦν ἐσωτερικά. Νά μιλᾶνε μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο, μέ τή νοερά ἐνέργεια, πού εἴχανε μέσα τους. 

Ἔτσι λοιπόν, ὅσοι ἔχουν νοερά εὐχή στην καρδιά τους, ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους.
Και ἀπό μακριά μπορεῖ νά γίνει αυτό.

«Μποροῦν δηλαδή νά καθίσουν μαζί καί ὁ ἕνας νά ἐπικοινωνῆ μέ τόν ἄλλον νοερῶς, χωρίς νά μιλᾶνε. Νά ὑπάρχη δηλαδή μεταξύ τους πνευματική ἐπικοινωνία. Αὐτό φυσικά συμβαίνει σ’ αὐτούς καί ἐκ τοῦ μακρόθεν. Καί αὐτοί ἐπίσης ἔχουν τό διορατικό καί προορατικό χάρισμα. 

Μέ τό διορατικό ἀνιχνεύουν τά ἁμαρτήματα κάθε ἀνθρώπου, καθώς καί τίς σκέψεις του, ἐνῶ μέ τό προορατικό βλέπουν καί μιλᾶνε γιά πράγματα, πράξεις καί γεγονότα μέλλοντα».


Πήγαιναν γιά παράδειγμα οἱ ἄνθρωποι στόν Ἅγιο Πορφύριο ἤ στόν Γέροντα Παΐσιο καί, πρίν ποῦνε τήν ἐρώτηση, ἐκεῖνοι τούς ἔλεγαν τήν ἀπάντηση στό πρόβλημά τους. Πῶς γινόταν αὐτό; 

Ἀκριβῶς ἐπειδή εἶχαν μέσα τους τή νοερά προσευχή, τή νοερά ἐνέργεια καί τό διορατικό χάρισμα. Κατά συνέπεια μποροῦσαν νά ἐξιχνιάσουν, νά δοῦν καί νά ἀκούσουν τίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, τούς λογισμούς τους καί τό τί ἤθελαν νά τούς ποῦν. Ἄν εἶχες καί ἐσύ νοερά προσευχή, θά μποροῦσες νά ἀκούσεις τήν ἀπάντηση ἀπό τήν καρδιά τοῦ πνευματικοῦ σου καί ὄχι ἀπό τό στόμα του.

Ὅταν δηλαδή καθαρίσει ὁ ἄνθρωπος τήν καρδιά του ἀπό τούς λογισμούς, τότε φανερώνονται αὐτά τά χαρίσματα, τό διορατικό καί τό προορατικό, τά ὁποία ἔχει δώσει ὁ Θεός σέ ὅλους μας.

Δέν τά ἔχει δώσει μόνο στούς ἁγίους· σέ ὅλους τά ἔχει δώσει. Γιατί ὅμως δέν τά ἔχουμε ἐμεῖς φανερά κι ἐνεργά; Διότι ὑπάρχει αὐτός ὁ σκοτισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, γιά τόν ὁποῖο μιλήσαμε στήν ἀρχή.

«Πράγματι ὑπάρχουν τέτοιοι χαρισματοῦχοι ἄνθρωποι καί, ἄν πάτε νά ἐξομολογηθεῖτε σέ αὐτούς, ξέρουν ὅλα ὅσα ἔχετε κάνει στήν ζωή σας, πρίν ἀνοίξετε τό στόμα σας γιά νά τούς τά πῆτε».

Ἐνδεικτικές εἶναι οι περιπτώσεις των ἀνθρώπων ἐκείνων, πού πήγαιναν στόν Ἅγιο Πορφύριο κρατώντας καί χαρτάκι, ὅπου εἶχαν γραμμένα, ἄς ποῦμε, τά ἁμαρτήματα: (1), (2), (3)…(10). Καί πρίν ἀκόμη ἀνοίξουν τό χαρτάκι ὁ Ἅγιος τους ἔλεγε:

«Κοιτάξτε, τό (1), τό (2) καί… τό (7) δέν εἶναι ἁμαρτίες. Μήν μοῦ τά πεῖτε αὐτά. Πεῖτε μου τά ἄλλα, γιά νά μήν χάνουμε καί χρόνο!».


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Σάββας Ἁγιορείτης

---------------------------------------------------------------------------

*Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἀπό μία σειρά ὁμιλιῶν τοῦ π. Σάββα Ἁγιορείτου, μέ ἑρμηνευτικά κι ἐπεξηγηματικά σχόλια πάνω στήν Πατερική Θεολογία τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἀπομαγνητοφωνημένη, ἐλαφρῶς διασκευασμένη καί προσαρμοσμένη στόν γραπτό νεοελληνικό λόγο, πού ἔγινε στίς 31-8-2014 στή σύναξη στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ι. Ν. Ἁγίων Ἀναργύρων Πενταπλάτανου Γιαννιτσῶν.

**Τά κείμενα σέ εἰσαγωγικά, ἀντλήθηκαν από τό βιβλίο τοῦ Πρωτοπ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, Ἐκδόσεις Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 19-22 καί διατηρούν ἐπακριβώς τή γλωσσική μορφή τοῦ πρωτοτύπου.

[1]. Α΄Κορ. 14, 15

[2]. Ρωμ. 8, 16

[3]. Ἡ παρούσα υποσημείωση ενσωματώθηκε στο κείμενο 

[4]. Ἡ παρούσα ὑποσημείωση ενσωματώθηκε στο κείμενο 

[5]. Α΄ Κορ. 14, 19

[6]. Βλ. καί Φιλοκαλία, Γ΄, ἔκδοσις Ἀστέρος,1976, σ.42, §29, και σ. 352, πθ΄.

[7] Βλ. Φιλοκαλία , τόμος Γ΄έκδοσις Αστέρος, Αθήναι 1976, σελ. 352πθ΄.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2016

Δευτέρα, Μαΐου 02, 2016

«Ὑποκρισία».Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:Ὑποκρισία 

Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιοτάτου καί τίς εὐχές τῶν Πατέρων πού εἶναι ἐδῶ, θά προσπαθήσουμε νά προσεγγίσουμε λίγο αὐτό τό τεράστιο θέμα -οὐσιαστικά τό μεγάλο ἁμάρτημα- τό θέμα τῆς ὑποκρισίας. 

Ἐπειδή μᾶς ἀρέσουν τά γεγονότα, θά ἀρχίσω μέ ἕνα γράμμα, τό ὁποῖο γράφει ἕνας δεκαεφτάχρονος στόν Χριστό.

«Ἰησοῦ Χριστέ, εἶμαι ἕνα ἁπλό παιδί, ἄν καί ἔκλεισα τά δεκαεφτά μου. Εἶναι ἡ ἡλικία τῆς ἐφηβείας, ἀλλά δέ θέλω καί δέ μπορῶ νά τή σκέφτομαι. Δυσκολεύομαι. Σοῦ γράφω κάποιες σκέψεις. Ὁ κόσμος δέ μοῦ λέει σχεδόν τίποτα γιά Σένα. Δέ Σέ γνωρίζει. Καί οὔτε πού θέλει νά Σέ γνωρίσει. Οὔτε τουλάχιστον τό ὄνομά Σου δέν προφέρουν οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονται γύρω μου.
Πολλοί ἀπ’ αὐτούς πού μέ περιτριγυρίζουν ὑποφέρουν ἀπό ἐγωισμό, ἀπό ὑποκρισία, ἀπό μίσος. Δέ θέλουν νά Σέ βροῦν, νά Σέ αἰσθανθοῦν, νά Σέ συναντήσουν. Ὅταν τούς ρωτάω κάτι γιά Σένα, μοῦ γελοῦν εἰρωνικά καί μέ κοιτάζουν μέ περιφρόνηση. Δέν ἔχουν χρόνο γιά Σένα. Ἴσως δέν πιστεύουν σέ Σένα. Εἶναι ἀπασχολημένοι μέ τά προβλήματά τους, τά τόσο μικρά, τά τόσο πρόσκαιρα, τά τόσο ποταπά».

Νομίζω ὅλοι συμφωνοῦμε ὅτι κάνει πολύ καλή περιγραφή τῆς σύγχρονης κοινωνίας.

«Καί μέ πονάει τό ὅτι πάντοτε φαίνονται χαρούμενοι». Φαίνονται χαρούμενοι! «Καί εὐτυχισμένοι. Τό χαμόγελο ἐμφανίζεται στά χείλη τους. Φαίνονται νά ζοῦν τή ζωή τους. Ἐγώ ὅμως δέ μπορῶ νά αἰσθανθῶ ἔτσι». Γιατί ἄραγε! «Ἴσως ξέρεις πόσο συχνά μέ βαρύνει ἡ λύπη, ἡ ἀδυναμία, ἡ μοναξιά. Ἴσως θά ἤθελα νά εἶμαι σάν κι αὐτούς. Ἀλλά κάτι ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μέ σταματάει. Συχνά αἰσθάνομαι ἐγκαταλελειμμένος ἀνάμεσά τους. Αἰσθάνομαι σάν ἕνα νησί λύπης καί πόνου στό μέσο ἑνός ‘ὠκεανοῦ εὐτυχίας’».

Θέλει νά πεῖ τό παιδί ὄτι οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι εὐτυχισμένοι, ἀλλά προσποιοῦνται τόν εὐτυχισμένο καί μάλιστα δείχνουν ὅτι πλέουν σέ πελάγη εὐτυχίας. Καί ἀναρωτιέται: «Γιατί αὐτοί μποροῦν νά εἶναι εὐτυχισμένοι καί ἐγώ ὄχι; Ποιός κάνει λάθος Χριστέ; Αὐτοί ἤ ἐγώ; Ὅλοι μοῦ ζητοῦν, σχεδόν μέ ὑποχρεώνουν νά εἶμαι σάν αὐτούς».

Ὅποιος ξεχωρίζει ἀπό τή μάζα εἶναι ἀποδιοπομπαῖος κατά κανόνα. Τό δόγμα ‘δέν πρέπει νά ξεχωρίζουμε’, δέν ταιριάζει σέ Χριστιανό. Γιατί, ὅταν κανείς κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ -ἔλεγε ἕνας Γέροντας- εἶναι σάν τή μύγα μέσα στό γάλα. Τό γάλα εἶναι ὅλος ὁ κόσμος καί ἡ μύγα ὁ Χριστιανός. Αὐτό τό παιδί θέλει νά γνωρίσει τόν Χριστό, ἀλλά βλέπει τήν τεράστια ὑποκρισία γύρω του. Ὅλοι προσποιοῦνται τόν εὐτυχισμένο. Φοροῦν μία μάσκα εὐτυχισμένου ἀνθρώπου, ἀλλά τό παιδί αἰσθάνεται τήν ὑποκρισία.

«Τρέφομαι μέ δάκρυα καί πάλι μέ δάκρυα. Δέ μπορῶ νά κλάψω μπροστά στούς φίλους μου. Ξέρεις καλά ὅτι κοντά τους προσπαθῶ νά χαμογελῶ καί νά φαίνομαι εὐτυχισμένος». Γιατί ἔτσι ἐπιβάλλει τό κοινωνικό σύνολο. Ἀλλιῶς θά θεωρηθεῖς ἀπροσάρμοστος καί ψυχολογικά διαταραγμένος.

«Ἄν κάποια μέρα δέν καταφέρω νά ὑποκριθῶ τόν εὐτυχισμένο καί ἡ λύπη μοῦ πιέζει ὅλη τήν ὕπαρξη, κανείς δέ μέ ρωτάει τί ἔχω». Οὐσιαστικά δέν ὑπάρχει ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον ἀπό κανέναν γιά κανέναν. Ἐπικρατεῖ μιά ἀπέραντη μοναξιά.

«Μοῦ εἶναι εὔκολο νά Σοῦ γράψω ὅτι ὁ κόσμος γύρω μου εἶναι ἐγωιστής, ψεύτης καί διεστραμμένος. Μέ πληγώνει ἡ ἀδιαφορία τους, μέ πληγώνει ἡ κακία καί ἡ ὑποκρισία τους. Ἔγινα στόχος εἰρωνιῶν τῶν γύρω μου. Ἐάν μιλοῦσα βρώμικα καί ζοῦσα μιά ζωή πρόστυχη, κανείς δέ θά γελοῦσε μαζί μου. Δέ θά ἔβλεπαν κάτι διαφορετικό. Θά μέ θεωροῦσαν δικό τους. Ὡστόσο ἐγώ δέ θέλω νά φτάσω νά γίνω αὐτό πού τώρα μέ ἀηδιάζει». Δηλαδή ἕνας ὑποκριτής. Νά ὑποκριθῶ ὅτι εἶμαι ἕνας εὐτυχισμένος. Ἀφοῦ δέν εἶμαι.

«Πολλοί γύρω μου δέν πιστεύουν σέ Σένα. Πολλοί ὁρκίζονται ὅτι εἶδαν ἐξωγήινους καί ὅτι θά ἤθελαν πολύ νά ὑπάρχουν. Ἀλλά Ἐσένα, δέ Σέ δέχονται. Πιστεύουν σέ χαμένους πολιτισμούς, ἀλλά γιά Σένα δέ θέλουν ν’ ἀκούσουν. Δέν ξέρω σέ ποιόν νά ἔχω ἐμπιστοσύνη». Αὐτό εἶναι τό πιό τραγικό. Ἡ ὑποκρισία κάνει ὅλους νά μήν ἐμπιστεύονται κανέναν. Κανένας δέν ἐμπιστεύεται κανέναν. Γιατί ἔχει γίνει ἡ ὑποκρισία τρόπος ζωῆς, γιά νά μήν πῶ ἐπιστήμη. Ἡ λεγόμενη πολιτική ἐπιστήμη οὐσιαστικά εἶναι μιά ἐπιστήμη τῆς ὑποκρισίας.

«Μισῶ τήν ἁμαρτία. Ἀλλά μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νά μήν κάνω λάθος. Δέν ξέρω σέ ποιόν νά ἔχω ἐμπιστοσύνη. Ποιός εἶναι στ’ ἀλήθεια φίλος μου; Ζῶ δεκαεφτά χρόνια σ’ αὐτή τή γῆ καί ἀκόμα δέν ξέρω σέ ποιόν νά ἔχω ἐμπιστοσύνη. Συχνά προδώθηκα, συχνά πληγώθηκα. Ἀπό ποιόν; Ἀπό ἐκείνους πού τό περίμενα λιγότερο, πού περίμενα μιά ἀληθινή στήριξη. Ὅταν πέφτω, αἰσθάνομαι κατάθλιψη. Τότε καταλαβαίνω τί εἶναι κόλαση καί ὑπόσχομαι νά μήν ἐπαναλάβω τό ἴδιο λάθος. Ἀλλά εἶμαι ἕνα παιδί, Κύριε Ἰησοῦ, καί εἶμαι ἀδύναμο. Εἶμαι μόνος σέ ἕνα κόσμο βρώμικο καί ὑποκριτή».

- Τί εἶναι ὅμως ὑποκρισία;

Ὁ Κύριός μας στηλίτευσε τούς Φαρισαίους καί τούς ὑποκριτές. Δέ στηλίτευσε τούς ἀνήθικους, τούς ἁμαρτωλούς, τίς πόρνες, οὔτε κάποιες ἄλλες ὁμάδες. Ἀλλά κατεξοχήν καί κυρίως στηλίτευσε τούς ὑποκριτές.

Εἶχε πάει κάποτε σέ μία συναγωγή. Ὁ Κύριος τηροῦσε τόν νόμο. Δέν ἤθελε νά φαίνεται παράνομος. Πήγαινε λοιπόν κι Αὐτός στή συναγωγή, ὅπως οἱ καλοί Χριστιανοί στίς μέρες μας πᾶνε στήν Ἐκκλησία τήν Κυριακή. Ἐκεῖ ἔκανε ἕνα θαῦμα. Μιά γυναίκα συγκύπτουσα, δηλαδή καμπούρα, πού ὑπέφερε πάρα πολύ γιά δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια, βρισκόταν κι αὐτή ἐκεῖ, παρόλη τήν κατάστασή της. Παρόλη τήν ἀσθένεια καί τούς πόνους της, πήγαινε κι αὐτή στή συναγωγή. Ὁ Χριστός μας πού τήν εἶδε ἔτσι καί εἶδε ὅτι εἶχε πίστη, τή θεράπευσε. Ἀλλά ἦταν Σάββατο.

