Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη Ζυμωμένη με αίμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη Ζυμωμένη με αίμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 12, 2014

Ένας Χριστιανός αντιεξουσιαστής

Ένας Χριστιανός  αντιεξουσιαστής
Βρισκόμαστε στα χρόνια της εκπνοής του τρίτου Μ.Χ. αιώνα και της ανατολής του τέταρτου. Η χρονική εκείνη περίοδος ήταν πολύ σκληρή για τους Χριστιανούς. 
Ο ένας διωγμός από μέρους των ρωμαϊκών αρχών διαδέχονταν τον άλλον. Ήταν διωγμοί μακρόχρονοι και ανελέητοι, με αποτέλεσμα χιλιάδες Χριστιανοί να στεφθούν με τον στέφανο του μαρτυρίου.
Την εποχή εκείνη διοικούσε τμήμα του ανατολικού μέρους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ο Γαλέριος (292-311). Καταγόταν από τις νομαδικές φυλές που ζούσαν κατά μήκος του Δούναβη. Ήταν δηλαδή για τα τότε δεδομένα ένας βάρβαρος. Δυστυχώς όμως ήταν και βάρβαρος στον χαρακτήρα. Ο Λατίνος χριστιανός ιστορικός Λακτάντιος τον χαρακτήριζε ως άνθρωπο «του τρόμου και της φρίκης».
Η μητέρα του Γαλέριου λάτρευε τις θεότητες των βουνών, δηλ. τον Βάκχο, τον Πάνα, την Κυβέλη κ.λπ. Ήταν φοβερά θρησκόληπτη. Καθημερινά έκανε θυσίες και καλούσε στο σχετικό τραπέζι που ακολουθούσε τους κατοίκους των γύρω χωριών. Όσοι ήσαν χριστιανοί απέφευγαν την πρόσκληση. Η στάση τους έγινε από μέρους της αντιληπτή και την εξόργισε αφάνταστα. Η οργή σύντομα μεταβλήθηκε σε μίσος.
Δεν άργησε να ερεθίσει τον εξ ίσου θρησκόληπτο γιό της, ζητώντας του να εξαφανίσει τους Χριστιανούς από το πρόσωπο της γης.
Ο Γαλέριος έπεισε τελικά τον πεθερό του και συνάρχοντα του Ανατολικού Διοκλητιανό να κηρύξουν διωγμό. Αποφασίστηκε ο διωγμός να γίνει στις 23 Φεβρουαρίου του 303, δηλαδή μέρα που υποσχόταν… «ευτυχία», λόγω της γιορτής των Τerminalien, δηλαδή του θεού των συνόρων.
Την επόμενη μέρα αναρτήθηκε στην έδρα του Γαλέριου, τη Νικομήδεια, το σχετικό διάταγμα, που ανακοίνωνε ότι οι οπαδοί της χριστιανικής θρησκείας εξέπιπταν από κάθε τιμή και από κάθε αξίωμα. Τούτο σήμαινε ότι οι Χριστιανοί, ανεξάρτητα σε ποια κοινωνική τάξη ανήκαν και ποια θέση κατείχαν, δεν θα εξαιρούνταν από τα βασανιστήρια. Ευνόητο ότι το διάταγμα αυτό, με το οποίο άρχιζε πάλι ένας νέος διωγμός, έφερε αναστάτωση  και αγανάκτηση στον κόσμο των Χριστιανών.
Από το σημείο αυτό αρχίζει η σύντομη ιστορία του χριστιανού αντιεξουσιαστή μας. Το σχετικό περιστατικό μας το αναφέρουν τόσο ο Λακτάντιος, που ζούσε τότε στη Νικομήδεια και είχε μόλις προ δύο ετών δεχθεί τον Χριστιανισμό, όσο και ο ιστορικός της Εκκλησίας μας Ευσέβιος. Σύμφωνα με τη διήγησή τους ένας Χριστιανός, σημαντικό πρόσωπο στη Νικομήδεια, «ζήλῳ τῷ κατά θεόν ὑποκινηθείς διαπύρῳ», ορμά με θάρρος μέρα μεσημέρι προς το διάταγμα του διωγμού, που ήταν αναρτημένο σε δημόσιο χώρο, και μπροστά σε κόσμο το σχίζει, κάνοντας το κομμάτια. Ταυτόχρονα, αναφερόμενος στον Γαλέριο που είχε υποτάξει τους Γότθους και τους Σαρμάτες και τώρα ξεκινούσε πόλεμο κατά των Χριστιανών σαν να ήταν βάρβαροι εχθροί, φώναξε ειρωνικά: «Νίκα πάνω στους Γότθους και τούς Σαρμάτες και διάλυσέ τους!».
Ο θαρραλέος αυτός Χριστιανός συνελήφθει αμέσως και οδηγήθηκε στον τόπο των βασανιστηρίων, όπου υπέστη τις χειρότερες κακώσεις με αξιοθαύμαστη γενναιότητα και υπομονή. Ύστερα τον έψησαν πάνω στη φωτιά και τέλος τον έριξαν μέσα στην αναμμένη θράκα και τον έκαψαν.
Το όνομα  του πρωτομάρτυρα στον διωγμό αυτό δεν μας το παρέδωσαν οι δυο μας ιστορικοί. Αργότερα το μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας της Ρώμης του αποδίδει το όνομα Ιωάννης. Αν το όνομα αυτό είναι σωστό ή αποτελεί δημιούργημα μιας ευσεβούς παραδόσεως δεν έχει καμιά σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το πραγματικό του όνομα είναι γραμμένο στο βιβλίο του ουρανού.

*Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία Η, 5/ΒΕΠ 20,48,14-26 και Lactantius, Demortibuspersecutorum13.
Aπόσπασμα από το βιβλίο του Ηλία Α. Βουλγαράκη «Στιγμιότυπα από την εποχή των Πατέρων», εκδόσεις Αρμός. 
Επιμέλεια , Δ.Πυλαρινός
GP,Orthodoxianpress.com

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2012

6000 ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (1616) ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ



Το μοναστήρι του οσίου Δαυίδ στην έρημο του Γκαρέτζη για πολλούς αιώνες υπήρξε φάρος της πνευματικής ζωής της Γεωργίας.
Η θεάρεστος ζωή των Αγίων Πατέρων της για αιώνες υπήρξε λαμπρό παράδειγμα για τις επόμενες γενιές.
Τον 17ο αιώνα οι άθεοι Τούρκοι και οι Πέρσες αδιάκοπα χύνουν το αίμα των ορθοδόξων Γεωργιανών. Μπορεί οι επιδρομές αυτές να κατέστρεφαν την χώρα οικονομικά και να μείωναν τον πληθυσμό, πνευματικά όμως συντελούσαν στο ανέβασμα της πίστεως. Όπως ο χρυσός καθαρίζει στη φωτιά, έτσι και η πίστη μας καθάριζε και δυνάμωνε, γι' αυτό και στον αιώνα αυτόν είχαμε αμέτρητους μάρτυρες του Χριστού.   
Αυτός ο αιώνας κοσμείται από το μαρτύριο των 6000 μοναχών της ερήμου Γκαρέτζη που έγινα με την επιδρομή του πέρση Σαχ-Αμπάς το 1616.
Ξημέρωνε η Ανάστασις του Χριστού. Το πρωί στον όρθρο, οι καλόγεροι της μονής με αναμένες λαμπάδες και ιερές εικόνες βγήκαν από το Καθολικό. Είδαν το φως από τις λαμπάδες οι πέρσες που έρχονταν για να λεηλατήσουν την χώρα και περικύκλωσαν την μονή. Οι βάρβαροι ΄πίεσαν τους μοναχούς να αλλάξουν την πίστη τους, αλλιώς θα τους εκτελούσαν μέχρι τον τελευταίο.
Ο άγιος Ηγούμενος τους είπε ειρηνικά
 «Εμείς τον ψευδαπόστολό σας δεν θα πιστέψουμε και ούτε αφήνουμε τον Βασιλέα και Δεσπότη ημών Ιησούν Χριστόν, δια το όνομα του οποίου αναχωρήσαμε από τον κόσμο και κατοικούμε στην έρημο. Αφήστε μας μόνο να γευθούμε το Πάσχα αυτό το αθάνατο. Φυλάξτε τις πύλες του ναού καλά για να μη βγεί κανείς μας. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήσει και μετά την Θεία Λειτουργία κάντε ότι θέλετε».
Τυφλωμένοι από τον πλούτο του ναού οι πέρσες τους άφησαν να τελειώσουν την Θεία Λειτουργία και στην συνέχεια τους έσφαξαν μέχρι τον τελευταίο μοναχό. Σώθηκαν μόνο δύο αναχωρητές, οι οποίοι μάζεψαν σε ένα τάφο τα άγια λείψανά τους.
Την μνήμη τους η Εκκλησία του Χριστού τιμά την Τρίτη ημέρα του Πάσχα.
Η μετάφρασις από τον Γεωργιανό συναξαριστή έγινε από τον φοιτητή Γεώργιο Ινασαρίτζε.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 20, 2012

Μαρτυρικές μορφές της Ιερωσύνης στη Βόρειο Ήπειρο που έζησαν τον διωγμό του Χότζα




Ο ι σεβάσμιες ιερατικές μορφές από το χώρο της Βορείου Ηπείρου, που θα παρουσιάσουμε εν συντομία παρακάτω, έζησαν τoν διωγμό της Ορθόδοξης πίστης από το αθεϊστικό καθεστώς του Χότζα. Πέθαναν πονεμένες, κυρτωμένες και λευκασμένες από τα μαρτύρια, χωρίς να προδώσουν «τα ιερά και τα όσια». Τις σκεπτόμαστε και κυλάει από το μέτωπό μας αιμάτινος ιδρώτας.
Κάποιοι απ’ αυτούς τους ιερείς, λίγοι, πρόλαβαν και χάρηκαν την ανάσταση της Εκκλησίας της Αλβανίας με τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Και ξαναλειτούργησαν ύστερα από μισό περίπου αιώνα! Η χάρη του Θεού τους έδωσε αυτή την μεγάλη τιμή. Τι και αν δεν είχαν ούτε καλυμμαύχι, ούτε ράσο, ούτε άμφια. Εκείνο που τους έδινε αξία και έκανε ευπρόσδεκτη την προσφορά τους στο θείο Θυσιαστήριο ήταν οι αρετές που τους συνόδευαν. Και κυρίως η υπομονή και η σταθερή προσκόλληση στην Εκκλησία του Χριστού. Έκλεισαν τα μάτια τους, μονολογώντας: «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν».
Οι περισσότεροι, όμως, αποσχηματισμένοι κληρικοί δεν ευτύχησαν να ξανακούσουν τον γλυκό ήχο της καμπάνας. Έσβησαν μαραμένοι σαν το κερί που λιώνει, μετά από μια μακροχρόνια και εξαντλητική ταλαιπωρία. Ή ταξίδεψαν στον άλλο κόσμο καταπληγωμένοι από τα μαχαίρια και τα ξίφη των αρνητών της πίστης.

π. Κων/νος Βόσδος 
Γεννήθηκε το 1902 στην Κοσοβίτσα. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και έτσι ανατράφηκε σε θρησκευτικό περιβάλλον, που του καλλιέργησε την αγάπη του για το Χριστό. Τελείωσε το σχολαρχείο στην Ελλάδα και μετά το θάνατο του πατέρα του χειροτονήθηκε, το 1942, ιερέας. Υπηρέτησε με ζήλο στα χωριά Κοσοβίτσα, Σωφράτικα, Σελειό και Κλεισάρι. Η Μητρόπολη Αργυροκάστρου, αναγνωρίζοντας και επαινώντας το έργο του, του απένειμε τον τίτλο του Σταυροφόρου και τον όρισε ηγούμενο της μονής Αγίας Τριάδας Πέπελης, την οποία αναστήλωσε. Ο αγώνας και η αγωνία του για τη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης, έστρεψε το αθεϊστικό καθεστώς εναντίον του. Κατηγορήθηκε, φυλακίστηκε στα Τίρανα για δέκα έξι μήνες και βασανίστηκε απάνθρωπα. Καταδικάστηκε σε θάνατο ως προδότης της Αλβανίας και εκτελέστηκε στις 30-9-1964 σε άγνωστο μέχρι σήμερα τόπο.
π. Mιχάλης Γκίγκας
Γεννήθηκε το 1900 στο Ζερβάτι. Μορφώθηκε εκκλησιαστικά από το δάσκαλο θείο του και το 1935 χειροτονήθηκε ιερέας. Βασανίστηκε πολλές φορές, καθώς θεωρούνταν ύποπτος. Κοιμήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1978.
π. Στέφανος Γκούλιος 
Γεννήθηκε στο Λάμποβο του Σταυρού. Το 1950 χειροτονήθηκε ιερέας. Υπηρέτησε στο χωριό του μέχρι το 1967, οπότε αποσχηματίστηκε. Από τότε και ως την ημέρα του θανάτου του έμεινε εσώκλειστος στο σπίτι του.
π. Θεόδωρος Γούλης 
Γεννήθηκε το 1885 στη Σωτήρα και τελείωσε το σχολαρχείο. Όταν ενηλικιώθηκε χειροτονήθηκε ιερέας και διακόνησε σε πολλά χωριά, όπως Καλογορατζή, Γλύνα, Γράψη, Σωτήρα και Κοσοβίτσα. Στις 28 Οκτωβρίου του 1947 συνελήφθη για αντικαθεστωτική δράση και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλακή. Αφού τον περιέφεραν σε διάφορα στρατόπεδα, όπου βασανιζόμενος απάνθρωπα βίωσε στο πετσί του τον πόνο και τη φρίκη, τον έκλεισαν στις σκληρές φυλακές του Μπουρέλι, που έχουν χαρακτηρισθεί «μαρτυρικό φέρετρο». Εκεί άφησε την τελευταία πνοή του και τον έθαψαν σε άγνωστο μέχρι τώρα σημείο.
π. Κων/νος Δημητρίου Δέδης (Ντέντης) 
Γεννήθηκε στο Καλέζ Αργυροκάστρου, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1950 και υπηρέτησε σε χωριά της περιοχής Λιντζουριάς (Νόκοβο, Μίνγκουλη, Δοξάτι, Κεσαράτι κ. ά.). Μέχρι την ημέρα του θανάτου του, στις 18 Σεπτεμβρίου 1972, δεν πρόδωσε την Ορθοδοξία και την αποστολή του και με θάρρος και σθένος διακόνησε το ποίμνιό του. Τελούσε κρυφά τα μυστήρια και πέθανε με την πίστη και την ελπίδα ότι μια ημέρα θα ξανανοίξουν οι εκκλησίες. Όπως κι έγινε.
π. Γεώργιος Ζάρος 
Γεννήθηκε το 1920 στο χωριό Βουλιαράτες. Τελείωσε το γυμνάσιο Δελβίνου με αλληλογραφία. Εργάσθηκε ως δάσκαλος στο χωριό Βοδίνο, αλλά απολύθηκε για ιδεολογικούς λόγους. Το 1952 χειροτονήθηκε διάκονος και τον επόμενο χρόνο πρεσβύτερος. Υπηρέτησε στα χωριά Σωτήρα (1953-1960), Επισκοπή και Γλύνα (1960-1967). Αφού αποσχηματίστηκε το 1967 δούλεψε στα αρδευτικά έργα του Δροπολίτικου κάμπου. Έκανε, αμέσως μόλις έπεσε το τυραννικό καθεστώς, θεία λειτουργία στην Αλβανία. Το ημερολόγιο έδειχνε 25-12-1990, ημέρα των Χριστουγέννων, και στο ναό του Αγίου Αθανασίου Βουλιαρατίου ακούσθηκε το «Χριστός γεννάται· δοξάσατε». Koιμήθηκε τον Αύγουστο του 2006.
π. Νικόλαος Καρκασίνας 
Γεννήθηκε το 1900 στο Βαγγελάτι των Αγ. Σαράντα. Αφού σπούδασε στο ιεροδιδασκαλείο Βελά, διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό του. Για 17 χρόνια ήταν δάσκαλος και ιεροψάλτης και βοηθούσε τον ιερέα του χωριού του π. Ζήση Τσάκα. Ακολούθως χειροτονήθηκε ιερέας από τον Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα Κοτόκο. Υπηρέτησε στο ναό Αγ. Τριάδας Τσιφλικιού και ως αρχιερατικός επίτροπος Δελβίνου μέχρι το 1967. Ο αποσχηματισμός του, του προκάλεσε μεγάλη θλίψη και στενοχώρια, με συνέπεια να κοιμηθεί ένα έτος μετά. Ο ιερέας Νικόδημος Καρκασίνας (εγγονός του παπαΝικόλα), που τότε ήταν 9 ετών, διηγήθηκε την πίκρα του παππού του για το κλείσιμο των εκκλησιών, όπως σαν παιδί την αντιλήφθηκε: «… Ήμουν στο Δέλβινο μαζί με τον πατέρα μου. Το μεσημέρι ο παππούς έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Μητροπολίτη Αργυροκάστρου και ήταν πολύ ανήσυχος. Η γιαγιά (παπαδιά) και ο πατέρας μου τον ρωτούσαν τι του συνέβαινε. Το ίδιο βράδυ κράτησε στο γραφείο του τον πατέρα μου. Του αποκάλυψε ότι την επομένη θα είχαν σύναξη όλοι οι ιερείς της περιφερείας του, θα ερχόταν ο Δεσπότης να εφαρμόσει μια εντολή του Χότζα για το κλείσιμο των εκκλησιών».

