Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 07, 2011

Οι ιλιγγιώδεις ερωτήσεις του Θεού προς τον Ιώβ και η κατάληξη της ιστορίας του ομώνυμου βιβλίου

undefined
(Το κείμενο που σας παραθέτουμε είναι από την πολύ καλή μετάφραση της Αγίας Γραφής από τον μακαριστό Ι. Θ. Κολιτσάρα, εκδόσεις “Ζωή”.) 
ΙΩΒ 38
1 Όταν έπαυσεν ο Ελιούς να ομιλή, είπεν ο Κύριος δια μέσου της λαίλαπος και των νεφών·
2 “ποιός είναι αυτός, ο οποίος με τας εξηγήσεις που δίδει συσκοτίζει και αποκρύπτει τας ιδικάς μου βουλάς, κρατεί δε εις την καρδίαν του λόγους αστηρίκτους και νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, που κρύπτω τας βουλάς μου;
3 Ζώσε, λοιπόν, την μέσην σου ως ανήρ πολεαιστής και πάρε θάρρος, διότι εγώ θα σε ερωτήσω, συ δε δος μου απόκρισιν.
4 Πού ήσουνα, όταν εγώ εθεμελίωνα την γην; Απάντησέ μου, εάν έχης σύνεσιν.
5 Ποιός έθεσε τα μέτρα αυτής; Πές μου, εάν το γνωρίζης. Ποιός, όταν αυτή οικοδομείτο, έβαλε νήμα στάθμης δια την ακρίβειαν της οικοδομής;
6 Επάνω δε εις ποίαν βάσιν έχουν εμπηχθή στερεά οι κρίκοι αυτής; Ποιός είναι εκείνος, που έβαλε τον ακρογωνιαίον θεμέλιον λίθον, δια να την υποβαστάζη στερεάν και ακλόνητον;
7 Οταν εδημιουργήθησαν τα άστρα, οι άγγελοί μου με εδοξολόγησαν με μεγάλην φωνήν.
8 Εγώ έφραξα με πύλας τας ακτάς της θαλάσσης, όταν αυτή δημιουργουμένη και εξερχομένη από το χάος εφαίνετο, ως εάν εξήρχετο από την κοιλίαν της μητρός της με την βοήθειαν μαίας.
9 Τα νέφη του ουρανού τα έθεσα ως ενδυμασίαν της, με ομίχλην δέ [...] την εσπαργάνωσα (δηλαδή όταν ήταν “βρέφος” – ακριβής περιγραφή του τρόπου σχηματισμού της θάλασσας, για την οποία γίνεται λόγος και στον 1ο κεφάλαιο της Γένεσης. Οι λέξεις που αφαιρέθηκαν από την μετάφραση όπως δηλώνεται με το “[...]“, δεν έχουν βάση στο κείμενο).
10 Εθεσα εις αυτήν όρια, διότι ετοποθέτησα ολόγυρα κλειδιά και πύλας.
11 Είπα δε εις αυτήν· Εως στο σημείον αυτό θα έλθης και δεν θα το υπερβής. Αλλά τα κύματά σου θα συντριβούν μέσα σου, μέσα εις τα όρια, που εγώ σου εχάραξα.
12 Ή μήπως επί της ιδικής σου εποχής εγώ έχω τακτοποιήσει τον ήλιον, ο οποίος από της πρωΐας στέλλει το φως του; Επί των ημερών σου δε ο αυγερινός είδε την τακτικήν και κανονικήν πορείαν του,
13 ώστε να απλώνη το ορθρινόν φως έως εις τα άκρα της γης, να αποκαλύπτη δε και να διασκορπίζη από αυτήν τους ασχημονούντας ασεβείς, τους ανθρώπους του σκότους;
14 Ή μήπως συ επήρες από την γην χώμα, έφτιασες πηλόν και έπλασες ον ζων, τον άνθρωπον, έδωσες εις αυτόν λογικόν και ομιλίαν και τον έθεσες κυρίαρχον επάνω εις την γην;
15 Αφήρεσες συ το φως από τους ασεβείς και συνέτριψες τον προς την αδικίαν εκτεινόμενον βραχίονα των υπερηφάνων; (Αυτό θα γίνει κατά κύριο λόγο την ημέρα της Κρίσεως.)
16 Κατήλθες συ στον βυθόν της θαλάσσης, όπου υπάρχουν αι πηγαί της, εις δε τους πυθμένας των θαλασσών περιεπάτησες;
17 Ανοίγονται ενώπιόν σου με φόβον αι κατάκλειστοι πύλαι της περιοχής, όπου κυριαρχεί ο θάνατος, οι δε θυρωροί του άδου, όταν σε είδαν, ετρόμαξαν και υπεστάλησαν; (Αυτό έγινε όταν κατέβηκε ο Χριστός στον άδη.)
18 Εχεις γνωρίσει, πόσον είναι το πλάτος της κάτω από τον ουρανόν εκτεινομένης γης; Είπέ μου, λοιπόν, πόση είναι η έκτασις της;
19 Εις ποίον δε τόπον της γης κατοικεί το φως κατά το διάστημα της νυκτός; Ποίος δε είναι ο τόπος, όπου διαμένει το σκότος;
20 Ημπορείς να με οδήγησης εις τα σύνορα των; Μήπως γνωρίζεις τους δρόμους των;
21 Μηπως και γνωρίζεις τούτο, διότι τότε που εδημιουργείτο το φως και εξεχώριζα αυτό από το σκότος, είχες και συ γεννηθή, ο δε αριθμός των ετών σου είναι μεγάλος;
22 Έχεις έλθει συ εις τα μέρη, όπου είναι αποταμιευμένοι οι θησαυροί της χιόνος; Έχεις δε ίδει και τους θησαυρούς της χαλάζης;
23 Μηπως αυτά είναι εκεί φυλαγμένα, δια να τα χρησιμοποίησης συ εις ώραν μάχης, εις ημέραν πολέμων εναντίον των εχθρών σου;
24 Από πού έρχεται η πάχνης; Ή πώς ο νότιος άνεμος σκορπίζεται εις την υπό τον ουρανόν γην;
25 Ποίος δε ητοίμασεν άφθονον ροήν των υδάτων με μεγάλην βροχήν, όπως επίσης και τον δρόμον εις τας βροντάς, που την συνοδεύουν,
26 δια να ποτίση με την βροχήν αυτήν την γην εκεί, που δεν υπάρχει άνθρωπος, να την καλλιεργήση εις ερήμους περιοχάς, όπου δεν κατοικεί κανείς,
27 δια να χορτάση την διψασμένην απάτητον και ακατοίκητον περιοχήν, ώστε αυτή να βλαστήση πλουσίαν χλόην;
8 Ποιός από τους ανθρώπους είναι ο πατήρ της βροχής; Ποιός δε είναι εκείνος, ο οποίος έχει γεννήσει τας χονδράς σταγόνας της δρόσου;
29 Από την κοιλίαν δε ποίου βγαίνει και εκπορεύεται ο πάγος; Την πάχνην στον ουρανόν ποιός την έχει γεννήσει,
30 η οποία πάχνη κατεβαίνει εις την γην ωσάν το νερό που τρέχει; Ποιός δε ετρομοκράτησε τον ασεβή και τον έκαμε να συσταλή καταπτοημένος;
31 Μηπως εξεύρεις με ποίον είδος δεσμού είναι δεμένα μεταξύ των τα άστρα της Πλειάδος η μήπως μπορείς να διάσπασης τον δεσμόν των αστέρων του Ωρίωνος;
32 Ή μήπως συ θα διανοίξης και θα καθορίσης στο καθένα από τα ζώδια τον δρόμον, που πρέπει να ακολουθήση, δια να καταλάβη τον τόπον του εις την ωρισμένην εκάστοτε εποχήν; Μηπως και ημπορείς να αρπάξης, σαν από την κόμην του, τον Εσπερον, δια να τον μεταφέρης, όπου θέλεις;
33 Γνωρίζεις δε τους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους γίνονται αι μετακινήσεις των αστέρων του ουρανού, η όλα ομού τα υπό τον ουρανόν γινόμενα φυσικά φαινόμενα;
34 Ημπορείς να καλέσης και να διατάξης τα νέφη με την φωνήν σου και εκείνα με τρόμον να σε υπακούσουν και να μεταβληθούν εις ορμητικήν βροχήν;
35 Ημπορείς να διατάξης και να στείλης τους κεραυνούς, όπου θέλεις, και εκείνοι σύμφωνα με την διαταγήν σου να πορευθούν; Θα πουν μήπως, ευπειθείς εις σέ· Τι συμβαίνει; Διάταξε και υπακούομεν.
36 Ποίος έδωσεν εις τας γυναίκας σοφίαν και επιδεξιότητα, ώστε να κατασκευάζουν υφάσματα η καλαισθητικήν ικανότητα, ώστε να κεντούν θαυμαστά ποικίλματα;
37 Ποίος είναι εκείνος, που αριθμεί τα νέφη και κατέχει την ακριβή γνώσιν περί αυτών, κάμνει δε τον ουρανόν να κλίνη μέχρι της γης;
38 Ποτε γίνεται ωσάν κονιορτός η ομίχλη, απλώνεται και σκεπάζει την γην, και πότε την κάμνω να σκληρύνεται σαν λίθος μεταβαλλομένη εις πάγον και εις χάλαζάν με ακριβή γεωμετρικά σχήματα;
39 Ημπορείς συ να θηρεύσης δια τους λέοντας τροφήν; Είσαι εις θέσιν να χορτάσης την πείναν των δρακόντων;
40 Διότι αυτοί φοβούνται και ανησυχούν δια την τροφήν των μέσα εις τας φωλεάς των, παραμονεύουν δε εις τας λόχμας, δια να συλλάβουν την λείαν των.
41 Ποιός ητοίμασε τροφήν δια τον κόρακα; Διότι και αυτά τα μικρά πουλιά του κόρακος, καθώς πετούν από δω και από εκεί, φωνάζουν προς τον Κυριον και ζητούν την απαραίτητον δι’ αυτά τροφήν.
ΙΩΒ 39
1 Μηπως συ εγνώρισες και ώρισες τον χρόνον του τοκετού των αγρίων αιγών, που ζουν στους αποκρήμνους βράχους; Μηπως συ φροντίζεις και παρακολουθείς το κοιλοπόνημα των ελάφων;
2 Μηπως εγνώρισες ακριβώς επί πόσους μήνας θα κυοφορήσουν; Κατεπράϋνες δε και έλυσες τους πόνους των κατά τους τοκετούς αυτών;
3 Συ έθρεψες και ανέθρεψες τα νεογνά των, ασφαλή από κάθε φόβον και από κάθε κίνδυνον της ζωής των; Μηπως διέλυσες και έδιωξες μακράν από τας μητέρας των τους πόνους του τοκετου των;
4 Θα αποδιώξουν δε αυταί στον κατάλληλον καιρόν τα τέκνα των, ώστε αυτά να μεγαλώσουν και να πληθυνθούν μέσα εις τα γεννήματα των αγρών. Θα βγουν έξω από τας φωλεάς των και δεν θα επιστρέψουν πλέον στους γονείς των.
5 Ποίος είναι εκείνος που αφήκεν ελεύθερον τον άγριον όνον, ποιός κατήργησε τα σχοινιά, με τα οποία θα εδένετο;
6 Εγώ ώρισα ως κατοικίαν του την έρημον περιοχήν και τους αλμυρούς τόπους ως διαμονήν του.
7 Εμπαίζων δε αυτός και καταφρονών τον θόρυβον της πολυανθρώπου πόλεως, μη ακούων την ωργισμένην φωνήν οδηγού,
8 παρατηρεί με προσοχήν και ερευνά τα βουνά δια την ανεύρεσιν της τροφής του, και την αναζητεί εκεί, όπου υπάρχει τρυφερά χλόη.
9 Μηπως θα θελήση ποτέ ο ρινόκερως, να σε υπηρετήση η να κοιμηθή στον σταύλον σου;
10 Θα ημπορέσης να τον δέσης με λουριά στον ζυγόν του, ώστε να σύρη το άροτρον, δια να ανοίξη αυλάκια στον αγρόν;
11 Εχεις, βέβαια, πεποίθησιν εις αυτόν, διότι μεγάλη είναι η δύναμίς του. Θα τον αφήσης όμως να εκτρελέση τα βαρειά έργα της καλλιεργειάς σου;
12 Θα εμπιστευθής δε εις αυτόν την κατευόδωσιν της σποράς και την καλλιέργειαν των αγρών σου, ώστε να σου αποδώση το εισόδημα, το οποίον θα συγκεντρώσης στο αλώνι σου;
13 Καμαρώνει και τέρπεται η στρουθοκάμηλος δια το ωραίον της πτέρωμα, το οποίον φυσικά είναι ωραιότερον από τα πτερά του πελαργού και του ιέρακος.
14 Εν τούτοις στερείται αυτή της στοργής του πελαργού προς τα παιδιά της δι’ αυτό και θα αφήση τα αυγά της εις την γην, εις την άμμον, δια να τα ζεστάνη και τα εκκολάψη αυτή.
15 Δεν έλαβεν υπ’ όψιν, ότι πόδια ανθρώπων, που βυθίζονται εις την άμμον, θα τα διασκορπίσουν και τα θηρία του αγρού θα τα καταπατήσουν.
16 Φέρεται με σκληρότητα προς τα τέκνα της, ως εάν αυτά δεν ήσαν ιδικά της. Και ως εάν μάτην εκοπίασε, δεν φοβείται μήπως χαθούν τα τέκνα της.
17 Συμβαίνει δε αυτό, διότι ο Θεός απεσιώπησε και δεν την εδίδαξε την σοφίαν της στοργής, δεν κατεμέρισεν εις αυτήν σύνεσιν.
18 Εις ώρας όμως κινδύνου θα υψώση τα ωραία πτερά της και θα τρέχη τόσον γρήγορα, ώστε θα κατανικήση και θα καταγελάση οιονδήποτε ίππον και τον ιππέα, που επιβαίνει εις αυτόν.
19 Μηπως συ περιέβαλες με δύναμιν τον ίππον και ενέδυσες τον τράχηλόν του με ευκινησίαν, που εμπνέει φόβον;
20 Συ τον περιέβαλες με τόλμην, ως με πανοπλίαν; Συ του ενέβαλες εις τα στήθη τόλμην και θάρρος;
21 Ανυπόμονος σκάπτει με τα πόδια του το έδαφος, όπου στέκεται, επιπίπτει δέ με ασυγκράτητον ορμήν στο πεδίον της μάχης.
22 Εάν συναντήση σιδηρόφρακτον και περιφρουρούμενον βασιλέα, τον καταφρονεί και τον εμπαίζει, και δεν πτοείται ούτε και γυρίζει πίσω ενώπιον σιδηρών όπλων, μαχαιρών και τόξων.
23 Επάνω εις αυτόν κάθεται υπερήφανα ο ιππεύς και χρησιμοποιεί το τόξον και την μάχαιράν του.
24 Από τον θυμόν του, όταν τον υποχρεώνουν να περιμένη, κατασκάπτει και εξαφανίζει με τα πόδια του την γην· δεν θα μείνη ήσυχος, έως ότου η σάλπιγξ θα δώση το σύνθημα της επιθέσεως.
25 Όταν δε η σάλπιγξ σημάνη εξόρμησιν, ικανοποιείται και φαίνεται σαν να λέγη· Εύγε! Από μακρυά οσφραίνεται τον πόλεμον και τρέχει με μεγάλα άλματα εκεί, που ακούονται πολεμικαί κραυγαί.
26 Μηπως από την ιδικήν σου σοφίαν, έμαθε το γεράκι να στέκεται στον αέρα ακίνητον απλώνοντας τας πτέρυγας του, και στρέφει το βλέμμα του προς τον νότον, όπου πρόκειται να πετάξη;
27 Κατόπιν ιδικής σου διαταγής πετά προς μεγάλα ύψη ο αετός, ο δε γυψ διέρχεται την νύκτα επί της φωλεάς του, εις την οποίαν θα καθίση
28 και η οποία είναι κτισμένη εις απότομον και απόκρυφον προεξοχήν βράχου;
29 Ενώ δε είναι εκεί, αναζητεί την τροφήν του, διότι βλέπουν από μακρυά τα μάτια του προς τα μέρη εκείνα όπου ευρίσκεται το θήραμά του.
30 Τα πουλιά του, από τας πρώτας ημέρας της ζωής των, ζυμώνονται με το αίμα των κατασπαρασσομένων ζώων· όπου δε και αν υπάρχουν θνησιμαία, εκεί αμέσως ευρίσκονται και αυτά”.
ΙΩΒ 40
1 Απηυθύνθη ακόμη ο Θεός από το νέφος προς τον σιωπώντα Ιώβ και είπε·
2 “μήπως και θα ημπορέση κανείς να αποφύγη να κριθή με εμέ τον παντοδύναμον; Όταν δε εκφράζη παράπονα και ελέγχους προς τον Θεόν, ημπορεί να αποκριθή δια την επίκρισίν του αυτήν;”.
3 Απαντών ευλαβως ο Ιώβ είπε προς τον Κυριον·
4 “προς τί εγώ και τώρα, που νουθετούμαι από τον Κυριον, να παραπονεθώ συμβουλεύων και ελέγχων τον Κυριον εγώ, ο οποίος δεν είμαι τίποτε; Ποίαν δε απάντησιν θα δώσω εγώ εις αυτά; Θα βάλω το χέρι μου στο στόμα μου, δια να το κλείσω και να σιωπήσω πλέον.
5 Μια φορά ωμίλησα κατά ανόητον τρόπον· δεν πρέπει και δευτέραν φοράν κατά τον αυτόν τρόπον να ομιλήσω”.
6 Λαβών πάλιν ο Κυριος τον λόγον είπε προς τον Ιώβ από το νέφος·
7 “μη σταματάς την συζήτησιν, αλλά ζώσε ως ανδρείος ανήρ την οσφύν σου, διότι εγώ θα σε ερωτήσω, συ δέ, εάν ημπορής απάντησέ μου.
8 Μη αρνείσαι και δεν ημπορείς να αρνηθής την δικαίαν απόφασίν μου και ενέργειαν σχετικώς προς σέ. Νομίζεις ότι δι’ άλλον λόγον ενήργησα εγώ δια σέ, ει μη μόνον δια να αναδειχθής δίκαιος;
