Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία


Περί τῆς θεραπείας τοῦ νοῦ ὡς τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας
Πατερική Θεολογία, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁμιλία Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου*
(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πού μπορεῖτε νά ἀκούσετε ἐδῶ.)

Εἰσαγωγικά 
Μέ τήν ἔναρξη τῶν κυριακάτικων συνάξεων γιά φέτος θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἐξετάσουμε κάποια θέματα, πού ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο καί τήν Ἐκκλησία.

Θά ἀναφερθοῦμε δηλαδή σέ βασικά ζητήματα, σχετικά μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τί εἶναι ὁ νοῦς καί ποιός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί χρειάζεται καί τί ἐξυπηρετεῖ ἡ Ἐκκλησία; Γιατί δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε χωρίς αὐτήν; Ὅλα αὐτά εἶναι θεμελιώδη κεφάλαια κατήχησης, πού πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά γνωρίζουμε γιά νά μαθαίνουμε πῶς νά ζοῦμε χριστιανικά.

Τά κείμενα γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν θεμάτων μας τά ἀντλοῦμε ἀπό ἕνα σύγχρονο, κορυφαῖο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας -ἔχει κοιμηθεῖ πρόσφατα- τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος ἔκανε μία μεγάλη τομή, ὄχι τόσο στά θεολογικά γράμματα οὔτε στή Θεολογία, γιατί τήν τομή εκεί τήν ἔχουν κάνει οἱ Ἅγιοι Πατέρες.... 

Ἁπλῶς ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐπανέφερε τήν Πατερική Θεολογία στό προσκήνιο τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας, ἡ ὁποία (Ἑλλάδα) εἶχε πάρει ἕνα δρόμο δυτικότροπο, προτεσταντίζοντα, θά λέγαμε, πού δυστυχῶς ὑπάρχει μέχρι σήμερα.Ἐπικρατεῖ δηλαδή μία ἀντίληψη γιά τόν Θεό, διαφορετική ἀπό αὐτήν πού πρέπει νά ἔχουμε. Μία ἀντίληψη πού ἔχουν στή Δύση. Ὅτι ὁ Θεός εἶναι τιμωρός ἤ ὅτι ὁ Θεός γίνεται καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός, ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἄν εἶναι κακός, ὁ Θεός τόν ἀποστρέφεται.

Αὐτά δυστυχῶς ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καί ἐνδεχομένως νά καλλιεργήθηκαν μερικές φορές μέσα καί ἀπό τίς θρησκευτικές ὀργανώσεις, τά κατηχητικά κτλ. Διαιωνίζονται δέ μέχρι σήμερα ὡς κατάλοιπα, παρόλο πού λέμε ὅτι κατά κάποιο τρόπο ἀνακαλύψαμε ξανά καί ἐπανήλθαμε στίς πατερικές μας ρίζες. Ἐντούτοις ἀκόμη ὑπάρχουν.

Καλό εἶναι λοιπόν νά κάνουμε μία ἀναδίφηση σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ὥστε νά βάλουμε σέ σωστές βάσεις τήν πνευματική μας ζωή. Γιατί, καθώς φαίνεται, πολλοί χριστιανοί, ζώντας ἐπιφανειακά, δέν βιώνουμε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, πού οὐσιαστικά εἶναι τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Δέν ζοῦμε δηλαδή τή σωτηρία μας καί δέν χαιρόμαστε πραγματικά τήν πνευματική μας ζωή.

Ὁ Κύριος ἦλθε στή γῆ, γιά νά μᾶς δώσει ζωή καί μάλιστα περίσσεια ζωῆς. Αὐτή ἡ περίσσεια ζωῆς εἶναι ἡ μετοχή μας στό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά, ἄν κάποιος δέν ζήσει σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν θεραπεύεται ἀπό τά πάθη του. Ἑπομένως δέν βιώνει οὔτε μετέχει σέ αὐτή τή Χάρη, σέ αὐτή τή χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μπορεῖ μέν νά πηγαίνει κανείς στήν Ἐκκλησία, μπορεῖ καί νά ἐξομολογεῖται, νά κάνει καί κάποιες προσευχές, πού τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός ἀλλά δέν ἔχει αὐτή τήν πληρότητα ζωῆς, τήν ὁποία ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μᾶς δώσει ὁ Θεός. Νιώθει ὅτι κάτι δέν πάει καλά, ὅτι κάτι τοῦ λείπει. Δέν ἔχει αὐτό, πού θά ἤθελε νά ἔχει.

Βέβαια αὐτό συμβαίνει, γιατί ὁ Χριστός δέν μᾶς κάλεσε σέ μία ἀποσπασματική, θά λέγαμε, βίωση ἀλλά σέ μία ὁλοκληρωτική ἕνωση μαζί Του. Νά μήν ἔχουμε δηλαδή μόνο κάποιες στιγμές ἕνωσης ἤ τέλος πάντων κοινωνίας μέ τόν Θεό ἀλλά ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ στιγμές νά εἶναι ἑνωμένες μαζί Του. Νά ζοῦμε δηλαδή τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί νά βιώνουμε τί θά πεῖ μετάνοια.

Ὁ πολύς κόσμος νομίζει ὅτι μετάνοια εἶναι τό νά νιώσεις κάποια λύπη γιά κάποιο κακό πού ἔκανες, ἄντε νά πεῖς καί μία συγγνώμη στόν Θεό καί μετά νά πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς· καί αὐτό θεωρεῖται μετάνοια. Ὄχι δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Ἄν κοιτάξουμε τί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, θά δοῦμε πώς μετάνοια εἶναι ἡ μετα-κίνηση τοῦ νοῦ ἀπό τά μάταια, τά ἁμαρτωλά καί τά ἐμπαθῆ πρός τόν Θεό. Αὐτή ἡ μετακίνηση, ἡ μετατόπιση τοῦ νοῦ δηλαδή, πρέπει νά εἶναι συνεχής. Κάθε στιγμή πρέπει νά φέρνεις τόν νοῦ σου πρός τόν Θεό, νά βλέπει πρός τόν Θεό.