π. Σταύρος Κυριαζάτης 
Γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Λαζάτες των Αγ. Σαράντα. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1937 από το Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα Κοτόκο. Επί τριάντα ολόκληρα χρόνια υπηρέτησε στο χωριό του και διετέλεσε Αρχιερατικός Επίτροπος Δελβίνου. Το 1967 αποσχηματίστηκε βίαια και για εικοσιτέσσερα χρόνια γνώρισε διώξεις, εξευτελισμούς και οικονομικές δυσκολίες. Παρ’ όλα αυτά δεν έπαυσε να τελεί κρυφά τα μυστήρια της Εκκλησίας. Ο Θεός τον αντάμειψε για την αφοσίωσή του, αξιώνοντάς τον να χαρεί το άνοιγμα των ναών και να ξαναφορέσει το καλυμμαύχι και το ράσο σε ηλικία 98 ετών.
π. Δημήτριος Λέκκας 
Γεννήθηκε στο Κούδεσι από ιερατική οικογένεια. Και ο παππούς του Λεωνίδας και ο πατέρας του Αριστείδης ήταν ιερείς. Η οικογένειά του έχαιρε του σεβασμού και της εκτιμήσεως όλων των κατοίκων της περιοχής της Χιμάρας. Τελείωσε το σχολείο στην Πάτρα και σε ηλικία 30 ετών χειροτονήθηκε ιερέας από το Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα Κοτόκο. Ο Θεός επέτρεψε να μαρτυρήσει στην χαραυγή του αθεϊστικού καθεστώτος, που επεδίωξε την εξόντωση των ιερέων, δασκάλων και διανοουμένων, καθώς φοβόταν ότι θα υπέσκαπταν τά θεμέλιά του. Τον Απρίλιο του 1944 ο παπαΔημήτρης λειτουργούσε στο ναό του χωριού του. Ξαφνικά εισέβαλαν μέσα τέσσερεις παρτιζάνοι και τον άρπαξαν ντυμένο με τα άμφια. Η σύζυγός του, τα ανήλικα τέκνα του και οι πιστοί που παρακολουθούσαν τη θ. λειτουργία, ανησύχησαν έντονα. Μετά από λίγες ώρες τουφεκίστηκε με την κατηγορία του κατασκόπου και εχθρού του λαού σ’ ένα βαθύ λάκκο του χωριού του. Οι συγγενείς του πήραν το πτώμα του και το έθαψαν χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Η οικογένειά του κυνηγήθηκε έως την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
π. Μιχάλης Μπάρκας Γεννήθηκε το 1895 στα Βόδριστα της Δρόπολης. Από τα παιδικά του χρόνια ήταν κοντά στον ιερέα του χωριού του και έψελνε. Η χειροτονία του, λοιπόν, σε ιερέα ήταν φυσικό επακόλουθο. Το 1925 γίνεται πρεσβύτερος και αναλαμβάνει εφημέριος στους Βουλιαράτες. Κατά την εκκλησιαστική του διακονία προστάτευσε την εκκλησιαστική περιουσία και στήριξε την παιδεία στην περιοχή του. Στο ευαγγέλιο του ναού Παμ. Ταξιαρχών Βόδριστας (που εκδόθηκε από την Eλληνική Τυπογραφία του Φοίνικος στη Βενετία το 1848), σημείωσε σχετικά με το κλείσιμο της Εκκλησίας μετά το διάταγμα του
καθεστώτος το 1967: «… τη 25η Φεβρουαρίου 1967 ημέρα Σάββατον η ώρα 12 Μεσημέρι επαράδοκα το κλειδί της εκκλησίας εις την Νεολέαν, εκλήσθη η εκκλησία».

π. Μιχαήλ Ντάκος  Το όνομα του παπα Μιχάλη έχει συνδεθεί με την πρώτη θεία λειτουργία που έγινε στην Αλβανία, λίγο πριν την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ήταν 12 Δεκεμβρίου 1990 (εορτή του αγίου Σπυρίδωνος) και ο π. Μιχάλης λειτούργησε στο εξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής Δερβιτσάνης, που ως τότε ήταν αποθήκη λιπασμάτων. Γεννήθηκε το 1918 στο χωριό Δερβιτσάνη, που ήταν και είναι το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό της Δρόπολης.
Αφού ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του και έγινε κτίστης. Από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του, που ήταν νεωκόρος, στο ναό και αργότερα έγινε ιεροψάλτης.
Την περίοδο 1950 – 1953 φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Αργυροκάστρου, ενώ το 1952 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1954 πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Δαμιανό. Μέχρι το 1967, που κλείστηκαν οι ναοί, ιερουργούσε στο χωριό του. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να εργασθεί ως κτίστης σε διάφορες κρατικές επιχειρήσεις. Οι άριστα λαξεμένες από τα χέρια του πέτρες υπάρχουν και σήμερα στο Αργυρόκαστρο, στο Τεπελένι, ακόμη και στα Τίρανα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, τον όρισε αρχιερατικό επίτροπο στη Μητρόπολη Αργυροκάστρου. Στις 8 Μαρτίου του 1998, λίγο πριν αρχίσει τη θεία λειτουργία, ξεψύχησε σε ηλικία 80 ετών. Το 1991 είχαμε συναντήσει τον παπαΜιχάλη στα Γιάννινα, 7 χρόνια πριν την κοίμησή του. Μας φάνηκε μορφή ασκητική. Από τα χαρακωμένο πρόσωπό του συμπεράναμε πως σήκωσε πολλές φορές μεγάλους σταυρούς στους ώμους του.
π. Ηλίας Ντούκας 
Γεννήθηκε το 1903 στο Λάμποβο και ήταν συγχωριανοί με τον εθνικό ευεργέτη Ζάππα. Αφού τελείωσε τη βασική εκπαίδευση στο χωριό του ταξίδεψε σε μικρή ηλικία στη Ρουμανία, όπου εργάσθηκε ως τσαγκάρης. Έφυγε από τη Ρουμανία και για τέσσερα χρόνια εργάσθηκε στην Ελλάδα. Αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό του, όπου εξάσκησε το επάγγελμά του. Ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενο άτομο και βοηθούσε στην εκκλησία ως ιεροψάλτης. Το 1952 χειροτονήθηκε ιερέας στη Δερβιτσάνη. Υπηρέτησε αρχικά στην Τσούκα των Αγίων Σαράντα και αργότερα στα περισσότερα χωριά της Λυτζουριάς, ενώ προσέφερε τη διακονία του στο μοναστήρι του χωριού Μασκουλόρη και στη μονή Τσέπου. Αποσχηματίστηκε το 1967 και επειδή αντέγραφε εκκλησιαστικά βιβλία τον κατηγόρησαν για θρησκευτική προπαγάνδα. Μέχρι την κοίμησή του, στις 9 Αυγούστου του 1986, τελούσε κρυφά τα ιερά μυστήρια.
π. Γεώργιος Παπαζήσης 
Γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο το 1883 και καταγόταν από ιερατική οικογένεια. Μετά τη στοιχειώδη εκπαίδευση, φοίτησε σε Εκκλησιαστική Σχολή στο νησάκι των Ιωαννίνων. Διορίστηκε δάσκαλος στην Κάριανη της Λυτζουριάς, στη Μουζίνα καί Καλογορατζή. Το 1929 χειροτονήθηκε ιερέας και διακόνησε στην ενορία Παμ. Ταξιαρχών του Βαρουσίου. Επειδή ο πιστός λαός τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε του δόθηκε το οφίκιο του Οικονόμου και το δικαίωμα να εξομολογεί. Και μετά τη θρησκευτική απαγόρευση του 1967, δεν έπαψε να λειτουργεί και να τελεί τα ιερά μυστήρια κρυφά στο σπίτι του μέχρι την κοίμησή του τον Φεβρουάριο του 1968.
π. Γεώργιος Σιαμπάνης 
Γεννήθηκε το 1900 στη Ντοσνίτσα. Όταν ήταν ενός έτους πέθανε η μητέρα του. Ο πατέρας του, που ήταν δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, τον πήρε μαζί του. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Αρρώστησε και επέλεξε να γυρίσει στη Ντοσνίτσα. Αφού ανάρρωσε πλήρως διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό του. Το 1945 χειροτονήθηκε ιερέας στην Κορυτσά και υπηρέτησε στα χωριά Ντοσνίτσα, Ζέη, Λίαρ, Χοστέβα, Μαλεσόβα, και Καλάσα. Δεν άντεξε τον αποσχηματισμό του και πέθανε τον Μάϊο του 1967.
π. Βασίλειος Σίνης 
«Άκουσε παιδί μου», επαναλάμβανε συχνά στο γαμπρό του Βασίλη Γκιώνη, «τούτο το σύστημα έχει κοντά πόδια. Μία μέρα θα φύγει και θα έρθει ξανά η πίστη, η θρησκεία». Γεννήθηκε στην Πέπελη το 1899. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή, γι’ αυτό βιοποριστικοί λόγοι τον ανάγκασαν να αναζητήσει στην Ελλάδα εργασία. Επέστρεψε στο χωριό του και έψελνε στη μονή Αγίας Τριάδας Πέπελης. Το 1933, με την παρότρυνση του ηγουμένου του μοναστηριού, χειροτονήθηκε ιερέας στα Τίρανα. Διακόνησε στα χωριά Βοδίνο, Κρα, Κλεισάρι, Αλίκο, Γέρμα, Καλογορατζή. Κατά διαστήματα εξυπηρετούσε το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας.
Με την κατηγορία του πράκτορα των Ελλήνων συνελήφθη το 1946, καταδικάστηκε με αυστηρή ποινή, φυλακίστηκε και οδηγήθηκε σε καταναγκαστικά έργα. Το 1953, σακατεμένος πια, ελευθερώθηκε. Το πρώτο μέλημά του ήταν να συνεχίσει την ιερατική αποστολή του. Ιερουργούσε στο Αλίκο των Αγίων Σαράντα μέχρι το 1967, οπότε και αποσχηματίσθηκε. Μέχρι την κοίμησή του, το 1983, τον κατέτρωγε ο καημός που δεν μπορούσε να τελέσει επίσημα θεία λειτουργία. Και με αυτόν τον πόνο έφυγε για τον ουρανό. Φυσικά θα αγαλλίασε η ψυχούλα του, όταν ξαναλειτούργησαν οι ναοί.
π. Γεώργιος Σούλης
Γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Λέκελ του Τεπελενίου και η οικογένειά του είχε ορθόδοξες αρχές. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του και τη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και μετανάστευσε το 1922 στην Αμερική. Για δώδεκα χρόνια εργάστηκε στις πόλεις Βοστόνη και Φιλαδέλφεια και αφού απέκτησε θεολογική μόρφωση χειροτονήθηκε ιερέας. Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1934 και διακόνησε στο Λέκελ, στο Λάμποβο, στο Τερμπούκ, στο Χουντκούκ, στην Πεστάνη κ.α. Δεν θέλησε να συμπλεύσει με τους κομμουνιστές και γι’ αυτό από την πρώτη στιγμή θεωρήθηκε αντίπαλος του συστήματος. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι σπούδασε στην Ελλάδα και έζησε στην Αμερική τον συνέλαβαν το 1946 ως πράκτορα των
Ελλήνων και των Αμερικανών. Αφού φυλακίστηκε στο φρούριο του Αργυροκάστρου και βασανίστηκε απάνθρωπα για δύο χρόνια, εκτελέστηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1948.
π. Αριστοτέλης Στράτος 
Γεννήθηκε το 1881 στο Χλωμό Πωγωνίου. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο στο χωριό του, ταξίδεψε στην Κων/πολη σε ηλικία 11 ετών. Δουλεύοντας σπούδασε βυζαντινή μουσική σε Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από την Πόλη ταξίδεψε στην Γαλλία. Σε ηλικία 42 ετών επέστρεψε στο χωριό του καί δημιούργησε οικογένεια. Ο επίσκοπος Βησσαρίωνας τον χειροτόνησε ιερέα στο Δυρράχιο το 1932. Βασική ενορία του υπήρξε η Πολίτσιανη Βορείου Ηπείρου, ενώ μέχρι το 1944 διακόνησε και στην Τσιάτιστα, στη Σιέπερη Ζαγοριάς, στον μητροπολιτικό ναό
Αργυροκάστρου, στην Καλογορατζή Δρόπολης. Στη συνέχεια στο Δέλβινο και, μέχρι το θάνατό του, τον Οκτώβριο του 1960, στη μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Σβερνέτσι της Αυλώνας (όπου και παρέμενε).
π. Χαράλαμπος 
Γεννήθηκε το 1917 στους Σχωριάδες. ΄Ηταν παιδί του π. Κυριάκου (1872 – 1954). Ο πατέρας του γεννήθηκε στην Κάτω Λεσινίτσα, αλλά εγκαταστάθηκε μόνιμα στους Σχωριάδες όταν παντρεύτηκε την Μαρία Οικονόμου, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά. Σε μικρή ηλικία είχε μάθει αγιογραφία στην Κωνσταντινούπολη και ως ιερέας αγιογράφησε ναούς της περιοχής του σε συνεργασία με τον Χλωμιότη ζωγράφο – αγιογράφο Θεοδόση Γιούση. Ο μικρός Χαράλαμπος έτρεχε δίπλα στον πατέρα του σ’ όλες τις τελετές. Συνεπαρμένος από το λειτούργημα του κληρικού, το 1945 χειροτονήθηκε ιερέας στα Τίρανα από τον Επίσκοπο Ειρηναίο. Υπηρέτησε στο Χλωμό, στην Κοσοβίτσα, στο Δέλβινο καί στην Πρεμετή. Ήταν ιερωμένος που φρόντιζε ακούραστα το ποίμνιό του. Γι’ αυτό οι πιστοί τον λάτρευαν. Το 1967 αποσχηματίστηκε και πέθανε στις 16 Οκτωβρίου του 1984.
Eκτός από τους προαναφερομένους ιερείς και πολλοί άλλοι διακόνησαν την Εκκλησία της Αλβανίας τα δύσκολα χρόνια του αθεϊστικού καθεστώτος. Δεν έχουν όμως συγκεντρωθεί πλήρη στοιχεία γι’ αυτούς. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:
 
