Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Η δύναμις των πρεσβειών της Θεοτόκου

«Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Χριστιανοί μου, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να απαλλαγεί από το βάρος της αμαρτίας. Κανένας μας δεν μπορεί από μόνος του να καθαρίσει τη βρωμιά και τα στίγματα που δημιουργεί η κακία, η πονηρία, ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία, η φιλαργυρία και το σύνολο των παθών. Μόνον ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός το μπόρεσε με τη θυσία Του πάνω στο Σταυρό. Το Θεανθρώπινο εκείνο αίμα που έρευσε πάνω στο Γολγοθά….με αυτό ξεπλένει τον ρύπο και την ενοχή της κάθε αμαρτίας. Της πιο μεγάλης, της πιο βαριάς, της αμαρτίας του συνόλου των ανθρώπων.
Είναι ο Σωτήρας, ο Λυτρωτής, είναι η Ζωή, το Φως, η Ανάστασις.
Και αυτήν τη δωρεά, τη λύτρωση και τη σωτηρία την χρωστάμε στην Παναγία μας, γιατί αυτή γέννησε τον Θεάνθρωπο Κύριον, τον Σωτήρα του κόσμου, δια μέσου του οποίου επραγματώθη η πνευματική και ηθική κάθαρση του όλου ανθρώπου. Πόση ευγνωμοσύνη λοιπόν, οφείλουμε στην Κυρία Θεοτόκο! Εάν δεν έλεγε το «ναι» στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, δηλαδή αν δεν έλεγε τις φράσεις «Ιδού η δούλη Κυρίου, γεννητό μου κατά το ρήμα σου», δεν θα είχε γεννηθεί ο Υιός της, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός μέσα απ’ τα σπλάχνα της. Και όλοι μας θα βρισκόμασταν κάτω απ’ το βάρος της αμαρτίας, κάτω απ’ την τυραννίαν του διαβόλου, κάτω από την εξουσίαν του θανάτου.
Γι’ αυτό και τόσα εγκώμια στην Παναγία μας.
Γι’ αυτό τόσοι ύμνοι και ωδές πνευματικές.
Γι’ αυτό και τόσο μεγάλο και αμέτρητο το πλήθος των θεοτοκίων.
Η θέση της στην Εκκλησία μας, στους ναούς μας, είναι δεξιά του Υιού της. Το βλέπετε εδώ στο ιερό τέμπλο…όπως σας βλέπω εγώ και όπως είναι η εικόνα του Κυρίου, δεξιά της είναι η Παναγία μητέρα Του. Σκοπός λοιπόν της ομιλίας μας είναι η Παναγία μας.
Γι’ αυτό ας παρακολουθήσουμε μερικές σκέψεις ιερές…

Ο νεοφανής Άγιος της Εκκλησίας μας ο Άγιος Άνθιμος Χίου, που εκοιμήθη το 1960, ακόμα πιο νεότερος του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης και του Οσίου Νικολάου του Πλανά, μας λέγει τα εξής περίπου για την Παναγία μας.

Η Παναγία μας αδελφοί μου, η Υπεραγία Θεοτόκος, είναι η σωτηρία όλου του κόσμου γιατί γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Η Παναγία μας είναι η ολόφωτη εκείνη λαμπάδα που λάμπει περισσότερο από επτά ήλιους μαζί, φωτίζοντας με τη θεομητορική της λάμψη ολόκληρη της οικουμένη. Όταν τρέχουμε κοντά της, όπως το κάναμε και σήμερα το βράδυ, τώρα, που τρέξαμε για ν’ ακούσουμε και να ψάλλουμε τους χαιρετισμούς της…και αυτό όταν το κάνουμε βέβαια με πίστη και με ευλάβεια, με ταπεινό το φρόνημα και με καρδιά συντετριμμένη, τότε δεν θα μας απορρίψει ποτέ.
Είναι η Μητέρα μας, είναι η παρηγοριά μας, είναι η προστασία μας. Και αυτό το βεβαιώνει η ορθόδοξη εκκλησιαστική μας υμνολογία όταν ψάλλει «πάντων προστατεύεις Αγαθή».
Μας συμπαθεί, μας πονάει, μας λυπάται, στην κάθε μας ανάγκη είναι πρόθυμη να τρέξει κοντά μας για να μας βοηθήσει, αρκεί να της το ζητήσουμε με βαθιά πίστη και πολλή την ταπείνωση. Και ποιος δεν την φωνάζει; Και ποιος δεν την παρακαλεί;
Όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι βοηθοί μας, αλλά απ’ όλους περισσότερον η Παναγία μας. Διότι Εκείνη έχει το πλήθος των οικτιρμών και μάλιστα για όλους εμάς που είμεθα αμαρτωλοί, αχρείοι, εκτρώματα του κόσμου τούτου. Γι’ αυτό και δεν παύει να μεσιτεύει στον Υιόν της, να Τον παρακαλεί, να Τον ικετεύει για το φωτισμό μας, για τη διόρθωσή μας, για τη σωτηρία μας. Και ο Υιός της, ο Θεάνθρωπος Κύριος, έχει μεγάλη τη χαρά όταν τον παρακαλεί η Παναγία Μητέρα Του διότι δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού αλλά τη σωτηρία του. Γι’ αυτό και μας την έφερε στον κόσμο, γι’ αυτό και μας την χάρισε. Για να την έχουμε σαν μέσο σωτηρίας, σαν σανίδα σωτηρίας, σαν κλίμακα του Ιακώβ, σαν γέφυρα που μας οδηγεί από την γη στον ουρανό.
«Και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν,
μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων,
ο Υιός σου, παρακαλούμεν σε Παρθένε
βοήθησόν με εν τάχει».
Να η διαβεβαίωσις από τις παρακλήσεις μας το Δεκαπεντάυγουστο.
Μέσο σωτηρίας όμως είναι και τα Πανάγια Μυστήρια, τα Πανάγια Μυστήριά μας.
Μέσο σωτηρίας και ο πνευματικός μας στην ιερά εξομολόγηση.

«Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Σφάλλουμε; Δια πρεσβειών της Παναγίας μας μητρός στον πνευματικό να τρέξουμε. Ας σφάλουμε, αμαρτάνουμε…ναι, αμαρτάνουμε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, τότε λιμάνι σωτηρίας είναι η ιερά εξομολόγησις με μετάνοια αληθινή.
Ναι χριστιανοί μου, ο ανεξίκακος Υιός της Παρθένου, ο μακρόθυμος Υιός της Παναγίας, ο φιλάνθρωπος Υιός της Θεοτόκου, μας δώρισε πλούσια τα μέσα σωτηρίας και τα πρώτα είναι το Βάπτισμα και το Χρίσμα, η Θεία Κοινωνία και η ιερά εξομολόγηση. Και τα χορηγεί σε όλους μας μικρούς και μεγάλους, άντρες και γυναίκες, νέους, γέρους και παιδιά, δικαίους και αδίκους, πονηρούς και αγαθούς, καλούς και κακούς, αμαρτωλούς και εναρέτους.
Και μας στέλνει και βοηθούς για αυτό το φωτισμό. Έχουμε βοηθούς αγγέλους και αρχαγγέλους και τον άγγελο φύλακα της ψυχής μας. Έχουμε βοηθούς και όλους τους Αγίους όπως τον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Γρηγόριο, τον Άγιο πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Άγιο Χρυσόστομο, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Χριστοφόρο, τον Άγιο Αθανάσιο, τον Άγιο Βασίλειο, το Μέγα Αντώνιο και τόσους τόσους άλλους Αγίους.
Έχουμε ακόμα την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Παρασκευή, την Αγία Αικατερίνη, την Αγία Μαρίνα, την Αγία Ματρώνα, την Αγία Μαρκέλλα, την Αγία Ειρήνη, την Αγία Ελένη και πλήθος ακόμη άπειρο Αγίων γυναικών.
Έχουμε επίσης το χορό των Αγίων Αποστόλων, την χορεία των Προφητών, τους ομίλους των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, τους ομίλους των Μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων και τους εν ασκήσει διαλάμψαντες Αγίους και τόσους άλλους και τόσους άλλους…
Ως άστρα του ουρανού οι Άγιοι. Αλλά των όλων ανωτέρων είναι η Παναγία μας.
Γι’ αυτό και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς φώναζε μέρα-νύχτα «Υπεραγία Θεοτόκε φώτισον το σκότος της ψυχής μου»! Ας το φωνάζουμε λοιπόν κι εμείς. Αλλά και το
«Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία,
ο Κύριος μετά Σου,
ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου,
ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».
Αυτόν τον ύμνο της Θεοτόκου να τον πούμε 100 φορές. Και άλλες 100 φορές ολόκληρον το «Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών» και τα λοιπά, κατόπιν όλους τους Χαιρετισμούς όπως θα τους πούμε την άλλη Παρασκευή…και τα 24 γράμματα.
Κάντε το αυτό μια, δυο, τρεις βραδιές και ζητήστε μετά από την Παναγία μας με πίστη και ταπείνωσιν εκείνα που αποβλέπουν στη σωτηρία μας και …να τότε θα έρθουν πληθωρικές οι ευλογίες της.
Όχι απελπισία, όχι απόγνωσις, όχι μελαγχολία και στενοχώρια. Καταφυγή μας η Παναγία. Γρήγορα, γρήγορα ας τρέξουμε κοντά της στην αγία της εικόνα που όλοι πιστεύω ότι έχουμε στα σπίτια μας.
Εκείνη είναι το ταμείον,
Εκείνη και η ασφάλειά μας,
Εκείνη το λιμάνι,
Εκείνη και η παρηγοριά μας.
Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό που μας το τόνισε ο χαιρετισμός με τον οποίο αρχίσαμε «Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Κείνη λοιπόν, η Παναγία μας είναι η χειραγωγός που μας οδηγεί στο λουτήρα του Υιού της για να ξεπλυθούν οι αμαρτίες μας. Αυτό όμως σημαίνει ανάπαυση, χαρά σωτηρία, αναγέννηση, αγιασμό και θέωση ακόμα. Αυτή τη χάρη της, την έδωσε ο Υιός του Θεού που έγινε και Υιός ανθρώπου, Υιός της Παρθένου δηλαδή Υιός δικός της. Και την περιμένει ο Κύριος για να μεσιτεύει και παρακαλεί για όλους εμάς που είμεθα αμαρτωλοί κι αχρείοι, ταλαίπωροι και βρώμικοι.
Και Εκείνη τρέχει από ψυχή σε ψυχή, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από καρδιά σε καρδιά, από σπίτι σε σπίτι, από Εκκλησία σε Εκκλησία,
για ν’ ακούσει τις προσευχές μας…
για να σφουγγίσει τα δάκρυά μας,
για να απαλύνει τους πόνους μας,
για να μας ξεκουράσει από βάσανα και θλίψεις,
για να παρηγορήσει, να τονώσει, να χαρίσει την ελπίδα, τη γιατρειά.
Γι’ αυτό, ας εκμεταλλευτούμε την παρρησία της στον Υιόν της, τον Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή μας.
Ν’ αρπάξουμε αυτήν την ευκαιρία που μας δίδεται σε κάθε στιγμή της ζωής μας, και με τις πρεσβείες της να τρέξουμε να πλύνουμε τη συνείδησή μας με μετάνοια και συντριβή.
Ναι, Παναγία μας, ναι Υπεραγία Θεοτόκε, «την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπιν σου».

