Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξο Τελετουργικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξο Τελετουργικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2012

Το Άγιο Φως και οι μουσουλμάνοι. Μια συγκλονιστική μαρτυρία.



Ο Άραβας Ιμπν αλ-Κας (940 μ.Χ.)

«Το Πάσχα των Χριστιανών, το Μεγάλο Σάββατο, οι πιστοί εξέρχονται από τον τόπο του Τάφου για να μεταβούν γύρω από τον βράχο που περιβάλλεται από κάγκελα. Από εκεί κοιτάζουν τον Τάφο και όλοι μαζί προσεύχονται και προσκυνούν ενώπιον του Θεού του Υψίστου, από την πρωινή προσευχή μέχρι τη δύση του ηλίου. Ο εμίρης και ο ιμάμης του τεμένους είναι παρόντες. Ο σουλτάνος κλειδώνει την πόρτα του Τάφου. Όλοι παραμένουν ακίνητοι μέχρις ότου να αντικρίσουν ένα φως παρόμοιο με λευκή φωτιά το οποίο βγαίνει από το εσωτερικό του Τάφου.
Τότε ο σουλτάνος ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται κρατώντας μία λαμπάδα, την ανάβει με αυτό το φως και εν συνεχεία εξέρχεται. Η φλόγα της αναμμένης λαμπάδας δεν καίει. Τη δίνει στον ιμάμη που τη μεταφέρει και ανάβει τις κανδήλες του τεμένους. Όταν αυτή η λαμπάδα έχει περάσει σε τρία χέρια, τότε καίει και μεταμορφώνεται σε φλόγα (κανονική). Έπειτα συντάσσουν και παραδίδουν στον σουλτάνο μια αναφορά, βεβαιώνοντας ότι η φλόγα έχει έρθει την τάδε ώρα και ημέρα. Εάν έχει εμφανιστεί εκείνη την ημέρα στην ώρα της προσευχής είναι γι’ αυτούς ένα σημάδι ότι η χρονιά δεν θα είναι γόνιμη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα είναι χρονιά ξηρασίας. Εάν η φλόγα έχει εμφανιστεί κατά τη μεσημβρινή ώρα, αυτό υποδεικνύει μια χρονιά με έλλειψη τροφίμων».
Η αναφορά του Ibn al-Qass είναι εξόχως σημαντική επειδή προέρχεται από έναν ιδιαιτέρως ευσεβή και νομομαθή μουσουλμάνο.
Όπως καταγράφεται, οι μουσουλμάνοι άρχοντες της Ιερουσαλήμ έχουν τον απόλυτο έλεγχο της τελετής. Είναι παρόντες ο ιμάμης του τεμένους, ο εμίρης και ο σουλτάνος (السلطان), ο οποίος είναι ο μόνος που κατέχει τα κλειδιά του Τάφου.
Κατά τη διάρκεια της τελετής οι πιστοί προσεύχονται και ο ορθόδοξος πατριάρχης προβαίνει στην καθιερωμένη επίκληση για την έλευση του Αγίου Φωτός έξω από τον Τάφο, ενώπιον όλου του παρισταμένου πλήθους.
Όλα γίνονται φανερά.
Ο Τάφος είναι κλειδωμένος και άδειος. Και ξαφνικά, ένα λευκό Φως βγαίνει από το εσωτερικό του. Πρόκειται για το υπερφυές Φως που πηγάζει από τον ίδιο τον Τάφο.
Τότε ο σουλτάνος ξεκλειδώνει τον Τάφο και εισέρχεται για να ανάψει τη λαμπάδα του, και εξερχόμενος την παραδίδει στον ιμάμη. Οι μουσουλμάνοι συμμετέχουν σε τέτοιο βαθμό, και με τέτοια επισημότητα, που νομίζει κανείς ότι η τελετή είναι δική τους.
Εξαιρετικής σημασίας είναι και η μαρτυρία ότι η ιερή φλόγα δεν καίει.
Ο Ιμπν αλ-Κας διαχωρίζει τελείως το φως που εμφανίζεται στο εσωτερικό του Τάφου από τη φλόγα την οποία λαμβάνουν οι πιστοί μετά από λίγα λεπτά στις λαμπάδες τους.
Η αναφορά του είναι εξαιρετικά ακριβής.
Χρησιμοποιεί τη λέξη نور που σημαίνει φως και τη λέξη نار που σημαίνει φωτιά.
Όταν το Άγιο Φως εμφανίζεται θεωρείται από τους μουσουλμάνους ότι είναι ένα θεϊκό λευκό φως που δεν έχει καμιά σχέση με τη γήινη φωτιά. Όταν όμως η θεϊκή αυτή φλόγα μεταλαμπαδεύεται από λαμπάδα σε λαμπάδα, μετά από «τρία χέρια», όπως αναφέρει, δηλαδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το ουράνιο φως μετατρέπεται σε γήινο. Μετατρέπεται από نور σε نار , δηλαδή από θεϊκό φως σε γήινη φωτιά.
Όταν ο σουλτάνος εξέρχεται με την αναμμένη λαμπάδα από το εσωτερικό του αγίου Τάφου, η φλόγα της λαμπάδας του δεν καίει.
Ο Ιμπν αλ-Κας χρησιμοποιεί τη φράση لا تحترق που σημαίνει «δεν καίγεται» ή «δεν καίει». Στη μετάφραση του L. Cheikko συναντάται η ερμηνεία «δεν φθείρεται», που όμως δεν αποδίδει με σαφήνεια το νόημα.
Σύμφωνα με τον καθηγητή αραβικών Dr. Gamal al-Tahir, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το νόημα της φράσης είναι «η φλόγα της λαμπάδας δεν καίει».
Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο της ακαΐας του Αγίου Φωτός, το οποίο εξακολουθεί να παρατηρείται μέχρι και σήμερα.
Τη στιγμή που αναφλέγεται η ακοίμητη κανδήλα μέσα στον Τάφο, η φλόγα είναι γαλαζωπή και δεν καίει καθόλου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μετατρέπεται σε κανονική φλόγα, η οποία, όπως έχει διαπιστώσει ο γράφων και χιλιάδες άλλοι πιστοί, ασφαλώς καίει, όμως, δεν καίει με την ίδια ένταση μιας κανονικής φλόγας. Γι’ αυτό και πολλοί προσκυνητές περιλούζονται με την ιερή φλόγα.

Ο Άραβας νομομαθής Ιμπν αλ-Κας (Ibn al-Qass)1 γεννήθηκε στα τέλη του 9ου αιώνα και απεβίωσε το 946. Υπήρξε άριστος γνώστης του ισλαμικού νόμου και συγγραφέας αρκετών θεολογικών έργων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Kitab dala’il al-qibla, στο οποίο καταγράφεται για πρώτη φορά μια εξαιρετικά σημαντική περιγραφή της τελετής του Αγίου Φωτός.
Το συγκεκριμένο έργο, που διασώζεται σε πέντε χειρόγραφα,2 εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1913 από τον Άραβα ερευνητή και συλλέκτη χειρογράφων Qirqis Safa,3 από ένα χειρόγραφο δικής του ιδιοκτησίας που χρονολογείται στο 1389. Μετά τον θάνατο του Safa το χειρόγραφο εξαφανίστηκε, αλλά μετά από μερικές δεκαετίες εμφανίστηκε ξανά στην Αίγυπτο, στη συλλογή Ahmad Taymur4 της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Καΐρου, όπου παραμένει μέχρι και σήμερα με τον κωδικό Ahmad Taymur 103. Το αραβικό αυτό χειρόγραφο εκδόθηκε επίσης στη Φρανκφούρτη το 1987 από τον Καθηγητή Dr. Fuat Sezgin.5

eleftheri-epistimi

Από Δημήτρη Μ.

Τρίτη, Απριλίου 26, 2011

Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου: Η προσευχή στις 03:00 το πρωί. (από το βιβλίο Λόγος περί νήψεως)


Εάν υποθέσωμε ότι γνωρίσαμε όλα τα προηγούμενα, αλλά δεν τα εφαρμόσαμε στη ζωή μας, τώρα τι μπορούμε να κάνουμε; Την απάντηση μας την δίνει ο άγιος Ησύχιος με το μικρό αλλά περιεκτικώτατο σε νόημα κεφάλαιο που ακολουθεί, χρησιμοποιώντας έναν ψαλμικό στίχο του Δαβίδ.


 
ΑΓΙΟΣ ΗΣΥΧΙΟΣ:

Ει επίστασαι και εδόθη σοι εις τας πρωίας παρεστάναι και εποπτεύεσθαι, αλλά και εποπτεύειν, οίδας ό λέγων. ει δε ου, νήφε και λάβης.


 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Αν γνωρίζεις και σου δόθηκε η χάρη το πρωί να στέκεσαι εμπρός στο Θεό και να εξετάζεσαι, αλλά και να εξετάζεις τον εαυτό σου, εννοείς τι λέω για τη νήψη. Αν όχι, έχε νήψη και θα λάβεις την χάρη.


Εάν δεν έχεις αποκτήσει αυτή την υπέροχη και μοναδική κατάσταση, για την οποία αξίζει κανείς να πεθαίνει και να ζει, τότε εφάρμοσε αυτό που λέει ο Ψαλμωδός: Να σηκώνεσαι την νύχτα και να παρίστασαι ενώπιον του Θεού, για να σε βλέπει ο Θεός και να τον βλέπεις και συ. Η καλύτερη αναγνώρισις των ιχνών του Θεού, η ανακάλυψίς του, γίνεται την νύχτα. Εάν νήφεις έτσι, οπωσδήποτε θα λάβεις, και η εμπειρία σου αυτή θα σε συνοδεύει σε όλη την ζωή σου.


Μεγαλεία και θαύματα απορρέουν από την νήψη και την ευχή. Ο άνθρωπος γίνεται ξένος κόσμος, παράδεισος αληθινός. Χρειάζεται όμως μία προϋπόθεσις: η νυχτερινή ζωή. Χωρίς αυτή, είναι αδύνατον να έχεις κάποια γεύση, κάποια γλυκύτητα στην πνευματική σου ζωή, κάποια εμπειρία ή γνώση. Δεν θα παίρνεις τίποτε από τον Θεό, οπότε θα ζεις με εντελώς εξωτερικά πράγματα, με κάποιες δραστηριότητες, με κάποιες γνώμες.

 
Ει επίστασαι και εδόθη σοι. Εάν, λέγει ο άγιος, γνωρίζεις να παρίστασαι εις τας πρωίας ενώπιον του Θεού, και να σου δόθηκε το να σε δει - και εποπτεύεσθαι - ο Θεός, αλλά και να εποπτεύεις, να τον βλέπεις, τότε οίδας ο λέγω, καταλαβαίνεις αυτά που σου λέγω, τα χαίρεσαι, τα ζεις.


Όταν ο Φίλιππος γνώρισε τον Χριστόν, είπε στον Ναθαναήλ: "Έρχου και ίδε". Αλλά ο Ναθαναήλ του απήντησε: Πώς είναι δυνατόν να προέλθει από τη Ναζαρέτ προφήτης; Εν συνεχεία - λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης-, ο Ιησούς "είδε" τον Ναθαναήλ να έρχεται προς Αυτόν και είπε: "Ίδε αληθής Ισραηλίτης". Τότε ο Ναθαναήλ πληροφορήθηκε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, και ανεφώνησε: "Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού". Λόγω της απλότητος της καρδιάς του, αμέσως ανεγνώρισε το δεύτερο πρόσωπο της θεότητος, τον Υιόν του Θεού.