9 Μηπως ο ιδικός σου βραχίων είναι τόσον ισχυρός, ώστε να υψωθή και να συγκριθή με τον παντοδύναμον βραχίονα του Κυρίου; Ή η φωνή σου ομοιάζει με την φωνήν του, η οποία είναι ως η βροντή;
10 Σηκωσε, λοιπόν, το ανάστημά σου, πάρε επάνω σου την δύναμίν σου, ενδύσου δόξαν και τιμήν,
11 στείλε, αν ημπορής, τους αγγέλους σου με εντολήν και οργήν, ταπείνωσε δε κάθε αλαζόνα και ασεβή.
12 Σβήσε και εξάλειψε από προσώπου της γης κάθε υπερήφανον. Φέρε αμέσως σήψιν και αποσύνθεσιν στους ασεβείς.
13 Θαψε τους και κρύψε τους όλους μαζή εις την γην, τα δε πρόσωπά των γέμισέ τα από καταισχύνην και εξευτελισμόν.
14 Τοτε θα διακηρύξω και εγώ, ότι η δεξιά σου δύναται να σε σώση από κινδύνους.
15 Ιδού όμως ότι θηρία μεγάλα (στα εβραϊκά η λέξη που χρησιμοποιείται είναι “βεεμώθ”  και από την περιγραφή του είναι φανερό ότι είναι κάποιο είδος χερσαίου δεινόσαυρου) πλησίον σου τρώγουν τον χόρτον ωσάν βόϊδια.
16 Ιδού εις ένα από αυτά (η μετάφραση προσθέτει “, τον ιπποπόταμον”, αλλά αυτό είναι λάθος), η δύναμίς του ευρίσκεται εις την οσφύν του και την καθιστά ισχυράν και αλύγιστον. Μαλιστα δε η δύναμίς του είναι στον ομφαλόν της κοιλίας του.
17 Υψώνει την ουράν του, που είναι υψηλή και ευθεία όπως το κυπαρίσσι. Τα νεύρα του συμπλέκονται μεταξύ των.
18 Τα πλευρά του είναι ισχυρά ωσάν χαλκός και η ράχις του είναι ωσάν χυτός σίδηρος.
19 Το θηρίον δηλαδή αυτό, ο ιπποπόταμος, είναι θαυμαστόν πλάσμα του Κυρίου. Δημιούργημα τόσον ισχυρόν, ώστε μόνον υπό των αγγέλων του Θεού είναι δυνατόν να περιπαίζεται.
20 Οταν δια την ανεύρεσιν της τροφής του εξέρχεται από τον ποταμόν και ανέρχεται εις απόκρημνον λόφον, που έχει χλόην, προκαλεί χαράν εις τα τετράποδα, τα οποία ευρίσκονται κάτω εις την πεδιάδα.
21 Κοιμάται κάτω από διάφορα δένδρα, πλησίον στο παπύρι, εις τα καλάμια και εις τα ψαθιά.
22 Ριπτούν επάνω εις αυτόν την σκιαν των δένδρα μεγάλα και τρυφερά βλαστάρια και κλώνοι, που υψώνονται στους αγρούς.
23 Εάν πλημμυρίση ο ποταμός, αυτός δεν θα αισθανθή τίποτε. Εχει πεποίθησιν εις την δύναμίν του και όταν ακόμα προσκρούση στο στόμα του ο Ιορδάνης ποταμός.
24 Εάν ημπορή κανείς, ας τον συλλάβη φανερά ενεργών. Η ας διατρυπήση, αν ημπορή, το ρύγχος του χρησιμοποιών προς τούτο παγιδευτικά μέσα.
25 Ημπορείς συ να συλλάβης τον δράκοντα τον μεγάλον, τον κροκόδειλον (στα εβραϊκά το πλάσμα αυτό ονομάζεται “λεβιάθαν” και από την περιγραφή του είναι φανερό ότι είναι κάποιο άλλο είδος δεινόσαυρου, θαλάσσιου αυτήν την φορά), με άγκιστρον, να βάλης δε γύρω από το ρύγχος του χαλινάρι;
26 Μηπως και ημπορείς να δέσης κρίκον στους ρώθωνάς του, να τρυπήσης δε το χείλος του και να του περάσης χαλκάν;
27 Μηπως αυτός τρέμων την δύναμίν σου θα σου ομιλήση ικετευτικά, μαλακά και ήρεμα;
28 Μήπως και θα θελήση να συνάψη μαζή σου σύμφωνον φιλίας; Μηπως και έχεις την δύναμιν να τον πάρής και να τον κρατήσης παντοτεινόν δούλον σου;
29 Θα παίξης, τάχα, μαζή του όπως παίζεις με ένα πουλί η ημπορείς να τον δέσης, όπως δένεις ένα σπουργίτην, που τον δίνεις στο παιδί για να παίζη;
30 Τρέφονται από τας σάρκας του έθνη, οι δε εμπορικοί λαοί των Φοινίκων κόπτουν αυτόν εις μεγάλα τεμάχια και τον εμπορεύονται;
31 Οποιοδήποτε πλοίον και αν έλθη, δεν θα ημπορέση ούτε το δέρμα της ουράς του να σηκώση. Και εις τα πλοιάρια των αλιέων δεν θα καταστή δυνατόν να φέρουν ζωντανήν την κεφαλήν του.
32 Εάν δε τολμήσης και βάλης το χέρι σου επάνω εις αυτόν, θα ενθυμηθής τον αγώνα, που γίνεται στο σώμα του, και θα είπης· Ποτέ πλέον να μη γίνη τέτοιος αγών κατά αυτού του (η μετάφραση λέει “κατά του κροκοδείλου”, αλλά αυτό είναι λάθος).
ΙΩΒ 41
1 Δεν έχεις ίδει το μέγα αυτό θηρίον; Δεν έχεις δοκιμάσει δέος και θαυμασμόν, όταν ήκουσες να ομιλούν δι’ αυτό;
2 Δεν φοβείσαι λοιπόν και εμέ, ο οποίος έχω δημιουργήσει αυτό το θηρίον; Διότι ποιός είναι εκείνος, ο οποίος μου αντεστάθη ποτέ έως τώρα;
3 Και ποιός είναι δυνατόν να μου αντισταθή στο μέλλον και να μείνη ακλόνητος αφού όλη η κάτω από τον ουρανόν γη και τα εν αυτή είναι ιδικά μου;
4 Δεν θα παύσω ακόμη να κάνω λόγον δια το μέγα αυτό θηρίον. Εξ αιτίας της τρομεράς δυνάμεώς του, καθένας θα λυπηθή εκείνον, που επιτίθεται εναντίον του, διότι θα τον βλέπη εκτιθέμενον εις μέγαν θανάσιμον κίνδυνον.
5 Ποιός ημπορεί να αφαίρεση και να ξεσκεπάση το κάλυμμα της επενδύσεως του; Ποιός δε ημπορεί να εισχωρήση εις τας πτυχάς του θώρακός του;
6 Ποιός ημπορεί να ανοίξη την πύλην του στόματός του, τας φοβεράς δηλαδή σιαγόνας του; Γυρω από τας σιαγόνας αυτάς είναι οι τρομεροί οδόντες του, οι οποίοι εμπνέουν φόβον.
7 Τα εσωτερικά του προφυλάσσονται σαν από χαλκίνας ασπίδας, αι δε ηνωμέναι μεταξύ των φολίδες του δέρματός του είναι σαν να έχουν κατασκευασθή από σμυρίτην λίθον.
8 Η μία φολίς συνδέεται τόσον στενά με την άλλην, ώστε ούτε η πνοή ανέμου δεν ημπορεί να περάσή δια μέσου αυτών.
9 Σαν αδέλφια προσκολλάται η μία με την άλλην, συνδέονται στενότατα και δεν είναι δυνατόν να αποσπασθούν και να ξεχωρίσουν ούτε από μεταξύ των ούτε από το σώμα του κροκοδείλου.
10 Καθώς πταρνίζεται, τα σταγονίδια του πταρμού του ακτινοβολούν το φως, τα δε μάτια του ομοιάζουν με τον Αυγερινόν.
11 Από το στόμα του εξέρχονται σαν αναμμένες λαμπάδες και εξαφανίζονται ολόγυρά του ωσάν εστίαι φωτιάς.
12 Τα σταγονίδια που εκτοξεύονται από τους ρώθωνάς του ομοιάζουν με εξερχόμενον καπνόν καμίνου, η οποία καίεται με αναμμένα κάρβουνα.
13 Η εκπνοή αυτού είναι σαν αναμμένα κάρβουνα, φλόγα δε εκπορεύεται από το στόμα του.
14 Εις τον τράχηλόν του εδράζεται η δύναμίς του και έμπροσθέν του απλώνεται όλεθρος και καταστροφή.
15 Αι σάρκες του σώματός του είναι στενά κολλημέναι μεταξύ των και σκληραί, ώστε εάν κανείς ρίψη εναντίον του βέλη ούτε που θα τα αισθανθή και ούτε θα σαλευθή.
16 Η καρδία του είναι σκληρή όπως το λιθάρι· στέκεται άκαμπτη και αλύγιστη σαν το αμόνι.
17 Εάν βγη από το νερό και στραφή προς την ξηράν, φόβος και τρόμος θα πέση εις τα θηρία της υπαίθρου, τα οποία φεύγουν ενώπιόν του με πηδήματα.
18 Λογχαι εάν πέσουν με ορμήν επάνω του, δεν τον θίγουν καθόλου. Ούτε το δόρυ και οι θωρακισμένοι πολεμισταί ημπορούν να του κάμουν τίποτε.
19 Αυτός θεωρεί τα σιδερένια όπλα σαν άχυρα, τα δε χάλκινα σαν σάπιο ξύλο.
20 Το χάλκινον τόξον δεν ημπορεί να του επιφέρη καμμίαν πληγήν, την δε σφενδόνην που εκσφενδονίζει λίθους, την θεωρεί σαν το χορτάρι.
21 Τα σιδερένια σφυριά τα θεωρεί σαν την ανάλαφρη καλαμιά. Καταφρονεί δε τα πυρφόρα βέλη, που εκσφενδονίζονται εναντίον του.
22 Κοιμάται με άνεσιν επάνω σε μυτερά καρφιά, όλος δε ο κάτω από αυτόν χρυσός της θαλάσσης θεωρείται σαν λάσπη άνευ αξίας.
23 Αναταράσσει και κάμνει σαν να βράζουν τα ύδατα, όπως το φυσερό του σιδηρουργείου. Ευχαριστείται δε εις την θάλασσαν, ως εάν αυτή είναι λεκάνη λουτρού καθαριότητος.
24 Τα βάθη των θαλασσών είναι υπό την εξουσίαν του ως αιχμάλωτα. Περίπατον δε ευχάριστον θεωρεί τον ωκεανον.
25 Δεν υπάρχει άλλο θηρίον επάνω εις την γην όμοιον με αυτόν (η μετάφραση λέει “με τον κροκόδειλον”, αλλά αυτό είναι λάθος), ο οποίος είναι έτσι φτιασμένος, ώστε μόνον από τους αγγέλους μου είναι δυνατόν να εμπαίζεται.
26 Βλέπει απτόητος όλα τα υψηλά, βασιλεύει δε εις όλα τα ζώα, που υπάρχουν μέσα εις τα ύδατα”.
ΙΩΒ 42
1 Έλαβε τον λόγον τότε ο Ιώβ και είπε προς τον Κυριον·
2 “γνωρίζω πλέον πολύ καλά, Κυριε, ότι συ δύνασαι τα πάντα, τίποτε δε δεν είναι αδύνατον εις σέ.
3 Ποίος δε είναι δυνατόν να κρύψη από σε τας σκέψεις και αποφάσστου; Ποιός δε είναι εκείνος, που τσιγκουνευόμενος και συγκρατών μέσα τα λόγια του νομίζει ότι δύναται να τα αποκρύψη από σέ; Ποίος όμως άλλος, εκτός από σέ, θα μου ανήγγελλεν αυτά, που δεν εγνώριζα, τα μεγάλα και αξιοθαύμαστα, που δεν ήξευρα;
4 Ακουσε δε εμέ, Κύριε, δια να τολμήσω να ομιλήσω και εγώ προς σέ. Θα σε ερωτήσω, συ δε δίδαξέ με.
5 Μέχρι τώρα με τα αυτιά μου μόνον ήκουα περί σου και των μεγαλείων σου. Τωρα όμως σε είδα με τα ίδια μου τα μάτια.
6 Δια τούτο ελεεινολόγησα και εξουθένωσα τον εαυτόν μου, έλυωσα από ψυχικήν συντριβήν, αισθάνομαι ότι είμαι πράγματι χώμα και στάκτη”.
7 Όταν ο Κύριος είπεν όλους αυτούς τους λόγους προς τον Ιώβ, απευθυνόμενος προς Ελιφάζ τον Θαιμανίτην είπεν· “ημάρτησες συ και οι δύο φίλοι σου, διότι δεν ωμιλήσατε ενώπιόν μου τίποτε το αληθές και σύμφωνον προς την βουλήν μου, όπως ο δούλος μου ο Ιώβ.
8 Λάβετε λοιπόν τώρα επτά μόσχους και επτά κριους και πηγαίνετε προς τον δούλον μου τον Ιώβ και θα προσφέρη αυτός αυτά ολοκαύτωμα δια σας. Ο δούλος μου ο Ιώβ θα προσευχηθή δια σάς και εγώ αυτόν και την δέησίν του θα λάβω υπ’ όψιν μου και θα συγχωρήσω το αμάρτημά σας. Εάν δεν ήτο προς χάριν αυτού, θα σας κατέστρεφα. Διότι ομιλούντες, όπως ωμιλήσατε, εναντίον του δούλου μου του Ιώβ, δεν είπατε το αληθές”.
9 Επήγαν πράγματι ο Ελιφάζ ο Θαιμανίτης, Βαλδάδ ο Σιαυχίτης και Σωφάρ ο Μιναίος και έπραξαν, όπως τους είχε διατάξει ο Κυριος. Ο δε Κυριος συνεχώρησε και διέλυσε την αμαρτίαν των προς χάριν του Ιώβ.
10 Ο Κύριος εδόξασε και επί του σημείου αυτού τον Ιώβ. Οταν αυτός προσηυχήθη δια τους φίλους του, ο Κυριος συνεχώρησε την αμαρτίαν εκείνων. Εις δε τον Ιώβ έδωσε τα διπλάσια, από όσα προηγουμένως είχεν.
11 Επληροφορήθησαν δε όλοι οι αδελφοί του και αι αδελφαί του όλα όσα είχαν συμβή εις αυτόν και ήλθαν πάντες προς αυτόν, όσοι τον είχαν γνωρίσει και προηγουμένως. Αφού δε έφαγαν και έπιαν στο σπίτι μαζή του, τον παρηγόρησαν αλλά και τον εθαύμασαν δι’ όλα όσα επέφερεν εις αυτόν ο Κυριος. Έκαστος δε από αυτούς έδωκεν στον Ιώβ ως δώρον μίαν αρνάδα, ένα χρυσούν τετράδραχμον και ακατέργαστον άργυρον.
12 Ο δε Κύριος ευλόγησε τα μετά ταύτα έτη του Ιώβ πλουσιώτερον και περισσότερον από τα προηγηθέντα χρόνια του. Ανήλθον δε τα κτήνη του, τα πρόβατά του εις δεκατέσσαρες χιλιάδες, αι κάμηλοί του εις εξ χιλιάδες, τα ζεύγη των βοϊδιών του εις χίλια, αι θηλυκαί όνοι, που έβοσκαν εις κοπάδια, ανήλθον εις χιλίας.
13 Απέκτησε δε αυτός επτά υιούς και τρεις θυγατέρας.
14 Και εκάλεσε την μεν πρώτην Ημέραν, εις συμβολισμόν της νέας χαρμοσύνου περιόδου που ανέτειλε δια τον Ιώβ. Την δευτέραν Κασίαν, ευάρεστον ως το αρωματώδες φυτόν, την τρίτην εκάλεσεν Αμαλθαίας κέρας, εις δήλωσιν της νέας υπεραφθονίας των αγαθών του.
15 Καθ’ όλην δε την υπό τον ουρανόν οικουμένην δεν ευρέθησαν ωσάν τας θυγατέρας του Ιώβ καλύτεραι και ωραιότεροι. Απέκτησε δε τόσα πολλά ο Ιώβ, ώστε έδωκε και εις τας τρεις αυτάς θυγατέρας του κληρονομίαν μεγάλην μεταξύ των αδελφών των.
16 Εζησε δε ο Ιώβ μετά την θλίψιν της ασθενείας του εκατόν εδδομήκοντα έτη. Όλα δε τα έτη της ζωής του Ιωβ ανήλθον εις διακόσια τεσσαράκοντα. Και είδεν ο Ιώβ τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του μέχρι τετάρτης γενεάς.
17 Εξεδήμησε δε ο Ιώβ γέρων και πλήρης ημερών.
17α Εχει δε γραφή ότι θα αναστήση πάλιν αυτόν ο Κυριος μαζή με όλους εκείνους, τους οποίους θα αναστήση κατά την μέλλουσαν ζωήν.
17β Δια τον Ιώβ πληροφορούμεθα από την εις την Συριακήν γλώσσαν μετάφρασιν της Βιβλου, ότι κατοικούσε εις την χώραν Αυσίτιδα, η οποία ευρίσκετο εις τα σύνορα Ιδουμαίας και Αραβίας. Το δε προηγούμενον
17γ Επήρε δε και μίαν γυναίκα εξ Αραβίας, από την οποίαν απέκτησεν υιόν, ονομασθέντα Εννών. Ο πατήρ του Ιώβ ήτο ο Ζαρέ, απόγονος της πατριαρχικής οικογενείας του Ησαύ. Η μητέρα του ωνομάζετο Βοσόρρα, ώστε αυτός ως εγγονός του Ησαύ ήτο πέμπτος απόγονος από τον Αβραάμ.
17δ Οι βασιλείς, οι οποίοι εβασίλευσαν εις την χώραν της Ιδουμαίας, της οποίας άρχων και βασιλεύς υπήρξεν και ο Ιώβ, ήσαν οι εξής· Πρώτος ο Βαλάκ υιός του Βεώρ. Το δε όνομα της πόλεώς του ήτο Δενναβά. Μετά τον Βαλάκ εβασίλευσεν ο Ιωβάβ, δηλαδή ο Ιώβ. Επειτα από αυτόν ο Ασώμ, ο ηγεμών που κατήγετο από την Θαιμανίτιδα χώραν. Επειτα από αυτόν εβασίλευσεν ο Αδάδ, ο υιός του Βαράδ, ο οποίος εξωλόθρευσε τους Μαδιανίτας εις την πεδιάδα της Μωάβ. Η δε πόλις του ωνομάζετο Γεθθαίμ.
17ε Οι φίλοι του Ιώβ, που είχαν ελθει εις επίσκεψίν του ήσαν· Ελιφάζ από τους απογόνους του Ησαύ, βασιλεύς των Θαιμανών, ο Βαλδάδ αρχών των Σαυχαίων και ο Σωφάρ ο βασιλεύς των Μιναίων.