Αμήν.

Ανάλυσις καί αξία τών χαιρετισμών

Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Και πάλιν και πολλάκις Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Όπως γνωρίζετε χριστιανοί μου, όπως το βλέπετε και όπως το βιώνετε, τη Μεγάλη Σαρακοστή και κάθε Παρασκευή, ψάλλονται στην Εκκλησία μας οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Είναι μια από τις ωραιότερες ακολουθίες και συγχρόνως μια από τις καλύτερες προσευχές.
Οι Χαιρετισμοί συνδέονται πάντοτε και με το Μικρό Απόδειπνο.
Τη Μεγάλη Σαρακοστή που διαβάζουμε το Μεγάλο Απόδειπνο, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη, δεν λέγονται οι Χαιρετισμοί. Ψάλλονται όμως κάθε Παρασκευή και διαβάζονται Σαββάτο και Κυριακή, μαζί με το Μικρό Απόδειπνο. Επίσης οι Χαιρετισμοί δεν λέγονται την Μεγάλη Εβδομάδα, όπως και ολόκληρη την Πασχαλινή Διακαινήσιμη εβδομάδα. Όλο το χρόνο συνοδεύονται κάθε μέρα με το Μικρό Απόδειπνο υποχρεωτικά. Όποιος διαβάζει τους Χαιρετισμούς κάθε μέρα, και βράδυ, ακόμα και μεσημέρι, και πρωί, έχει μεγάλη τη βοήθεια της Παναγίας μας.
Εκεί που τιμάται όλως ιδιαιτέρως η Παναγία, είναι το Άγιον Όρος, όπου θεωρείται και το δικό Της περιβόλι. Για τους Αγιορείτες μοναχούς η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η μοναδική προστασία. Μακάρι να αποκτήσουμε και μεις αυτή την συναίσθηση. Την βιωματική συναίσθηση δηλαδή ότι είναι και για μας η μοναδική προστασία, μεσίτρια και πρεσβευτής.

Η όλη ακολουθία των Χαιρετισμών με τα εικοσιτέσσερα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου, αυτή η ακολουθία, μας περιγράφει κατά πρώτον τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, η οποία όπως είναι γνωστό, θα γεννούσε σε λίγες εβδομάδες τον Τίμιο Πρόδρομο. Επίσης οι Χαιρετισμοί αναφέρουν το σκίρτημα του εμβρύου, μέσα στα σπλάχνα της Ελισάβετ, και την ομολογία της με χαιρετισμούς. Εν συνεχεία αναφέρονται στις υποψίες του μνήστορος Ιωσήφ, που δεν μπόρεσε να καταλάβει το μέγα μυστήριο της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου, στη μήτρα της Παρθένου Μαριάμ, αλλά και την μετέπειτα απόλυτη πίστη του στην αλήθεια που του απεκάλυψε ο άγγελος Κυρίου. Οι Χαιρετισμοί ακόμα μας περιγράφουν εν συντομία, περιληπτικά πολύ, τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού, την προσκύνηση των ποιμένων και των μάγων. Την Υπαπαντή του Κυρίου, από τον Συμεών τον Θεοδόχον. Τη φυγή Του στην Αίγυπτο και άλλα πολλά.
Πολλούς Χαιρετισμούς λέγουν προς την Παναγία, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ο μνήστωρ Ιωσήφ, οι ποιμένες, οι μάγοι, οι ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, και όσοι πιστεύουν από τους χριστιανούς στην Θεανθρωπότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διά μέσου της Παρθένου Μαρίας εκ Πνεύματος Αγίου.

Η δική μας απάντησις σε όλους αυτούς τους Χαιρετισμούς είναι το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». Τι σημαίνει όμως αυτό το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε»; Νυμφίος της Εκκλησίας, εδώ στους Χαιρετισμούς, ονομάζεται και ο Θεός Πατέρας. Νύμφη Του, είναι η Παρθένος Μαριάμ, αφού αυτή είναι που γέννησε τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον ομοούσιον με τον Πατέρα, ως Θεάνθρωπον στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, τον Νυμφίο της Εκκλησίας.
Μα η Παναγία είναι και «Νύμφη Ανύμφευτε». Και είναι Ανύμφευτη επειδή γέννησε χωρίς άνδρα και εκ Πνεύματος Αγίου τον Χριστόν. Το πώς ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, εισήλθε στη μήτρα της Παρθένου, αυτό παραμένει μυστήριο αξεπέραστο για τα δικά μας πεπερασμένα και φτωχά μυαλά.
Ακατάληπτος ο τρόπος της συλλήψεως, ακόμα και για τους αγγέλους και αρχαγγέλους και τις λοιπές ουράνιες δυνάμεις. Μόνον ο ίδιος ο Θεός γνωρίζει τον τρόπον που χρησιμοποίησε για να γίνει αυτή η σύλληψις, και να γίνει άνθρωπος, τέλειος άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου.

Γι’ αυτό αδελφοί μου, όποιος από τους χριστιανούς λέγει τακτικά με σταυρωτό κομποσκοίνι, «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με», «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», αυτός ο χριστιανός βρίσκει πολλή την Χάριν, και πολύ πνευματικό πλούτο απολαμβάνει, και ασφαλώς εισακούονται όλα τα αιτήματά του.

Στην παράδοση της Εκκλησίας μας, μάς αναφέρεται και το εξής θαυμαστό γεγονός για την δύναμη που έχουν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Θα πούμε αυτό το γεγονός, αυτήν την ιστορία.
Στα παλιά χρόνια, δηλαδή πριν από το 1800, κάποιος εκεί τότε, - υπήρχαν πολλοί λησταί, όπως είναι γνωστό, που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια, και λήστευαν τους περαστικούς,- κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστάς είχε βάλει μερικούς συντρόφους, να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι που ήτο αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους, από τη μια πόλη στην άλλη. Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν.
Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό. Δεν τους τραυμάτιζαν, δεν τους κακοποιούσαν.
Κάποτε πέρασε απ’ αυτό το σταυροδρόμι και ένας άγιος μοναχός. Εκείνος, - τον σταμάτησαν βέβαια και τον λήστεψαν, τι να πάρουν από έναν μοναχό, τέλος πάντων, ό,τι είχε – δεν έφυγε. Παρακάλεσε τους ληστάς να τον οδηγήσουν στο λημέρι του αρχηγού τους, - λέει «τι τον θέλεις;»
-Α, λέει, θα σας πώ κάτι πολύ σπουδαίο. Σε λίγο θα περάσει ένας πολύ μεγάλος και πλούσιος έμπορος φορτωμένος διαμάντια, αλλά, θέλω να του πώ, πώς θα είναι ντυμένος, για να τον καταλάβετε, γιατί θάχει μαζί του πολλά τα κουρέλια.
Έτσι και έγινε, όχι για να μην του χαλάσουν το χατίρι, αλλά για τις απολαβές που θα είχε.
Τον πήγαν λοιπόν.. μόλις συναντήθηκε ο μοναχός με τον αρχιληστή, του λέγει ότι θα καλέσεις όλους τους ανθρώπους εδώ, για να τους πω αυτό το μεγάλο νέο, διότι είναι πολύ σπουδαίο.
Πράγματι λοιπόν, εκείνος τους μάζεψε.
Α, λέει, κάποιος λείπει. Να μου τον φέρετε κι αυτόν εδώ.
Λέει, τι τον θέλεις, αυτός μαγειρεύει τώρα για το μεσημέρι.
Όχι, να τον φέρετε.
Πάνε λοιπόν, εκείνος δεν ήθελε να ’ρθεί, και τον άρπαξαν με το ζόρι, και τον έφεραν μπροστά στο μοναχό.
Μόλις ο μάγειρας αντίκρισε τον μοναχό, δεν ήθελε να τον βλέπει.
Αλλά ούτε και ο μοναχός γύρισε να τον δει.
Αντιθέτως ο μάγειρας άρχισε να τρέμει, να τρέμει πολύ.
Τον ρωτάει λοιπόν ο μοναχός.
- Γιατί τρέμεις μάγειρα;
- Ε, - αναγκάστηκε εκείνος να ομολογήσει, - ότι ήταν διάβολος που είχε μετασχηματιστεί σε άνθρωπο, για να παρακολουθεί από κοντά αυτόν τον αρχιληστή.
Ο αρχιληστής όμως αυτός, είχε μια πολύ καλή συνήθεια.
Προσευχόταν στην Παναγία καθημερινά. Και πώς προσευχόταν; - λέει.
Διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς. Πρωί και μεσημέρι και βράδυ. Την καλή αυτή συνήθεια την πήρε απ’ τη μάνα του. Την πήρε απ’ το σπίτι του, που του είχε μάθει τους Χαιρετισμούς από μικρό παιδί, και έτσι τους ήξερε από στήθους. Δηλαδή από μνήμης, και τους έλεγε χωρίς να τους διαβάζει.
Βέβαια, αργότερα πήρε τον κακό το δρόμο κι έγινε ληστής, παρά ταύτα όμως, τους Χαιρετισμούς δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα. Έτσι η Παναγία βρισκόταν κοντά του και τον φύλαγε.
Και τον φύλαγε επειδή περίμενε μια ευκαιρία η Παναγία για να τον σώσει, να τον φέρει σε μετάνοια, ν’ αλλάξει ζωή, να σωθεί.
Ο μάγειρας διάβολος, είχε σταλεί πάλι απ’ τον αρχισατανά για να τον σκοτώσει και να πάρει την ψυχή του στην Κόλαση. Δεν μπορούσε όμως γιατί τον εμπόδιζαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Ποια; Το πότε θα ξεχνούσε έστω και μία φορά, έστω και μια μέρα, να απαγγείλει ο αρχιληστής τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Τότε θα ήταν αφύλακτος από την προστασία Της, θα προκαλούσε για τη μοιρασιά, ανάμεσα στους ληστάς και τους συντρόφους του κάποια φασαρία, εκείνοι με την προτροπή βέβαια του διαβόλου μάγειρα, θα τον σκότωναν και έτσι θάπαιρνε την ψυχή του στην Κόλαση.
Μα η Παναγία τον προστάτευε και τον προστάτευε χάριν των Χαιρετισμών. Μπορεί να ήτο ληστής, αλλά δεν ήταν φονιάς. Παρά ταύτα όμως τους Χαιρετισμούς δεν τους άφησε. Μπορεί η ζωή του να ήτο άσχημη, να ήτο κακή, να ήτο αντιευαγγελική αλλά ο Θεός όμως που δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, και ακούγοντας και τις μεσιτίες και τις παρακλήσεις της Παναγίας Μητρός Του, του έδωσε την ευκαιρία για να σωθεί. Μόλις λοιπόν ο αρχιληστής άκουσε αυτή την ομολογία από τον μάγειρο διάβολο, αμέσως φωτίσθηκε. Κατάλαβε τα τραγικά του λάθη. Τις αμαρτίες του, και κείνη τη στιγμή μετανόησε, και σώθηκε.
Η μετάνοιά του συγκλόνισε και τους άλλους ληστάς, τους συντρόφους του, και με τις οδηγίες του αγίου εκείνου μοναχού όλοι τους οδηγήθηκαν στο μεγάλο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Θεού, δηλαδή στην Ιερά Εξομολόγηση. Και με την έμπρακτη αποκατάσταση όλων των κλοπιμαίων, όλοι οι λησταί μαζί με τον αρχιληστή εσώθησαν.
Τους έσωσαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.