Το γεγονός αυτό έχει άμεση σχέση με το κείμενό μας, όπως και η συνάντηση εκείνου του μαθητού, ο οποίος είπε στον Χριστόν, Διδάσκαλε, θέλω να σε ακολουθήσω. Ο Χριστός του απήντησε τότε, "αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη". Που να με βρεις, του λέγει, αφού δεν έχω κατάλλυμα; Μην ψάχνεις να με βρεις κάπου, όπου νομίζεις εσύ, αλλά κάπως. Βρες τον τρόπο που θα σε οδηγήσει σε μένα. Εδώ βρίσκεται το βαθύ πρόβλημα του ανθρώπου. Γι' αυτό λέγει ο άγιος, αν γνωρίζεις και αν σου δόθηκε το να παρίστασαι εις τον Θεόν.


Το νόημα του χωρίου είναι ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι ορατή στην ζωή μας. Διότι μπορείς να βλέπεις τα ίχνη του λέοντος, της τίγρεως, του πανθηρος, αλλά δεν μπορείς να δεις τα ίχνη του Θεού. Μπορείς να παρακολουθήσεις ακόμη και τα ίχνη του πτηνού, τον Θεόν όμως πρέπει να τον βλέπεις πέρα από κάθε νοσσιά, πέρα από κάθε τόπο. χρειάζεται με κάτι άλλο να τον ζητήσεις, για να τον βρεις.


Ας θυμηθούμε και τους δύο μαθητές του Ιωάννου, που ακολούθησαν τον Ιησού. Όταν Εκείνος τους ρώτησε "τι ζητείτε", διότι έπρεπε να αποκτήσουν την γνώση, το ει επίστασαι, για το πρόσωπο του Χριστού, αυτοί απήντησαν: "Ραββί, που μένεις;". Και τότε πήγαν μαζί με τον Ιησού στο σπίτι του και ενεθυμούντο αργότερα ακόμη και την ώρα κατά την οποία έζησαν τα ωραιότερα βιώματα της ζωής τους. δεν ήταν όμως το σπίτι που τους χάρισε τα βιώματα, αλλά ο Χριστός τον οποίον εγνώρισαν.

 
Ει επίστασαι και εδόθη σοι. Η φράσις αυτή δημιουργεί φοβερή ένταση μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι μία παρότρυνσις, ένα ευγενές παρακέλευσμα του αγίου προς τον άνθρωπο , σαν να του λέγει: Σου συνέβη καμιά φορά να σε δει ο Θεός; τον αντελήφθης; πέρασε μέσα από την καρδιά σου ο Χριστός και ρίγησες ολόκληρος; όχι από ενθουσιαστικό κίνημα, όχι από μία συγκίνηση, αλλά ένοιωσες πραγματικά την εποπτεία του Θεού, το βλέμμα του να καρφώνεται επάνω σου; Μια φορά εάν σου συνέβη αυτό, αρκεί. Παράλληλα όμως η φράσις αυτή είναι και μία επίπληξις: Μα, δεν γνωρίζεις τον Θεόν; δεν τον γεύθηκες; δεν τον έζησες; ζεις χωρίς αυτόν, σαν νεκρός; δεν δοκίμασες ακόμη να τον βρεις; Δεν προσπάθησες το πρωί να στέκεσαι εμπρός στο Θεό και να εξετάζεσαι αλλά και να εξετάζεις τον εαυτό σου; Εάν ναι, τότε καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω.

Το ανωτέρω χωρίο είναι παρμένο από τον πέμπτο ψαλμό, "το πρωί εισακούση της φωνής μου, το πρωί παραστήσομαί σοι και επόψει με", που τον διαβάζουμε στην Πρώτη ώρα. Η εμπειρία που είχε ο ψαλμωδός εκατοντάδες χρόνια πριν από εμάς, ισχύει μέχρι σήμερα. Είναι η εμπειρία της Εκκλησίας, όλων των αγίων και ποτέ δεν ανακαλείται. Κανένας δεν μπορεί να βρει τον Θεό, αν την νύχτα δεν συναυλίζεται μαζί του, παραμένοντας άγρυπνος μέχρι το πρωί.

Αλλά ποιο είναι "το πρωί"; Είναι η τελευταία νυκτερινή βάρδια, μετά από την οποία αρχίζουν οι φυλακές της ημέρας. Είναι η ώρα της νυκτός, κατά την οποία εγειρόμεθα για την πρωινή ακολουθία. Είναι η ώρα της λατρείας. Αρχίζει, σύμφωνα με την ελληνική ώρα, στις 3, 4 ή 5 την νύκτα - αναλόγως αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι - και τελειώνει με το χάραμα του ήλιου. Με το βυζαντινό ωράριο αρχίζει πάντα στις 9 (03:00 π.μ.). Γι' αυτό από τις δώδεκα ευχές που διαβάζει ο ιερεύς κατά την διάρκεια του Εξάψαλμου, οι ένδεκα μιλούν για την νύκτα και για το πνευματικό φως, η δε τελευταία για την ανατολή του αισθητού και πνευματικού φωτός.

Μετά το θαύμα των πέντε άρτων, ο Χριστός επέβαλε στους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να περάσουν στο απέναντι μέρος, ενώ εκείνος "ανέβη εις το όρος κατ' ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί". Η νυκτερινή ζωή του Χριστού άρχιζε από την οψία, που είναι το πρώτο τρίωρο της νυκτός. Όλες λοιπόν εκείνες τις ώρες της οψίας ο Κύριος προσευχόταν, ενώ οι μαθητές χαροπάλευαν, θαλασσοπνίγονταν. Πότε όμως πήγε να τους συναντήσει και να τους χαρίσει την φοβερή εκείνη εμπειρία, να φωνάξουν στην αρχή "φάντασμα", διότι δεν είχαν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό με τα μάτια του Πνεύματος, και εν συνεχεία να καταλάβουν ότι είναι ο Υιός του Θεού; "Τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτους... λέγων: εγώ είμι"(Ματθ. 14, 22-27). Την τετάρτη φυλακή της νυκτός τους αποκαλύπτει τον εαυτό του, δηλαδή την πρωία, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 12 περίπου, κατά την βυζαντινή ώρα (03:00-06:00 π.μ. δική μας).
Επίσης ο ευαγγελιστής Μάρκος στο πρώτο κεφάλαιό του λέγει για τον Κύριον: "Πρωί έννυχα λίαν αναστάς εξήλθε και απήλθεν εις έρημον τόπον κακεί προσηύχετο"(Μαρκ. 1, 35). Το "πρωί" ήταν οι βασικώτερες ώρες της κοινωνίας του Χριστού με τον Πατέρα του. ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ "ΥΠΕΡΩ ΤΩΝ ΒΟΩΝΤΩΝ ΕΝ ΝΥΚΤΙ", για να τους ακούει ο Θεός , και όχι γι' αυτούς που προσεύχονται την ημέρα. Γιατί; Διότι είναι άτονη η ημέρα, αν η νύκτα δεν είναι έντονη. Κατά την διάρκεια δε της πρωίας λαμβάνομε τους καρπούς από τον Θεόν, αγρυπνούντες και αγραυλούντες μέσα στην Εκκλησία. Όταν λοιπόν χάνουμε αυτές τις ώρες, χάνουμε τη ζωή μας. Τα όσα φρικτά και ανόητα ζούμε κάθε ημέρα, αυτό δείχνουν. Περνούν οι μέρες και οι νύκτες μας, και δεν κάνομε τίποτα. Ολόκληρη η ύπαρξίς μας αναλίσκεται, φθείρεται και εξαφανίζεται.

Και πότε γίνεται η σπορά; Το βράδυ, το οψέ. Όταν κανείς χάνει το οψέ, χάνει και την πρωία. Και προσέξτε πως ο πονηρός πετυχαίνει και χάνομε το οψέ. Τελειώνει το Απόδειπνο, που σημαίνει ότι ετοιμαζόμαστε για το οψε, και εμείς κουβεντιάζομε. Μας αρέσει ο περίπατος, μας αρέσουν τα αστεία, μας αρέσουν άλλες δραστηριότητες. Όποιος όμως αφιερώνει την ώρα αυτή σε κοσμικά πράγματα, σε ματαιότητες καθημερινές και φθηνές, πώς μπορεί πηγαίνοντας στο κελί του να αδολεσχήσει με τον Θεόν; Γι' αυτό, εάν ο μοναχός δεν πάει αμέσως μετά το Απόδειπνο στο κελί του, η φυσικότερη συνέπεια είναι να μην ζήσει το οψέ, την ώρα της σποράς.

Οι ώρες 12 με 3, με το Βυζαντινό ωράριο είναι χρήσιμες για μας. Κατόπιν μπορούμε να ξεκουρασθούμε. Μπορούμε επίσης να ξεκουρασθούμε και αποβραδίς, κατά την διάρκεια του οψέ, αλλά στις τρεις ή τέσσερις η ώρα, ή το πολύ πέντε το χειμώνα, να είμαστε ξύπνιοι. Άλλως δεν μπορούμε να ζήσωμε την πρωινή ακολουθία. Εγώ τουλάχιστον αυτό ξέρω από την εμπειρία μου. Ποτέ δεν χορταίνω και ποτέ δεν καταλαβαίνω ακολουθία - την ζω μόνο επιφανειακά, επιδερμικά -, εάν το οψέ μου είναι χαμένο.

Ας ξέρομε λοιπόν ότι η ώρα της λατρείας είναι η ώρα της συγκομιδής μας και ότι έχει μεγάλη σημασία ΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΔΙΑΤΑΞΟΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΜΑΣ.
Το να παρίσταμαι ενώπιον του Κυρίου άγρυπνος και προσκαρτερών, είναι η δική μου ενέργεια. Το "εποπτεύεσθαι" είναι η ενέργεια του Θεού.

Το "εποπτεύεσθαι" επομένως είναι, πρώτον, η εμπειρία του ανθρώπου ο οποίος ασχολείται με τα θεία και απευθύνεται στον Θεό με την πίστη, την βεβαιότητα και την επίγνωση ότι ο Θεός είναι μαζί του, και αισθάνεται την παρουσία Του. Διότι είναι ποτέ δυνατόν οι οφθαλμοί του Θεού να μη βλέπουν εμένα την ώρα που στέκομαι ενώπιόν του; Εάν όμως θέλω να τον δω εγώ, τότε χάνω αυτό που έχει ανάγκη η ψυχή μου. Δεύτερον, είναι έκφρασις ταπεινοφροσύνης το να λέγω, εγώ παρίσταμαι ενώπιόν σου, Θεέ μου, και σε δες με. Παρίσταμαι δηλαδή ενώπιόν του σαν σκουλήκι, νοιώθωντας εντελώς ανάξιος να τον δω. Ως ανάξιος, μου αρκεί να παρίσταμαι ενώπιόν του και να τον προσκυνώ αοράτως. Σημασία έχει για μένα το ότι με βλέπει Εκείνος. Αυτό με χαροποιεί, αυτό με γεμίζει και με μεθυει. Δεν με ενδιαφέρει το όραμα το δικό μου, το να τον βλεπω εγώ.