Το θαύμα του Αγίου Γεωργίου και ο δράκοντας της λίμνης

undefined
Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για ν’ αρνηθούν την πίστη τους και έπειτα τους εφόνευε.
Κοντά στην πόλι υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθή και απέφευγαν να περνούν απ’ εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.
Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώση τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρη τρόπους να εξοντώση το φοβερό θηρίον. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνη το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθη η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν ημπορούσε να κάνη και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.
Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να ίδω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσης καθώς θα σε κατασπαράζη το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και επερίμενα την ώραν που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακρυά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρι. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλοιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθή και στο παιδί του η διαταγή του.
Μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και επερίμενε να έλθη το θηρίον για να την κατασπαράξη.
Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστιν, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ’ οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίση τον ίππον του και να ξεκουρασθή και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίη ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθή τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύση τον ίππον του και να φύγη όσον πιο σύντομα ημπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος». Ο Άγιος επέμενε να μάθη τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνον σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγης τώρα αμέσως για να μην θανατωθής μαζί μου άδικα». Και ο άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατον. αλλοιώς θ’ αποθάνω μαζί σου».
Τότε η κόρη εστέναξε πικρώς και διηγήθη στον άγιον τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε ο άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρην: «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν θεόν πιστεύουν;» Και εκείνη απεκρίθη: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεάν Άρτεμιν». Ο Άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνον πίστεψε στον Χριστόν που πιστεύω εγώ και θα δης την δύναμιν του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απήντησε στον άγιον: Πιστεύω, κύριέ μου, μ’ όλη μου την ψυχή και μ’ όλη μου την καρδιά». Ο άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στο θεό που εδημιούργησε τον ουρανό και την γην και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήση την δύναμιν του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις ιδής το θηρίον να έρχεται, φώναξέ με».
Τότε ο Άγιος έκλινε τα γόνατά του στη γη και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε λέγοντας: «Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προαιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια ημπορεί να συλλάβη ούτε λόγος να ερμηνεύση επίβλεψον και τώρα επ’ εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει». Τότε ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θάμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις ετελείωσε την προσευχή ο Άγιος εφάνη το άγριο θηρίον. Όταν το είδε η κόρη εφώναξε: «Αλλοίμονόν μου, κύριέ μου. Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξη».
Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήση το θηρίον. Ήτο το θηρίον φοβερόν. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιον ώστε παρουσίαζε ένα θέαμα φοβερόν. Αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρι μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψη ο λαός στο όνομά Σου το Άγιον». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαράν. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε μ’ αυτήν τον δράκοντα από τον λαιμόν». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνην της και έδεσε τον δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιον που την εγλύτωσε από τον βέβαιον θάνατον. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλι».
Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενον συμβάν ότι δηλαδή μια κόρη σύρει τον δράκοντα δεμένον, ετράπησαν σε φυγήν. Ο Άγιος Γεώργιος τους εφώναξε: «Μη φοβείσθε, σταθήτε και θα δήτε την δόξαν του Θεού και την σωτηρία σας». Τότε εσταμάτησαν όλοι απορημένοι και επερίμεναν να δουν τι θα τους δείξη. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον Αληθινόν Θεόν και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού εσήκωσε το χέρι του εκτύπησε με το ακόντιον τον δράκοντα και το φοβερό τέρας εσκοτώθη. Έπειτα αφού επήρε από το χέρι την βασιλοπούλα την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού εγονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθον Θεόν, διότι τους ελευθέρωσε από το θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.
Ο Άγιος Γεώργιος εκάλεσε από κάποια πόλι της Αντιοχείας τον Επίσκοπον Αλέξανδρον και εβάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντας και ολόκληρο τον λαόν. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες εβάπτισε σαρανταπέντε χιλιάδες.
Αφού λοιπόν εβαπτίσθηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανόν έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία επ’ ονόματι του τρισυποστάτου Θεού. Ο Άγιος επήγε να την ιδή. Μόλις μπήκε στο Άγ. Βήμα και προσευχήθηκε εβγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίσθηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2011

6 Μαΐου Συναξαριστής

Ἰὼβ Προφήτου, Βαρβάρου Μάρτυρα, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Δάνακτος, Μεσίρου καὶ Θερίνου, Δημητρίωνος Μάρτυρα, Δονάτου Μάρτυρα, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἠλιοδώρου, Βενούστου καὶ τῶν σὺν αὐτῶν, Βενδίκτης Ὁσίας, Ἐαντβέρτου Σκωτίας, τῶν Ὁσίων Ἰλαρίωνος, Μάμαντος καὶ Παχωμίου, ἐγκαίνια ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἐν Ψαμαθίᾳ, Σεραφεὶμ Ὁσίου, Ἰὼβ Ὁσίου.


Ὁ Ἅγιος Ἰὼβ ὁ Δίκαιος ὁ Προφήτης
 

Ὁ Δίκαιος Ἰὼβ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα Αὐσίτιδα ποὺ βρισκόταν μεταξὺ τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἀραβίας καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ζαρὲθ καὶ τῆς Βασώρας. Προφήτης ἐπὶ σαράντα χρόνια, ἄκμασε περὶ τὸ 1900 π.Χ. (κατ’ ἄλλους τὸ 1400 π.Χ.). Παρὰ τὰ μυθώδη πλούτη του ἦταν θεοσεβής, δίκαιος, εὐθὺς καὶ ἄμεμπτος.
Κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει, πειράχθηκε ἀπὸ τὸν σατανᾶ καὶ ἀπώλεσε πλοῦτο καὶ κάθε ἀγαπημένο του πρόσωπο, πλὴν τῆς συζύγου του, αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος προσβλήθηκε ἀπὸ βαρύτατη μορφὴ λέπρας. Λόγω αὐτοῦ ἐξῆλθε τῆς πόλεως καὶ διερχόταν τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μέσα σὲ σπήλαιο, προσευχόμενος καὶ ξύνοντας τὶς πληγές του γιὰ
ἀνακούφιση.
Οὔτε οἱ παροτρύνσεις τῆς συζύγου καὶ τῶν φίλων του στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν δὲ τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ σύζυγός του καὶ πλήρης θυμοῦ τοῦ εἶπε: «Μέχρι πότε θὰ ὑπομένεις λέγοντας: ἰδού, θὰ περιμένω λίγο ἀκόμη χρόνο καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀπαλλαγῶ τῆς καταστάσεώς μου;

Ἰδοὺ ἡ μνήμη σου ἐξέλιπε ἀπὸ τὴ γῆ, διότι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ θυγατέρες σου, οἱ ἐπώδυνοι αὐτοὶ καρποὶ τῆς κοιλίας μου, ἐξαφανίσθηκαν. Μάταια κόπιασα, γιὰ νὰ τοὺς μεγαλώσω. Ἐσὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι ἐπάνω σὲ σάπια ἀπορρίμματα σκωληκοβριθῆ διερχόμενος ὄχι μόνο τὶς ἡμέρες ἀλλὰ καὶ τὶς νύχτες στὸ ὕπαιθρο.
Ἐγὼ δὲ περιπλανιέμαι ὡς μία ὑπηρέτρια μεταβαίνουσα ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλον καὶ ἀπὸ τὴ μία οἰκία στὴν ἄλλη καὶ περιμένω πότε νὰ δύσει ὁ ἥλιος, γιὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ ψυχικὲς ὀδύνες, οἱ ὁποῖες σήμερα μὲ περισφίγγουν.
Πές, λοιπόν, λόγο κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ πέθανε», αὐτός, ἀφοῦ ἄκουσε μὲ τὴ συνήθη πραότητα τοὺς πικροὺς αὐτοὺς λόγους τῆς συζύγου του, μὲ μεγάλη θλίψη ἀπάντησε πρὸς αὐτήν: «Διατὶ ὁμίλησες ἔτσι ὡς μία ἀπὸ τὶς ἄφρονες γυναῖκες;
Ἀφοῦ δέχθηκες τὶς τόσες καλὲς δωρεὲς ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ὑπομείνουμε καὶ τὶς συμφορές;», παραμένοντας ἔτσι καὶ πάλι θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος. Μόνο πρὸς στιγμήν, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ τρεῖς φίλοι του Ἐλιφάζ, βασιλέας τῶν Θαιμανῶν, Βαλδάδ, τύραννος τῶν Σαυχέων καὶ Σαφάρ, βασιλέας τῶν Μιναίων, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν σιωπηλοί, ἀφοῦ τὸν συντρόφευαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, τὸ ἠθικὸ τοῦ Ἰὼβ κλονίσθηκε, ἀλλὰ ἀμέσως, διαμέσου τῆς βαθιᾶς πίστεώς του, ἀνέκτησε καὶ πάλι αὐτό.
Μετὰ ἑπταετῆ ὑπομονὴ τῆς ὑπεράνθρωπης αὐτῆς δοκιμασίας, ὁ Θεὸς ἀνταμείβοντας τὸν Ἰώβ, ἔδωσε σὲ αὐτὸν πάλι ὅλα τὰ ἀπολεσθέντα ἀγαθὰ καὶ τὰ προσφιλῆ του πρόσωπα. Ἔζησε, μετὰ τὴ δοκιμασία του, ἐπὶ ἑκατὸν σαράντα ἔτη καὶ σὲ ἡλικία διακοσίων σαράντα ἐτῶν, περὶ τὸ 1650 π.Χ., κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη ἀποτελώντας ὑπόδειγμα ὑπομονῆς καὶ προσκαρτερίας. Οἱ ἆθλοι του περιγράφονται ἐκτενῶς στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῆς ἀνδρείας ἀκαθαίρετος πύργος, τᾶς τοῦ Βελίαρ ἀπεκρούσω ἑφόδους, καὶ ἀκλινὴς διέμεινας σοφὲ ἐν πειρασμοίς, ὅθεν χαρακτῆρα σε, ἀρραγοῦς καρτερίας, καὶ λαμπρὸν ὑπόδειγμα, ἀρετῶν οὐρανίων, ἡ Ἐκκλησία μέλπει σε Ἰώβ, λαμπρυνομένη, τοὶς σοὶς προτερήμασι.