Οι Χαιρετισμοί λοιπόν χριστιανοί μου, έχουν τεράστια σωτηριώδη σημασία, όταν τους διαβάζουμε ή τους απαγγέλουμε κάθε βράδυ με πίστη και ευλάβεια. Μας χαρίζουν την πλέον αποτελεσματική βοήθεια στην προσπάθειά μας και στον αγώνα που κάνουμε κάθε μέρα, για να νικήσουμε τα πάθη μας. Για να νικήσουμε το κακό, την αμαρτία και τον διάβολο.
Άλλωστε Εκείνη μας προτρέπει και μας λέγει «φωνάξτε με», ή «φωνάζετέ με», «φωνάζετε το όνομά μου, και γω θα σας βοηθώ πάντοτε».
Να με καλείτε ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθει μοι», ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ μας», ή «σώσον με», ή «σώσον ημάς». Άλλωστε είναι και λειτουργικός ύμνος. Κάθε φορά που αναφέρουμε το όνομα της Παναγίας μας στη Θεία Λειτουργία, στον όρθρο ή τον εσπερινό, οι ιεροψάλτες μας να απαντούν «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».
«Και γω θα έλθω», μας υπόσχεται η Παναγία, «θα σας βοηθήσω, και θα σας βοηθήσω σε όλες σας τις ανάγκες, σε όλους τους πειρασμούς της ζωής σας, στα βάσανα, στις θλίψεις και στις στεναχώριες. Θα είμαι πάντοτε κοντά σας. Μεσίτρια ακόμα και όταν θα βγαίνει η ψυχή σας, για να σας φυλάξω από τα εναέρια δαιμόνια. Αλλά και στη Δευτέρα Παρουσία του Υιού μου και Κριτού των πάντων και κει θα είμαι κοντά σας.»
Άλλωστε αυτό θα το δούμε σε λίγο, όταν θα απαγγείλουμε την προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο που αρχίζει με το «Άσπιλε, αμόλυντε».


Χριστιανοί μου, ας αγαπήσουμε αυτή την προσευχή των Χαιρετισμών,
και την επίκληση του ονόματός Της,
και τότε εκείνη θα ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου και θα μας σώσει.

Το εύχομαι εις όλους σας,
και σεις να το εύχεστε σε μένα,

Αμήν.

Περισπασμὸς καὶ προσοχὴ

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov



Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν κοσμικὸ φρόνημα θεωροῦν τὸν περισπασμὸ ἀθῶο, οἱ ἅγιοι πατέρες ὅμως λένε πὼς εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν κακῶν.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμὸ ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ τῶν θεμάτων, ἀκόμα καὶ τῶν πιὸ σοβαρῶν, ἔχει ἀντίληψη πολὺ περιορισμένη καὶ ἐπιφανειακή.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, εἶναι συνήθως ἀσταθής. Τὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς του δὲν ἔχουν βάθος καὶ δύναμη, γι’ αὐτὸ εἶναι ρευστὰ καὶ ἐφήμερα.

Ὅπως ἡ πεταλούδα πετάει ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, τρέχει ἀπὸ τὴ μία σωματικὴ ἀπόλαυση στὴν ἄλλη κι ἀπὸ τὴ μία μάταιη φροντίδα στὴν ἄλλη.

Ὁ περισπασμὸς δὲν γνωρίζει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ἀδιάφορα κοιτάζει τὴ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων καὶ εὔκολα τούς φορτώνει μὲ δυσβάσταχτα φορτία.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, συνταράζεται ἀπὸ τὶς θλίψεις, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν τὶς περιμένει˙ μόνο χαρὲς προσδοκᾶ. Κάθε θλίψη, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ βαριά, ὅταν αὐτὴ δὲν ἔχει μεγάλη διάρκεια, γρήγορα τὴν ξεχνᾶ μέσα στὸν θόρυβο τῶν διασκεδάσεων καὶ τῶν μεριμνῶν του. Ἡ παρατεταμένη θλίψη, ὅμως, τὸν τσακίζει.

Ὁ ἴδιος ὁ περισπασμὸς τιμωρεῖ τὸν πολυμέριμνο ἄνθρωπο ποὺ τοῦ παραδίνεται, καθὼς αὐτός, μὲ τὸν καιρό, ὅλα τὰ βρίσκει βαρετὰ καὶ βουλιάζει σὲ μιάν ἀτέλειωτη, μιάν ἐξουθενωτικὴ πλήξη.

Ὁ περισπασμός, τόσο ἐπιζήμιος γενικά, εἶναι πραγματικὰ ὀλέθριος γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ποὺ ἀπαιτεῖ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ ἐντατικὴ προσοχή.

«Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός», ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς μαθητὲς Του. Καὶ σ’ ὅλη τὴ χριστιανοσύνη, ἑπομένως καὶ σ’ ἐμᾶς, ἔδωσε ἐντολή: «Σὲ ὅλους τὸ λέω: Ἀγρυπνεῖτε!»3. Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, ἐναντιώνεται μὲ τὴ ζωή του στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι μὲ ἐπιμέλεια ἀπέφευγαν τὸν περισπασμό. Ἀγωνίζονταν νὰ εἶναι συγκεντρωμένοι στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ προσέχουν τὶς κινήσεις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους, κατευθύνοντάς τες σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Ἂν συνηθίσουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ ἀποφεύγουμε τὸν περισπασμὸ ἀκόμα καὶ ὅταν μᾶς κυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ οἱ αἰτίες του. Ὁ προσεκτικός, ὁ αὐτοσυγκεντρωμένος ἄνθρωπος, καὶ σὲ πολυκοσμία μέσα νὰ βρίσκεται, παραμένει ἐσωτερικὰ ἀπομονωμένος.

Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ τὴν ὠφέλεια τῆς προσοχῆς καὶ τὴ βλάβη τοῦ περισπασμοῦ, ἕνας σοφὸς γέροντας εἶπε: «Χωρὶς προσοχὴ μεγάλη, δὲν προοδεύει ὁ ἄνθρωπος οὔτε σὲ μία ἀρετὴ».

Πόσο ἀνόητο εἶναι νὰ σπαταλᾶμε τὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή, ποὺ μᾶς δόθηκε ὡς χρόνος προετοιμασίας γιὰ τὴν ἀτελεύτητη ἐπουράνια, σὲ ἐγκόσμιες μόνο ἀσχολίες, ἱκανοποιώντας ἀναρίθμητες ἰδιοτροπίες καὶ εὐτελεῖς ἐπιθυμίες, μεταπηδώντας ἐπιπόλαια ἀπὸ τὴ μία αἰσθησιακὴ ἱκανοποίηση στὴν ἄλλη, ξεχνώντας ἐντελῶς ἤ βάζοντας σπάνια καὶ ἐπιπόλαια στὸν νοῦ μας τὴν ἀναπόφευκτη, τὴ μεγαλειώδη καὶ συνάμα τρομερὴ αἰωνιότητα!

Εἶναι φανερὸ ὅτι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὰ μελετᾶμε καὶ νὰ τὰ γνωρίζουμε μὲ τὴν πιὸ μεγάλη εὐλάβεια καὶ προσοχή, ἀλλιῶς τόσο ἡ μελέτη ὅσο καὶ ἡ γνώση τους εἶναι ἀδύνατες. Θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δημιουργία καί, μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἡ λύτρωση καὶ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ἔργα αὐτὰ πρέπει λεπτομερειακὰ νὰ τὰ γνωρίσει κάθε χριστιανός. Δὲν θὰ κατορθώσει, ὅμως, ποτὲ νὰ τὰ γνωρίσει, ἂν ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό!

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δόθηκαν ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου˙ ἀγκαλιάζουν ὅλους τούς λογισμούς, ὅλα τὰ αἰσθήματα, ὅλες τὶς μυστικὲς κινήσεις τῆς ψυχῆς. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν δὲν εἶναι δυνατὴ χωρὶς τὴ διαρκή ἐγρήγορση καὶ τὴν ἔντονη προσοχή. Ἀλλὰ ἡ ἐγρήγορση καὶ ἡ προσοχὴ δὲν ἔχουν θέση στὴ ζωὴ τοῦ περισπασμοῦ.

Ἡ ἁμαρτία κι ἐκεῖνος ποὺ τὴ σπέρνει, ὁ διάβολος, τρυπώνουν στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ μας ἀνεπαίσθητα. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ βρισκόμαστε διαρκῶς σὲ ἐπιφυλακή, ὥστε, μόλις μᾶς πλησιάσουν αὐτοὶ οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μας, νὰ τοὺς ἀπομακρύνουμε μὲ τὴν προσευχή. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ βρίσκεται κανεὶς σὲ πνευματικὴ ἐπιφυλακή, ὅταν εἶναι παραδομένος στὸν περισπασμό;

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, μοιάζει μὲ σπίτι δίχως πόρτες καὶ κλειδαριές. Κανένας θησαυρὸς δὲν μπορεῖ νὰ φυλαχθεῖ σὲ τέτοιο σπίτι, ποὺ εἶναι ἀνοιχτὸ γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστές.