Οἱ Ἑβραῖοι, ὅπως γνωρίζουμε ἀκολουθοῦσαν τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως, πού ἔλεγε ὅτι δέν πρέπει νά ἐργάζονται τό Σάββατο. Βέβαια εἶχαν διάφορα ‘τρίκ’ γιά νά παρακάμπτουν τόν νόμο νά κάνουν τίς δουλειές τους μέσα ἀπό διάφορους τύπους. Ὅταν ὅμως ὁ Κύριος θεράπευσε αὐτή τή γυναίκα, ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανάκτησε, γιατί τήν θεράπευσε τό Σάββατο κι ἔλεγε στόν ὄχλο: «ἕξι μέρες ὑπάρχουν γιά νά ἔρχεστε καί νά θεραπεύστε καί αὐτές πρέπει νά ἐργαζόμαστε» (Λουκ. 13,14). Λές καί ἡ θεραπεία, τό θαῦμα πού ἔκανε ὁ Χριστός ἦταν κι αὐτό ἐργασία. Ἀλλά ποιό ἦταν τό ὑπόβαθρο τῆς δήλωσης; Ἦταν ὁ φθόνος, ἡ ζήλεια καί ὑποκρινόταν τόν θιγμένο. Ὑποκρινόταν τόν ὑπερασπιστή τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά οὐσιαστικά ἔβγαζε τό μίσος του καί προσπαθοῦσε νά πληγώσει τόν Χριστό. Νά Τόν ἐμφανίσει στόν λαό ὡς παράνομο. Ὅτι δέν τηροῦσε τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως.

- Πῶς τοῦ ἀπάντησε ὁ Κύριος;

«Ὑποκριτά». Κατευθείαν. Ὄχι Κύριε, σᾶς παρακαλῶ, μήν τά λέτε αὐτά τά πράγματα. Τόν χαρακτηρίζει. «Ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τόν βοῦν αὐτοῦ ἤ τόν ὄνον ἀπό τῆς φάτνης καί ἀπαγαγών ποτίζει;» (Λουκ. 13,15). Καθένας ἀπό σᾶς τό Σάββατο δέν κάνει αὐτή τή στοιχειώδη ἐργασία, νά πάρει τό ζῶο του ἀπό τό παχνί καί νά τό πάει στήν ποτίστρα νά τό ποτίσει;

«Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραάμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδού δέκα καί ὀκτώ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπό τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;» (Λουκ. 13,16). Αὐτή πού εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, παιδί τοῦ Θεοῦ, ὄχι ζῶο, ἄνθρωπος, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δέν ἔπρεπε αὐτή τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου νά τή λύσω, νά τή θεραπεύσω, νά τήν ἀπαλλάξω ἀπ’ αὐτό τό βάσανο πού εἶχε δεκαοκτώ ὁλόκληρα χρόνια; Ἐσύ νοιάζεσαι γιά τό ζῶο σου πού διψάει καί καλά κάνεις. Γιά τόν ἄνθρωπο; Νά μία τεράστια ὑποκρισία!

Παίρνω ἀφορμή τώρα καί κάνω μιά παρέκβαση. Δεῖτε τή δική μας ὑποκρισία:

- Πόσα παιδιά σκοτώνονται κάθε χρόνο στήν Ἑλλάδα ἀπό τίς ἐκτρώσεις;

Μερικοί μιλᾶνε γιά 300.000 ἤ γιά 500.000. Ἄν ὅμως ἕνα παιδάκι, τό καημένο, πνιγεῖ, γίνεται ὁλόκληρος σάλος. Δέν λέω καί αὐτό νά τό ἀναφέρουμε. Ἀλλά γιά αὐτά τά παιδάκια γιατί δέν λέει κανένας; Γιατί αὐτά τά παιδάκια ἔχουν καί πολύ χρῆμα ἀπό πίσω. Ἔχουν ἕνα ὁλόκληρο ἐργοστάσιο, μιά ὁλόκληρη βιομηχανία πού ἐκμεταλλεύεται τά ἔμβρυα ἀπό τίς ἐκτρώσεις κ.λ.π. κ.λ.π. Ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη μας ὑποκρισία. Καιγόμαστε γιά τό σαριδάκι καί ἀφήνουμε τό δοκάρι..

Ἐνῶ τά ἔλεγε αὐτά, κατησχύνετο βεβαίως ὁ ὑποκριτής καί ὅλοι ἡ παρέα του, ἐνῶ ὁ λαός ἔχαιρε.

Λέει ἕνας σπουδαῖος ἑρμηνευτής, ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης: «Ἀκούσατε ποιά ὀνομασία ἔδωσε ὁ Θεάνθρωπος στόν ἀρχισυνάγωγο. Ὑποκριτής. Ἀλλα ἦταν τά λόγια καί ἄλλος ἦταν ὁ σκοπός τῶν λόγων του. Φαινομενικά τά λόγια ἦταν ἡ ὑπεράσπιση τοῦ νόμου, ἀλλά ὁ σκοπός του ἦταν νά πληγώσει τόν Νομοδότη, Αὐτόν πού εἶχε δώσει τόν νόμο. Τόν εἶπε ὑποκριτή καί ἐθεάτρισε τήν ὑποκρισία του. Τό ἁμάρτημα τῆς ὑποκρισίας, ἄλλοι μέν τό ὀνομάζουν φυσική ἐπιτηδειότητα», ὅτι εἶναι ὑποτίθεται χάρισμα. «Ἄλλοι δέ, τέχνη ὠφέλιμη καί ἄλλοι ἀναγκαία οἰκονομία. Ἀλλά οὐσιαστικά εἶναι ἕνα μέγα ἁμάρτημα καί πολλῶν καί ποικίλων καί μεγάλων ἁμαρτιῶν πρόξενος».

Ἡ ὑπόκρισις ἔχει ρίζα τήν πονηρία, τήν κακία καί καρπούς τό ψεῦδος, τήν ἀπάτη, τή δολιότητα, τήν αἰσχροκέρδεια, τήν ἀτιμία τοῦ πλησίον καί τή βλάβη. Μερικοί πού τά ἀκοῦτε αὐτά τώρα, θά νομίζετε ὅτι εἶναι παράξενα καί παράδοξα. Ὅμως ἄς ἀνοίξουμε τίς Θεῖες Γραφές νά δοῦμε τί λένε. Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀπό φιλανθρωπία θέλει τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων νά εἶναι τίμια, ὁ νοῦς τους καθαρός καί ἡ ψυχή ἁγία, τί μᾶς προστάζει;

«Ἔστω δέ ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ». Νά εἶναι ὁ λόγος σας, τό ναί ναί καί τό ὄχι ὄχι. «Τό δέ περισσόν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (Ματθ. 5,37). Τό περισσότερο ἀπό αὐτό εἶναι ἀπό τόν πονηρό, ἀπό τόν κακό.

«Ἄνθρωπε, λέγει, τό ναί συλλογίζεται ὁ νοῦς σου; Τό ναί νά λέει καί τό στόμα σου. Τό ὄχι συλλογίζεται ὁ νοῦς σου; Τό ὄχι νά λέει καί τό στόμα σου. Τό περισσότερο τοῦ ναί καί τοῦ οὔ, δηλαδή οἱ ἀμφιλογίες, οἱ ἀμφισημεῖες (ἀμφισημεῖα θά πεῖ μία λέξη πού ἔχει διπλές σημασίες καί μπερδεύει), τά διφορούμενα λόγια, ἡ ἐπιτετηδευμένη σκοτεινή ἀπόκριση» θολά πράγματα, «ὅλα αὐτά εἶναι ἀπό τόν πονηρό. Ἐάν ἄλλο στοχάζεσαι καί ἄλλο λέγεις, ἐάν ὁ λόγος σου λέγει ναί καί τό ἔργο σου οὔ», ὄχι, «ἤ τά πράγματα λένε ναί καί ὁ λόγος λέει οὔ, ὅλα αὐτά εἶναι γεννήματα τῆς πονηρίας. Εἶναι ἐφευρήματα τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἡ ὑπόκρισις, ὅπως μᾶς βεβαιώνει καί ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, πού ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια λόγια καί λέει «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί, καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε» (Ἰακ. 5,12), γιά νά μήν πέσετε στό ἁμάρτημα τῆς ὑποκρισίας. Ὅταν ἄλλο συλλογίζεσαι καί ἄλλο λέγεις, ἄλλο μελετᾶς καί ἄλλο ὑπόσχεσαι, ἄλλο λέγεις καί ἄλλο πράττεις, τότε πίπτεις στό ἁμάρτημα τῆς ὑποκρίσεως. Δηλαδή γίνεσαι ψεύστης, ἀπατεώνας καί ἐπιβλαβής καί δόλιος».

Σήμερα αὐτό θεωρεῖται ἀρετή! Μεγάλη ἱκανότητα! Νά μπορεῖς νά ξεφεύγεις, νά ἑλίσσεσαι, νά κάνεις σωστή πολιτική..

«Ἐάν στρέψεις τά ὄμματα στά ἔργα τοῦ ὑποκριτοῦ, βλέπεις αὐτόν νά κάνει ἐλεημοσύνη, νά εἶναι προσευχόμενος, νά νηστεύει, νά ἐλέγχει καί τά παραμικρά σφάλματα τῶν ἄλλων, νά εἶναι ζηλωτής τοῦ νόμου, νά διδάσκει ἀρετή καί ἁγιοσύνη. Βλέπεις, λέγω, καί ὁμιλία καί σχῆμα καί βάδισμα τοῦ ὑποκριτοῦ καί ὅλα τά ἔργα του ντυμένα τό μόρφωμα τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητας. Ἔτσι, νομίζοντας ὅτι αὐτός κάνει αὐτά γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του, τόν εὐλαβεῖσαι ὡς ἐνάρετο καί ἅγιο ἄνθρωπο». Αὐτό ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι καί ὁ ἁπλός κόσμος τούς θεωροῦσε περί πολλοῦ, ὅτι εἶναι ἅγιοι.

«Ἄν ἐξετάσεις ὅμως ἀκριβῶς τά περιστατικά πού συνοδεύουν τίς πράξεις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, βλέπεις φανερά ὅτι αὐτός κάνοντας αὐτά, δέν ἔχει ἄλλο σκοπό παρά πῶς νά φανεῖ ἅγιος μπροστά στούς ἀνθρώπους καί νά δοξαστεῖ ἀπ’ αὐτούς. Γι’ αὐτό καί εἶπε ὁ Χριστός μας: ‘πάντα τά ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις’ (Ματθ. 23,5)». Ἔχει μείνει καί σήμερα ὡς ἔκφραση καί λέμε ‘τό κάνει πρός τό θεαθῆναι’. Εἶναι ἀπό τό Εὐαγγέλιο. Ὅλα τά ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι γιά νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους.

«Καί ἄν αὐτό μόνο, δηλαδή ἡ φιλοδοξία, ἦταν ὁ σκοπός τοῦ ὑποκριτοῦ, θά ἔβλαπτε, μπορούσαμε νά ποῦμε, μόνο τόν ἑαυτό του. Αὐτός ὅμως ἔχει κι ἄλλο σκοπό κύριο καί καθαυτόν». Ποιόν; «Τή φιλοκέρδεια. Τό νά κερδίσει χρήματα, νά κερδίσει ὕλη, ὑλικά πράγματα. Διά μέσου τέτοιων δολερῶν καί ἀπατηλῶν τρόπων τῆς ὑποκρίσεως, ἐξαπατώντας ὁ ὑποκριτής τούς ἀνθρώπους, κερδίζει τήν ὑπόληψη τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητος». Ξεγελάει τούς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ἐνάρετος. «Καί ἔτσι γίνεται κύριος τῆς καρδιᾶς τους. Τότε ὁ λόγος του ἔχει ἰσχύ». Ἔχει δύναμη.

«Τότε ὁ κόσμος τρέχει πίσω του. Τότε προσπορίζεται, ὄχι μόνο τιμή καί εὐλάβεια καί προσκύνηση, ἀλλά καί χρήματα καί κτήματα καί ὅλα ὅσα ἐπιθυμεῖ». Θυμηθεῖτε τί ἔλεγε ὁ Χριστός μας: ‘ὑποκριταί, κατεσθίετε τάς οἰκίας τῶν χηρῶν’ (Ματθ. 23,13). Ἔπαιρναν δηλαδή ἀπό τίς χῆρες τά σπίτια μέ τέτοιους τρόπους. Ἔπειθαν ὅτι εἶναι μεγάλοι ἅγιοι, ὁ κόσμος τούς ἐμπιστευόταν καί προσπόριζαν χρήματα καί κτήματα.

«Βλέπω μέ αὐτά, πάλαι μέν, τελεσθέντα ὑπό τῶν διδασκάλων τῆς ἀνομίας καί τῆς αἱρέσεως καί τῆς ἀσεβείας». Εἶναι ἡ γλώσσα του παλιά, ἀλλά ὡραία. Δηλαδή λέει ὁ Ἱερομόναχος Νικηφόρος ὅτι καί παλιά γινόταν αὐτό ἀπό τούς διδασκάλους τῆς ἀνομίας καί τῶν αἱρέσεων. Ἔπειθαν τόν λαό ὅτι εἶναι ἅγιοι καί μέσα σέ μία θολωμένη ἀτμόσφαιρα, πού δημιουργοῦσαν μέ τά λόγια τους, τούς παραπλανοῦσαν. Προσέξτε αὐτό γίνεται πάντα. Καί σήμερα οἱ αἱρετικοί, οἱ οἰκουμενιστές, οἱ μεταπατερικοί λεγόμενοι -πού βρίζουν τούς ἅγιους Πατέρες- ἔχουν ἕναν τέτοιο λόγο θολωμένο καί μέσα στή θολούρα πετᾶνε τό δηλητήριο. Ὁ κόσμος δέν καταλαβαίνει καί πολλά... Ἀλλά γιά νά μήν καταλαβαίνουμε, λένε, θά ‘ναι καί σοφοί αὐτοί...

Ἔτσι καί παλιότερα καί σήμερα καί οἱ λεγόμενοι ‘γκουρού’, παραπλανοῦν πολύ κόσμο καί κερδίζουν καί πάρα πολλά χρήματα. Λέγανε γιά κάποιον γκουρού πώς εἶχε, δέν ξέρω πόσες, ρόλς ρόις. Ὁλόκληρο στόλο. Μέ τά χρήματα πού μάζευε ἀπό τούς ἀφελεῖς, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν θεοποιήσει.

«Μέ τό ὑποκριτικό ψεῦδος, μιμηθέντες καί σχηματισθέντες κατά τά ἀληθινά καί ἅγια πράγματα, ἐκήρυξαν τόν ἑαυτό τους προφήτη καί ἀπεσταλμένο ἀπό τόν Θεό. Ὑποκρίθηκαν ὅτι μιλοῦν μέ ἀγγέλους. Ἔπλασαν ὀπτασίες καί θαύματα, κατασκεύασαν νόμους, τάχα ὑπό Θεοῦ δοθέντα εἰς αὐτούς». Ἐδῶ ὑπονοεῖ, ἀλλά δέ μπορεῖ νά τό πεῖ ξεκάθαρα, τούς μουσουλμάνους τό ἰσλάμ. Ὁ Μωάμεθ παρουσιάστηκε ὡς προφήτης καί εἶπε ὅλα αὐτά τά ψέματα καί ὅτι πῆρε τό κοράνιο ἀπό τόν οὐρανό.. Ὅλα αὐτά εἶναι κατασκευές ὑποκρισίας γιά νά κερδίσει τόν κόσμο. Γι’ αὐτό λέει: «νοεῖτε οἱ ἀκούοντες ποῦ ἀφορᾶ ὁ λόγος».

Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἔζησε ἀπό τό 1731 ὡς τό 1800, γιά νά καταλάβετε, αὐτά τά λόγια λέγονται, δύο αἰῶνες καί κάτι πρίν. Ἀλλά θά δεῖτε ὅτι ἔχουν μιά ἐξαιρετική ἐπικαιρότητα, γιατί τά πράγματα ἐπαναλαμβάνονται καί σήμερα.