Στήν εὐαγγελική περικοπή τοῦ πλούσιου νεανία οἱ Ἀπόστολοι ρώτησαν τόν Κύριο: «Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριε, νά σωθοῦμε; Ἄν εἶναι τόσο δύσκολο πράγμα ἡ σωτηρία, ἐφόσον καί οἱ πλούσιοι δέν θά σωθοῦν, ποιός τελικά θά σωθεῖ;». Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστίν» (Λουκ. ιη΄ 18-27). Τό ἴδιο λέει καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: «Θέλεις νά σωθεῖς; Ἐγώ θά σέ σώσω!»

Ἡ σωτηρία μας βέβαια δέν εἶναι μόνο τά καλά μας ἔργα. Εἶναι δηλαδή λάθος ἡ ἰδέα, πού καλλιεργήθηκε ὅτι καλός χριστιανός εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος κάνοντας καλές πράξεις, γίνεται λίγο καλύτερος κάθε ἡμέρα καί ὅτι αὐτό εἶναι χριστιανική ζωή. Εἶναι καί αὐτή μία ἐπιπλέον λανθασμένη ἀντίληψη, πού μᾶς ἦλθε ἀπό τή Δύση καί ἀπό τόν προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει περί πολλοῦ τά καλά ἔργα, ὅπως καί ὁ παπισμός.

Δέν εἶναι ἡ σωτηρία μας τά ἔργα μας. Ἀντίθετα ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι δωρεάν, εἶναι χάριτι· δηλαδή δέν ἀξίζουμε τόν Παράδεισο. Ὁ Θεός μᾶς τόν χαρίζει, μᾶς τόν δωρίζει. Ὅσα καλά ἔργα καί νά κάνουμε, ἄν αὐτά δέν ἔχουν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκάθαρτα κι ἀνώφελα.

Γιατί ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. ιη΄ 20). Καί τό ἀληθινό ἀγαθό εἶναι μόνο αὐτό, πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό. Ἄν λοιπόν δέν ἔλθει ὁ Θεός γιά νά ἐργασθεῖ μέσα σου καί μαζί σου, γιά νά συνεργασθεῖ καί νά ἔχεις τή Χάρη Του ἐνεργή, ὅ,τι καί ἄν κάνεις, εἶναι ἁμαρτία· δέν εἶναι καλό. Αὐτό μᾶς τό λέει ἀπερίφραστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦ Θεοῦ μή ἐνεργοῦντος ἐν ἡμίν, ἁμαρτία πᾶν τό παρ΄ ἡμῶν γινόμενον». Καί στή νεοελληνική: «ἄν δέν ἐνεργεῖ ὁ Θεός μέσα μας, κάθε τί, πού γίνεται ἀπό μᾶς, εἶναι ἁμαρτία».

Γι’ αὐτό πρέπει νά ἐπανεξετάσουμε καί νά ἐπαναπροσδιορίσουμε μέσα μας τί πιστεύουμε γιά τόν Θεό, πῶς νομίζουμε ὅτι σωζόμαστε, τί σημαίνει γιά μᾶς μετάνοια, τί σημαίνει γιά μᾶς πνευματική ζωή; Βιώνουμε τή χαρά καί τήν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔχει πεῖ ὁ Θεός ὅτι θά ἔχουμε ὡς καρπό;

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια. (Πρός Γαλάτας ε΄ 22 – στ΄ 2». Τά ζῶ αὐτά ἐγώ; Μήπως ἔχω πάρει τή ζωή μου λάθος καί τήν πνευματική μου ζωή λάθος καί τόν τρόπο ποῦ ζῶ μέσα στήν Ἐκκλησία λάθος; Γι΄ αὐτό καί δέν ἔχω τή χαρά καί τήν εἰρήνη, πού ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός;


Ἔτσι θά δοῦμε ὅτι αὐτά, τά ὁποία λέει ὁ π. Ἰωάννης, εἶναι πολύ χρήσιμα, ἐποικοδομητικά καί, θά λέγαμε, ἀνατρεπτικά τῶν ἀντιλήψεων, πού ἐπικρατοῦν σήμερα ἀνάμεσα στούς θρησκευόμενους ἀνθρώπους. Διότι δέν θά ἀναφερθοῦμε στούς ἐκτός της Ἐκκλησίας, στούς ἄθεους ἤ τούς ἀδιάφορους, πού δέν ἔχουν καμία σχέση ἀλλά θά μιλήσουμε γιά μᾶς.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ~ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ἀνάλυση Πρώτου Κεφαλαίου Πατερικῆς Θεολογίας**

1. Τί εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου 

Ὅταν λέμε μετάνοια, ἐννοοῦμε τή μετα-κίνηση τοῦ νοῦ. Τή μετάθεση τοῦ νοῦ ἀπό τά μάταια πρός τόν Θεό. Καί τό κλειδί στόν ἄνθρωπο, νά ξέρετε, εἶναι ὁ νοῦς. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο σῶμα· εἶναι διφυής. Εἶναι σῶμα καί ψυχή. Ἀλλά τό ἀνώτερο κομμάτι του εἶναι ἡ ψυχή. Καί τό ἀνώτερο κομμάτι τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς. Ἡ ψυχή ἔχει δυνάμεις. Ἡ σπουδαιότερη δύναμη τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς. Προσέξτε ὅμως: Ὁ νοῦς εἶναι ἄλλο πράγμα ἀπό αὐτό, πού λένε οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι νοῦ, ἐννοώντας τόν ἐγκέφαλο. Γιά τούς Πατέρες, νοῦς δέν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος οὔτε ἡ διάνοια. Ἄλλο εἶναι ὁ νοῦς καί ἄλλο ἡ διάνοια.

(Σημείωση: Αὐτά, καλό εἶναι, νά τά ξεκαθαρίσουμε, ὥστε, ὅταν διαβάζουμε τούς Πατέρες, νά τούς καταλαβαίνουμε καλύτερα).

Ὁ νοῦς λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ σπουδαιότερη δύναμη τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό μάτι τῆς ψυχῆς, ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. Ὅπως τό σῶμα ἔχει αἰσθήσεις καί ἔχει μάτια, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἔχει μάτια. Τό μάτι τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖο βλέπει, εἶναι ὁ νοῦς. Ὑπάρχουν καί ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, πού εἶναι κατώτερες ἀπό τόν νοῦ. Μετά τόν νοῦ εἶναι ἡ διάνοια (σκέψη), ἡ φαντασία, ἡ δόξα (κρίση) καί ἡ αἴσθηση.