Ἡ ζωὴ τοῦ περισπασμοῦ, ζωὴ γεμάτη μὲ βιοτικὲς μέριμνες, βαραίνει τὴν ψυχὴ ἐξίσου μὲ τὴν κραιπάλη καὶ τὴ μέθη, κάνοντάς την δυσκίνητη σὲ κάθε πνευματικὸ ἔργο, ἀνίκανη νὰ προσέχει καὶ ν’ ἀγρυπνεῖ. Ἡ ψυχὴ αὐτὴ εἶναι κολλημένη στὴ γῆ, εἶναι ἀπορροφημένη ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ μάταια. Γιὰ τὴ διακονία τοῦ Θεοῦ ἐλάχιστα ἐνδιαφέρεται, ἤ μᾶλλον δὲν ἐνδιαφέρεται καθόλου. Σκληρὴ βρίσκει καὶ μόνο τὴ σκέψη κάποιας πνευματικῆς ἐργασίας, σκληρὴ καὶ ἀσήκωτη καὶ ζοφερή.

Ἡ προσοχὴ ἐξασκεῖ καὶ ἐνισχύει τὶς ψυχικὲς αἰσθήσεις στὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἐξασθενίζει τὴν ψυχοβλαβή ἐπενέργεια τῶν σωματικῶν του αἰσθήσεων. Ὁ περισπασμός, ἀπεναντίας, ἀδρανοποιεῖ καὶ ἀποκοιμίζει τὶς ψυχικὲς αἰσθήσεις, ἐνῶ τρέφεται μὲ τὴν ἀδιάλειπτη λειτουργία τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων.

Μάταια οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν μέσα στὸν περισπασμό, θεωροῦν τὴ ζωὴ τους φυσιολογική, ὑγιή, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἐνοχές! Ἔτσι δὲν ἀποκαλύπτουν παρὰ τὴν ἀσθένειά τους σ’ ὅλη της τὴ σοβαρότητα: Τόσο ἔχει πωρωθεῖ ἡ ψυχή τους, πού, μολονότι εἶναι ἄρρωστοι, δὲν τὸ ἀντιλαμβάνονται.

Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ οἰκειωθοῦν τὴν προσοχή, ὀφείλουν νὰ ἐγκαταλείψουν ὅλες τὶς μάταιες ἀσχολίες. Καὶ σ’ αὐτές, βέβαια, δὲν ἀνήκουν οἱ ἀπαραίτητες καὶ ὠφέλιμες ἐργασίες, διακονίες καὶ ὑποχρεώσεις, προσωπικὲς ἤ κοινές, οἱ ὁποῖες δὲν ἀποτελοῦν περισπασμό. Ὁ περισπασμὸς συνδέεται πάντοτε εἴτε μὲ τὴν ἀργία εἴτε μὲ ἀνώφελες ἐνασχολήσεις ποὺ δὲν διαφέρουν οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἀργία.

Ὄχι μόνο δὲν διασπᾶ ἀλλὰ καὶ συντρέχει τὴν προσοχὴ ἡ ἐργασία, ὅταν ἀποτελεῖ διακονία τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ πλησίον καὶ ὅταν γίνεται μὲ ὑπευθυνότητα. Στὴν ἀπόκτηση, τὴν καλλιέργεια καὶ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς συντελοῦν πολὺ περισσότερο τὰ μοναστηριακὰ διακονήματα, ὅταν αὐτὰ ἐκτελοῦνται ὅπως πρέπει.

Προσέχοντας τὸν ἑαυτό μας σὲ ἀπόλυτη μόνωση, ἀποκομίζουμε πολύτιμους πνευματικοὺς καρπούς. Γιὰ τὴ μόνωση, ὡστόσο, εἶναι ἱκανοὶ μόνο ἄνθρωποι ὥριμοι πνευματικά, ἄνθρωποι ποὺ πραγματοποίησαν πρόοδο στὴν ἄσκηση καὶ τὴν εὐσέβεια, ἀφοῦ πρῶτα διδάχθηκαν τὴν προσοχὴ στὴν πρακτικὴ ζωή.

Ἡ ὑποταγὴ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος ἀσκήσεως στὴν προσοχή. Κανένας δὲν θὰ σὲ διδάξει τόσο καλὰ νὰ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου ὅσο ἕνας συνετὸς καὶ αὐστηρὸς προϊστάμενος.

Ὅταν ἐργάζεσαι πρακτικὰ μαζὶ μὲ ἄλλους ἀνθρώπους, μὴν ἐπιτρέπεις στὸν ἑαυτό σου νὰ ξεστομίζει μάταια λόγια καὶ ἀνόητα ἀστεῖα. Καὶ ὅταν ἡ ἐργασία σου εἶναι γραφικὴ καὶ γενικότερα διανοητική, μὴν ἀφήνεσαι στὴν ὀνειροπόληση, τὸν ρεμβασμὸ καὶ τὸν μετεωρισμό. Ἔτσι σύντομα ἡ συνείδησή σου θὰ εὐαισθητοποιηθεῖ καὶ θ’ ἀρχίσει νὰ σοῦ ὑποδεικνύει κάθε ὑποχώρησή σου στὸν περισπασμὸ ὡς ἀθέτηση ὄχι μόνο τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης. Ἀμήν.



Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ή της Κλίμακος (30 Μαρτίου)

 