Αλλά τι είναι το όραμα του Θεού, το να με κοιτάζει ο Θεός, το εποπτεύεσθαι υπό του Θεού; Είναι η ακτινοβολία των οφθαλμών του, το φως του προσώπου του, ο φωτιμσός που διαλύει το σκότος. Άρα, εφ' όσον ξέρω ότι εποπτεύομαι από τον Θεόν και ότι η εποπτεία του είναι ληψις φωτός, το εποπτεύεσθαι είναι λήψις φωτός, λήψις θεότητος.

Όταν αντιληφθώ πόσο σημαντικό πράγμα είναι αυτό, τότε νοιώθω την ανάγκη να αναζητήσω την νοητή όραση και αίσθηση του Θεού, ώστε παριστάμενος ενώπιόν του να γίνω σιγά σιγά δεκτικό χωρίο της ακτινοβολίας του. Διότι, όταν με βλέπει ο Θεός, είναι αδύνατον η έκχυσις του φωτός του να μη μου γίνει αισθητή. χωρίς να τον βλέπω μπορώ να πω ότι τον βλέπω. Αλλά και αν ακόμη δεν έχω λάβει αυτήν την αίσθηση, και αν ακόμη δεν έχω εθισθεί στην πνευματική ενόραση, και αν ακόμη δεν έχει λεπτυνθεί το εν εμόί όργανο του πνεύματός μου, το μεθύσι που μου δημιουργεί ο Θεός είναι τέτοιο, ώστε λέγω: Ναι, τον βλέπω τον Θεόν.

Μη με ρωτάς λοιπόν λέγει ο άγιος αν μπορείς να πετύχεις και συ αυτά τα κατορθώματα. ΚΑΝΕ ΜΟΝΟΝ ΤΟΥΤΟ: ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΣΑΙ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΟΠΤΕΥΕΣΑΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΘΕΟΣ, ΝΑ ΣΤΕΚΕΣΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΕΞΕΤΑΣΕΙ. ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΘΑ ΕΠΙΤΥΧΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΠΤΕΥΕΙΝ. Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ ΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΕΠΟΠΤΕΙΑ, Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΟΥ ΕΝ ΤΩ ΦΩΤΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΠΡΟΣΕΞΕ ΟΜΩΣ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΕΚΕΙΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΟΣ, ΑΝΕΤΟΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ, ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ. Πες αποβραδίς το καλησπέρα στον Θεό, ούτως ώστε να σου πει Εκείνος το καλημέρα με την ανατολή του φωτός, και ΝΑ ΤΟΝ ΔΕΙΣ. Ως ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, Η ΝΥΚΤΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΣΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΡΙΣΜΑΤΩΝ.

Εάν ζεις όπως σου είπα, λέγει ο άγιος Ησύχιος, καταλαβαίνεις τι σου λέγω. Εάν και εμείς νήφωμε με κόπο και ιδρώτα την νύκτα, τότε πραγματικά θα λάβωμε. Αλλά, εάν τυχόν δεν λάβωμε, αυτό σημαίνει ότι δεν μας κόστισε η νύκτα, ότι δεν θελήσαμε να παλέψωμε. δεν βρήκαμε το εύκολο κουμπάκι, με το οποίο ανάβει το φω, έρχεται ο Χριστός, οπότε τον βλέπει αμέσως. Βρες το και αμέσως θα λάβεις. 


Σκορποχώρι να είναι η ζωή μας, όμως με την νήψη αποκαθίστανται τα πάντα. Κάνε λοιπόν εσύ την λειτουργία της αγρυπνίας σου και θα λάβεις οπωσδήποτε από τον Θεό την γνώση και την δόση. Θα γνωρίσεις και θα λάβεις. ΟΥΔΕΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΥΠΆΡΧΕΙ ΓΙ' ΑΥΤΟ. ΔΕΝ ΨΕΥΔΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΑΓΙΟΙ. 

-----------------------------------------------------
Σημείωση δική μου: Από αυτό ορμώμενος σας προσκαλώ όλους σε μια κοινή προσευχή, ξημερώματα του αγίου Πνεύματος.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός: Θεολογικές προεκτάσεις της ακολουθίας του Μεσονυκτικού


Είναι γνωστόν ότι ο Προφήτης Δαβίδ στους Ψαλμούς του λέει ότι «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» και ότι αυτή η φράση αποτέλεσε την βάση για να οργανωθεί από τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους υπευθύνους των μοναστικών τυπικών το πρόγραμμα εκκλησιαστικής προσευχής και λατρείας του Θεού στα μοναστήρια, αλλά και σε ενοριακό επίπεδο, μολονότι εκεί έχουμε συγκεκομμένο το γεγονός της λατρείας.

            Μια σειρά από ακολουθίες, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των 4 Ωρών και  του Εσπερινού (η ακολουθία του Αποδείπνου δεν μπαίνει στον ημερήσιο κύκλο προσευχής, διότι και θεωρείται ιδιωτική ακολουθία, ασχέτως αν σήμερα γίνεται στο Καθολικό της Μονής, αλλά και πολλαχού επισυνάπτεται στην ακολουθία του Εσπερινού) καλύπτουν την ημέρα και τη νύκτα του ανθρώπινου χρόνου. Ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός,  ζει και τρέφεται με τη λατρεία του Θεού, λατρεία η οποία έχει ως κύριο συστατικό της τη προσευχή. Και είναι ευτύχημα ότι και στον κόσμο, τα τελευταία χρόνια, έχει εγκαταλειφθεί εκείνο το σύστημα των αυτοσχέδιων προσευχών που προήλθε κατ’ επίδραση των μισσιοναρίων προτεσταντών ιεραποστόλων, οι οποίοι κατέκλυσαν τον ελλαδικό χώρο στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και συνετέλεσαν στην εκκλησιαστική αλλοτρίωση της ορθόδοξης Παράδοσης, αλλοιώνοντας το ορθόδοξο φρόνημα του λαού μας! Και είναι ευτύχημα πάλι ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να προσεύχεται με τον τρόπο της Εκκλησίας, κάνοντας Όρθρο και Εσπερινό, αλλά και Απόδειπνο, μπαίνουν ξανά αυτοί οι παραδοσιακοί τρόπο λατρείας που στο κάτω-κάτω έχουν και το αληθινό νόημα της προσευχής μας, αλλά και διασώζουν το ήθος της ελληνορθόδοξης λατρείας!

            Να περάσουμε τώρα στην ακολουθία του Μεσονυκτικού. Οδηγός μας θα είναι ο άγιος Συμεών, επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο οποίος στα Άπαντά του έχει γράψει ένα ολόκληρο πόνημα σχετικά με τον κύκλο της προσευχής και της λατρείας προς το Θεό. Συνοδός ακόμη σ’ αυτή την αναζήτηση θα είναι και ο άγιος Μάρκος Εφέσου, ο οποίος έχει γράψει ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα περί των Ακολουθιών του Νυχθημέρου. Να πούμε προκαταβολικά ότι η ακολουθία του Μεσονυκτικού σήμερα θεωρείται ως μια ακολουθία που διεξάγεται κυρίως στα Μοναστήρια και όχι στις ενορίες του κόσμου, όμως, αν την παρακολουθήσουμε στα βήματά της, θα πεισθούμε ότι πρόκειται για μια ακολουθία που έχει πολύ μεγάλη σπουδαιότητα για την καθ’ όλη ζωή ενός προσευχόμενου ανθρώπου. Σχετικά μ’ αυτό το θέμα, μπορούμε ίσως να κουβεντιάσουμε στο τέλος της εισήγησης.

            Κατά το Μεσονύκτιο ή μετά από λίγο (μεσονύκτιο στα μοναστήρια του Αγίου Όρους δεν είναι η 12 της νύχτας, όπως στον κοσμικό χρόνο, αλλά η μέση της νύχτας κατά τον Αγιορείτικο χρόνο, ο οποίος υπολογίζεται με τη δύση του ήλιου, δηλαδή το χειμώνα συμπίπτει περίπου η ώρα του Μεσονυκτίου με την κοσμική ώρα) κρούεται το ξύλο του σημάντρου, χτυπά το τάλαντο με λίγα λόγια, σαν την τελευταία σάλπιγγα του Αγγέλου πριν τη Δευτέρα Παρουσία και όλοι σηκωνόμαστε από τον ύπνο, σα να σηκωνόμαστε από το θάνατο κατά τη Δευτέρα Παρουσία, άλλωστε τι είναι ο ύπνος παρά κάτι που μοιάζει με έναν μικρό θάνατο του σώματος, αλλά αγρυπνία της ψυχής, οι αρχαίοι μιλούσαν για τους δίδυμους αδελφούς, τον Ύπνο και το Θάνατο, όταν πεθαίνουμε υπνώττει το σώμα αλλά η ψυχή βρίσκεται εν εγρηγόρσει, πηγαίνουμε όλοι στην Εκκλησία και μάλιστα στο μπροστινό τμήμα του Ναού, στο νάρθηκα ή Λιτή, όπου περιμένει ο ιερέας.

Άλλοι θεολογικοί συμβολισμοί της ακολουθίας του Μεσονυκτικού είναι ότι η ακολουθία αυτή συμβολίζει την μετάθεσή μας από το σκότος της πλάνης και του ύπνου στην κατά Χριστόν ελεύθερη και φωτεινή ζωή, ξυπνούμε από τη νύκτα της αμαρτίας και βλέπουμε το φως το αληθινόν και αρχίζουμε να υμνούμε το Θεό κατά το «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα» του προφήτου. Επίσης, ο Χριστός ήρθε στη μέση της νύκτας του σκοτεινού κόσμου της αμαρτίας και έκοψε την ιστορία στα δυο, με το φως που έφερε, αλλά και επειδή μέσης νυκτός θα έρθει ο Νυμφίος, γι’ αυτό και τελούμε την ακολουθία αυτή.

 Ο ιερέας συμβολίζει το Χριστό και στέκεται στην κλειστή είσοδο του Νάρθηκα προς το Ναό. Ο νάρθηκας συμβολίζει τη γη, ο ναός τον ουρανό και ο ιερέας το Χριστό που ενώνει τον ουρανό και τη γη. Ο ιερέας ευλογεί το Θεό και μετά λέει το Βασιλεύ ουράνιε, επικαλείται δηλαδή το Πανάγιο Πνεύμα να μας καθοδηγήσει και να μας δώσει τη Χάρη του Θεού. Στη συνέχεια ψάλλουμε τον ύμνο των Αγγέλων, τον Τρισάγιο και μετά το Παναγία Τριάς, ζητούμε το έλεος και δοξολογούμε το Θεό, αυτά είναι άλλωστε που μας λέει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας που πρέπει να κάνουμε στην προσευχή μας, και στη συνέχεια λέμε το Πάτερ ημών, την προσευχή που ο ίδιος ο Κύριός μας υπέδειξε να λέμε στο Θεό. Κατόπιν, λέμε τα Δεύτε προσκυνήσωμεν, δείχνοντας ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά δούλοι του Θεού και του μοναδικού βασιλιά μας, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.       
  