«Τώρα λοιπόν βλέπουμε αὐτά», πού εἶπε προηγουμένως, «νά ἐνεργοῦνται ἀπό κάποιους ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι παραπλανώντας μέ τήν ὑπόκριση τούς ἁπλουστέρους, τούς ἁρπάζουν τίς οἰκίες τους. Ἀκοῦμε δέ τά ἴδια αὐτά κηρυττόμενα κατά τῶν ὑποκριτῶν ἀπό τόν Σωτήρα μας, ὁ Ὁποῖος ταλανίζοντάς τους τί τούς εἶπε; ‘Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τάς οἰκίας τῶν χηρῶν καί προφάσει μακρά προσευχόμενοι· διά τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα’ (Ματθ. 23,13). Πρός τοῦτο βλέπουμε ὅτι τό θεομίσητο πράγμα καί ὄνομα τῆς ὑπόκρισης μετέβαλλε ἡ πονηρία τῶν ἀνθρώπων σέ πράγμα περισπούδαστο καί τοῦ ἔδωσε κι ἕνα ὄνομα καλό. Ποιός σήμερα δέ θέλει νά σπουδάσει τήν πολιτική»;

Σήμερα ἔχει λίγο ἀπαξιωθεῖ ἡ πολιτική, ἀλλά βλέπετε ἀκόμα ὁ λαός τρέχει πίσω ἀπό τούς πολιτικούς. Ἔχει γίνει ἐπιστήμη ἡ πολιτική.

- Τί εἶναι οὐσιαστικά ἡ πολιτική;

Μιά ὑποκρισία.

«Ποιός δέ θέλει νά λογίζονται καί νά σκέφτονται καί νά τόν ὀνομάζουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωπο πολιτικό»; Ὅτι ἔχει δηλαδή ἱκανότητες πολιτικές. Μπορεῖ νά ἑλίσσεται. «Σχεδόν κανένας. Τήν πολιτική ὅλοι σχεδόν τή λογαριάζουν, τή θεωροῦν ὡς τέχνη ἀναγκαία καί ἐπιστήμη ὠφελιμότατη».

Λένε, γιά παράδειγμα, γιά τούς Τούρκους ὅτι ἔχουν πολύ καλούς πολιτικούς. Ξέρετε πῶς ἐργάζονται οἱ πολιτικοί τους! Δίνοντας διαμάντια καί χρυσάφια. Δωροδοκοῦν δηλαδή γιά νά περάσει αὐτό πού θέλουν στούς μεγάλους τῆς γῆς.

«Ἡ πολιτική πολιτεύεται στίς βασιλικές αὐλές». Σήμερα θά λέγαμε στά Κυβερνεῖα καί στίς Βουλές. «Πολιτεύεται στά δικαστήρια, περπατεῖ στήν ἀγορά, εἰσέρχεται -ἀλλίμονο- καί μέσα στήν Ἐκκλησία». Αὐτό εἶναι πού μᾶς ἀφορᾶ περισσότερο ἴσως. «Αὐτή ἐπαινεῖται καί θαυμάζεται. Θεωρεῖται μεγάλη προκοπή καί μεγάλο ἔργο. Κι ὅμως δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὑπόκρισις. Καί ὁ πολιτικός τίποτα ἄλλο, παρά ὑποκριτής. Καί τά μέν πράγματα εἶναι τά ἴδια, τά ὀνόματα εἶναι διαφορετικά. Γιατί τί ἄλλο εἶναι ὁ πολιτικός, παρά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλο στό στόμα καί ἄλλο στήν καρδιά; Ἔρχεσαι σέ καιρό ἀνάγκης στόν πολιτικό, παρακαλώντας τον καί λέγοντας: ‘Εὐγενέστατε κύριέ μου, ἐπιστάτησόν με (πρόσεξέ με, βοήθησέ με) διά ἀγάπην Θεοῦ, στήν ἀνάγκη μου βοήθησέ με παρακαλῶ σ’ αὐτόν μου τόν κίνδυνο’. ‘Ναί’, ἀποκρίνεται ἐκεῖνος, ‘μετά χαρᾶς’. Καί λόγια γλυκά καί ὑποσχέσεις μεγάλες. Καί σύ ἀναχωρεῖς ἥσυχος καί ἀναπαύεσαι ἀμερίμνως». Χωρίς φροντίδα. «Ἐλπίζοντας ὅτι αὐτός κατά τά λόγια καί τίς ὑποσχέσεις του φροντίζει γιά τήν καλή ἔκβαση τῆς ὑπόθεσής σου. Κι αὐτός μέν οὐδεμία, οὔτε τήν παραμικρή φροντίδα δέν ἀναλαμβάνει γι’ αὐτά. Καί ἡ ὑπόθεσή σου χειροτερεύει καί σύ τρυγᾶς τούς καρπούς τῆς βλάβης. Ἐάν ὅταν ἦρθες παρακαλώντας τον, σοῦ ἔλεγε τήν ἀλήθεια, δηλαδή τό ‘δέν θέλω’ ἤ ‘δέν μπορῶ νά ἐκπληρώσω τό ζήτημά σου’, ἐσύ τότε θά φρόντιζες καί θά ἔτρεχες ἀλλοῦ καί θά εἶχες μετέλθει κάθε τρόπο καί τουλάχιστον, ἄν δέν ξέφευγες ὅλη τή δυσκολία, ἕνα μέρος τῆς ζημιᾶς θά τό ξέφευγες. Ἐπειδή ὅμως αὐτός μέ τίς πολιτικές του», μέ τά λόγια του τά πολιτικά, «σέ ἀποκοίμισε καί κατά κάποιο τρόπο σοῦ ἔδεσε τά χέρια, ἔπαθες τόσο μεγάλη βλάβη. Αὐτό λοιπόν διδάσκει ἡ πολιτική τέχνη: τό ναί στό στόμα καί τό ὄχι στήν καρδιά ἤ τό ἀνάποδο. Αὐτό κάνει ὁ πολιτικός ἄνθρωπος τό ναί διά τοῦ λόγου, τό οὔ διά τοῦ ἔργου ἤ τό ἀντίθετο. Τί εἶναι αὐτό ἄν δέν εἶναι ὑπόκρισις γυμνή καί ψεῦδος καί ἀπάτη καί βλάβη τοῦ πλησίον»;

Αὐτό δέν ἰσχύει μόνο γιά τούς πολιτικούς πού ξέρουμε καί τούς βλέπουμε στήν τηλεόραση, ἀλλά νά τό πάρουμε εὐρύτερα. Μιά ἐπιχείρηση λέει ‘ἔχω τήν πολιτική μου’. Ὁ σύζυγος γιά τή σύζυγο ‘ἔχω τήν πολιτική μου’ ἤ ἡ σύζυγος γιά τόν σύζυγο. Ἡ πολιτική εἶναι μιά μεγάλη ὑπόκριση. Εἶναι ἁμάρτημα ἄλλα νά λές καί ἄλλα νά ‘χεις στόν νοῦ σου.

«Συναντᾶς τόν πολιτικό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι κρυφός ἐχθρός σου. Αὐτός ἔχει τό μέλι στό στόμα καί τό φαρμάκι στήν καρδιά. Σέ χαιρετίζει εὐθύς ὡς ἀγαπημένος». Λές καί βλέπει τόν πιό ἀγαπημένο του φίλο. «Σέ γλυκοφιλεῖ, σοῦ λέει λόγια ὡραῖα, ἁπαλά ὑπέρ τό ἔλαιον», τό λάδι. Ὅπως τό λέει στό Ψαλτήρι ‘ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτοῦ ὑπέρ ἔλαιον’ (Ψαλμ. 54,22). Τά λόγια του εἶναι ἀκόμα πιό ἁπαλά κι ἀπό τό λάδι. «Ἀλλά αὐτά τά λόγια οὐσιαστικά εἶναι μαχαιρίδια πού σέ πληγώνουν. Οἱ δέ ‘εἰσι βολίδες’(Ψαλμ. 54,22)». Τά λόγια αὐτά οὐσιαστικά εἶναι μαχαιριές. Γιατί, ἄν πλανηθεῖς καί θεωρήσεις ὅτι αὐτός εἶναι φίλος σου καί τόν ἐμπιστευτεῖς καί τοῦ πεῖς τό μυστικό σου καί τήν ὑπόθεσή σου, ἐκεῖνος τότε σέ ἐξαφανίζει. Αὐτό εἶναι λοιπόν αὐτό πού σήμερα καλοῦμε ‘πολιτική’ καί στήν οὐσία τέχνη διαβολική. Εἶναι δόλος καί ὑποκρισία καί προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο ὑποκριτικό νά παραπλανήσει τόν πλησίον».

«Εἶναι τέχνη διαβολική γιατί ὁ πρῶτος πού τή βρῆκε», προσέξτε δέν εἶναι ἄνθρωπος, «εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ντύθηκε τό σχῆμα τοῦ ὄφεως», τοῦ φιδιοῦ, «ὅπως οἱ πολιτικοί ντύνονται τό σχῆμα τοῦ προστάτου καί τοῦ φίλου». Στό πανεπιστήμιο τούς λέγαμε ‘φοιτητοπατέρες’. Τό παίζουν ‘πατέρες, ἀλλά δέν εἶναι. «Καί αὐτός πρῶτος, ἀντί τοῦ ναί, ‘θανάτω ἀποθανεῖσθε’ (Γεν. 2,17), ὅπως εἶπε ὁ Θεός, εἶπε τό οὔ». ‘Τί σᾶς εἶπε ὁ Θεός ὅτι θά πεθάνετε ἄν θά φᾶτε ἀπό αὐτό τό δέντρο; Ὄχι’. «‘Οὔ θανάτω ἀποθανεῖσθε’». ‘Δέν θά πεθάνετε. Μήν ἀκοῦτε τί σᾶς λέει ὁ Θεός’. Αὐτός πρῶτος ἐψεύσθη καί ἐξαπάτησε καί ἔβλαψε τό ἀνθρώπινο γένος, καθώς καί οἱ σήμερον πολιτικοί λέγοντες ἀντί τοῦ ναί τό οὔ». Καί ἀντί τοῦ οὔ, τό ναί. «Ψεύδονται καί ἐξαπατοῦν καί βλάπτουν καί καθ’ ἕκαστον ἀνά μέρος καί κοινῶς πόλεις καί χώρας καί λαούς».

Ἐπαναλαμβάνω μήν τό πάρουμε μονομερῶς, νά τό βάλουμε καί σέ μᾶς. Γιατί ὁ καθένας μας δυστυχῶς ἔχει ἐπηρεαστεῖ ἀπό αὐτή τήν ὑποκρισία, γι’ αὐτό καί τό καημένο τό παιδί, πού διαβάσαμε τήν ἐπιστολή του προηγουμένως, ἔλεγε ὅτι ζῶ σ’ ἕνα κόσμο, πού ἄλλο ζεῖ μέσα του καί ἄλλο δείχνει. Φοράει μιά μάσκα εὐτυχίας καί μέσα του φυσικά ἔχει ἕνα ἀπέραντο κενό, ὅπως εἶχε καί τό ἴδιο τό παιδί καί τό ὁμολογοῦσε. Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν τήν εἰλικρίνεια νά φανερώσουν τό κενό τους καί καταστρέφονται οἱ ἴδιοι καί καταστρέφουν καί τούς γύρω τους.

Γιατί αὐτό τό μοντέλο τοῦ ‘καθώς πρέπει’, τό περνᾶνε καί στούς ἄλλους, σχεδόν μέ τή βία. Ἄν δέν τό ἔχεις καί σύ υἱοθετήσει τό μοντέλο, εἶσαι κοινωνικά ἀπροσάρμοστος. Πρέπει νά πᾶς σέ ψυχίατρο.

Ἤ ἅμα ἀρχίσεις νά πηγαίνεις λίγο στήν Ἐκκλησία, ὅπου ἀρχίζεις νά βρίσκεις λίγη παρηγοριά, θά σοῦ ποῦνε μήπως κάτι δέν πάει καλά μέ τό μυαλό σου. Μήπως τρελάθηκες.

«Αὐτή τήν τέχνη δίδαξε πρῶτος ὁ παμπόνηρος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ διαβολική ὑπόκριση ἔσβησε τήν ἀρετή, πού εἶναι τόσο ἀναγκαία γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί γιά τή σύσταση τοῦ κοσμικοῦ πολιτεύματος. Ἔσβησε τήν ἀγάπη καί ἄναψε τήν ὑποψία καί τήν ἀμφιβολία, ἀπό τά ὁποῖα βλάστησαν στόν κόσμο ὅλα τά κακά».

Ξέρετε τί εἶπε κάποιος; ‘Οὔτε τήν γυναίκα μου δέν ἐμπιστεύομαι’. Ἀκοῦτε ὁμολογία; Τί ζωή κάνεις μετά; Ἄν ἀμφιβάλλεις γιά τήν γυναίκα σου ἤ ἡ γυναίκα γιά τόν ἄνδρα. Ποιόν νά ἐμπιστευτεῖς μετά; Αὐτό τό κακό ἔχει κάνει ἡ ὑποκρισία. Νά μήν ἐμπιστεύεται κανένας κανέναν. Ὅλοι νά ὑποψιάζονται ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Μήπως πίσω ἀπό τό χαμόγελο καί τήν καλημέρα κρύβεται κάτι κακό.

«Ὁ δεσπότης, ὁ κύριος διστάζει γιά τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ δούλου του. Ὁ δοῦλος γιά τήν προστασία, τήν ὁποία ὑπόσχεται σ’ αὐτόν ὁ δεσπότης του. Οἱ φίλοι ἀμφιβάλλουν γιά τή φαινομενική φιλία τῶν φίλων. Ὁ ἀδελφός δέν ἐμπιστεύεται τόν ἀδελφό. Ὁ πατέρας ὑποπτεύεται τόν γιό καί ὁ γιός τόν πατέρα. Ὁ ἄνδρας φοβᾶται γιά τήν τιμή, τήν ὁποία ὑπόσχεται ἡ γυναίκα του σ’ αὐτόν. Ἡ γυνή ἀμφιβάλλει γιά τή σωφροσύνη τοῦ ἄνδρα της. Καί ὅπου κυριεύει ἡ ὑποψία καί ἡ ἀμφιβολία καί ὁ φόβος, ἐκεῖ φυγαδεύεται ἡ ἀγάπη».

Τί ἀγάπη νά ὑπάρχει μετά στήν οἰκογένεια, σέ μιά ὁμάδα, στήν ἐνορία, σ’ ἕνα κοινωνικό σύνολο; Ἔχει καταστραφεῖ ἡ ἀγάπη ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ὑποψία, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ὑποκρισία. Δυστυχῶς, αὐτό τό ἄκουσα ἀπό Δεσπότη, -συγχωρέστε με Πατέρες- λέει: ‘Ἔχω φρίξει μέ τήν ὑποκρισία τῶν ἱερέων’. Γιά νά μή λέμε μόνο τοῦ κόσμου. Νά ποῦμε καί τά δικά μας. Μέ συγχωρεῖτε. Θέλει πολύ προσοχή αὐτό τό θέμα, αὐτή ἡ ὑποκρισία. Ἔχει μπεῖ μέσα στό μεδούλι μας καί μᾶς ἔχει διαβρώσει. Ἄλλο εἴμαστε καί ἄλλο φαινόμαστε.

«Ἐπειδή τό ναί δέν εἶναι ναί, ἀλλά ὄχι. Καί τό ὄχι δέν εἶναι ὄχι, ἀλλά ναί. Ἐπειδή καί ἡ ἀπό στόματος ὁμολογία καί ἡ ἔγγραφη καί ἡ ἔνορκη ἀκόμα ὑπόσχεση, οὔτε ὁμολογία εἶναι, οὔτε ὑπόσχεση, ἀλλά σχηματισμοί καί πλάσματα». Σοῦ λέει ‘δέν σέ πιστεύω, ὁρκίσου’. Ὁρκίζεται καί ὁρκίζεται ψέματα. «Έπειδή ἔχεις χρεία φιλονικίας καί μάχης καί κριτηρίων γιά νά ἀποδείξεις τό ναί ναί καί τό ὄχι ὄχι». Πρέπει νά γίνει ὁλόκληρη φασαρία γιά νά καταλάβεις -κι ἄν τό καταλάβεις πάλι- ὅτι εἶναι ὄντως ναί τό ναί καί δέν εἶναι ὄχι.