undefined
Ο ταπεινός Ραϊθηνός μοναχός Δανιήλ στη σύντομη βιογραφία του αναφέρει για τον άγιο Ιωάννη ότι «πια είναι η πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον θείο αυτόν άνδρα πρίν από την αθλητική και ασκητική του ζωή δεν μπορώ ν’ αναφέρω με ακρίβεια και ασφάλεια». Ούτε την καταγωγή του γνωρίζουμε. Πιθανόν να γεννήθηκε το δεύτερο ήμισυ του 6ου αι. Έζησε επί αυτοκράτορος Ιουστίνου του νεώτερου ανηψιού του Ιουστιανιανού.
Σε ηλικία δεκαέξι περίπου χρόνων αφού απόκτησε  «την εγκύκλιο κοσμική σοφία», πρόσφερε τον εαυτό του στον Χριστό, ως θυσία ευάρεστη, και εγκαταλείποντας τα εγκόσμια εισήλθε στο ζυγό της μοναχικής πολιτείας στο ονομαστό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του θεοβαδίστου όρους Σινά.
Εφαρμόζοντας τέλεια ξενιτεία υποτάχθηκε στο Γέροντα Μαρτύριο «και εμπιστεύθηκε τη ψυχή του στον πνευματικό του πατέρα σαν σε άριστο κυβερνήτη, και έτσι ακίνδυνα ταξίδευε το μεγάλο και επικίνδυνο και τρικυμιώδες ταξίδι της παρούσης ζωής». Έμεινε υποτακτικός για 19 χρόνια τρυγώντας τους καρπούς της μακαρίας υπακοής, ζώντας σε αμεριμνία και προσευχή. Μοναχός έγινε όταν συμπλήρωσε τα 20 του χρόνια. Ο Γέροντας του τον κράτησε για 4 χρόνια δόκιμο παρά την αδιάκριτη υπακοή του ασκώντας τον στη ταπείνωση.
Όταν κάποτε ο Γέροντας Μαρτύριος επισκέφθηκε μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον μέγα Αναστάσιο αυτός του αποκάλυψε ότι ο υποτακτικός του ήταν ο μελλοντικός ηγούμενος της Μονής του Σινά.
«Πες μου, αββά Μαρτύριε, από που είναι αυτός ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;» είπε ο Γέροντας Αναστάσιος. «Δούλος σου είναι, πάτερ, και εγώ τον έκειρα». «Πωπώ! – αββά Μαρτύριε – του λέει με θαυμασμό – ποιος να το πεί ότι Ηγούμενο του Σινά εκειρες»! Ηγούμενος έγινε ο άγιος Ιωάννης μετά από 40 χρόνια. Παρόμοιο περιστατικό συνέβει με τον άγιο Ιωάννη το Σαββαΐτη που έμενε στη έρημο του Γουδά, δεκαπέντε μίλια από την Μονή Σινά. Κατά την επίσκεψή του αγίου Ιωάννου με τον Γέροντά του έπλυνε τα πόδια μόνο του υποτακτικού. Δίνοντας εξήγηση στον μαθητή του Στέφανο για την πράξη του είπε: « Πίστεψε με, παιδί μου, ότι εγώ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτός ο νέος. Εγώ τον Ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».
Όταν κοιμήθηκε ο αββάς Μαρτύριος τότε με τις ευχές του ο άγιος Ιωάννης εγκαταλείπει το κοινόβιο και «εξέρχεται στον αγώνα της ησυχαστικής ζωής» ποθώντας να ανέβει την κλίμακα της αρετής. Η ερημική ζωή αρμόζει για λίγους που έχουν πολύ μεγάλη αγάπη πρός τον Θεό. Αυτοί γεμάτοι από θείο έρωτα ποθούν την μακαρία ζωή, την θεία γλυκύτητα. Επειδή ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος ο άγιος Ιωάννης λόγω της ταπεινώσεως του και επειδή δεν εμπιστευόταν την κρίση του κατέφυγε στο άγιο Γέροντα Γεώργιο τον Αρσιλαΐτη, που τον δίδαξε τους τρόπους της ησυχαστικής ζωής.
Ο τόπος των ασκητικών αγώνων του απείχε «πέντε σημεία» δηλ. οκτώ χιλιόμετρα από το Κυριακό της Μονής στην τοποθεσία που λεγόταν «Θολάς». Το σπήλαιο του αγίου, στην πλαγιά ενός βουνού, σε μια άγρια και απαράκλητη περιοχή, βρίσκεται δυτικά της Μονής και απέχει δύο ώρες απ’ αυτή. Σήμερα διαμορφώθηκε σε μικρή εκκλησία προς τιμήν του.
Στην περιοχή αυτή που ύπηρχαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο έζησε 40 χρόνια «χωρίς οκνηρία και αμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε από τον διακαή έρωτα και τη φλόγα της θείας αγάπης» με σκοπό να «περιχωρήσει το ασώματον μέσα σε σωματικό οίκο».
«Έτρωγε απ’ όλα όσα επιτρέπονται στους μοναχούς, πολύ λίγο όμως». Με τον τρόπο αυτό συντηρούσε το σώμα του αποφεύγοντας την κενοδοξία. Με τη μνήμη του θανάτου νίκησε την ακηδία και την αμέλεια που κυρίως πλήττει τους ησυχαστές. Με τη μελέτη των μελλόντων αγαθών καταπολεμούσε τη λύπη, αποκτώντας το χαροποιόν πένθος. Πορευόμενος το δρόμο της μετάνοιας χρησιμοποιώντας συνεχώς την αυτομεμψία κέρδισε ως δώρο από τον Κύριο την αγία ταπείνωση και έφθασε στο ύψος της απάθειας.
Ο άγιος Ιωάννης απόκτησε το χάρισμα των δακρύων. « Των δακρύων αυτών το απόκρυφο εργαστήριο σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα και είναι ένα μικρό σπήλαιο που βρίσκεται σε κάποια άκρη, στους πρόποδες του όρους, και σε τόση απόσταση από το δικό του και από κάθε άλλο κελλί». Ο ύπνος του ήταν τόσος όσος ήταν απαραίτητος για να μη βλαφτεί το μυαλό του από την αγρυπνία. Πριν από τον ύπνο προσευχόταν πολύ και έγραφε τα αποτελέσματα της μελέτης της Αγίας Γραφής.
Παρά το ότι ο ίδιος έκρυβε τις αρετές του ο Θεός αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός που έπρεπε να ωφεληθεί η Εκκλησία και να μη μείνει κρυφο το φως που είχε αποκτήσει. Οδήγησε λοιπόν κοντά του ένα νέο μοναχό, τον Μωυσή, που μετά από τις παρακλήσεις άλλων ασκητών τον έκανε μαθητή του. Τον έσωσε δε κάποια μέρα με την προσευχή του όταν κινδύνεψε από κάποιο ογκώδη βράχο που απειλούσε να τον συντρίψει.
Πώς έγινε αυτό;
Αφηγείται ο βιογράφος του.
« Ο μέγας πατέρας μας Ιωάννης, ενώ καθόταν στο κελλί του…έπεσε σ’ ένα ελαφρό ύπνο, οπότε βλέπει κάποιον ιεροπρεπή άνδρα, που προσπαθούσε να τον ξυπνήσει και σαν να τον ειρωνευόταν για τον ύπνο, του έλεγε: “Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, ενώ ο Μωυσής βρίσκεται σε κίνδυνο”; Πετάχθηκε τότε από τον ύπνο και αρχισε αμέσως να προσεύχεται, χρησιμοποιώντας την προσευχή σαν όπλο για τη σωτηρία του μαθητή του».
Όπως ο ίδιος ο μαθητής του ομολόγησε άκουσε στον ύπνο του τη φωνή του Γέροντά του και πετάχτηκε απότομα και απομακρύνθηκε από το σημείο που βρισκόταν και έτσι σώθηκε από το βράχο που τον απειλούσε.
Ο όσιος ήταν ιατρός των ασθενειών των άλλων μοναχών. Με τη προσευχή του απάλλαξε ένα μοναχό από το πόλεμο της πορνείας που του προκαλούσε θλίψη και απελπισία. Μια άλλη φορά με τη προσευχή του έφερε βροχή.
Ο άγιος δέχθηκε και τον πειρασμό του φθόνου των πονηρών ανθρώπων λόγω της πνευματικής διδασκαλίας του. Αυτοί τον χαρακτήρισαν «λάλον και φλύαρον» με σκοπό να σταματήσουν την τόση ωφέλεια που πρόσφερε. Ο άγιος για ένα περίπου χρόνο σταμάτησε «το μελιστάλακτο ρείθρο του διδασκαλικού του λόγου» και προτίμησε να διδάσκει με τη σιωπή του. Ο άγιος ξανάρχισε τη διδασκαλία του όταν οι ζηλόφθονοι κατήγοροι του «συναισθάνθηκαν ότι έφραξαν μια πηγή τόσης ωφέλειας και έγιναν αίτιοι μεγάλης βλάβης σε όλους, και άρχισαν να τον ικετεύουν και να τον παρακαλούν μαζί με τους άλλους να συνεχίσει το λόγο της διδαχής του, ώστε να μη ζημιώνωνται με τη σιωπή του, εκείνοι που επιζητούσαν τα σωτήρια λόγια».
Πλήρης αρετών, απαθής, κατέβη από το όρος όπως παλαιά ο Μωυσής και έγινε Ηγούμενος της Μονής Σινά. Κατά την ενθρόνισή του ήσαν παρόντες 600 προσκυνητές που καθισμένοι στην τράπεζα έβλεπαν τον προφήτη Μωυσή λευκοφορεμένο να διακονεί δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους και σ’ όσους άλλους διακονούσαν.
Ο Ηγούμενος της Ραϊθώ παρεκάλεσε με γράμμα του να του εκθέσει μεθοδικά και συντομα όσα αφορούν τη μοναχική πολιτεία και τους μοναχούς. Ανταποκρινόμενος ο άγιος Ιωάννης έγραψε το έργο « Πλάκαι του Πνευματικού Νόμου», αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως «Κλίμαξ». Από αυτό πήρε και την ονομασία του Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος.
Στο έργο αυτό παρουσιάζει μια σκάλα (Κλίμακα) με 30 σκαλοπάτια την οποίαν πρέπει να ανέβει ο μοναχός για να φθάσει στη ουράνια πύλη που τον περιμένει ο Χριστός. Μέσα στους 30 λόγους αυτής της «ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της πνευματικής ζωής» εισάγει τη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στη διάκριση των λογισμών. Διδάσκει την πρακτική εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και οδηγεί όσους ακούσουν και εφαρμόσουν όσα γράφει στην αιώνια ζωή.
Στο τέλος της ζωής του άφησε το ηγουμενικό αξίωμα αφού όρισε ως διάδοχο του τον αδελφό του Γεώργιο. « Όταν δε επρόκειτο να πορευθεί στον Κύριον ο νέος μας Μωυσής, ο οσιώτατος Ηγούμενος Ιωάννης, βρισκόταν δίπλα του κλαίοντας ο αββάς Γεώργιος, ο αδελφός του, και του έλεγε: « Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριε μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω τη συνοδία. Και τώρα προπέμπω εγώ εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: « Να μή λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Έτσι και έγινε. Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός πρός τον Κύριο.
Ο άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου του σε ηλικία 75 ετών. Η Εκκλησία τον κατέταξε στους Οσίους της. Τον τιμά δύο φορές, στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Ὁ πόνος καὶ oἱ θλίψεις στὴν ζωή μας

Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)


undefined



Τὸ μονοπάτι τῆς ζωῆς εἶναι ὅλο πόνος καὶ δάκρυ· ὅλο ἀγκάθια καὶ καρφιά· παντοῦ φυτρωμένοι σταυροί· παντοῦ ἀγωνία καὶ θλίψη. Κάθε βῆμα καὶ μία Γεθσημανή. Κάθε ἀνηφοριὰ καὶ ἕνας Γολγοθάς. Κάθε στιγμὴ καὶ μία λόγχη. «Ἂν μπορούσαμε νὰ στίψουμε τὴν γῆ σὰν τὸ σφουγγάρι θὰ ἔσταζε αἷμα καὶ δάκρυα».

«Ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει», λέγει ὁ ψαλμωδός.

Τὸ τριαντάφυλλο βγάζει ἀγκάθι καὶ τὸ ἀγκάθι τριαντάφυλλο. Τὰ ὡραῖα συνοδεύονται μὲ πόνο, ἀλλὰ κι ὁ πόνος βγάζει στὴ χαρά. Συνήθως τὸ οὐράνιο τόξο ὑψώνεται ὕστερα ἀπὸ τὴν μπόρα. Πρέπει νὰ προηγηθοῦν οἱ καταιγίδες γιὰ νὰ ξαστερώσει ὁ οὐρανός.

Ἡ διάκριση - φωτισμένη ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ φιλοσοφία - βλέπει. Ἔχει τὴν ἱκανότητα μὲ τὴν ἐνόραση νὰ βλέπει πολὺ βαθιὰ ἀπ' τὰ φαινόμενα. Μέσα ἀπὸ τὸν πόνο βλέπει τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅπως ὁ θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ βγῆκε μέσα ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ Πάθους καὶ τοῦ Σταυροῦ.

Τὰ πιὸ θαυμάσια ἀγάλματα ἔχουν τὰ περισσότερα κτυπήματα.. Οἱ μεγάλες ψυχὲς ὀφείλουν τὴν μεγαλοσύνη τους στὰ κτυπήματα τοῦ πόνου. Τὰ χρυσὰ καὶ βαρύτιμα κοσμήματα περνοῦν πρῶτα ἀπ' τὴν φωτιά.

Συγκλονίζει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὁ πόνος. Εἶναι φωτιὰ, καμίνι ποὺ καίει καὶ κατακαίει. Εἶναι καταιγίδα καὶ τρικυμία. «Τὰ σπλάχνα μου καὶ ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν», λέει ὁ Σολωμός. Εἶναι στιγμὲς ποὺ οἱ δοκιμασίες ἔρχονται ἀπανωτές, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ἢ καὶ ὅλες μαζί. Πολὺ βαρὺς τότε ὁ σταυρός. Ἡ ἀγωνία κορυφώνεται. Ἡ ψυχὴ φορτίζεται τόσο, ὥστε εἶναι ἕτοιμη νὰ λυγίσει. Ὅλα φαίνονται μαῦρα· παντοῦ σκοτεινά. Παντοῦ ἀδιέξοδα. Λέει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τὰ καλὰ φύγανε, τὰ δεινὰ εἶναι γυμνὰ καὶ προκλητικά, τὸ ταξίδι γίνεται μέσα στὴ νύχτα, φάρος δὲν φαίνεται πουθενὰ καὶ ὁ Χριστὸς φαίνεται νὰ κοιμᾶται».

Καρφιὰ καὶ μαχαίρια εἶναι τῆς ζωῆς οἱ θλίψεις. Μαχαίρια καὶ καρφιὰ ποὺ σκίζουν ἀνελέητα καὶ τρυποῦν τὶς καρδιές. Τὶς πυρακτώνουν καὶ τὶς παραλύουν ἐξουθενωτικά.

Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει σὲ τοῦτες τὶς στιγμὲς εἶναι ἡ κραυγὴ ποὺ σὰν παράπονο ἱκεσίας ἀπευθύνεται στὸ Θεό. «Ἐλέησόν με Κύριε.... Ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα...ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου...ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος... Ἐλέησόν με Κύριε ὅτι θλίβομαι...ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς...ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρός...ἐγενήθην τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός...ἵνα τί περίλυπος εἶ ἡ ψυχή μου, καὶ ἵνα τί συνταράσσεις με;»

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ τὸ στεφάνι του εἶναι ἀπὸ ἀγκάθια. Ἡ πορεία του εἶναι ἄλλοτε τραγούδι καὶ συμφωνία χαρᾶς, τὶς περισσότερες ὅμως φορὲς εἶναι ἕνα θλιβερὸ καὶ ἀσταμάτητο πένθιμο ἐμβατήριο.

Μεγάλο καὶ αἰώνιο τὸ πρόβλημα τοῦ πόνου. Τὸ μελέτησαν φιλόσοφοι καὶ κοινωνιολόγοι καὶ ψυχολόγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Τὴν αὐθεντικότερη ὡστόσο ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ χριστιανισμός, ἡ πίστη, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἀπάντηση εἶναι διπλή. Θεολογικὰ εἶναι συνέπεια τῆς πτώσεως, ὅπως ὅλα τὰ κακά.. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι καρπὸς τῆς παρακοῆς. Ἠθικὰ εἶναι εὐκαιρία καὶ μέσον ἀρετῆς καὶ τελειώσεως.

Θὰ σέβομαι πάντα τὸν Θεὸ- λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος - ὅσα ἐνάντια καὶ ἂν ἐπιτρέπη νὰ μὲ βροῦν. Ὁ πόνος γιὰ μένα εἶναι φάρμακο σωτηρίας. Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος λέγει: «Ἐφ' ὅσον μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Θεὸς τὸ στεφάνι τῆς βασιλείας Του, ἀφορμὴ γιὰ ἀρετὴ ἂς γίνει ἡ ἀσθένεια». Οἱ θλίψεις θὰ πεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομός μᾶς φέρνουν πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Καὶ ὅταν σκεφτόμαστε τὸ αἰώνιο κέρδος τῶν θλίψεων δὲν θὰ στεναχωριόμαστε.

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ τόσο διωγμένος καὶ πονεμένος καὶ κατάστικτος ἀπὸ τὰ «στίγματα τοῦ Κυρίου», διδάσκει ὅτι, ὁ Θεὸς ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ πονέσει μὲ τὶς θλίψεις, « ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ».

Χιλιάδες τρόπους ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σὲ κάμει νὰ ἰδεῖς τὴν ἀγάπη Του. Ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μετατρέψει τὴν δυστυχία, σὲ μελωδικὸ δοξολογητικὸ τραγούδι. «Ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται» εἶπε ὁ Κύριος.

Τέτοια μάχη, τέτοια νίκη. «Στὴν ἀγορὰ τ' οὐρανοῦ δὲν ὑπάρχουν φτηνὰ πράγματα». Οἱ στιγμὲς τοῦ πόνου καὶ τῆς θυσίας εἶναι στιγμὲς εὐλογίας. Κοντὰ σὲ κάθε σταυρό, εἶναι καὶ μία ἀνάσταση. Τί κι' ἂν τώρα πονᾶμε καὶ κλαῖμε ἀσταμάτητα; «Τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρόν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ' ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν», λέει ὁ Παῦλος.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ πόνου εἶναι ὁ ἄριστος ἀθλητὴς τῆς ζωῆς μὲ τὶς ἔνδοξες νίκες. Θ' ἀκριβοπληρωθεῖ μὲ τὰ αἰώνια βραβεῖα, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν», λέει πρὸς Κορινθίους ὁ Παῦλος.

Ὅποιος ἀτενίζει καὶ ἀντιμετωπίζει τὸν πόνο μὲ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητος, εἶναι ἤδη ἀπὸ τώρα νικητής. Εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς ποὺ μὲ τὴν ἀκατάβλητη πίστη στὸ Θεὸ ἔφθασε στὴν χαρά. Γεύτηκε τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου καὶ εἶναι ὑποψήφιος στεφανηφόρος. Μπορεῖ νὰ ἐπαναλάβει τοῦ Ἀπ., Παύλου τὴν νικηφόρα κραυγή: «τὸν ἀγώνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα, λοιπὸν ἀποκείταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ».

Μὲ τέτοιες μεταφυσικὲς διαστάσεις ἡ ὑπέρβαση τοῦ πόνου καὶ ἡ μεταμόρφωσή του σὲ χαρὰ λυτρωτική, εἶναι πραγματικότητα, Εἶναι ἀλλοίωση ποὺ ὀφείλεται στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μετακαίνωση - παράλογο γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὀρθοῦ λόγου - φυσικὴ συνέπεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωποι τῆς πίστεως, τὸ μέγα θαῦμα τῆς ἀλλοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ μεταφυσικὴ βίωση τοῦ πόνου ὁδηγεῖ στὴ λύση τοῦ μεγάλου προβλήματος. Ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.

Ὀφείλουμε λοιπόν, ν' ἀποδεχόμαστε τὸν πόνο ποὺ μᾶς ἐπισκέπτεται, σὰν μιὰ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τὸ σιτάρι συμπιέζεται καὶ λιώνει μέσα στὴ γῆ, ἀλλὰ τότε καρποφορεῖ τὴν ζωή. Πλούσια καὶ εὐλογημένη τοῦ πόνου ἡ συγκομιδή. Μεγάλη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸν ἀγρὸ τῶν δακρύων. Εὐλογία ποὺ τὴν βιώνουν ὅσοι μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως ἀληθινὰ πιστεύουν.

Εὐλογία Θεοῦ καὶ ἔλεος ὅσοι διῆλθαν τὸ καμίνι τοῦ ποικίλου πόνου μὲ θεϊκὴ δύναμη καὶ ἐπίγνωση. Τοὺς περιμένει ἡ αἰώνια, ἡ ἀθάνατη, ἡ πανευτυχὴς ἀνάπαυσις ἐν τῷ Θεῶ. Ἀμήν.

Η πνευματική μας ευθύνη για το κατάντημα της πατρίδας μας (π. Βασίλειου Βολουδάκη)