(Σημείωση: Δέν θά ἀσχοληθοῦμε ὡστόσο μέ ὅλα αὐτά, γιά νά μήν μπερδευτοῦμε).

Θά μιλήσουμε ὅμως γιά τόν νοῦ, πού εἶναι ἡ σπουδαιότερη δύναμη. Ἡ ὅλη μας φροντίδα θά πρέπει νά ἀποβλέπει στό νά ἑνώσουμε τόν νοῦ μας μέ τόν Θεό, νά θεραπεύσουμε δηλαδή τόν νοῦ μας. Γιατί, τί μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Ὅτι μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί μετά τίς ἀλλεπάλληλες πτώσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, πού ἀκολούθησαν, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου σκοτίζεται.

Ὅπως δηλαδή στά σωματικά μάτια, πού δέν λειτουργοῦν σωστά, ἔρχεται σιγά σιγά τό σκοτάδι καί φτάνει κάποια στιγμή ὁ ασθενής νά τυφλωθεῖ τελείως, ἔτσι συμβαίνει καί στήν ψυχή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ σωστά, σκοτίζεται ὁ ὀφθαλμός της, πού εἶναι ὁ νοῦς. Καί ὁ νοῦς πλέον δέν βλέπει. Τί δέν βλέπει; Τόν Θεό.

Γιατί ὁ νοῦς, τά μάτια τῆς ψυχῆς, εἶναι φτιαγμένα γιά νά βλέπουν τόν Θεό·καί τότε ἔχουν φῶς. Ὅπως καί τά σωματικά μάτια. Εἶναι φτιαγμένα γιά νά βλέπουν τό φῶς, τόν ἥλιο. Ἅμα ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀρρωστήσει, τά μάτια δέν λειτουργοῦν σωστά, σκοτίζονται. Καί τί γίνεται τότε; Παύει νά ὑπάρχει ὁ ἥλιος; Ὄχι. Ὁ ἥλιος ὑπάρχει ἀλλά ὁ τυφλός δέν τόν βλέπει.

Παρομοίως συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Ὅταν σκοτιστεῖ, ὅταν ἀρρωστήσει δηλαδή ἀπό τά πάθη, σκοτίζονται τά μάτια της καί φθάνει ὁ ἄνθρωπος νά πεῖ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ὅτι δέν βλέπει τόν Θεό. Καί νά ἀναρωτιέται: «Ἐσύ, ποῦ τόν βλέπεις τόν Θεό;».

Ὁ Θεός ὑπάρχει ἀλλά αὐτός, ἐπειδή ἔχει κατεστραμμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς, ἄρρωστα καί σκοτισμένα, δέν βλέπει πλέον τόν Θεό. Γι΄ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός πώς, ὅταν καθαρίσετε τά μάτια τῆς ψυχῆς σας, τόν νοῦ – πού ἀλλιῶς λέγεται καί καρδία στούς Πατέρες – τότε θά δεῖτε τόν Θεό.

Ὅ,τι ἰσχύει γιά τό σῶμα, πού πηγαίνεις δηλαδή στόν γιατρό καί σοῦ λέει ὅτι πρέπει νά πάρεις ἀντιβίωση, νά φύγει τό μικρόβιο, γιά νά λειτουργήσουν τά μάτια σου καί νά δεῖς, τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ψυχή. Θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά πάρει πνευματική ἀντιβίωση, νά μετανοήσει. Τότε τά μάτια τῆς ψυχῆς θά καθαρίσουν καί θά δεῖ πάλι τό φῶς, τόν Θεό.«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε’, 8).

Καί ποιά εἶναι ἡ σκοπιμότητα τῆς Ἐκκλησίας; Ἀκριβῶς τό νά κάνει αὐτή τή θεραπεία. Νά μᾶς δώσει αὐτή τήν ἀντιβίωση, τήν πνευματική, γιά νά θεραπευτοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας.

(Σημείωση: Τά λέμε βέβαια συνοπτικά στήν ἀρχή ἀλλά στή συνέχεια θά τά ἐξηγήσουμε ἀναλυτικότερα).

Ἔλεγε λοιπόν o π. Ιωάννης                                               
       (Ἀρχή Πατερικῆς Θεολογίας)   
                          
 «Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι 
ἡ κύρια μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε θεράπευε τόν χῶρο τῆς ψυχῆς».


Προσέξτε: πρέπει νά εἶναι ἡ κύρια μέριμνα. Δυστυχῶς καί σήμερα σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἐκτραπεῖ. Ἀκοῦμε καί τούς πολιτικούς καί τά ΜΜΕ, πού μᾶς κάνουν πλύση ἐγκεφάλου -καί δέν πρέπει νά τούς ἀκοῦμε- νά μᾶς λένε ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά περιοριστεῖ στόν ρόλο της. Καί ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φιλανθρωπία, λένε. Νά κάνει ἐλεημοσύνες, νά προσέχει τούς λαθρομετανάστες, νά ἐλεεῖ τούς φτωχούς κτλ. Θεωροῦν πώς αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας μαζί μέ τή λατρεία (Θεῖες Λειτουργίες κ.α.) καί τίποτε ἄλλο. Αὐτός ὅμως εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας; Φυσικά καί ὄχι. Αὐτό εἶναι λάθος.

Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά θεραπευτεῖ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

Νά θεραπευτεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού εἴπαμε πώς εἶναι ἡ κύρια δύναμη τῆς ψυχῆς.

Καί τί σημαίνει θεραπεία;

Νά ἀποβάλει τόν σκοτισμό.

Νά ξεσκοτιστεῖ. Γιά νά μπορέσει νά δεῖ τόν Θεό.

Γιατί δέν βλέπει τόν Θεό;

Γιατί εἴπαμε πώς ἔχει τά πάθη, τά ὁποῖα καλλιεργήθηκαν δυστυχῶς ἀπό τήν πολύ μικρή ἡλικία, ἀπό τούς γονεῖς πρῶτα πρῶτα. Κατεξοχήν τά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς φιλαυτίας. Ἔτσι σκοτίστηκαν τά μάτια τῆς ψυχῆς. Γι΄ αὐτό σήμερα τά παιδιά εἶναι ἄθεα. Διότι οἱ γονεῖς μέ τά πάθη, πού ἐνεφύσησαν στά παιδιά, σκότισαν τά μάτια τῆς ψυχῆς τῶν παιδιῶν, οὕτως ὥστε αὐτά νά μήν βλέπουν πλέον τόν Θεό. Μέ ἀποτέλεσμα νά βλέπουμε, φερειπεῖν, παιδιά δεκατεσσάρων ἐτῶν νά δηλώνουν ἄθεα – καί ἀγόρια καί κορίτσια.