«Ἐπειδή ὑποπτευόμαστε ὅτι τό ναί δέν εἶναι ναί καί τό ὄχι δέν εἶναι ὄχι, τότε πῶς μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀγάπη μεταξύ μας; Πῶς μπορεῖ νά ὑπάρχει ὁμόνοια στή συζυγία; Πῶς μπορεῖ νά ὑπάρχει εἰρήνη μεταξύ τῶν συγγενῶν; Πῶς μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀλήθεια στά δικαστήρια»;

Πρόσφατα τό ἔμαθα, δέν τό ἤξερα. Ἔξω ἀπό τά δικαστήρια ὑπάρχει καί μιά ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι περιμένουν νά πληρωθοῦν καί νά πᾶνε νά ψευδομαρτυρήσουν. Τό ξέρετε αὐτό; Ὑπάρχουν καί αὐτοί! Ἐπάγγελμα! Ἔχεις ἔτοιμο ψευδομάρτυρα, ἄν θέλεις. Τραγικό. Ἀλλά δείχνει πόσο βασιλεύει ἡ ὑποκρισία κι ὁ ἄλλος δέν τό ‘χει σέ τίποτα νά βάλει καί τό χέρι του στό Εὐαγγέλιο καί νά πεῖ ψέματα.

«Ποιά ἕνωση μπορεῖ νά ὑπάρχει στούς ἀνθρώπους; Ποῦ ὑπάρχει ἡ μία καρδιά; Ποῦ ὑπάρχει ἡ μία ψυχή καί γνώμη; Ποῦ ὑπάρχει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου καί τῆς ψυχῆς; Ὁ ἕνας ὑποπτεύεται τόν ἄλλον. Ὁ ἕνας παραπλανάει τόν ἄλλον. Καί ὁ καθένας σπουδάζει μέ τήν περισσότερη ὑποκρισία νά ἐξαπατήσει τούς ἄλλους». Ὁ πιό ὑποκριτής ἀπό τούς ὑποκριτές προσπαθεῖ νά κυριαρχήσει.

«Ἀλλα πῶς θά ζήσουμε λέτε σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἐάν δέ χρησιμοποιήσουμε τήν πολιτική; Οὔτε θά μπορέσουμε νά διοικήσουμε, οὔτε νά κάνουμε ἐμπόριο, οὔτε νά πετύχουμε στό σπίτι μας, οὔτε κανένα ἄλλο ἔργο πάει καλά», ἅμα δέν χρησιμοποιήσουμε τήν ὑποκρισία. «Ἐσεῖς πού τά λέτε αὐτά νομίζετε ὅτι ὁ φιλανθρωπότατος Θεός γι’ αὐτό ἐνομοθέτησε καί εἶπε: ‘ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ’ (Ματθ. 5,37). Τό νομοθέτησε αὐτό γιά νά μᾶς βλάψει καί νά μᾶς κάνει δυστυχεῖς καί ἄθλιους»;

Τέτοιος εἶναι ὁ Θεός; Γιατί ὅταν λές ἐσύ ὅτι δέν γίνεται νά ζήσεις ἄν δέν εἶσαι ὑποκριτής, τί κάνεις; Λές ὅτι ὁ Θεός εἶναι κακός. Γιατί μᾶς ἔδωσε ἀκριβῶς τήν ἀντίθετη ἐντολή, νά λές αὐτό πού ἔχεις καί στήν καρδιά σου. Ἔτσι βλασφημεῖς τόν Θεό, ὅταν λές ὅτι ἄν τηρήσω τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, θά ἀποτύχω. Ἔτσι δέν εἶναι; Λές ὅτι ὁ Θεός δέν μᾶς ἀγαπάει.

«Ἀλλοίμονο τῆς παραλογίας καί τῆς βλασφημίας! Φεῦ! Μεγάλη ἀληθινά ἡ σκοτομήνη τοῦ ἀνθρώπου». Ὁ σκοτισμός τοῦ ἀνθρώπου. Νά λέει τίς ἐντολές τοῦ Ζωοδότου ὅτι εἶναι καταστροφικές. Ἀκοῦς καί σήμερα ἀνθρώπους νά λένε ‘δέν γίνεται σήμερα τό Εὐαγγέλιο, δέ μπορεῖς νά ζήσεις μέ τό Εὐαγγέλιο, δέν πᾶς μπροστά μέ τό Εὐαγγέλιο’. Δέν πᾶς μπροστά, πᾶς ψηλά! Πᾶς στόν Θεό μέ τό Εὐαγγέλιο καί μέ τόν Σταυρό. Αὐτό εἶναι τό ζητούμενο. Γιατί ἡ ζωή μας ἀδελφοί μου τελειώνει. Πολύ γρήγορα θά φύγουμε καί θά βρεθοῦμε μπροστά στό Κριτήριο. Καί τό Κριτήριο θά ἔχει τούς νόμους τοῦ Θεοῦ ὡς ἄρθρα, μέ τά ὁποῖα θά κριθοῦμε.

«Ἐσεῖς πού τά λέτε αὐτά φυσικά οὔτε στόν Θεό πιστεύετε, οὔτε ἀκόμα καί στίς αἰσθήσεις σας δέν πείθεσθε. Ἐσεῖς πού τά λέτε αὐτά καί βλέπετε καί ἀκοῦτε καί ψηλαφᾶτε, γιά νά πῶ ἔτσι, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου τό ναί εἶναι ναί καί τό ὄχι ὄχι, ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού ποτέ δέ λέει ψέματα, οὔτε ἐξαπατᾶ, οὔτε δολιεύεται, οὔτε βλάπτει τόν πλησίον, ἀλλά λαλεῖ πάντοτε τήν ἀλήθεια, μισεῖ τήν ἀπάτη, φεύγει τόν δόλο, ὠφελεῖ ὅσο μπορεῖ τόν καθένα καί ἰδιαιτέρως καί ὅλη τήν κοινότητα, ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο τιμᾶ καί ἐπαινεῖ καί εὐλαβεῖται καί ἐμπιστεύεται ὅλος ὁ κόσμος, ἑκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ὁ τίμιος καί σεβάσμιος καί ἐπαινετός καί ἀγαπημένος ἀπ’ ὅλο τόν κόσμο, ἐκεῖνος καί διοικεῖ ἐκείνους πού εἶναι κάτω ἀπ’ αὐτόν ἄριστα καί προκόβει καί κατευθύνει ὅλα τά ἔργα του στό ἀγαθό».

Αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐσύ τόν ἀπαξιώνεις. Ἀλλά στήν πράξη ἀκριβῶς αὐτό συμβαίνει. Ἐκεῖνοι πού προοδεύουν εἶναι αὐτοί πού ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ τελικά. Οἱ ὑποκριτές καί οἱ ψεῦτες μέχρι ἕνα σημεῖο θά πᾶνε καί μετά θά χαθοῦν ὅλα. ‘Εἶδα τόν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον ὡς τάς κέδρους τοῦ Λιβάνου (Ψαλμ. 36,35) καί μετά πέφτει, συντρίβεται. Ἐνῶ ὁ ταπεινός, πού φοβᾶται τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τηρεῖ τά προστάγματα τοῦ Θεοῦ, εὐδοκιμεῖ.

- Τί εἶναι λοιπόν ἡ ὑποκρισία;

Λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Ὑποκρισία εἶναι ἄλλο νά ἔχεις στό μυαλό σου καί ἄλλο νά κάνεις». Καταπληκτικός ὁρισμός. Ἁπλά πράγματα. Αὐτό εἶναι ὑποκρισία: ἄλλα ἔχεις στό μυαλό σου καί ἄλλα κάνεις.

«Ὑποκρισία» ἐπίσης λέει ὁ ἅγιος Νεκτάριος «εἶναι κλοπή ὑπόληψης». Κλέβεις ὑπόληψη ἀπό τούς ἄλλους πού δέ σοῦ ἀνήκει. Δέν εἶσαι τόσο καλός, ὅσο φαίνεσαι. «Εἶναι κακία μέ τό σχῆμα ἀρετῆς, ὥστε ἄν ἡ ἀλήθεια εἶναι κάτι τό θεῖον, αὐτός πού δέν τήν ἔχει καί ἄλλος εἶναι ἐνῶ ἄλλος δείχνει (ὅτι εἶναι), εἶναι ὑποκριτής καί προφανῶς ἐχθρός τοῦ Θεοῦ». Γιατί ἀντιστρατεύεται στήν ἀλήθεια. Οὐσιαστικά ἀντιστρατεύεται στόν Χριστό. Γιατί ἡ Ἀλήθεια δέν εἶναι πράγμα, οὔτε ἰδέα, εἶναι ἕνα πρόσωπο, «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια» (Ἰωαν. 14,6). Ὅταν δέ λές τήν ἀλήθεια, ἀντιστρατεύεσαι στήν Ἀλήθεια, στόν Χριστό. Γίνεσαι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε πόσο βαρύ πράγμα εἶναι τό ψέμα καί ἡ ὑποκρισία;

Λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τούς ὑποκριτές: «Ἀπό τήν εὐλάβεια περιμένεις τή δόξα; Ἄν πράγματι εἶσαι εὐλαβής καί δέ σκέπτεσαι πονηρά ἀπό μέσα σου, νά χαίρεσαι ὄχι γιατί φαίνεσαι εὐλαβής, ἀλλά γιατί εἶσαι. Ἄν πράγματι δέν ἐπιθυμεῖς τή δόξα τῶν πολλῶν, φρόντισε νά καταλάβεις πώς δέ θά μᾶς κρίνουν αὐτοί κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἀλλά Αὐτός, ὀ ὁποῖος μέ ἀκρίβεια γνωρίζει αὐτά πού τώρα δέ φαίνονται». Μπορεῖ τούς ἀνθρώπους νά τούς ξεγελάσεις μέ τήν ὑποκρισία σου. Τόν Θεό δέ μπορεῖς νά Τόν ξεγελάσεις ποτέ. Ὁ Θεός θά εἶναι ὁ Κριτής σου, ὄχι οἱ ἄνθρωποι.

«Ἄν συνειδητοποιεῖς τά ἁμαρτήματά σου, ἀλλά παρουσιάζεσαι στούς ἄλλους καθαρός, ὄχι μόνο δέν πρέπει νά χαίρεσαι, ἀλλά νά πονᾶς καί νά στενάζεις πικρά σκεπτόμενος συνεχῶς τήν ἡμέρα στήν ὁποία ὅλα θά ἀποκαλυφθοῦν». Γι’ αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν ἤθελαν τίς τιμές. Ὁ κόσμος τούς τιμοῦσε, ἦταν ἅγιοι, προσπαθοῦσαν, ἀλλά δέν ἤθελαν τήν τιμή, γιατί εἶχαν ταπεινό φρόνημα. Ἤξεραν πολύ καλά τόν ἑαυτό τους, ὅτι ἄν φύγει ἡ Χάρις, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος, θά μέ δεῖτε ἐμένα πού μέ λέτε ἅγιο, νά τρέχω στά καταγώγια. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς φυλάει. Βεβαίως καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά προσέχει, δέν ἀφηνόμαστε ‘μαγικά’ στή Χάρη, ἀλλά δέν εἶναι δικό μας τό κατόρθωμα. Δικά μας εἶναι μόνο τά ἁμαρτήματα.

«Ἀπολαμβάνεις τιμή;» λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. «Νά τήν ἀποκρούεις». Μήν τή δέχεσαι τήν τιμή. «Γνωρίζοντας ὅτι αὐτή ἡ τιμή σέ καθιστᾶ ὀφειλέτη». Καί νά χαίρεσαι γι’ αὐτό, πού δέ δέχεσαι τήν τιμή. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι τούς λές κάτι κολακευτικό -ὑπάρχουν πολλοί κόλακες- καί λένε ‘εὐχαριστῶ πολύ’. Τό δέχονται. Αὐτό εἶναι μεγάλη ζημιά. Ἡ τιμή ἀνήκει μόνο στόν Χριστό. “Ὅτι σοι πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις…”. Πᾶσα δόξα, ὄλη ἡ δόξα ἀνήκει στόν Θεό.

- Ποιός εἶσαι ἐσύ πού θά κλέψεις τή δόξα τοῦ Θεοῦ;

Λέει καί ὁ Μέγας Βασίλειος γιά τόν ὑποκριτή: «Ὁ ὑποκριτής κρατάει τό μίσος στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἐπιδεικνύοντας ἐπιφανειακή ἀγάπη κατά τόν ἴδιο τρόπο πού γίνεται μέ τούς ὑφάλους, οἱ ὁποῖοι καλύπτονται μέ λίγο νερό, ἀλλά γίνονται ἀπρόοπτο δυστύχημα γι’ αὐτούς πού δέ φυλάγονται». Ξέρετε ὁ ὕφαλος εἶναι βράχος μέσα στή θάλασσα πού φαίνεται πολύ λίγο. «Ἡ ὑποκρισία εἶναι καρπός τοῦ φθόνου καί ἀπό αὐτήν προκύπτουν ὅλα τά κακά».

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέει: «Θέλει νά καλεῖται ἅγιος καί νά προσκυνᾶται ἀπό ὅλους ὡς εὐλαβής», ὁ ὑποκριτής. Βλέπεις τήν ἐξωτερική του παρουσία καί νομίζεις ὅτι κάνει τά πάντα κατά Θεόν, ἀλλά ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη ζήλεια, δόλο καί κάθε εἴδους κακό».

Καί ὁ ἅγιος Νεῖλος: «Χρησιμοποιεῖ ὁ ὑποκριτής τήν κατσουφιά σάν παραπέτασμα, πού μπορεῖ νά κρύβει τήν ἐνυπάρχουσα θρασύτητα. Ἐνῶ εἶναι θρασύς μέσα του, ἀλαζόνας, ὑπερήφανος, ἀδίστακτος, ἐμφανίζεται μέ σχῆμα ταπεινό». ‘Ἀφανίζετε τά πρόσωπά σας’ λέει ὁ Χριστός μας στούς Φαρισαίους ‘γιά νά δείξετε στόν κόσμο ὅτι νηστεύετε’ (Ματθ. 6,16) καί δέ μπορεῖτε νά πάρετε τά πόδια σας ἀπ’ τή νηστεία τάχατες, ‘ἀλλά μέσα σας εἶστε γεμάτοι βρωμιά’. «Καί τά αἴσχη τῆς ψυχῆς του ὁ ὑποκριτής τά ἐπικαλύπτει μέ ξένα ἐνδύματα».

Καί ὁ Ἰώβ λέει: «Διδάσκει μέ τό στόμα καί τιμᾶ μέ τά χείλη, ἀλλά ἡ καρδιά ἀπέχει μακριά. Μάταια διδάσκει διδασκαλίες ὠφέλιμες σέ ἄλλους. Τούς ξεγελάει ὅλους μέ πρόσχημα σεμνότητας.

Καί ἄλλος σοφός λέγει: «Κατά μέν τή φωνή καί τό πρόσωπο θεωρεῖται ἀρνί, τό δέ ἐσωτερικό του σέ τίποτα δέ διαφέρει ἀπό τόν δράκο». ‘Προβατόσχημος λύκος’, τήν ἔχουμε ἀκούσει τήν ἔκφραση. «Ὁ ὑποκριτής εἶναι ὁ πιό ἄδικος ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιατί τό νά νομίζει κανείς ὅτι εἶναι δίκαιος καί νά μήν εἶναι, θεωρεῖται ἐσχάτη ἀδικία».