            Ο πρώτος Ψαλμός που περιλαμβάνεται στην ακολουθία του Μεσονυκτικού δεν είναι άλλος παρά ο γνωστός μας πεντηκοστός, το «Ελέησόν με ο Θεός», αλλιώς ο ψαλμός της μετανοίας, ο ψαλμός του προφήτη Δαβίδ, ο οποίος είναι εις τύπον του κάθε ανθρώπου, η ικεσία που κάνουμε στον Κύριό μας να μας συγχωρέσει και να μας πάρει το Πνεύμα Του το Άγιον, να μας αφήσει μέλη της εκλεκτής του ποίμνης, παρά το πλήθος των αμαρτιών μας. Στο Γεροντικό υπάρχει η διήγηση για έναν μπαλωματή που δίδαξε τον Μέγα Αντώνιο, όταν στην ερώτησή του τι κάνει καθημερινά, του απάντησε ότι ξεκινά τη μέρα του και την περνά με τη σκέψη ότι όλοι οι άνθρωποι θα σωθούν εκτός από το ίδιο, διότι έχει πάρα πολλές αμαρτίες. Επειδή η Εκκλησία μας θεωρεί πως η ταπείνωση είναι ό,τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να σωθεί, βάζει αυτόν ψαλμό που μας μιλά για την συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία σχεδόν σε κάθε ακολουθία!

            Κατόπιν, έρχεται η ανάγνωση του 118ου Ψαλμού, του λεγόμενου Αμώμου (λέγεται έτσι διότι ξεκινά με τη φράση «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου»), ο οποίος φέρνει στη μνήμη μας τη βασιλεία του Θεού, τα κρίματα, τα δικαιώματα, τα μαρτύρια, τα λόγια και τους νόμους του Θεού. Τον ψαλμό αυτό τον διαβάζουμε στις μνήμες των Αγίων και στη μνήμη των αποθανόντων πιστών ή στη νεκρώσιμη ακολουθία διότι αναφέρονται στη μνήμη των Αγίων και  του Σωτήρος, του πρώτου αμώμου, και αποτελούν προτροπή προς όλους εμάς να τον μιμηθούμε! Να κρατήσουμε κάποιους στίχους του Αμώμου, έτσι προς προβληματισμό και υπενθύμιση της σχέσης που πρέπει να έχουμε με το Θεό: «Όφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου, του φυλάξασθαι τα δικαιώματά σου»-εκεί οφείλουν να κατευθύνονται οι δρόμοι της ζωής μου, στο να φυλάξω τις εντολές σου, «εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγιά σου, όπως μη αμάρτω σοι», «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην, του εξομολογήσασθαι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου»- απ’ όπου και η αφετηρία της ακολουθίας του Μεσονυκτικού, «ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου», «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου», «Το στόμα μου ήνοιξα και ήλκυσα πνεύμα, ότι τας εντολάς σου επεπόθουν» -με την προσευχή και τη μελέτη των λόγων του Θεού, αλλά και το να αδολεσχούμε για το Θεό, «Μακράν από αμαρτωλών σωτηρία, ότι τα δικαιώματά σου ουκ εξεζήτησαν», «Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός, ζήτησον τον δούλον σου, ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην».

            Στη συνέχεια, η ακολουθία περνά στο Σύμβολο της Πίστεώς μας. Η ημέρα ανοίγει και κλείνει με το Πιστεύω. Να μας βρει στην ομολογία της πίστης ο θάνατος όταν έρθει, αυτός είναι ο θεολογικός συμβολισμός της τοποθέτησης του Συμβόλου της Πίστεως στην ακολουθία και του Μεσονυκτικού και του Αποδείπνου. Κατόπιν, μετά το Τρισάγιο, περνάμε στο γνωστό μας τροπάριο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός» και αποτελεί και αυτό το τροπάριο μια υπενθύμιση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας, όπως και όλη η ακολουθία του Μεσονυκτικού, ο ερχομός του Κυρίου μας πρέπει να μας βρει γρηγορούντας και όχι ραθυμούντας.

            Στη συνέχεια λέμε 40 φορές το «Κύριε ελέησον». Γιατί αυτός ο αριθμός, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Διότι αυτός ο αριθμός συμβολίζει την αποδεκάτωση των ημερών και των ωρών της ζωής μας (περίπου το 1/10 του χρόνου των 365 ημερών ή το 1/10 του σεληνιακού έτους που είναι περίπου 400 μέρες) και έτσι ζητούμε το έλεος του Θεού. Αλήθεια, ας αναρωτηθούμε αν προσφέρουμε το 1/10 της ζωής μας στο Θεό, είναι αρκετό για τη σωτηρία μας! Μετά το «Κύριε ελέησον», λέμε το «Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», απευθυνόμαστε στην Παναγία μας ως μεσίτρια δική μας προς τον φιλάνθρωπον Θεόν και η ακολουθία κλείνει με την ευχή του Αγίου Μαρδαρίου προς την Αγία Τριάδα «Δέσποτα Θεέ, πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υιέ μονογενές Ιησού Χριστέ και Άγιον Πνεύμα, μία θεότης, μία δύναμις ελέησόν με τον αμαρτωλόν και οις επίστασαι κρίμασι, σώσον με τον ανάξιον δούλον σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», προσευχή που ζητά το έλεός του Θεού.

            Από τις 22 Σεπτεμβρίου (μετά την φθινοπωρινή ισημερία) και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων λέμε μια θαυμάσια ευχή του Μ. Βασιλείου «Κύριε Παντοκράτορ», όπου αποτυπώνεται κατά τον καλύτερο τρόπο η σημασία της ακολουθίας του Μεσονυκτικού: είναι η προτροπή προς όλους μας με άγρυπνη καρδιά και νήφουσα διάνοια να περάσουμε την νύκτα της παρούσης ζωής και να δεχτούμε την παρουσία της λαμπρής εκείνης ημέρας της Δευτέρας παρουσίας του Κυρίου μας και να μπούμε στο νυμφώνα της δόξης αυτού και στη χαρά του, όπου ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η ανέκφραστος ηδονή των καθορώντων του προσώπου του το άρρητον κάλλος!

            Λέμε μια ακόμη ευχή, ευχή που ζητάμε από το Θεό να μας δώσει την ημέρα του όπως αυτός θέλει, με ανοιχτά τα μάτια από τον βαρύ ύπνο της ραθυμίας και με στόμα πεπληρωμένο της αινέσεώς του και να μπορούμε να ψάλλουμε, να τραγουδούμε και να ομολογούμε τις ευεργεσίες και το όνομα του Τριαδικού Θεού! Στο Μεσώριο του καθ’ ημέρας Μεσονυκτικού γίνεται προσευχή για τους κεκοιμημένους και υπόμνηση για όλους εμάς ότι ο θάνατος είναι το τέρμα της επιγείου ζωής μας και θα πρέπει να πάμε έτοιμοι ζητώντας το όνομα Κυρίου «Εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας ημών εις τα Άγια και ευλογείτε τον Κύριον».

Η όλη ακολουθία θα τελειώσει με τη γνωστή δέηση για όλο τον κόσμο, για την ειρήνη, για τους αδελφούς κληρικούς, τους αρρώστους, τους μισούντας και αγαπώντας, τους κεκοιμημένους και τους ζώντας, τους καρπούς της γης, την θάλασσα και τον αέρα και για όλα όσα δέεται η Εκκλησία μας προς το Θεό. Τελευταία φράση το «Δι’ ευχών των Αγίων», η επίκληση όλης της Εκκλησίας και των Αγίων της για την ημέρα και τη ζωή μας!

Αρκετές διαφορές παρατηρούμε στις ακολουθίες του Μεσονυκτικού το Σάββατο και την Κυριακή κι αυτό λόγω της ιδιαιτερότητας των ημερών αυτών στο λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας μας. Το Σάββατο είναι μια μέρα αφιερωμένη στους κεκοιμημένους και ο Άμωμος διαβάζεται στα ψαλτήρια του Όρθρου, ενώ στο Μεσονυκτικό διαβάζονται Ψαλμοί, οι οποίοι αναφέρονται και στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και στο θάνατο, μα κυρίως στην Ανάσταση του ανθρώπου κοντά στο Θεό. Ξεχωρίζει ο θριαμβικός εκείνος ψαλμός «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού», κυριαρχεί η αναφορά στα προβλήματα αυτής της ζωής, τους εχθρούς του ανθρώπου, το πώς ο άνθρωπος είναι βυθισμένος στη λάσπη της αμαρτίας, αλλά και την προσευχή στο Θεό να τον γλιτώσει από τους δαίμονες και την αιώνια κόλαση την ώρα της εξόδου από τη ζωή. Κυριαρχεί κι εδώ το στοιχείο της νήψης, της αναμονής, της ενασχόλησης με το θάνατο, ένα στοιχείο μνήμης θανάτου δηλαδή, αλλά η όλη ακολουθία είναι ενταγμένη στο κλίμα της καταπαύσεως και της ηρεμίας, της αυτοκριτικής του ανθρώπου και της προσμονής της Κυριακής!

Τελείως διαφορετική είναι η ακολουθία του Μεσονυκτικού της Κυριακής. Εδώ κυριαρχεί το στοιχείο της ζωής και του Θεού, είναι ένας ύμνος προς τον τριαδικό Θεό, τόσο με τα λεγόμενα Τριαδικά τροπάρια όσο και με τον περίφημο Τριαδικό κανόνα! 

Ο τριαδικός κανόνας που ψέλνεται στο Μεσονυκτικό της Κυριακής είναι διαφορετικός κάθε φορά, ανάλογα με τον ήχο της εβδομάδας. Κάθε ήχος έχει και διαφορετικό κανόνα. Στις ωδές του τριαδικού κανόνα έχουμε καταπληκτικά δογματικά στοιχεία, ίσως η όλη δογματική ακολουθία της Εκκλησίας μας να αποτυπώνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στους τριαδικούς κανόνες, δογματικά θέματα που αφορούν στις υποστατικές ιδιότητες των προσώπων του Τριαδικού Θεού, ενώ ακόμη δογματικά στοιχεία υπάρχουν και στα θεοτοκία των κανόνων, στοιχεία που αφορούν στα δόγματα αναφορικά με τη σάρκωση του Θεού Λόγου  εν μήτρα της Παρθένου, αλλά και στη δυνατότητα της Παναγίας μας να λειτουργήσει μεσιτικά προς το Θεό. 

Να πούμε ακόμη ότι, όπως σε κάθε κανόνα, κι εδώ υπάρχουν σχετλιαστικές αναφορές στη ζόφωση και στα πάθη του ανθρώπου, επικλήσεις στον Κύριό μας να γλιτώσει την αμαρτωλή μας φύση από την κατάκριση ενώπιόν του, κυριαρχία του τόνου του παρακλητικού η Αγία Τριάς να μας ελεήσει και να μας σώσει, όπως είναι και ο στίχος που προηγείται πριν από κάθε τροπάριο.