«Εἶχε διαπιστώσει (ἡ Ἐκκλησία), ἀπό τήν Ἑβραϊκή παράδοσι καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους ὅτι στόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς λειτουργεῖ κάτι, πού οἱ Πατέρες ὠνόμασαν «νοῦν».

Αὐτός ἦταν ἀνέκαθεν ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἄσχετα μέ τό τί λέγεται σήμερα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀκόμη καί οἱ Ἅγιοι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶχαν καταλάβει κάτι: ὅτι μέσα στήν καρδιά, στή φυσική καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὑπάρχει καί λειτουργεῖ μία δύναμη. Αὐτή τή δύναμη οἱ Πατέρες τήν ὀνόμασαν νοῦ. Ἐνῶ μέχρι τότε ὁ νοῦς ταυτιζόταν μέ τή διάνοια, οἱ Πατέρες εἶπαν ὄχι σέ αὐτή τήν ἀντίληψη καί ὅρισαν ὅτι νοῦς εἶναι αὐτή ἡ νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ψυχικά ἀνθρώπου.

Ἄς τό ποῦμε τώρα πιό ἁπλά: Ἡ ψυχή ἔχει μέσα της τόν νοῦ. Καί αὐτός ὁ νοῦς ἔχει οὐσία, ἔχει καί ἐνέργεια. Ἡ ψυχή λοιπόν, πού ταυτίζεται οὐσιαστικά μέ τόν νοῦ, ἔχει οὐσία, ἔχει καί ἐνέργεια. 

Αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ὀνομάστηκε ἀπό τούς Πατέρες νοερά ἐνέργεια.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, ἡ νοερά ἐνέργεια λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νοσεῖ ψυχικά αὐτή ἡ ἐνέργεια ἔχει φύγει ἀπό τήν καρδιά καί εἶναι διασκορπισμένη στά κτίσματα. Καί ὁ νοῦς τότε ἔχει διασκορπιστεῖ. Εἴδατε, που λέμε πολλές φορές «προσπαθῶ νά συμμαζέψω τόν νοῦ μου;». Αὐτή τήν ἔννοια ἔχει. Νά μαζέψω δηλαδή τή νοερά ἐνέργεια, νά τή συγκεντρώσω στήν καρδιά μου, γιά νά μπορέσω μετά νά μιλήσω στόν Θεό.

Γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε σωστή προσευχή;

Γιατί, ἐνῶ πᾶμε νά ποῦμε κάτι στόν Θεό, διασπᾶται ἡ προσοχή μας καί δέν μπορεῖ νά μείνει στόν Θεό, παρά μόνο γιά λίγο; Ἐπειδή ἀκριβῶς ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀρρώστια, δηλαδή δέν λειτουργεῖ σωστά ὁ νοῦς. Συνεπῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ἀντί νά εἶναι μέσα στήν καρδιά, ὅπως εἶναι τό φυσικό του ἀνθρώπου – ἔτσι τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός – εἶναι σκορπισμένη πρός τά ἔξω, πρός τά κτίσματα πηγαίνοντας πότε ἐδῶ καί πότε ἐκεῖ. Ἄς πάρουμε τήν περίπτωση τοῦ πλούσιου νεανίσκου, πού ἀναφέρεται στό Εὐαγγέλιο. Ὁ νοῦς του ποῦ ἦταν; Ἦταν στόν Θεό; Ὄχι. Ἦταν στά χρήματα.

Γί αὐτό, ὅταν τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «Νά πουλήσεις τά ὑπάρχοντά σου» εἶναι σάν νά ἐννοοῦσε: «νά ἀποδεσμευτεῖς ἀπό αὐτά, ὥστε νά καταφέρεις τί; Νά μετα-νοήσεις, νά μετα-κινήσεις δηλαδή τόν νοῦ σου ἀπό αὐτά, στά ὁποῖα εἶσαι προσκολλημένος, νά τόν φέρεις στήν καρδιά σου καί μετά νά βρεῖς Ἐμένα, πού ὑπάρχω μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου». Γιατί ὁ Κύριος ὑπάρχει στήν καρδιά τοῦ κάθε βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπως εἴμαστε ὅλοι μας. Ὅμως, ὅσο ὁ νοῦς εἶναι σκόρπιος, δέν μπορεῖ νά δεῖ τόν Θεό.

Σχετικά ὁ Μέγας Βασίλειος διευκρινίζει μέ ὡραῖο τρόπο πώς: «ὅταν ὁ νοῦς δέν σκεδάννυται ἐπί τά ἔξω…» δέν σκορπίζεται δηλαδή πρός τά ἔξω, τότε ἔρχεται στόν ἑαυτό του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ του ἀνεβαίνει στόν Θεό.

Αὐτή λοιπόν εἶναι ἡ πορεία, πού μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία καί αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας: νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο, ὥστε νά θεραπευτεῖ ὁ νοῦς του, νά μαζευτεῖ στήν καρδιά του καί νά ἀνέβει μετά στόν Θεό.

Συνεπῶς, ὅταν οἱ Πατέρες ἀναφέρονται στόν νοῦ, δέν ἐννοοῦν τή σκέψη ἤ τή διάνοια ἀλλά ἐννοοῦν αὐτή τήν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού τή λέμε νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑγιής πνευματικά. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι ἄρρωστος πνευματικά, ἡ νοερά ἐνέργεια ἔχει διασκορπιστεί στά κτίσματα καί ἔχει μπερδευτεῖ μέ τή σκέψη, μέ τόν ἐγκέφαλο. Ἔτσι λογισμοί, οἱ ὁποῖοι θά ἔπρεπε νά ὑπάρχουν μόνο στόν ἐγκέφαλο, πηγαίνουν καί στήν καρδιά καί τή μολύνουν.