Ο π. Παύλος Γεώργης (1902 – 1974) από τη Νίβιτσα Αγ. Σαράντα. Από το 1959 έως το 1967 υπηρέτησε στο Δέλβινο, στη Φοινίκη και στο Αργυρόκαστρο.
Ο π. Αντώνιος Γιαννούλης από τη Μαλισόβα Πρεμετής.
Ο π. Δημήτριος Ελευθερίου από το Νόκοβο.
Ο π. Ιωάννης Κουτούλλας από τη Χιμάρα.
Ο π. Θεόδωρος Λαχανάς από το Βοδίνο.
Ο π. Ευάγγελος Μπότσης, από την Τσάρτσοβο Πρεμετής. Την περίοδο 1954 – 1967
διακόνησε στα χωριά Τσάρτσοβο και Λεσκοβίκι. Ο π. Φίλιππος Ευαγγ. Νικολάου από το Άργοβο της Πρεμετής.
Ο π. Μηνάς Ντάμε από την Πρεμετή.
Ο π. Θεμιστοκλής Ντούσης από τη Γράψη, ο οποίος κοιμήθηκε το 1982.
Ο π. Μηνάς Οικονόμου (1897 – 1948) από τη Ζέπα Πρεμετής. Πέθανε φυλακισμένος στο Κάστρο Αργυρόκαστρου.
Ο π. Μιχαήλ Παπαδόπουλος (1869 – 1954). Υπηρέτησε στη Δερβιτσάνη.
Ο π. Νικόλαος Παππάς από την Πλάκα Δελβίνου. Κοιμήθηκε το 1996.
Ο π. Παντελεήμων Παππάς από το Κρυονέρι Άνω Δρόπολης.
Ο π. Νικόλαος Πόνης από το Κηπαρό Χιμάρας. Κοιμήθηκε το 1995.
Ο π. Ιάκωβος Σταμούλης, ο οποίος υπήρξε ο τελευταίος ηγούμενος της μονής Τσέπου.
Ο π. Ευάγγελος Τίτο από την Μαλισόβα Πρεμετής.
Toυς ιερείς αυτούς, τους αξίωσε ο Θεός το «αμήν» της ζωής τους να είναι μια προσφορά γνήσια.
Ο πονεμένος επίλογος της ιερατικής διακονίας τους, πρόλογος στην ουράνια βασιλεία. Είχαν ενθουσιασμό. Αγνότητα. Νήψη πνεύματος. Ολόψυχη αφοσίωση. Ορθόδοξο σφρίγος.
Άγγιζαν το ιερό Θυσιαστήριο, ευλογούσαν τα τίμια δώρα, κοινωνούσαν το άχραντο σώμα και το ζωοπάροχο αίμα του Κυρίου με την πιο ωραία πρόθεση και με τα πιο λαμπικαρισμένα αισθήματα.
Με τη στάση τους, μα προπαντός με την προσευχή τους, συνέβαλαν στο να διαλυθεί η αθεϊστική ομίχλη , που δημιουργούσε μπροστά στα μάτια των πιστών πυκνό παραπέτασμα.
Με το τελευταίο χτύπημα της καμπάνας, που σήμανε την έξοδό τους από τον κόσμο και την είσοδό τους στο ουράνιο Θυσιαστήριο, έσπασε ο χαλκάς της επίγειας οδύνης και μπόρεσαν ήρεμοι πλέον να αντικρύσουν τον Λυτρωτή τους.
Να σημειωθεί ότι στοιχεία γι’ αυτό το κείμενο δανειστήκαμε από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 2005 ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ». 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2012

Κυριακή προ της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - Η ημέρα που η εκκλησία μας μνημονεύει τον ιερομάρτυρα Χρυσόστομο επίσκοπο Σμύρνης


πηγή



Ιερομάρτυς Χρυσόστομος
Μητροπολίτης Σμύρνης 

Μία γαλλική περίπολος από είκοσι άνδρες, τους οποίους συνόδευα μαζί μ' έναν άλλο πολιτοφύλακα, κατευθύνθηκε αμέσως στη Μητρόπολη, με σκοπό να πεισθεί ο μητροπολίτης να έλθει και να παραμείνει στην εκκλησία της Sacre-Coeur ή στο Γαλλικό Προξενείο. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν δέχθηκε, λέγοντας ότι σαν καλός ποιμένας είχε χρέος να μείνει κοντά στο ποίμνιό του. Όταν η περίπολος έβγαινε από τη Μητρόπολη, ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ένας Τούρκος αξιωματικός και δύο στρατιώτες, με τις λόγχες πάνω στα όπλα, σταμάτησε μπροστά από το μητροπολιτικό κτίριο. Ο αξιωματικός ανέβηκε επάνω και διέταξε τον μητροπολίτη να τον ακολουθήσει στον Νουρεντίν πασά, τον στρατιωτικό διοικητή. Βλέποντας ότι απάγεται ο μητροπολίτης, είπα στους άνδρες της περιπόλου να πάρουμε από πίσω το αυτοκίνητο. Φθάσαμε μπροστά στον Μεγάλο Στρατώνα, όπου βρισκόταν ο στρατιωτικός διοικητής, ο στρατηγός Νουρεντίν. Ο αξιωματικός που συνόδευε τον Χρυσόστομο, τον οδήγησε μπροστά στον Νουρεντίν. Σε δέκα λεπτά, και ενώ ο Χρυσόστομος κατέβαινε, βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος απευθύνθηκε στους χίλους με χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην πλατεία· τους είπε ότι τους παραδίδει, τον μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικά τις φράσεις: «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε· αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»
Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον μητροπολίτη και τον οδήγησε πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ismail, ενός Ιταλού προστατευόμενου· εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή· άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο· του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα· του ξερίζωσαν τη γενειάδα· του έβγαλαν τα μάτια· του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.» Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω απ' τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια, δεν είδαμε πια το μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα».

(Rene Puaux, «Ο θάνατος της Σμύρνης»,
Αθήνα 1992, σσ. 57-58).
Τα πρώτα χρόνια

     Ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 1867 στην κωμόπολη Τρίγλια της Προποντίδος κοντά στα Μουδανιά εκεί όπου στις 30 Σεπτεμβρίου 1922 υπογράφτηκε η ομώνυμη επαίσχυντη ανακωχή, η οποία επεσφράγιζε τη μεγαλύτερη ιστορική τραγωδία του Ελληνισμού: εγκατάλειψη της Μ. Ασίας και της Ανατ. Θράκης. 

Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ' αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865) και ο Χρυσόστομος.
Ο Ευγένιος συμπαραστάθηκε στον νεώτερο αδελφό του σ' όλη τη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του και τελικά τον ακολούθησε έως το μαρτύριο. Ο Νικόλαος Καλαφάτης είχε γνώση του οθωμανικού δικαίου και αντιπροσώπευε τους συμπολίτες του στα τουρκικά δικαστήρια. Αγαπούσε ακόμη την εκκλησιαστική μουσική και είχε ανάμιξη στα κοινά και...
γι' αυτό εξελέγετο δημογέροντας. Η σύζυγός του Καλλιόπη ήταν μια ευλαβής γυναίκα. Αυτή έταξε τον Χρυσόστομο στην Παναγία την ημέρα των Φώτων του 1868, όταν είχε επισκεφθεί την Τρίγλια ο Μητροπολιτης Προύσας.

Το ζεύγος Καλαφάτη, παρά την μέτρια οικονομική του κατάσταση, ανέθρεψε με επιμέλεια τα παιδιά του. Πρώτοι δάσκαλοι του Χρυσοστόμου στην Τρίγλια ήσαν ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα μητροπολίτης Ιωαννίκιος για τα εκκλησιαστικά, ο Γαζής για τα ελληνικά, ο Χριστόφορος Μουμουζής για τα τουρκικά, ο Νικόλαος Χατζηχρυσάφης για τα γαλλικά και ο Παπα-Θεοδόσης για την εκκλησιαστική μουσική. Ο βιογράφος του Σπυρίδων Λοβέρδος μας δίνει το ακόλουθο πορτραίτο του Χρυσοστόμου ως μαθητού: «Αγχίνους, τολμηρός, φιλόπρωτος, ενθουσιώδης, φιλότιμος, οξύς, επίμονος, φίλαλος (...). Πάντοτε επέσυρε την αγάπη των διδασκάλων του, οίτινες προθύμως παρέβλεπον τας εξ αγαθής προθέσεως και ευθείας συνειδήσεως παρεκτροπάς του»(2).

     Ενωρίτατα ο Χρυσόστομος εξεδήλωσε τη διάθεση να γίνει κληρικός. Ο πατέρας του πώλησε το πατρκό κτήμα της συζύγου του, για να τον στείλει «εσωτερικόν» στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (το δικό του πατρικό κτήμα το είχε πωλήσει για να στείλει τον πρωτότοκο Ευγένιο στη Μεγάλη του Γένους Σχολή). Ο Χρυσόστομος έφθασε στη Χάλκη το 1884. Εκεί, όπως λέγει ο ίδιος, «εποτίσθη το άδολον γάλα της θεοσεβείας και τον γλυκύν χυμόν της γνώσεως». Διδάσκαλοί του στη Σχολή υπήρξαν ο διευθυντής Γερμανός Γρηγοράς, ο Φιλάρετος Βαφείδης, μετέπειτα μητροπολίτης Διδυμοτείχου, ο Μιχαήλ Κλεόβουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Σάρδεων, ο Απόστολος Χριστοδούλου, μετέπειτα μητροπολίτης Σερρών, ο Ευμένιος Ξηρουδάκης, αργότερα μητροπολίτης Κρήτης, και άλλοι. Κοντά στους εμπνευσμένους αυτούς διδασκάλους ο Χρυσόστομος ενωτίσθη όχι μόνο τα θεία ρήματα της θρησκείας μας αλλά και τη διαχρονικότητα και υπερχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος, του υπό δουλείαν ζώντος, δρώντος και ζωοποιούντος. Όπως έλεγε αργότερα από του άμβωνος ο ίδιος, «το ελληνικόν πνεύμα ελαξεύθη εις το μάρμαρον, εσμιλεύθη εις τους θριγκούς των ναών, εχαράχθη εις τον πάπυρον, έλαμψεν εις τας δέλτους της Ιστορίας, εκράτησε τας επάλξεις του πολιτισμού, περιεσώθη διά της παραδόσεως και κρύπτεται ακόμη εις τα σπλάγχνα της γης αναμένον την σκαπάνην του αρχαιολόγου».

     Ο Χρυσόστομος συνένωνε μέσα του σαν δύο αξεδιάλυτα στοιχεία τον ελληνικό λόγο και το χριστιανικό πνεύμα και διαμόρφωνε ένα ελληνοχριστιανικό ήθος, με κύριο συστατικό την αρετή, υπό την διττήν αυτής έννοια, ήτοι την αρχαιοελληνική που δηλώνει την τάση προς ανδροπρεπή τελείωση, αυτό που ο λαός μας λέει «λεβεντιά», και την χριστιανική, που δηλώνει τη διαρκή και σταθερή τάση του να θέλεις και να πράττεις το αγαθόν. Και πέρ' από αυτό: ο Χρυσόστομος εξέφραζε και το ομηρικό ιδεώδες του «λόγων μεν ρητήρ, έργων δε πρηκτήρ». Εξαίρετος ομιλητής αλλά και εκτελεστής. Δεν ήταν άνθρωπος μόνο των ωραίων λόγων αλλά και των ωραίων έργων. Η φύση ακόμη τον είχε προικίσει και με άλλα χαρίσματα: υψηλό και επιβλητικό παράστημα, ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Η μορφή του είχε, όταν έγινε κληρικός, κάτι το ιεροπρεπές και αρχαιοπρεπές.

Αλλά και η τύχη δεν υπήρξε φειδωλή απέναντί του. Το 1887 επισκέφθηκε τη Σχολή της Χάλκης ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος Βαλιάδης και εζήτησε να γνωρίσει τον πρωτεύοντα σε επιδόσεις σπουδαστή. Ο Γερμανός Γρηγοράς του παρουσίασε τον Χρυσόστομο. Έκτοτε ο μητροπολίτης Μυτιλήνης έγινε εγγυητής, ήτοι κηδεμόνας του Χρυσοστόμου. Εκάλυπτε τα έξοδά του και παρακολουθούσε τις επιδόσεις του. Ο Χρυσόστομος τελείωσε τις σπουδές του με «άριστα».

Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος τον χειροτόνησε διάκονο μέσα στη Σχολή και αμέσως τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονο στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και μετά στη Μητρόπολη Εφέσου, όπου μετατέθηκε. Κοντά στον μητροπολίτη Κωνσταντίνο ό Χρυσόστομος εδιδάχθη πολλά. Πέρα από τις χριστιανικές αρετές, καλλιέργησε το οργανωτικό πνεύμα και απέκτησε διοικητική πείρα, στοιχεία που αργότερα τον βοήθησαν σημαντικά. Η θεολογική κατάρτιση αλλά και το επιθετικό πνεύμα του έλαμψαν για πρώτη φορά δημοσίως το 1896.
Οι καθολικοί καλόγεροι της Μονής των Λαζαριστών της Σμύρνης, αυτοί που κατά την ίδια περίοδο με τον διαβόητο Φαβαιριάλ δημιουργούσαν το «κουτσοβλαχικό ζήτημα» στη Μακεδονία, θέλοντας να προσελκύσουν και να προσηλυτίσουν το χριστιανικό στοιχείο της Ιωνίας, αγόρασαν κοντά στην Έφεσο μια τοποθεσία που λεγόταν Καπουλή-Παναγιά και διέδωσαν ότι βρήκαν εκεί τον τάφο της Παναγίας!
Ο αρχιδιάκονος Χρυσόστομος τους κατετρόπωσε επιστημονικά, με σειρά δημοσιευμάτων του που εκδόθηκαν σε βιβλίο, με αποτέλεσμα οι Λαζαριστές να υποχωρήσουν και να υποστηρίξουν ότι δεν πρόκειται περί του τάφου αλλά περί του οίκου της Θεοτόκου*.Αρκούσαν στο Χρυσόστομο μερικές περικοπές από εκκλησιαστικούς συγγραφείς για να τους κάνει καταγέλαστους, πράγμα που επέτρεψε στόν Μητροπολίτη Σμύρνης Βασίλειο να πεισει τον Ρώσο πρεσβευτή Ζηνόβιεφ να παρέμβει στην Πύλη και να ματαιώσει το θεατρικό προσκύνημα ενός συρφετού θρησκομανών Καθολικών, υπό την ηγεσία τριών Καρδιναλίων!
 
«Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος, αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην, από του οποίου καμμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση. Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής, βεβαίως, αίτιοι είναι οι πολιτικοί και οι προσωπικοί Σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος [...] Ζήτημα είναι εάν το παρόν μου γράμμα αναγιγνώσκεται υπό της ημετέρας Εξοχότητος, αν ημείς πλέον υπάρχωμεν εν τη ζωή προοριζόμενοι εις θυσίαν και μαρτύριον.»
Απόσπασμα από την τελευταία επιστολή του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 25 Αυγούστου του 1922.

Αλλ' ο νεαρός Χρυσόστομος δεν επαναπαύθηκε στις χλωρές δάφνες της πρώτης θεολογικής επιτυχίας του. Μετά από λίγο εκδίδει ένα δίτομο έργο αποτελούμενο από 1.110 σελίδες με τίτλο «Περί Εκκλησίας»! Το έργο χωρίζεται σε 4 βιβλία. Το πρώτο πραγματεύεται τις διαφορές Ορθοδοξίας, Καθολικισμού και Προτεσταντισμού. Το δεύτερο, την Ομολογία του Πέτρου Μογίλα, ήτοι ανάλυση της Ορθοδόξου Πίστεως, το τρίτον έλεγχο του Προτεσταντισμού και το τέταρτο τις πλάνες του Καθολικισμού.
Το ογκώδες αυτό σύγγραμμα αποδεικνύει όχι μόνο τη φιλομάθεια, το ερευνητικό πνεύμα, την πλήρη γνώση των Γραφών, αλλά και την ανεξάντλητη αντοχή του νεαρού Ιεροδιακόνου. Όμως εκεί όπου περισσότερο ανεδείχθη και μέχρι της τελευταίας πνοής ελαμπρύνθη ο Χρυσόστομος ήταν το κήρυγμα. Κήρυγμα αρμονικό, με λόγο μεστό από υψηλά θρησκευτικά, ηθικά και εθνικά νοήματα. Μετέτρεψε τον άμβωνα σε έπαλξη. Υπήρξε ο δεύτερος, μετά τον συνώνυμό του Μεγάλο Πατέρα, «χρυσορρόας ποταμός» της Εκκλησίας μας. Ένας νεώτερος Δημοσθένης, αλλά χωρίς την πολιτική μυωπία του αρχαίου. Ο Χρυσόστομος έβλεπε και μακριά και ψηλά.

Στις 2 Απριλίου 1897 ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος ανεκηρύχθη Οικουμενικός Πατριάρχης. Και στις 18 Μαΐου του αυτού έτους με δική του εισήγηση προς την Ιερά Σύνοδο χειροτονείται πρεσβύτερος ο Χρυσόστομος και αμέσως χειροθετείται σε μέγα πρωτοσύγκελλο του οικουμενικού θρόνου. Αξίωμα σημαντικό και πλήρες ευθυνών, ιδίως κατά την περίοδο αυτή που έχει εκσπάσει η Κρητική Επανάσταση, ο ατυχής πόλεμος του 1897, τό επιδρομικό μένος των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά της Μακεδονίας και έχει αρχίσει ν' αναπτύσσεται η δράση των ρουμανιζόντων και της ουνίας. Από την άλλη, «η πανσλαβιστική παλαιστίνειος εταιρεία υπό τον Ποπεδονότσεφ επεζήτη εις μεν την Βαλκανικήν να αλλοιώση τον ελληνικόν χαρακτήρα του Αγίου Όρους, εις δε την Ασίαν να μεταβάλη το απ' αιώνων εθνολογικόν πνεύμα των θρόνων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων» .

     Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε', προ της δυσμενούς για τον Ελληνισμό και την Ελληνική Ορθοδοξία τροπής, επέδειξε αξιόλογη διπλωματική επιδεξιότητα και τόλμη. Το Πατριαρχείο επί αιώνες, λόγω πολιτιστικής και θρησκευτικής συγγενείας, είχε μια φιλορρωσική απόκλιση. Αλλ' η Ρωσία, αφ' ότου ενηγκαλίσθη τη Βουλγαρία και η εξωτερική πολιτική της περιήλθε στα χέρια των πανσλαβιστών, άρχισε να ενεργεί εις βάρος των συμφερόντων του Πατριαρχείου και του Ελληνισμού. Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε' αναγκάσθηκε τότε να στραφεί προς την Αγγλικανική Εκκλησία, η οποία είχε θέσει σε σύνοδο επισκόπων της το θέμα της ενώσεως των Εκκλησιών (Ιούλιος 1897 στο Labeth).

     Επωφελούμενος από το γεγονός αυτό ο Πατριάρχης ετόλμησε να συγκαλέσει επιτροπή από Έλληνες και Άγγλους κληρικούς υπό την προεδρία του πρωτοσύγγελου Χρυσοστόμου για να μελετήσει το ζήτημα της ενώσεως (3) Παράλληλα, η συμμετοχή του Πατριαρχείου στο πένθος για το θάνατο της βασίλισσας Βικτωρίας εξασφάλισε ένα ισχυρό αντιστήριγμα στη χειμαζόμενη Ελληνική Εκκλησία. Ο άγγλος πρεσβευτής O'Konnor βοήθησε σημαντικά τον Πατριάρχη στην επίλυση πολλών εκκρεμών προβλημάτων.

     Παρά τα πολλαπλά και δυσανάλογα για την ηλικία του καθήκοντα, ο τριακονταετής πρωτοσύγκελλος Χρυσόστομος ουδέποτε ελησμόνησε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, κυρίως δε το κήρυγμα. Κλασικά υποδείγματα θρησκευτικού λόγου είναι οι 6 επιμνημόσυνοι λόγοι που εξεφώνησε κατά τα έτη 1900-1902 και ιδιαίτερα ο λόγος προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τέως Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιο, που ήταν πνευματικός πατέρας του Κωνσταντινου Ε', και ο λόγος προς τον Εσταυρωμένο, τον οποίο εξεφώνησε την Μεγάλη Παρασκευή του 1901.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αρμένιος επίσκοπος, Γεβόντ Τουριάν, ζήτησε αρχικά άσυλο σε ένα καθολικό εκκλησιαστικό ίδρυμα. Τελικά κατόρθωσε να μεταβεί στις Η.Π.Α. Εκεί όμως εκτελέστηκε από Αρμένιους αγωνιστές, ακριβώς γιατί εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αποφεύγοντας να θυσιαστεί μαζί του όπως έπραξε ο Χρυσόστομος.
Ο βιογράφος του Χρυσοστόμου Σπυρίδων Λοβέρδος, που έζησε επί έτη πολλά πλησίον του, αφού εξαίρει το ρητορικό τάλαντο του Χρυσοστόμου, παρατηρεί: «Επί του άμβωνος ο Χρυσόστομος είναι χριστιανός προετοιμάζων μάρτυρας, αλλ' είναι περισσότερον παιδαγωγός χαλυβδώνων καρδίας προς μεγάλας και ηρωικάς πράξεις». Και αυτό το θείο χάρισμα της παιδαγωγίας εις ηρωισμόν επεσφράγισε ο Χρυσόστομος με τον ηρωικό θάνατό του. Κι αυτό ακριβώς είναι που λείπει από τα σχολεία μας σήμερα: η παιδαγωγία εις ηρωισμόν. Γι' αυτό τα παιδιά μας λατρεύουν, όπως το έγραψε στο άρθρο του ο σεβ. Δημητριάδος, τους ήρωες που δεν έχουν ηρωικό ήθος ή κάποιες τενεκεδεκρόταλες δόξες.

     Το 1901 απομακρύνεται από τον Οικουμενικό Θρόνο ο μετριοπαθής Κωνσταντίνος Ε' και ανέρχεται για δεύτερη φορά στο πατριαρχικό αξίωμα ο δυναμικός Ιωακείμ Γ', που δίνει στην πολιτική του Πατριαρχείου έντονο ελληνικό χαρακτήρα και επιθετικό προσανατολισμό. Αξιοποιεί ό,τι πιό δυναμικό και φλογερό διαθέτει η Μεγάλη Εκκλησία και το στέλλει στις περιοχές που κρίνεται η τύχη του Ελληνισμού. Π.χ. τον εθνομάρτυρα Φώτιο Καλπίδη (1868-1906)**, στην Κορυτσά, τον εθνομάρτυρα Αιμιλιανό στα Γρεβενά*** και τον Χρυσόστομο, παρ' όλο που ανήκε στον κύκλο των αντιπάλων του, προβλέποντας και προλέγοντας την εξέλιξή του, τον κάνει Μητροπολίτη Δράμας.
    Η εκλογή του τριακονταπενταετούς Χρυσοστόμου έγινε παμψηφεί στις 23 Μαΐου 1902. Όταν πήγε ν' αποχαιρετίσει και ν' ασπασθεί τον Πατριάρχη, αφού άκουσε τις πατρικές συμβουλές του, απάντησε:«Εν όλη τη καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου» Ούτω και εγένετο μετά 20 έτη στις 27 Αυγούστου 1922 (με το παλιό ημερολόγιο).



Σημειώσεις:

*Πρώτοι αντέδρασαν στη θρησκευτική αγυρτεία των Λαζαριστών ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Ταράσιος και ο καθηγητής Διαμαντόπουλος.
** Δολοφονήθηκε από βουλγαρο-αλβανική συμμορία.
*** Δολοφονήθηκε από συμμορία ρουμανιζόντων στο Σνίχοβο (νυν Δεσπότης).
2. Σπυρίδων Λοβέρδος: «Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος», Αθήναι 1929, σς. 13-14.
3. Ιω. Δρούλιας: «Ο Εθνομάρτυρας Σμύρνης Χρυσόστομος και η ενότητα των Εκκλησιών», Έκδοσις Ι. Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης, Αθήναι 1988.

 
 
Προφητικά λόγια του Χρυσοστόμου κατά την ώρα της χειροτονίας του σε Μητροπολίτη Δράμας το 1902

"Ζητώ μεγάλον Σταυρόν, επί του οποίου θα δοκιμάσω την ευχαρίστησιν, καθηλούμενος και μη έχω έτερον τι να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας λατρευτής πατρίδος, να δώσω το αίμα μου. Ούτως εννοώ το έπ' εμοί την ζωήν και την αρχιερωσίνην"... "...και η μίτρα, έλεγε, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται, να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της θα μεταβληθεί εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου".

Έτσι κι έγινε. Άγιε και μαρτυρικέ Ιεράρχα πρέσβευε στον Κύριο και Θεό μας υπέρ της σωτηρίας του έθνους μας,

Η μαρτυρiα του ακαδημαϊκού Γ. Μυλωνά

     Από παλαιούς κατοίκους της Σμύρνης, που έζησαν την τραγωδία της Καταστροφής, είχαμε πολλές διηγήσεις για το μαρτύριο του Χρυσοστόμου. Όμως υπήρχε πάντα μια επιφύλαξη ως προς την ακρίβεια των εξιστορουμένων. Ο πόνος και το μέγεθος της συμφοράς μεγεθύνουν ως την υπερβολή τα εξιστορούμενα. Προσωπικά όλες οι επιφυλάξεις μου παραμερίσθηκαν, όταν στις 14 Δεκεμβρίου 1982, με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 60 χρόνων από την καταστροφή, σε έκτακτη συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών, ο διαπρεπής ακαδημαϊκός Γ. Μυλωνάς, τελείωσε την ομιλία του με μία συγκλονιστική -ίσως την πιο συγκλονιστική απ' όσες έχουμε- περιγραφή του μαρτυρίου και της θανατώσεως του Χρυσοστόμου.
Ο Γ. Μυλωνάς ήταν από τη Σμύρνη, μετείχε στην αθλητική και πνευματική ζωή της πόλης και γνώρισε από κοντά τον Χρυσόστομο, από την πρώτη μέρα που έφθασε στην Ιωνία ως τις τελευταίες ώρες της μεγάλης αγωνίας. Η σοβαρότητα, η εγκυρότητα και η διεθνής αναγνώριση της επιστημονικής βαρύτητος του Γ. Μυλωνά, δίνουν στην μαρτυρία του αξία ντοκουμέντου. Την παραθέτουμε:

«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι.

»Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μια ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ' ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ' αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ' επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο.
Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. Είσαι δάσκαλος» με ρωτά. "Αυτήν την τιμή είχα" του απαντώ. "Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;" -"Ναί", του λέγω. "Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ". - "Ελάτε μαζί μου έξω", λέγω στους συντρόφους μου. "Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος". Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει: "Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος". Και συνέχισε "Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ' εκείνους που τον τύφλωσαν, που του 'βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά,τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.

» Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;" - "Ναι ξέρω" του απήντησα. "Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι". - "Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυό χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι' αυτό σας χάρισα τη ζωή ". "Και πού τον έθαψαν;" ρώτησαμε αγωνία. "Κανείς δεν ξέρει πού έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί"»*.

Και μόνο η περιγραφή αυτή αρκεί για την κατάρριψη κάποιων ενδοιασμών ή δισταγμών ως προς την αγιότητα του Χρυσοστόμου. Ο Χρυσόστομος πέθανε ευλογώντας τους βασανιστές και δημίους του.