Νά ποῦμε κι ἕνα περιστατικό λίγο νά ξεκουραστοῦμε. Νά δεῖτε ὅτι ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα θέατρο. Κάποιος μοναχός ἀπό τή Θηβαΐδα εἶχε λάβει ἀπό τό Θεό τό χάρισμα τῆς διακονίας καί τῆς ἀγάπης καί μάλιστα νά μπορεῖ νά δίνει στόν καθένα, πού τοῦ ζητοῦσε βοήθεια, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες του. Κάποτε λοιπόν ἔδινε ἐλεημοσύνες σέ μιά κωμόπολη, μέ τό χάρισμα πού εἶχε, δηλαδή ἔβαζε τό χέρι στό σακούλι καί ὅσα ἔπιανε τά ἔδινε. Ἦταν ἀκριβῶς ὅσα χρειαζόταν ἐκεῖνος πού τόν παρακαλοῦσε γιά βοήθεια. Τόν πλησίασε λοιπόν ζητώντας ἐλεημοσύνη, αὐτόν τόν χαρισματούχο, μιά γυναίκα ντυμένη παλιόρουχα, ρακένδυτη. Βλέποντάς την ἐκεῖνος νά φοράει παλιά, ἔβαλε τό χέρι του στό σακούλι νά τῆς δώσει πολλά. Ὅμως τό χέρι του μαζεύτηκε καί ἔβγαλε λίγα. Δέν τόν ἄφησε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά δώσει πολλά.

Ἔπειτα ἦρθε μιά ἄλλη καλοντυμένη καί βλέποντας τό ντύσιμό της, ἔβαλε τό χέρι νά τῆς δώσει λίγα. Σκέφτηκε αὐτή, μέ ὡραῖα ροῦχα δέ θά ἔχει πολύ ἀνάγκη. Ἀλλά αὐτό ἁπλώθηκε καί ἔβγαλε πολλά. Ρώτησε τότε καί γιά τίς δύο καί ἔμαθε ὅτι ἡ καλοντυμένη ἦταν ἀπό πλούσια οἰκογένεια πού φτώχυνε καί ἔβαλε τά ροῦχα αὐτά ἀπό ὑπόληψη. Φόρεσε ὅ,τι τῆς εἶχε μείνει. Ἐνῶ ἡ ἄλλη ἔβαλε παλιά, γιά νά πάρει περισσότερα. Ἦταν ὑποκρίτρια, εἶχε χρήματα.

«Ὑποκριτής», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «εἶναι ἐκεῖνος πού ὑποκρίνεται ξένο πρόσωπο στό θέατρο». Ὁ ὅρος ὑποκριτής στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα σημαίνει θεατρίνος. «Ἐνῶ εἶναι δοῦλος» καί στά ἀρχαῖα χρόνια ὑπῆρχαν δοῦλοι, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «πολλές φορές ὑποδύεται τό πρόσωπο τοῦ κυρίου». Γίνεται ἀφέντης. «Καί ἐνῶ εἶναι κοινός πολίτης, ὑποδύεται τό πρόσωπο τοῦ βασιλιά». Πῶς; Ἀλλάζοντας μάσκες. Στό ἀρχαῖο θέατρο ἕνας ἠθοποιός ἔπαιζε πολλούς ρόλους, ἀλλάζοντας προσωπεῖα, μάσκες. Αὐτό γίνεται καί σήμερα. Οἱ ἄνθρωποι ἁπλῶς ἀλλάζουν μάσκες.

«Ἔτσι καί ἡ ζωή αὐτή. Οἱ πιό πολλοί παίζουν θέατρο. Σάν νά παίζουν στή σκηνή τῆς δικῆς τους ζωῆς ἔχοντας ἄλλα στήν καρδιά καί ἐπιδεικνύοντας ἄλλα φανερά στούς ἀνθρώπους. Ἡ ὑποκρισία εἶναι ψέμα».

Κοιτᾶξτε τί λέει ἕνας σπουδαῖος Πατέρας ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: «Ὑπάρχουν τρεῖς διαφορές ψεύδους». Τρεῖς καταστάσεις ψεύδους. «Ὑπάρχει αὐτός πού ψεύδεται κατά διάνοια». Στό μυαλό του λέει ψέματα. «Ὑπάρχει αὐτός πού λέει ψέματα μέ τά λόγια καί ὑπάρχει κι αὐτός πού λέει ψέματα μέ ὅλη του τή ζωή».

Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νά ψεύδεται κανείς κατά διάνοια». Τί σημαίνει αὐτό; Νά ἔχει μέσα του ὑπόνοιες, ὑποψίες. Ἡ γυναίκα γιά τόν ἄνδρα, ὑποψίες.. Ξέρετε τί βάσανο εἶναι αὐτό; Εἶναι ἁμάρτημα αὐτό. Εἶναι ψέμα. Ἀλλά τό λές μέσα σου καί λές ‘δέ λέω ψέματα’. Λές ψέματα κατά διάνοια. «Αὐτός πού ἔχει καχυποψίες, ἄν δεῖ κάποιον νά ὁμιλεῖ μέ ἕναν ἄλλο, ὑποπτεύεται πώς μιλοῦν γι’ αὐτόν». Ἐκεῖ νά δεῖτε βάσανο! «Ἄν διακόψουν τήν ὁμιλία, ὑποψιάζεται πώς διέκοψαν γι’ αὐτόν». Ὅτι τάχα τόν εἶδαν καί μαζεύτηκαν. «Ἡ καχυποψία, πού εἶναι μία μορφή ψεύδους, τόν κάνει νά μή λέγει τίποτε τό ἀληθινό, ἀλλά νά κατασκευάζει ὅλο ὑποθέσεις». Ὁλόκληρος συρφετός λογισμῶν. Πλῆθος λογισμῶν. «Τά ἀποτελέσματα τῆς περιπτώσεως αὐτῆς εἶναι περιέργειες, κρυφακούσματα, καταλαλιές, κατακρίσεις καί μαλώματα». Καί φυσικά ἀπουσία ἀγάπης. Δέ μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀγάπη καί οἰκογένεια ὅταν ὑπάρχει αὐτό τό κατά διάνοια ψέμα.

«Ὁ δεύτερος τρόπος εἶναι νά ψευδόμαστε μέ τόν λόγο. Ἕνας πού εἶναι ψεύτης στά λόγια, προσπαθεῖ νά δικαιολογήσει τίς ἁμαρτίες του, τά πάθη του ἤ προσπαθεῖ νά ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του μέ ψέματα. Τροποποιεῖ τίς εἰς βάρος του κατηγορίες μέ ψέματα. Λέγει ψέματα γιά νά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες του. Ψεύδεται γιά νά ἐντυπωσιάσει, νά ἀποφύγει πολλές καταστάσεις ἤ γιά νά κερδίσει χρήματα καί ἀγαθά. Αὐτός πού λέει ψέματα στά λόγια του, φτάνει στό σημεῖο νά μήν τόν πιστεύουν οἱ ἄλλοι, ἔστω καί ἄν λέγει ἀλήθεια». Στό σχολεῖο τό εἴχαμε μάθει αὐτό στό παραμύθι μέ τό βοσκό πού κορόιδευε τούς χωριανούς του καί ἔλεγε ‘ἐλᾶτε βοηθῆστε, λύκος’ καί ὅταν πῆγε πράγματι ὁ λύκος, δέν πῆγε κανένας. Ἔτσι τήν παθαίνει ὁ ψεῦτης. Εἶναι ἀναξιόπιστος.

«Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ὅταν ψεύδεται κάποιος μέ ὅλη του τή ζωή. Ἄλλη εἶναι ἡ πραγματική ζωή πού κάνει καί ἄλλη δείχνει νά κάνει. Εἶναι ἄσωτος, ἀλλά ἐμφανίζεται ἐγκρατής. Εἶναι πλεονέκτης καί ἐμφανίζεται ἐλεήμονας καί μιλᾶ μέ θέρμη γιά τήν ἐλεημοσύνη. Εἶναι ὑπερήφανος καί θαυμάζει τήν ταπεινοφροσύνη. Προβάλλει τήν ἀρετή ἤ γιά νά σκεπάσει τόν ἑαυτό του ἤ γιά νά τόν θαυμάζουν οἱ ἄλλοι. ‘Οὗτος οὐκ ἔστιν ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλά διπλοῦς’». Διπλός ἄνθρωπος καί θά τολμούσαμε νά ποῦμε καί πολλαπλός. «Εἶναι διπλοπρόσωπος» καί πολλαπλοπρόσωπος. «Ἡ κατάσταση τῆς ὑποκρισίας συνδέεται στενά μέ τό ψεῦδος, καί μάλιστα μερικές φορές ἡ ὑποκρισία καί τό ψεῦδος ταυτίζονται». Εἶναι τό ἴδιο πράγμα.

Εἶναι ἑπομένως ἡ ὑποκρισία ἕνα θέατρο καί ὁ ὑποκριτής ἕνας θεατρίνος. Εἶναι ἐπιτήδευση τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς. Ἡ ἀνυπαρξία ἐσωτερικῆς ζωῆς καί πραγματικῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία ὅμως ἐκδηλώνεται ἐξωτερικά ὡς ὑπάρχουσα, ἐνῶ δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή. Εἶναι ἕνα θέατρο χειρίστης μορφῆς. Οἱ ὑποκριτές ὅ,τι κάνουν, τό κάνουν, ὅπως λέει ὁ Κύριος «ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. 6,5). Εἶναι προσποίηση τῆς φιλίας. Κεκαλυμμένο μίσος σέ σχῆμα φιλίας. Θυμηθεῖτε τόν Ἰούδα..

Ἔχθρα, πού ἐκδηλώνεται ὡς εὔνοια. Ἐνῶ κάποιος σέ ἐχθρεύεται, σέ μισεῖ, φέρεται μπροστά σου σάν νά εἶναι ὁ καλύτερός σου φίλος. Μοῦ ἔλεγε κάποιος ὅτι εἶναι τόση ἡ ὑποκρισία στίς μέρες μας, πού μπορεῖ κάποιος νά σέ σκοτώσει καί μετά νά ρθεῖ στήν κηδεία σου καί νά πεῖ τόν πιό δακρύβρεχτο λόγο. Νά βγάλει καί λόγο γιά σένα καί νά κλαίει μέ μαῦρο δάκρυ. Τόση εἶναι ἡ ὑποκρισία!

Ὑποκρισία εἶναι ὁ πλασματικός καί ὄχι ὁ πραγματικός βίος τῆς ἀρετῆς. Ἡ προσποίηση τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀπάτη πού ἔχει τή μορφή ἀλήθειας. Οὐσιαστικά εἶναι ἡ ἁμαρτία πού γιά νά κυκλοφορήσει ντύνεται ὡς ἀρετή. Ὅπως ὁ διάβολος παρουσιάζεται ὡς φιλάνθρωπος. Ἔτσι παρουσιάστηκε στήν Εὔα καί τῆς εἶπε ‘Τί ἀκοῦς τόν Θεό; Τί γιά ὑπακοές μοῦ λές τώρα καί νά περιμένεις... Ἐδῶ καί τώρα. Θά φᾶς αὐτό, πού ὁ Θεός εἶπε νά μή φᾶς, γιατί ὁ Θεός εἶναι ψεύτης’. Βλέπετε αὐτό πού εἶναι ὁ ἴδιος τό λέει γιά τόν ἄλλον. Τό λέει γιά τόν Θεό. ‘Ἄν φᾶτε θά γίνετε σάν κι Αὐτόν. Γι’ αὐτό σᾶς εἶπε ὁ Θεός νά μή φᾶτε’. Βλέπετε ψέμα, βλέπετε συκοφαντία; Βλέπετε ὑποκρισία; Ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι κακός, λέει τόν καλό Θεό, κακό. Αὐτό γίνεται καί στίς μέρες μας. Πόσοι ἄνθρωποι δέ θέλουν νά ἀκούσουν κάν τό ὄνομα Χριστός; Ὅ,τιδήποτε ἄλλο μπορεῖς νά πεῖς, ἐκτός ἀπό τή λέξη Χριστός.

Κάτι ἀκόμα. Ἡ ὑποκρισία εἶναι τό κύριο χαρακτηριστικό ἤ γιά νά τό ποῦμε πιό ἤπια, ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικα τῆς κοσμικῆς ζωῆς. Θά διαβάσουμε πάλι ἕνα γράμμα, τό ὁποῖο γράφτηκε περίπου διακόσια χρόνια πρίν, πρός τόν Ἅγιο Θεοφάνη τόν ἔγκλειστο ἀπό ἕναν νέο. Κοιτᾶξτε τί γράφει αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Γιά τήν ἐποχή του φυσικά, πρίν διακόσια χρόνια.

«Παρατηρῶ στόν περίγυρό μου πῶς καταναγκάζουν καί καταπιέζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Κανένας δέν ἔχει τή δική του βούληση. Κανένας δέν εἶναι ἐλεύθερος. Δέν τολμᾶς νά ντυθεῖς ὅπως θά ‘θελες, νά φερθεῖς ὅπως θά ‘θελες, νά πεῖς ὅ,τι θά ‘θελες». Σήμερα τολμοῦν τά παιδιά νά ντυθοῦν διαφορετικά; Μιά κοπέλα πού δέν φοράει παντελόνι θά τήν κοροϊδεύουν στό σχολεῖο καί ὑποκρίνεται κι αὐτή ὅτι θέλει νά εἶναι μοντέρνα, ἐνῶ στό βάθος μπορεῖ νά θέλει νά εἶναι μέ τόν Χριστό. Ἀλλά ντρέπεται. Ὑπάρχει τέτοια ἐξωτερική πίεση! Ἐδῶ ὅμως εἶναι ὁ ρόλος μας. Ἐδῶ εἶναι πού θά δώσουμε ἐξετάσεις καί θά ἀποδείξουμε ὅτι θέλουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό, ὅ,τι κι ἄν κοστίσει. Κι ἄς εἶσαι σάν τή μύγα μές στό γάλα. Ἐδῶ πρέπει νά ξεχωρίσει ὁ Χριστιανός. Ἀλλοῦ δέν πρέπει νά ξεχωρίζεις. Ὅταν ἔχεις ἀρετή καί ξεχωρίζεις, νά ξεχωρίζεις. Τότε δέν σκανδαλίζεις.

- Πότε σκανδαλίζεις;

Ὅταν γίνεσαι ἕνα μέ τόν κόσμο, μέ τή μάζα, μέ τή μόδα, μ’ αύτό πού ἐπικρατεῖ, τό ὁποῖο εἶναι ἁμαρτία. Τότε καί νά πηγαίνεις στήν Ἐκκλησία, θά ποῦν ‘νά ἕνας ὑποκριτής’. Πάει στήν Ἐκκλησία καί εἶναι σάν καί μᾶς. Γιατί νά πάω στήν Ἐκκλησία; Τά νέα παιδιά αὐτό λένε. ‘Βλέπω καί σένα μπαμπά καί μαμά, δέ φάγαμε ποτέ γλυκό ψωμί, τσακώνεστε ὅλη μέρα. Γιατί νά πάω; Ἐσεῖς πού πηγαίνετε τόσα χρόνια καί ἐξομολογεῖστε καί κοινωνᾶτε, ἀλλάξατε; Ὄχι. Σάν τούς ἄλλους εἶστε’. Ἴσως λίγο πιό βελτιωμένη ἔκδοση.

«Δέν τολμᾶς νά ξεχωρίσεις ἀπ’ τούς ὑπόλοιπους. Ἐπιβάλλεται ἀπό ἕναν ἄγραφο νόμο. Ἕναν νόμο, στόν ὁποῖο ὅλοι ὑποτάσσονται. Ἕναν νόμο, ὡστόσο, πού κανένας δέν ξέρει πῶς καθιερώθηκε, μά οὔτε καί τό πῶς νά τόν ἀποφύγει. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀλληλοβασανίζονται. Νά ποιά εἶναι ἡ ἐλευθερία μας! Ἐξωτερικά ὅλοι φαινόμαστε ἐλεύθεροι ἄνθρωποι. Ἐλεύθεροι, ἐνῶ εἴμαστε δεμένοι χειροπόδαρα». Γιατί βλέπετε κυριαρχεῖ τό πάθος.

- Ποιό εἶναι τό κυρίαρχο πάθος;

Ἡ κενοδοξία. Ἡ ἀνθρωπαρέσκεια πού σέ ὁδηγεῖ στήν ὑποκρισία.