Κοντάκιον  Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς τῆς φύσεως.
Ὡς ἀληθὴς καὶ δίκαιος, θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος, ἠγιασμένος τε ὤφθης πανένδοξε, Θεοῦ θεράπον γνήσιε, καὶ ἐδίδαξας κόσμον, ἐν τὴ σὴ καρτερία Ἰὼβ πολύαθλε, ὅθεν πάντες τιμῶντες, ὑμνοῦμέν σου τὸ μνημόσυνον.




Ὁ Ἅγιος Βάρβαρος ὁ Μάρτυρας

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρτυς Βάρβαρος τελειώθηκε διὰ ξίφους.
Ὅμως στὶς 14 Μαΐου ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη ἐνὸς ἄλλου ὁμώνυμου Ἁγίου Βαρβάρου, ποὺ ἀναφέρεται μὲ τοὺς Μάρτυρες Ἀλέξανδρο καὶ Ἀκόλουθο.
Εἶναι ἄλλος Ἅγιος ἢ πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο; Ἡ πιὸ ἐνημερωμένη Ὀρθόδοξη ἁγιολογία ἀξιώνει ἀνοικτά, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως Σωφρονίου Εὐστρατιάδου, τὴν ὕπαρξη δυὸ ὁμώνυμων Ἁγίων, ποὺ ἔζησαν σὲ διαφορετικοὺς τόπους καὶ χρόνους.
Παρὰ ταῦτα μερικὲς ἐνδείξεις ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι, κάτω ἀπὸ δυὸ διαφορετικὰ πρότυπα ἁγιότητος καὶ μία διαφορετικὴ ἐξέλιξη τῆς λατρείας, κρύβεται ἡ ἴδια μορφή. Αὐτὸ μᾶς κάνει νὰ τὸ σκεφθοῦμε ὄχι μόνο ἡ γειτνίαση τῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῶν δυὸ Ἁγίων (6 καὶ 14 Μαΐου), ἀλλὰ κυρίως τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ γιὰ τοὺς δυό, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐμφανίζονται στὴ σκηνὴ ὡς στρατιῶτες, τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα Βάρβαρος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπρόσωπη σημασία τῆς λέξεώς του: καὶ τὶς δυὸ φορές, πράγματι, εἶναι «βάρβαρος» στὸ ὄνομα, γιατί εἶναι καὶ στὴν πράξη.




Οἱ Ἅγιοι Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δάναξ, Μέσιρος καὶ Θερίνος τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Ἡ μνήμη τοὺς ἐτελεῖτο στὸ μαρτύριο αὐτῶν «ἐν τῷ Δευτέρῳ».




Ὁ Ἅγιος Δημητρίων ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δημητρίων τελειώθηκε διὰ τόξου.




Ὁ Ἅγιος Δονάτος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δονάτος τελειώθηκε διὰ τόξου.




Οἱ Ἅγιοι Ἠλιόδωρος καὶ Βενοῦστος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἠλιόδωρος καὶ Βενοῦστος μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους ἑβδομήντα πέντε Χριστιανοὺς στὴν Ἀφρική, ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ).



Ἡ Ὁσία Βενεδίκτη ἡ Ρωμαία

Ἡ Ὁσία Βενεδίκτη ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γάλλου (τιμᾶται 6 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.




Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος ἐκ Σκωτίας

Περὶ τοῦ Ἁγίου Ἐαντβέρτου ἀναφέρει στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία ὁ Ἅγιος Βεδέας. Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος διακρινόταν γιὰ τὴν ἄριστη γνώση τῶν Γραφῶν καὶ τὴ φιλανθρωπία του, ἀφοῦ διένειμε τὸ δέκατο τῶν ἐσόδων τῆς Ἐπισκοπῆς του.
Ὁρίσθηκε διάδοχος τοῦ Ἁγίου Κουθβέρτου (τιμᾶται 20 Μαρτίου) στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Λινστισφέιρν τὸ 687 μ.Χ. καὶ κυβέρνησε τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη. Συνήθιζε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς νηστείας τῶν Ἁγίων Χριστουγέννων νὰ ἀποσύρεται σὲ ἔρημο τόπο, κατὰ μόνας, πενθώντας, νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος.
Εἶχε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔλαβε χώρα ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ προκατόχου του, Ἁγίου Κουθβέρτου, ὁ ὁποῖος εὑρέθη ἄφθορος.
Ὁ Ἅγιος Ἐαντβέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 698 μ.Χ.




Οἱ Ὅσιοι Ἰλαρίων, Μάμας καὶ Παχώμιος

Οἱ Ὅσιοι Ἰλαρίων, Μάμας καὶ Παχώμιος ἀσκήτεψαν σὲ τόπο ἐρημικό, ὅπου διῆλθαν τὸ μοναχικὸ βίο τους μὲ νηστεία, ἀγρυπνίες, ἀγαθοεργίες. Ἀφοῦ ἔζησαν σὲ ὁμόνοια ψυχῆς καὶ ἀγαθοπρεπῆ συνείδηση, κοιμήθηκαν ὀσιακῶς μὲ εἰρήνη.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο «ἐν Ὀχείαις».



Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἐν τὴ μονὴ τοῦ Ψαμαθία

Ὁ ναὸς αὐτὸς σῳζόταν πρὶν τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἑόρταζε τὴν ἡμέρα αὐτὴ τὴ μνήμη τῶν ἐγκαινίων του.



Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ

Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ὑπῆρξε σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀσκητὲς καὶ διέλαμψε μέσῳ τῶν θαυμάτων του. Πατρίδα του εἶχε τὸ ἀποκαλούμενο σήμερα Ζέλι, χωριὸ μικρό, ὑποκείμενο στὴ χώρα τοῦ Ταλάντου τῆς Βοιωτίας.
Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι. Ἐνῷ ἀκόμη ἦταν βρέφος καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διακρίνει τὶς ἡμέρες, ὅμως τὸ Πανάγιο Πνεῦμα γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν τὴ μελλοντικὴ πνευματικὴ προκοπή του τὸ φώτιζε καὶ τὸ δίδασκε ὅτι ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ εἶναι ἡμέρες τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ καὶ ἔμενε νηστικό, ὅπως ἡ ἴδια ἡ μητέρα του ἔλεγε στοὺς γείτονες. Μόνο κατὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀντέξει περισσότερο νὰ νηστεύει, θήλαζε λίγο καὶ κοιμόταν.
Ὅταν ἔφθασε στὴν παιδικὴ ἡλικία, τότε οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν στὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ νὰ μάθει τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὁ νέος ἔνιωσε μέγα ἔρωτα πρὸς τὰ ἱερὰ γράμματα, μελετοῦσε μὲ πολὺ ζῆλο καὶ μάθαινε ὅσα τοῦ ὑπεδείκνυε ὁ δάσκαλος.
Τὸν χαρακτήριζαν στοιχεῖα ὅπως ἡ προσοχὴ στὸ σχολεῖο, ἡ ταπεινοφροσύνη πρὸς τοὺς μαθητές, ἡ ἄκρα ταπείνωση καὶ ὑποταγὴ πρὸς τοὺς γονεῖς, ἡ σεμνότητα καὶ ἡ ὑποδειγματικὴ διαγωγὴ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Ὅσο μεγάλωνε ὁ Ὅσιος, αὔξανε περισσότερο ὁ ζῆλος του καὶ μέσα στὴν ἀνάγνωση τῶν Ἁγίων Γραφῶν εὕρισκε μεγάλη πνευματικὴ εὐφροσύνη. Γι’ αὐτό, ἂν καὶ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καμία ἄλλη εὐχαρίστηση δὲν αἰσθανόταν παρὰ μόνο πῶς θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει ἀνενόχλητα τὸν Δημιουργό μας καὶ τὸν Πλάστη, μιμούμενος τὰ Σεραφὶμ καὶ τὶς χορεῖες τῶν Ὁσίων.
Αὐτὰ λοιπὸν σκεπτόμενος, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει γονεῖς, πατρίδα, συγγενεῖς καὶ φίλους, νὰ πάει στὸ μοναστῆρι καὶ ἐκεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ, ψυχὴ τε καὶ σώματι, στὸν Θεὸ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ κορέσει τὴν πνευματικὴ δίψα ποὺ αἰσθανόταν.
Μία λοιπὸν ἡμέρα ζητεῖ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του τὴν εὐλογία τους καὶ τοὺς παρακαλεῖ μὲ δάκρυα νὰ συγκατατεθοῦν καὶ νὰ τὸν συνοδεύσουν μὲ τὴν εὐχὴ τους στὸ νέο αὐτὸ στάδιο, τὸ μοναχικό, ποὺ ἀγάπησε ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία.
Οἱ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι γονεῖς χάρηκαν μὲν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν τέλεια ἀφοσίωση τοῦ παιδιοῦ, λυπήθηκαν ὅμως πολύ, γιατί ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀγαπημένου τους παιδιοῦ θὰ προξενοῦσε τόσο σὲ αὐτοὺς ὅσο καὶ στὸ χωριὸ μεγάλη κατήφεια. Προσπαθοῦσαν λοιπὸν νὰ τὸν ἀποτρέψουν μὲ συγκινητικὰ λόγια ζητώντας του νὰ τοὺς γηροκομήσει πρῶτα καὶ μετὰ νὰ ἀκολουθήσει τὴν κλίση του.
Ὁ νεαρὸς Σωτήριος, γιατί ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ Ἅγιος, παρόλη τὴν συντριβὴ ποὺ αἰσθάνθηκε ἔμεινε ἀμετάβλητος στὴν ἀπόφασή του. Ρίχνεται λοιπὸν στὴν ἀγκαλιά τους, ἀσπάζεται τὴν δεξιά τους καὶ ἀποχωρεῖ γιὰ κάποιο μονύδριο, στὸ ὁποῖο τιμόταν ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ἀπέχει μία ὥρα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ζέλι στὸ ὄρος Κάρκαρα.
Ἐκεῖ κάπου κοντὰ στὸ ὄρος ἀναγείρει μικρὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μέσα σὲ κάποιο σπήλαιο, τοῦ ὁποίου ἴχνη φαίνονται μέχρι σήμερα καὶ οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν ὀνομάζουν ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ, ἐνῷ στὰ πέριξ αὐτοῦ ὑπάρχει ἄλλος ναὸς πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ κάποια κελλιά, τὰ ὁποία, ὅπως λένε οἱ Γέροντες, ἀνήγειραν οἱ κάτοικοι τῆς Ἐλάτειας σὲ καιρὸ λοιμικῆς νόσου.
Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἀρκετὸ χρόνο ἀγωνιζόμενος μὲ ἀγρυπνίες καὶ δεήσεις ὡς καλὸς ἐργάτης τοῦ μυστικοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν πνευματική του ἡσυχία τάραζαν οἱ συχνὲς ἐπισκέψεις τῶν γονέων, τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν, ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ γειτονικὸ ἱερὸ μοναστῆρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων.
Μετὰ τὶς συνεχιζόμενες ἐνοχλήσεις ἀναχωρεῖ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ τὸ Σαγμάτιο ὄρος, στὴν κορυφὴ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μοναστῆρι ἀφιερωμένο στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Τὸ μοναστῆρι αὐτὸ βρίσκεται μεταξὺ τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Εὔβοιας καὶ κατέχει ἱερὸ τεμάχιο τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ποὺ δώρισε στὸ μοναστῆρι ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας Ἀλέξιος ὁ Κομνηνὸς μὲ χρυσόβουλλο γράμμα.
Στὸ μοναστῆρι αὐτὸ ὁ Ὅσιος κατετάγη στὴν ἀγγελικὴ χορεία τῶν ἐνάρετων ἀσκητῶν καὶ ἀγωνιζόταν νύχτα καὶ ἡμέρα μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές, ἀγρυπνίες καὶ δάκρυα, ὑπακοὴ καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ ὁλοκληρωτική, ἐν τέλει, ἀφοσίωση στὰ πνευματικά.
Μέσα σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὑπερέβη ὅλους τοὺς συνασκητές του στὴν ἀρετὴ καὶ στὰ κατορθώματα τῆς ἀσκήσεως. Βλέποντας τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πρόοδο τοῦ Ὁσίου, ὁ ἡγούμενος τὸν ἔκειρε μοναχὸ μετονομάζοντας τὸν Σεραφεὶμ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν προβίβασε στὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, πρῶτα σὲ αὐτὸ τοῦ διακόνου καὶ στὴ συνέχεια σὲ αὐτὸ τοῦ πρεσβυτέρου. Τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης ἀποδέχθηκε ὁ Σεραφείμ, ἐνδίδοντας στὶς θερμὲς παρακλήσεις τοῦ ἡγουμένου καὶ τῶν ὑπολοίπων μοναχῶν.
Ἔμεινε στὸ μοναστῆρι γιὰ δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Καθὼς ἡ φήμη τῶν κατορθωμάτων διαδόθηκε πολὺ γρήγορα, ζητᾷ ἀπὸ τὸν ἡγούμενο ἄδεια καὶ ἀποχαιρετώντας τοὺς συνασκητές του καὶ τὸν πνευματοφόρο Γερμανό, συνασκητὴ τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, ποὺ ἄσκησε καὶ τελειώθηκε στὸ ὄρος Σαγματά, ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι γιὰ νὰ εὕρει τὴν ποθούμενη πνευματικὴ ἡσυχία. Διανύοντας μεγάλες ἀποστάσεις καὶ περνώντας πολλὰ βουνά, ἔφθασε τελικὰ στὸν λόφο ποὺ βρίσκεται δυτικὰ τοῦ Ἑλικῶνος, μία ὥρα πάνω ἀπὸ τὴν ἀρχαία Βουλίδα, στὴν τοποθεσία Δομπού. Ἐκεῖ ἵδρυσε μικρὸ ναΐσκο στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος καὶ ἀνήγειρε κάποια κελλιά, συγκέντρωσε λίγους μοναχοὺς καὶ μαζί τους ἔμεινε δέκα χρόνια, ἀσκώντας τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς καὶ διδάσκοντας τοὺς μαθητές του τὰ σωτήρια διδάγματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ὅσο βρισκόταν ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ὁδήγησε πολλὲς ψυχὲς ἀπολωλότων ἀνθρώπων στὴ σωτηρία. Κοντὰ στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου, στὴν θέση ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ μοναστῆρι, ὑπῆρχαν λίγες οἰκογένειες ἀλβανικῆς καταγωγῆς μὲ ἦθος σκληρὸ καὶ ἄγριο, τῶν ὁποίων ὁ βίος ἦταν λῃστρικὸς καὶ ἐπικίνδυνος γιὰ τοὺς γείτονές τους. Αὐτοὺς τοὺς κατοίκους πλησίασε ὁ Ἅγιος καὶ μὲ λόγια κατηχήσεως μετέβαλε τὸν σκληρὸ καὶ ἄγριο τρόπο ζωῆς τους. Σταμάτησαν νὰ κλέβουν καὶ νὰ ἐκβιάζουν, ἔριξαν τὰ ὅπλα καὶ ἀσχολήθηκαν μὲ εἰρηνικὲς ἐργασίες.
Πολλοὶ Χριστιανοί, ἀκούγοντας γιὰ τὴν φήμη του, προσέρχονταν ἀπὸ πολλὰ μέρη ζητώντας καὶ παίρνοντας βοήθεια, καθὼς τοὺς θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ἡ μεγάλη συρροὴ ὅμως ἔγινε ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐγκαταλείψει τοὺς μαθητές του καὶ τὸ μονύδριο μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια περίπου καὶ κατέλαβε τὴν κορυφὴ βορειοδυτικὰ τοῦ Ἑλικῶνος ποὺ ἀπεῖχε δυὸ ὧρες ἀπὸ τὸ μονύδριο καὶ σήμερα ἀποκαλεῖται κελλὶ τοῦ Ὁσίου.
Στὴ μεμονωμένη αὐτὴ κορυφὴ ἄκουσε ἀπὸ τὸν Δεσπότη Χριστὸ φωνή, ἡ ὁποία τὸν καλοῦσε νὰ ἀφήσει τὴν κορυφὴ ἐκείνη καὶ νὰ κατέβει σὲ μέρος ἐπίπεδο, γιὰ νὰ κτίσει ἐκεῖ μοναστῆρι, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βρίσκουν πνευματικὸ καταφύγιο καὶ παρηγοριὰ ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη. Ὁ Ὅσιος ἄκουσε ἀμέσως τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου, κατέβηκε ἀπὸ τὴν κορυφή, συγκέντρωσε τοὺς λίγους μαθητές του, ποὺ εἶχε κάποτε ἀφήσει, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν πνευματική του ἡσυχία, καὶ ἄρχισε νὰ κτίζει μοναστῆρι.
Λόγω ὅμως τῆς τραχύτητας τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ἀνήλιαγης θέσεως ποὺ ἐπέλεξε ὁ Ὅσιος γιὰ νὰ τὸ κτίσει, ἐμφανίζεται σὲ αὐτὸν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ τὸν διατάζει νὰ ἀφήσει αὐτὴ τὴν οἰκοδομὴ ὡς ἀκατάλληλη γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν μεταγενέστερων καὶ νὰ κτίσει ἄλλο στὴν θέση ἐκείνη ποὺ ὑπάρχει τὸ χωριὸ Δομπός.
Ὁ Ὅσιος ἐκπληρώνοντας τὴν διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ἔρχεται στὸ χωριὸ καὶ πείθει τοὺς κατοίκους νὰ ἀφήσουν τὶς καλύβες τους καὶ τὸν τόπο τους καὶ νὰ ἀποικήσουν σὲ ἄλλο μέρος, ἀφοῦ λάβουν τὸ ἀντίτιμο τῆς ἰδιοκτησίας τους.
Μετὰ τὴν ἀγορὰ τῆς τοποθεσίας αὐτῆς τῶν Δομποϊτῶν, μετέβη ὁ Ὅσιος στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, ἡ ὁποία σῴζεται μέχρι σήμερα, ἄρχισε νὰ ἀνεγείρει  ναὸ σταυροπηγιακὸ στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μοναστῆρι, σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν Θεοτόκο.
Ἀλλὰ ὁ μισόκαλος διάβολος θέλοντας νὰ ματαιώσει τὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο, σπείρει ζιζάνια στὶς καρδιὲς κάποιων ἀνθρώπων καὶ τοὺς ὁδηγεῖ νά τὸν διαβάλουν ὡς ἄνθρωπο ραδιοῦργο καὶ ἀπατεῶνα στὸν ἀλλόθρησκο ἄρχοντα τῆς Λιβαδειᾶς, λέγοντας ὅτι κάποιος ραδιοῦργος καλόγηρος ἔπεισε μὲ πονηρὸ τρόπο καὶ ἀπομάκρυνε τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησία τους ἀντὶ εὐτελέστατης χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Μόλις ἄκουσε ὁ ἄρχοντας ἐξεμάνη κατὰ τοῦ Ὁσίου καὶ ἔστειλε τρεῖς Τούρκους στρατιῶτες νὰ ὁδηγήσουν αὐτὸν δεμένο στὴ Λιβαδειά, γιὰ νὰ λάβει τὴν πρέπουσα τιμωρία. Ἀφοῦ ἔφθασαν λοιπὸν οἱ ἀπεσταλμένοι στρατιῶτες ἀπὸ τὴ Λιβαδειὰ στὸ μέρος στὸ ὁποῖο ἐργαζόταν ὁ Ὅσιος, τὸν ἔβρισαν χυδαία καὶ τοῦ κατάφεραν στὸ κεφάλι μεγάλο κτύπημα, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ἔμεινε ἡμιθανής. Μὲ τὸ κτύπημα σχίσθηκε τὸ κεφάλι του σὲ μεγάλο μέρος, ὅπως φαίνεται τὸ σημεῖο σήμερα ἐπάνω στὴν ἁγία Κάρα. Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος συνῆλθε λίγο τὸν ἔδεσαν καὶ ἀναχώρησαν μαζί του γιὰ τὴ Λιβαδειά, ἐκπληρώνοντας τὴν διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τους. Καθ’ ὁδόν, ἐπειδὴ ἡ τοποθεσία ἦταν ἄνυδρη, οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ δίψασαν καὶ δὲν βρῆκαν νερό, ἐπιτέθηκαν πάλι ἐναντίον του καὶ ἀπειλοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, γιατί ἐξαιτίας αὐτοῦ ὑπέφεραν δίψα καὶ κόπους καὶ κινδύνευαν νὰ πεθάνουν στὴν ἄνυδρο αὐτὴ ἔρημο.
Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἦταν καταβεβλημένος ἀπὸ τὸν δριμὺ πόνο καὶ τὶς κακώσεις καὶ ὑπέφερε ὑπερβολικὰ ἀπὸ τὴν πληγή, τὴν ὁποία τοῦ δημιούργησαν οἱ ἄσπλαχνοι  αὐτοὶ στρατιῶτες, δὲν ἀγανάκτησε ἐναντίον αὐτῶν, δὲν μνησικάκησε γιὰ τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀπανθρωπιά. Ζήτησε λοιπὸν ἄδεια ἀπὸ τοὺς Τούρκους νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό, ἔλαβε τὴν ἄδεια, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε στὸν Κύριο, γιὰ νὰ ἐξάγει νερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σκληρὸ τόπο. Μετὰ τὴν προσευχή, κτύπησε τὴν ράβδο του στὸν τόπο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο ἔχυσε πηγὲς δακρύων, καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἐξῆλθε νερὸ γλυκὸ καὶ διαυγές, τὸ ὁποῖο ἀναβλύζει μέχρι σήμερα καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅλοι οἱ διαβάτες πίνοντας δοξάζουν τὸν Θεό, ἐνθυμούμενοι τὸ ἐξαίσιο θαῦμα.
Ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι ἤπιαν ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ καὶ κατέσβησαν τὴ δίψα τους, ξεκίνησαν πάλι τὴν ὁδοιπορία τους, δείχνοντας σεβασμὸ στὸν Ὅσιο καὶ μετάνοια γιὰ ὅσα κακὰ προξένησαν σὲ αὐτόν, γιατί ἀπὸ τὸ θαῦμα πείσθηκαν ὅτι ὁ συνοδός τους δὲν ἦταν τέτοιος ποὺ κατηγοροῦσαν. Τὴν πεποίθηση αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαίωσε καὶ ἄλλο θαῦμα τοῦ Ἁγίου: κατὰ τὴν διαδρομὴ πετοῦσαν ἄγρια περιστέρια, τὰ ὁποία οἱ Τοῦρκοι ἤθελαν νὰ σκοτώσουν πυροβολώντας τα. Ἀλλά, ἂν καὶ πολλὰ ὅπλα ἄδειασαν ἐναντίον τους, δὲν σκότωσαν κανένα περιστέρι.
Τότε ὁ Ὅσιος εἶπε σὲ αὐτοὺς νὰ σταματήσουν νὰ πυροβολοῦν καὶ αὐτὸς θὰ μπορέσει νὰ δώσει σὲ αὐτοὺς ζωντανὰ τὰ περιστέρια. Πράγματι, προσευχήθηκε, ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ ἔπιασε τρία περιστέρια, δίνοντας ἕνα σὲ κάθε Τοῦρκο. Οἱ Τοῦρκοι βλέποντας αὐτὸ τὸ θαῦμα ἐξεπλάγησαν καὶ ἄφησαν τὸν Ὅσιο ἐλεύθερο νὰ πάει στὸ ἔργο του καὶ νὰ κάνει ὅτι θέλει καὶ ὅτι τὸν διατάξει ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ πῆγε στὴ μονὴ καὶ βρῆκε τοὺς μαθητές του νὰ εἶναι ἀπαρηγόρητοι ἐξαιτίας τὴν ἀπώλειας τοῦ διδασκάλου καὶ προστάτη τους.
Τοὺς ἐνθάρρυνε λέγοντας ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸ ἔργο ποὺ ξεκίνησαν καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ δοξάσουν τὸν Θεό.
Σὲ σύντομο λοιπὸν χρονικὸ διάστημα τὸ ἔργο τελείωσε, ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου ἐξαπλώθηκε ταχύτατα στὴν περιοχή, ὥστε ἡ ἄγονη καὶ τραχεία ἔρημος τοῦ Δομποῦ ἔγινε πόλη μουσόφιλη καὶ εὔανδρη, καθὼς συνέρρευσαν ἄνδρες ἀρετῆς καὶ παιδείας.
Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ συρροὴ στὸ μοναστῆρι τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ ὅσων ποθοῦσαν τὴ μοναδικὴ πολιτεία καὶ τὴν ἄσκηση τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ὥστε τὸ μοναστῆρι ἦταν ἀνεπαρκὲς γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ τῶν πνευματικὰ ἀνήσυχων.
Ἀποχωροῦσαν λοιπὸν ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ ἔμεναν στὴν ἔρημο συγγράφοντας καὶ ἐξασκώντας τοὺς κανόνες τῆς μοναδικῆς πολιτείας.
Μετὰ τὴν παρέλευση τριῶν ἐτῶν, ἔφθασε ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἔμελλε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ νὰ ἀποχωρήσει γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα, μὲ σκοπὸ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἀμοιβὴ τῶν διηνεκῶν κόπων του, τοὺς ὁποίους κατέβαλε στὴν γῆ γιὰ δοξολογία τοῦ θείου Αὐτοῦ Ὀνόματος.
Ὅταν προεῖδε τὸν χρόνο τῆς τελειώσεως τοῦ βίου του, κάλεσε τοὺς ἀγαπημένους του μαθητὲς καὶ μὲ γλυκιὰ φωνὴ τούς ἔδωσε συμβουλὲς νὰ μὴν ξεχνοῦν τὰ διδάγματά του, νὰ μὴν ἐγκαταλείψουν τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, τὴν προσευχὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ὀλιγάρκεια, μιμούμενοι τὸν Σωτῆρα Χριστὸ ποὺ ταπεινώθηκε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Τοὺς ζήτησε μάλιστα νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸ παλαιὸ μοναστῆρι ποὺ τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιὰ νὰ μείνει ἄγνωστη ἡ τοποθεσία τῆς ταφῆς καὶ νὰ μὴν συρρέει κόσμος. Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορὰ στὸν Θεό, εὐλόγησε τοὺς πολλοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Πλάστη, τὸν Ὁποῖο πόθησε ἀπὸ τὴν βρεφικὴ ἡλικία καὶ ἀκολούθησε μὲ αὐταπάρνηση.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια οἱ μαθητές του τὸ καταπονημένο ἀπὸ τὴν ἄσκηση σῶμα καὶ τὸ μετέφεραν στὸν τόπο, ποὺ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος, ὅσο ζοῦσε. Ἐκεῖ κάποιος μοναχὸς ταγμένος ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα φύλαγε γιὰ δυὸ ὁλόκληρα χρόνια τὸν θεῖο αὐτὸ θησαυρό, γιὰ νὰ μὴν συληθεῖ ἀπὸ κανέναν ἱερόσυλο, φόβος ποὺ ὁδήγησε στὴν ταχεῖα ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Γιατί καὶ κάτω ἀπὸ τὴν γῆ ὁ Κύριος δὲν ἄφησε τὸν Ὅσιος χωρὶς μαρτυρία, καθὼς θεῖο φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φώτιζε τὸν τάφο του καὶ ὁδηγοῦσε πολλοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἔπεφταν στὸν τάφο καὶ ζητοῦσαν τὴν βοήθεια τοῦ Ὁσίου.
Μετὰ τὴν συμπλήρωση δυὸ χρόνων, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ ποὺ ἀνέβλυζαν εὐωδία καὶ μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸ παλαιὸ μοναστῆρι στὸ διατηρούμενο τώρα μοναστῆρι καὶ κατατέθηκαν μέσα στὸν ἱερὸ ναὸ ὡς κειμήλιο ἱερὸ καὶ θησαυρὸς ἀδάπανος τοῦ μοναστηριοῦ, τὸ ὁποῖο ἵδρυσε ὁ Ὅσιος μὲ πολλοὺς κόπους καὶ μόχθους πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε σὲ ἡλικία ἑβδομήντα πέντε ἐτῶν τὸ 1602, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς καὶ ὥρα 6η τῆς μεσημβρίας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Βοιωτίας, ἔμπνουν ὄργανον, τῆς ἐγκράτειας, ἀνεδείχθης Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε, σὺ γὰρ Ὅσιων βαδίσας τοὶς ἴχνεσιν, ἀρτιφανῶς ἐν τῷ κόσμῳ ἐξέλαμψας, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.



Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ τοῦ Ποτσάεφ, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Τσέλεζο, γεννήθηκε περὶ τὸ 1550 στὸ Γκαλισὶν τῆς Ρωσίας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν μόνασε στὴ Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ, στὴν Οὐκρανία, τῆς ὁποία ἀναδείχθηκε ἡγούμενος τὸ 1597.
Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὴν κρίσιμη περίοδο μετὰ τὴν Σύνοδο τῆς Βρέστης (1596) μὲ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία. Μὲ τὸ τεράστιο γιὰ τὴν ἐποχή του ἔργο στήριξε τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Βολυνία.
Ὁ Ὅσιος Ἰὼβ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1651. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 28 Αὐγούστου καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Πρὸς Ἐμμαούς

Πρὸς Ἐμμαούς
Gillet Lev Fr. ((1893- 1980))

 


«...Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς ... Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς...»
(Λουκ. κδ΄, 13-15)

Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσωμε, νὰ ἐξετάσωμε καλύτερα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλον μαθητὴν καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπλησίαζεν ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστόν. Κάποιες φόρες, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστόν. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους• τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπον, ἀμέσως. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ ἰδικήν του πρωτοβουλίαν, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται εἰς τὸν δρόμον τους, εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος ἐπὶ τοῦ «φρέατος (δηλαδὴ τοῦ πηγαδιοῦ) τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθη.
Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν μαθητῶν, ὁποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγισις εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπον, ἔμπροσθεν αὐτῶν· ὅτι δὲν ἐβάδιζε κατ’ ἀντίθετον κατεύθυνσιν, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησίν τους. Ἔτσι, οἱ μαθηταὶ δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποιαν ἀπόστασιν. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζων ὄπισθεν αὐτῶν εἰς κάποιαν ἀπόστασιν, τελικῶς ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς ἐπλησίασε. Ἀρχικῶς, ἐβάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθηταὶ ὅτι τοὺς συνώδευεν, ἕως ὅτου τοὺς ἐπλησίασε τόσον, ὅσον νὰ ἀκούη τὸν ἦχον τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς ἐπρόφθασε καί, ἐρχόμενος εἰς τὸ πλευρόν τους, ἔλαβεν εὐθὺς μέρος εἰς τὸν διάλογον, εἰς τὴν συζήτησιν ὁποὺ εἶχαν.
Ἡ προσέγγισίς Του δὲν ἦταν μόνον τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς ἐπλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσον τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων• καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπον ἀνάλογον ἐκείνου, ὁποὺ ἐπλησίασε τοὺς μαθητὰς κατὰ τὴν πορείαν τους πρὸς Ἐμμαούς.
Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»• Τὸν γνωρίζουν ὀλίγον ἕως πολύ• γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, διὰ τὸν περισσότερον κόσμον, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητὰς πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιον τρόπον, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος εἰς αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.
Συνήθως, σκεπτόμεθα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχωμε τὴν παραμικρὰν πρόθεσιν νὰ ἀναμείξωμε τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ ἰδού, ὁποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται εἰς τὴν σκέψιν μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσωμε. Εἰσχωρεῖ εἰς τὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, εἰς τὰ κύματα τῶν συναισθηματισμῶν μας. Δὲν γνωρίζομε πῶς εὑρέθη ἐκεῖ, ἀλλὰ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγων συμμετέχει εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζομεν εἴτε δὲν γνωρίζομε πῶς λέγεται ὁ παράγων αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμεθα νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν ἠμποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσωμε.
Μία σκέψις ἢ μία αἴσθησις, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅσην ὥραν εὑρίσκοντο ἀπορροφημένοι εἰς τὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος εὑρέθῃ μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα ἐλύθησαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως ἐσυζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς ἐλύθησαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι εὑρῆκαν διέξοδον, ἐμπρὸς εἰς τὴν ἤρεμον βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ ἡμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμεθα προσκυνηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντες μέσα εἰς τὸ πνευματικὸν σκοτάδι τῆς νυκτός, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πίπτη, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴν νοησιαρχίαν μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ὁποὺ μᾶς παρακολουθεῖ εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» εἰς τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότης εἰσβάλλει εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν σκέψιν μας• μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ εἰς τὴν ψυχήν μας. Δὲν γνωρίζομε ἴσως τὴν ὑπερτάτην ζωντανὴν παρουσίαν Αὐτοῦ, ὁποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι ἐπίεζαν τὸν Κύριον νὰ μὴ φύγη, ἀλλὰ νὰ μείνη μετ’ αὐτῶν, νὰ μείνη μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρος κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστον αὐτὸν Παντοδύναμον: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»...
----------------
Τὸ παρὸν ἄρθρον μετεφράσθη ἐκ τοῦ γαλλικοῦ βιβλίου: Lev Gillet (†1980), «Le Visage de Lumière», σ. 215-218, ὑπό τινος ἱερομονάχου.

Ὁ μοναχὸς Ἡρωδίων, διὰ Χριστὸν σαλός

Μια περιγραφὴ κάποιας συνάντησης μὲ ἕναν ἄνθρωπο τῆς «ἄλλης» λογικῆς, ὡς ἐπίλογος αὐτῆς τῆς μεταξύ μας συνάντησης, ἴσως ἀποτελεῖ τὸν καλύτερο πρόλογο γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸ Θεό:
Ἤδη ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἔπρεπε νὰ πᾶμε καὶ στὸν π. Ἠρωδίωνα· ἕναν ρουμάνο ποὺ ἢ ἦταν σαλὸς διὰ Χριστὸν ἢ δὲν ἦταν ἄνθρωπος. Σὲ δέκα λεπτὰ φθάσαμε στὸν… σκουπιδότοπό του. Ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη δύσει. Σ᾿ ἕνα ἐρείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντοῦμε ἕνα νέο ἥρωα. Ὀγδόντα δύο ἐτῶν, ὄρθιος στὸ κούφωμα μίας πόρτας… χωρὶς πόρτα.
Τὰ πόδια του κρατοῦσαν κόντρα στὸ ἕνα της δοκάρι. Ἡ μέση του ἀκουμποῦσε στὸ ἄλλο. Τὰ χέρια του στηρίζονταν στὸ πρῶτο. Ὧρες ὁλόκληρες περνοῦσε ἔτσι. Ὁ ἴδιος δίχως ζωστικό. Μία μάλλινη φανέλα κι ἕνα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν τὸ ἐξαγιασμένο σῶμα του. Ἡ καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δὲν ἔβλεπες δάπεδο. Ἕνα στρῶμα ἀπὸ κονσέρβες, κουκούτσια, σακοῦλες, τάπες, καπάκια ἀπὸ μπουκάλια, φλοῦδες, ὅ,τι μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ, πάχους τριάντα ἑκατοστῶν καὶ πάνω, ἀποτελοῦσε τὸ πολύτιμο χαλὶ στὸ μυστηριῶδες… παλατάκι του καὶ ἀσφαλῶς τὸ στρῶμα του, ἂν βέβαια κοιμόταν ὁριζόντιος. Στοὺς τοίχους του τὰ ἀποτυπώματα χυμένων καφέδων καὶ τὰ ζουμιὰ πεταγμένων πορτοκαλάδων καί, ἀντὶ γιὰ κατοικίδια ζῶα, ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ ζωΰφια, μυγάκια, κατσαρίδες καὶ ποντίκια.
- Εὐλογεῖτε, γέροντα, εἶπε χαρούμενος ὁ ἁπλοϊκὸς συνοδοιπόρος μου.
- Ὁ Κύριος, ἀπαντᾶ νηφάλιος ὁ ἡρωικὸς ἀσκητής, χωρὶς νὰ δείχνει καθόλου ἐνοχλημένος γιὰ τὸν οἰκολογικὸ περίγυρό του.
- Σοῦ φέραμε λίγες εὐλογίες, κάτι νὰ φᾶς, συνεχίζει δίχως ἐνδοιασμὸ ὁ μοναχὸς φίλος μου.
- Ὤ! καλοὶ πατέρες, πολὺ εὐχαριστῶ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Καλοὶ πατέρες. Πολὺ εὐχαριστῶ, ἀπαντᾶ ἐκεῖνος.
Καὶ παίρνοντας τὴν σακούλα μὲ τὶς εὐλογίες καὶ συνεχίζοντας νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτὲς τὶς προτάσεις, μὲ ἰδιάζουσα δύναμη καὶ ἐκφραστικότητα, πετοῦσε τὶς ντομάτες καὶ τὰ ροδάκινα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας στοὺς τοίχους τῆς καλύβης του. Τὰ χυμένα ζουμιά τους ἀποτυπώνουν τὴν δική μου ἀπορία πού, σκυμμένος μὴ μὲ πάρουν τὰ βόλια, προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τὴ λογικὴ τῆς εὐγνωμοσύνης του καί, ἐντελῶς ξαφνιασμένος, νὰ ἀποτυπώσω τὸ περιεχόμενο τῆς ἰδιότυπης μοναχικῆς προοπτικῆς του.
Ἀφοῦ ἔσπασε τὰ μακαρόνια καὶ τὰ ἔχυσε ἀπὸ τὸ περίβλημά τους, ἀφοῦ σκόρπισε τὰ μπισκότα ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσε, φωνάζοντας «νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια· νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια», ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν μέσῳ ἀσυνάρτητων κραυγῶν νὰ δοξάζει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ νυχτώνει. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ χάναμε τὸ θέαμα. Θὰ χάναμε αὐτὸ ποὺ ὁ π. Ἠρωδίων ἔδειχνε. Μέσα ὅμως στὴ νύχτα τὰ δικῆς μου λογικῆς εἶχα ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζομαι λίγο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν τὰ σκουπίδια, τὰ ἀκαταλαβίστικα λόγια καὶ φυσικὰ ἡ ἐντελῶς ἀκατανόητη λογικὴ ἑνὸς σαλοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Θυμήθηκα τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ πού, ἀναφερόμενος σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἡρωϊκοὺς ἁγίους ποὺ ζοῦν «ἐν ἀταξίαις, εὔτακτοι ὄντες», κατακλείει· «ταύτην τὴν ἄνοιαν ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Θεὸς φθᾶσαι». Ἄραγε αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ὁ π. Παΐσιος;
Γύρισα πίσω γιὰ μία τελευταία κλεφτὴ ματιά. Τὸ ἄσχημο ἀπὸ τὴν φύση του καὶ ἄγριο ἀπὸ τὸν τρόπο του πρόσωπό του ἔλαμπε ὑπερβατικὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τόση ἡ λάμψη του ποὺ ὑποχρέωνε τὰ πήλινα μάτια μου καὶ τὴν «μὴ ὁρῶσα» καρδιά μου σὲ ἀσυνήθιστες ὁράσεις ἄλλου εἴδους καὶ ἄλλου κόσμου. Ἡ μυστηριώδης ὄψη του μένει ἀκόμη βαθειὰ χαραγμένη στὴν μνήμη μου.
Ἔφυγα καὶ ξαναβυθίστηκα στὰ σκουπίδια τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἐκεῖνος ἔμεινε πατώντας πάνω στὰ σκουπίδια τῆς λογικῆς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τὸν σκεπτόμουν καὶ θαύμαζα τὴν ἀντοχὴ καὶ τὸν ἡρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ἐνῶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀξία καὶ τὸ μεγαλεῖο της λογικῆς του, δὲν μπορῶ νὰ συλλάβω τὴν δομή της. Σίγουρα  ἡ λογικὴ εἶναι μεγαλύτερη ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα. Ἴσως ὅμως καὶ ὁ σταυρός της νὰ εἶναι τελικὰ βαρύτερος ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ π. Ἠρωδίωνα.
Πάνω στὸ πανεπιστήμιο τῶν σκουπιδιῶν καὶ τῆς σαλότητος, τόλμησα νὰ προβάλω τὴν λογική, τὴν αἴγλη καὶ τὴν φινέτσα τῆς νωπῆς τότε ἐμπειρίας μου στὸ Harvard καὶ τὸ ΜΙΤ. Τότε ἄρχισαν τὰ σκουπίδια νὰ εὐωδιάζουν σὰν λουλούδια, τὰ ζωύφια νὰ μεταμορφώνονται σὲ πουλάκια, οἱ ξεσχισμένες σακκοῦλες σὲ πτυχία καὶ δημοσιεύματα· καὶ ὁ π. Ἠρωδίων πολὺ πιὸ «ἔξυπνος», πολὺ πιὸ πετυχημένος ἀπὸ τοὺς Νομπελίστες καθηγητές μου! Ἡ λογική τους ἐμοίαζε μὲ ἀγωνιστικὸ αὐτοκίνητο· ἡ λογικὴ τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος μὲ πύραυλο. Τὸ πρῶτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. τὴν ὥρα. Τὸ δεύτερο ἀπὸ 29.000 χλμ. τὴν ὥρα καὶ πάνω. Τὸ πρῶτο κινεῖται ὁριζόντια. Τὸ δεύτερο κατακόρυφα. Στὴν μία περίπτωση, ἂν ὑπερβεῖς τὸ ὅριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στὴν δεύτερη, ἂν τὸ ξεπεράσεις, ἐκτοξεύεσαι· ξεπερνᾶς τὴν βαρύτητα τῆς γής· διαφεύγεις· ἐλευθερώνεσαι. Οἱ πρῶτοι, οἱ λογικοί, ὅσο κι ἂν τρέχουν πατᾶνε στὴν γῆ. Ὁ π. Ἠρωδίων ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο χωρὶς νὰ τὴν ἔχει ἀκουμπήσει. Χωρὶς νὰ τὸν ἔχει ἀκουμπήσει…



 