Να πούμε κάτι γλωσσικό. Η γλώσσα που είναι γραμμένοι οι τριαδικοί κανόνες μπορούμε να πούμε ότι είναι από τα κορυφαία επιτεύγματα της εκκλησιαστικής γλώσσας. Οι ποιητές των κανόνων έχουν πετύχει να αποτυπώνονται μέσα από σύντομες ποιητικές φράσεις, συμπυκνωμένα τα δόγματα της Εκκλησίας, φράσεις από την Αγία Γραφή και εικόνες από την παράδοση της Εκκλησίας. Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ένα-δυο τροπάρια από την χθεσινή ακολουθία του Μεσονυκτικού σε ήχο πλάγιο β’: «Νυμφοστολίσας ο Παύλος την εξ εθνών Εκκλησίαν, ένα σε, τρισυπόστατον Θεόν προσκυνείν εδίδαξεν, εξ ου και δι’ ου περ, και εν ω τα πάντα γέγονε» και «Δέσποινα αγνή επίβλεψον ουρανόθεν. Ίδε των ημών τραυμάτων τας αλγηδόνας και σπλαχνίσθητι Πανάχραντε, και ίασαι του συνειδότος τον καύσωνα, τω σω ελέει δροσίζουσα και βοώσα τοις δούλοις σου, Εγώ ειμί μεθ’ ημών και ουδείς καθ’ ημών», «Φως το αδιαίρετον, κατ’ ουσίαν τριλαμπές, παντοκρατές απρόσιτον, τας καρδίας καταύγασον, των πιστώς αινούντων το κράτος σου, και προς θείαν αγάπην αναπτέρωσον». Γλώσσα με τολμηρές μεταφορές, λεπτότητα στην έκφραση, πλούτος νοημάτων υψηλών, δόγματα, ηθική, τα πάντα περνούνε μέσα από τη λάμψη του θείου φωτός που κυριαρχεί στους τριαδικούς κανόνες του Μεσονυκτικού. 
 
Όσον αφορά στα τριαδικά τροπάρια ξεκινούν με τη γνωστή μας φράση «Άξιόν εστιν ως αληθώς» και αναφέρονται το πρώτο στην Αγία Τριάδα, ενώ το δεύτερο στον Κύριό μας, το τρίτο ξεκινά με τη φράση «Υμνήσωμεν πάντες θεοπρεπώς» και το τέταρτο είναι ύμνος προς την Παναγία μας και έχει αναστάσιμο χαρακτήρα, όπως και το δεύτερο.

Συνοψίζοντας τα σχετικά με το Μεσονυκτικό της Κυριακής να πούμε ότι κυριαρχούν βασικά δύο στοιχεία: το στοιχείο της αναφοράς στον Τριαδικό Θεό και το υπερουράνιο φως, το φως του προσώπου του Κυρίου, ένα φως που τονίζεται και με τη φυσική αναφορά στο ηλιακό φως, αλλά και το αναστάσιμο στοιχείο, το στοιχείο της πανηγύρεως. Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της ανάγνωσης της Υπακοής, του τροπαρίου δηλαδή που διαβάζουμε και στον Κυριακάτικο Όρθρο, και αναφέρεται στις Μυροφόρες γυναίκες που, υπακούοντας στην αγάπη προς τον Κύριο, πήγαν στο μνήμα για να βρουν τον Άγγελο και να ακούσουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως! 

Συμπερασματικά, το Μεσονυκτικό το καθημερινό είναι μια ακολουθία που θυμίζει την αρχή της Δευτέρας Παρουσίας, με τον ερχομό του Κυρίου, την ανάσταση των νεκρών και την κρίση μας από το Θεό, ενώ το Μεσονυκτικό της Κυριακής θυμίζει τη ζωή που θα έχουν οι αγαπώντες το Θεό και ζήσαντες κατά το θέλημά του, μια ζωή ανάστασης, ουράνιας χαράς και γεύσης τους ακτίστου φωτός κοντά στο κάλλος της Θεότητας! 

Τι γίνεται μ’ αυτήν την πολύ όμορφη ακολουθία στον κόσμο; Αποτελεί μονάχα προνόμιο ή υποχρέωση των μοναχών να αναγινώσκουν αυτή την ακολουθία στα μοναστήρια τους ή θα μπορούσε να περάσει και στις «κοσμικές» ενορίες; Σίγουρα, ο χρόνος εδώ στον κόσμο είναι χρόνος που ξοδεύεται σε πολλές δραστηριότητες και για τους κληρικούς και για τους λαϊκούς. Το να τελεί κανείς καθημερινά το Μεσονυκτικό ως ιδιωτική ακολουθία είναι κάτι που αφορά στον ίδιο. Όμως, τουλάχιστον το Μεσονυκτικό της Κυριακής θα ήταν ευχής έργον αν καθιερωνόταν και στις ενορίες του κόσμου. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας και ταυτόχρονα η γέφυρα που μας περνά στον όγδοο αιώνα, τον ατελεύτητο! Είναι γνωστό με πόσα καθήκοντα είναι επιφορτισμένοι οι κληρικοί, με το πρόσθετο βάρος των οικογενειακών τους υποχρεώσεων. Όμως, αν το να τελούν το Μεσονυκτικό καθημερινά είναι δύσκολο εδώ στον κόσμο, τουλάχιστον η Κυριακή και το Μεσονυκτικό της ας αποτελεί μια παρηγοριά προσευχής και για τους ενορίτες και για τους ίδιους. Άλλωστε, στο τυπικό της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ για τις άλλες ημέρες Δε γίνεται αναφορά στο Μεσονυκτικό, για την ημέρα της Κυριακής υπάρχει πάντοτε η τάξη, σημάδι ότι πρέπει να ξαναμπορέσει αυτή η ακολουθία να βρει τη θέση που της ταιριάζει!

Ένα δεύτερο θέμα προκύπτει. Είναι η διαφορά του χρόνου του κόσμου από το χρόνο της Εκκλησίας. Εμείς οι άνθρωποι ζούμε διαρκώς κοιτώντας ένα ρολόι, προσπαθώντας να προλάβουμε τις υποχρεώσεις μας, που είναι πολλές και τις περισσότερες φορές αναπόφευκτες και αδύνατον να προσπεράσουμε. Έτσι, ακόμη και στο χρόνο της λατρείας απαιτούμε από την Εκκλησία να είναι σύντομη. Κουραζόμαστε από τις μεγάλες ακολουθίες ή  θεωρούμε πως δεν προλαβαίνουμε να τις παρακολουθήσουμε! Μέσα λοιπόν σ’ αυτόν τον χρόνο του κόσμου έρχεται η Εκκλησία να μας μιλήσει για έναν άλλο χρόνο, το χρόνο της αιωνιότητας, όπου όλα κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, τους ρυθμούς της μεγαλοπρέπειας, της πανηγύρεως, της ομορφιάς της λατρείας και όλα έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς. Ίσως είναι καιρός, τουλάχιστον για τη λατρεία της Εκκλησίας να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο, κι εμείς οι κληρικοί κι εσείς οι λαϊκοί, αλλιώς κινδυνεύουμε να μείνουμε διαρκώς προσκολλημένοι στο χρόνο του αιώνος τούτου του απατεώνος και να μην κατοπτεύσωμεν το απρόσιτον φως της αιωνιότητας!

Ένα τρίτο σημείο που αξίζει να σταθούμε είναι η σημασία της προσευχής για τη ζωή μας. Σ’ έναν κόσμο καθαρά ακτιβιστικό, που μας θέλει διαρκώς να πράττουμε, έρχεται το ήθος της Εκκλησίας να μας προτείνει όχι την παθητική αντιμετώπιση της ζωής, αλλά την καλύτερη πράξη που μπορούμε να κάνουμε: την εμπιστοσύνη μας στον πάντων κτίστη, μέσα από τις ακολουθίες αλλά και την προσωπική μας προσευχή. Σας θυμίζω δύο φράσεις: τη μία από τη Θεία Λειτουργία, αλλά και από κάθε ακολουθία της Εκκλησίας, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» και την άλλη από τον σήμερον εορταζόμενο Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, ο οποίος συνήθιζε να προσεύχεται με την εξής τόσο απλή μα και τόσο σπουδαία και καταπληκτική φράση που δηλώνει βίωμα Θεού: «Κύριε, όπως ξέρεις και όπως θέλεις, ελέησέ με»!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

αρχιμ. Καλλίστρατος Λυράκης: Η ιερή ακολουθία του Μεσονυκτικού

Αγιογραφική θεμελίωση του Μεσονυκτικού

Η ακολουθία του Μεσονυκτικού κατέχει τη δεύτερη χρονικά θέση στο καθημερινό τυπικό των ιερών ακολουθιών της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Ως προς το περιεχόμενο όμως, καθόλου δεν υστερεί απέναντι των άλλων ιερών ακολουθιών, καθώς και αυτή συντελεί στην ανύψωση της ψυχής κάθε Ορθόδοξου πιστού.

Στην ακολουθία του Μεσονυκτικού διαλάμπει σαν άλλο πολύεδρο διαμάντι- η Ορθόδοξη πίστη και αλήθεια, εφόσον με το όλο περιεχόμενό του φωτίζονται η ευγνωμοσύνη και η εγρήγορση, αρετές οι οποίες θεμελιώνονται και αγιογραφικά. 

Έτσι για άλλη μια φορά φανερώνεται η διπολική και διαχρονική σχέση, η οποία υπάρχει ανάμεσα στην ορθόδοξη πίστη και τη λατρευτική παράδοση, όπου η πίστη οικοδομεί και η λατρεία διατηρεί το Ορθόδοξο οικοδόμημα.

Για την αγιογραφική θεμελίωση του Μεσονυκτικού επιβάλλεται να ανατρέξομε στους Ιουδαίους αρχικά, και στη συνέχεια σ' όλους τους χριστιανούς, ενθυμούμενοι πόσο οι πρώτοι συναισθανόμενοι και βιώνοντας την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των Αιγυπτίων, και την αιώνια λύτρωσή τους με το Θεϊκό αίμα του Κυρίου Ιησού οι δεύτεροι, εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με την εορτή του Πάσχα.

Ως προς τη χρονική στιγμή της ψυχοσωματικής τους απελευθέρωσης - η οποία αιτιολογεί την ονομασία και το χρόνο τέλεσης του Μεσονυκτικού- υποβοηθεί τις σκέψεις μας και ο κ. Ιω. Φουντούλης: «Στην ιστορία του παλαιού Ισραήλ υπήρχε το συνταρακτικό γεγονός της Αιγύπτου, όπου ο ολοθρευτής άγγελος κατά τη νύκτα της απελευθέρωσης από τον ζυγό των Αιγυπτίων θανάτωσε τά πρωτότοκα των Αιγυπτίων «μεσούσης της νυκτός»(Έξ. IB' 29).

Στην ανάμνηση του γεγονότος αυτού κατά τη νύκτα του Εβραϊκού Πάσχα οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού περίμεναν και πάλι τον ελευθερωτή που θα συνέτριβε τους εχθρούς του λαού του Θεού.

Ο τύπος ομως έγινε πραγματικότητα στο νέο Ισραήλ, δηλαδή σε μας τους χριστιανούς ο Λυτρωτής μας αναστήθηκε κατά τη νύκτα του Πάσχα «οψέ Σαββάτων» (Ματθ. κη΄1), αργά τη νύκτα του Σαββάτου. Και η χριστιανική παράδοση εντόπιζε χρονικά το γεγονός αυτό στό μεσονύκτιο».


Ευγνωμοσύνη και εγρήγορση

Αναντίρρητα, η ευγνωμοσύνη για την ανεκτίμητη θυσία του Χριστού μένει επιφανειακή και ρηχή εορταστική εκδήλωση, αν δεν συνοδεύεται και από έμπρακτη εγρήγορση, η οποία συντελεί τα μέγιστα στον αγιασμό του πιστού. Γι' αυτό και υπάρχει εσωτερική και ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στίς έννοιες - αρετές της ευγνωμοσύνης και της πνευματικής αγρυπνίας.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η ακολουθία του Μεσονυκτικού στην ουσία και το περιεχόμενό της - εκτός από το χρόνο της λύτρωσης του ανθρώπου από τα ολέθρια δεσμά του σωματικού και πνευματικού θανάτου - υπενθυμίζει στο βραχύβιο άνθρωπο και τη νήψη, ώστε ο αιφνίδιος χρόνος του θανάτου του ή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου να μη στερήσει αυτόν «της εκ δεξιών μερίδος των σωζομένων τυχείν».