(Σημείωση: Αὐτά θά τά διευκρινίσουμε καί πιό κάτω. Ἁπλῶς κάποιες νύξεις κάνουμε τώρα).

«Πήρανε δηλαδή τόν παραδοσιακόν «νοῦν», πού σημαίνει διάνοια καί λόγος, καί κάνανε μία διαφοροποίησι. Ὠνόμασαν νοῦν αὐτήν τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ψυχικά ἀνθρώπου. Δέν γνωρίζομε πότε ἔγινε αὐτή ἡ διαφοροποίησις, διότι συμβαίνει ἐπίσης μερικοί Πατέρες νά ὀνομάζουν μέ τήν ἴδια λέξι, νοῦν, καί τήν λογική, ἀλλά καί τήν νοερά ἐνέργεια, ὅταν αὐτή κατεβαίνη καί λειτουργῆ στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς.

Ὁπότε ἐξ αὐτής της ἀπόψεως ἡ νοερά ενέργεια είναι μία καί μόνη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία στόν μέν ἐγκέφαλο λειτουργεῖ ὡς λογική, ἡ ἴδια ὅμως λειτουργεί συγχρόνως καί στήν καρδιά ὡς νοῦς. 

Δηλαδή τό ἴδιο ὄργανο, ὁ νοῦς, προσεύχεται ἀδιάλειπτα στήν καρδιά, σέ όσους ἐννοείται ἔχουν ἀδειάλειπτη καρδιακή προσευχή, καί συγχρόνως σκέπτεται π.χ. μαθηματικά προβλήματα καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο, στόν ἐγκέφαλο».

Γιά νά τό ποῦμε μέ ἁπλά λόγια, θά λέγαμε πώς ἔχουμε μέσα στόν ἄνθρωπο δύο κέντρα. Τό ἕνα κέντρο εἶναι ἡ καρδιά καί τό ἄλλο κέντρο εἶναι ἡ διάνοια, ὁ ἐγκέφαλος. Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ὁ νοῦς, λειτουργεῖ καί μέσα στήν καρδιά καί μέσα στόν ἐγκέφαλο. Ἀλλά ἔχει διαφορετικό ρόλο. Ὅταν ὁ νοῦς λειτουργεῖ στήν καρδιά ἔχουμε τήν προσευχή, τήν ἀναφορά στόν Θεό καί, ὅταν λειτουργεῖ στόν ἐγκέφαλο, τότε ἔχουμε τή σκέψη, ἔχουμε τή λογική. Καί μπορεῖ μέσω τοῦ ἐγκεφάλου ὁ ἄνθρωπος νά ἀντιλαμβάνεται τό περιβάλλον. Ἔρχονται διάφορα ἐρεθίσματα ἀπό τό περιβάλλον στόν ἐγκέφαλο, πού τά ἐπεξεργάζεται μέ τή λογική. 

Αὐτά τά δύο κέντρα (καρδιά-νοῦς καί διάνοια-ἐγκέφαλος) πρέπει νά λειτουργοῦν ξεχωριστά. Στόν ἐμπαθῆ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι μπερδεμένα. Πολλά πράγματα λοιπόν, πού ὑπάρχουν στόν ἐγκέφαλο, κατεβαίνουν καί στήν καρδιά, ὅπως παραδείγματος χάρη οἱ διάφοροι λογισμοί. Ἔτσι ἡ καρδιά μολύνεται.

«Πρέπει νά ποῦμε ὅτι αὐτό πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει νοῦν ταυτίζεται μέ αὐτό πού οἱ Πατέρες ὀνομάζουν διάνοια. Εἶναι μία διαφορά στήν ὁρολογία. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγη «προσεύξομαι τῷ πνεύματι»[1] ἐννοεῖ αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες «προσεύξομαι τῷ νοΐ». Καί, ὅταν λέγη «προσεύξομαι τῷ νοΐ», ἐννοεῖ «προσεύξομαι τή διανοία».

Ὑπάρχει προσευχή, πού γίνεται μέ τήν καρδιά, ὑπάρχει καί προσευχή, πού λέγεται μέ τή διάνοια, μέ τή σκέψη, μέ τόν ἐγκέφαλο, μέ τή λογική. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέλει ἡ προσευχή νά γίνεται καί μέ τήν καρδιά ἀλλά καί μέ τή λογική. Νά καταλαβαίνει δηλαδή καί ὁ ἄνθρωπος αὐτά πού λέει. Νά τά παρακολουθεῖ καί ἡ λογική.

«Τό ὄνομα «νοῦς» τῶν Πατέρων δέν εἶναι ὁ «νοῦς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά εἶναι τό πνεῦμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅταν λέγη προσεύξομαι τῷ νοΐ, προσεύξομαι τῷ πνεύματι ἤ ψαλλῶ τῷ νοΐ, ψαλλῶ τῷ πνεύματι, καί ὅταν λέγη τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἠμῶν, μέ τήν λέξη “πνεῦμα” ἐννοεῖ αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες “νοῦν”. Καί μέ τήν λέξη νοῦς ἐννοεῖ τήν διάνοια, τήν λογική».

Ὑπάρχει μία διαφορά στήν ὁρολογία. Εἶναι μία διαφορετική ἑρμηνεία. Ἐμεῖς κρατᾶμε τήν ἑρμηνεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι μεταγενέστεροι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τήν ἄποψη δηλαδή, πού λέει ὅτι ὁ νοῦς εἶναι ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τόν Θεό.

Καί αὐτός ὁ νοῦς, αὐτή ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, θά πρέπει νά εἶναι καθαρή, δηλαδή νά εἶναι μέσα στήν καρδιά καί ἐκεῖ μέσα νά μήν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο. Νά μήν ὑπάρχουν σκέψεις ἤ λογισμοί ἀπό τό περιβάλλον, ἀπό τόν ἐγκέφαλο ἤ ἀπό τή φαντασία. Διότι, ὅταν αὐτοί οἱ λογισμοί κατέβουν στήν καρδιά, τή μολύνουν. Ἄρα ὅλη ἡ προσπάθεια, πού πρέπει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι νά καθαρίσει τήν καρδιά του.