«Μέ ἀφορμή αὐτή τήν παρατήρηση», λέει αὐτός ὁ νέος, «ἄρχισα νά ἐξετάζω συστηματικά ἄν οἱ ἄνθρωποι κάνουν μέ τήν καρδιά τους, ὅλα ὅσα κάνουν. Καί τό ἀποτέλεσμα; Δέν ξέρω ἄν πέφτω ἔξω, ἀλλά τίποτα δέν εἶδα νά γίνεται μέ εἰλικρινή ἐγκαρδιότητα καί αὐθόρμητη διάθεση». Ἁπλῶς ὅλοι εἶναι προγραμματισμένοι καί ἀκολοθοῦν τή μόδα. «Κενές ἁβρότητες, πρόθυμες τάχα ἐξυπηρετήσεις, ἐκφράσεις ἀλληλοθαυμασμοῦ καί ἀλληλοεκτιμήσεως, μά ὅλα συμβατικά καί ἐπιφανειακά».

- Τί εἶναι αὐτή ἡ εὐγένεια τῆς Εὐρώπης; Δέν εἶναι μιά μεγάλη ὑποκρισία τό σαβουάρ βιβρ;

‘Σᾶς παρακαλῶ’. ‘Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ’. Καί τίποτα ἄλλο. Μιά καρδιά ψυχρή καί πολλές φορές ὕπουλη.

«Πίσω ἀπό τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί συμπεριφορά τήν τόσο λεπτή καί εὐγενική κρύβεται ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό πνεῦμα. Ἕνα πνεῦμε πού ἄν ἐρχόταν ποτέ στό φῶς θά διαπιστώναμε ὅτι στήν πραγματικότητα ὄχι μόνο λεπτό δέν εἶναι μά οὔτε κἄν ὑποφερτό. Τελικά τί ἀποδεικνύεται; Ὅτι οἱ κοσμικές συγκεντρώσεις μας δέν εἶναι παρά συναθροίσεις ἠθοποιῶν πού ὑποκρίνονται. Τί κωμωδία; Τή μεγαλύτερη ἔκπληξη ὅμως μοῦ τήν προξενεῖ ἡ γενική ψυχρότητα πού βλέπω γύρω μου».

Σήμερα ἔχει αὐξηθεῖ πολύ αὐτή ἡ ψυχρότητα, γι’ αὐτό καί ἔχουν αὐξηθεῖ πολύ οἱ μοναχικοί ἄνθρωποι. Αὐτό δέν εἶναι καθόλου ὑγιές. Ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται μόνος του ποτέ. Σωζόμαστε ὅλοι ὡς σῶμα Χριστοῦ, ὡς Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό πολύ καλά κάνετε καί συγκεντρώνεστε κι ἀκοῦτε λόγο Θεοῦ. Γιατί ὅπου ὑπάρχει ὁ ἱερέας καί ὑπάρχει καί τό ποίμνιο, ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία. Φανερώνεται ἡ Ἐκκλησία. Μέσα σ’ αὐτή τή συνάθροιση περνάει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί θεραπεύεται ἡ ψυχή μας. Δέ συμβαίνει μόνο μέ τή Θεία Κοινωνία καί τήν ἐξομολόγηση, ἀλλά καί μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τή συνάθροιση, τή σύναξη ἐπί τό αὐτό. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἦταν συνέχεια μαζί μέ τούς Ἀποστόλους καί ἀκούγανε κήρυγμα μέ τίς ὧρες.

«Πῶς μποροῦν νά δείχνουν ὅλοι ὅτι εἶναι φίλοι μεταξύ τους; Ἔτοιμοι νά προσφέρουν στούς ἄλλους ἀκόμα καί τό πουκάμισό τους, βαθύτερα ὅμως νά ἔχουν τόση ψυχρότητα»;

Κοιτᾶξτε τί τοῦ ἀπαντάει ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος: «Οἱ διαπιστώσεις σου εἶναι ἀπόλυτα σωστές. Δέν ἔχω τίποτα νά προσθέσω στά ὅσα γράφεις».

Ἐπειδή συμπληρώθηκε ἡ ὥρα, ἄς σταματήσω καί ἄς κρατήσουμε ἕνα δίδαγμα: Νά πολεμήσουμε τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τή βρίσκουμε, στόν ἑαυτό μας. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας ποῦ ὑποκρινόμαστε, ποῦ λέμε ψέματα. Ὅπως εἴπαμε, ὄχι μόνο μέ τά λόγια, ἀλλά καί κατά διάνοια καί μέ τή ζωή μας. Ἄλλο εἴμαστε καί ἄλλο φαινόμαστε. Γιά νά ἀρχίσει ἡ θεραπεία καί τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ κόσμου ὅλου μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Βλέπετε σήμερα μᾶς περνᾶνε πολλά μηνύματα μέσω τῶν Μαζικῶν Μέσων Ἐνημέρωσης -τά λένε- Συσκότισης, μποροῦμε νά τά ποῦμε κ.λ.π. Περνᾶνε τήν προπαγάνδα τους.

- Δέν σᾶς κάνει ἐντύπωσε πού ὅλα τά μέσα, τά μεγάλα κανάλια, σήμερα εἶναι ὑπέρ τῶν ὁμοφυλοφίλων;

Μά καλά δέν ὑπάρχει καί ἕνας νά διαφωνίσει; Κι αὐτό ἔχει περάσει στό λαό ὡς κάτι πού ἐπικρατεῖ σέ ὅλους. Ἐνῶ δέν ἐπικρατεῖ. Εἶναι μιά ἀσήμαντη μειοψηφία αὐτοί οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι. Δέν ἔχουμε τίποτα μ’ αὐτούς, τούς ἀγαπᾶμε. Ἀλλά δέ μποροῦμε νά δεχτοῦμε αὐτή τή νομιμοποίηση τῆς ἁμαρτίας καί νά τούς χειροκροτήσουμε γιά τήν ἁμαρτία αὐτή πού κάνουν. Νά τούς δεχτοῦμε ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τούς δεχόμαστε. Τραυματισμένες εἰκόνες, ὅπως εἴμαστε ὅλοι. Ἀλλά δέ μποροῦμε νά δεχτοῦμε τήν ἁμαρτία καί νά ποῦμε ‘μπράβο, καλά κάνετε’. Αὐτό θέλουν αὐτοί. Αὐτός εἶναι ὁ ἔσχατος βαθμός κακίας, νά ἁμαρτάνεις δημόσια καί νά θέλεις καί τό χειροκρότημα τῶν ἄλλων. Ἀλλά βλέπετε ὅτι σιγά-σιγά μᾶς τό περνᾶνε. Ἤδη τό ἔχουν περάσει στήν Ἀμερική. Στήν Ἀμερική εἶσαι ‘political correct’, (political=πολιτικός) εἶσαι σωστός δηλαδή, ὅταν δέν ἀντιδρᾶς σ’ αὐτό τό θέμα. Εἶναι κι αὐτοί ‘φυσιολογικοί’, ἁπλῶς εἶναι διαφορετικοί.

Στή συνέχεια θά μᾶς ποῦνε ὅτι καί οἱ κτηνοβάτες (συγνώμη γιά τή λέξη) εἶναι καί αὐτοί ἁπλῶς διαφορετικοί. Θά τό χάψουμε κι αὐτό, θά δεῖτε. Γιατί; Γιατί μπαίνουμε κι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτή τήν ὑποκρισία καί ὑποκρινόμαστε ὅτι τό δεχόμαστε. Κι ὅταν ὑποκρίνεσαι ὅτι τό δέχεσαι, θά ἐπικρατήσει. Ἐκεῖ ποντάρει ὁ διάβολος. Μετά θά φτιάξει καί νόμους. Καί ἔφτιαξε τό κράτος καί τούς ψηφίσαμε καί κανένας δέν ἔκλεισε κανέναν δρόμο! Ὅταν ὅμως ἀπειλήθηκε ἡ τσέπη μας, κλείσαμε τούς δρόμους. Δέ λέω νά μήν τούς κλείσουμε. Νά τούς κλείσουμε καί γι’ αὐτό. Ἀλλά τό ἄλλο, οὔτε κἄν τό πήραμε εἴδηση ὅτι ψηφίστηκε αὐτός ὁ νόμος.

Αὔριο ἄν θέλεις νά διαπαιδαγωγεῖς σωστά τά παιδιά σου, θά τά φωνάξεις ἐνδεχομένως κάποια στιγμή καί μέ αὐτή τήν ἀφορμή θά σοῦ ‘κλέβουν’ τό παιδί, μέ τήν κοινωνική λειτουργό καί τόν ἀστυνόμο, γιατί δέ θά εἶσαι ὅπως θέλει τό σύστημα...

Ἤδη τό κακό ἔχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πρίν. Φταῖμε γιατί εἴμαστε δέσμιοι τῶν παθῶν μας. Λέει κανείς: ‘Αὐτοί ψηφίζουν αὐτό. Ποιός τούς δίνει σημασία’; Ὄχι. Τό κακό προχωράει καί μπαίνουμε σ’ αὐτή τήν κατάσταση ὅλοι σιγά-σιγά καί ὀφείλουμε νά ἀντιδροῦμε καί νά βγάζουμε τίς μάσκες μας, ὅ,τι κι ἄν κοστίσει. Αὐτό εἶναι καί ἡ κάθαρση.

Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται, βλέπει σιγά-σιγά τή βρωμιά του». Ὅταν λές συνέχεια ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με’, ὅπως πρέπει νά λέμε ὅλοι, ἀποκτᾶς ἔνα φῶς, τό φῶς τοῦ Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο βλέπεις πρῶτα-πρῶτα τήν τραγική σου κατάσταση, τά ἄγρια ζῶα πού ὑπάρχουν μέσα στόν νοῦ σου, στήν ψυχή σου. Τούς δαίμονες, τά πάθη. Κι ὅλο καί βαθαίνει αὐτή ἡ γνώση καί ὅσο πληθαίνει τό φῶς, τόσο καί τά διώχνεις αὐτά. Στό τέλος φτάνεις στό εἰδεχθές προσωπείο τῶν παθῶν. Φτάνεις σέ μία ἀπαίσια μάσκα, πού τή φορᾶς καί νομίζεις ὅτι δέν τή φορᾶς καί νομίζεις ὅτι αὐτός εἶσαι, ἐνῶ κυκλοφορεῖς μόνιμα μέ μάσκα. Ἐκεῖ φαίνεται ἡ ἀποφασιστική κίνηση νά πετάξεις αὐτή τή μάσκα. Νά βγάλεις τό εἰδεχθές προσωπείο τῶν παθῶν καί νά φαίνεσαι αὐτός πού εἶσαι.

Βλέπετε πᾶς κοντά σ’ ἕναν ἅγιο καί ξεκουράζεσαι, γιατί καταλαβαίνεις ὅτι δέ φοράει καμιά μάσκα, ὅτι εἶναι ἀληθινός. Δέ σοῦ λέει ἄλλα κι ἄλλα ἔχει στό μυαλό του. Θά σέ μαλώσει, ναί. Ἀπό ἀγάπη. Μερικοί μοῦ λένε, εἶσαι αὐστηρός. Και ‘γω σᾶς λέω δέν ὑπάρχει αὐστηρός πνευματικός. Ὑπάρχει ἄνθρωπος θεραπευμένος, ὑπάρχει γιατρός σωστός καί ὑπάρχει γιατρός πού σέ κοροϊδεύει. Ἔτσι καί ὁ πνευματικός. Δυστυχῶς ὑπάρχουν καί πνευματικοί χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα καί σήμερα καί πάντα ὑπῆρχαν. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ νέος θεολόγος πρίν χίλια χρόνια τό λέει. Ὑπῆρχαν στήν ἐποχή του πνευματικοί πού δέν ἤξεραν τίποτα γιά κάθαρση ἀπό τά πάθη, γιά φωτισμό τοῦ νοῦ, γιά θέωση.

Σήμερα πόσοι τά λένε αὐτά; Ἁπλῶς καλά λόγια. Μέ καλά λόγια δέ θεραπευόμαστε, ἄν δέν ἐνεργοποιηθεῖ μέσα μας τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού πήραμε στό Βάπτισμα, ἄν δέ λειτουργήσει ἡ νοερά προσευχή ἀδιάλειπτα μέσα μας. Γι’ αὐτό δέ μποροῦμε νά εἴμαστε ἀληθινοί. Γιατί δέν ἔχουμε πετάξει τά προσωπεῖα ἀπό μέσα μας. Φορᾶμε μία μάσκα ὁ καθένας καί κυκλοφοροῦμε κι ἄν πᾶμε σ’ ἄλλο περιβάλλον φορᾶμε ἄλλη μάσκα, γιατί δέ βολεύει παντοῦ ἡ ἴδια μάσκα. Και γινόμαστε σάν τούς χαμαιλέοντες πού παίρνουν τό χρῶμα τοῦ περιβάλλοντος κάθε φορά καί ἀναρωτιέσαι τελικά ‘ποιός εἶμαι’; Δέν εἶσαι πρόσωπο. Βγάλε τή μάσκα, μπές μέσα στή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας καί θά ζήσεις τή ζωή σου ἀληθινά κι ἐδῶ καί στήν αἰωνιότητα.




ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

- Ἐρ.: Ὑποκρισία εἶναι κάτι πού παίρνουμε ἀπό τά παιδικά μας χρόνια; Δηλαδή εἶναι κάτι πού ἔχει σχέση καί μέ τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν μέσα στήν οἰκογένεια; Ἤ εἶναι κάτι πού τό παιδί μαθαίνει ὅταν βγαίνει στόν κόσμο;

- Ἀπ.: Εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν ἐρώτηση. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔχει μία ὁμιλία -γιατί δέ θέλω νά λέω δικά μου πράγματα- καί μπορεῖτε νά τήν ἀναζητήσετε ‘περί κενοδοξίας καί πῶς πρέπει οἱ γονεῖς νά ἀνατρέφουν τά τέκνα τους’. Ὁ τίτλος τῆς ὁμιλίας. Θά πεῖ κανείς τί σχέση ἔχει ἡ κενοδοξία μέ τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν; Ἔχει τεράστια σχέση. Γιατί; Γιατί οἱ γονεῖς -τά λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, μήν πεῖτε ὅτι τά λέω ἐγώ- ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού γεννιέται τό παιδί τοῦ τρέφουν τήν κενοδοξία. Δηλαδή τό πῶς θά γίνει ἀρεστό στό περιβάλλον. Αὐτό εἶναι πού μᾶς καίει ὅλους λίγο-πολύ. Ὅλοι τό ἔχουμε τό πάθος καί οἱ γονεῖς, ἄν εἶναι ἀθεράπευτοι. ‘Πῶς μέ βλέπουν; Μέ ἐκτιμοῦν; Μέ ἀποδέχονται; Ἐνδιαφέρονται γιά μένα’; Αὐτό μᾶς καίει.