Ο Κύριος Ιησούς, επειδή γνώριζε την ανθρώπινη αδυναμία και την εύκολη παραμέληση της οδού της νήψης από τον άνθρωπο, ακολούθησε τον αφυπνιστικό χειρισμό με την εξιστόρηση της παραβολής των δέκα Παρθένων, όπου προσδιορίζεται ότι η έλευση του Νυμφίου θα γίνει «μέσης νυκτός», οπότε «κραυγή γέγονεν, ιδού ο Νυμφίος έρχεται» (Ματθ. κε' 6).

Στη μνήμη μας έρχονται ακόμη επίμονες επαναλήψεις της αυτής φράσης του Κυρίου λίγο προ του Πάθους Του, όταν συνιστούσε στους Μαθητές Του να γρηγορούν, να αγρυπνούν και να προσεύχονται, διότι δεν γνωρίζουν ποια ώρα θα έλθει και πάλι· «γρηγορείτε ουν ουκ οίδατε γαρ πότε ο Κύριος της οικίας έρχεται, όψε ή μεσονυκτίου ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί», «μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας» (Μάρκ. ιγ' 35-36).

Το ίδιο πνεύμα τήρησαν και οι Απόστολοι διδάσκοντας ότι ο Κύριος θα έλθει ξαφνικά, σε ώρα απρόσμενη. Ο απ. Παύλος στην Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολή του μας συνιστά «γρηγορώμεν και νήφωμεν» (Κεφ.ε' 6), να είμαστε άγρυπνοι και να εγκρατευόμαστε. Και ο απ. Πέτρος μας πληροφορεί: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί»(Β' Πέτρ. γ΄ 10). Θα έλθει δε η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρίνει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, σαν τον κλέπτη κατά τη νύκτα.

Και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη μας προτρέπει:«Εάν ουν μη γρηγορήσης, ήξω επί σε ως κλέπτης, και ού γνώση ποίαν ώραν ήξω επί σε» (Κεφ. γ΄ 3). Αν λοιπόν δεν ξυπνήσεις και δεν γίνεις προσεκτικός, θα έλθω με τον θάνατό σου σε σένα ξαφνικά, όπως έρχεται και ο κλέπτης κατά τη νύκτα. Και δεν θα γνωρίσεις ποια ώρα θα έλθω σε σένα, για να ζητήσω λόγο των πράξεών σου.


Κατάθεση μετανοίας

Ανάλογη με τις παραπάνω αλήθειες, της ευγνωμοσύνης και της νήψης, είναι το περιεχόμενο της ακολουθίας του Μεσονυκτικού.

Σε μια κατάσταση πνευματικής αφύπνισης αντιλαμβάνεται ο αμαρτωλός άνθρωπος ότι τα συναισθήματα της ευγνωμοσύνης, τα οποία κατακλύζουν την ευάλωτη καρδιά του, για να μη μείνουν άκαρπα, έχουν ανάγκη της ασφαλούς οδού της έμπρακτης μετάνοιας. Γι' αυτό και ξεκινά τη μεσονυκτική επικοινωνία του με τον «δοτήρα παντός αγαθού» Θεό του, αφού εκζητεί το άπειρο έλεός Του καθώς αναγινώσκει τον 50ο ψαλμό της μετανοίας.

« Ελέησόν με ο Θεός κατά μέγα έλεος Σου». Συνεχίζει εξομολογούμενος την ενοχή του: «ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιον μου έστί διά παντός». Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας είναι κατάσταση μετανοίας, η οποία για να σταθεροποιηθεί έχει ανάγκη τον φωτισμό και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος· γι'αυτό και ικετεύει: «Πνεύμα ευθές εγκαίνισόν εν τοις εγκάτοις μου...και το Πνεύμα Σου το Άγιον μη αντανέλης απ' εμού»... «και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Επιπλέον η ανθρώπινη δοξολογία είναι θεάρεστη, διότι είναι σύμφωνη με το πνεύμα του Θεού κατά το «Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου» (στιχ. 3, 5,12,13,14,17).


Υπακοή στο Θείο Νόμο

Και όσο το σκοτάδι της νύκτας γίνεται πιο βαθύ, τόσο και τα μάτια της προσευχόμενης ψυχής καταυγάζονται από το ανέσπερο φως της Τρισηλίου Θεότητας. Απαιτείται ψυχική ορατότητα, για να μπορεί κανείς μαζί με τον προφητάνακτα να ομολογεί, στον «Άμωμον» - έτσι ονομάζεται ο 118ος ψαλμός, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος του Ψαλτηρίου - ότι είναι μακάριοι εκείνοι, οι οποίοι έγιναν «άμωμοι», άμεμπτοι, εξαιτίας τού ότι πορεύονται «εν νόμω Κυρίου», σύμφωνα με το νόμο του Θεού.

Παράκουσαν, τότε, οι πρωτόπλαστοι το νόμο του Θεού. Τώρα, η «έν μετανοία» γρήγορση εμπνέει στον άνθρωπο τον σεβασμό και την τήρηση του θεϊκού νόμου. Γι' αυτό και σ' ολόκληρο τον 118ο ψαλμό, ο οποίος διαβάζεται στο Μεσονυκτικό, πλέκεται το εγκώμιο του θείου Νόμου και με ποικίλες εκφράσεις και εικόνες καταδεικνύεται πόσο πολύτιμος είναι ο νόμος του Θεού και με πόση ευλάβεια και πιστότητα, αδιάλειπτα και αναλλοίωτα, πρέπει να τον εφαρμόζουμε, εάν θέλουμε πραγματικά να είμαστε μακάριοι και ευτυχισμένοι.

Ομολογεί, λοιπόν, με τον 118ο Ψαλμό ο χριστιανός ότι τώρα «ηγάπησα τον νόμον Σου Κύριε- όλην την ημέραν μελέτη μου έστιν» (στίχ. 27). Και αυτό, διότι «επήλπισα εις τους λόγους Σου» (στίχ. 81), στήριξα όλη τη ζωή μου στα θεία λόγια Σου, τα οποία είναι «γλυκέα τω λάρυγγί μου...υπέρ μέλι τω στόματί μου» (στίχ. 103). Αλλά και πολυτιμότερα από κάθε γή ινο θησαυρό: «αγαθός μοι ο νόμος του στόματός Σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου» (στίχ. 72).

Και είναι ασύγκριτα ανώτερος ο νόμος Σου, διότι αποτελεί το ανέσπερο πνευματικό φως, το οποίο καθοδηγεί τα διαβήματά μου, ώστε να πολιτεύομαι θεοφιλώς. Σαν άλλος λύχνος φωτίζει τον δρόμο της ζωής μου: «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος Σου και φως ταις τρίβοις μου», γράφει ο ψαλμωδός στον 115ο στίχο. Για όλα αυτά, όχι απλά τον αποδέχομαι και τον μελετώ εμβαθύνοντας στα δικαιώματά Σου, αλλά και «εν τη καρδία μου έκρυψα το λόγια Σου, όπως αν μη αμάρτω Σοι» (στίχ. 11).

Και όταν κρατώ μέσα στην καρδιά μου το πολύτιμο μαργαριτάρι, που λέγεται Θείος Νόμος, ακόμη και μέσα στην βαθιά νύκτα θα σηκώνομαι από το κρεββάτι μου, για να ευχαριστήσω και δοξολογήσω τον Πανάγαθο Πατέρα για τις σωτήριες εντολές τις οποίες μου έδωσε: «μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαι σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης Σου» (στίχ.62).

Και με τον προηγούμενο στίχο αποκαλύπτεται το ασύλληπτο ύψος της μετανοίας, το οποίο μπορεί να προσεγγίσει ο άνθρωπος, ο οποίος αγρυπνεί και προσεύχεται με ευγνώμονη καρδιά. Ο ψαλμός συμμορφούμενος με το όλο περιεχόμενο της ακολουθίας δίνει το πνεύμα της γνήσιας μετάνοιας κατά την οποία ό,τι περιφρόνησες και περιύβρισες κάποτε, τώρα το εγκολπώνεσαι και το περιφρουρείς με τη ζωή σου και δεν παύεις να ευγνωμονείς γι' αυτό τον Θεό, ακόμη και στο διάστημα της νύχτας.


Τροπάρια νήψης και το "Πιστεύω"

Οι έννοιες της αγρυπνίας και της νήψης υποβοηθούνται και με το μέλος διαφόρων τροπαρίων, όπως είναι το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται έν τω μέσω της νυκτός...», και «την ημέραν την φοβεράν εννοούσα ψυχή μου, γρηγόρησον...», τα οποία και τα δύο είναι εμπνευσμένα από την παραβολή των Δέκα Παρθένων.

Και τα δύο είναι καρποί της αγάπης της μητέρας Εκκλησίας προς τα παιδιά Της, στην προσπάθειά Της να εξάρει την ανάγκη εγρήγορσης στον εαυτό τους και την αναμονή της προϋπαντήσεως του Νυμφίου, ο οποίος ως δίκαιος Κριτής θα κρίνει τον κόσμο.

H Δεύτερη έλευση του Κυρίου στη γη με την ιδιότητα του Κριτή, η οποία σημαίνει την απαρχή της γενικής κρίσης του κόσμου, και η οποία συμπίπτει με την ανάσταση των νεκρών εν Χριστώ, φέρνει στο νου των πιστών τους προκεκοιμημένους πιστούς· έτσι τους δίδεται η ευκαιρία να προσευχηθούν και γι' αυτούς.

Γι' αυτό και στη συνέχεια διαβάζονται δυό τροπάρια, τα οποία αναφέρονται στους κεκοιμημένους, με τα οποία εκζητείται η συγχώρηση και ανάπαυση των ψυχών τους. «Μνήσθητι, Κύριε, ώς αγαθός των δούλων Σου, και όσα εν βίω ήμαρτον συγχώρησον...» και «ο βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οικονόμων... ανάπαυσον, Κύριε, τας ψυχάς των δούλων Σου...».

Και πάλι ο χριστιανός στρέφει τα μάτια του σώματος και της ψυχής του προς τον ουρανό. Ευρισκόμενος στον κόσμο, όπου διεξάγει τον αγώνα του, και χωρίς να έχει θάρρος στη δική του βοήθεια για τη δύναμη της πίστης του, απευθύνεται στον ουράνιο Πατέρα του, όταν απαγγέλλει το σύμβολο της πίστης του, το «Πιστεύω εις ένα Θεόν...». Και αυτό είναι παράδοση Πατερική. Οι άγιοι Πατέρες συμβουλεύουν:

«Αφού σηκωθείς να δοξολογήσεις την πίστη σου» δηλαδή να πεις το ιερό Σύμβολο. Άλλος δε από τους όσιους Πατέρες λέει ότι «πρέπει να απαγγέλλεται η πίστη - το Σύμβολο της πίστης-  «πρωί και εσπέρας έτσι ώστε όποια ώρα έλθει ο θάνατος να βρει τον πιστό χριστιανό στην ομολογία της πίστεως». Και έτσι τονώνεται ο χριστιανός στην ορθή πίστη και ομολογία.