* Ο ίδιος Τουρκοκρητικός πολύ αργότερα επανέλαβε την περιγραφή αυτή σε Έλληνα Ιεράρχη που είχε επισκεφθεί την Σμύρνη.
 
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
(ΤΟ ΕΚΟΥΣΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ Η ΠΙΟ ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ)


Η πιο επίσημη περιγραφή για την τραγική δολοφονία του Εθνάρχη-ιεράρχη της Σμύρνης Χρυσοστόμου είναι αυτή πού μας δίνει ο ιερωμένος βουλευτής των Παρισίων αββάς Εδουάρδος Σουλιέ.
«Το απόγευμα, είπε της 9ης Σεπτεμβρίου δηλαδή 27η Αυγούστου (παλ. ημερολογίου), το γαλλικό προξενείο ειδοποιήθηκε, ότι ο ελληνορθόδοξος μητροπολίτης Χρυσόστομος, διέτρεχε έσχατο κίνδυνο και ότι θα έπρεπε να σταλεί άγημα από Γάλλους ναύτες για να προστατεύσουν την απειλούμενη ζωή του. O επικεφαλής του αγήματος πρότεινε στον ιεράρχη να τον οδηγήσει στην εκκλησία της «Sacre Coeur», ή στο Γαλλικό Προξενείο.
 O Χρυσόστομος δεν ανήκει στην Εκκλησία της Γαλλίας, αλλά αυτό δεν μ' εμποδίζει να εκφράσω τον βαθύτατο σεβασμό προς την μνήμην του. Με ωραιότητα ψυχής αρνήθηκε να δεχθεί το προσφερόμενο καταφύγιο λέγων ότι το καθήκον του είναι να μείνει για να συγκακοπαθήσει με το ποίμνιόν του. Όταν το Γαλλικό άγημα απεχώρησε, κατέφθασε με στρατιωτική άμαξα τούρκος αξιωματικός, συνοδευόμενος από δύο στρατιώτες και ζήτησε από τον Χρυσόστομο να τον ακολουθήσει.
 Οδήγησαν τότε τον ιεράρχη εις τα άκρα των ευρωπαϊκών συνοικιών εμπρός σ' ένα κουρείο. Εκεί του φόρεσαν άσπρη μπλούζα, ίσως για να διακρίνεται καλύτερα και εκεί διαδραματίσθηκε το φρικτό έγκλημα.
 Του ξερρίζωσαν τα γένεια, τον κτύπησαν με μαχαίρι πισώπλατα και στη συνέχεια λυσσασμένες ανθρώπινες ύαινες του έκοψαν μύτη κι αυτιά. Στο πλευρό των ανδρών συναγωνίζονταν μαινόμενες τουρκάλες πού ενθάρρυναν με άρες και κατάρες τους λυσσασμένους άνδρες τους.
Αφού έριξαν χάμω τον ιεράρχη και τον καταπάτησαν ο επικεφαλής αξιωματικός διέταξε χαμάληδες να σύρουν το πτώμα και αφού το πρόσδεσαν σε μια σακαράκα το' βαλαν μπροστά κι άρχισε να τρέχει σβαρνίζοντας το άγιο λείψανο του μάρτυρα ιεράρχη πού σήκωσε στους ώμους του τις αμαρτίες του ελληνικού διχασμού και την υπεροψία των λεγόμενων χριστιανικών δυνάμεων πού απεδείχθησαν και του Πόντιου Πιλάτου χειρότεροι!!!
 
Γιατί δολοφονήθηκε ο Χρυσόστομος; 



    Εύλογα, όμως, διερωτάται κανείς, γιατί οι Τούρκοι θανάτωσαν και μάλιστα με τρόπο τόσο φρικιαστικό, τον Χρυσόστομο, μολονότι ήξεραν ότι η πράξη τους θα στιγμάτιζε το περίφημο «κίνημά» τους, μια και ο Χρυσόστομος ήταν μία προσωπικότητα με οικουμενική ακτινοβολία; Θα ήταν αφελές ν' αποδώσουμε την δολοφονία στην εκδικητικότητα του Νουρεντίν ή στη θηριωδία του τουρκικού όχλου. Επρόκειτο για πράξη πολιτική. Η εξόντωση του Χρυσοστόμου ήταν προσχεδιασμένη.

Δεν τον τιμώρησαν για όσα έπραξε αλλά για όσα θα έπραττε εναντίον τους, αν φυσικά επιζούσε. Σκότωσαν τον μελλοντικό Ηγέτη της Ελλάδος. Τον άνθρωπο -τον μόνο άξιον- προς τον οποίο θα προσέβλεπε σύσσωμο το Έθνος μετά την Καταστροφή, τον Ηγέτη που σε καμμιά περίπτωση δεν θα εγκατέλειπε την Αν. Θράκη, που θα ενοποιούσε σε βραχύ χρόνο τον προσφυγικό και ελλαδικό πληθυσμό, που με την πυρέσσουσα δραστηριότητά του θ' ανόρθωνε ηθικά και υλικά το κράτος και σε καμμιά περίπτωση δεν θα επέτρεπε να παγιωθεί ως πολιτική νοοτροπία η αντίληψη περί «χαμένων πατρίδων». Σκότωσαν τον άνθρωπο που δεν θα επέτρεπε και νέο διχασμό, τον άνθρωπο που ενδεχομένως θα απέτρεπε -αν ζούσε- και τον Εμφύλιο.

     Οι Τούρκοι εξόντωσαν τον Χρυσόστομο, γιατί στο πρόσωπό του έβλεπαν τον πιο επίφοβο αντίπαλο, σκότωσαν τον άνθρωπο που την επαύριο της καταστροφής, θα γινόταν ο νέος πολιτικός και εν ταυτώ θρησκευτικός ηγέτης του Ελληνισμού. Εύλογα θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς στη σκέψη αυτή το ερώτημα: μα ήταν δυνατό οι Τούρκοι να κάνουν τόσο περίτεχνους μακιαβελλικούς σχεδιασμούς και μάλιστα μακράς προοπτικής; Η πείρα, παλαιά και πρόσφατη, μας έχει διδάξει ότι η Τουρκία δεν σχεδιάζει, προσχεδιάζει*.
     Όπως σήμερα δεν φοβάται την «φρόνιμη» και «πειθήνια» Ελλάδα του δόγματος «δεν διεκδικούμε τίποτα» αλλά την αυριανή αφυπνισμένη εθνικά πολιτική ηγεσία μας, έτσι και τότε δεν φοβόταν κανέναν Έλληνα στρατιωτικό ή πολιτικό: Φοβόταν τον Χρυσόστομο. Και τον φοβάται. Και έχει δίκιο. Το φάσμα του Χρυσοστόμου θα αιωρείται απειλητικό πάντα πάνω από τα κεφάλια των Τούρκων πολιτικών. Σκότωσαν τον άνδρα και τον έκαναν ιδέα. Και οι ιδέες ούτε πεθαίνουν ούτε νικιούνται ποτέ. Αύριο-μεθαύριο ο Χρυσόστομος είναι αυτός που θα εμπνέει και θα κατευθύνει τον βηματισμό της νέας γενιάς που κάποτε -επί τέλους- θα έλθει. Αρκεί εμείς να μην σκοτώσουμε στην ψυχή των παιδιών μας αυτή την ιδέα.

*Άλλωστε ο Ρενέ Πυώ το λέγει σαφώς: η εκτέλεση του Χρυσόστομου ήταν προαποφασισμένη.
Ο Αμερικανός πρόξενος Τζώρτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Η κατάρα της Ασίας», που προαναφέραμε, γράφει εν είδει requiem για τον Χρυσόστομο:

«Πέθανε σαν μάρτυρας και αξίζει να του απονεμηθούν ύψιστες τιμές από την Ελληνική Εκκλησία και την Ελληνική Κυβέρνηση..

    Είναι καιρός πιά. Πέρασαν εβδομήντα χρόνια από τον φρικτό θάνατο του Χρυσοστόμου και των άλλων εκατοντάδων Μικρασιατών εθνο-ιερομαρτύρων. Η Ελληνική Εκκλησία πρέπει να τολμήσει και να προχωρήσει στην επισημοποίηση της αγιότητος του Χρυσοστόμου. Οι περί μασσονίας ψίθυροι έχουν από καιρό αποδειχθεί έωλα και ανυπόστατα post mortem κατασκευάσματα. Ξέρουμε ότι μια τέτοια ενέργεια θα ενοχλήσει τους Τούρκους και θα φέρει σε δύσκολη θέση το Πατριαρχείο που λειτουργεί μέσα στο στόμα του λύκου. Όμως σε καιρούς ακόμη πιο χαλεπούς η εκκλησία μας ανεκήρυξε άγιο τον μάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε'.
Την ώρα που η Τουρκία προσπαθεί να εξαπλωθεί στρατιωτικά και πολιτικά στην Ευρώπη και να μας κυκλώσει από Βορρά και Ανατολή, έχουμε χρέος έναντι των προγόνων και απογόνων μας να υψώσουμε αυτούς που στις πιό τραγικές στιγμές ύψωσαν την υπερηφάνεια και την τιμή του Γένους. Αν η Ευρώπη και η Τουρκία -λόγω προτέρου ατίμου βίου- προσποιούνται ότι δεν θυμούνται, εμείς έχουμε χρέος να θυμόμαστε, να μνημονεύουμε, να τιμάμε. Γιατί άν δεν τιμάμε τους ήρωες, τους μάρτυρες και τους αγίους μας, θα γίνουμε ένα άτιμον γένος.

Όμως υπάχουν και λόγοι εσωτερικοί που καθιστουν επιτακτική την με κάθε τρόπο προβολή του Χρυσοστόμου. Την ώρα που τα νέφη ποικίλων απειλών πυκνώνουν πάνω από τον ελληνικό ουρανό, οι Έλληνες εμφανιζόμαστε βαθειά διχασμένοι, έτοιμοι για νέο εμφύλιο σπαραγμό. Κάποτε από τους κόλπους της χειμαζομένης αλλά διαρκώς μαχομένης Εκκλησίας μας ανεδείχθη ένας Άγιος, που εκήρυσσε στην Κρήτη και στη Λακωνία το «Μετανοείτε». Είναι ο πολιούχος Άγιος της Σπάρτης ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Σήμερα χρειαζόμαστε έναν καινούργιο Άγιο που να κηρύσσει το «Ομονοείτε».
     Ο Άγιος αυτός υπάρχει. Είναι ο εθνομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης, που εκήρυσσε διαρκώς το «ομονοείτε», γιατί ήθελε δεμένες σφικτά τις πολιτικές, στρατιωτικές, εκκλησιαστικές και πνευματικές δυνάμεις του Γένους. Είναι η στιγμή που όλοι βάλλουν εναντίον μας. Ελπίδα και δύναμη μπορούμε να βρούμε στον εαυτό μας, αν τον υψώσουμε πάνω από τις διαφορές μας. Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος; Πέρα από το πνεύμα της θυσίας, της εθνικής ομοψυχίας, μπορεί να προσφέρει και στη χειμαζόμενη από την έξαψη του εθνικισμού Ευρώπη ένα μήνυμα χριστιανικής ενότητος. Αυτός ο βαθύτατος Έλλην σ' ένα κείμενό του έγραφε ότι πρέπει να ξεφύγουμε από το πνεύμα των καιρών, «το οποίον είναι ακόμη εθνικιστικόν, να αρθώμεν εις το πνεύμα των αιώνων το οποίον είναι αιώνιον και όπου καταργούνται αι διαιρέσεις και αι διαφοραί ανθρώπου από άνθρωπον και έθνους από έθνος». Ο Χρυσόστομος δεν ήταν απλώς ένας απόστολος του χριστιανικού Ελληνισμού, ήταν αληθής Απόστολος των Εθνών.

Ο Χρυσόστομος θα είχε προ πολλού ανακηρυχθεί Άγιος από την Ελληνική Εκκλησία, αν επιτηδείως δεν διεδίδετο ότι ήτο Μασσόνος. Πράγματι στο «Τεκτονικό Δελτίο» Ιανουαρίου-Απριλίου 1969 (αριθμ. 83-84, σελ. 26) αναγράφεται ότι μεταξύ άλλων εγκρίτων Σμυρναίων, Ελλήνων αξιωματικών και διοικητικών υπαλλήλων μετείχε της μασσονικής στοάς «Ιωνία» και ο Χρυσόστομος, κατά την τριετία 1919-1922. Όμως ο Π.Γ. Κρητικός, επιφανής Έλλην μασσόνος, αφού ερεύνησε επισταμένως το ζήτημα, σε μία ομιλία του (30/1/1969) που δημοσιεύθηκε στον τόμο «Εκατονταετηρίς της σεπτής στοάς "Μέλης"» (Αθήναι 1969) κατέληξε σε αρνητικά αποτελέσματα. Στη σελ. 73 του προαναφερθέντος τόμου ο Π.Γ. Κρητικός γράφει για τον Χρυσόστομο τα ακόλουθα:

«Και διά το θέμα τούτο, ατυχώς, τα αποτελέσματα της ερεύνης, με σκοπόν να συγκεντρώσωμεν πλείονας πληροφορίας, υπήρξαν αρνητικά.

Έρευναι ειδικαί γενόμεναι εν προκειμένω, διά λογαριασμόν μας, υπό τον αδελφον Rιnι de Vriθze, τόσον εις τα Αρχεία της Μεγάλης Ανατολής, όσον και εις εκείνα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ακόμη και πληροφορίαι από αξιωματικούς του Ναυτικού, οίτινες, κατά την καταστροφήν της Σμύρνης, επέβαινον των εκεί γαλλικών πολεμικών, απέμειναν, μέχρις ώρας, άνευ αποτελέσματος, ως ο ίδιος μας πληροφορεί δι' επιστολής του, της 2.11.68.

Προσωπική μας παλαιοτέρα αλληλογραφία μετά της Μεγάλης Ανατολής της Γαλλίας, επί του θέματος, δεν απέληξεν επίσης εις αποτέλεσμα. Ο Μέγας Καγκελάριος, φίλτ. αδ. Legrand, εις φιλόφρονα αδελφικό του πίνακα, δι' ο και τον ευχαριστώ, με επληροφόρησε και πάλιν, ότι ουδέν έχει να με πληροφορήση σχετικώς πλην μιας διαμαρτυρίας, γενομένης τότε υπό επιτροπής, υπό τον αείμνηστον Σιμιτόπουλον,αντίτυπον της οποίας και μοι απέστειλε και εις ην αναφέρεται απλώς και ο Εθνομάρτυς ούτος, ως εν των θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφης». Στην παραπομπή 22 γράφει:

«Τα ανωτέρω αναφέρω ίνα βεβαιώσω τον Σεβάμιον Σ.Σ. "Μέλης" φίλτατον αδελφόν Φάλμπον, ότι επί μακρόν προσπαθήσαμε να διερευνήσωμεν τα δύο ως άνω θέματα, δι' α τελευταίως ωμίλησεν, άνευ θετικωτέρου ατυχώς αποτελέσματος».