Οὐσιαστικά αὐτό ἦταν πού ἔκαιγε καί τούς Φαρισαίους. Γι’ αὐτό ἦταν ἄπιστοι. Καί εἶπε ὁ Χριστός μας: «Πῶς μπορεῖτε νά πιστέψετε δόξαν παρά ἀλλήλων λαμβάνοντες» (Ἰω. 5,44). Παίρνετε δόξα ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον ‘μπράβο, μπράβο’. Αὐτό ἀκριβῶς κάνουν οἱ γονεῖς στά παιδιά. «Χρυσό μου, κορώνα μου..», κανακέματα «μπράβο, μπράβο..», στό σχολεῖο «μπράβο, μπράβο, εὔγε, δέκα» μέ δέκα θαυμαστικά ἀπό δίπλα. Ὅλο αὐτό τί κάνει; Τρέφει στό παιδί τή μάσκα του! Ὅτι εἶναι καλό! Φοράει καί τό παιδί τή μάσκα τοῦ καλοῦ. Καί τρέμει μήπως κάποιος τοῦ βγάλει τή μάσκα ἤ μήπως ἀποδεχθεῖ ὅτι εἶναι ψέμα αὐτό, πού οἱ ἄλλοι δείχνουν νά πιστεύουν –γιατί κι αὐτοί δέν τό πιστεύουν. Ἁπλῶς λένε γιά νά νιώσει καλά τό παιδί πές του μπράβο. Καί τί γίνεται; Ψέμα πάνω στό ψέμα. Ἔρχεται καί κάποια στιγμή πού τό παιδί θά σοῦ ζητήσει ναρκωτικά καί δέ μπορεῖς νά τοῦ πεῖς «ναί, παιδάκι μου, μπράβο». Δέ μπορεῖς νά τοῦ πεῖς μπράβο. Καί θά σοῦ πεῖ «γιατί μαμά; Μέχρι τώρα μοῦ ‘λεγες ναί σέ ὅλα, τώρα γιατί μοῦ λές ὄχι»;

Καταλαβαίνετε πόσο λάθος εἶναι αὐτή ἡ ἀγωγή; Ἐνῶ πρέπει νά μάθουμε στό παιδάκι νά μήν ἀγαπάει τόν κόσμο, τά στοιχεῖα δηλαδή τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα λέει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος στήν Ἅγια Γραφή εἶναι: ἡ φιλοδοξία, ἡ φιληδονία καί ἡ φιλαργυρία. Τά τρία ‘φ’. Οἱ τρεῖς μεγάλες ἄρρωστες ἀγάπες. Αὐτά τά τρέφουμε ἀπό τήν πρώτη στιγμή στό παιδί καί τό παιδί μαθαίνει νά ζεῖ ὑποκρινόμενο ὅτι εἶναι καλό καί φοράει προσωπεῖα. Καί σέ σένα μπροστά, στόν πατέρα, στή μητέρα καί στόν κόσμο, στούς συμμαθητές καί πολλές φορές λέει ψέματα καί στόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.

Αὐτό εἶναι τό πιό τραγικό ὅτι λέμε ψέματα καί στόν ἑαυτό μας. Διαστρέφουμε καί τήν ἴδια τή συνείδησή μας. Ἐνῶ μέσα σου σοῦ φωνάζει «δέν πᾶς καλά», «ὄχι» λές ἐσύ «θά πάω καλά» μέ τό ζόρι καί πᾶς ἀντίθετα στή φωνή τοῦ Θεοῦ. Καταλήγει ὁ ἄνθρωπος στή σχιζοφρένεια. Φυσικά μετά τρελαίνεσαι. Ἀντιστρατεύεσαι στό ἴδιο τό εἶναι σου.

Ἐνῶ ποιό εἶναι τό ὑγιές; Νά προκαλεῖς μόνο τά «μπράβο τῶν ἀνθρώπων; Ἀφοῦ μέσα σου σοῦ μαρτυρεῖ ὅτι δέν εἶσαι καλός, ὅτι δέν πᾶς καλά. Ἡ ὑγεία εἶναι νά ἔχεις τήν πληροφορία μέσα σου ὅτι εἶσαι καλός. Δέν ἔχει σημασία τί λένει οἱ ἄλλοι ἔξω. Ἄν μέσα σου ἔχεις τήν πληροφορία, τότε πᾶς καλά. Ἔχεις τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεσαι τήν εἰρήνη, τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη..» (Γαλ. 5,22). Τότε πᾶς καλά. Ὄχι ὅταν οἱ ἄλλοι σέ ἀποδέχονται. Οἱ ἄλλοι θά σέ ἀποδεχτοῦν μπροστά σου καί οἱ ἴδιοι μόλις στρίψεις στή γωνία, θά σέ βρίσουν, θά σέ ἀπαξιώσουν. Αὐτή εἶναι ἡ δόξα τοῦ κόσμου.

Ὁ πλοῦτος θά ‘ρθεῖ καί θά φύγει πάλι. Βλέπετε τώρα πόσοι πλούσιοι κινδυνεύουν νά χάσουν τά χρήματά τους μέ τά capital control. Ἔτσι εἶναι. Γιατί λέει ὁ Χριστός ὅτι «δέν μπορεῖτε νά λατρεύετε καί τόν Θεό καί τόν μαμωνά» (Λουκ. 16,13). Δέ γίνεται.

Δέ μπορεῖ νά κυνηγᾶς τίς ἡδονές καί τή σαρκική ἀπόλαυση καί νά εἶσαι καί φίλος μέ τόν Θεό. Δέ γίνεται, ὅσο κι ἄν τό ὑποστηρίζουν κάποιοι καί κάποιοι ἱερωμένοι καί καθηγητές. Λένε: «Δέν πειράζουν οἱ προγαμιαῖες σχέσεις, ἐφόσον γίνονται ἀπό ἀγάπη, δέν εἶναι τίποτα αὐτό». Μά ἔτσι λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; Ἤ λέει καί τά μάτια σου ἀκόμα πρέπει νά προσέχεις καί τή σκέψη σου (Ματθ. 5,28). Γιατί μπορεῖς νά κάνεις μοιχεία μόνο μέ τά μάτια.

Γι’ αὐτό ὀφείλουμε ἀδελφοί μου νά ἀντισταθοῦμε πρῶτα πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας πού ρέπει πρός τό ψέμα καί τήν ὑποκρισία καί μετά θά ὠφελήσουμε καί τά παιδιά μας. Νά μάθουν κι αὐτά νά μήν ὑποκρίνονται. Ἔρχονται γονεῖς καί μοῦ λένε «Τό παιδί μου λέει ψέματα». Ἀναρωτήθηκες μήπως καί σύ λές ψέματα; Ἤ πόσα ψέματα λές κάθε μέρα; Ὄχι μόνο μέ τά λόγια σου καί μέ τή διάνοιά σου καί μέ τήν ὅλη σου ζωή.

Στίς ταινίες γράφει ἀκατάλληλο γιά ἀνηλίκους, κατάλληλο γιά ἐνήλικους. Γιατί εἶναι κατάλληλο γιά ἐνήλικους; Δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει ἡ ὁρολογία σήμερα. Ἐμεῖς τότε εἴχαμε αὐτή τήν ὁρολογία. Τώρα λένε πρέπει νά ἔχει τή γονική συναίνεση. Δηλαδή ὁ γονιός μπορεῖ νά τό δεῖ καί τό παιδί δέ μπορεῖ. Ὁ γονιός εἶναι καλύτερος; Πιό βρώμικος εἶναι ὁ γονιός. Βλέπετε ἡ ὐποκρισία μας ποιά εἶναι; Ἤ ἔχει φτάσει στήν ἀπάθεια αὐτός; Καθόλου ἀπάθεια.

Ἑπομένως ἔχει τεράστια σημασία ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν διότι τείνει νά μάθει τά παιδιά νά εἶναι ὑποκριτές, καλοί θεατρίνοι. Γι’ αὐτό καί σᾶς διάβασα τό πρῶτο κείμενο, πού ἕνας εἰλικρινής νέος λέει ἐγώ δέν τό δέχομαι αὐτό, θέλω αὐτό πού φαίνομαι νά εἶμαι. Ὄχι ἄλλο νά φαίνεσαι κι ἄλλο νά εἶσαι. Ἐδῶ σᾶς καλῶ σέ μία ἀντίσταση. Νά εἴμαστε αὐτό πού φαινόμαστε καί νά φαινόμαστε αὐτό πού εἴμαστε. Ὄχι ἄλλο νά ἔχεις στήν καρδιά σου καί ἄλλο νά λές.

- Ἐρ.: Θυμήθηκα μία ὁμιλία πού εἶχα ἀκούσει κάποτε σχετικά μέ τίς μάσκες πού ἀλλάζουμε ἀνάλογα μέ ποιόν ἔχουμε ἀπέναντί μας, τόν φίλο μας, τόν γείτονά μας, τόν ὑφιστάμενό μας, τόν προϊστάμενό μας κ.λ.π. Ἄν θέλετε Γέροντα κάντε μας κάποιο σχόλιο πάνω σ’ αὐτό, γιά τίς μάσκες πού ἀλλάζουμε.

- Ἀπ.: Ὅτι φορᾶμε μάσκες εἶναι σίγουρο. Ποιά εἶναι τά αἴτια; Αὐτό εἶναι τό σημαντικό. Γιατί φορᾶμε μάσκες; Τό ὑπόβαθρο, ἡ αἰτία.

Πρῶτον, λένε οἱ Πατέρες, εἶναι τό συμφέρον. Τό κακῶς ἐννοούμενο συμφέρον, ὄχι τό αἰώνιο συμφέρον, γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Τό κοσμικό συμφέρον. Κατεξοχήν τά χρήματα. Ἡ φιλαργυρία. Αὐτό μᾶς ἐνδιαφέρει. Νά μή χάσουμε τό βαλάντιο... καί ὑποκρινόμαστε.

Δεύτερο, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια. Τό κύρος μας, νά μή χάσουμε τό κύρος μας. Οἱ Φαρισαῖοι γιατί δέν πήγαιναν στόν Τίμιο Πρόδρομο νά βαφτιστοῦν; Κάποτε πῆραν τόν Χριστό μας καί τόν ἔβαλαν σ’ ἕνα δίλημμα καί τοῦ λένε «Ἐσύ μέ ποιό δικαίωμα μπῆκες ἐδῶ στό ναό; Πῶς μιλᾶς στό ναό; Πῆρες ἄδεια ἀπό μᾶς; Ἐμεῖς εἴμαστε ἐδῶ». Καί τούς εἶπε ὁ Χριστός: «θά σᾶς πῶ μέ ποιό δικαίωμα ἦρθα ἐδῶ, ἄν μοῦ πεῖτε καί σεῖς ἄν τό Βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἀπό τόν Θεό ἤ ἀπό τούς ἀνθρώπους» (Ματθ. 21,24-25). Καί κόμπιασαν. Γιατί λένε ἄν ποῦμε ἀπό τόν Θεό, θά μᾶς πεῖ «τότε γιατί δέν πήγατε νά Βαφτιστεῖτε κι ἐσεῖς;». Πράγματι δέν πῆγαν οἱ Φαρισαῖοι. Γιατί δέν πῆγαν; Γιατί θά τούς ἔβλεπε ὁ κόσμος καί θά ἔλεγε «Ὁ δάσκαλός μας πού τόν ἔχουμε γιά ἅγιο, εἶναι κι αὐτός ἁμαρτωλός. Πῆγε κι αὐτός νά βαπτιστεῖ στόν Τίμιο Πρόδρομο». Γιά νά μή χάσουν τό κύρος τους καί ἔπεσαν στήν ὑποκρισία. Ἄν ποῦμε ἀπό τούς ἀνθρώπους, θά μᾶς λιντσάρει ὁ λαός γιατί ὁ λαός εἶχε τόν Ἰωάννη ὡς Προφήτη καί μερικοί τόν μπέρδευαν καί τόν ἔλεγαν καί ἀνώτερο ἀπό τόν Χριστό ἀκόμα. Τί εἶπαν; Ξέρετε τί εἶπαν; ‘Δέν ξέρω’. Πολιτική! Βλέπετε ἡ πολιτική; Δέν ξέρω. Ξέρανε καί πολύ καλά. Πολύ καλά ξέρανε ὅτι τό Βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἀπό τόν Θεό, ἀλλά δέν τό εἶπαν γιά νά φυλάξουν τό κύρος τους. Βλέπετε ὑποκρισία;

Τρίτη αἰτία ὑποκρισίας: ἡ οἴηση, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ ἰδέα δηλαδή ὅτι εἴμαστε κάτι.

Καί τέταρτη, ἡ αὐταρέσκεια καί ἡ ἰδιορρυθμία. Ἔχουμε φτιάξει ἕνα ψεύτικο ‘ἐγώ’, ἕναν ψεύτικο ἑαυτό καί τόν λατρεύουμε, τόν προσκυνᾶμε. Δέ θέλουμε νά γκρεμιστεῖ αὐτό τό ἐγώ καί αὐτό τό εἴδωλο καί ὑποκρινόμαστε καί ψευδόμαστε συνεχῶς.

Ὁπότε ἄς κάνουμε μιά αὐτοκριτική κι ἄς ἐντοπίσουμε ποῦ ψευδόμαστε γιά ν’ ἀρχίσουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί μου. Ἄς ἀφήσουμε τούς ἄλλους ὑποκριτές. Ὅλοι εἴμαστε ὑποκριτές λίγο ὡς πολύ. Νά μάθουμε νά εἴμαστε εὐθεῖς, νά εἴμαστε ἁπλοί, ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος. Σήμερα καί οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν χάσει τήν ἁπλότητα. Συναντᾶς ἕνα ψεύτικό, ἕνα δῆθεν. Ἔρχονται ἄνθρωποι ἀπό τόν κόσμο καί λένε ‘Πάτερ, δέ μπορῶ τό δῆθεν’. Κι ἔχουν δίκαιο οἱ ἄνθρωποι. Ἔχουν κατατσακιστεῖ στόν κόσμο καί ἔρχονται στήν Ἐκκλησία καί βλέπουν και κεῖ τό ἴδιο. Ὑποκρισία, δῆθεν, ψυχρότητα. Μοῦ ‘λεγε ἕνα παιδί, πάω σ’ ἕνα ναό, φοιτητής ἦταν ἀπό ἄλλη πόλη, δύο μῆνες στήν ἴδια Ἐκκλησία. Δέ βρέθηκε ἕνας νά μοῦ πεῖ μιά καλημέρα. Οὔτε ἔνας. Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη μας; Ἐκκλησιαζόμαστε δῆθεν. Ἀλλά δέ μᾶς νοιάζει ὁ ἄλλος.

Μᾶς νοιάζει τό ‘ιματζ’, ἡ εἰκόνα μας. Γι’ αύτό ὑπάρχουν καί ‘ίματζ μέικερ’. Ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού σοῦ φτιάχνουν τήν εἰκόνα σου. Θά βάλεις αὐτό στό ἴντερνετ κι αύτό... γιά νά φτιάξεις καλή εἰκόνα πρός τά ἔξω. Δέ μᾶς νοιάζει ποιοί εἴμαστε, ἀλλά τί φαινόμαστε ὅτι εἴμαστε.

Μακιγιάζ! Τί εἶναι τό μακιγιάζ καί τά βαψίματα; Δέν εἶναι μιά ὑποκρισία, ἕνα ψέμα; Ἀφοῦ εἶσαι γριά, τί βάφεις τά μαλλιά σου μαῦρα; Κοροϊδεύεις τόν κόσμο. Περιφέρεις μιά ὑποκρισία. Αὐτό δέν εἶναι; Εἶσαι γέρος, γιατί βάφεις τά μαλλιά σου; Τά βάφουν καί οἱ ἄνδρες, μή νομίζετε ὅτι τά ‘χω μέ τίς γυναῖκες. Δυστυχῶς. Δέν εἶναι ὑποκρισία αὐτό, τί εἶναι; Ψέμα εἶναι, τό ὁποῖο τό διακινεῖς σ’ ὅλη τήν πόλη!

- Ἐρ.: Θά ἤθελα νά ρωτήσω κάτι σχετικά μέ τόν οἰκουμενισμό. Ἔχουμε μπερδευτεῖ πλέον, δέν ξέρουμε ποιόν νά πιστέψουμε. Γιά παράδειγμα, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Τυράνων Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος φαίνεται, στίς ἐκπομπές πού βγαίνει, πολύ ὡραῖος ἄνθρωπος. Πρόσφατα μάθαμε ὅτι βραβεύτηκε ἀπό τό Βατικανό μ’ ἕνα βραβεῖο εἰρήνης, κάτι τέτοιο. Ποιά εἶναι ἡ ἄποψή σας πάνω σ’ αὐτό;

- Ἀπ.: Νά ποῦμε γιά τόν οἰκουμενισμό καί ὄχι γιά συγκεκριμένα πρόσωπα καί μετά μᾶς κατηγορήσουν ὅτι κουτσομπολεύουμε κιόλας!

Δυστυχῶς πολλές φορές πολλοί πού φαίνονται ἀξιόπιστοι -δέν ἀφήνω ὑποννοούμενα γιά τόν Ἐπίσκοπο Ἀναστάσιο- ἀλλά ἰσχύει αύτό, φοροῦνε μάσκες καί ὑποκρίνονται τόν εὐλαβή.