Ο λόγος για την τεράστια πνευματική ευθύνη του κλήρου της Ελλάδος αλλά και όλων των νεοελλήνων για το πνευματικό και ηθικό κατάντημα της πατρίδος μας και για τις αντίστοιχες δυσμενείς επιπτώσεις στον διεθνή Ορθόδοξο Χριστιανικό χώρο.
Είναι ολοφάνερο πια, ότι εδώ και 180 χρόνια συντελούμε όλοι μας στο να πληγή καίρια το πνευματικό πρόσωπο του Ελληνισμού, η συνείδησή του, που είναι η Ορθόδοξη πίστη και ζωή.
Φέτος, 180 χρόνια από την ανάληψη της διακυβερνήσεως της πατρίδας μας από τον μαρτυρικό Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, πανελληνίως εορτάζοντες και τιμώντες το γεγονός, έχουμε την ευκαιρία να συναισθανθούμε σαν Έθνος το τι είχαμε και το τι χάσαμε στο πέρασμα δύο περίπου αιώνων.
Είναι, όμως, δύσκολο το εγχείρημά μας αυτό, γιατί έχουμε σχεδόν εντελώς ξεχάσει το τι είχαμε, σε ποια πνευματική ατμόσφαιρα ζούσαμε, ποιών Πατέρων παιδιά είμαστε και ποια ανατροφή μας είχαν δώσει. Και πρέπει τώρα να τα μάθουμε όλα, πάλι απʼ την αρχή. Γιʼ αυτό, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ είναι επίκαιρος και συγκλονιστικός ο ποιητικός λόγος: «Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις»!
Τα πνευματικά μεγαλεία, η αρχοντιά και η λεβεντιά της Ορθόδοξης ψυχής του Έλληνα, έχουν προ πολλού προστεθεί στα υπό εξαφάνιση δώρα της Ζωής, και εμείς –κλήρος και λαός– έχουμε στρέψει την προσοχή και την φροντίδα μας μόνο στα άψυχα υπό εξαφάνιση είδη και στην προστασία μόνο του φυσικού και όχι του Πνευματικού περιβάλλοντος.
Θεωρούμε απολύτως φυσικό να αγωνισθούμε για το φυσικό περιβάλλον, γιατί έχουμε όλοι παραδεχθεί ότι αυτό το περιβάλλον είναι τέλειο και γιʼ αυτό αναντικατάστατο, αλλά διαφωνούμε ριζικά ως προς το ποιο είναι το τέλειο και, συνεπώς, αναντικατάστατο πνευματικό περιβάλλον, παρʼ ότι οι αυθαίρετες δοκιμές μας αυτά τα τελευταία 180 χρόνια, μας πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.
Για να βοηθηθούμε στην αφύπνισή μας, πρέπει να επιστρατεύσουμε τη λογική σκέψη μας και να αναλογισθούμε το πως πορευθήκαμε 400 χρόνια, κάτω από την Τουρκική σκλαβιά και να συγκρίνουμε αυτήν μας την πορεία με τα 180 χρόνια ελεύθερης ζωής, και τότε, ασφαλώς, θα δικαιώσουμε τον Λουκά Νοταρά που είπε προφητικά, προ της Αλώσεως της Μεγάλης Πόλεώς μας: «Καλύτερα να ίδωμεν Τουρκικόν φακιόλιον εις την Πόλιν, παρά Τιάραν Λατινικήν»!
Κάτω από το «Τουρκικόν φακιόλιον», επί 400 χρόνια, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις, το Έθνος μας όχι μόνο δεν έχασε την ιδιοπροσωπία του, αλλά βαθειά χωμένο στην αγκαλιά της Εκκλησίας του βρήκε την θαλπωρή, την προστασία και την γαλακτοτροφία του, και έτσι, μπόρεσε να αντέξη, να ισορροπήση, να πολλαπλασιασθή και να αναδείξη απογόνους με έντονη την Ορθόδοξη προγονική σφραγίδα, άξιους συνεχιστές των «Αποστολικών Παραδόσεων», τέκνα υπακοής στο θέλημα του Θεού, τέκνα Ζωής και Ελευθερίας.
Κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, το Έθνος μας, δεν έχασε ποτέ την αίσθηση ότι αυτό είναι ο κληρονόμος της μεγάλης και Αγίας Αυτοκρατορίας και ότι οι αιχμαλωτεύσαντες αυτό είναι ο βάρβαρος λαός, τον οποίο χρησιμοποίησε η δικαιοσύνη του Θεού για να το παιδαγωγήση, ώστε να καταστή και πάλι άξιο της ελευθερίας του. Με την ταπείνωση του παιδαγωγουμένου από γένος αντίθεο, το Έθνος μας, συντετριμμένο για τις αμαρτίες του αλλά και άρρηκτα εξαρτημένο από τον Θεό, μετενόησε, ωρίμασε ψυχικά και πνευματικά, και αποτίναξε τον ζυγό της δουλείας.
Οι πολιτικοί πειραματισμοί προ της Αλώσεως, ο πειρασμός των Αρχόντων να εμπιστεύονται τους Δυτικούς σαν αδελφούς, για την απόκρουση των βαρβάρων, και όχι τον Θεό των Πατέρων τους, αλλά και τα τραγικά αποτελέσματα, έκαναν το Έθνος μας να κοιτάξη βαθειά μέσα του και να βεβαιωθή ότι του συνέβη, ό,τι ακριβώς συνέβαινε με τους Ισραηλίτες, οσάκις αυτοί εγκατέλειπαν την Πηγή του «Ύδατος της Ζωής» και προτιμούσαν τα «συντετριμμένα πηγάδια». Οσάκις, εγκατέλειπαν τον Θεό και Πατέρα τους και στηρίζοντο στα άρματα και στους ίππους, δηλαδή, σε κάθε επίγεια δύναμη.
Μετά την απελευθέρωσή του το Έθνος μας είχε στην πλειοψηφία του συνειδητοποιήσει ότι τα παθήματα των 400 χρόνων του ξαναζωντάνεψαν την Αγία Γραφή και του επιβεβαίωσαν ότι είναι μεν «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος», αλλά και ότι «Ζει Κύριος ο Θεός» και «πατάσσει πάντα τα βάρβαρα έθνη, τα τους πολέμους θέλοντα»!
Έτσι, ευθύς αμέσως επέλεξε Κυβερνήτη του τον Ιωάννη Καποδίστρια, άνθρωπο πλήρη πίστεως στον Θεό, αυτοθυσίας και αγάπης προς τους εν Χριστώ αδελφούς και ομοεθνείς του και ευεργέτη εχθρών και φίλων.
Το Έθνος μας είχε για άλλη μιά φορά πικρή εμπειρία από την λειτουργία των πνευματικών νόμων και γιʼ αυτό, ο νέος Κυβερνήτης, πριν προχωρήση στην εκτέλεση οποιουδήποτε έργου –παρʼ ότι ολόκληρη η Ελλάδα είχε μείνει μόνο στάχτες– προέταξε την εδραίωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και την πνευματική θωράκιση του λαού.
Ο Καποδίστριας είχε πολύ νωρίς αλλά και πολύ βαθειά κατανοήσει την ανάγκη να περιφρουρηθή πνευματικά ο λαός από κάθε επίδραση μη Ορθοδόξων Εθνών, ώστε προ της επαναστασεως του 1821, πολύ πρίν γίνη Κυβερνήτης, θέλησε να επαναφέρη τη χρήση της Ελληνικής γλώσσης στην επίσημη διεθνή αλληλογραφία μεταξύ ομοεθνών αξιωματούχων και κληρικών, κάτι που είχε καταργηθεί λόγω της ξενομανίας των τότε Ελλήνων λογίων, οι οποίοι θεωρούσαν αναξιοπρεπή γιʼ αυτούς την γλώσσα του σκλαβωμένου γένους τους.
Όμως η γλώσσα, και ιδιαιτέρως η Θεοδόχος Ελληνική γλώσσα, όχι μόνο εκφράζει αλλά και διατηρεί το ήθος του λαού και εμποδίζει τις βλαπτικές επιδράσεις, κυρίως στις πνευματικά ευπαθείς τάξεις των ανθρώπων. Γιʼ αυτό, ο Καποδίστριας, το έτος 1811, έγραφε από την Αγία Πετρούπολη στον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο:
«Πανιερώτατε Δέσποτα! Ας παύση η ανταπόκρισίς μας εις την Γαλλικήν διάλεκτον. Καιρός μετανοίας ήλθεν. Αυτή δεν θέλει αληθεύσει, ούτε ωφελήσει εάν πατριωτικός τις νόμος δεν την επικυρώση. Ιδού Πανιερώτατε η δέησίς μου. Προστάξατε ως νομοθέτης “όστις γραικός προς γραικόν γράψει εις διάλεκτον αλλογενών, κηρύττεται αλλογενής…” »
Ο Καποδίστριας ήταν βαθύτατος γνώστης της ιστορίας του γένους μας και είχε επισημάνει την από αιώνων επιδίωξη της Δύσεως να αφαιρέση από την ψυχή του Ελληνικού λαού την Ορθόδοξη πίστη, που είναι και η πραγματική παρουσία του Θεού στους ανθρώπους.
Αυτό το μεθόδευε η Δύση, με το να ενισχύη κάθε προσπάθεια οποιουδήποτε λαού επεδίωκε να εξαθλιώση οικονομικά την Ελλάδα, γιατί με την οικονομική εξαθλίωση υποβαθμίζεται το επίπεδο του λαού, ξεπέφτει η Εθνική του Παιδεία και δημιουργούνται οι καταλληλες συνθήκες για να γίνη βορά στις διαθέσεις των οικονομικά ισχυρών.
Η Δύση, με τον διπλό της ύπουλο ρόλο —αρχικά του ηθικού αυτουργού της εξαθλιώσεως και εν συνεχεία του οικονομικού χορηγού της Ελλάδος— πάμπολλες φορές έγινε το αφεντικό της πατρίδος μας, αφού με το πρόσχημα και την εξουσία του χορηγού-ευεργέτη αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου να καθορίζη το περιεχόμενο της παιδείας του λαού μας, να αλλοιώνει τη γλώσσα, με την ενίσχυση της γλώσσας του χορηγού, με αποτέλεσμα, να κατεργάζεται σταδιακά τον αφελληνισμό και τον αποχριστιανισμό της μαρτυρικής μας πατρίδος.
Πρέπει κανείς να είναι πνευματικά τυφλός για να μην διακρίνη την αβυσσαλέα διαφορά του ήθους και του πατριωτισμού του Καποδίστρια από τους μετέπειτα πολιτικούς, οι οποίοι, παρά τα άπειρα ανοσιουργήματα των ξένων Δυνάμεων εις βάρος της Ελλάδος –και τις απροκάλυπτες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ., το έτος 1974, ότι πρέπει να πληγή ο απρόβλεπτος Ελληνικός λαός στη θρησκεία και στις παραδόσεις του, για να πάψη να αντιδρά στα Βαλκάνια και να δημιουργή προσκόμματα– δεν εννοούν να καταλάβουν τον διπλό ύπουλο ρόλο της Δύσεως ή έχουν ταυτίσει τις επιδιώξεις τους με τις επιδιώξεις των Δυτικών και έχουν απεμπολήσει οτιδήποτε αποτελεί την ιδιοπροσωπία του Έθνους μας.
Αποδεικτικό της οξυδερκείας του Καποδίστρια αλλά και της βαθυτάτης ευαισθησίας του, στο να μη χαθή το παραμικρό από τα ιερά και πολύτιμα του Γένους μας, είναι και το Υπόμνημά του προς το Λόρδο Κάστελρη, Υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας, που του έστειλε στο Συνέδριο του Παρισιού, το 1815. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που μας δίνουν την ευκαιρία να θαυμάσουμε την παρρησία του, την ακεραιότητα του και το χριστιανικό ήθος του:
«…Η Ενετική Πολιτεία εκυβέρνα τας Ιονίους Νήσους με το σύστημα της διαφθοράς. Οι αντιπρόσωποι εκλέγοντο εκ της κλάσεως των ευγενών αρχόντων, ήτις ήτο η ευκαταφρονεστέρα, αμαθεστέρα και η μάλλον διεφθαρμένη διʼ ανηθικότητα και ελεεινότητα. Η δύναμις ταύτης της Κυβερνήσεως υφίστατο εις την επίβουλον τέχνην του να υποθάλπη τας προλήψεις της ευγενείας και να βάλη αυτάς εις αντίταξιν προς τας αξιώσεις της δευτέρας κλάσεως και τα νόμημα δικαιώματα του λαού… Η πολιτεία της Ενετίας εφοβείτο το έξοχον της φυσικής μεγαλοφυΐας του Έλληνος και επροσπάθει να το καταβάλη με την αμάθειαν. Η Ενετική Γερουσία ουδέποτε συνεχώρησεν να συστηθώσι σχολεία δημόσια εις ταύτας τας νήσους. Μόνο εις την πρωτεύουσαν και το Πανεπιστήμιον Παταβίου οι ιθαγενείς των Επτανησίων έπρεπε να πορευθώσιν όπως εκπαιδευθούν»
Δυστυχώς, το έργο του Καποδίστρια δολοφονήθηκε το 1831, όταν Έλληνες πολιτικοί, ουσιαστικά πράκτορες των ξένων Δυνάμεων, πήραν εντολή από το εξωτερικό να δολοφονήσουν τον Κυβερνήτη, που σφράγισε την Νεοελληνική Πολιτεία με το «δια του Σταυρού Πολίτευμα». Αυτός και μόνο αυτός ήταν ο λόγος που δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας! Κανένας άλλος! Από τότε οι ξένοι έλαβαν τα μέτρα τους και έβαλαν τα δυνατά τους, ώστε ποτέ μέχρι σήμερα, σʼ ένα τόσο βαθύτατα θρησκευόμενο λαό, σαν τον Ελληνικό, να μην κυβερνήση άνθρωπος που να εκφράζη τον λαό αυτό στα βαθύτερα πιστεύω του.
Το γεγονός αυτό το παρατρέχουμε. Μας αφήνει ασυγκίνητους. Δεν διερωτώμεθα, γιατί οι παραμικρές, αλλοπρόσαλλες και πολλές φορές επικίνδυνες πολιτικές ομάδες κάνουν αισθητή την παρουσία τους και δημιουργούν την εντύπωση πως εκφράζουν ένα μεγάλο πλήθος, ενώ οι βαθύτατα θρησκευόμενοι, οι αγωνιστές, με τα στίγματα των πολέμων και του ηρωϊσμού τους στα σώματα τους έχουν καταθέσει τα πνευματικά όπλα και περιμένουν… και περιμένουν… «ιδείν το τέλος» της Ελλάδος!
Η πνευματική κατάπτωση της Ελλάδος έχει επηρεάσει αρνητικά τον «σύμπαντα κόσμον» και ιδιαιτέρως τις Ορθόδοξες χώρες και τις Ορθόδοξες Εκκλησίες όλης της υφηλίου, οι οποίες και αυτές εκφυλίζονται πνευματικά. Γιʼ αυτό η ευθύνη μας, και ιδίως ημών των κληρικών, είναι μεγάλη. Πάψαμε να προβάλλουμε οποιαδήποτε αντίσταση, σαν να έχη πάθει καίρια βλάβη το πνευματικό ανοσοποιητικό μας σύστημα. Και την πάθησή μας αυτή, την ονομάζουμε Ορθόδοξη πνευματικότητα! Ωραία πνευματικότητα αλήθεια! Να την χαιρόμαστε! Αφού διαβάζουμε τα πολιτικά κείμενα του Καποδίστρια και δεν τα νοιώθουμε σαν πνευματικά κείμενα, είναι να ντρεπόμαστε.
Ένας πολιτικός Κυβερνήτης να ενδιαφέρεται σαν Επίσκοπος για την εν Χριστώ πνευματικότητα του λαού μας, σαν Ποιμένας του λαού μας, και εμείς, οι Ποιμένες του λαού, να αδιαφορούμε για την πνευματικά απάνθρωπη καθημερινή ζωή των ανθρώπων και να την επιδεινώνουμε μιλώντας και να κάνοντας συνεχώς κοσμικά πράγματα, που τα βαπτίζουμε πνευματικές ενασχολήσεις «με τα του Οίκου μας»(!). Θεωρούμε απολύτως συμβατά με τον σκοπό της Εκκλησίας το να ευλογούμε επίσημα και πανηγυρικά ομάδες ποδοσφαίρου και μπάσκετ και τραγουδίστριες της EUROVISION, ενώ το να ευλογήσουμε πιστούς ανθρώπους για να δημιουργήσουν μια νέα πολιτική πνευματική παρεμβολή, μέσα στο σημερινό πολιτικό χάος της πατρίδας μας, το θεωρούμε εσχάτη εκκοσμίκευση της Εκκλησίας! Ω της πνευματικής μας διακρίσεως το μέγεθος!
Αντί να συνεγείρουμε τους νέους, που ζούνε μέσα στην Εκκλησία την ενοριακή ζωή, παρωτρύνοντας τους να αναλάβουν τα ηνία της πολιτικής ζωής, δίνοντας και πάλι ζωή στα κείμενα και στην ιστορία των Πατέρων μας, εμείς τα θεωρούμε ανεδαφικά και χαμογελάμε ειρωνικά με τα κείμενα και τις επιδιώξεις του Καποδίστρια!