Χρειάζεται ὁ νοῦς του νά εἶναι καθαρός καί ἡ καρδιά του νά μήν ἔχει κανέναν ἄλλο λογισμό· οὔτε κακό οὔτε καλό. Τότε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Μπορεῖ νά μιλήσει στόν Θεό σωστά καί νά φθάσει στό ζητούμενο. Δηλαδή στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί στήν ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτό, πού οἱ Πατέρες ὀνομάζουν θέωση.

«Στήν ἔκφρασί του (τοῦ Ἀποστόλου Παύλου δηλαδή) «τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἠμῶν»[2] μιλάει γιά δύο πνεύματα: Γιά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί γιά τό ἀνθρώπινο πνεῦμα».
 

Αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Θεία Χάρη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίσει τήν καρδιά του, τότε αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά, συμμαρτυρεῖ μέ τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ὅτι ἔγινε αὐτή ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Γι΄ αὐτό καί μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολή πώς κράζει «Ἀββᾶ ὁ Πατήρ». Ποιό; Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου φωνάζει τόν Θεό Πατέρα. Καί αἰσθάνεται πλέον ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό νά κατοικεῖ μέσα του. Αὐτό ἰσχύει γιά τόν ἄνθρωπο τόν θεωμένο, τόν καθαρό.

«Αὐτό τό ἀνθρώπινο πνεῦμα κατά κάποια παράξενη ἐξέλιξι ἐμφανίζεται ἀργότερα στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Μακαρίου του Αἰγυπτίου νά ὀνομάζεται νοῦς καί μόνο τά ὀνόματα λόγος καί διάνοια νά παραμένουν καί νά ἀναφέρωνται στήν λογική του ἀνθρώπου. Ἔτσι ταυτίσθηκε ὁ «νοῦς» μέ τό «πνεῦμα», δηλαδή μέ τήν «καρδιά». Διότι ὁ χῶρος τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ καρδιά, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο»[3].

Υποσημείωση[3]: «Πού σημαίνει, ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μιλάει στό δικό μας πνεῦμα, ὁ Θεός, δηλαδή, μιλάει μέσα στήν καρδιά μας διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βλ. Φιλοκαλία, τόμος Δ΄έκδοσις Το Περιβόλι της Παναγίας, 1987,σ. 281.

Ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στόν β’ λόγο του Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀναφέρει ὅτι ἡ «καρδιά» εἶναι ὁ ἡγεμόνας ὅλης της ὑπάρξεως· ἐκεῖ εἶναι ὁ νοῦς καί ὅλοι οἱ λογισμοί τῆς ψυχῆς. Ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τόν ὅρον καρδιά δέν ἐννοεῖ τήν φυσική καρδιά, ἀλλά τήν βαθεῖα καρδία, ἐνῶ μέ τόν ὅρο νοῦς δέν ἐννοεῖ τήν διάνοια, ἀλλά τήν ἐνέργεια τῆς καρδιᾶς, τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν οὐσία τοῦ νοῦ, δηλ. τήν καρδιά. Οἱ ὅροι καρδιά καί νοῦς ὡς οὐσία ταυτίζονται. Γι’ αὐτό προσθέτει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: Ὁ νοῦς εἶναι τό ἐνδότατο σῶμα τοῦ σώματος, δηλαδή ἡ καρδιά (ὅ.π., σ. 282). Μέ αὐτούς ταυτίζεται καί ὁ ὅρος πνεῦμα».

Φαινομενικά δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει μία σύγχυση στούς Πατέρες. Ἀλλά, ἄν κανείς προσέξει λίγο, καταλαβαίνει τό πνεῦμα τοῦ κάθε Πατέρα καί τί ἐννοεῖ, ὅταν λέει νοῦς καί καρδιά ἤ ὅταν λέει διάνοια καί λογική.

Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά ἐπαναλάβουμε γιά νά τό ξεκαθαρίσουμε εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο κέντρα. Ἔχει τό κέντρο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ὑπάρχει ὁ νοῦς, ἔχει καί τή λογική ἤ διάνοια. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, φωτισμένος καί ἔχει ἐνωθεῖ μέ τόν Θεό, αὐτά τά δύο κέντρα στόν ἄνθρωπο λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα. Εἶναι δύο διαφορετικά κέντρα. Κατά συνέπεια μπορεῖ νά προσεύχεται καί συγχρόνως νά σκέπτεται.

Ἀλλά στόν ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς, αὐτά τά δύο κέντρα εἶναι μπερδεμένα και γι΄αυτό ἔχουμε μία σύγχυση μέσα μας. Λογισμοί λοιπόν, πού θά ἔπρεπε νά εἶναι μόνο στόν ἐγκέφαλο, κατεβαίνουν στήν καρδιά καί γίνονται ἐπιθυμίες. Ἔτσι μολύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτές τίς ἐπιθυμίες, πού βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά. Γί αὐτό μας λέει ὁ Κύριος ὅτι «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. (Ματθ. 15, 19)».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί μέ τήν ὅλη ἀσκητική καί μυστηριακή ζωή καθαρίσει τήν καρδιά του καί διώξει κάθε τί ξένο καί ὅλους τούς λογισμούς ἀπό αὐτήν, τότε ἡ καρδιά γίνεται πλέον καθαρή καί τά δύο κέντρα λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα. Ἑπομένως δέν ἐμποδίζεται ὁ Ἅγιος νά προσεύχεται καί συγχρόνως νά μιλάει ἤ νά σκέπτεται κάποια πράγματα μέ τό μυαλό του.

«Ἔτσι ἡ λογική λατρεία γίνεται γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο μέ τόν νοῦν (δηλαδή μέ τήν διάνοια, τήν λογική), ἐνῶ ἡ νοερά εὐχή γίνεται μέ τό πνεῦμα καί εἶναι ἡ πνευματική εὐχή, δηλαδή ἡ καρδιακή προσευχή»[4].

Αὐτό πού κάνουμε στήν Ἐκκλησία λέγεται λογική λατρεία. Διότι μέ τή σκέψη μας, μέ τόν ἐγκέφαλό μας παρακολουθοῦμε αὐτά πού λέμε.

Ἀλλά ὑπάρχει καί ἡ νοερά εὐχή, πού εἶναι ἡ καρδιακή προσευχή, η οποία γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν ἔχει δύο κέντρα γνώσεως. Δύο γνωστικά κέντρα: 
  
· Τό κέντρο τῆς καρδιᾶς, μέ τό ὁποῖο διά τοῦ νοῦ του γνωρίζει τόν Θεό. 