Μάλιστα εἶχα σκοπό νά σᾶς πῶ τί λέει ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά τή ‘ψευδοσεμνοπρέπεια’. Ψευδής-σεμνοπρέπεια, ψευδής σεμνότητα, ψεύτικη εὐλάβεια. Ἔχει ὁ ἅγιος στό βιβλίο «Γνῶθι σαυτόν» γιά τούς διάφορους χαρακτῆρες καί γιά τόν χαρακτήρα τοῦ ψευδοσεμνοπρεποῦς, πού ἐμφανίζεται μέ μιά ψεύτικη χριστιανικότητα. Νά μήν ἐκπληττόμαστε. Τί εἶπε ὁ Χριστός μας; Σᾶς δίνω ἕνα κριτήριο: «Πῶς θά καταλάβετε τό δέντρο ἄν εἶναι καλό;» Ἀπό τά φύλλα; Ἀπό τόν κορμό; Ὄχι. «Ἀπό τούς καρπούς» (Ματθ. 12,33). Τό δέντρο τό καλό τό καταλαβαίνεις ἀπό τούς καρπούς. Ἄν τό δέντρο εἶναι σκουληκιασμένο καί τά φροῦτα του θά εἶναι σκουληκιασμένα.

Ὁπότε, ἄν θέλεις νά καταλάβεις ἕναν ἄνθρωπο τί εἶναι, νά δεῖς τούς καρπούς του. Τά πνευματικοπαίδια του, ἄς ποῦμε, ἄν εἶναι ἱερέας, τό πῶς ζεῖ ὁ ἴδιος, ὄχι τό τί λέει. Γιατί εἴπαμε, ἴσως ἄλλα λέει κανείς καί ἄλλα κάνει.

Αὐτό σήμερα θεωρεῖται μεγάλη ἀρετή. Πολιτικές ἐπιστῆμες! Δηλαδή τό ψέμα ἔγινε ἐπιστήμη. Ἕνας πού ξέρει νά λέει ὄμορφα καί ἔξυπνα ψέματα, ἔχει πολύ πέραση σήμερα καί θεωρεῖται πολύ σπουδαῖος καί μεγάλος. Δυστυχῶς αὐτό μπαίνει καί μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἄνθρωποι πού θέλουν νά ἱκανοποιήσουν τά πάθη τους καί θέλουν νά ἀνελιχθοῦν, χρησιμοποιοῦν αὐτή τή μάσκα.

Ἑπομένως, ἐγώ δέ θά σᾶς πῶ γιά κανέναν προσωπικά, ἀλλά θά σᾶς πῶ νά ἔχετε τόν νοῦ σας. Θά σᾶς πῶ καί κάτι πού μᾶς ἔλεγε ἕνας καθηγητής μας πολύ καλός. Σήμερα -μή βάλετε στό νοῦ σας κανέναν, δέν εἶναι ὑπονοούμενο γιά κανέναν- ὁ λύκος ἔχει μπεῖ μέσα στά πρόβατα –μιλάει καί ἡ Γραφή γιά προβατόσχημους λύκους- καί δέν ἔχει φορέσει μόνο προβιά καί φαίνεται σάν πρόβατο, ἀλλά ἔχει πάρει καί τή στολή τοῦ τσοπάνη. Ὁ νοῶν νοείτω. Αὐτό δέν εἶναι ὕβρις. Τό λέω γιατί τό λένε οἱ Πατέρες. Νά προσέχεις ποιούς πνευματικούς πατέρες ἀκολουθεῖς, γιατί λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος «Ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τήν πίστιν» (Ἑβρ.13,7). Ὄχι ἐπειδή φοράει ράσο, τρέχουμε ἀπό πίσω του, ἅγιος θά ‘ναι σίγουρα ἀφοῦ φοράει ράσο. Δέν εἶναι πάντα. Μπορεῖ νά εἶναι καί λύκος. Πῶς θά τό καταλάβεις; Ἀναθεωρών τήν ἔκβαση τῆς ἀναστροφῆς, θά δεῖς τή ζωή του.

Μερικοί ἀναρωτιοῦνται ὑπάρχουν καλοί Πνευματικοί; Ὑπάρχουν κριτήρια. Θά δεῖς πῶς ζεῖ. Ἄν ζεῖ, ὅπως ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἀκητικά, ταπεινά.. Θά δεῖς, ἄν ἔχει ἀνθρώπους κοντά του -μπορεῖ νά μήν εἶναι ὅλοι- ἀλλά ἀρκετούς, πού νά εἶναι θεραπευμένοι, πού νά ἔχουν τή χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θά δεῖς καί ἄν ὁ ἴδιος θεραπεύεσαι. Εἴμαστε πρόβατα, ἀλλά ὄχι ἄλογα πρόβατα. Αὐτό πρέπει νά τό καταλάβουμε. Και ἔχουμε μέσα στήν Ἐκκλησία ρόλο καί εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιἀ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἄς εἶστε λαϊκοί.

Τώρα συζητιέται ἡ μέλλουσα νά συνέλθει Πανορθόδοξη Σύνοδος. Αὐτά πού θά ἀποφασίσει δέν θά ἔχουν καμία ἰσχύ, ἐάν δέν ἐπικυρωθοῦν ἀπό τή συνείδηση τοῦ λαοῦ. Γιατί τό ἔσχατο κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῶν ὅποιων ἀποφάσεων, εἶναι ἡ συνείδηστη τοῦ λατρεύοντος λαοῦ. Ὄχι ὅλου τοῦ λαοῦ. Ὅλος ὁ λαός σήμερα, ἄν πάρεις ὅλους τούς Ἕλληνες δέν εἶναι μέ τήν Ἐκκλησία. Ἔλεγε ἕνας Γέροντας ἀπό τά 10.000.000, τά 2.000.000 εἶναι καί ἄν... Λοιπόν, θά πάρεις τόν πιστό λαό καί θά δεῖς, ἄν ἔστω καί ἕνας, καί ἕνας νά πεῖ «Ὄχι δέν εἶναι ἔτσι» καί εἶναι ἀληθινό αὐτό πού λέει, ἡ Ἐκκλησία θά εἶναι μ’ αὐτόν καί μόνο. Μή σᾶς κάνει ἐντύπωση. Γι’ αὐτό, ἔχει σημασία νά καταρτιζόμαστε ὅλοι. Ἕνας ἀπό σᾶς, ἄν πεῖ «Λάθος Κύριοι» καί νά τό ἀποδείξει ὅμως μέ βάση τήν Ἁγία Γραφή, ὅλη ἡ Σύνοδος καταρρίπτεται.

Ἔτσι ἔγινε μέ τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή. Τί ἦταν ὁ Ἅγιος Μάξιμος; Οὔτε Δεσπότης ἦταν, οὔτε κἄν παπάς, ἁπλός μοναχός. Στά χρόνια του εἶχαν ὅλοι συμπράξει μέ μία αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ὅλοι οἱ Πατριάρχες -καλή ὥρα ὅπως τώρα πού θά συγκεντρωθοῦν-, ὅλοι οἱ Ἐπίτροποι καί οἱ ἱερεῖς εἶχαν συνταχθεῖ μέ τόν Μονοθελητισμό κι αὐτός ἕνας ἁπλός μοναχός ἔλεγε ‘Λάθος, δέν εἶναι ἔτσι. Ὁ Χριστός δέν ἔχει μία θέληση, ἔχει δύο θελήσεις’. Και τοῦ λένε ‘Καλά ἐσύ ξέρεις καλύτερα ἀπό τόν Δεσπότη»; ‘Ναί’. Γιατί δέν εἶναι ὁ Δεσπότης μου ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός καί ὅταν ὁ Δεσπότης δέν εἶναι μέ τόν Χριστό καί μέ τήν ἀλήθεια, δέν τόν ἀκοῦμε, δέν τόν ἀκολουθοῦμε, γιατί εἴμαστε λογικά πρόβατα καί ἀναθεωροῦμε τήν ἔκβαση τῆς ἀναστροφῆς, βλέπουμε ὅ,τι λένε καί ὅ,τι κάνουν, ἄν εἶναι σύμφωνοι μέ τούς Ἅγιους Πατέρες.

Ἄν λοιπόν αὐτή ἡ Σύνοδος δώσει Ἐκκλησιαστικότητα στούς Παπικούς καί πεῖ ὅτι καί οἱ Παπικοί εἶναι Ἐκκλησία, αὐτό εἶναι αἵρεση, εἶναι λάθος. Δέν εἶναι Ἐκκλησία οὔτε οἱ Παπικοί, οὔτε οἱ Προτεστάντες, οὔτε καμία ἀπ’ αὐτές τίς παραφυάδες. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη, Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Δέν ὑπάρχει ἄλλη Ἐκκλησία. Ἀκοῦμε μιλᾶνε συνέχεια γιά Ἐκκλησίες, γιά Ἐκκλησίες, γιά ἑνότητα. Ποιά ἑνότητα; Γιά ποιά ἑνότητα μιλᾶμε; Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει, δέν ἔχει διασπασθεῖ ποτέ, ἁπλῶς κάποιοι ξεκόπηκαν. Οἱ Παπικοί, οἱ Προτεστάντες ἔχουν φύγει ἀπό τήν Ἐκκλησία. Εἶναι αἱρετικοί. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τώρα ἄν βρεθεῖ μία Σύνοδος καί πεῖ «Ὄχι, εἶναι κι αὐτοί Ἐκκλησία», μπορεῖ νά τό πεῖ, ἀλλά δέ θά εἶναι Σύνοδος Ὀρθόδοξη, θά εἶναι Ληστρική. Κι ἔχουμε τέτοιες Συνόδους ληστρικές, οἱ ὁποῖες καταρρίφθηκαν ἀπό τή συνείδηση τοῦ λαοῦ καί δέν πέρασαν αὐτά πού ἀποφάσισαν. Ὁπότε μήν ἀνησυχεῖτε. Νά ἀνησυχοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας ὁ καθένας, ἄν ὄντως εἴμαστε ὀρθόδοξοι κι ἄν ζοῦμε σωστά καί ὀρθόδοξα. Ὁπότε μετά θά εἴμαστε μέ τόν Χριστό καί μέ τήν Ἐκκλησία.

Ἔτσι λέγανε στόν Ἅγιο Μάξιμο «Ἐσύ μέ ποιόν εἶσαι;» καί ἔλεγε «Ἐγώ εἶμαι μέ τήν Ἐκκλησία». Μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό ἡ ἀλήθεια νά ξέρετε εἶναι πάντα πλειοψηφία. Ἄς εἶσαι καί ἕνας. Ὅταν ἔχεις τήν ἀλήθεια, εἶσαι πλειοψηφία. Σήμερα μᾶς ἔχουν περάσει τό μήνυμα ὅτι αὐτό πού κάνουν οἱ πολλοί εἶναι ἡ ἀλήθεια. Λάθος.

Σήμερα οἱ πολλοί μπορεῖ νά φαίνονται ὅτι ἀποδέχονται τήν ὁμοφυλοφιλία σάν κάτι τό φυσιολογικό. Μπορεῖ νά φτάσουμε σ’ αὐτό τό σημεῖο. Δέν εἶναι τό σωστό, γιατί ἀντίκειται στήν Ἁγία Γραφή πού τό λέει ξεκάθαρα ὅτι εἶναι ἁμάρτημα καί δέ μπορεῖς νά πᾶς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μ’ αὐτό τό ἁμάρτημα. Ὀφείλεις νά τό πεῖς. Εἶσαι μέ τήν ἀλήθεια κι ἄς εἶσαι ἕνας.

- Ἐρ.: Θέλω νά μοῦ πεῖτε ἐπειδή χαρακτηρίσατε τήν ὑποκρισία βαρύ ἁμάρτημα γιατί στή θεατρολογία θεωρεῖται Τέχνη ὑποκριτική καί μάλιστα κατέχει ἐξέχουσα θέση; Δηλαδή αὐτή τήν ἀντιδιαστολή νά τήν ἑρμηνεύσετε.

- Ἀπ.: Θά μέ πεῖτε αὐστηρό! Ἀλλά νά σᾶς ρωτήσω κάτι (ὄχι ἐσᾶς προσωπικά); Γνωρίζετε, ἄν ἕνας πού ἦταν θεατρίνος στά πρῶτα χρόνια, πού οἱ ἄνθρωποι κατηχοῦντο πρίν βαπτιστοῦν καί μπορεῖ νά διαρκοῦσε ἡ κατήχηση καί τρία χρόνια, μποροῦσε νά κατηχηθεῖ -ὄχι νά βαπτισθεῖ. Ξέρετε; Δέ μποροῦσε κἄν νά κατηχηθεῖ. Δέν τόν δεχόντουσαν.

Τό ψέμα, γιατί τό θέατρο οὐσιαστικά εἶναι ψέμα, ὑποκρισία, συνδέεται μέ τήν ἀνηθικότητα. Εἶχα ἕνα πνευματικοπαίδι πού δούλευε σ’ ἕνα θέατρο καί μοῦ ἔλεγε δυστυχῶς ‘οἱ πλεῖστοι εἶναι ὁμοφυλόφιλοι’. Τό λέω καί ντρέπομαι, ἀλλά ἔτσι εἶναι. Συνδέεται ἄμεσα ἡ ὑποκρισία, τό ψέμα καί εἶναι λογικό. Γιατί, ὅταν λές ψέματα, ἔστω κι ἀπό σκηνῆς καί πέφτει χρῆμα γι’ αὐτό, οὐσιαστικά κάνεις ἐπίσημα ἕνα ἁμάρτημα καί βραβεύεσαι κιόλας. Σέ συγκρίνουν καί μέ τόν κατώτερο, σοῦ δίνουν καί βραβεῖο Καννῶν κ.λ.π. Βραβεύουμε τόν καλύτερο ψεύτη δηλαδή, τόν ἀρχιψεύτη. Ἔχει γίνει ἐπιστήμη καί ἔχει γίνει καί τέχνη. Θέατρο, σοῦ λέει. Στό σχολεῖο κάνουν καί μάθημα θεατρολογίας. Ἀπαράδεκτα πράγματα. Αὐτή εἶναι ἡ ἀγωγή πού θά δώσουμε στά παιδιά; Δηλαδή νά τά μάθουμε νά παίζουνε θέατρο. Ἔχουμε γίνει μιά κοινωνία θεατρίνων πού κανένας δέν ἐμπιστεύεται κανέναν καί ἔχει ψυγεῖ ἡ ἀγάπη. Τί νά ἀγαπήσεις; Ἀφοῦ δέν ξέρεις τί εἶναι ὁ ἄλλος. Λέει ἡ κοπέλα ‘μοῦ λέει ἀλήθεια ἤ ψέματα’; Κι ὁ νέος τό ἴδιο. Μπορεῖ νά σταθεῖ μετά ἡ οἰκογένεια; Ζεῖς μιά σχιζοφρένεια. Στό τέλος καταλήγεις μόνος. Μιά ἀπέραντη μοναξιά καί δέ θέλεις νά ξέρεις κανέναν καί νά σέ ξέρει κανένας. Σιχαίνεσαι στό τέλος τό ψέμα. Βλέπετε πού ὁδηγεῖ αὐτό; Ἀλλά ὁ διάβολος μᾶς τά πλασάρει μέ περιτυλίγματα. Σοῦ λέει ‘εἶδες τί ὡραῖο πράγμα εἶναι αὐτό’; Βάλτο καί στό σχολεῖο. Νά μάθουν τά παιδιά θέατρο. Ἐπιστήμη. Ἔχει γίνει τό ψέμα ἐπιστήμη. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη μας διαστροφή. Γι’ αὐτό καί οἱ Χριστιανοί δέν δεχόντουσαν τούς θεατρίνους. Ἔπρεπε νά ἀλλάξουν ἐπάγγελμα γιά νά μποῦν στούς κατηχούμενους, νά ἀκούσουν λόγο Θεοῦ. Ἀλλιῶς δέν ἔχεις μετανοήσει, ὅταν μπαίνεις σέ τέτοια περιβάλλοντα καί παίζεις ρόλους. Τό Βάπτισμα προϋποθέτει μετάνοια. Ἀλλαγή ζωῆς.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


πηγή


το είδαμε εδώ

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...