Η σημασία των "Κύριε Ελέησον"

Ιδιαίτερη αίσθηση στην ακολουθία του Μεσονυκτικού προξενεί η σύντομη προσευχή «Κύριε, ελέησον», η οποία απαγγέλλεται άλλοτε δώδεκα, και άλλοτε σαράντα φορές. Η ψυχή επιζητεί μέσω της επανάληψης αυτής τη σωτηρία της και εκζητεί το έλεος του Θεού. Αλλά έχει και βαθύτατο συμβολισμό η προσευχή αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Στα Άπαντά του και στη σελίδα 217 διαβάζομε: «Απαγγέλλεται το «Κύριε, ελέησον» δώδεκα φορές «δια το δωδεκάωρον της ημέρας και το δωδεκάωρον της νύκτας, εις αγιασμόν ημών και κάθαρσιν» κατά τις ωρες αυτές, από τις αμαρτίες, που κάνουμε με το λόγια και τα έργα μας.

Όσο δε για την επανάληψη του «Κύριε, ελέησον» σαράντα φορές ο ίδιος πατήρ σημειώνει:
«Ως θυσίαν αποδεκατώσεως των ημερών ημών και ωρών τω Θεώ προσκομίζομεν. Και τούτο ποιούμεν εν πάσαις ταις προσευχαίς τον έκ Θεού πάντα επικαλούμενοι έλεον. Ότι ούτος ισχύει μόνον σώσαι ημάς.

Και ότι ελέους άξιοι πεπλημμεληκότες. Και ότι ουχ ικανοί άλλοθεν σωθήναι ει μη ελέει μόνω Θεού, ουδέν αφ' εαυτών έχοντες εξίλασμα, ει μη το παροργίζεσθαι μάλλον τον Θεόν δι' ων ενεργούμεν, λαλούμεν και διανοούμεθα».

Με άλλα λόγια: Προσφέρομε το «Κύριε, ελέησον» ως θυσία, η οποία δίδει το δέκατο των ημερών και ωρών της ζωής μας στο Θεό. Και αυτό το κάνομε σ' όλες τις προσευχές με το να επικαλούμαστε για όλα το έλεος του Θεού.

Διότι μόνο Αυτός μπορεί να μας σώσει. Και διότι είμαστε άξιοι του ελέους, επειδή είμαστε αμαρτωλοί. Και διότι είμαστε ανίκανοι να σωθούμε από πουθενά αλλού, παρά μόνο από το έλεος του Θεού, αφού από τον εαυτό μας καμία εξιλαστήρια προσφορά δεν ισχύει, έκτος από το να εξοργίζομε περισσότερο τον Θεό, με όσα πράττομε, λέγομε και σκεπτόμαστε.

Και αλλού ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει: «Το Κύριε, ελέησον», τεσσαράκοντα εις αγιασμόν του καιρού παντός της ζωής ημών. Των γαρ τριακοσίων εξήκοντα πέντε ημερών αποδεκάτωσις, ώς φασί τίνες, αι τεσσαράκοντα, εν αις η μεγάλη νηστεία, και έν εκάστω καιρώ προσευχής, το «Κύριε, ελέησον» τεσσαράκοντα εις εξάλειψιν των εν πάση ημέρα και ώρα αμυθήτων ημών αμαρτιών. Διό και μετά το «Κύριε, ελέησον» την αναγκαιοτάτην λέγομεν πάντοτε ευχήν.

Το «έν παντί καιρώ και πάση ώρα» πάντα περιέχουσαν, και υπέρ πάντων ούσαν των ημετέρων και ψυχών και σωμάτων και λογισμών και εννοιών και έργων άπαντα αιτουμένη καθαγιάζεσθαι και παντός λυτρούσθαι πειρασμών. Και υπό των αγίων Αγγέλων τειχίζεσθαι και φυλάττεσθαι». Δηλαδή:

Λέγομε το «Κύριε, ελέησον» σαράντα φορές για τον αγιασμό του χρόνου όλης της ζωής μας. Και η δόση του δέκατου των 365 ημερών (δηλαδή το δέκατο του 365 είναι 36,5 αλλά ορίζεται το 40 για το στρογγυλό και εύκολο του αριθμού), όπως λένε μερικοί είναι οι σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες διαρκεί η μεγάλη νηστεία, η οποία ορίσθηκε, διότι ο Κύριος νήστευσε στην έρημο 40 ήμερες και 40 νύχτες(Ματθ. δ' 2)· Και σε κάθε χρόνο προσευχής λέμε «Κύριε, ελέησον» 40 φορές σε εξάλειψη των αμέτρητων αμαρτιών μας, που διαπράττομε κάθε ημέρα και ώρα.

Γι' αυτό, έπειτα από το «Κύριε, ελέησον», λέμε την πολύ αναγκαία πάντοτε προσευχή, το «έν παντί καιρώ και πάση ώρα...», η οποία όλα τα περικλείει και ομιλεί για όλα τα δικά μας, δηλαδή και τίς ψυχές και τα σώματα και τους διαλογισμούς και τις σκέψεις και τα έργα. Και αυτό, γιατί όλα γενικά ζητεί να τα καθαγιάζομε και να λυτρωνόμαστε από κάθε πειρασμό. Και από τους αγγέλους να περιφρουρούμαστε και να προφυλασσόμαστε.    

Όλα τα προηγούμενα τα οποία  αναπέμπονται κατα την ακολουθία του Μεσονυκτικού, αφήνουν να φανεί - έστω και μέσα από τη συνοπτική και επιλεκτική έκθεση και ερμηνεία τους - η κεκρυμμένη, αλλά άδυτη δόξα της Ορθοδοξίας.

Οι έννοιες - αρετές της εγρήγορσης - νήψης, της γνήσιας μετάνοιας, της βαθιάς ευγνωμοσύνης, της ακλόνητης πίστης, προβάλλονται και υπογραμμίζονται, για να βοηθήσουν κάθε χριστιανική ψυχή να αγρυπνεί και να μην επιτρέπει στον εαυτό της να απορροφάται από τις καθημερινές μέριμνες και φροντίδες· για να θυμάται, προ παντός, τον Νυμφίο Χριστό, ο Οποίος στέκεται έξω από τη θύρα της ψυχής κάθε χριστιανού, την κτυπά διακριτικά και ζητεί να Του ανοίξει.

Έτσι, ώστε με ψυχική ετοιμότητα και αγνότητα καρδίας να μπορεί να υποδέχεται την κάθε στιγμή της ζωής τον Μεγάλο Επισκέπτη, ο Οποίος και θα τον καταστήσει μόνιμα ευτυχισμένο

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2011

Μ. Πέμπτη και θεία Κοινωνία

 


Το γεγονός ότι η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα κατά την οποία παραδοσιακά όλος ο Ορθόδοξος κόσμος προσέρχεται να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων, οφείλεται στο γεγονός ότι σήμερα έγινε η παράδοση του φρικτού μυστηρίου της Ευχαριστίας κατά τον Μυστικό Δείπνο. Εκεί ο Χριστός, εν όψει του Πάσχα του εβραϊκού, σε ένα από τα προηγούμενα (όχι στο τελευταίο τελικό συμπόσιο του εβραϊκού Πάσχα που έθυαν τον αμνό τον ενιαύσιο) έφαγε με τους μαθητές Του· και αφού πήρε ψωμί στα χέρια Του, ευχαρίστησε, το ευλόγησε, και τους τόδωσε λέγοντάς τους: «Λάβετε, φάγε­τε, τούτο έστι το σώμα μου». Αυτό είναι το σώμα μου, που σας δίνω αυτήν την στιγμή, το οποίο «κλάται», «το υπέρ υμών κλώμενον» (το ρήμα είναι κλάω-κλω, από κει που βγαίνει και η λέξη των μαθηματικών: τα κλάσματα, όπως και η αρτοκλασία: η κλάσις του άρτου, κόβουμε τους άρτους και τους μοιράζουμε), για πολλούς, για όσους θέλουν να σωθούν. Κατόπιν πήρε ένα ποτήρι κρασί, το ευλόγησε, ευχαρίστησε τον Ουράνιο Πατέρα και το πρόσφερε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο έστι το αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών έκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Να! το μυστήριο της Θειας Ευχαριστίας!
Πολλές φορές και κατ’ επανάληψιν αναφέρθηκε στη Γραφή ότι Αυτός είναι «ο Άρτος της Ζωής», «ο εκ του Ουρανού καταβάς». Και πάνω στο Σταυρό έρρευσε το άγιο αίμα Του, το οποίο έγινε το «καινόν πόμα», το καινούριο πιοτό, στο οποίο θα μας καλέσει ο θεσπέσιος ιερός Δαμασκηνός τη νύκτα της Αναστάσεως: «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον», (όχι με το θαύμα που έκανε ο Μωϋσής στα παλιά τα χρόνια, σ’ ένα άγονο βράχο, κι έδωσε νερό σύνηθες, φυσικό νερό να πιούνε, αλλά είναι άλλου είδους πόμα αυτό, είναι το ποτό της Ζωής, το οποίο έρρευσε από την άχραντο πλευρά και από τις πληγές στα χέρια και στα πόδια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού).
Από τότε η Ευχαριστία συνιστά την Εκκλησία. Για να ζήσουμε το γεγονός της Εκκλησίας, κάνουμε την Λειτουργία. Και όπως μαζεύτηκε το σιτάρι σπυρί-σπυρί από κάθε γωνιά του χωραφιού και αλέστηκε κι έγινε το ψωμί, έτσι μαζευόμαστε και μείς ένας-ένας από κάθε γωνιά, γύρω από τον προεστώτα της Ευχαριστίας, και αντιγράφοντας την πρακτική του Χριστού, κατά την εντολή Του: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (αυτό να κάνετε για να με θυμάστε), «και όσες φορές θα τρώτε αυτόν τον άρτο και θα πίνετε αυτό το κρασί, θα καταγγέλλετε και θα μαρτυρείτε την Ανάστασή μου, την αλήθεια της Θεότητάς μου», κι εμείς συναζόμαστε και κάνουμε τη Λειτουργία, και έτσι συνιστούμε την Εκκλησία. Και είμαστε όλοι καλεσμένοι να μετάσχουμε αυτής της αθανάτου τραπέζης, αλλά υπό προϋποθέσεις. Όχι απαράσκευοι, όχι ακάθαρτοι, όχι αμετανόητοι όπως ό Ιούδας.
Λέει ένα πικρό λόγο, αλλά δυστυχώς αληθινό, ο απόστολος Παύλος: «Ανάμεσα σας, λέει, υπάρχουν ένα σωρό άρρωστοι και πεθαίνει πολύς κόσμος. Και αυτό, γιατί κοινωνείτε αναξίως», «εσθίετε και πίνετε αναξίως». Είναι πυρ καταναλίσκον η θεία Κοινωνία. Και ή θα καταναλώσει τις αμαρτίες μας, εάν προσερχόμαστε εν μετάνοια και τακτοποιημένοι, ή θα καταναλώσει και θα αφανίσει εμάς τους ίδιους. Χρειάζονται λοιπόν προϋποθέσεις, και όχι να την περνά κανείς ότι είναι ο πρωινός καφές που πρέπει να πάμε να τον πιούμε, επειδή έτσι συνηθίζουμε και έτσι λέει το πρωτόκολλο το εκκλησιαστικό ή το έθιμο της ημέρας και ούτω καθ’ εξής. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τον άξιο δεν τον κάνει η ήμερα, αλλά αυτός ο οποίος είναι άξιος, οποιαδήποτε ημέρα έχει εορτή, έχει Πάσχα, έχει Χριστούγεννα». Επειδή είναι έτοιμος και κοινωνεί αξίως.
Όσον άφορα την προσευχή, τί να πω εγώ σε σας, οι οποίοι είσθε οι βιούντες το μέγα μυστήριο της προσευχής; Είσθε οι καλλιεργητές της νοεράς και μονολογίστου προσευχής. Είσθε εσείς, οι οποίοι αγωνίζεσθε να τηρείτε το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» του αποστόλου Παύλου. Μόνο για τους αδελφούς μας τους προσκυνητές να πω, ότι ο Χριστός μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής, και μάλιστα με αυτή την προσευχή την εναγώνιο κατά την ανθρωπινή Του φύση.
Η αγωνία ήταν στην ανθρωπινή φύση Του, για να μην περάσει κανενός η ιδέα, όπως αργότερα στους μονοφυσίτες, ότι ήταν «κατά δόκησιν άνθρωπος» και όχι τέλειος άνθρωπος. Γι’ αυτό φάνηκε η αγωνία κι έσταξε ο ίδρωτας ως θρόμβοι αίματος από το μέτωπό Του. Ήταν η ανθρωπινή φύση, η οποία βεβαίωνε την αλήθεια της εκείνη τη στιγμή, και όχι βεβαίως η θεία φύση, η οποία ουδέποτε είχε καμία αγωνία, διότι είναι απαθής ο Θεός, και ουδέποτε είχε καμία επιφύλαξη στο να πιει το ποτήριο το οποίο έδωσε ο Πατέρας, το να δεχθεί δηλαδή το Σταυρό, το Πάθος, το Θάνατο για τη σωτηρία των αδελφών Του, τη σωτηρία του κόσμου.
Αλλά μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής. Να θυμίσω μόνον ένα λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αν δεν κάνω λάθος: «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» (Είναι μεγαλύτερη ανάγκη να προσεύχεσαι και να επικαλείσαι το όνομα του Θεού από το να αναπνέεις). Πόση ώρα μπορεί να μείνει κανείς χωρίς να αναπνέει; Να κλείσει τη μύτη του, να μην παίρνει μέσα οξυγόνο; Κάποια λεπτά αντέχει το σώμα από την λεγομένη άδηλη αναπνοή, το οξυγόνο που εισπράττει μέσα από τους πόρους του σώματος. Αλλά πόσο; Μετά πεθαίνει ο άνθρωπος.