Αλλά και ο Καποδίστριας, για να θυμηθούμε τον Λορεντζάτο, «χαμογελάει με το χαμόγελό μας»!…
Πηγή : Περιοδικό “Ενοριακή Ευλογία”, αρ. φύλλου 72-74, Ιούνιος – Αύγουστος 2008

Το αρχονταρίκι στην Παναγούδα του Γέροντα Παίσιου

Προσκυνητές στο ιστορικό «αρχονταρίκι»του Γέροντα Παισίου
undefined

ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Γεροντικόν
          
 Ένας νέος, παρασυρμένος από την τρομερή δύναμη της κακής συνηθείας, έπεφτε συχνά σε βαρύ αμάρτημα. Δεν άφηνε όμως τον αγώνα. Ύστερα από κάθε κατρακύλισμα έχυνε πύρινα δάκρυα και προσευχόταν στον Θεό μ’ αυτά τα πονεμένα λόγια: « Κύριε, σώσε με, είτε θέλω είτε δε θέλω. Εγώ σαν χωματένιος, που είμαι, τραβιέμαι εύκολα από την λάσπη της αμαρτίας. Συ όμως έχεις τη δύναμη να μ’ εμποδίσεις. Δεν είναι θαυμαστό, Θεέ μου, αν ελεήσεις τον δίκαιο, ούτε αν σώσεις τον ενάρετο, γιατί αυτοί είναι άξιοι να γευθούν την αγαθότητα σου. Σε μένα τον αμαρτωλό δείξε, Κύριε, το έλεος και τη φιλανθρωπία Σου, και σώσε με μέ   θαυματουργικό τρόπο, γιατί μ’ όλη την αθλιότητα μου σε Σε μόνο καταφεύγω ο δυστυχής».

Γιατί δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε ό,τι χρειαζόταν


π.Ευσέβιος Βίτης

Χρειάζεται λοιπόν να ανακαλύψουμε τον τρόπο λειτουργίας του εσωτερικού μας κόσμου, χωρίς φόβο και ταραχή, ανακαλύπτοντας τις ιδιοτυπίες της λόγω π.χ. κληρονομικότητος, επιδράσεων του περιβάλλοντός μας άμεσου ή ευρύτερου κ.λπ. Το πρόβλημα δεν είναι γιατί είμαστε τέτοιοι, που διαπιστώνουμε για τον εαυτό μας, αλλά πώς θα γίνουμε αυτό που πρέπει να γίνουμε σύμφωνα με την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο Θεός δεν θα μας κρίνη γιατί υπήρξαμε τέτοιοι, που ήρθαμε στον κόσμο, αλλά γιατί δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε ό,τι χρειαζόταν να γίνουμε κατά το θέλημα του Θεού, αφού μας δόθηκαν οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο

Κεφάλαια περί προσευχής ( α΄-ι΄ ).

Κεφάλαια περί προσευχής ( α΄-ι΄ ).


α΄. Η προσευχή λόγω της ωφέλειάς της ονομάζεται βασίλισσα και κυρία όλων των αρετών. Για καμιά αρετή δεν έχουν ειπωθεί τόσα, όσα για την προσευχή. Αυτή είναι εξύψωση του νου και της καρδιάς προς τον Θεό. Μ’ αυτήν εισέρχεται ό άνθρωπος στο χορό των Αγγέλων και γίνεται συμμέτοχος της μακαριότητας τους. Καταλάμπεται δια της σοφίας τους.


β΄. Η προσευχή είναι θυμίαμα ευπρόσδεκτο στον θεό , γέφυρα για τη διάβαση των πειρασμών, ακαταμάχητο τείχος των πιστών, ασφαλές καταφύγιο, θείο ένδυμα που περιβάλλει την ψυχή˙ μεγάλη ευπρέπεια και ομορφιά. Η προσευχή είναι αναπνοή της ψυχής, τροφή και ποτό της.


γ΄ . Η προσευχή είναι μητέρα όλων των αρετών, φύλακας της σωφροσύνης, τύπος της παρθενίας, αξιόπιστη άμυνα εναντίον όλων των πανουργιών του αρχαίου μας εχθρού, του διαβόλου.


δ΄. Μαστίγωνε τους πολεμίους με το όνομα του Χριστού, δηλαδή με την προσευχή, διότι ισχυρότερο όπλο απ’ αυτή δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στη γη.


ε΄. Η προσευχή είναι κραταίωμα του κόσμου, εξιλέωση του Θεού για τις αμαρτίες μας , αχείμαστο και ακύμαντο λιμάνι, φωτισμός του νου, πέλεκυς της απελπισίας, αφανισμός της λύπης, γέννηση της ελπίδας, κατάπαυση του θυμού, υπερασπιστής των καταδικασμένων, σωτηρία των απολλυμένων. Αυτή και το κήτος το έκαμε σπίτι για τον Ιωνά. Τον Εζεκία από τις πύλες του θανάτου τον επανέφερε στη ζωή, την εν Βαβυλώνι φλόγα μεταποίησε σε δρόσο. Δια της προσευχής ο προφήτης Ηλίας έκλεισε τον ουρανό: «και ουκ έβρεξε επί της γης ενιαυτούς τρεις και μήνας έξ» ( Ιακ. 5, 17 ). Όταν ακόμη και οι άγιοι Απόστολοι δεν μπορούσαν να εκδιώξουν τα ακάθαρτα πνεύματα, τότε ο Κύριος τους είπε: «τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μην εν προσευχή και νηστεία» ( Ματθ. 17, 21 ) .


στ΄. Στη ζωή του ανθρώπου δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο από την προσευχή. Αυτή και τα αδύνατα τα κάνει δυνατά, τα δύσκολα εύκολα, τα στενόχωρα αναπαυτικά. Η προσευχή είναι τόσο απαραίτητη στην ανθρώπινη ψυχή, όσο ο αέρας για την αναπνοή ή το νερό για τα φυτά. Η προσευχή είναι το φως της ψυχής.


ζ΄. Όποιος δεν προσεύχεται , εκείνος στερείται την κοινωνία με τον Θεό και μοιάζει με το ξερό και άκαρπο δένδρο, το ποίο «εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» ( Ματθ. 7, 19 ) . Όποιος δεν προσεύχεται , εκείνος δεν λαμβάνει την ευλογία του Θεού για τα έργα του, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: « Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» ( Ψαλμ. 126, 1 ).


η΄. Για να περάσει κάποιος «την ημέραν πάσαν αγίαν, τελείαν, ειρηνικήν και αναμάρτητον», μοναδικό μέσο είναι η ειλικρινής, θερμή προσευχή το πρωί, μόλις εγερθείς από τον ύπνο. Η προσευχή αυτή εισάγει στην καρδιά τον Χριστό συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και με τον τρόπο αυτό δίνει τη δύναμη και την ισχύ στην ψυχή εναντίον της μανίας του κακού».


θ΄. Δυστυχία είναι για τον τυφλό να μη βλέπη το φως, αλλά πολύ μεγαλύτερη δυστυχία είναι για τον Χριστιανό να χάσει τη διάθεσή του για προσευχή, να στερήσει την ψυχή του από το θείο φως. Σε τέτοια ψυχή βασιλεύει το σκοτάδι και κατά την έξοδό της από το σώμα μερίδιό της θα είναι το αιώνιο σκότος.


ι΄. Κάποιοι λένε: «Αν δεν έχεις όρεξη ,τότε μην προσεύχεσαι». Αυτό είναι πονηρή , σαρκική σοφιστεία .Αν δεν σταθείς να προσευχηθείς , τότε τελείως ξεσυνηθίζεις την προσευχή. Η σάρκα αυτό ζητάει. Η Βασιλεία του θεού βιάζεται. Χωρίς να αναγκάσεις τον εαυτό σου στο αγαθό, δεν σώζεσαι.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...