·Τό κέντρο τοῦ ἐγκεφάλου, πού μέ τή λογική γνωρίζει ὄχι τόν Θεό ἀλλά τό περιβάλλον.

Υποσημείωση[4]: «Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδοσις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σ. 24, όπου αναφέρονται τα εξής: Ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Το ένα είναι ο νους, που είναι το κατάλληλο όργανο για να δεχθή την αποκάλυψη του Θεού, η οποία στην συνέχεια διατυπώνεται με την λογική, και το άλλο είναι η λογική, που γνωρίζει τον αισθητό κόσμο που μας περιβάλλει».

Ὁ Θεός ὅμως δέν εἶναι στό ὑλικό περιβάλλον δέν εἶναι ὕλη. Συνεπῶς δέν πέφτει στήν ἀντίληψη τῶν αἰσθήσεων καί δέν μπορεῖ νά γνωρισθεῖ ὁ Θεός μέσω τῶν αἰσθήσεων. Ὁ πολιτισμός ὡστόσο, ἐπειδή εἶναι ὑλικός βασίζεται μόνο στίς αἰσθήσεις. Σοῦ λέει ὁ ἄλλος, ὁ ἐπιστήμονας: «αὐτό βλέπω, αὐτό καί πιστεύω. Δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο». Πῶς δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο;

Βέβαια τό λέει αὐτό, γιατί ἔχει χάσει τό ἄλλο γνωστικό κέντρο, πού εἶναι ἡ καρδιά. Καί ἔχει μόνο τό γνωστικό κέντρο τοῦ ἐγκεφάλου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὅμως πιστέψει στόν Θεό, τότε καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει καί μία ἄλλη πηγή γνώσης, πού εἶναι ἡ καρδιά. Ἡ ὁποία καί πρώτη λειτουργεῖ στόν ἄνθρωπο καί τελευταία σταματάει.

Καί τότε μόνο πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν σταματήσει ἡ καρδιά καί ὄχι, ὅταν σταματήσει ὁ ἐγκέφαλος. Ἐξοῦ καί ἡ πλάνη τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου. Ἀλλά, ἐπειδή ὁ πολιτισμός εἶναι ἄθεος, σοῦ λένε: «σταμάτησε ὁ ἐγκέφαλος κάποιου, ἄρα πέθανε». 

Καί ὅμως δέν πέθανε, γιατί λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ καρδιά, τό ἄλλο γνωστικό κέντρο, μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος βλέπει τόν Θεό καί μπορεῖ ἐπίσης νά βλέπει καί τό περιβάλλον. 

Ὅ Ἅγιος Πορφύριος, ὁ ὁποῖος στά τελευταῖα του ἦταν τυφλός, ἔβλεπε! Πῶς ἔβλεπε; Μέ τόν ἐγκέφαλο; Ὄχι! Μέ τήν καρδιά, μέ τόν νοῦ ἔβλεπε, γιατί ἀκριβῶς εἶχε καθαρότητα μεγάλη.

Ἔτσι ἐκεῖνο, πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ἀλλ’ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διά τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἴνα καί ἄλλους κατηχήσω, ἤ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ»[5] σημαίνει ὅτι προτιμοῦσε νά πῆ πέντε λέξεις, πέντε λόγια δηλαδή, γιά νά κατηχήση τούς ἄλλους· παρά νά προσεύχεται νοερῶς».

Προτιμῶ, λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος, νά πῶ πέντε λόγια καί νά τά καταλάβετε, παρά νά προσεύχομαι νοερῶς μυστικά μέσα στήν καρδιά καί νά μή καταλάβει κανείς τίποτα. Αὐτό δηλώνει προφανῶς ἡ ρήση: «θέλω νά πῶ πέντε λόγια «διά τοῦ νοός μου ἤ μύριους λόγους ἐν γλώσση». Νά πεῖ πέντε λόγια καί νά καταλάβουν καί οἱ ἄλλοι. Πῶς νά τά πεῖ αὐτά; Μέ τή λογική. Καί φυσικά μέ τόν λόγο. Γιατί ὁ λόγος μέ τό στόμα λέει αὐτά, πού προηγουμένως εἶχε ἡ διάνοια, ἡ σκέψη.

Ἡ γλώσσα ἦταν ἡ νοερά προσευχή, τά διάφορα εἴδη τῆς νοερᾶς προσευχῆς, πού εἶχαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί. Καί δέν γινόντουσαν Χριστιανοί, πρίν ἀποκτήσουν τή νοερά προσευχή. Φρόντιζαν μάλιστα νά τήν ἀποκτήσουν καί πρίν τό βάφτισμα ἀκόμη. Νά ἔχουν δηλαδή αὐτή τήν κατάλληλη προπαρασκευή, ὥστε πενήντα ἡμέρες μετά τό βάφτισμα, ἀφοῦ ἔφθαναν καί στόν φωτισμό, ἔπαιρναν τό χρίσμα.

«Αὐτό, πού λέγει ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἑρμηνεύεται ἀπό μερικούς μοναχούς ὅτι μίλησε ὁ Ἀπόστολος γιά τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή γιά τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», πού ἀποτελεῖται ἀπό πέντε λέξεις. Ἀλλά ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιά λόγια, μέ τά ὁποία κατηχοῦσε τούς ἄλλους[6]. Διότι, πῶς μπορεῖ νά γίνη κατήχησις μέ νοερά προσευχή, ἀφοῦ ἡ νοερά προσευχή εἶναι ἐσωτερική προσευχή τοῦ ἀνθρώπου καί οἱ ἄλλοι γύρω του δέν ἀκοῦνε τίποτε; Ἡ κατήχησις ὅμως γίνεται μέ λογική διδασκαλία καί λογική λατρεία. Διδάσκουμε καί μιλοῦμε μέσω τῆς λογικῆς, πού εἶναι ἡ συνήθης ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν ανθρώπων.[7]

«Ἐπικοινωνία ὅμως ἔχουν μεταξύ τους καί ὅσοι ἔχουν νοερά εὐχή μέσα στήν καρδιά τους».