Σαράντος Ι. Καργάκος
Βέροια Λακωνίας-Άγιος Ιωάννης
Πηλίου (Ιούλιος-Αύγουστος1992)

  
Μνήμη Aγ. Iερομάρτυρος Xρυσοστόμου Σμύρνης
ΤΟY ΔHMHTPIOY KΩNΣTANTAPA-ΣTAΘAPA, ΠPΩHN ΣXOΛIKOY ΣYMBOYΛOY Π.E.
      H μνήμη του "Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά την Μικρασιατική Καταστροφή" εορτάζεται εκκλησιαστικά την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και διαβάζεται ιδιαίτερη ασματική ακολουθία. "Η εκκλησία και το Έθνος", σημειώνει ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, ως Μητροπολίτης Δημητριάδος, στην εισαγωγή του βιβλίου "Ο εθνομάρτυς Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Σμύρνης, ο Περίβλεπτος" του Σαράντου Καργάκου (έκδ. 1992, σελ. 18), οφείλουν να ενθυμούνται, να μη λησμονούν. Να ενθυμούνται αλλά να μην πενθούν. Γιατί οι άγιοι μάρτυρες πέρασαν στην αθανασία... Με το παρόν σημείωμά μας θα δούμε τη ζωή και το μαρτύριο του αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης μέσα από το Συναξάριο του μηνολογίου της ημέρας από την "Ασματική Ακολουθία του Αγίου Ιερομάρτυρος Χρυσοστομου Μητροπολίτου Σμύρνης (+1922), ποιηθείσα υπό του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου (Βαλληνδρά), εντολή και εγκρίσει της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος", ώστε "με επίγνωση και ενσυνείδητη προσοχή να συντηρούμε την πίστη και την ιστορική μνήμη ξαναχαρίζοντας στους εαυτους μας τα εξαγιασμένα πρότυπα της αρετής και της φιλοπατρίας" (κ. Χριστοδουλος, ο.π., σελ.19), για να συμπληρώσει στην προσφώνησή του ο πρωτοπρεσβύτερος π. Θωμάς Συνοδινός, Γεν. Αρχιερατικός Επίτροπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ότι: "Εορτασμό (κάνουμε) όχι μνημόσυνο. Γιατί δέν έχουμε να κάνουμε με νεκρούς, αλλά με αθανάτους" (ό.π., σελ. 26).
 
Σημειώνεται στο Συναξάριο:

Το μηνολόγιον της ημέρας.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου του νέου, επισκόπου Σμύρνης, μαρτυρήσαντος αυτόθι υπέρ πίστεως και πατρίδος, εν έτει 1922.


Στίχοι:

 Τιθείς ψυχήν Χρυσόστομος ομού συμμύσταις, λαού και στρατού τε απαρχή προσηνέχθη. Πρωτομάρτυς Χρυσόστομος αποφράδι ετύθη. Συνάθλων πληθύος επομένης τω πότμω.
          Ο νέος ούτος της Εκκλησίας ιερομάρτυς εγεννήθη εν Τριγλία της Βιθυνίας (τη 6η Ιανουαρίου του έτους 1868) εκ γονέων ευσεβών, Νικολάου και Καλλιόπης Καλαφάτη (σ.σ. άλλες πηγές αναφέρουν ως έτος γεννήσεως τό 1867). Tην ημέραν των Θεοφανίων του 1868 η μητέρα του τον αφιέρωσε στην Παναγία, όταν επισκέφθηκε την Τρίγλια ο Μητροπολίτης της Προύσας. Εν τη Θεολογική δε Σχολή της Χάλκης σπουδάσας και ανδρωθείς εχειροτονήθη διάκονος και πρεσβύτερος, ενωρίτατα, προαχθείς εις πρωτοσύγκελλον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, επί πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε. Διατελέσας δ' ακολούθως Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών επί οκταετίαν (1902-1910), εξωρίσθη δις διά την εθνικήν αυτού δράσιν και τους υπέρ πίστεως αγώνας του. Εις τους τεταραγμένους δ' εκείνους καιρούς η δυναμικότης του ιερού ανδρός εγίνετο κάρφος εις τους οφθαλμούς των εχθρών του Γένους. Kαι ο εμψυχωτής του χειμαζομένου και αγωνιζομένου λαού εθεωρείτο αποδιοπομπαίος. Πιεζόμενον δε το Πατριαρχείον μετεκίνησεν αυτόν εκ της εξεγηγερμένης Μακεδονίας, ίνα ευρέθη εκτός αμέσου επιβολής, ανέθεσε δ' εις αυτόν την διαποίμανσιν της περιφανούς Μητροπόλεως Σμύρνης.

Ουχ ήττον και εκεί ανέμενον αυτόν αγώνες εθνικοί και περιστάσεις κρίσιμοι διά τον ορθόδοξον λαόν. Kαι πάλιν δ' ως καλός ποιμήν προκινδυνεύει υπέρ των προβάτων, ίνα, μετά διπλή και πάλιν εξορίαν, και αλλεπαλλήλους θηριομαχίας, αχθη εν τέλει εις τό μαρτύριον, παραδοθείς ως εξιλαστήριον θύμα εις τον μαινόμενον κατ' αυτου τουρκικόν όχλον, υπό του οποίου δεινώς προπηλακιζόμενος ανεσκολοπίσθη βαναύσως και φρικτώς, τη 27η Αυγούστου 1922, ιερείον άμωμον και εκούσιον (απαξιώσας να δεχθή την προσφερθείσαν αυτώ διάσωσιν διά της φυγης), διότι εβάρυνεν εν τη αρχιερατική αυτού συνειδήσει ο λόγος του Κυρίου "ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ τών προβάτων", μόνον δε "ο μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστι, και ου μέλει αυτώ περί τών προβάτων" (Ιωαν. ι΄ 12-13).
Kαι το απολυτίκιο του Αγίου : 
Μέγαν μάρτυρα η Εκκλησία, μέγαν ήρωα το έθνος σύμπαν, τον της Σμύρνης υμνούμεν Χρυσόστομον.
Kαι γάρ γενναίως αθλήσας υπέμεινεν υπέρ πατρίδος και πίστεως θάνατον.
Ιεράρχου τε υπόδειγμα εαυτον ανέδειξε τον στέφανον λαβών τον αμαράντινον

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ 1922
      Μέχρι πέρυσι τέτοιο καιρό -καιρό και μέρες που μας θυμίζουν τη Μικρασιατική Τραγωδία του 1922 - τελούσαμε μνημόσυνα υπέρ των αγρίως φονευθέντων Μικρασιατών αδελφών μας. H Ελλαδική Εκκλησία με μια ιστορική της απόφαση, στην οποία συμμετείχε και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, κατέταξε όλους τους εθνομάρτυρες του '22, θάλεγα τους Χριστιανομάρτυρες μεταξύ των Αγίων της θριαμβεύουσας εκκλησίας. Κι αυτοί ήταν χιλιάδες και μυριάδες, κληρικοί, λαϊκοί, γυναίκες, άνδρες, παιδιά. Ας τους προσκαλέσουμε στη μνήμη μας:

-Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης, τον κατακρεούργησαν στις 28 Αυγούστου οι Τούρκοι και μαζί του 342 κληρικούς της Μητροπόλεως Σμύρνης και των περιχώρων που άγρια βασανίστηκαν και μαρτύρησαν για την Ελλάδα και το Χριστό! Τα ονόματα τους δεν διεσώθησαν. Θυμίζω μόνο τους:
-Ιερεύς Μελέτιος, τον σταύρωσαν στον κορμό ενός πεύκου!
-Ιερεύς Ιάκωβος Αρχαντζάκης, άγρια τον παλούκωσαν!
-Ιεροδιάκονος Γρηγόριος, τον έκαψαν ζωντανό!
-Γρηγόριος Μητροπολίτης Κυδωνιών, τον έθαψαν ζωντανό και μαζί του ένα πλήθος κληρικών και λαϊκών της περιοχής του.
-Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων, του πετάλωσαν τα πόδια και τον κατατεμάχισαν. Μαζί του 11 ιερείς και 2 αγνώστων στοιχείων μοναχούς τους έσφαξαν άγρια.
-Ευθύμιος επίσκοπος Ζήλων, από τα Παράκοιλα της Καλλονής, πέθανε στη φυλακή μετά από βασανιστήρια.
-Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, κακοποιήθηκε λίγο πριν το 1922.

Πέμπτη, Ιουλίου 26, 2012

Η Αγία ομολογήτρια του Χριστού Ιραίντα(25 Ιουλίου 1967).


πηγή

Η Αγία ομολογήτρια του Χριστού Ιραίντα(Osipovna Tikhov)γεννήθηκε το 1896 σε μία αγροτική οικογένεια στο  Uglich.Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δασκάλα κυρίως στο Αρχαγγέλσκ.Το 1922 ο επίσκοπος Uglich,Σεραφείμ καθιέρωσε νυχτερινά θεολογικά μαθήματα στα οποία συμμετείχε και ι Ιραίντα.Το 1931 και το 1934 φυλακίστηκε από τις κομουνιστικές αρχές επειδή πρόσφερε βοήθεια σε κατάδικους κληρικούς.Δεν μπόρεσε να ξαναεργαστεί ως δασκάλα και ηταν ενεργό μέλος της ενορίας του χωριού της.Το 1942 ο επίσκοπος Βασίλειος Πρεομπραζένσκυ,ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από την εξορία,έμεινε στο σπίτι της.Εκεί σε ένα δωμάτιο λειτουργούσαν κρυφά,ενώ οργάνωσαν και έναν αγιογραφικό κύκλο.
Το 1944 συνελήφθη για αντισοβιετική δράση και καταδικάστηκε σε πενταετή κάθειρξη εκτελώντας καταναγκαστικά έργα.
Εκοιμήθη στις 25 Ιουλίου/7 Αυγούστου 1967            

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2012

Ο Βίος τα Μαρτύρια και η Προσευχή της Αγίας Μαρίνας


 
....«Ελθέ εις τας άνω μονάς του Παραδείσου, Μαρίνα Θεόνυμφε, να απολαύσης της αφθαρσίας τον στέφανον εις τα αγαπητά του Θεού σκηνώματα, να χαίρεσαι με τους αγίους χορεύουσα και ανεπαυομένη αιώνια»....

Μέσα εις το Πάνθεον των μαρτύρων και των ηρώων της Χριστιανικής μας Πίστεως, μίαν εξέχουσαν θέσιν κατέχει η μεγαλομάρτυς Αγία Μαρίνα, η οποία σαν ένα ολοφώτεινο αστέρι στολίζει το ουράνιο στερέωμα, και σαν ένα βαρύτατο διαμάντι πλουτίζει το νοητό στέμμα της αγίας μας Εκκλησίας.

Τέτοιοι ήρωες ποτέ δεν πεθαίνουν, δεν σβύνει η δόξα τους. Δεν μαραίνεται ποτέ το ψυχικό μεγαλείο τους. Ζουν μέσα στις ψυχές των χριστιανών με το φωτεινό παράδειγμά τους, με τους πειρασμούς και τας νίκας των, με τους αγώνας και τα υπερθαύματα τρόπαιά των, με την αήττητον και φλογεράν πίστιν των που μετακινεί όρη και συμπνίγει πάθη και καταισχύνει δαίμονας και κατατροπώνει εχθρούς.

Ζούν δια να προκαλούν τον θαυμασμόν, να συγκινούν και διδάσκουν, να διεγείρουν έθνη και λαούς εις έπαινον και δόξαν και λατρείαν του Βασιλέως του Χριστού. Θέλομεν αποδείξεις ζωντανές και χειροπιαστές της αλήθειας αυτής; Ιδού η πανένδοξος μνήμη της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Μαρίνης. Χρόνια περνούν και χρόνια έρχονται. Χιλιάδες χρόνια.

Και ενώ «ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα» η Αγία Μαρίνα ίσταται αθάνατος εις την ενθύμησι των πιστών πανθαύμαστος και πολυΰμνητος αθλητής. Γενεαί την ψάλλουν. Ναοί κτίζονται και εορταί λαμπρύνονται. Πανηγύρεις στήνονται εις τιμήν και έπαινός της.

Βιογραφία της Αγίας

Η μακαρία αυτή κόρη και καλλιπάρθενος μάρτυς γεννήθηκε εις την Αντιόχεια της Πισιδείας το έτος 270 μ.χ. από γονείς περιφανείς μεν αλλ΄ειδωλολάτρας.

Ο πατήρ της ήτο ιερεύς, ειδωλολάτρης, το όνομα Αιδέσιος. Η Μαρίνα ήτο μονάκριβη κόρη των γονέων της.

Ολίγον μετά την γέννησίν της πέθανε η μητέρα της, και ο πατήρ της έδωσε το βρέφος σε μία ξένη γυναίκα, η οποία καθόταν έξω από την πόλη, για να το θηλάζει. Εις τον τόπον αυτόν, κατά θείαν οικονομίαν, ευρίσκοντο και Χριστιανοί.

Οταν μεγάλωσε λίγο και άρχισε να ομιλή άκουσε κάποιους  να συζητούν περί της πίστεως του Χριστού και επειδή έτυχε εκ φύσεως να είναι αγαθής ψυχής και καλής προαιρέσεως κόρη, ακόμη δε και συνετή και φρόνιμη, εδέχθη τον σωτήριο λόγο εις την καρδιά της ευθύς όταν άκουσε, ότι ο Χριστός είναι αγαθός Θεός, αιώνιος και πολυεύσπλαχνος και έγινε άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο, ότι εσταυρώθη από αγάπη προς τον άνθρωπο και ανεστήθη ενδόξως και ανέβηκε εις τους ουρανούς και εκάθισε εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός.

Αυτά και άλλα παρόμοια ακούον το χαριτωμένο και ωραιότατον κοράσιον, ερίζωσε στην ψυχή της ο σπόρος της πίστεως ως κόκκος σινάπεως και με την συνεργείαν της Θείας Χάριτος εν καιρώ απέδωσε τον καρπόν.

Οσο μεγάλωνε η κόρη σωματικώς, τόσο επλουτίζετο και η γνώσις και η φρόνησις της και εφλόγιζε ο πόθος του Χριστού στην καρδιά της και καθημερινώς προσευχόταν εις Αυτόν να την αξιώση να γίνη κοινωνός των Μαρτύρων εις όλους δε ωμολόγει ότι είναι Χριστιανή, και τα είδωλα κετέκρινε. Γι’ αυτό και ο πατέρας της, ο αναιδής Αιδέσιος, την μίσησε και δεν ήθελε ούτε στο πρόσωπο να την δη και την αποκλήρωσε από την περιουσία του.