 Πόσο θ αντέξει ο άνθρωπος, η ψυχή, χωρίς την προσευχή; Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από την προσευχή παρά από το οξυγόνο. Ο άνθρωπος ο οποίος αποκόπηκε από την προσευχή και σταμάτησε να μνημονεύει του ονόματος του Θεού είναι νεκρός! Αυτός είναι για μνημόσυνα με πλερέζες και για κλάματα και θρήνους άνευ παραμυθίας. Η προσευχή είναι αυτή η οποία δείχνει ότι η καρδιά από μέσα κτυπά. Ότι υπάρχει ζωή, ότι ο άνθρωπος είναι ζωντανός.
Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Μας τα είπε τόσο ωραία η ακολουθία. Θα μας τα πει περισσότερο η μεγάλη ακολουθία της αγρυπνίας το βράδυ, των Αχράντων Παθών, στην οποία ας έχουμε τεταμένη την προσοχή μας και ας αφήσουμε ανοιχτά τα χέρια του Θεού να δουλέψει η Χάρις Του μέσα μας αυτές τις ημέρες του Αχράντου Πάθους τη σωτηρία μας, όπως Εκείνος ξέρει και κατά το ποσοστό στο όποιο έχουμε ετοιμασθεί και είμαστε δεκτικοί όλοι μας. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

(Περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος». αριθ. 34)

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2011

Κατευθυνθήτω η προσευχή μου...

 

Η προσφορά του θυμιάματος

undefined
Τό θυμίαμα στη λατρεία του Θεού εχρησιμοποιείτο και από τους Εβραίους και άπό τους ειδωλολάτρες.Ήταν δείγμα αναγνώρισης της υπερέχουσας αξίας του Θεοϋ, ήταν σύμβολο υποταγής και αφοσίωσης.Στήν Παλαιά Διαθήκη έχουμε την περιγραφή του και το μείγμα από το όποίο άπετελείτο. Συγκεκριμένα,στο Εξόδου 30,34-38 ό Θεός δίδει εντολή να αποτελείται το θυμίαμα από 4 συστατικά στοιχεία, από στακτή,όνυχα,χαλβάνη και λίβανο.Γι' αυτό και οι έννοιες «θυμίαμα» (ή μοσχοθυμίαμα) και «λιβάνι» δεν ταυτίζονται.Το λιβάνι είναι ένα από τα στοιχεία από τα όποια απαρτίζεται το θυμίαμα.Στά χρόνια του Κυρίου το εβραϊκό θυμίαμα άπετελείτο από 13 άρωματώδη στοιχεία.όπως μαρτυρεί ό Ίώσηπος. Η Σκηνή του Μαρτυρίου περιείχεν,εκτός των άλλων,και το «χρυσούν θυμιατήριον», μέσα στο οποίον έκαιαν κάρβουνα και ό Ιερέας πετούσε αρκετό θυμίαμα και έπειτα γονάτιζε και προσευχόταν στον Θεό.Στό ναό του Σολομώντος υπήρχε το θυσιαστήριο του θυμιάματος,στο όποιο εθυμίαζε κάθε ήμερα ένας Ιερεύς.Ό Ιερεύς δε,πού του έπεφτε ό κλήρος να θυμιάσει,εθεωρείτο ότι αξιωνόταν μεγάλης τιμής από τον Θεό.Τούτο συνέβη και με τον Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου,πού κατά την ώρα του θυμιάματος δέχθηκε από τον Αγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία και με τη γυναίκα του στείρα τον Βαπτιστή. Ή ώρα του θυμιάματος στους Εβραίους ήταν συγκλονιστική για τους συμβολισμούς της. Και οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν θυμίαμα στη λατρεία τους, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Άσσύριοι, οι Βαβυλώνιοι κλπ. Σάς υπενθυμίζω τις περιπτώσεις αγίων χριστιανών μαρτύρων πού,επειδή δεν έδέχθησαν να ρίψουν θυμίαμα εμπρός στα είδωλα, έθυσιάσθησαν οι ίδιοι, θυμίαμα προσεφέρέτο και προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, πού έλατρεύετο ως Θεός.Το ίδιο συνέβαινε και για άλλους επιφανείς ανθρώπους πού είχαν δοξασθή από τους ανθρώπους. Κατά τον ιστορικό Θεοδώρητο.ό Ιουλιανός Παραβάτης άξίωνε να του καίνε θυμίαμα.
-Συμβολισμοί
Ή χριστιανική θρησκεία παρέλαβε από τους Εβραίους το θυμίαμα και το καθιέρωσε και στη δική της λατρεία. Του προσέδωσε δε πνευματικούς συμβολισμούς,πού αξίζει να θυμηθούμε. 1.Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, πού ανεβαίνει προς τον θρόνον του Θεού, «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ένώπιόν Σου...». Είναι ή ορμή της ψυχής προς τα άνω. Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει ή προσευχή μας δεκτή «εις όσμήν ευωδιάς πνευματικής». Γράφει ό ιερός Χρυσόστομος «ώσπερ το θυμίαμα και καθ'εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα έπιδείκνυται την ευωδίαν, όταν όμιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ' έαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται, όταν μετά και ζεούσης ψυχής άναφέρηται, Οταν θνμιατήριον ή ψυχή γένηται και πυρ άνάπτη σφοδρόν». Γι' αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σττίτι.
2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Αγίας Πεντηκοστής, όταν ό Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Παναγιόν Του Πνεύμα «εν ειδει πύρινων γλωσσών». Στήν ευχή πού λέγει ό ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει «θυμίαμα Σοι προσφέρομεν Χρίστε ο Θεός εις όσμήν ευωδιάς πνευματικής, ό προσδεξάμενος εις το ύπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον,άντικατά-πεμψον ήμίν την χάριν τον Παναγίου Σου Πνεύματος».Με το θυμίαμα δηλ.ζητούμε άπό τον Κύριο να μας στείλει την άγιοπνευματικήν Του χάρη. Γι αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ό Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα άποδοχής της χάριτος αυτής. Ό άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος: «Δηλοί την άπ' ουρανού χάριν και δωρεάν έκχυθείσαν τω κοσμώ δια Ίησού Χρίστου και εύωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ούρανόν δί' αυτόν άναχθεϊσαν».
3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον,πού απευθύνεται πρός τον Θεό. Ή καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, πού δημιουργείται άπό το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ί.Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδίας μας από τη θεία εύαρέστηση, πού είναι ό καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό.Στήν
περίπτωση αύτη κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδία Χρίστου».
4. Το δε θυμιατήριον, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, ή οποία δέχθηκε στα σπλάγχνα της σωματικώς την Θεότητα, πού είναι «πυρ καταναλίσκον»,χωρίς να ύποστή φθορά ν ή αλλοίωση. Κατά τον "Αγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χρίστου, το πυρ την θεότητα και ό ευώδης
καπνός μηνύει την ευωδιά του Άγιου Πνεύματος προπορευόμενων».
Και άλλου: «Ή γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθεί αν ήμίν ή ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν ώ κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς. Διό και την όσμήν της ευωδιάς άναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με άπλά λόγια και ό άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο."Οπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και ή Δέσποινα ή Θεοτόκος έδέχθηκε τον Χριστόν και δεν έκάηκε, αλλά μάλιστα έφωτίσθηκε».
Λειτουργική Χρήση
1. Ή Εκκλησία μας εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία άπό την αρχή. Κατά τον 3ο Αποστολικό Κανόνα μόνο θυμίαμα και έλαιο είναι επιτρεπτά στο "Αγιον Θυσιαστήριον. Ό δε Ίουστινιανός έδώρησε στην Αγία Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους, κατά δε μαρτυρίαν του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου οι βασιλείς στο Βυζάντιο εισερχόμενοι στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα καλούμενα «κα­πνιστά». Το θυμιατόν, κατά ταϋτα, ως ένα ιερό σκεύος αφιερωμένο στη λατρεία του Θε­ού, πρέπει να είναι καθαρό και όχι μαυρι­σμένο από τον καπνό, να είναι από καλό μέ­ταλλο και όχι ευτελές και να συμμορφώνε­ται ως πρός το σχήμα προς την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Το «κατζίον» είναι ειδικής χρήσεως θυμιατόν, πού χρησι­μοποιείται στις Αγρυπνίες και στις κατα­νυκτικές Ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακο­στής και της Μεγ. Εβδομάδος. Το δε χρη­σιμοποιούμενο θυμίαμα πρέπει να είναι άρωματώδες, ως εκείνο πού παράγεται στο "Αγιον "Ορος και στις άλλες μονές μας.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...