Ὁ μοναχὸς Ἡρωδίων, διὰ Χριστὸν σαλός


Μια περιγραφὴ κάποιας συνάντησης μὲ ἕναν ἄνθρωπο τῆς «ἄλλης» λογικῆς, ὡς ἐπίλογος αὐτῆς τῆς μεταξύ μας συνάντησης, ἴσως ἀποτελεῖ τὸν καλύτερο πρόλογο γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸ Θεό:
Ἤδη ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἔπρεπε νὰ πᾶμε καὶ στὸν π. Ἠρωδίωνα· ἕναν ρουμάνο ποὺ ἢ ἦταν σαλὸς διὰ Χριστὸν ἢ δὲν ἦταν ἄνθρωπος. Σὲ δέκα λεπτὰ φθάσαμε στὸν… σκουπιδότοπό του. Ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη δύσει. Σ᾿ ἕνα ἐρείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντοῦμε ἕνα νέο ἥρωα. Ὀγδόντα δύο ἐτῶν, ὄρθιος στὸ κούφωμα μίας πόρτας… χωρὶς πόρτα.
Τὰ πόδια του κρατοῦσαν κόντρα στὸ ἕνα της δοκάρι. Ἡ μέση του ἀκουμποῦσε στὸ ἄλλο. Τὰ χέρια του στηρίζονταν στὸ πρῶτο. Ὧρες ὁλόκληρες περνοῦσε ἔτσι. Ὁ ἴδιος δίχως ζωστικό. Μία μάλλινη φανέλα κι ἕνα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν τὸ ἐξαγιασμένο σῶμα του. Ἡ καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δὲν ἔβλεπες δάπεδο. Ἕνα στρῶμα ἀπὸ κονσέρβες, κουκούτσια, σακοῦλες, τάπες, καπάκια ἀπὸ μπουκάλια, φλοῦδες, ὅ,τι μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ, πάχους τριάντα ἑκατοστῶν καὶ πάνω, ἀποτελοῦσε τὸ πολύτιμο χαλὶ στὸ μυστηριῶδες… παλατάκι του καὶ ἀσφαλῶς τὸ στρῶμα του, ἂν βέβαια κοιμόταν ὁριζόντιος. Στοὺς τοίχους του τὰ ἀποτυπώματα χυμένων καφέδων καὶ τὰ ζουμιὰ πεταγμένων πορτοκαλάδων καί, ἀντὶ γιὰ κατοικίδια ζῶα, ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ ζωΰφια, μυγάκια, κατσαρίδες καὶ ποντίκια.
- Εὐλογεῖτε, γέροντα, εἶπε χαρούμενος ὁ ἁπλοϊκὸς συνοδοιπόρος μου.
- Ὁ Κύριος, ἀπαντᾶ νηφάλιος ὁ ἡρωικὸς ἀσκητής, χωρὶς νὰ δείχνει καθόλου ἐνοχλημένος γιὰ τὸν οἰκολογικὸ περίγυρό του.
- Σοῦ φέραμε λίγες εὐλογίες, κάτι νὰ φᾶς, συνεχίζει δίχως ἐνδοιασμὸ ὁ μοναχὸς φίλος μου.
- Ὤ! καλοὶ πατέρες, πολὺ εὐχαριστῶ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Καλοὶ πατέρες. Πολὺ εὐχαριστῶ, ἀπαντᾶ ἐκεῖνος.
Καὶ παίρνοντας τὴν σακούλα μὲ τὶς εὐλογίες καὶ συνεχίζοντας νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτὲς τὶς προτάσεις, μὲ ἰδιάζουσα δύναμη καὶ ἐκφραστικότητα, πετοῦσε τὶς ντομάτες καὶ τὰ ροδάκινα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας στοὺς τοίχους τῆς καλύβης του. Τὰ χυμένα ζουμιά τους ἀποτυπώνουν τὴν δική μου ἀπορία πού, σκυμμένος μὴ μὲ πάρουν τὰ βόλια, προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τὴ λογικὴ τῆς εὐγνωμοσύνης του καί, ἐντελῶς ξαφνιασμένος, νὰ ἀποτυπώσω τὸ περιεχόμενο τῆς ἰδιότυπης μοναχικῆς προοπτικῆς του.
Ἀφοῦ ἔσπασε τὰ μακαρόνια καὶ τὰ ἔχυσε ἀπὸ τὸ περίβλημά τους, ἀφοῦ σκόρπισε τὰ μπισκότα ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσε, φωνάζοντας «νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια· νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια», ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν μέσῳ ἀσυνάρτητων κραυγῶν νὰ δοξάζει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ νυχτώνει. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ χάναμε τὸ θέαμα. Θὰ χάναμε αὐτὸ ποὺ ὁ π. Ἠρωδίων ἔδειχνε. Μέσα ὅμως στὴ νύχτα τὰ δικῆς μου λογικῆς εἶχα ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζομαι λίγο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν τὰ σκουπίδια, τὰ ἀκαταλαβίστικα λόγια καὶ φυσικὰ ἡ ἐντελῶς ἀκατανόητη λογικὴ ἑνὸς σαλοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Θυμήθηκα τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ πού, ἀναφερόμενος σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἡρωϊκοὺς ἁγίους ποὺ ζοῦν «ἐν ἀταξίαις, εὔτακτοι ὄντες», κατακλείει· «ταύτην τὴν ἄνοιαν ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Θεὸς φθᾶσαι». Ἄραγε αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ὁ π. Παΐσιος;
Γύρισα πίσω γιὰ μία τελευταία κλεφτὴ ματιά. Τὸ ἄσχημο ἀπὸ τὴν φύση του καὶ ἄγριο ἀπὸ τὸν τρόπο του πρόσωπό του ἔλαμπε ὑπερβατικὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τόση ἡ λάμψη του ποὺ ὑποχρέωνε τὰ πήλινα μάτια μου καὶ τὴν «μὴ ὁρῶσα» καρδιά μου σὲ ἀσυνήθιστες ὁράσεις ἄλλου εἴδους καὶ ἄλλου κόσμου. Ἡ μυστηριώδης ὄψη του μένει ἀκόμη βαθειὰ χαραγμένη στὴν μνήμη μου.
Ἔφυγα καὶ ξαναβυθίστηκα στὰ σκουπίδια τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἐκεῖνος ἔμεινε πατώντας πάνω στὰ σκουπίδια τῆς λογικῆς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τὸν σκεπτόμουν καὶ θαύμαζα τὴν ἀντοχὴ καὶ τὸν ἡρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ἐνῶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀξία καὶ τὸ μεγαλεῖο της λογικῆς του, δὲν μπορῶ νὰ συλλάβω τὴν δομή της. Σίγουρα  ἡ λογικὴ εἶναι μεγαλύτερη ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα. Ἴσως ὅμως καὶ ὁ σταυρός της νὰ εἶναι τελικὰ βαρύτερος ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ π. Ἠρωδίωνα.
Πάνω στὸ πανεπιστήμιο τῶν σκουπιδιῶν καὶ τῆς σαλότητος, τόλμησα νὰ προβάλω τὴν λογική, τὴν αἴγλη καὶ τὴν φινέτσα τῆς νωπῆς τότε ἐμπειρίας μου στὸ Harvard καὶ τὸ ΜΙΤ. Τότε ἄρχισαν τὰ σκουπίδια νὰ εὐωδιάζουν σὰν λουλούδια, τὰ ζωύφια νὰ μεταμορφώνονται σὲ πουλάκια, οἱ ξεσχισμένες σακκοῦλες σὲ πτυχία καὶ δημοσιεύματα· καὶ ὁ π. Ἠρωδίων πολὺ πιὸ «ἔξυπνος», πολὺ πιὸ πετυχημένος ἀπὸ τοὺς Νομπελίστες καθηγητές μου! Ἡ λογική τους ἐμοίαζε μὲ ἀγωνιστικὸ αὐτοκίνητο· ἡ λογικὴ τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος μὲ πύραυλο. Τὸ πρῶτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. τὴν ὥρα. Τὸ δεύτερο ἀπὸ 29.000 χλμ. τὴν ὥρα καὶ πάνω. Τὸ πρῶτο κινεῖται ὁριζόντια. Τὸ δεύτερο κατακόρυφα. Στὴν μία περίπτωση, ἂν ὑπερβεῖς τὸ ὅριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στὴν δεύτερη, ἂν τὸ ξεπεράσεις, ἐκτοξεύεσαι· ξεπερνᾶς τὴν βαρύτητα τῆς γής· διαφεύγεις· ἐλευθερώνεσαι. Οἱ πρῶτοι, οἱ λογικοί, ὅσο κι ἂν τρέχουν πατᾶνε στὴν γῆ. Ὁ π. Ἠρωδίων ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο χωρὶς νὰ τὴν ἔχει ἀκουμπήσει. Χωρὶς νὰ τὸν ἔχει ἀκουμπήσει…

 

«Πίστις!Θείον Δώρον»(Αγ.Νεκταρίου)

Πίστις! Θείον δώρον, καρπός της θείας άποκαλύψεως, γνώσις μυστηρίων, σοφία ουράνιος, διδάσκαλος των θείων αλη­θειών, Κλϊμαξ Ουρανού καί Γης, σύνδεσμος Θεού και ανθρώπων, θείας φιλίας καί αγάπης τεκμήριον, ουρανίων αγαθών μεταδόσεως έκφρασις! Τίσι λόγοις την δύναμίν σου έξείπω; Τίσι φθέγμασι τάς ενεργείας σου φθέγξωμαι; Ή δύναμίς σου αληθώς θεία, ως θείον δώρον, ή δε ενέργεια σου άπειρος, ίση προς την θείαν βούλησιν, ότι θεία δυνάμει ενερ­γεί όσα καί να νοηθώσι αδύνατον υπό των ανθρώ­πων.
Σύ ως φως φωτίζεις τους έσκοτισμένους την διάνοιαν. Σύ ποδηγετείς τους ζητοϋντας εν ταϊς Γραφαϊς την άλήθειαν, καί καθίστασαι οδηγός ασφαλής προς γνώσιν. Σύ διαθερμαίνεις δι' έρωτος θείου τάς καρδίας καί άνάπτεις εν αύταίς την θείαν άγάπην. Σύ τίκτεις την αληθή ελπίδα, μυστικώς ελέγχουσα καί φανερούσα των έλπιζομένων την ύπόστασιν. Σύ περιβάλλεις με άλουργίδα υιού βασι­λέως τους υπό σου διαφωτισθέντας. Σύ χαρίζεσαι αύτοϊς τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Σύέμπιπλας τους πιστούς πνεύματος σοφίας, πνεύ­ματος συνέσεως, πνεύματος γνώσεως καί αληθεί­ας, πνεύματος βουλής καί ισχύος, πνεύματος φό­βου Θεού. Σύ δαψιλεύεις τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Σύ πληροίς την καρδίαν του πιστού αγάπης, χαράς, ειρήνης, μακροθυμίας, χρηστότητος, άγαθωσύνης, πραότητας καί εγκράτειας.
Η δύναμίς σου διαπλάττει τον υπό της αμαρτίας διαφθαρέντα άνθρωπον, επαναφέρει εις το άρχαίον κάλλος καί αναδεικνύει εικόνα Θεού... Σύ την βασιλείαν των Ουρανών επί Γης έγκατέστησας. Σύ την πικράν λύπην από του κόσμου έφυγάδευσας. Σύ την χαράν την άφατον τω κοσμώ δαψιλώς έχαρίσω. Σέ όθεν επαξίως τιμώμεν. Σέ εν ταϊς καρδίαις ημών περιέπομεν, καί Σέ έχοντες, θαρρούντες έλπίζομεν τυχεΐν της βασιλείας του Θεού καί των αιωνίων αγαθών.
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
 «Το γνώθι σαυτόν». σ.27
Εκδ.Νεκτ.Παναγόπουλου

Οι 1241 μαρτυρούν την Ανάσταση


Τό μεγαλύτερο γεγονός μέσα στήν παγκόσμια ἱστορία, τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γεγονός μοναδικό καί πρωτοφανές ἀνάμεσα σέ ὅλα τά ἒκτακτα γεγονότα ἀπό ὅσα εἶδε ὁ κόσμος.
Ὁ θρίαμβος τοῦ Θεανθρώπου κατά τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἄδη ἂρχιζε ἀκριβῶς ἀπό  ἐκεῖ ὅπου οἱ ἐχθροί Του νόμισαν ὅτι τόν νίκησαν καί τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά ὄργανα τοῦ ἀνθρωποκτόνου «ἠσφαλίσαντο τόν τάφον» τοῦ Ἰησοῦ «σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας». Ἀλλά ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ἡ νίκη, τήν ὁποῖα κέρδισε ὁ Κύριος ἐπάνω στόν Σταυρό, θά ἐπεκτεινόταν καί στόν Ἄδη.
Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νά θεωρεῖται ὡςπραγματική εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ κάθοδός Του στόν Ἄδη γιατίκανείς δέν εἶδε τόν Χριστό τήν ὥρα πού ἀναστήθηκεἀφοῦ ἐξῆλθε ἀπό τόν τάφο«ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος
Κατέβηκε ὁ Χριστός στόν Ἄδη γιά νά συντρίψει τίς πύλες τοῦ Ἄδου, γιά νά καταργήσει τόν θάνατον καί τό κράτος τοῦ διαβόλου. κατέβηκε στόν Ἄδη γιά νά κυριεύσει καί νά ὑποδουλώσει τόν διάβολο ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ὁ ἄρχοντας τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἄδη. Κατέβηκε ὁ Χριστός στόν Ἄδη γιά νά γεμίσει τά πάντα μέ τό φῶς τῆς θεότητάς Του καί οὐσιαστικά νά καταργηθεῖ τό κράτος τοῦ θανάτου.
Κατέβηκε ὁ Χριστός στόν Ἄδηὥστε νά ἐπαναληφθοῦν καί νά γίνουνκαί ἐκεῖ ὅσα ἔγιναν στή γῆὍπως στή γῆ κήρυξε τήν εἰρήνη, ἔδωσε ἄφεση ἁμαρτιῶν στούς ἁμαρτωλούς, ἔδωσε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν στούς τυφλούς καί ἔγινε ἀιτία σωτηρίας γιά ὅσους πίστεψαν, ἀλλά καί ἔλεγχος ἀπιστίας γιά ὅσους ἀπείθησαν, τό ἴδιο ἔπρεπε νά γίνει καί στόν Ἀδη ὅπου ὑπῆρχαν οἱ ψυχές αὐτῶν πού εἶχαν πεθάνει, ὥστε ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα νά ἀκούσει τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ.
Κατέβηκε ὁ Χριστός στόν Ἄδη γιά νά συναντήσει καί νά ἀναστήσει τόν πεπτωκότα, ἀπό τήν αμαρτία, ἄνθρωπο. Ὁ Ἀδάμ ἄκουσε τά βήματα τοῦ Χριστοῦ πού ἐρχόταν, ὅπως τά ἄκουσε τότε στόν Παράδεισο μετά τήν παράβαση καί τήν παρακοή. Τότε αἰσθανόταν ταραχή και φόβο, τώρα ὅμως χαρά καί εὐφροσύνη. Καί ἀφοῦ ἔπιασε τό χέρι τοῦ μετανοημένου Ἀδάμ, τόν ἀνέστησε, ἀναφέροντας τό τί ἔκανε γιά τή σωτηρία του, καθώς ἐπίσης γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Γεμᾶτοι ἀγαλλίαση γιά τήν ἀφθαρσίατήν ὁποία μᾶς χάρισε μέ τήνλαμπροφόρο Ἀνάστασή Του ὁ Λυτρωτήςψάλλουμε:  «Ἡ φθορά ἐξωστράκισται αφθαρσία ἐξήνθησεν. ὁ δεσμός ὁ χρόνιος διαλέλυται. οἱ οὐρανοί εὐφραινέσθωσαν,γη καί τά ἐπίγεια. ἐξανέστη γάρ Χριστός.   ἐσκυλεύθη ὁ θάνατος...» Τώρα, βέβαια, ὁ σωματικός θάνατος διασπᾶ μέ βίαιο τρόπο σῶμα καί ψυχή. Ἀλλά τό ἀναγκαστικό αὐτό διαζύγιο εἶναι προσωρινό. Ὅταν ἔρθει ἡ μεγάλη ὥρα τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἡ ἑνότητα αὐτή θά ἀποκατασταθεῖ καί πάλι. Τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο, γιά νά ἐνωθεῖ μέ τήν ἀθάνατη ψυχή.
Ὁ σωματικός θάνατος νικήθηκε μέ τήν κάθοδο τοῦ θεανθρώπου στόν Ἄδη, ἀλλά ἡ ἀνάσταση τῶν δικῶν μας σωμάτων καί ἡ ἐπανασύνδεση μέ τίς ψυχές θά γίνει κατά τήν Δευτέρα καί ἔνδοξη Παρουσία τοῦ Κυρίου. Χάρις στόν Ἀναστάντα Κύριό μας «ἡ ἀνάσταση εἶναι μιά μυστηριώδης γέννηση στήν ἀθανασία, σέ μιά καινούρια καί ἀδιάκοπη δηλαδή, αἰώνια ζωή. Ὅλοι θά ἀναστηθούν. Ἀπό ἐδώ καί στό ἑξῆς ὁ χωρισμός ἀπό τό σῶμα εἶναι παροδικός».
Αὐτό τὀ γνώριζαν καλά καί τό πίστευαν οἱ ἄγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καθώς καἰ οι ἅγιοι Μάρτυρες. Αὐτές τίς ἠμέρες, ὁ νοῦς μας γυρίζει στό ἔνδοξο ἱστορικό παρελθόν τῆς πόλης μας, γιά νά μᾶς θυμίσει τήν χορεία τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Νάουσας. Τούς 1241 ἄνδρες καί παιδιά καί μαζί τους τίς γυναῖκες τῶν ὁπλαρχηγῶν καί τίς ἄλλες γυναῖκες πού ὑποβλήθηκαν σέ φρικτά βασανιστήρια καί μαρτύρησαν γιά τήν πίστη τους στόν Χριστό, στό ὁλοκαύτωμα τῆς πόλης μας τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ στά 1822.
διαίτερα σήμερα φέρνουμε στή διάνοιά μας τό μαρτυρικό τέλος τῶν ἁγίων πέντε ἱερομαρτύρων τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Τέτοια ἡμέρα, Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδας τοῦ ἰδίου ἔτους, ξεκίνησε ἡ εἰσβολή τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων στή Νάουσα. Πρῶτα χτύπησαν τό ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου ὅπου τελοῦνταν ἡ θ. Λειτουργία, ἐνῶ ἔξω ἀπό αὐτόν ἀγωνίζονταν γενναῖα Ναουσαῖοι πολεμιστές νά ἀποτρέψουν τήν εἰσβολή τῶν Τούρκων στὀ ναό. Καθώς πλησιάζουν στό τέλος τῆς θ. Λειτουργίας, ἡ ἀντίσταση ὑποχωρεί, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἄι-Γιώργη γκρεμίζεται μέ τά τσεκούρια καί ὅλοι τους ἐκεί μέσα, μέσα στόν οἶκο τοῦ Κυρίου τους, σφάζονται ἀλύπητα. Πέντε ἱερομάρτυρες πρόσφεραν τό ἴδιο τους τό αἷμα θυσία στό θεό. Ὁ παπα-Γιάννης ἀπό τό χωριό Πέτρα τοῦ Ολύμπου, ὁ παπα-Δημήτρης ὁ σακελλάριος καί ὁ πνευματικός παπα-Γεράσιμος καί δύο ἀκόμη ἱερείς, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα δέν διασώθηκαν, ὅπως καί τῶν ὑπολοίπων Ναουσαίων πού σφαγιάσθηκαν μέσα στό  Ναό.
Αὐτή ἡ ἡρωϊκή στάση τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων καί Νεομαρτύρων τῆςΝάουσας εἶναι ἀπόδειξη τῆς πίστεώς τους στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει: «Μαρτύρων θάνατος, ἀναστάσεως ἀπόδειξις».
Οἱ ἅγιοι ἱερομάρτυρες πού τιμοῦμε σήμερα, οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες τῆς Νάουσας, ὅπως καί ὅλοι οἱ Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας δέν δέχτηκαν νά ἀρνηθούν τήν πίστη στόν Χριστό καί προτίμησαν νά ἐχουν σκληρό μαρτύριο «ἱνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν» (Εβρ. Ιά 35), κατά τόν ἀπ. Παῦλο.
Ἡ παρούσα ζωή ἔχει πράγματι ἀνεκτίμητη ἀξία. Ὁ Χριστιανός περισσότερο ἁπό κάθε ἄλλον ἄνθρωπο, θεωρεῖ τήν ζωή ὡς μεγάλο δῶρο τοῦ Δημιουργοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδή ἀποτελεῖ τήν προπαρασκευστική περίοδο τῆς μακαρίας ἐκείνης ζωῆς, τήν ὁποῖα θά ἀπολαύσουμε σέ ὅλη τήν πληρότητά της μετά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μας.
 Ὁ πιστός γνωρίζει ὅτι ἡ ἐπίγεια ζωή εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς αἰώνιας ζωής καί πιστεύει ὄτι μόνο ἐάν ζήσει κατά Χριστόν θά γίνει κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Αὐτή ἡ πίστη ἔκανε τούς ἁγίους πέντε ἱερομάρτυρες τοῦ ἁγ. Γεωργίου νά καταφρονήσουν τήν παροῦσα ζωή.
Ὁ θάνατος αὑτῶν τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων τῆς Νάουσας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ ἀφορμή ὑπομονῆς καί ἐνίσχυσης στόν δικό μας πνευματικό ἀγῶνα. Ὅταν κανείς σκεφτεῖ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μαρτύρησαν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἠρωϊκότερος. Ὅταν ἔχει νά ἀντιμετωπίσει προσωπικές, οἰκογενειακές, οἰκονομικές ἤ ἄλλου εἴδους δυσκολίες, προβάλλει στόν ἑαυτό του «τῶν μαρτύρων τόν θάνατον» καί σκέφτεται: Ἐάν ὁ Χριστός δέν πέθανε καί δέν ἀναστήθηκε ποιός θά κατόρθωνε αὐτά «τά ὑπέρ φύσιν παλαίσματα»; Αὐτό φανερώνει ὅτι ὁ Χριστός καί ζεῖ καί ἐνεργεῖ στίς ψυχές τῶν μαρτύρων. Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἐάν ὁ Χριστός ζεῖ καί ἐνεγεῖ στίς δικές μας ψυχές θά μποροῦμε νά ἀντιμετωπίζουμε τά πολλά προβλήματα τῶν ἡμερῶν καί ἀκόμη δυσκολότερα, ὑλικῆς πνευματικῆς φύσεως.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερο γεγονός μέσα στήν ἱστορία. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας ἀποκτά ἄλλο νόημα καί ἡ ζωή καί ὁ θάνατος. Ζωή δέν εἶναι τό σύνολο τῶν ἱστορικών γεγονότων, ἀλλά ἡ κοινωνία μας μέ τόν θεό. Καί θάνατος δέν εἶναι τό τέλος τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, ἐνῶ ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά προσωρινός ὕπνος.
Στόν κατηχητικό λόγο τοῦ ἁγ. Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου, τή νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, ἀκοῦμε:Κανείς δέν πρέπει νά θρηνεῖ γιά τή φτώχεια καί γενικά γιά τήν στέρηση τῶν ἀναγκαίων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιατί «ἐφάνη ἡ κοινή Βασιλεία΅Κανείς δέν πρέπει νά ὀδύρεται γιά τά ἁμαρτήματα πού διέπραξε, γιατί «συγγνώμη ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε».Κανείς δέν πρέπει να φοβοῦται τόν θάνατο, γιατί «ἠλευθέρωσε ἡμᾶς ὁ τοῦ ὁ Σωτῆρος θάνατος.¨
π. Θεοφάνης Σαϊνίδης 
εφημέριος του Ι.Ν.Κοιμήσεως Θεοτόκου Ναούσης

Ο γέροντας Γελάσιος ο αγιορείτης


Μια ακομη μεγαλη 
ασκητικη μορφη του Αγιου Ορους ηταν και ο γεροντας Γελασιος.Η τροφη του ηταν 11 ελιες με ενα παξιμαδι το πρωι και το ιδιο και το απογευμα ενω κοιμοταν κρεμωντας στις μασχαλες του ενα σχοινι απο το ταβανι.Τις μετανοιες του τις εκανε χτυπωντας το κεφαλι του στο πατωμα και σε ερωτηση απο τον ηγουμενο του γιατι το κανε αυτο ελεγε οτι επειδη ηταν πολυ αμαρτωλος και η φωνη του για να παρακαλεσει τον Θεο δεν εφτανε ουτε μεχρι το λαρυγγι του χτυπαγε το κεφαλι στο πατωμα μηπως και τον ακουσει.
Την Παναγια μας την ειδε 8 φορες συνολικα στο Αγιο Ορος.Μια φορα ειδε σε μια μεγαλη πεδιαδα νεους με κλαδια να φωναζουν "Ερχεται η βασσιλισα μας,ερχεται η βασσιλισα μας" και κατοπιν βλεπει μια χρυση αμαξα και μια γυναικα με χρυσο πεπλο να πλησιαζει και να τον παιρνει μαζι της αρχιζωντας να ανεβαινουν στον ουρανο.Μπαινοντας στον Παραδεισο φτανουν σε ενα χρυσο θρονο οπου η Παναγια προσκυνησε τον Χριστο και Αυτος το ιδιο.Γυρνωντας οπως περιγραφε ο γεροντας ο Ιησους την ρωτα "Τι θελει αυτος μαζι σου;" και εκεινη του αποκρινεται "Αυτος ειναι δικος μου".
Μια αλλη φορα ειδε 2 γυναικες στο ιερο να βγαινουν και να μοιραζουν προσφορο σε διαφορους μοναχους,οχι σε ολους.Στον γεροντα εδωσαν και αυτος ρωτησε τον ηγουμενο του "Μα καλα υπαρχουν γυναικες στο Αγιο Ορος ;".Τοτε ηταν μολις 3 μηνες μοναχος.Και του απαντα ο ηγουμενος "Μα καλα παιδι μου εμεις τοσα χρονια ασκητες και συ σε τοσο λιγο καιρο ειδες την Παναγια μας ;"
Πολλα και αναριθμητα τα θαυματα που του συνεβησαν οπως και οταν ηρθε καποτε ενας νεος, οραμα στον υπνο του και μετραγε "85,86,87,87,87".Παραξενευτηκε γιατι ελεγε το 87 τοσες φορες.Ηταν το 1985.Νομιζε οτι θα φυγει σε 87 ωρες αλλα τελικα εφυγε το 1987.
Τελος αναφερω και ενα θαυμα με εναν γατο που ειχε στον αρσανα οταν βρισκοταν και που ενω καθε μερα τον ταιζε με ψαρια μια μερα δεν πλησιαζε.Κατεβαινει απο το καικι και κατευθηνθηκε στο κελι.Τοτε αγριεψε ο γατος και αμεσως καταλαβε οτι κατι κακο συνεβαινε.Κοιταξε απο το παραθυρο και ειδε ενα φιδι που ηταν πισω απο την πορτα και αισθανθηκε ευγνωμοσυνη για τον γατο του.Εκτοτε ειχε περι τις 80 γάτες κοντα του απο ευγνωμοσυνη και μονο.

Πηγή: http://www.imlemesou.org/

Ανακοίνωση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και την Κάρτα του Πολίτη



ΚΑΡΥΑΙ ΤΗ 22.4/5.5.2011
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ «ΚΑΡΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ»
Ἐξ ἀφορμῆς τῆς προσφάτου καταθέσεως στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων τοῦ νομοσχεδίου «Γιά τήν Ἠλεκτρονική Διακυβέρνηση» καί τήν ἀπορρέουσα ἐκ τούτου μελλοντική ἔκδοσι τῆς «Κάρτας τοῦ Πολίτη», ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐπιθυμεῖ νά ἐπισημάνη τά ἀκόλουθα:
Ἡ «Κάρτα τοῦ Πολίτη» ταυτοποιεῖ τήν προσωπικότητα τοῦ πολίτη καί τόν μετατρέπει σέ ἕνα ἀριθμό τοῦ συστήματος τῆς ἠλεκτρονικῆς διακυβερνήσεως. Ὅλοι οἱ πολίτες ἐντάσσονται πλέον σέ ἕνα ἠλεκτρονικό σύστημα, τό ὁποῖο ἐλέγχει καί ἐπεξεργάζεται τά στοιχεῖα τῆς προσωπικῆς τους ζωῆς (οἰκονομική δραστηριότης, θέματα ὑγείας, ἐργασίας, κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς κ.λπ.), καταργώντας οὐσιαστικά τίς προσωπικές τους ἐλευθερίες.
Ἐπειδή τό σύστημα αὐτό ἔχει τήν δυνατότητα νά μετεξελίσσεται εὔκολα θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὁρατός ὁ κίνδυνος γιά τούς Χριστιανούς νά παραβιάζεται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς τους συνειδήσεως, στερώντας τους τήν δυνατότητα νά ὁμολογοῦν ἐλεύθερα τήν πίστι τους καί νά κηρύσσουν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή μάλιστα ἡ ἐξουσία χρήσεως τοῦ συστήματος αὐτοῦ παραδίδεται σέ φορεῖς ἀκαθόριστους ὡς πρός τόν δη­μόσιο ἤ ἰδιωτικό τους χαρακτήρα καί τούς δίδεται ἡ εὐχέρεια νά προσθαφαιροῦν στήν Κάρτα δεδομένα, ὑπάρχει τό ἐνδεχόμενο ἀκόμη καί τῆς ἀνεπίγνωστης ἐκ μέρους τῶν πιστῶν χρήσεως ἀντιχριστιανικῶν συμβόλων.
Γιά ὅλους τούς παραπάνω λόγους ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐκφράζει τήν ἔντονη ἀνησυχία της καί ὑποβάλλει θερμή παράκλησι πρός τήν Ἑλληνική Κυβέρνησι νά μή προχωρήση στήν ἔκδοσι τῆς ἠλεκτρονικῆς «Κάρτας τοῦ Πολίτη», συνιστᾶ δέ στούς χριστιανούς νά χρησιμοποιοῦν τά συμβατικά μέσα ταυτοποιήσεώς τους. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐπιβολή τοιούτου εἴδους Κάρτας μᾶς εὑρίσκει ἀντιθέτους.
Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί δέν λησμονοῦμε ὅτι «μείζων ὁ ἐν ἡμῖν ἤ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ», καί ὅτι ὁ Χριστός «νενίκηκε τόν κόσμον»· τοῦτο ὅμως δέν συνεπάγεται καί τήν συμφωνία μας σέ ὑποχρεωτικές καί ἀνελεύθερες πρακτικές. Εὐχόμεθα ὁλοψύχως ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Προστάτις καί Ἔφορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νά δίδη στόν εὐλαβῆ λαό τῆς πατρίδος μας τήν δύναμι νά ἀνταπεξέρχεται σέ ὅλες τίς δυσκολίες τοῦ βίου, μάλιστα μέσα στή δυσχερῆ αὐτή συγκυρία πού διερχόμεθα.
Ἅπαντες οἱ ἐν τῇ κοινῇ Συνάξει Ἀντιπρόσωποι καί Προϊστάμενοι
τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...