Οσο ο σαρκικός πατέρας της την απεστρέφετο, τόσο ο Ουράνιος πατέρας της την περιέβαλλε με την αγάπην του και με θεία Χάρι την ενίσχυε εις τους αγώνας της ζωής και εις τα μαρτύριά της τα οποία επηκολούθησαν ενωρίτατα.
Τα μαρτύρια της Αγίας

Η Μαρίνα ήτο ηλικίας μόλις 15 ετών. Εις την Ανατολήν την εποχή εκείνη έπαρχος ήτο κάποιος Ολύβριος, άγριος και θηριόγνωμος άνθρωπος. Συνέβη ούτος να μεταβή από τα μέρη της Ασίας εις την Αντιόχειαν, και κατά τύχην είδε στο δρόμο την ωραία κόρη Μαρίνα, η οποία πήγαινε εις το πατρικό της ποίμνιον.

Τόση εντύπωση του έκαμε η ομορφιά της, ώστε κατελήφθη από δυνατό σαρκικό έρωτα και έβαλε στο νου του να την κάμη γυναίκα του, ο ασεβής και διατάζει να του την φέρουν εις το κριτήριον. Και καθώς την οδηγούσαν προσηύχετο εις τον δρόμον να της δώση ο Κύριος σοφίαν και δύναμιν να φυλάξη ως τέλος την ευσέειαν, να νικήση τα κολαστήρια, να στεφανωθή με τους αγίους μάρτυρας.

Οταν έφθασαν εις το παλάτι, την ρώτησε ο άρχων το όνομά της και ποιόν Θεό πίστευε. Η δε απαντούσε άφοβα, Μαρίνα με λένε, είμαι ελευθέρων γονέων τέκνον και εύχομαι να γίνω δούλη του Θεού και Σωτήρος μου Ιησού Χριστού. Ολοι οι εκεί παρευρισκόμενοι εθαύμασαν τόσο την ομορφιά της κόρης όσο και το μεγάλο θάρρος της.

Πλην όμως την εφυλάκισαν εως την άλλη μέρα γιατί είχαν μία επίσημη εορτή την άλλη μέρα και επρόκειτο να έλθουν όλοι οι κάτοικοι να προσφέρουν θυσία. Και τότε έφεραν και την Μαρίνα με την ελπίδα ότι θα θυσίαζε και αυτή εις τους ψεύτικους Θεούς όταν θάβλεπε όλους τους άλλους. Αλλά άδικα και ανόητα εσκέφθηκαν.

Εκείνη δεν εκινήθη από την θέσι της ούτε με τις κολακείες του άρχοντος, ούτε με τις παχυλές υποσχέσεις του ότι θα τις χάριζε μεγάλα πλούτη, αλλά ούτε τις απειλές φοβήθηκε ότι θα την βασανίση με χίλια βασανιστήρια. Αντιθέτως του απήντησε με μεγάλο θάρρος.


«Μην ελπίζης άδικα, Ηγεμών, ότι μπορώ να φοβηθώ τα μαρτύρια. Καμμία θλίψις ή συμφορά ή ξίφος ή πυρ ή βίαιος θάνατος θα μπορεί να με χωρίσει από τον Χριστό μου. Ούτε η λάμψις του χρυσού και του πλούτου μπορούν να με δελεάσουν, γιατί όλα αυτά είναι φθαρτά και πρόσκαιρα, η δε ψυχή είναι αθάνατος και ποθεί τα αιώνια.

Γι’ αυτό εμείς οι χριστιανοί καταφρονούμεν τας απολαύσεις του κόσμου αυτού ως προσκαίρους και υπομένουμε τα λυπηρά και οδυνηρά της μιας ημέρας, για να κερδίσουμε την αθάνατο ζωή και την αιώνιο απόλαυσι. Και αν νομίζης ότι ψεύδομαι, εδώ είμαι, δοκίμασέ με, για να γνωρίσης και συ την αλήθεια από τα έργα.

Δείρε με σφάξε με, κάψε με, πνίξε με, τυράννισε μέ, με χίλια βασανιστήρια και όσο χειρότερα με βασανίζεις, τόσο με δοξάζει ο Χριστός στην μέλλουσα ζωή».

Αυτά και άλλα πολλά αφού άκουσε ο τύραννος, θέριεψε η άγρια καρδιά του από το θυμό, αλλά κρατήθηκε για λίγο ακόμη με την ελπίδα μήπως την δελεάση σαν γυναίκα απλή και απονήρευτη, και εξακολούθησε να την κολακεύη λέγων: Μαρίνα, σε παρακαλώ προσκύνησε τους Θεούς για να γλιτώσης από τα δεινά κολαστήρια και σου υπόσχομαι να σε πάρω για γυναίκα μου, να δοξασθής πιο πολύ από όλες τις γυναίκες της πόλεως και να έχεις πάσαν απόλαυσιν. Αυτά και άλλα παρόμοια εφλυάρει ο αφρονέστατος.

‘Επειτα όταν είδε ότι τον ενέπαιζε η αγία και κατεφρόνει τα λόγια του, δεν μπόρεσε πια να κρύψη την εσωτερική του αγριότητα και διατάζει τους στρατιώτας  να την γυμνώσουν και να την δείρουν άσπλαχνα με αγκαθωτά ραβδιά σκληρά, τόσο σκληρά την έδειραν που η γη όλη κοκκίνησε από τα αίματα που έτρεχαν από την σάρκα της που την κατεξέσχιζαν.

Η Μάρτυς υπέφερε ανδρείως τους πόνους και ούτε εστένεξε ούτε δάκρυσε ούτε καν σκυθρώπασε καθόλου. Στεκόταν στερεά και αήττητος κυττάζουσα προς τον ουρανόν, και νοερώς επεκαλείτο την δύναμι και την βοήθεια του Θεού.

Αφού την έδειραν πολλή ώρα, διέταξε ο άρχων ο απάνθρωπος να την φυλακίσουν πάλι όχι από λύπη αλλά για να τη πεθάνη τόσο γρήγορα και να την ξαναβασανίση πάλι. Και πράγματι την έρριξαν σε ένα σκοτεινό τόπο. Και ύστερα από μερικές μέρες την ξανάφεραν εις το κριτήριον και αφού την κρέμασαν, ξέσχισαν τα πλευρά της με σιδερένια νύχια.

Τόσο δεν την καταξέσχισαν, ώστε παραμορφώθηκε το σώμα της , και όχι μόνο ο λαός λυπήθηκε και συμπόνεσε και έκλαψε γι’ αυτήν, αλλά και αυτό ο θηριώδης Αρχων γύρισε το πρόσωπό του απ’ αυτήν γιατί δεν υπέφερε να βλέπη την ασχημία και την παραμόρφωσι της πρώην ωραιοτάτης και παγκάλου κόρης.

Την ξαναφυλάκισαν στον ίδιο σκοτεινό τόπο και την άφησαν χωρίς τροφή και χωρίς περιποίησι. Αλλ’ όμως όσο και αν το σώμα της παραμορφώθηκε και κουρελιάστηκε, η ψυχή της ανεκαινίσθη και λαμπροτέρα έγινε και ευχαριστούσε τον Κύριον με την προσευχή της που την αξίωσε να βασανιστή για την αγάπη του.
 H δράσις του Σατανά

Οταν είδε ο φθονερός διάβολος ότι ο υπηρέτης του, ο άρχων της πόλεως, δεν κατώρθωσε να νικήσει μία τρυφερή κόρη και να την αναγκάση να προσκυνήση τους Δαίμονας, θέλησε να δοκιμάσει ο ίδιος μήπως την νικήση. Μεταμορφώθηκε σε σχήμα μεγάλου και φοβερού δράκοντος και παρουσιάστηκε μπροστά της.

‘Εβγαζε φωτιά και φλόγες από το στόμα και τα μάτια του, τα δόντια του άσπρα και η γλώσσα κόκκινη σαν αίμα, σφύριζε δυνατά και έκαμνε κινήσεις και σχήματα φοβερώτατα για να τρομάξει τους πάντας.

Η Αγία όμως δεν φοβήθηκε και δεν έπαυσε την προσευχήν από την οποίαν προσπαθούσε να την εμποδίση ο μισόκαλος και παμπόνηρος διάβολος. Και όταν είδε ότι δεν δειλίασε, αλλά προσηύχετο άφοβα, έτρεξε επάνω της και αφού πλάτυνε το στόμα του και την κοιλία του άρχισε να την καταπίνη.

Η Αγία όταν είδε ότι την κατάπιε εως την μέση προς στιγμήν ετρόμαξε, ευθύς όμως επικαλουμένη το όνομα του Σωτήρος Χριστού έκαμε σταυρό με το δεξί της χέρι στα σπλάχνα του Δράκοντος και ο σταυρός έσχισε την κοιλιά του σαν σπαθί δίστομο.

Και ο μεν δράκων αφού σχίστηκε στη μέση, έγινε άφαντος, η δε Μάρτυς έμεινε αβλαβής και έχαιρε ψάλλουσα προς τον Θεό δοξολογίας και νικητήρια. Αλλά ο δαίμων δεν ησύχασε και δεν έπαυσε τας μηχανουργίας του και θέλησε να δοκιμάση και με άλλο τρόπο να πολεμήσει την μάρτυρα. 

Μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο ο μισάνθρωπος, έγινε μαύρος σαν Αιθίοπας και τέλος παρουσιάσθηκε σαν μαύρος σκύλος.

Η Μάρτυς άρπαξε αυτόν από τις τρίχες και με ένα σφυρί, πεταμένο κάπου εκεί, που βρήκε, τον κτύπησε στο κεφάλι και στην ράχι όπου τελείως τον αχρήστευσε.

Εως εδώ ήσαν τα μαρτύρια της Αγίας από το Σατανά τα οποία επέτρεψεν ο Κύριος να δοκιμάση δια να αποδειχθή το μεγαλείον της Αγίας και η μοχθηρότης αλλά και το ανίσχυρον του Διαβόλου.

Σημείωση συντάκτη της ιστοσελίδας
Τα πολύ παλιά τα χρόνια ο Θεός μιλούσε απευθείας με τους ανθρώπους της Φυλής του Αδάμ ...στην κυριολεξία.

Στην αρχή  Τον άκουγαν η  συνομιλούσαν μαζί Του και έβλεπαν τα αποτελέσματα της δυναμής του ταυτόχρονα. Η επέμβαση του Θεού απευθείας στους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης ηταν κάτι συχνό.

Ηταν τότε που κάποιοι άνθρωποι ζούσαν ακόμα και 800 χρόνια. Οι νόμοι της Φύσης  και της ζωής στην Γή  ήταν διαφορετικοί . Τα πάντα ήταν στα χέρια του Θεού μας. Αγιοι δεν υπήρχαν ακόμα. Η ημερα που θα έφθανε στην ζωή η Παναγία μας απείχε  πολλές δεκάδες  αιώνες . Απόστολοι , Μάρτυρες και Διδάσκαλοι θα εμφανίζονταν ακόμα πιο αργά. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ήταν δίπλα στον  Θεό μας αλλά οι  άνθρωποι δεν τον γνώριζαν . Ουτε και θα μπορούσαν να Τον  κατανοήσουν ακόμα . Η Εβραική Φυλή  με δυσκολία μπορούσε να κατανοήσει  10 απλές σε σύνταξη Εντολές. Ακόμα και  οι Προφητείες  ήρθαν αιώνες πολλούς μετά. Ο λαός του Θεού ήταν  χωρίς σοφία και χωρίς  πίστη . Μονοι μας  ήμασταν με τον Δημιουργό μας να μας προστατεύει σαν τον βοσκό με τα  πρόβατα, και τον Σατανά που μας θεωρούσε χαμένους απο γέννα.

Οι άλλοι λαοί στερημένοι εντελώς απο την ευλογία του πραγματικού Θεού απλά ζούσαν για να πεθάνουν . Ειχαν ήδη παραδοθεί στον Αρχοντα του Κόσμου των Ανθρώπων. Η πτώση του ανθρώπου σχεδόν τον καταδίκασε σε αιώνιο χαμό.

Σε κάποια χρονική στιγμή ο Θεός μας αποφάσισε να δώσει σε κάποιον μια δεύτερη ευκαιρία και ευλόγησε αυτόν και τους απογόνους του. Η σωτηρία του Νώε  ήταν το ξεκίνημα αυτής της δεύτερης ευκαιρίας. Οι πιθανότητες ελάχιστες για σωτηρία και αποκατάσταση του ανθρώπου στην θέση του δίπλα στον Δημιουργό. Οι Εβραίοι βοσκοί για εκατοντάδες χρόνια προσπαθούσαν με Θεικές παρεμβάσεις έστω και να αναγνωρίσουν πάλι τον πραγματικό Θεό.

Μέχρι που ήρθε στην γή ο Χριστός. Ο άνθρωπος - Θεός. Ο άνθρωπος που νίκησε τον Σατανά στο στρατόπεδο του.  Ο άνθρωπος που πόνεσε ,μάτωσε, νευρίασε , έδειρε , καταράστηκε και συγχώρεσε. Ο άνθρωπος που κουβάλησε στην πλάτη του Χιλιάδες χρόνια αμαρτιών - λαθών και ανομημάτων. Εκείνος  που γεννήθηκε  και πέθανε  σαν απλός άνθρωπος ώστε  να ζεί αιώνια σαν  Θεός.

Στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού βιβλία δεν υπήρχαν. Θρησκεία δεν υπήρχε . Υπήρχε Πίστη και διήγηση . Ο Χριστός ήταν ο κυνηγημένος Θεός ανθρώπων  απλών και αδυνάτων. Τότε η θυσία και τα μαρτύρια ήταν πράξη θέωσης και κάθαρσης. Το παράδειγμα του Χριστού έδειχνε τον σίγουρο δρόμο. Η μετάβαση απο το φθαρτό στο αιώνιο περνούσε μέσα απο το Μαρτύριο. Δεν υπήρχαν άλλες επιλογές .

Η δύναμη του μαρτυρίου υπέρ πίστης του αληθινού Θεού μας ειναι απίστευτη και ακατάλυπτη. Να την βιώσει κανείς μπορεί μόνο , οχι να την κατανοήσει.

Συχνά ο Κύριος μας έστελνε τους Αρχαγέλλους Του για να στηρίξουν τον Μάρτυρα στον αγώνα του. Ηταν οι εποχές που γέμιζαν τα Ουράνια μικρούς Χριστούς. Ο Θεός μας, μεγάλωνε συνεχώς τα όρια του Παραδείσου καθώς χιλιάδες άνθρωποι θυσίαζαν την ζωή τους υπέρ της Πίστης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Λίγο πριν την θυσία του Χριστού μας στις μονές του Παραδείσου απουσίαζαν οι χιλιάδες των Μαρτύρων και των Αγίων μας. Τα Ιερά δώματα ήταν σχεδόν άδεια. Μα θα γέμιζαν σύντομα.

Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης , ο Θεός μας τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ειχε ήδη πάψει να συναναστρέφεται απευθείας με τους ανθρώπους. Υπήρχε τώρα το θείο παράδειγμα, ο Κύριος μας και η Παναγία μας. Υπήρχαν ήδη Μάρτυρες και Απόστολοι. Υπήρχε η νέα Ταξη πραγμάτων και ο Σατανάς έχανε καθημερινά εκείνους που μέχρι τότε θεωρούσε  καταδικασμένους ...απο γέννα.

Η θυσία της αγαπημένης Μαρίνης ήταν μια εντελώς νέα τρομακτική απώλεια για τον Σατανά. Η στάση της έφερε χαρά στους Ουρανούς . Η νίκη θα ήταν μεγάλη. Η Μαρίνα τα είχε όλα. Οτι δεν είχε της το έταζαν οι άρχοντες. Η Θυσία της ήταν ενάντια σε κάθε λογική. Η Μαρίνα αντιπροσώπευε την νέα γενιά που τα είχε όλα αλλά για άγνωστο λόγο αποφάσιζε να τα θυσιάσει χωρίς αντάλλαγμα.

Οι δίοδοι προς την θέωση και την σωτηρία, τελικά  ειναι ελάχιστοι, δυσεύρετοι και δυσπρόσιτοι. Ακόμα και αν βρεθεί η δίοδος προς την σωτηρία αναγκαστικά και αναπόφευκτα πρέπει να περάσει κανείς μέσα απο τον πόνο και την στέρηση.

Ακόμα και αυτά εαν ελέγξει, τον περιμένει η διαβολική σοφία του Σατανά που χρησιμοποιεί την ίδια την αρχέγονη φύση του ατόμου ενάντια στο ίδιο το άτομο. Πως να νικήσει κάποιος τον εαυτό του.

Εαν τελικά το κάνει,  τον περιμένει ο θάνατος ...πολλές φορές  δε φρικτός σε όψη. Τέτοιο φρικτό θάνατο επέλεξε και η Μαρίνα μας. Μέσα απο δεκάδες επιλογές διάλεξε αυτήν που οδηγεί απευθείας στην παύση  της φθαρτής ζωής και στην νίκη του άφθαρτου Ανθρωπου.
Νέα μαρτύρια και τα αποτελέσματα των μαρτυρίων της

Αφού λοιπόν νίκησε τον Σατανά η πάνσεμνος κόρη, ερρίφθη και πάλιν εις την φυλακήν. Τότε ήλθαν εις την Αγίαν ουρανόθεν τα νικητήρια και ευαγγέλια σωτήρια και χαρμόσυνα, δηλ. Εφάνη Φως Μέγα και έλαμψε όλο το δεσμωτήριο, το οποίο φως εξήρχετο από ένα σταυρό όστις έφθανε από την γην εως τον ουρανό, επάνω δε από τον σταυρό πετούσε μιά άσπρη περιστερά καθαρά και αγνή.

Αυτά μου φαίνεται ότι εφανέρωναν το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, το μεν φως εσήμαινε την δόξαν του Πατρός, ο σταυρός τον εσταυρωμένο Χριστό και η περιστερά το Πνεύμα το Αγιον, η οποία περιστερά κατέβηκε εως πλησίον της Αγίας και της λέγει:

«Χαίρε Μαρίνα η λογική περιστερά του Θεού, ότι ενίκησας τον πονηρόν, και τον εχθρόν κατήσχυνας, Χαίρε δούλη πιστή και αγαθή του Κυρίου Σου, τον οποίον επόθησας εξ όλης της καρδίας σου, και εμίσησας πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον. Χαίρε και ευφραίνου ότι έφθασεν η ημέρα να λάβης της νίκης τον στέφανον και να εισέλθης αξιοχρέως εστολισμένη με τας φρονίμους παρθένους εις τον Νυμφώνα του Νυμφίου και Βασιλέως σου.»

Με τα λόγια αυτά που ακούστηκαν από τον ουρανό, ανεκαινίσθη το σαρκίο της με την δροσιά του Αγίου Πνεύματος, και όλες οι πληγές της τελείως εθεραπεύθησαν, ώστε κανένα σημάδι δεν της έμεινε στο σώμα της.

Η δε Αγία μέσα στη φυλακή διαρκώς προσηύχετο και ευχαριστούσε τον Παντοδύναμο Θεό. Την επομένην ο ‘Επαρχος καθίσας εις τον θρόνο του μπροστά σ’ όλο το λαό της πόλεως διέταξε και έφεραν εκεί την Μάρτυρα, την οποία όταν είδε τελείως υγιή και χαρούμενη στο πρόσωπον, εθαύμασε και της λέγει:

«Βλέπεις Μαρίνα, πως οι μεγάλοι Θεοί έχουν την φροντίδα σου και σπλαγχνισθέντες εις το κάλλος σου σε γιάτρευσαν; πρέπει και συ να μη φανής αχάριστη στους ευεργέτας σου, αλλά να τους δώσης αξίαν αντάμειψιν να γίνης ιέρειά των, να θυσιάζης εις αυτούς μαζί με τον πατέρα σου».

Η αγία του απαντά: Εμένα δεν με γιάτρευσαν οι αναίσθητοι θεοί σου και ανίσχυροι, αλλά ο αληθής και ο μόνος Θεός, ‘Οστις θεραπεύει ψυχάς και σώματα, τον οποίον θέλω λατρεύει πάντοτε. Τούτον πρέπει να γνωρίσης και συ, και Αυτόν μόνον να προσκυνής ως αθάνατον, και να μισήσης των ειδώλων την πλάνην και την ματαιότητα.

Τότε διατάζει να την γυμνώσουν και να την κρεμάσουν εις το ξύλον να κατακάψουν με αναμμένας λαμπάδας το στήθος και τας πλευράς της. ‘Αντεξε θαρραλέα επί πολλή ώρα τους πόνους και τας αλγηδόνας ενώ την κατέκαιαν και προσευχόνταν με την καρδία της ευχαριστούσα τον Κύριον. Υστερα από αυτό έφεραν, διαταγή του απάνθρωπου Αρχοντος, εις το μέσον ένα μεγάλο λέβητα και τον γέμισαν νερό.

Ξεκρέμασαν από το ξύλον, της έδεσαν γερά τα χέρια και την βούτηξαν εις τον λέβητα κατακέφαλα για να την πνίξουν μεσ’ το νερό. Αλλά εις μάτην εκοπίασαν οι ανόητοι διότι όταν την βύθισαν μέσα στον λέβητα, εφώναξε λέγουσα:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, όστις έλυσας τα δεσμά του θανάτου και τους νεκρούς εξανέστησας, Εσύ Παντοδύναμε, επίβλεψον εις την δούλη Σου, και τους δεσμούς μου διάρρηξον, και ας μου γίνη το ύδωρ τούτο εις ζωήν αιώνιον και αναπλήρωσιν τουεπιθυμούμενου μοι βαπτίσματος, ίνα εκδυθώ τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον και ενδυθώ τον νέον και αθάνατον».

Και ενώ έτσι προσηύχετο η Αγία, αμέσως μεγάλος σεισμός έγινε και φάνηκε πάλι η πρώτη περιστερά επάνω από το νερό και στο στόμα της βαστούσε στέφανο, και καθισμένη επάνω εις τον φωτοφανή σταυρόν που εσχηματίσθηκε την ώρα αυτήν γύρω από την αγία ηκούσθη να λέγη εις επήκοον πάντων:

«Ελθέ εις τας άνω μονάς του Παραδείσου, Μαρίνα Θεόνυμφε, να απολαύσης της αφθαρσίας τον στέφανον εις τα αγαπητά του Θεού σκηνώματα, να χαίρεσαι με τους αγίους χορεύουσα και ανεπαυομένη αιώνια».

Αυτήν την θεία φωνή ακούσαντες όλοι οι παριστάμενοι κάτοικοι της πόλεως έφριξαν και επίστευαν ευθύς εις τον Χριστόν, άνδρες και γυναίκες, μαζί πλήθος αμέτρητον και εφώναξαν μεγαλοφώνως, ότι ήσαν έτοιμοι να λάβουν δια τον Χριστόν, τον αληθινό Θεό, θάνατον.

Δεκαπέντε χιλιάδες Μάρτυρες

Μόλις άκουσε ο Επαρχος ότι πολύς κόσμος ωμολογούσε τον Χριστό, Θεό και βασιλέα και βλασφημούσον και έβριζαν του βασιλείς και τους ψεύτικους Θεούς, διέταξε να θανατώσουν όσους πίστευσαν.

‘Ολοι αυτοί που πίστευσαν στον Χριστό έτρεχαν στην σφαγή σαν πρόβατα άκακα, και σκότωσαν άνδρες δέκα πέντε χιλιάδες (15.000), εκτός τις γυναίκες που δεν τις μέτρησαν. Και οι μάρτυρες αυτοί βαπτίσθηκαν με το άγιο αίμα τους, χωρίς να χρειαστούν άλλο βάπτισμα γενόμενοι θυσία στο Θεό πήγαν πανευτυχείς και τρισμακάριοι εις την αιώνιον βασιλείαν.

Ο δε αιμοβόρος και απάνθρωπος άρχων Ολύμβριος φοβούμενος μήπως πιστεύσουν και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλεως αφήνοντας την Αγία ακόμη ζωντανή, έδωκε την διαταγή του να την σκοτώσουν με το ξίφος, και όταν την πήραν οι δήμιοι και την ωδήγησαν εις τον τόπον της εκτελέσεως η Αγία παρακάλεσε τον δήμιον που θα την σκότωνε, να της επιτρέψη λίγη ώρα να μιλήση προς τον συγκεντρωμένο πλήθος ολίγα λόγια, να κάμη και την τελευταία προσευχή της και κατόπι ο δήμιος να εκτελέση το καθήκον του. Πράγματι τις έκαμε την χάρι και η Μαρίνα στραφίσα προς το πλήθος είπε:

«Παρακαλώ σας, αδελφοί και φίλοι μου, ως αναξία δούλη του Υψίστου, ακούσατε προσεκτικά την μικρά  μου παραίνεσιν. Ξεύρετε ότι ένας είναι μόνον ο αληθινός Θεός εν Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι θεωρούμενος και προσκυνούμενος και όστις πιστεύει εις Αυτόν μόνον σώζεται. Λοιπόν υπερβαίνοντας πάσαν την κτίσιν των ορωμένων και νοουμένωνυψώσατε τον νούν, και γνωρίσατε τον Πατέρα των φώτων, και τον μονογενή Υιόν και Λόγον αυτού, τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, και το Πανάγιον Πνεύμα. Οτι αυτά τα τρία πρόσωπα είναι ένας Θεός ακατάληπτος και ουδείς σώζεται εις άλλο όνομα».
Τελευταία προσευχή και αποκεφαλισμός της Αγίας

Αφού μίλησε η μάρτυς προς το πλήθος, σήκωσε κατόπιν τα μάτια της στον ουρανό και έκαμε την προσευχή της:

«Αναρχε, αθάνατε άχρονε, ακατάληπτε και ανεξιχνίαστε Κύριε, Θεέ των όλων και Δημιουργέ πάσης Κτίσεως, προνοητά και Σωτήρ όλων, όπου εις Σε ελπίζουσι, ευχαριστώ Σοι, όπου με έφερες εις την ώραν ταύτην και ήγγισα εις τον στέφανον της δικαιοσύνης Σου.

Υμνώ και ευλογώ την αναρίθμητον ευσπλαχνίαν και φιλανθρωπίαν Σου, όπου ηθέλησας να με συντάξης με τους εκλεκτούς δούλους Σου. Επίβλεψον και τώρα επ’ εμέ την ταπεινήν, Δέσποτα Θεέ, Κύριε του ελέους, Παντοκράτωρ και παντοδύναμε, επάκουσον της προσευχής μου και πλήρωσον μου τα αιτήματα εις έπαινον.

Και τιμήν και δόξαν του υπεραγίου και προσκυνητού Σου ονόματος, χάρισαι την άφεσιν των αμαρτιών όλων εκείνων, όπου θέλουν οικοδομήσει Εκκλησίαν εις το όνομα της δούλης Σου, να λειτουργούν εις αυτήν προσευχόμενοι, ή γράφουσι το μαρτύριον της αθλήσέως μου, και το αναγινώσκουσι μετά πίστεως, μνημονεύοντες το όνομα της δούλης σου, και καρποφορούσιτο κατά δύναμιν όλων αυτών, λέγω όσοι θεραπεύουσι το οικητήριον του σώματός μου, όπου εμαρτύρησα δι’ αγάπην Σου, συγχώρησον τας αμαρτίας κατά το μέτρον της πίστεως αυτών και μη εγγίση χείρ κολαστήριος, ούτε πείνα, ουδέ θανατικόν ή άλλη βλάβη ψυχής ή σώματος.

Και όσοι με θέλουν εορτάσει δοξολογούντες μετά πίστεως και Σου ζητήσουν σωτηρίαν και έλεος διά μέσου μου, χάρισαι τους εις τούτον τον κόσμο τα αγαθά Σου, να πορεύωνται προς αυτάρκειαν και αξίωσον αυτούς και της επουρανίου Βασιλείας Σου. Οτι Συ ει μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος, και των αγαθών δοτήρ εις τους αιώνας, Αμήν.».

Και ενώ προσηύχετο τοιουτρόπως η Μάρτυς, έγινε πάλιν σεισμός και έπεσαν κατά γης πολλοί άνθρωποι, ομοίως και ο δήμιος όπου έμελλε να την θανατώση, έπεσεν έντρομος.

Ο δε Κύριος Ιησούς, της παραστάθηκε νοητώς με πλήθος Αγίων Αγγέλων και της λέγει «Εχε θάρρος Μαρίνα και μη φοβάσαι, τις προσευχές σου άκουσα και όλα όσα ζήτησες τα έκαμα, και θα τα αποτελειώσω κατά καιρόν όπως ζήτησες και τώρα ήλθα να αναλάβω την ψυχήν σου εις τα ουράνια μακαρία εσύ, που για τους αμαρτωλούς παρεκάλεσες, έμενες ενώπιον μου αγνή, και βρήκες χάριν από μένα. Γι’ αυτό πολύς θα είναι ο μισθός σου εις τα ουράνια» .

Τότε η μακαρία ενεπλήσθη χαράς μεγάλης και αγαλλιάσεως, και λέγει εις τον δήμιον. Τελείωσε τώρα και εσύ επάνω μου ότι σε διέταξαν. Αυτός δε έτρεμε και δεν τολμούσε να σηκώση το ξίφος.

Αλλά αυτή τον εθάρρυνε και μετά βίας τον κατέπεισε, και έκοψε την αγία κεφαλή στις 17 Ιουλίου μηνός. Και το μεν Αγιον λείψανον παρέλαβον κρυφίως οι χριστιανοί και το έθαψαν αυτό τιμίως και ευσεβώς ως έπρεπε, η δε μακαρία Αυτής ψυχή απήλθε εις την ουράνιον δόξαν και μακαριότητα, ης γένοιτο πάντα ημάς επιτυχείν. Αμήν.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...