Ἄν καί ὁ ἄλλος ἔχει νοερά εὐχή μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐπικοινωνία τέτοια. Γι΄αὐτό καί βλέπουμε τούς Ἁγίους Πατέρες, πού εἶχαν νοερά προσευχή μέσα τους, νά πηγαίνουν ἐπίσκεψη ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ἐξωτερικά νά μήν λένε τίποτα, νά κάθονται δύο ὧρες, ἄς ποῦμε, ὁ ἕνας ἀπέναντι στόν ἄλλο καί νά μήν μιλᾶνε μέ τό στόμα ἀλλά νά ἐπικοινωνοῦν ἐσωτερικά. Νά μιλᾶνε μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο, μέ τή νοερά ἐνέργεια, πού εἴχανε μέσα τους. 

Ἔτσι λοιπόν, ὅσοι ἔχουν νοερά εὐχή στην καρδιά τους, ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους.
Και ἀπό μακριά μπορεῖ νά γίνει αυτό.

«Μποροῦν δηλαδή νά καθίσουν μαζί καί ὁ ἕνας νά ἐπικοινωνῆ μέ τόν ἄλλον νοερῶς, χωρίς νά μιλᾶνε. Νά ὑπάρχη δηλαδή μεταξύ τους πνευματική ἐπικοινωνία. Αὐτό φυσικά συμβαίνει σ’ αὐτούς καί ἐκ τοῦ μακρόθεν. Καί αὐτοί ἐπίσης ἔχουν τό διορατικό καί προορατικό χάρισμα. 

Μέ τό διορατικό ἀνιχνεύουν τά ἁμαρτήματα κάθε ἀνθρώπου, καθώς καί τίς σκέψεις του, ἐνῶ μέ τό προορατικό βλέπουν καί μιλᾶνε γιά πράγματα, πράξεις καί γεγονότα μέλλοντα».


Πήγαιναν γιά παράδειγμα οἱ ἄνθρωποι στόν Ἅγιο Πορφύριο ἤ στόν Γέροντα Παΐσιο καί, πρίν ποῦνε τήν ἐρώτηση, ἐκεῖνοι τούς ἔλεγαν τήν ἀπάντηση στό πρόβλημά τους. Πῶς γινόταν αὐτό; 

Ἀκριβῶς ἐπειδή εἶχαν μέσα τους τή νοερά προσευχή, τή νοερά ἐνέργεια καί τό διορατικό χάρισμα. Κατά συνέπεια μποροῦσαν νά ἐξιχνιάσουν, νά δοῦν καί νά ἀκούσουν τίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, τούς λογισμούς τους καί τό τί ἤθελαν νά τούς ποῦν. Ἄν εἶχες καί ἐσύ νοερά προσευχή, θά μποροῦσες νά ἀκούσεις τήν ἀπάντηση ἀπό τήν καρδιά τοῦ πνευματικοῦ σου καί ὄχι ἀπό τό στόμα του.

Ὅταν δηλαδή καθαρίσει ὁ ἄνθρωπος τήν καρδιά του ἀπό τούς λογισμούς, τότε φανερώνονται αὐτά τά χαρίσματα, τό διορατικό καί τό προορατικό, τά ὁποία ἔχει δώσει ὁ Θεός σέ ὅλους μας.

Δέν τά ἔχει δώσει μόνο στούς ἁγίους· σέ ὅλους τά ἔχει δώσει. Γιατί ὅμως δέν τά ἔχουμε ἐμεῖς φανερά κι ἐνεργά; Διότι ὑπάρχει αὐτός ὁ σκοτισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, γιά τόν ὁποῖο μιλήσαμε στήν ἀρχή.

«Πράγματι ὑπάρχουν τέτοιοι χαρισματοῦχοι ἄνθρωποι καί, ἄν πάτε νά ἐξομολογηθεῖτε σέ αὐτούς, ξέρουν ὅλα ὅσα ἔχετε κάνει στήν ζωή σας, πρίν ἀνοίξετε τό στόμα σας γιά νά τούς τά πῆτε».

Ἐνδεικτικές εἶναι οι περιπτώσεις των ἀνθρώπων ἐκείνων, πού πήγαιναν στόν Ἅγιο Πορφύριο κρατώντας καί χαρτάκι, ὅπου εἶχαν γραμμένα, ἄς ποῦμε, τά ἁμαρτήματα: (1), (2), (3)…(10). Καί πρίν ἀκόμη ἀνοίξουν τό χαρτάκι ὁ Ἅγιος τους ἔλεγε:

«Κοιτάξτε, τό (1), τό (2) καί… τό (7) δέν εἶναι ἁμαρτίες. Μήν μοῦ τά πεῖτε αὐτά. Πεῖτε μου τά ἄλλα, γιά νά μήν χάνουμε καί χρόνο!».


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Σάββας Ἁγιορείτης

---------------------------------------------------------------------------

*Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἀπό μία σειρά ὁμιλιῶν τοῦ π. Σάββα Ἁγιορείτου, μέ ἑρμηνευτικά κι ἐπεξηγηματικά σχόλια πάνω στήν Πατερική Θεολογία τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἀπομαγνητοφωνημένη, ἐλαφρῶς διασκευασμένη καί προσαρμοσμένη στόν γραπτό νεοελληνικό λόγο, πού ἔγινε στίς 31-8-2014 στή σύναξη στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ι. Ν. Ἁγίων Ἀναργύρων Πενταπλάτανου Γιαννιτσῶν.

**Τά κείμενα σέ εἰσαγωγικά, ἀντλήθηκαν από τό βιβλίο τοῦ Πρωτοπ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, Ἐκδόσεις Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 19-22 καί διατηρούν ἐπακριβώς τή γλωσσική μορφή τοῦ πρωτοτύπου.

[1]. Α΄Κορ. 14, 15

[2]. Ρωμ. 8, 16

[3]. Ἡ παρούσα υποσημείωση ενσωματώθηκε στο κείμενο 

[4]. Ἡ παρούσα ὑποσημείωση ενσωματώθηκε στο κείμενο 

[5]. Α΄ Κορ. 14, 19

[6]. Βλ. καί Φιλοκαλία, Γ΄, ἔκδοσις Ἀστέρος,1976, σ.42, §29, και σ. 352, πθ΄.

[7] Βλ. Φιλοκαλία , τόμος Γ΄έκδοσις Αστέρος, Αθήναι 1976, σελ. 352πθ΄.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου